«ΤΟ ΤΑΛΑΝΤΟΝ ΤΗΣ ΟΙΚΟΥΜΕΝΙΚΗΣ ΟΡΘΟΔΟΞΙΑΣ ἀπὸ τὸν Θεὸ πρὸς δόξαν Θεοῦ» (Ἁγ. Ἰωάννης Κρονστάνδης)

Αποτέλεσμα εικόνας για (Ἁγ. Ἰωάννης Κρονστάνδης)

 στάσις το γίου ωάννου τς Κρονστάνδης
ναντι τν μ ρθοδόξων μολογιν

Ἀποσπάσματα ἀπὸ τὸ ἄρθρο τοῦ A. Vladimirov
στὸ περ. “Τσερκόβναγια Ζίζν”, τ. 1-2, 1994
«Ὑπερασπισταὶ τῆς Ὀρθοδόξου Πίστεως»
ἐκδ. “Ὀρθόδοξος Κυψέλη”, Θεσσαλονίκη

.              Ὁ ἅγιος Ἰωάννης τῆς Κρονστάνδης, Ρῶσος ἱερεύς, Πνευματικὸς καὶ θερμουργὸς κῆρυξ τοῦ Εὐαγγελίου. Ἤκμασε στὰ τέλη τοῦ δεκάτου ἐνάτου αἰῶνος καὶ στὶς ἀρχὲς τοῦ εἰκοστοῦ. Προορατικὸς καὶ θαυματουργός. Ἠναλώθη στὴν καθημερινὴ διακονία τοῦ πάσχοντος λαοῦ. Χριστομίμητος ἡ ἀγάπη του. Αὐτὴ ἡ ἁγία ἀγάπη τὸν ἀναγκάζει νὰ πῆ τὴν ἀλήθεια γιὰ τὴν Ὀρθοδοξία ποὺ σώζει καὶ γιὰ τὴν αἵρεση καὶ ἑτεροδοξία ποὺ δὲν ἐξασφαλίζουν τὴν σωτηρία.
.             Σύμφωνα μὲ τοὺς λόγους τοῦ ἁγίου Ἰωάννου τοῦ Χρυσοστόμου. «μόνο ὅποιος μετέχει τοῦ Σώματος καὶ τοῦ Αἵματος τοῦ Χριστοῦ κατανοεῖ τὴν ἀληθινὴ φύσι τῆς Ἐκκλησίας». Ποιός ἄλλος, λοιπόν, κατενόησε καλύτερα τί εἶναι ἡ Ἐκκλησία τοῦ Χριστοῦ ἀπὸ τὸν ἅγιο Ἰωάννη τῆς Κρονστάνδης, τοῦ ὁποίου τὴν ἁγιότητα χαρακτήριζε ἡ εὐλαβεστάτη, συχνὴ καὶ μάλιστα καθημερινὴ τέλεσις τῆς Θείας Λειτουργίας; Ἀπὸ αὐτὴν ἐνεπνέετο γιὰ τὴν μεγάλη ποιμαντική του διακονία. Αὐτὴ ἦταν ἡ πηγὴ τῆς ὑψηλῆς, ἐμπειρικῆς του θεολογίας. Μεταδίδοντας καθημερινῶς τὸ Σῶμα τοῦ Χριστοῦ στὸν λαό, μὲ τὸν φωτισμὸ τοῦ Ἁγίου Πνεύματος ἔβλεπε τὰ ὅρια τῆς Ἐκκλησίας καὶ ἀγωνιζόταν σ’ ὅλη του τὴν ζωὴ ἐναντίων τῶν αἱρετικῶν καὶ σχισματικῶν, οἱ ὁποῖοι σοβαρώτατα ἁμάρτησαν παραβαίνοντας τὴν ἐντολὴ τοῦ Χριστοῦ: «ἵνα πάντες ἓν ὦσιν» (Ἰω. ιζ´ 21).
.             Ὁ ἅγιος Ἰωάννης δὲν ἐδημιούργησε συστήματα Ὀρθοδόξου δογματικῆς, ὅπως καὶ ὁ ἅγιος Μάξιμος ὁ Ὁμολογητής, ὁ ὁποῖος ἐπίσης δὲν συστηματοποίησε τὴν διδασκαλία του. Ὡστόσο, οἱ σύγχρονοί του εὕρισκαν σ’ αὐτὸν μία ὑψηλότατη καὶ ἀλάθητη λύση τῶν θεμάτων τῆς πίστεως.
.             Ὁ σκοπὸς τῆς ζωῆς γιὰ τὸν ἅγιο Ἰωάννη εἶναι νὰ εἰσέλθωμε στὸ πλήρωμα τῆς Χριστιανικῆς τελειότητος, τῆς θεώσεως, πρὸς τὴν ὁποία ὁδηγούμεθα μὲ τὸν ἀγώνα πρὸς τοὺς «ἀοράτους ἐχθρούς», μὲ τὴν μετάνοια, μὲ τὴν ἀπόκτησι τῆς Χάριτος τοῦ Ἁγίου Πνεύματος. Ἀπὸ τὴν ἐμπειρία ὁλοκλήρου τῆς ἀσκητικῆς του ζωῆς, ὁ ἅγιος Ἰωάννης ἀπεκόμισε τὴν σκέψι ὅτι διὰ τῶν ἀνθρωπίνων δυνάμεων εἶναι ἀδύνατο νὰ φθάσωμε τοῦτο τὸ πλήρωμα: «Εἶναι ἀπαραίτητο νὰ ἀνήκωμε στὴν Ἐκκλησία τοῦ Χριστοῦ, τῆς ὁποίας Κεφαλὴ εἶναι ὁ Παντοδύναμος Βασιλεύς, ὁ Νικητὴς τοῦ Ἅδου, ὁ Ἰησοῦς Χριστός. Ἡ Βασιλεία Του εἶναι ἡ Ἐκκλησία, ἡ ὁποία νοεῖται ὡς κοινωνία τῶν ἁγίων, οἱ ὁποῖοι μετετέθησαν στὸν οὐρανό, καὶ ὅλων τῶν Ὀρθοδόξων Χριστιανῶν, οἱ ὁποῖοι ἀγωνίζονται ἐπὶ τῆς γῆς μαχόμενοι πρὸς τὰς ἀρχὰς καὶ ἐξουσίας καὶ κοσμοκράτορας τοῦ σκότους τοῦ αἰῶνος τούτου, πρὸς τὰ πνευματικά τῆς πονηρίας… Ὁ μὴ Ὀρθόδοξος, ἀκόμη καὶ μία μεγάλη μὴ ὀρθόδοξη κοινότης, δὲν μπορεῖ νὰ στρατευθῆ στὸν πόλεμο αὐτόν, χωρὶς τὸν Χριστὸ ὡς Κεφαλή του δὲν μπορεῖ νὰ κάνη τίποτε μὲ τέτοιους πανούργους, ὀξυδερκεῖς ἐχθρούς, οἱ ὁποῖοι εἶναι συνεχῶς ἄγρυπνοι καὶ ἔχουν μάθει τέλεια τὴν ἐπιστήμη τοῦ πολέμου τους.
.             Ὁ Ὀρθόδοξος Χριστιανὸς ἔχει δυνατὴ ὑποστήριξι στὸν ἀγώνα αὐτόν: πρῶτα ἀπὸ τὸν Θεὸ καὶ ἀπὸ τοὺς ἁγίους Ἀθλητάς Του, οἱ ὁποῖοι ἐνίκησαν τοὺς ἐχθροὺς μὲ τὴν δύναμι τῆς Χάριτος τοῦ Χριστοῦ, καὶ ἔπειτα ἀπὸ τὴν ἐπὶ γῆς Ὀρθόδοξο Ἐκκλησία, ἀπὸ τοὺς ποιμένας καὶ διδασκάλους της καὶ ἀπὸ τὴν κοινὴ προσευχὴ καὶ τὰ μυστήρια. Ἡ Ἐκκλησία τοῦ Χριστοῦ, στὴν ὁποία ἐλέει Θεοῦ ἀνήκουμε κι ἐμεῖς, εἶναι ἕνας τέτοιος βοηθὸς στὸν ἀγώνα τοῦ Χριστιανοῦ ἐναντίον τῶν ἀοράτων καὶ ὁρατῶν ἐχθρῶν»
.             Ἡ σκέψις τοῦ Ἁγίου Ἰωάννου τῆς Κρονστάνδης, ὅσον ἀφορᾶ στὴν Ἐκκλησία, εἶναι πρῶτα ἀπ’ ὅλα σωτηριολογική. Τὸ νὰ ἀνήκει κανεὶς στὴν Ἐκκλησία εἶναι γι’ αὐτὸν ἡ πηγὴ τῆς σωτηρίας: «Ἡ Ἐκκλησία εἶναι τὸ μοναδικὸ Σῶμα, τοῦ ὁποίου Κεφαλὴ εἶναι ὁ ἴδιος ὁ Κύριος Ἰησοῦς Χριστός, ἐνῶ ψυχὴ εἶναι τὸ ἴδιο τὸ Ἅγιο Πνεῦμα, τὸ ὁποῖο ζωογονεῖ, φωτίζει, καθαρίζει καὶ ἐνδυναμώνει ὅλα τὰ μέλη αὐτοῦ τοῦ μεγάλου σώματος ποὺ ἀγωνίζονται ἐπὶ τῆς γῆς».
.            «Τότε τί ἀναγκάζει μερικοὺς νὰ φεύγουν ἀπὸ τὸν μοναδικὸ αὐτὸν οἶκο τοῦ Θεοῦ», στὸν ὁποῖο – ἐπειδὴ κεφαλὴ εἶναι ἡ Ἐνυπόστατος Σοφία – ὑπάρχει «μία τέτοια ἄβυσσος σοφίας, ὥστε θὰ ἐπαρκοῦσε μὲ ἀφθονία σὲ ὅλους τοὺς σοφοὺς τοῦ κόσμου γιὰ μελέτη, θαυμασμὸ καὶ δοξολογία. Ἀλλὰ ὁ Κύριος ἀπέκρυψε αὐτὴν ἀπὸ σοφῶν καὶ συνετῶν καὶ ἀπεκάλυψεν αὐτὴν νηπίοις κατὰ τὸ φρόνημα».
.             Τὸ πρόβλημα μὲ αὐτοὺς τοὺς ἀξιολύπητους σοφοὺς εἶναι ὅτι προσπαθοῦν νὰ συμβιβάσουν τὴν ἀλήθεια μὲ τὴν ὑπερήφανη λογικὴ ποὺ δὲν ἔχει καθαρθῆ ἀπὸ τὰ πάθη, μὲ ἀποτέλεσμα νὰ διαστρεβλώνουν τὴν ἀλήθεια καὶ τελικὰ νὰ ἐκπίπτουν ἀπὸ τὴν ὀρθὴ Πίστι.
.             Ἡ μοναδικότης καὶ τὸ ἀλάνθαστον τῆς Πίστεως εἶναι τελείως οὐσιώδη, ἄλλωστε ἡ Πίστις μας, ἡ νικήσασα τὸν κόσμον (Α´ Ἰω. ε´ 4), δὲν εἶναι τὸ σύνολον ὑποκειμενικῶν ψυχολογικῶν ἐμπειριῶν, ἀλλὰ ἡ ἀποκάλυψις ὑπὸ τῆς Παναγίας Τριάδος τῆς ὁδοῦ πρὸς τὴν σωτηρία.
.             Ἡ ἑνότης τῶν Χριστιανῶν στὴν Ἐκκλησία δὲν γεννᾶται ἐκ θελήματος σαρκὸς (Ἰω. α´ 13). Εἶναι ἡ πραγματοποίησις τῆς προσευχῆς τοῦ Χριστοῦ πρὸς τὸ Πατέρα σχετικὰ μὲ τοὺς μαθητάς, ἵνα ὦσιν ἓν, ὅπως ἀκριβῶς ἡ Παναγία Τριὰς εἶναι ἕν. (Ἰω. ιζ´ 11, 21 – 22). Εἶναι ὁ καρπὸς τοῦ Ἁγίου Πνεύματος, τὸ Ὁποῖον ἐξεχύθη ἐπὶ τῶν Ἀποστόλων κατὰ τὴν Πεντηκοστή. Κατὰ τοὺς Ἁγίους Πατέρας, στὸν χορὸ τῶν ὁποίων ἵσταται τώρα ἐνώπιον τοῦ Θεοῦ ὁ ἅγιος Ἰωάννης τῆς Κρονστάνδης, ἡ ἑνότης τῆς Πίστεως καὶ ἡ μοναδικότης τῆς Ἐκκλησίας εἶναι τόσο σπουδαία, ὥστε στὸ Σύμβολο τῆς Πίστεως ἡ μοναδικότης νὰ εἶναι ἡ πρώτη ἰδιότης τῆς Ἐκκλησίας. Κάθε ἕνας ποὺ θέτει τέρμα στὶς σχέσεις του μὲ τὴν Μία Ἐκκλησία δὲν μπορεῖ νὰ βασίζεται οὔτε στὴν ἀποστολικὴ διαδοχή, οὔτε στὴν ἁγιότητα, οὔτε στὴν καθολικότητα, διότι «ἡ Ἐκκλησία δὲν εἶναι μόνον μία, ἀλλὰ καὶ ἡ μοναδικὴ» κατὰ τὸν ἅγιο Κυπριανὸ Καρθαγένης. «Ἡ ἀληθινὴ Ἐκκλησία παραμένει μία καὶ ἀδιαίρετος καὶ ἡ μόνη ποὺ σώζει. Αὐτὴ εἶναι ἡ Ἀνατολικὴ Ὀρθόδοξος Ἐκκλησία». «Οὐδεμία ἄλλη Χριστιανικὴ Ὁμολογία ἐκτὸς ἀπὸ τὴν Ὀρθοδοξία», γράφει ὁ ἅγιος Ἰωάννης τῆς Κρονστάνδης, «μπορεῖ νὰ φέρει ἕνα Χριστιανὸ στὴν τελειότητα τῆς Χριστιανικῆς ζωῆς ἢ ἁγιότητος καὶ νὰ ὁλοκληρώση τὴν κάθαρσι ἀπὸ τὶς ἁμαρτίες καὶ νὰ ὁδηγήση στὴν ἀφθαρσία, διότι οἱ ἄλλες ὁμολογίες κατέχουν τὴν ἀλήθεια ἐν ἀδικίᾳ (Ρώμ. α’, 18), ἀνέμιξαν τὴν δεισιδαιμονία καὶ τὸ ψεῦδος μὲ τὴν ἀλήθεια καὶ δὲν κατέχουν ἐκεῖνα τὰ θεόσδοτα μέσα γιὰ τὴν κάθαρσι, τὸν ἁγιασμό, τὴν ἀναγέννησι καὶ ἀνανέωσι, τὰ ὁποῖα κατέχει ἡ Ὀρθόδοξος Ἐκκλησία».
.             Κάθε προσβολὴ ἐναντίον τῆς ἑνότητος τῆς Ἐκκλησίας εἶναι τόσο μεγάλη, ὥστε «αὐτοὶ ποὺ αὐθαιρέτως χωρίζονται ἀπὸ τὴν Ἐκκλησία χάνουν τὴν κοινωνία μὲ τοὺς Ἁγίους, διότι ὡς νεκρὰ μέλη μὲ τὴν ἀντίθετη τοποθέτησί τους ἐπισύρουν πάνω τους τὴν αἰώνια ἀπώλεια». «Θλίβομαι βαθειά», γράφει ὁ ἅγιος Ἰωάννης, «ποὺ ἡ ἁγία ἑνότης τῆς Ἐκκλησίας τοῦ Χριστοῦ διερράγη στὴν Δύσι καὶ ἀπὸ τὴν Δύσι, ἀπὸ τὸν περιβόητο Ρωμαιοκαθολικισμὸ καὶ μαζὶ μ’ αὐτὸν ἀπὸ τὸν Λουθηρανισμὸ καὶ τὴν Μεταρρύθμισι, καθὼς ἐπίσης σὲ μᾶς ἀπὸ σχίσματα καὶ κομματισμούς».
.             Κάθε πτῶσις, σύμφωνα μὲ τὴν διδασκαλία τῶν ἁγίων Πατέρων, ἀρχίζει ἀπὸ τὴν ὑπερηφάνεια: περιφρονεῖ κάποιος μία ἐντολὴ καὶ τότε ἁμαρτάνει στὴν πρᾶξι. Ἔτσι ἔγινε καὶ μὲ τὸ ἀποσκίρτημα τῆς Δύσεως: «Πρὶν ἀπ’ αὐτό, ὁ πάπας καὶ οἱ παπικοὶ ἔγιναν ὑπερήφανοι καὶ ἐξύψωσαν τοὺς ἑαυτούς των τόσο, ὥστε ἐσκέφθηκαν νὰ κρίνουν τὸν ἴδιο τὸν Χριστό, τὴν ἴδια τὴν Ἐνυπόστατο Σοφία τοῦ Θεοῦ», τὸν οὐράνιο Διδάσκαλο, χωρὶς τὸν Ὁποῖον «οὐδὲ τὸν Πατέρα τις ἐπιγινώσκει, εἰ μὴ ὁ Υἱὸς». Ἡ ὑπερηφάνειά τους ἔφθασε στὸ σημεῖο νὰ διαστρέψουν μερικοὺς ἀπὸ τοὺς λόγους, ἐντολὲς καὶ θεσπίσματά Του. Ὁ Χριστὸς λέγει ὅτι τὸ Πνεῦμα ἐκπορεύεται ἀπὸ τὸν Πατέρα, ἐνῶ οἱ Ρωμαιοκαθολικοὶ καὶ οἱ Λουθηρανοὶ μαζὶ μὲ τοὺς Ἀγγλικανοὺς λέγουν ὅτι ἐκπορεύεται ἀπὸ τὸν Πατέρα καὶ τὸν Υἱό.
.             Ἔχοντας ἀποκοπῆ ἀπὸ τὴν Παράδοσι τοῦ Ἁγίου Πνεύματος, ἔχοντας χάσει τὸ ἐσωτερικὸ κριτήριο τῆς ἀληθείας καὶ τὴν συνοδικὴ ἀρχὴ ἐν τῇ Ἐκκλησίᾳ, οἱ Λατίνοι, ἐπειδὴ ἔχουν ἀνάγκη ἀπὸ κάποιο εἶδος ἐξουσίας, ἤγειραν μία νέα ἐξουσία γιὰ νὰ διδάσκεται ἡ Πίστις: τὸν «ἀλάθητο» Πάπα τῆς Ρώμης, τὸν «ἀντιπρόσωπο τοῦ Χριστοῦ».
«Ἐγὼ μεθ’ ὑμῶν εἰμί… ἕως τῆς συντελείας τοῦ αἰῶνος» (Ματθ. κη´ 20). Ὁ ἴδιος ὁ Κύριος εἶναι πάντοτε παρὼν στὴν Ἐκκλησία Του. Τί χρειάζεται τότε ἕνας ἀντιπρόσωπος – πάπας;», γράφει ὁ ἅγιος Ἰωάννης τῆς Κρονστάνδης καταγγέλοντας τὴν αἵρεσι τοῦ παπισμοῦ.
.             Ὡς μία κεφαλαιώδης αἵρεσις, ὁ Λατινισμὸς προσπαθεῖ νὰ ἐντάξη κάτω ἀπὸ τὸ θεολογικό του σύστημα κείμενα ἀπὸ τὴν Ἁγία Γραφή, κατανοούμενα φυσικὰ ἔξω ἀπὸ τὴν Ἱερὰ Παράδοσι τὴν ὁποία στερεῖται: «Τὸ κεντρικὸ σημεῖο τῆς ρωμαιοκαθολικῆς ὑπερηφάνειας καὶ τῶν ρωμαιοκαθολικῶν ψευδῶν στὰ δόγματα, στὴν διοίκησι καὶ στὴν ἠθικὴ διδασκαλία εἶναι τὸ πρωτεῖον τοῦ πάπα, ἡ φανταστικὴ καὶ ἐσφαλμένη κατανόησις τοῦ λόγου τοῦ Σωτῆρος: Σὺ εἶ Πέτρος, καὶ ἐπὶ ταύτῃ τῇ πέτρᾳ οἰκοδομήσω μου τὴν ἐκκλησίαν, καὶ πύλαι ἅδου οὐ κατισχύσουσιν αὐτῆς (Ματθ. ιϛ´ 18). Ἀνεγνωρίσθη ἀπὸ ὅλους τοὺς Ἁγίους Πατέρας τῶν πρώτων καὶ μεταγενεστέρων αἰώνων, ὡς ἐπίσης καὶ ἀπὸ τοὺς πολὺ πρώτους ὀρθόδοξους πάπας, ὅτι πρέπει κανεὶς νὰ ἐννοῆ ὡς πέτρα θεμελιώσεως τὸν ἴδιο τὸν Ἰησοῦ Χριστὸ – ἡ δὲ πέτρα ἦν ὁ Χριστὸς» (Α´ Κορινθ. ι´ 4).
.             «Ὁ πάπας καὶ οἱ παπικοί, – κάλαμος ὑπὸ ἀνέμου σαλευόμενος – ἔχοντας ὑποδουλώσει ὅλον τὸν Καθολικισμὸ στὴν αἵρεσι, τὸν κατέστησαν ἀδιόρθωτο, διότι ὁ πάπας παρ’ ὅλες τὶς αἱρέσεις του ἀναγνωρίζεται ὡς ἀλάθητος ἀπὸ τὴν Ρωμαιοκαθολικὴ Ἐκκλησία καὶ ἔτσι δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ διορθωθῆ ἀπὸ κάποιον ποὺ σκέπτεται ἀντίθετα».
.             Ἡ Μεταρρύθμισις, ἡ ὁποία προῆλθε ἀπὸ τὸν Λατινισμό, ἦταν μία ἀντίδρασις ἐναντίον τῶν διαστροφῶν τοῦ Λατινισμοῦ. Ἀντὶ νὰ ἐπανέλθη στὴν συνοδικὴ βάσι τῆς Ὀρθοδοξίας, ἀπὸ ἀντίθεσι στὸν παπισμὸ ἀπέρριψε τὴν ἱεραρχία, δίδοντας στὸν κάθε πιστὸ τὸ δικαίωμα νὰ σκέπτεται «ἀλάνθαστα» περὶ τῆς Πίστεως. Ὁ νομικισμὸς τῆς Ρώμης καὶ τὰ ξένα πρὸς τὸν πατερικὸ ἀσκητισμὸ συστήματα πνευματικῆς ζωῆς, ποὺ ὁδηγοῦν στὴν πλάνη, παρεχώρησαν τὴν θέσι τους στὸν ἠθικὸ σχετικισμὸ καὶ τὴν ἀκολασία. «Οἱ Ρωμαιοκαθολικοί, μὲ τὸ νὰ ἀναγνωρίζουν τὸν πάπα ὡς κεφαλὴ τῆς Ἐκκλησίας, ἔχασαν τὴν πραγματικὴ Κεφαλὴ τῆς Ἐκκλησίας – τὸν Χριστὸ – καὶ παρέμειναν χωρὶς Κεφαλή…». «Οἱ Λουθηρανοὶ ἀπεκόπησαν καὶ παρέμειναν χωρὶς τὴν Κεφαλή, οἱ Ἀγγλικανοὶ ἐπίσης. Δὲν ἔχουν τὴν Ἐκκλησία… καὶ ὁ Βελίαλ τοὺς πολεμᾶ μὲ τὴν δύναμι καὶ τὶς μηχανορραφίες του καὶ τοὺς κρατᾶ στὴν πλάνη του καὶ τὴν ἀπώλεια. Ἕνα πλῆθος ἀνθρώπων χάνονται στὴν ἀθεΐα καὶ τὴν φαυλότητα».
.             «Ὁ Λουθηρανισμός, καλυπτόμενος ὑπὸ τὸ ὄνομα τῆς Χριστιανικῆς Πίστεως, εἶναι στὴν πραγματικότητα ἄρνησις τῆς Πίστεως. Ἀπορρίπτοντας τὶς νηστεῖες καὶ τὸ μοναχισμὸ ἢ τὴν ἐν παρθενίᾳ ζωὴ τὴν ἀφιερωμένη ἀποκλειστικὰ στὴν ὑπηρεσία τοῦ Θεοῦ, παραδίδεται στὴν φιληδονία. Εἶναι παράδοσις στὴν ψευδώνυμο ἀνθρωπίνη λογικὴ μὲ τὶς φιλοσοφικές της ἀσυναρτησίες καὶ τὴν θεοποίησή της, ἄρνησις τῆς θείας αὐθεντίας τῶν Οἰκουμενικῶν Συνόδων καὶ τῶν Ἁγίων Πατέρων, αὐθαίρετη συνάθροισις ὑπὸ τὸ ὄνομα τῆς κεκαθαρμένης, μεταρρυθμισμένης Ἐκκλησίας».
.             Ὁ ἅγιος Ἰωάννης θρηνοῦσε ἐν πνεύματι «τὶς μεγάλες κοινότητες ποὺ ἀστόχησαν στὴν Πίστι». Δὲν ἔβλεπε νὰ λύνεται ἡ τραγικὴ αὐτὴ κατάστασις μὲ συμβιβασμούς, μὲ τὴν ἀναζήτησι κοινῶν στοιχείων στὴν Πίστι τῆς ἀδιαιρέτου Ἐκκλησίας. Κατενόησε ὅτι μία τεχνητὴ ἕνωσις, μὲ θεμέλια γήινα, εἶναι ἕνας πύργος τῆς Βαβέλ. «Εἶναι πράγματι δυνατὸν νὰ ἑνώση κανεὶς κάτι ποὺ δὲν μπορεῖ νὰ ἑνωθῆ, τὸ ψεῦδος μὲ τὴν ἀλήθεια;», ἀναρρωτιόταν.
.             «Ἐμεῖς ὀφείλουμε νὰ προσκολληθοῦμε σταθερὰ στὴν μία ἀληθινὴ Πίστι καὶ Ἐκκλησία». «Ποιὸς ἀπὸ τοὺς Ὀρθοδόξους δὲν θὰ ἐπιθυμοῦσε νὰ ἑνωθῆ μὲ τοὺς Ρωμαιοκαθολικοὺς καὶ τοὺς Λουθηρανοὺς καὶ νὰ εἶναι ἕνα μὲ αὐτοὺς ἐν Χριστῷ, μία Ἐκκλησία, μία κοινότητα πιστῶν! Ἂς πετάξουν τὸ ψεῦδος, ἂς δεχθοῦν τὴν ἀλήθεια καὶ ἂς ἑνωθοῦν μαζί μας εἰς ἑνότητα πνεύματος, φθάνουν οἱ διαφωνίες καὶ ἐπιχειρηματολογίες των. Ὁ ἐρχομὸς τοῦ Χριστοῦ εἶναι ἐγγύς, ἐπὶ θύραις», ἔγραφε ὁ ἅγιος Ἰωάννης, «ἀλλὰ ποιός ἀπὸ τὰ μέλη αὐτῶν ποὺ ὀνομάζονται ἐκκλησίες, κυρίως οἱ ἡγέτες…θὰ συμφωνήση νὰ ἀποκηρύξη τὰ λάθη του; Κανείς. Καὶ ἐμεῖς δὲν μποροῦμε νὰ συμφωνήσωμε μὲ τὴν αἱρετική τους διδασκαλία χωρὶς νὰ ζημιωθῆ ἡ σωτηρία τῶν ἰδίων τῶν ψυχῶν μας…».
.             Ἀπαράδεκτη ἐπίσης γιὰ τὸν ἅγιο Ἰωάννη ἦταν ἡ σχετικοποίησις τῆς Πίστεως, (τοῦ δόγματος), ἡ παραδοχὴ κάθε ἑρμηνείας τοῦ Χριστιανισμοῦ (πόσο μᾶλλον μίας μὴ χριστιανικῆς θρησκείας) ὡς σωστικῆς. «Οἱ διάφορες Ὁμολογίες διατηροῦν γνῶμες καὶ διδασκαλίες συνήθως ἀντίθετες πρὸς τὴν θεία ἀλήθεια τοῦ Εὐαγγελίου καὶ τὴν διδασκαλία τῶν Ἁγίων Ἀποστόλων, τῶν Οἰκουμενικῶν καὶ Τοπικῶν Συνόδων καὶ τῶν Ἁγίων Πατέρων…Ἡ σχετικοποίησις τῆς Πίστεως (τοῦ δόγματος) ὁδηγεῖ σὲ ἀπιστία ἡ σὲ ψυχρότητα πίστεως, σὲ ἀμέλεια ὅσον ἀφορᾶ στὴν τήρησι τῶν ἀρχῶν τῆς Πίστεως, σὲ ψυχρότητα μεταξὺ τῶν Χριστιανῶν».
.             Ὁ ἅγιος Ἰωάννης τῆς Κρονστάνδης ἔθετε τὴν μοναδική του ἐλπίδα στὴν παμφωτιστικὴ δύναμι τοῦ Παναγίου Πνεύματος καὶ ἔλεγε ὅτι «πρέπει κανεὶς νὰ προσεύχεται μὲ πολὺ ἐπιμέλεια… στὸν Πηδαλιοῦχο τῆς Ἁγίας Ἐκκλησίας, τὸν Χριστό, ὥστε Αὐτὸς νὰ ἐμφυσήση πνεῦμα ἀγάπης στὶς καρδιὲς ὅλων τῶν Χριστιανῶν καὶ νὰ τοὺς φωτίση μὲ τὸ Φῶς Του, γιὰ νὰ γνωρίσουν τὴν ἀλήθεια τοῦ Θεοῦ, γιὰ νὰ ἀπορρίψουν ὅλες τὶς αἱρέσεις καὶ τὰ σχίσματα πρὸς ἀμοιβαία ἑνότητα». Ὁ ἴδιος ὁ ἅγιος Ἰωάννης ἔντονα προσευχόταν στὸν Θεὸ μπροστὰ στὴν Ἁγία Τράπεζα, προσθέτοντας ἤρεμα τὸ ἑξῆς στὴν ἀνάγνωσι τοῦ Συμβόλου τῆς Πίστεως: «Ἕνωσε σ’ αὐτὴν τὴν πίστι ὅλες τὶς μεγάλες κοινότητες ποὺ καλοῦνται Χριστιανικές, ἀλλὰ κατ’ οὐσίαν εἶναι ἀποστάται: τοὺς Ρωμαιοκαθολικούς, τοὺς Λουθηρανούς, Ἀγγλικανοὺς καὶ ἄλλους, οἱ ὁποῖοι ἀπεκόπησαν ἀπὸ τὴν ἑνότητα τῆς ἁγίας Ὀρθοδόξου Καθολικῆς Ἐκκλησίας, ἡ ὁποία εἶναι τὸ Σῶμα Σου καὶ τῆς ὁποίας Σὺ εἶσαι Κεφαλὴ καὶ Σωτήρ. Κατάρριψε τὴν ὑπερηφάνεια καὶ τὴν ἀντίθεσι τῶν διδασκάλων τους καὶ αὐτῶν ποὺ τοὺς ἀκολουθοῦν, δῶσε τους νὰ καταλάβουν μὲ τὴν καρδιά τους τὴν ἀλήθεια καὶ τὴν σωστικότητα τῆς Ἐκκλησίας Σου καὶ νὰ ἑνωθοῦν ἀδόλως μ’ αὐτήν. Μὲ τὴ δύναμι τῆς Χάριτος τοῦ Πνεύματός Σου, ἕνωσε στὴν ἁγία Σου Ἐκκλησία καὶ αὐτοὺς ποὺ εἶναι ἀσθενεῖς ἀπὸ ἀμάθεια καὶ ἀπὸ τὴν πλάνη τοῦ σχίσματος. Ἀνάκοψε τὴν ἰσχυρογνωμοσύνη τους καὶ τὴν ἀντίθεσί τους στὴν ἀλήθειά Σου, γιὰ νὰ μὴ χαθοῦν ἀθλίως μὲ τὴν ἀντίθεσί τους, ὅπως ὁ Κορέ, ὁ Δαθὰν καὶ ὁ Ἀβειρών, οἱ ὁποῖοι ἀντετίθεντο στοὺς δούλους Σου Μωϋσῆ καὶ Ἀαρών (Ψαλμ. ΡΕ´ 16 -18). Τράβηξε πρὸς αὐτὴ τὴν Πίστι ὅλα τὰ ἔθνη ποὺ κατοικοῦν τὴν γῆ…». Ὁ Κύριος ἄκουγε τὶς προσευχές του, ὅπως μαρτυρεῖ ὁ ἴδιος ὁ ἅγιος Ἰωάννης τῆς Κρονστάνδης.
.             Ἐν κατακλεῖδι θὰ ἤθελα νὰ ἐκφράσω τὴν σκέψι ὅτι ὁ ἅγιος Ἰωάννης ἀπηύθυνε αὐτοὺς τοὺς ἀπειλητικοὺς λόγους, οἱ ὁποῖοι εἶναι ὡστόσο λόγοι ἀγάπης, ὄχι μόνο στοὺς αἱρετικοὺς καὶ σχισματικούς, διότι τίς ἐπίστευσε τῇ ἀκοῇ ἡμῶν; (Ἡσ. νγ´ 1), ἀλλὰ καὶ στοὺς ὁμοδόξους ἀδελφούς του καλώντας τους «νὰ προσκολληθοῦν στὴν Ὀρθόδοξο Ἐκκλησία μὲ εἰλικρινῆ καρδιά.
.             Κάθε μέλος τῆς Ἐκκλησίας, ὁποιοσδήποτε καὶ ἂν εἶναι αὐτός, ἱεράρχης, ἱερεὺς ἢ λαϊκός, ὀφείλει νὰ ἐνθυμῆται τοὺς λόγους ποὺ εἰπώθηκαν ἀπὸ τὸν ἅγιο Ἰωάννη τῆς Κρονστάνδης: «Ἐλάβαμε τὸ τάλαντον τῆς οἰκουμενικῆς Ὀρθοδοξίας ἀπὸ τὸν Θεὸ πρὸς δόξαν Θεοῦ καὶ γιὰ τὴν σωτηρία μας. Πῶς χρησιμοποιοῦμε καὶ αὐξάνουμε αὐτὸ τὸ τάλαντο; Εὐχαριστοῦμε τὸν Κύριο; Ποιά εἶναι ἡ φύσις τῆς μετανοίας μας; Τί καλὰ ἔργα κάνομε; Πάντες ἐξέκλιναν, ἅμα ἠχρειώθησαν, οὐκ ἔστι ποιῶν χρηστότητα, οὐκ ἔστι ἕως ἑνὸς (Ψαλμ. ΙΓ´ 3)».
.             Δὲν ταιριάζουν ἆραγε καὶ σὲ μᾶς αὐτὰ τὰ λόγια της Γραφῆς;

Ο Άγιος Ιωάννης της Κροστάνδης, διηγείται αυτό το όραμα που είχε τον Ιανουάριο του 1901:

«Οι αγιασμένοι άνθρωποι του Θεού δεν θα πρόδιδαν την πίστη ούτε με μια λέξη»
Μετά τις βραδινές προσευχές, ξάπλωσα λίγο να ξεκουραστώ στο αμυδρά φωτισμένο κελί μου, καθώς ήμουν κουρασμένος. Μπροστά από την εικόνα της Μητέρας του Θεού βρισκόταν κρεμασμένη η λαμπάδα μου. Δεν είχε περάσει πάνω από μισή ώρα, όταν άκουσα ένα θρόισμα. Κάποιος ακούμπησε τον αριστερό μου ώμο και με τρυφερή φωνή μου είπε: «σήκω δούλε του Θεού Ιωάννη, και ακολούθησε το θέλημα του Θεού!»
Σηκώθηκα και είδα κοντά στο παράθυρο έναν ένδοξο στάρετς [1] (γέροντα) με ψαρά μαλλιά, φορώντας ένα μαύρο μανδύα, και κρατώντας μια ράβδο στο χέρι του. Με κοιτούσε τρυφερά και κρατιόμουν με δυσκολία να μην πέσω εξαιτίας του μεγάλου φόβου μου. Τα χέρια και τα πόδια μου έτρεμαν, ήθελα να μιλήσω, άλλα η γλώσσα μου δεν με υπάκουε. Ο γέροντας έκανε το σημείο του σταυρού σε μένα και σύντομα γέμισα με γαλήνη και χαρά. Έπειτα, έκανα το σταυρό μου κι ο ίδιος.
Στη συνέχεια, έδειξε με τη ράβδο του προς το δυτικό τοίχο του κελιού μου, έτσι ώστε να παρατηρήσω ένα συγκεκριμένο σημείο. Ο γέροντας είχε χαράξει στον τοίχο τους ακόλουθους αριθμούς:1913, 1914, 1917, 1922, 1924 και 1934. Ξαφνικά ο τοίχος εξαφανίστηκε και περπατούσα με το γέροντα σε ένα πράσινο λιβάδι και είδα πλήθος από χιλιάδες σταυρούς σαν σημάδια τάφων.
Ήταν ξύλινοι, πήλινοι ή χρυσοί. Ρώτησα τον γέροντα, για πιο λόγο υπήρχαν αυτοί οι σταυροί. Μου απάντησε γαλήνια, ότι οι σταυροί αυτοί υπάρχουν γι΄ αυτούς που υπέφεραν και δολοφονήθηκαν για την πίστη τους στο Χριστό και για τον Λόγο του Θεού, και έγιναν μάρτυρες. Και έτσι συνεχίσαμε να περπατάμε.
Ξαφνικά είδα ένα ολόκληρο ποτάμι από αίμα και ρώτησα τον γέροντα, ποια είναι η σημασία αυτού του αίματος και πόσο είχε χυθεί. Ο γέροντας κοίταξε γύρω και απάντησε: «Αυτό είναι το αίμα των αληθινών Χριστιανών!» Έδειξε έπειτα σε κάποια σύννεφα , και είδα πλήθος από αναμμένα καντήλια που έκαιγαν με άσπρη φλόγα. Άρχισαν να πέφτουν προς το έδαφος το ένα μετά το άλλο κατά δεκάδες και εκατοντάδες. Κατά την πτώση τους, σκοτείνιαζαν και γινόταν στάχτες.
Τότε ο γέροντας μου είπε, «Κοίτα!», και είδα σε ένα σύννεφο εφτά καιγόμενα καντήλια. Ρώτησα ποιο είναι το νόημα των καιγομένων καντηλιών που πέφτουν στο έδαφος και μου απάντησε: «Αυτές είναι οι εκκλησίες του Θεού που έχουν πέσει σε αίρεση, άλλα αυτά τα εφτά καντήλια στα σύννεφα είναι οι εφτά Εκκλησίες της μίας Αγίας Καθολικής και Αποστολικής Εκκλησίας, που θα μείνουν μέχρι τέλους του κόσμου!».
Ο γέροντας στη συνέχεια, έδειξε ψηλά στον αέρα και είδα και άκουσα αγγέλους να ψάλλουν: « Άγιος, Άγιος, Άγιος Κύριος Σαβαώθ!».Ένα μεγάλο πλήθος ανθρώπων με κεριά στα χέρια τους μας προσπέρασαν, ενώ η χαρά φαινόταν να λάμπει στα πρόσωπά τους. Ήταν αρχιεπίσκοποι, μοναχοί, μοναχές, ομάδες λαϊκών, ενήλικες, νέοι, ακόμα και παιδιά και μωρά. Ρώτησα το θαυματουργό γέροντα ποιοι είναι αυτοί οι άνθρωποι κι αυτός αποκρίθηκε: « Όλοι αυτοί είναι οι άνθρωποι που υπέφεραν για την Αγία, Καθολική και Αποστολική Εκκλησία και για τις άγιες εικόνες που βρέθηκαν στα χέρια αμαρτωλών καταστροφέων».
Έπειτα ρώτησα το μεγάλο γέροντα, αν θα μπορούσα να κάτσω δίπλα τους. Ο γέροντας μπο είπε: « Είναι πολύ νωρίς για σένα να υποφέρεις, επομένως το να καθίσεις μαζί τους δεν είναι ευλογημένο από το Θεό!» Είδα πάλι ένα μεγάλο πλήθος από νεογέννητα που υπέφεραν για το Χριστό από τον Ηρώδη[2] και έλαβαν στέμμα από τον Επουράνιο Βασιλέα.
Προχωρήσαμε περισσότερο και πήγαμε σε μια μεγάλη εκκλησία. Ήθελα να κάνω το σημείο του σταυρού, άλλα ο γέροντας με συμβούλευσε: «Δεν είναι ανάγκη να κάνεις το σταυρό σου, επειδή αυτό το μέρος είναι το βδέλυγμα της ερημώσεως».[3]. Η εκκλησία ήταν σκοτεινή και καταθλιπτική. Στην Αγία Τράπεζα ήταν ένα αστέρι και ένα Ευαγγέλιο με αστέρια. Κεριά καμωμένα από πίσσα καιγόντουσαν και έτριζαν σαν καυσόξυλα. Το δισκοπότηρο στεκόταν εκεί, καλυμμένο με μια απαίσια βρωμιά. Υπήρχε κι ένα πρόσφορο[4] με αστέρια. Ένας ιερέας στεκόταν μπροστά από την Αγία Τράπεζα με ένα πρόσωπο κατάμαυρο σαν πίσσα, και μια γυναίκα βρισκόταν κάτω από την Αγία Τράπεζα, καλυμμένη με κόκκινα και με ένα αστέρι στα χείλη της και ούρλιαζε και γελούσε σε όλη την εκκλησία λέγοντας: «Είμαι ελεύθερη!» Σκέφτηκα: « Θεέ μου, πόσο τρομερό!».
Οι άνθρωποι σαν τρελοί άρχισαν να τρέχουν γύρω από την Αγά Τράπεζα, φωνάζοντας, σφυρίζοντας και χειροκροτώντας. Μετά, άρχισαν να τραγουδούν άσεμνα τραγούδια. Ξαφνικά, ένας κεραυνός άστραψε, ένα φοβερό αστροπελέκι αντήχησε, η γή σείσθηκε και η εκκλησία κατέρρευσε, στέλνοντας τη γυναίκα, τους ανθρώπους, τον παπά και τους υπόλοιπους στην άβυσσο. Σκέφτηκα: «Θεέ μου πόσο τρομερό, σώσε μας!».
Ο γέροντας είδε αυτό που είχε γίνει όπως και εγώ. Τον ρώτησα:»Πάτερ, πείτε μου, ποια είναι η σημασία αυτής της φοβερής εκκλησίας»; Αποκρίθηκε: «Αυτοί είναι οι κοσμικοί άνθρωποι, οι αιρετικοί, οι οποίοι εγκατέλειψαν την Αγία, Καθολική, Αποστολική Εκκλησία και αναγνώρισαν την πρόσφατη νεωτερίζουσα εκκλησία την οποία ο Θεός δεν έχει ευλογήσει. Σ’ αυτή την εκκλησία δεν νηστεύουν, δεν παρακολουθούν ακολουθίες και δεν λαμβάνουν τη Θεία Κοινωνία»! Φοβήθηκα και είπα: « Ο Θεός μας ελεεί μα καταριέται αυτούς με θάνατο»! Ο γέροντας με διέκοψε και είπε: « Μη θρηνείς, μόνο προσευχήσου».
Έπειτα, είδα μια κοσμοσυρροή, καθένας από τους οποίους είχε ένα αστέρι στα χείλη και ήταν τρομερά εξαντλημένοι από τη δίψα, περπατώντας εδώ και εκεί. Μας είδαν και φώναξαν δυνατά: «Άγιοι Πατέρες, προσευχηθείτε για μας. Είναι πολύ δύσκολο για μας, επειδή εμείς οι ίδιοι δεν μπορούμε. Οι πατέρες και οι μητέρες μας δεν μας δίδαξαν το Νόμο του θεού.[5] Ούτε το όνομα του Χριστού δεν έχουμε και δεν έχουμε λάβει ειρήνη. Απορρίψαμε το Άγιο Πνεύμα και το σημείο του σταυρού. Άρχισαν να κλαίνε.
Ακολούθησα το γέροντα. «Κοίτα!», μου είπε δείχνοντας με το δάκτυλο του. Είδα ένα βουνό από ανθρώπινα πτώματα βαμμένα στο αίμα. Φοβήθηκα πολύ και ρώτησα τον γέροντα ποιο είναι το νόημα αυτών των νεκρών πτωμάτων. Μου απάντησε: «Αυτοί είναι οι άνθρωποι που έζησαν μοναστική ζωή, απορρίφθηκαν από τον Αντίχριστο, και δεν έλαβαν τη σφραγίδα του. Υπέφεραν για την πίστη τους για τον Χριστό και την Αποστολική Εκκλησία και έλαβαν τους στεφάνους του μαρτυρίου πεθαίνοντας για τον Χριστό. Να προσεύχεσαι γι΄ αυτούς τους δούλους του θεού!».
Χωρίς προειδοποίηση ο γέροντας γύρισε στο βορρά και έδειξε με το χέρι του. Είδα ένα αυτοκρατορικό παλάτι, γύρω από το οποίο έτρεχαν σκυλιά. Άγρια τέρατα και σκορπιοί ούρλιαζαν και επιτίθονταν έχοντας προτεταμένα τα δόντια τους. Και είδα τον Τσάρο να κάθεται σ’ ένα θρόνο. Το πρόσωπό του ήταν χλωμό, άλλα ανδρείο. Έλεγε την ευχή του Ιησού.
Ξαφνικά έπεσε σαν νεκρός άνθρωπος. Το στέμμα του έπεσε. Τα άγρια θηρία, οι σκύλοι και οι σκορπιοί τσαλαπάτησαν τον βασιλιά. Ήμουν φοβισμένος και έκλαιγα πικρά. Ο γέροντας με πήρε από το δεξί ώμο. Είδα μια φιγούρα σαβανωμένη στα άσπρα- ήταν ο Νικόλαος ο Β’. Στο κεφάλι του ήταν ένα στεφάνι από πράσινα φύλλα, και το πρόσωπό του ήταν άσπρο και κάπως ματωμένο. Φορούσε ένα χρυσό σταυρό γύρω από το λαιμό του και ψιθύριζε ήσυχα μια προσευχή. Και μετά μου είπε με δάκρυα: «Προσευχήσου για μένα, Πάτερ Ιωάννη. Πες σε όλους τους Ορθοδόξους Χριστιανούς ότι εγώ ο Τσάρος – μάρτυρας, πέθανα ανδρείως για την πίστη μου στο Χριστό και την Ορθόδοξη Εκκλησία. Πες στους Άγιους Πατέρες ότι πρέπει να κάνουμε μια Παννυχίδα[6] για μένα τον αμαρτωλό, άλλα δεν θα υπάρξει τάφος για μένα!»
Σύντομα όλα έγιναν άφαντα στην ομίχλη. Έκλαψα πικρά προσευχόμενος για τον Τσάρο-μάρτυρα. Τα χέρια μου και τα πόδια μου έτρεμαν από φόβο. Ο γέροντας είπε: «Κοίτα!». Μετά είδα μια κοσμοσυρροή από ανθρώπους διασκορπισμένους γύρω στη γή που είχαν πεθάνει από πείνα, ενώ οι άλλοι έτρωγαν γρασίδι και φυτά. Τα σκυλιά κατέτρωγαν τα σώματα των πεθαμένων, ενώ η δυσοσμία ήταν τρομερή. Σκέφτηκα: «Κύριε, αυτοί οι άνθρωποι δεν είχαν πίστη». Από τα στόματά τους έβγαιναν βλασφημίες και γι’ αυτό δέχθηκαν το θυμό του Κυρίου.
Είδα, επίσης, ένα ολόκληρο βουνό από βιβλία και ανάμεσα στα βιβλία σέρνονταν σκουλήκια εκπέμποντας μια τρομερή δυσοσμία. Ρώτησα το γέροντα ποια ήταν η σημασία αυτών των βιβλίων. Αυτός είπε: «Αυτά τα βιβλία είναι ασέβεια και βλασφημία που θα μολύνουν όλους τους Χριστιανούς με αιρετικές διδασκαλίες! Μετά ο γέροντας ακούμπησε το ραβδί του σε κάποια από τα βιβλία και άρπαξαν φωτιά. Ο άνεμος διασκόρπισε τις στάχτες.
Στη συνέχεια είδα μια εκκλησία γύρω από την οποία ήταν στοίβα από δεήσεις για τους αποθανόντες. Έσκυψα και θέλησα να τις διαβάσω, άλλα ο γέροντας είπε: «Αυτές οι δεήσεις για τους πεθαμένους βρίσκονται εδώ πολλά χρόνια και οι ιερείς τις έχουν ξεχάσει. Δεν πρόκειται ποτέ να τις διαβάσουν, άλλα οι νεκροί θα ζητούν κάποιον να προσευχηθεί γι’   αυτούς!» Εγώ τον ρώτησα: «Ποιοι θα προσευχηθούν γι’   αυτούς;». Ο γέροντας αποκρίθηκε: « Οι Άγγελοι θα προσευχηθούν γι’   αυτούς».
Προχωρήσαμε πιο πέρα, και ο γέροντας τάχυνε το βήμα του τόσο που με δυσκολία τον προλάβαινα. «Κοίτα!», μου είπε. Είδα ένα μεγάλο πλήθος από ανθρώπους να καταδιώκονται από τους δαίμονες οι οποίοι τους κτυπούσαν με πασσάλους, με δίκρανα και γάντζους. Ρώτησα τον γέροντα ποιο είναι το νόημα αυτών των ανθρώπων. Μου αποκρίθηκε: «Αυτοί είναι εκείνοι που απαρνήθηκαν την πίστη τους και άφησαν την Αγία, Καθολική, Αποστολική Εκκλησία και δέχθηκαν την καινούρια νεωτερίζουσα εκκλησία. Αυτή η ομάδα, εκπροσωπεί τους ιερείς, τους μοναχούς, τις μοναχές, και τους λαϊκούς οι οποίοι απαρνήθηκαν τους όρκους τους, ή το γάμο τους, και δεσμεύθηκαν με το ποτό, την ανηθικότητα, και όλου του είδους τις βλασφημίες και τις διαβολές. Όλοι αυτοί έχουν τρομακτικά πρόσωπα και μια τρομερή δυσοσμία βγαίνει από τα στόματά τους. Οι δαίμονες τους κτυπούσαν, οδηγώντας τους στην τρομερή άβυσσο, από την οποία βγαίνουν οι φλόγες της κολάσεως. Ήμουν πολύ φοβισμένος. Έκανα το σημείο του σταυρού ενώ προσευχόμουν, ο Κύριος να μας αποτρέψει από τέτοια μοίρα!
Μετά, αντίκρισα μια ομάδα ανθρώπων, νέοι και γέροι μαζί, που ήταν όλοι ντυμένοι άσχημα, και κρατούσαν ψηλά ένα μεγάλο αστέρι με 5 σημεία. Σε κάθε γωνία ήταν 12 δαίμονες και στην μέση ήταν ο Σατανάς ο ίδιος με κέρατα και αχυρένιο κεφάλι. Έβγαλε ένα βλαβερό αφρό στους ανθρώπους, ενώ ανακοίνωνε αυτές τις λέξεις: «Σηκωθείτε εσείς οι καταραμένοι με τη σφραγίδα μου…»
Ξαφνικά εμφανίστηκαν πολλοί δαίμονες με σιδερένιες σφραγίδες και πα΄νω σε όλους τους ανθρώπους τοποθέτησαν τη σφραγίδα: στα χείλη τους, στους αγκώνες και στο δεξί χέρι. Ρώτησα τον γέροντα: «Τι σημαίνει αυτό;» Και αποκρίθηκε: «Αυτό είναι το σημάδι του Αντιχρήστου!». ¨εκανα το σταυρό μου και ακολούθησα το γέροντα.
Ξαφνικά, σταμάτησε και έδειξε προς την Ανατολή με το χέρι του. Είδα μια μεγάλη συγκέντρωση από ανθρώπους με χαρούμενα πρόσωπα που κουβαλούσαν σταυρούς και κεριά στα χέρια. Στο μέσο τους υπήρχε μια Αγία Τράπεζα τόσο λευκή όσο το χιόνι. Στην Αγία Τράπεζα υπήρχε ο σταυρός και το Άγιο Ευαγγέλιο και πάνω από την Αγία Τράπεζα ήταν ο αέρας με ένα χρυσό αυτοκρατορικό στέμμα πάνω στο οποίο ήταν γραμμένο με χρυσά γράμματα «Για το άμεσο μέλλον». Πατριάρχες, επίσκοποι, ιερείς, μοναχοί, μοναχές και λαϊκοί στέκονταν γύρω από την Αγία Τράπεζα. Όλοι έψαλαν: «Δόξα εν υψίστοις Θεώ και επί γης ειρήνη». Από μεγάλη χαρά έκανα το σταυρό μου και δόξασα το Θεό.
Ξαφνικά ο γέροντας κούνησε το σταυρό του προς τα πάνω τρείς φορές και είδα ένα βουνό από πτώματα καλυμμένα από ανθρώπινο αίμα και από πάνω τους πετούσαν Άγγελοι. Έπαιρναν τις ψυχές αυτών που είχαν δολοφονηθεί για το Λόγο του Θεού προς τα ουράνια ενώ έψαλλαν: «Αλληλούϊα!»
Παρατήρησα όλα αυτά και έκλαψα δυνατά. Ο γέροντας με πήρε από τιο χέρι και μου απαγόρευσε να κλαίω. Ό,τι ευχαριστεί το Θεό είναι το ότι ο Κύριος Ιησούς Χριστός υπέφερε και έχυσε το πολύτιμο αίμα του για μας. Κάποιοι σαν αυτούς θα γίνουν μάρτυρες, που δε θα δεχθούν τη σφραγίδα του Αντιχρίστου, και όλοι αυτοί που θα χύσουν το αίμα τους θα λάβουν ουράνια στέμματα. Ο γέροντας έπειτα προσευχήθηκε γι’   αυτούς τους δούλους του Θεού και στράφηκε στην Ανατολή καθώς τα λόγια του Προφήτη Δανιήλ βγήκαν αληθινά: «Το βδέλυγμα της ερημώσεως».
Τελικά είδα το θόλο του ναού της Ιερουσαλήμ. Πάνω του ήταν ένα αστέρι. Μέσα στην εκκλησία εκατομμύρια άνθρωποι συνέρεαν και πάλι πολλοί προσπαθούσαν να μπούν. Ήθελα να κάνω το σημείο του σταυρού, άλλα ο γέροντας μου άρπαξε το χέρι και είπε: «Εδώ είναι το βδέλυγμα της ερημώσεως».
Έτσι μπήκαμε στην εκκλησία, που ήταν γεμάτη κόσμο. Είδα μια Αγία Τράπεζα, που έκαιγαν κεριά από λίπος ζώων. Στην Αγία τράπεζα ήταν ένας βασιλιάς με κόκκινα, φλογισμένος, πορφυρός. Στο κεφάλι του ήταν ένα χρυσό στέμμα με ένα αστέρι. Ρώτησα το γέροντα: «ποίος είναι αυτός;» Μου απάντησε: « Ο Αντίχριστος». Ήταν πολύ ψηλός με μάτια σαν φωτιά, μαύρα φρύδια, ξυρισμένο μούσι, θηριώδης, πανούργος, διαβολικός με τρομακτικό πρόσωπο. Ήταν μόνος του στην Αγία Τράπεζα και έτεινε τα χέρια του στους ανθρώπους. Είχε νύχια σουβλερά σαν τίγρης και φώναζε: «Είμαι βασιλιάς, είμαι Θεός. Είμαι ο Αρχηγός. Αυτός που δεν έχει τη σφραγίδα μου θα θανατωθεί.».
Όλοι οι άνθρωποι έπεσαν κάτω και τον προσκύνησαν και εκείνος άρχισε να βάζει τη σφραγίδα του στα χείλη τους και στα χέρια τους, έτσι ώστε να μπορέσουν να λάβουν λίγο ψωμί και να μην πεθάνουν από πείνα και δίψα. Γύρω από τον Αντίχριστο, υπηρέτες του οδηγούσαν αρκετούς ανθρώπους που τα χέρια τους ήταν δεμένα, και δεν είχαν πέσει να τον προσκυνήσουν. Αυτοί είπαν: «είμαστε Χριστιανοί, και όλοι πιστεύουμε στον Κύριο μας Ιησού Χριστό!» Ο Αντίχριστος σύντριψε τις κεφαλές τους αστραπιαία, και το Χριστιανικό αίμα άρχισε να ρέει.
Ένα παιδί οδηγήθηκε μετά στην Αγία Τράπεζα του Αντιχρίστου να τον προσκυνήσει, άλλα τολμηρά διακήρυξε: «Είμαι Χριστιανός και πιστεύω στον Κύριο μας Ιησού Χριστό, άλλα εσύ είσαι υπηρέτης του Σατανά»!- θάνατος σ΄ αυτόν!» , αναφώνησε ο Αντίχριστος. Άλλοι που δέχθηκαν το σφράγισμα του Αντιχρίστου έπεσαν και τον προσκύνησαν.
Ξαφνικά μια βοή από κοσμοσυρροή ξανακούστηκε και χιλιάδες φωτισμένες αστραπές άρχισαν να αστράφτουν. Βέλη άρχισαν να χτυπούν τους υπηρέτες του Αντιχρίστου. ‘Επειτα, ένα μεγάλο φλεγόμενο βέλος άστραψε και χτύπησε τον Αντίχριστο τον ίδιο στο κεφάλι. Καθώς κουνούσε το χέρι του, το στέμμα του έπεσε και συνετρίβη στο έδαφος. Μετά εκατομμύρια πουλιά πέταξαν και κούρνιασαν στους υπηρέτες του Αντιχρίστου. Ένιωσα το γέροντα να με παίρνει από το χέρι.
Προχωρήσαμε περισσότερο, και είδα πάλι πολύ αίμα Χριστιανών. Ήταν εδώ που θυμήθηκα τις λέξεις του Αγίου Ιωάννου του Θεολόγου στο Βιβλίο της Αποκαλύψεως, ότι το αίμα θα έφτανε ως το χαλινάρι του αλόγου. Σκέφτηκα: «Θεέ μου σώσε μας!» Εκείνη τη στιγμή είδα Αγγέλους να πετούν και να ψάλουν « Άγιος, ‘Αγιος, Άγιος Κύριος Σαβαώθ»!
Ο γέροντας κοίταξε πίσω και άρχισε να λέει: «Μη λυπάσαι, γιατί σύντομα, πολύ σύντομα θα έρθει το τέλος του κόσμου! Προσευχήσου στον Κύριο. Ο Θεός είναι εύσπλαχνος στους υπηρέτες του». Ο καιρός πλησίαζε στο τέλος του. Έδειξε στην Ανατολή , έπεσε στα γόνατα και άρχισε να προσεύχεται. Κι εγώ προσευχήθηκα μαζί του. Μετά ο γέροντας άρχισε να απομακρύνεται γρήγορα από τη γή εις τας ουρανίους μονάς. Καθώς έκανε αυτό, θυμήθηκα ότι δε γνώριζα το όνομά του και έτσι ικέτεψα δυνατά: «Πάτερ πιο είναι το όνομά σου;» Τρυφερά απάντησε: «Σεραφείμ του Σαρώφ».
Ένα μεγάλο κουδούνι χτύπησε πάνω από το κεφάλι μου, άκουσα τον ήχο και σηκώθηκα από το κρεβάτι. « Κύριε, ευλόγησε και βοήθησέ με μέσω των προσευχών του Αγίου Γέροντα! Με φώτισες, τον αμαρτωλό δούλο σου, τον ιερέα της Κροστάνδης.»
ΣΗΜΕΙΩΣΕΙΣ:
Πηγή: Αυτό το κείμενο είναι γραμμένο από το « Voronezh Eparchy Messenger » #11,1992.
  1. O όρος στάρετς (γέροντας) υποδηλώνει ένα μοναχό ή σε κάποιες περιπτώσεις ένα έγγαμο ιερέα, οποίος ζεί μια εξαιρετικά άγια ζωή. Ο στάρετς σημειώνεται για την θεοσεβή ζωή του, για τον ασκητισμό του-σωματικό και πνευματικό και για την ικανότητά του να οδηγεί άλλους στον δρόμο προς την σωτηρία.
  2. Βλέπε Ματθ. 2:16-18. Η σφαγή των νηπίων τιμάται από την Ορθόδοξη Εκκλησία στις 29 Δεκεμβρίου ως εορτή των αθώων νηπίων σφαγιασθέντων υπό του Ηρώδη του Βασιλέως.
  3. Η φράση το βδέλυγμα της ερημώσεως είναι από την προφητεία του Δανιήλ 12:11.
  4. Πρόσφορο είναι το ψωμί που χρησιμοποιείται στη Θεία Ευχαριστία.
  5. Ο Νόμος του θεού που είναι γνωστός στα Ρωσικά σαν Zakon Bozhij , αποτελεί κατηχητικό βιβλίο της Εκκλησίας.
  6. Παννυχίδα λέγεται η ακολουθία του μνημοσύνου για τους κεκοιμημένους (τεθνεώτας) που τελείται στο κοιμητήριο ή στην εκκλησία. Ο Μάρτυρας και Άγιος, Τσάρος Νικόλαος II και η οικογένειά του δολοφονήθηκαν με κτηνώδη τρόπο το 1918 . Οι κομμουνιστές εκτελώντας εντολές του Βλαντιμήρ Λένιν έκαψαν τα σώματά τους με οξύ και τα έθαψαν στο δάσος που βρίσκεται έξω από το Ekaterinburg . Περίπου για 75 χρόνια η ύπαρξη του τάφου παρέμενε άγνωστη ως ότου μια ειδική επιτροπή βρήκε και εκταφίασε τα σώματά τους.
  7. Vosduch είναι ο αέρας που σκεπάζει τα Θεία δώρα.

Ιωάννης της Κροστάνδης ο άγιος

ΒΙΟΣ ΚΑΙ ΠΟΛΙΤΕΙΑ

Ο προορατικός & ιαματικός ιερέας της εκκλησιαστικής ζωής και της κοινωνικής αλληλεγγύης

Του Παναγιώτη Α. Μπούρδαλα*

(Σούρα Ρωσίας 18/10/1829  –  Κρονστάνδη  Ρωσίας 20/12/1908).

Η μνήμη του εορτάζεται στις 20 Δεκεμβρίου

Απολυτίκιο (ήχος πλ.α’):

«Φερωνύμως δοχείον της θείας χάριτος,

από νεότητας ώφθης τη καθαρά σου ζωή,

Ιωάννη θαυμαστέ,

Κρονστάνδης καύχημα.

Συ γαρ αγάπης θησαυρός

και θαυμάτων αυτουργός,

εδείχθης Πνεύματι Θείω.

Ευαγγελίου τον Λόγον,

ως φως εκλάμπων πάσιν Άγιε».

 

ΒΙΟΣ ΚΑΙ ΠΟΛΙΤΕΙΑ

Α΄. Γέννηση – ανατροφή

Ο π. Ιωάννης (Ιβάν) Ίλιτς Σέργιεφ γεννήθηκε την 18/10/1829, μέρα γιορτής του μεγάλου Σλαύου Οσίου Ιωάννη της Ρίλας (Βουλγαρίας), του οποίου πήρε το όνομα. Το χωριό του λέγεται Σούρα στο νομό Αρχάγγελσκ στη βορεινή Λευκή   θάλασσα της Ρωσίας.

Ο πατέρας του Ηλίας (Ίλιτς) Μιχαήλοβιτς Σέργιεφ ήταν ολιγογράμματος ιεροψάλτης της ενοριακής εκκλησίας του Χωριού.  Η μητέρα του Θεοδώρα Βλάσιεβνα  ήταν λίγο μορφωμένη. Ο παππούς του ήταν ιερέας από γένος ιερατικό.

Η θεία λατρεία και η αυστηρή νηστεία ήταν οι βάσεις της παιδικής του κατήχησης, παρότι γεννήθηκε καχεκτικός και βαφτίστηκε τη νύχτα της γέννησης του.

Β΄. Σπουδές

Όταν έγινε 6 ετών άρχισε η μητέρα του να του παραδίδει μαθήματα. Σε ηλικία 10 ετών στάλθηκε στην ενοριακή σχολή του Αρχάγγελσκ. Τέλειωσε 22 ετών, σαν πρώτος μαθητής, το θεολογικό Σεμινάριο και με κρατική υποτροφία στάλθηκε στη θεολογική Ακαδημία της Πετρούπολης. Τότε πεθαίνει ο πατέρας του σε ηλικία 48 ετών.

Με όπλο τον καλλιγραφικό γραπτό του χαρακτήρα, γίνεται γραμματέας της Ακαδημίας και με πενιχρό μισθό 9 ρούβλια το μήνα ζει αυτός και η μητέρα του. Ενώ είχε την επιθυμία να γίνει ιεραπόστολος στη μακρινή Κίνα, στο τέταρτο έτος των σπουδών περνάει βαθειά κατάθλιψη, που όμως την ξεπερνάει σιγά-σιγά. Μελέτησε τα γραπτά πολλών Πατέρων της Εκκλησίας, στάθηκε όμως ιδιαίτερα στον Άγιο Ιωάννη τον Χρυσόστομο και τον Φιλάρετο Μόσχας. Στην Ακαδημία επιπλέον διδάχθηκε όλες τις τότε γνωστές επιστήμες.

Είναι όμως αναγκαίο να σημειώσουμε ότι π. Ιωάννης είναι καρπός της Εκκλησιαστικής Αναγέννησης που σημειώθηκε στα τέλη του 18ου και αρχές του 20ου αιώνα, παρότι αυτή δεν σημάδεψε καίρια και πλήρως την Ρωσική θεσμική Εκκλησία. Να θυμίσουμε ότι η αρχή έγινε με τον στάρετς Παΐσιο Βελιτσκόφσκυ (1722-1794) που αναγνωρίστηκε ως άγιος το 1988 από τη Ρωσική Εκκλησία.

Πνευματικοί απόγονοι και καρποί ήσαν πολλοί ακόμα. Ανάμεσά τους ο όσιος Σεραφείμ του Σάρωφ (1759 -1833, μνήμη 2 Ιανουαρίου, αναγνώριση το 1903), η οσία Ξένη Γκριγκόριεβνα, η διά Χριστό σαλή, (1732 – 1806/1814, αναγν. το 1988), ο όσιος Αμβρόσιος της Όπτινα (1812-1891, αναγν. το 1988) ο μητροπολίτης Μόσχας Πλάτων, μητροπολίτης Πετρουπόλεως Γαβριήλ, ο επίσκοπος Ιγνάτιος Μπραντσανίνωφ (1807-1867, αναγν. το 1988), ο όσιος Θεοφάνης ο έγκλειστος (1815-1894, αναγν. το 1988, ο άγιος Σιλουανός ο Αθωνίτης, ο γέροντας Σωφρόνιος του Έσσεξ, κλπ.

Γ΄. Ιερατική πορεία

Στο τέλος των σπουδών του εγκαταλείπει οριστικά τη σκέψη της εξωτερικής ιεραποστολής, διότι ένοιωσε την ανάγκη του ορθόδοξου φωτισμού του δικού του λαού. Έτσι του προτείνεται η θέση ιερέα στον καθεδρικό ναό του Αγίου Ανδρέα του Πρωτόκλητου στην Κρονστάνδη η οποία, στο νησί Κότλινε του Φιννικού κόλπου, ήταν τόπος εξορίας κάθε «παραστρατημένου» μικροαστού. Ο γέροντας ιερέας Κωνσταντίνος Νετβίτσκυ του ζήτησε επιπλέον, και αυτός δέχτηκε, να νυμφευτεί και την κόρη του Ελισσάβετ Κωνσταντίνοβνα.

Στις 11/11/1855 (26 ετών) έγινε διάκονος και την επόμενη πρεσβύτερος, από τον επίσκοπο Χριστόφορο Βιννίτσκυ, στο ναό των Αγίων Πέτρου και Παύλου. Ο ιερέας πια Ιωάννης, για να βρίσκεται σε ιερατική εγρήγορση, βάζει αυστηρούς κανόνες στον εαυτό του. Τους τηρεί όλους μέχρι τέλους της ζωής του, εκτός από αυτόν που τον ήθελε να ησυχάζει πολύ στο σπίτι, γιατί οι ανάγκες των πονεμένων αδελφών του ήταν περισσότερες από ό,τι υπολόγιζε. Η σύζυγός του γίνεται με αυταπάρνηση βοηθός στο έργο του και μετά από ένα χρονικό διάστημα συναποφασίζουν τελικά να ζήσουν χωρίς παιδιά, σαν αδέλφια..

Δ΄. Ο λαός του

Στον τόπο εξορίας, στην Κρονστάνδη, ακόμη και τα παιδιά από 7 ετών ήταν παραστρατημένα και επικίνδυνα. Γρήγορα ο π. Ιωάννης κατάλαβε πως όλοι ανήκουν στο ποίμνιό του. Η προσέγγιση άρχισε από τα παιδιά, γιατί όπως έλεγε κρατούν ένα μέρος από το αρχικό μεγαλείο της εικόνας του Θεού. Ακολούθησαν σιγά-σιγά και οι μεγάλοι. Η μέριμνά του απλώθηκε και αγκάλιασε και ψυχές έξω από την ενορία του.

Ενθάρρυνε κάθε άνδρα και γυναίκα, αρκεί να έβλεπε και τον παραμικρό σπινθήρα στις ψυχές τους. Μοίραζε τόσα από τα πενιχρά του έσοδα, που για το σπίτι του δεν είχε ούτε τα απαραίτητα. Έφτανε σ’ αυτό πολλές φορές χωρίς τα παπούτσια του. Οι φτωχοί και παραμελημένοι ήταν στην καρδιά του. Τους αγόραζε πολλές φορές τρόφιμα ο ίδιος, τους έφερνε γιατρό, τους πήγαινε στο φαρμακείο. Πάντα πίσω του ακολουθούσε πλήθος ζητιάνων.

Έτσι άρχισε να προκαλεί δυσφορία στην «υψηλή κοινωνία» της Κρονστάνδης. Όμως αυτός επιτίθετο και ενοχλούσε πλούσιους και πολιτικούς παράγοντες προς την κατεύθυνση λύσης των προβλημάτων των φτωχών και εξόριστων, παρόλη την χλεύη που δεχόταν.

Ε΄. Το μεγάλο κοινωνικό έργο του

Η βάση της φιλανθρωπικής του δράσης στηριζόταν στο να οργανώσει αυτούς που μπορούσαν να βοηθούν. Με συχνά κηρύγματα ανέλυε τις πολύπλευρες αιτίες της Κρονστανδικής πενίας και επαιτείας. Κατάφερε σύντομα λοιπόν να ιδρυθούν πτωχοκομεία, εργατικές πολυκατοικίες, επαγγελματικές σχολές και έτσι να δοθεί ανάλογα στον καθένα κατοικία και εργασία. Έμβλημά του η κοινωνική αλληλεγγύη.

Ας αναφέρουμε μέρος του έργου του:

▼ Το 1874 συγκροτεί ενοριακή πρόνοια για τους φτωχούς.

▼ Στις 12/10/1882, εγκαινιάζει εργατική εστία. Η εστία κάηκε, αλλά πάλι την έκτισε, αφού είχε ήδη δημιουργήσει ασφαλιστικό ταμείο. Το ίδρυμα αυτό μεγάλωσε και έγινε πολυδύναμο, όπου έβρισκαν γνώσεις και εργασία παιδιά και απόκληροι. Το 1902 δούλευαν σε αυτό 7281 εργαζόμενοι.

▼ Το 1903 η στοιχειώδης σχολή του ιδρύματος είχε 259 παιδιά, το τμήμα ζωγραφικής 30 άτομα, το εργαστήρι ξυλουργικών ειδικοτήτων 61 άτομα, το γυναικείο τμήμα 50 άτομα. Διέθετε επιπλέον εργαστήρι υποδηματοποιίας, ζωολογική συλλογή και τμήμα γυμναστικής.

▼ Η παιδική βιβλιοθήκη το 1896, διέθετε 2687 τόμους, ενώ παράλληλα με αυτήν λειτουργούσαν δύο βιβλιοπωλεία.

▼ Εκτός από τα ιδρύματα λειτουργούσαν ακόμη το σχολείο της Κυριακής, το κέντρο λαϊκών διαλέξεων, το λαϊκό αναγνωστήριο και η δανειστική βιβλιοθήκη.

▼ Η  ενοριακή πρόνοια συντηρούσε ορφανοτροφείο – νηπιαγωγείο  και εξοχικό οίκημα για παιδιά, πτωχοκομείο, ξενώνα για αστέγους και κέντρο ιατρικής βοήθειας. Το 1896 πέρασαν δωρεάν από το ιατρείο αυτό 2721 ασθενείς, ενώ η λαϊκή τραπεζαρία ετοίμαζε σε καθημερινή βάση 400 έως 800 μερίδες φαγητού.

▼ Πρέπει βεβαίως να τονιστεί ότι η ποικίλη βοήθεια δινόταν σε όλους, ανεξάρτητα από καταγωγή ή θρησκευτική ομολογία. Έτσι η δημοτικότητα του π. Ιωάννη πήρε πανρωσικές διαστάσεις, σε μία εποχή μάλιστα που οι άγιοι ήταν ελάχιστοι (και κυρίως στα μοναστήρια, ενώ λιγότεροι ήταν στις ενορίες).

▼ Επιστέγασμα αυτής του της πορείας είναι η ίδρυση στην Πετρούπολη γυναικείας μονής αφιερωμένης στον Άγιο Ιωάννη της Ρίλας, η ίδρυση της μονής Βοροντσόφσκυ στο Ριμπίνσκυ της επαρχίας Πσκόφ και της μονής Πιουχτίτσκυ στη Ρωσική Πολωνία.

Στ΄. Έργα και στο χωριό του Σούρα

Ιδιαίτερη μέριμνα δείχνει για το χωριό του. Χτίζει εκεί τρισυπόστατο πέτρινο ναό αφιερωμένο στον Αγ. Νικόλαο, τον Αγ. Ιωάννη της Ρίλας και την Αγ. Παρασκευή. Ιδρύει ακόμη ορθόδοξη εκκλησιαστική αδελφότητα, σχολείο, παιδική στέγη, πριονιστήριο και συνεταιρισμό. Κατόπιν δημιουργεί ιερά γυναικεία μονή αφιερωμένη στον Αγ. Ιωάννη της Ρίλας.

Το 1912 η μονή είχε 120 μοναχές, ενώ διέθετε ξεχωριστή σκήτη κοντά στο χωριό και μετόχι στο Αρχάγγελσκ.

Ζ΄. Ο π. Ιωάννης σαν παιδαγωγός

Επί 32 χρόνια ο π. Ιωάννης εργάστηκε σαν παιδαγωγός (1857-1862 στην περιφερειακή σχολή Κρονστάνδης και 1862-1889 στο Γυμνάσιό της).  Βασική του αρχή ήταν η απλότητα στη διδασκαλία. Θεωρούσε πως η γνώση είναι απέραντη, γι’ αυτό και είναι ανάγκη να εκλεγεί για τα παιδιά μόνο το πιο απαραίτητο τμήμα της. Για να δημιουργηθεί ένα αρμονικό σύστημα, θεωρούσε πως η μόρφωση είναι αχώριστη από την αγωγή της καρδιάς, η οποία και προηγείται.

Σαν δάσκαλος απέφευγε να τιμωρεί, δίδασκε με συζήτηση, επαναλάμβανε τις εκλεκτές περικοπές από την Αγία Γραφή, προκαλούσε ερωτήματα, ενθάρρυνε την παιδική ελευθερία και πρωτοβουλία. Τα παιδιά ενθουσιασμένα μαζί του ελεύθερα τον έκαναν συχνά εξομολόγο τους.

Προσωπικές του παιδαγωγικές αρχές:

▼ Η αρχή της απλότητας της διδασκαλίας.

▼ Η μόρφωση οφείλει να είναι αχώριστη από την αγωγή της καρδιάς.

▼ Να μη τιμωρεί.

▼ Να διδάσκει με διαλογική συζήτηση.

▼ Να επαναλαμβάνει με τρόπο ζωντανό αναλύσεις της Αγ. Γραφής συνοδεύοντας την επανάληψη με αναγνώσεις εκλεκτών περικοπών.

▼ Να επιτρέπει τις ερωτήσεις των μαθητών και να προκαλεί συζητήσεις, στις οποίες έπαιρναν μέρος πολλοί απ’ αυτούς.

▼ Η ενθάρρυνση της ελευθερίας και της πρωτοβουλίας των μαθητών.

▼ Η εκκλησιαστική ακολουθία μπορεί και πρέπει να είναι το καλύτερο μέσον αγωγής για την μόρφωση της χριστιανικής ψυχής.

Η΄. Ο π. Ιωάννης σαν πνευματικός

Ήλθε σύντομα αντίθετος με τη Ρωσική συνήθεια της «μιας φοράς το χρόνο» Θείας Κοινωνίας. Γι’ αυτό τον λόγο πρότεινε συχνή συμμετοχή στις ακολουθίες, αγωνιστική διάθεση φιλανθρωπίας και εξομολόγηση μετά από μετάνοια. Η προσωπική εξομολόγηση που έκανε, ήταν συχνά πολύωρη, έτσι το μεγάλο πλήθος των πιστών τον οδήγησε σε αναβίωση της κοινής εξομολόγησης.

Καταδίκαζε με αυστηρότητα την χλιαρότητα και τον τυπικό ευσεβισμό της Ρωσικής κοινωνίας, που είχε υποβαθμίσει τη μετοχή στη θεία Κοινωνία σε μία “άπαξ του έτους υποχρέωση” και την Θεανδρική ζωή της εκκλησίας στο επίπεδο των “εθίμων”.

Δεν είναι επομένως τυχαίο ότι το 1890 καθημερινά τον ζητούσαν για εξομολόγηση 150 – 300 πιστοί. Στη Θεία Λειτουργία η Θεία Κοινωνία διαρκούσε πάνω από 2 ώρες. Έγινε λοιπόν ένας «στάρετς» που έκαναν σ’ αυτόν ελεύθερη υπακοή χιλιάδες πιστοί, γιατί άνοιξε καινούργιους δρόμους μένοντας πιστός στην ορθόδοξη πίστη. Εμπόδιζε από τη Θεία Κοινωνία μόνο τους φανατικούς οπαδούς του (Ιωαννίτες), με τους οποίους είχε ανοικτούς λογαριασμούς από το 1880.

Οι θρησκόληπτοι αυτοί, όπου υπερίσχυαν οι γυναίκες, τον θεωρούσαν ως νέα ενσάρκωση του Χριστού. Αυτός ήταν ένας ακόμη λόγος να πηγαίνει στα μέρη που … δρούσαν για να τους πολεμήσει. Έτσι το πρώτο ταξίδι γι’ αυτό το σκοπό το έκανε το 1892 στη περιοχή Γντόφσκυ, κοντά στη Πετρούπολη.

Θ΄.  Οι περιοδείες του

Όσο παράδοξο και αν φαίνεται ο  π. Ιωάννης έκανε μεγάλες, πολλές και ποικίλες περιοδείες. Τις επαναλάμβανε σε τακτά διαστήματα. Αυτό οφείλεται στην ανάγκη που δημιούργησε η απήχηση της ζωής του πέρα από την Κροστάνδη και η τεράστια αλληλογραφία που είχε.

Τα ταξίδια αυτά άρχισαν το 1988 πηγαίνοντας κάθε χρόνο στο χωριό του Σούρα. Τα υπόλοιπα ταξίδια – περιοδείες έγιναν στο Βορονέζ, Χάρκοβο, Κίεβο, Κουρσκ, Οδησσό, Βαρσοβία και … Βερολίνο. Στο ενδιάμεσο εννοείται ότι σταματούσε συχνά. Σε  μια ενδιάμεση στάση στο Ρίζοβο πέρασαν από εκεί 100.000 ονόματα. Υπήρχαν μέρες που περνούσαν 7.000 έως 8.000.

Συχνά ταξίδευε με τραίνο. Έτσι αναγκάζονταν να συνδέσουν 10-12 βαγόνια συμπληρωματικά για να εξυπηρετήσουν τους ανθρώπους που προσπαθούσαν να τον συναντήσουν! Οφείλουμε να τονίσουμε πως δεν ήταν μόνο ο λόγος της εξομολόγησης ή του κηρύγματος για  τη μεγάλη κοσμοσυρροή. Ήταν συχνά και το ξετύλιγμα της ιαματικής χάρης που του δινόταν και καρποφορούσε στους αληθινά πιστούς και όχι στους θρησκόληπτους.

Ι΄.  Σημεία Αγιότητας

Ο π. Ιωάννης με την προσευχή ήταν αίτιος πολλών θαυμάτων, ενώ απαντούσε ακόμη σε γραπτές παρακλήσεις ή και σε τηλεγραφήματα πιστών και μη. Πολλές θεραπείες αναφέρονται στις βιογραφίες του εν ζωή, αλλά και μετά θάνατον.

▼ Αναφέρει ο ίδιος για σημείο θεραπείας που σχετιζόταν με τη θεία μετάληψη: «Ένας άρρωστος έπασχε από θανάσιμο έλκος στομάχου. Υπέφερε επί εννέα ημέρες χωρίς παραμικρή ανακούφιση από τους γιατρούς… Κοινώνησε με σταθερή πίστη. Προηγουμένως προσευχήθηκα θερμά γι’ αυτόν… Το απόγευμα της ίδιας μέρας θεραπεύτηκε και το βράδι σηκώθηκε από το κρεβάτι!»

▼ Όταν οι ασθενείς ήταν πάρα πολλοί, έκανε και σύντομη ακολουθία του αγιασμού και δέηση συγχωρητική των αμαρτιών του αρρώστου. Μια τέτοια περίπτωση θεραπείας ήταν της πριγκίπισσας Ειρήνης Βλαδιμήροβνα Μπαριατίνσκαγια, που δημοσιεύτηκε το 1892 στην εφημερίδα «Γραζντανίν», όπου αναφέρεται: « …Η καταδικασμένη από διετίας να κάθεται διαρκώς στη καρέκλα λόγω παραλύσεως των κάτω άκρων 13ετής κόρη, μετά προσευχή του π. Ιωάννου, προς ανέκφραστη χαρά όλων, σηκώθηκε και περπάτησε». Την άρρωστη πριγκίπισσα νοσήλευαν χωρίς αποτέλεσμα μέχρι τότε οι καλύτεροι γιατροί Ράουχφοους, Ριμπάλκιν και Μερζεέφσκυ.

▼ Ο συγγραφέας Σούρσκυ αναφέρει την κάπως κωμική περίπτωση του ιερορράπτη Π. Γ. Θεοδώροβιτς, που πίστευε ότι θα θεραπευόταν ο τραυλισμός του. Πράγματι: «Το καλοκαίρι του 1893 ο βραδύγλωσσος περίμενε στη Μόσχα  ανάμεσα στο πλήθος για το …θαύμα. Άρχισε να φωνάζει τραυλίζοντας φοβερά: Μπάτιουσκα, προσευχηθείτε για μένα. Ο π. Ιωάννης τον χτύπησε με το δεξί  χέρι στο αριστερό μάγουλο και τον διέταξε: Μίλα καθαρά, μίλα καθαρά. Το θαύμα έγινε. Η τόσο ενοχλητική πάθηση έπαυσε να τον ταλαιπωρεί…»

▼ Οι περιπτώσεις θεραπείας τυφλών ξεχωρίζουν από τις άλλες, επειδή χρησιμοποιούσε σχεδόν πάντα αγιασμό. Ο αρχιεπίσκοπος Μπογουτσάρσκυ Σεραφείμ διηγείται ότι «ένας τυφλός οδηγήθηκε στο σταθμό Γολούτ την ώρα που στάθμευε το τραίνο με το οποίο ταξίδευε ο π. Ιωάννης. Τότε εκείνος έδωσε εντολή να βγάλει ο άρρωστος το μαντήλι από τα μάτια του. Έψαλε την ακολουθία του αγιασμού, έβρεξε το μαντήλι στο αγιασμένο νερό και ένιψε τρεις φορές τα μάτια του τυφλού. Ξαφνικά ο τυφλός φώναξε: Βλέπω! Βλέπω! … Έπεσε αυτός και οι συγγενείς στα πόδια του π. Ιωάννη… Αναγκάστηκαν να τον απομακρύνουν με την βοήθεια της χωροφυλακής».

▼ Ο επίσκοπος Πετσέρσκ Ιωάννης αφηγήθηκε στο Βελιγράδι για τον καθηγητή Α. Ι. Αλεξάντρωφ πως «άργησε να έλθει στην παράκληση σε ένα σπίτι της πόλης Καζάν. Θέλοντας να μείνει απαρατήρητος στάθηκε στο διπλανό δωμάτιο. Όλοι ασπάζονταν το Σταυρό του π. Ιωάννη και αυτός στράφηκε στο πίσω μέρος της πόρτας, που κρυβόταν ο Αλεξάντρωφ, και φώναξε: Γιατί ο καθηγητής δεν έρχεται;

Όταν αυτός παρουσιάστηκε τον ρώτησε: Φοβάστε το Σταυρό; Γιατί αυτό; Αφού μάλιστα πολύ γρήγορα θα τον δίνετε και σε άλλους να τον ασπαστούν… Μετά από λίγο καιρό τον άφησε η γυναίκα του, πήρε διαζύγιο και κάρηκε μοναχός. Αργότερα έγινε πρύτανης της Θεολογικής Ακαδημίας και Αρχιερέας…»

Ια΄.   Η κοίμησή του

Και ενώ κατά το 1907 ήδη ήταν επίλεκτο μέλος πολλών κοινωφελών οργανώσεων, διορίστηκε και μέλος της Ι. Συνόδου. Όμως ποτέ δεν έκανε χρήση του δικαιώματος να συμμετάσχει. Τα παράσημα που του έδωσαν, όπως και τα βαρύτιμα ράσα ή οι δωρεές των πλουσίων, έδιναν αφορμές για επικρίσεις. Ήταν ένα συμπλήρωμα των δοκιμασιών του. Διότι δεν ξεχώρισε την καλή αγγελία και ως ανάγκη και των πλουσίων και των επιφανών. Σε μια ταραγμένη εποχή δεν  ήθελαν να τον ξεχωρίσουν, αυτόν που έδωσε τα πάντα και χάρισε όλη τη ζωή του για τους βασανισμένους, απ’ αυτούς που εκμεταλλεύονταν τα αξιώματα για ίδιο όφελος…

Βαριά άρρωστος τον Δεκέμβρη του 1908, χωρίς να καταλύει την νηστεία των Χριστουγέννων, τέλεσε για τελευταία φορά τη θεία Λειτουργία στις 10-12-1908. Είχε μια εντελώς αδύνατη φωνή με βασανιστικούς πόνους και στο τέλος εν μέσω λυγμών των πιστών δίδαξε πάνω σε κάθισμα για τελευταία φορά.

Στις 18 του μηνός είπε «δόξα τω Θεώ, ότι έχουμε δυο μέρες ακόμα για να τα κάνουμε όλα». Στις 19 έχασε τις αισθήσεις του, το βράδυ συνήλθε αλλά με πυρετό. Λειτούργησαν μεσάνυκτα για να προλάβουν να τον κοινωνήσουν με πολύ κόπο. Στις 6.00 του διάβασαν την ευχή «εις ψυχορραγούντα».

Απεβίωσε, στην Κρονστάνδη, στις 07:40 της 20 Δεκεμβρίου 1908, σε ηλικία 80 ετών. Η κηδεία του ήταν επιβλητική. Την ακολούθησαν πάνω από 20.000 πιστοί. Συμμετείχε ο πρωθιεράρχης της ρωσικής εκκλησίας με πολλούς επισκόπους, 60 ιερείς και 20 διακόνους.

Η Ιερά Σύνοδος διέταξε ο βίος του να διδάσκεται στα ιερατικά σεμινάρια. Ο τάφος του βρίσκεται στον υπόγειο ναό της γυναικείας μονής Ιωάννοφσκυ της Πετρούπολης, ως μεγάλο προσκύνημα. Η ζωή του χαρακτηρίζεται προφητική για την Εκκλησία της Ρωσίας του 20ου και 21ου  αιώνα.

Στις 8 Ιουνίου 1990, η Ι. Σ. της Εκκλησίας της Ρωσίας, στην πράξη αναγνώρισης της αγιότητάς του αναφέρει ότι έγινε «… για την ενάρετη ζωή του με την οποία ήταν τύπος των πιστών και για την πλήρη ζήλου και θυσιών υπηρεσία του στον Θεό και την Εκκλησία. Για την αγάπη του στον πλησίον με την οποία σαν τον καλό Σαμαρείτη δίδασκε στο ποίμνιό του την ευσπλαχνία προς τους πτωχούς και τους δυστυχισμένους. Για τα θαύματα που έκανε, τόσο στη ζωή, όσο και μετά θάνατον, μέχρι σήμερα…»

Ιβ΄. Το συγγραφικό του έργο

Παρότι ο στάρετς  Ιωάννης ήταν πνευματικό τέκνο του ορθοδόξου ησυχασμού, στα συγγράμματα και τους λόγους του η δραστηριότητά του εξωτερικά είχε λατρευτικό (Θ. Λειτουργία – ακολουθίες – μυστηριακή ζωή) και κοινωνικό χαρακτήρα (κοινωνική αλληλεγγύη και ιάσεις). Έτσι  τα έργα του που τυπώθηκαν ήταν:

α)   Συζητήσεις και κηρύγματα

β) Αντιρρητική συγγραφή, αναμνήσεις και επιστολές. Τα γράμματα και τα τηλεγραφήματα  που δέχονταν, έφθαναν   – και επομένως απαντούσε σχεδόν σε όλα – καθημερινά γύρω στα 6.000 από τα πιο απίθανα σημεία της Ρωσίας.

γ)  Αποσπάσματα από το ημερολόγιό του με το τον τίτλο «η εν Χριστώ ζωή μου».

Το βιβλίο αυτό γνώρισε πολλές «επαυξημένες» εκδόσεις, εκδόσεις σε πολλές γλώσσες και εκδόσεις σε άλλες ομολογίες. Η αγγλική μετάφραση του Γουλιάεφ, 1987, προκάλεσε μάλιστα μεγάλη αίσθηση στους διανοούμενους. Κρίσεις γράφηκαν στον αγγλικό, αμερικανικό και αυστραλέζικο τύπο.

Ο δομινικανός Στάρκ εξέδωσε μικρό τόμο από αποσπάσματα στη γαλλική γλώσσα. Αργότερα μεταφράστηκαν έργα του και μελέτες στις διάφορες σλαβικές γλώσσες. Ξεχωρίζει το έργο του Βούλγαρου ιερομόναχου Μεθοδίου.

Η ελληνική μετάφραση του βιβλίου «Η εν Χριστώ ζωή μου» έγινε από τον μακ. Αρχιεπίσκοπο Αμερικής Μιχαήλ. Το 1974 ο Β. Μουστάκης κυκλοφόρησε  τόμο με αποσπάσματα με τον ίδιο τίτλο (εκδ. «Αστήρ»).

Ακολουθεί ένα αυτόγραφο του π. Ιωάννη της Κροστάνδης

Ιγ΄.  Αποσπάσματα λόγων του

1).  Για την καρδιά: «Η καρδιά είναι ο πρώτος παράγοντας στη ζωή μας. Η καρδιακή γνώση προηγείται της νοησιαρχικής. Η καρδιά βλέπει άμεσα, αστραπιαία, ενιαία. Αυτή η γνώση της καρδιάς μεταδίδεται στο νου, και μέσα στο νου χωρίζεται σε μέρη, αναλύεται σε συστατικά. Η αλήθεια ανήκει στη καρδιά και όχι στο νου. Στον εσωτερικό άνθρωπο και όχι στον εξωτερικό…

Στη κατάσταση της απιστίας για κάτι αληθινό και άγιο, η καρδιά συνήθως γεμίζει από στενοχώρια και φόβο. Αντίθετα στην ειλικρινή πίστη νοιώθει χαρά, ηρεμία, άνεση και ελευθερία. Η αλήθεια φανερώνεται και θριαμβεύει στις καταστάσεις της καρδιάς…

Εμείς έχουμε ένα βαρόμετρο ακριβείας, το οποίο δείχνει την άνοδο ή τη πτώση της πνευματικής μας ζωής. Και αυτό είναι η καρδιά. Μπορούμε να την ονομάσουμε και πυξίδα».

2). Για τη θεία λατρεία: «Κατά τη θεία λατρεία, κατά την τέλεση όλων των Μυστηρίων και των Ακολουθιών, έχε εμπιστοσύνη στη δύναμη της Εκκλησίας, όπως το μικρό παιδί έχει εμπιστοσύνη στους γονείς του. Θυμήσου, ότι οι μεγάλοι Πατέρες της Εκκλησίας, σαν θεόπνευστοι φωστήρες, κινούμενοι από το Άγιο Πνεύμα, σε οδηγούν στις τρίβους της σωτηρίας.

Να μετέχεις λοιπόν στη θεία λατρεία με απλή καρδιά, με εμπιστοσύνη μικρού παιδιού. Να εναποθέτεις όλη σου τη φροντίδα στον Κύριο και να είσαι εντελώς ελεύθερος από τη λύπη και την αγωνία. «Μη μεριμνήσητε πώς ή τί λαλήσετε. Δοθήσεται γαρ υμίν εν εκείνη τη ώρα τί λαλήσετε» (Ματθ. ι’ 19). Πώς συμβαίνει τώρα αυτό; «Ου γαρ υμείς έστε οι λαλούντες, αλλά το Πνεύμα του Πατρός υμών το λαλούν εν υμίν» (στιχ. 20).»

3). Για την παιδαγωγική: «Προσπαθήστε να προοδεύετε στην εσωτερική καρδιακή επιστήμη, στην επιστήμη δηλαδή της αγάπης, της πίστης, της προσευχής, της πραότητας, της ταπεινοφροσύνης, της ευγένειας, της υπακοής, της σωφροσύνης, της συγκαταβατικότητας, της συμπάθειας, της αυτοθυσίας, της κάθαρσης από πονηρούς και κακούς λογισμούς…

«Ζητείτε δε πρώτον την βασιλείαν του Θεού και την δικαιοσύνην αυτού, και ταύτα πάντα προστεθήσεται υμίν» (Ματθ. στ’ 33).»

Περισσότερο απ’ όλα να μαθαίνετε την γλώσσα της αγάπης, την πιο ζωντανή και εκφραστική γλώσσα. Χωρίς αυτή, η γνώση των ξένων γλωσσών δεν φέρνει καμιά ουσιαστική ωφέλεια.»

3). Για την προσευχή: Ι). «Η σωτηρία και η προσευχή δεν βρίσκονται στα πολλά λόγια, αλλά στην κατανόηση και στην θέρμη της καρδιάς. Το σπουδαιότερο πράγμα, που πρέπει να θυμάσαι κατά την διάρκεια της ημέρας είναι ότι πρέπει να έχεις συνεχή μνήμη Θεού, να κάνεις δηλαδή μυστική νοερά προσευχή.

Κι εγώ ο ίδιος δεν έχω καιρό να παρευρίσκομαι σε μακρές μοναστηριακές ακολουθίες, αλλά όπου κι αν πάω, είτε με τα πόδια είτε με το πλοίο, είτε με την άμαξα καθιστός ή ξαπλωμένος, δεν μ’ εγκαταλείπει ποτέ η σκέψη του Θεού. «Προωρώμην τον Κύριον ενώπιον μου δια παντός… ίνα μη σαλευθώ.» (Ψαλμ. 15:8). Η σκέψη ότι Εκείνος είναι κοντά μου δεν μ’ εγκαταλείπει ποτέ. Πρέπει και συ να προσπαθήσεις να κάνης το ίδιο.»

ΙΙ). «… Όταν,  προσευχόμενοι με ζέση ιστάμενοι, καθήμενοι,  εξηπλωμένοι ή περιπατούντες, αίφνης μας επισκέπτεται το πνεύμα του Θεού και ακούοντες την Φωνήν Του αισθανόμεθα ότι εισέρχεται εις την ψυχήν μας όχι δια του στόματος, ούτε δια της ρινός μας, ούτε δια των ώτων – μολονότι ο Σωτήρ μετέδωκε το Πνεύμα δια του λόγου και της πνοής και μολονότι «η πίστις έρχεται δι’ ακοής» ( Ρωμ. 10, 17 ) – αλλ’ απ’ ευθείας δια του σώματος εις την καρδίαν, όπως ακριβώς ο Κύριος επέρασε δια των τοίχων της οικίας όταν επεσκέφθη τους Αποστόλους μετά την Ανάστασιν, και ενεργεί ταχέως όπως ο ηλεκτρισμός και μάλιστα ταχύτερον από κάθε ηλεκτρικόν ρεύμα.

Τότε αισθανόμεθα την ύπαρξίν μας ελαφράν, διότι αιφνιδίως ελευθερωνόμεθα από το βάρος των αμαρτιών μας, το αίσθημα της συντριβής δια της αμαρτίας, το πνεύμα της ευλαβείας, της ειρήνης και της χαράς μας επισκέπτεται …»

ΙΙΙ) «…Μάθε να προσεύχεσαι. Βίαζε τον εαυτόν σου εις την προσευχήν. Κατ’ αρχάς θα εύρης δυσκολίαν, ύστερον όμως όσον περισσότερον βιάζης τον εαυτόν  σου, τόσον ευκολώτερον θα προσεύχεσαι. Εις την αρχήν όμως είναι πάντοτε αναγκαίον να βιάζη κανείς τον εαυτό του…»

4). Για την  συμμετοχή μας στις ακολουθίες: «Να έρχεσαι όσο μπορείς συχνότερα στον ναό του Θεού, να συμμετέχεις στις ακολουθίες για να δοξάζεις τον Κύριο ή να ζητάς το έλεός Του για την πνευματική σου αδυναμία, για την ψυχική σου φτώχεια και αμαρτωλότητα. Κανείς τόσο δυνατά και τόσο ειλικρινά δεν θα πονέσει μαζί σου για την αδυναμία σου όσο η Εκκλησία. Όλα όσα δοκιμάζεις εσύ τα δοκίμασαν ακόμη και τα εκλεκτότερα τέκνα Της, έπασχαν πνευματικά όπως κι εσύ, αμάρταναν και έπεφταν όπως ακριβώς κι εσύ…

Πουθενά τόσο βαθειά και ολοκληρωτικά δεν ερχόμαστε σε συναίσθηση και αυτογνωσία όσο μέσα στον ναό, γιατί εδώ είναι ιδιαίτερα αισθητή η παρουσία του σώζοντος Θεού και ενεργεί με ανερμήνευτο τρόπο η χάρη Του. «Ο Θεός γαρ εστιν ο ενεργών εν υμίν και το θέλειν και το ενεργείν υπέρ της ευδοκίας» (Φιλιπ. 2, 13).

Με τη βοήθεια των ευχών, των ύμνων και των αναγνωσμάτων, ο άνθρωπος γνωρίζει τον εαυτό του σ’ όλη του τη γυμνότητα, διαπιστώνει την αδυναμία του, τη πνευματική του φτώχεια, την αθλιότητα και άκρα αμαρτωλότητά του. Από την άλλη πλευρά, συναντάται με την άπειρη ευσπλαχνία του Θεού, την άκρα αγαθότητά Του, την πανσοφία και τη παντοδυναμία Του.»

5). Για την εντολή των «καλών έργων»: «Εγώ την εννοώ ως εξής: «Ούτω λαμψάτω το φώς υμών έμπροσθεν των ανθρώπων, όπως ίδωσιν υμών τα καλά έργα και δοξάσωσι τον πατέρα υμών τον εν τοις ουρανοίς.» (Ματθ. 5:16). Αφήστε λοιπόν, τον κόσμο να ιδεί τα καλά σας έργα, για να δοξάσει γι’ αυτά τον Κύριο. Θα πάρουν έτσι οι άνθρωποι ένα ζωντανό παράδειγμα και θα πεισθούν γι’ αυτά τα έργα.

Απ’ αυτήν όμως πρέπει να τα κρύβετε (κι έδειξε με το δάχτυλο του την καρδιά). Απ’ αυτήν, όλα πρέπει να μένουν κρυφά «Μη γνώτω η αριστερά σου τι ποιεί η δεξιά σου» (Ματθ. 6:3). Με το «αριστερά» εννοεί στην πραγματικότητα την γνώμη, που έχομε για τον εαυτό μας και την ματαιοδοξία.»

6). Για το φόβο του μέλλοντος: «Γιατί να κοιτάζουμε το μέλλον; «Αρκετόν τη ημέρα η κακία αυτής» (Ματθ. 6:34). Ας παραδοθούμε σαν παιδιά στον Ουράνιο Πατέρα μας. «Ο Θεός ουκ εάσει υμάς πειρασθήναι υπέρ ό δύνασθε» (Α’ Κορ. 10:13). Με τις υποψίες βασανίζεις μόνο τον εαυτό σου και δεν εξυπηρετείς τον σκοπό, που έταξες. Βλάπτεις ακόμη και τον εαυτό σου με το να φαντάζεσαι εκ των προτέρων ότι υπάρχει κακό εκεί, όπου πιθανόν δεν υπάρχει τίποτε. Εφόσον εμείς δεν κάνομε κακό σε κανένα, ας μας κάνουν οι άλλοι, αν το επιτρέπει αυτό ο Θεός.»

7). Για τον πειρασμό της απελπισίας στην ηγουμένη Ταϊσία: «Ο Θεός επιτρέπει σ’ αυτόν τον πειρασμό να προσβάλλει τις δυνατότερες φύσεις, αυτούς δηλαδή, που είναι πιο πεπειραμένοι στον πνευματικό πόλεμο. Ο εχθρός σου τον παρουσιάζει, επειδή βλέπει ότι οι αγώνες σου φθάνουν σ’ ένα τέλος, ότι ετοιμάζεται για σένα στον ουρανό μια ανταμοιβή και θέλει να σε χτυπήσει και να σε ρίξει κάτω μ’ ένα δυνατό τίναγμα και να σου στερήσει έτσι τον στέφανο.

Έχει καταστρέψει πολλούς με την απόγνωση. Να είσαι δυνατή και ανδρεία, να πολεμάς τις μηχανορραφίες του εχθρού. Μην παραδίδεσαι. Να σηκώνεις αυτόν τον σταυρό με ταπείνωση και αντοχή. Να θεωρείς ότι αυτός ο πειρασμός σου παρουσιάζεται, για να μεγαλώσει την ταπεινοφροσύνη σου και ο Κύριος θα σε βοηθήσει. Αυτός που έχει θεμελιωμένη την ψυχή του πάνω σε βράχο, δεν θα κλονισθεί από τους ανέμους των πειρασμών του εχθρού, καμιά καταιγίδα δεν είναι αρκετά δυνατή να συγκλονίσει τα θεμέλια. Εκείνος όμως, που το σπίτι της ψυχής του είναι χτισμένο στην άμμο, η ψυχή, που δεν έχει σαν θεμέλιό της την Πέτρα Χριστό, εύκολα καταστρέφεται ακόμη και με μια μικρή μπόρα.

Την πνευματική κλίμακα να την ανεβαίνεις, όχι να την κατεβαίνεις. Να ανυψώνεσαι στο πνεύμα και στον νου. Κλήθηκες, για να οδηγήσεις το μικρό σου ποίμνιο των παρθένων, που τις έχει διαλέξει ο Θεός, για ν’ ακολουθήσουν την μοναχική ζωή. Αυτό το έργο να μην το θεωρείς κατώτερο ή μικρότερο από τις αρετές εκείνες και τα ασκητικά επιτεύγματα, που θα μπορούσες να επιτύχεις με την ησυχία προσπαθώντας να σώσεις μόνο την ψυχή σου.

Τώρα δεν έχεις ειρήνη, επειδή υπηρετείς τον πλησίον σου. Οι αγώνες σου τώρα είναι οι φροντίδες και οι θλίψεις. Είναι φροντίδες και θλίψεις μαρτύρων, γιατί εσύ σταυρώνεσαι για όλους, για χάρη της αγάπης του Θεού και του πλησίον σου. Τι θα μπορούσε να είναι υψηλότερο;»

8). Τι θα πει να είσαι άνθρωπος της Εκκλησίας; «Να τι θα πει, με απλά λόγια: Βλέπεις ένα φτωχό που ζητά ελεημοσύνη; Αναγνώρισε σ’ αυτόν τον αδελφό σου, και ελέησέ τον με την πεποίθηση ότι στο πρόσωπό του βλέπεις τον ίδιο τον Χριστό.

Σε επισκέπτεται ένας άνθρωπος, γνωστός ή και άγνωστος; Δέξου τον πάλι όπως θα δεχόσουν τον Κύριο, αν σου χτυπούσε την πόρτα. Αγκάλιασέ τον με την αγάπη σου, φιλοξένησέ τον με χαρά και συζήτησε μαζί του πνευματικά θέματα.»

9). Για την σχέση με τους αγνώστους: «Τον κάθε άνθρωπο που σε πλησιάζει, να τον δέχεσαι με καλοσύνη και με χαρούμενη διάθεση, ακόμη κι αν είναι ένας επαίτης ή μια πτωχή γυναίκα. Εσωτερικά να ταπεινώνεσαι μπροστά σε όλους, θεωρώντας τον εαυτό σου κατώτερο από όλους, διότι εσύ τοποθετήθηκες από τον ίδιο τον Χριστό να είσαι υπηρέτης όλων. Οι αδελφοί σου είναι μέλη Του, ακόμη κι αν, όπως εσύ, φέρουν επάνω τους τα τραύματα των παραπτωμάτων».

10).  Οι δύο όψεις της εγκόσμιας ζωής: «Υπάρχει μια αληθινή, πραγματική ζωή και μια φαινομενική, ψεύτικη ζωή. Το να ζεις για να τρως, να πίνεις, να ντύνεσαι, για να απολαμβάνεις και να γίνεσαι πλούσιος, το να ζεις γενικά για εγκόσμιες χαρές και φροντίδες, αυτό είναι μια φαντασία.

Το να ζεις όμως για να ευχαριστείς τον Θεό και τους άλλους, για να προσεύχεσαι και να εργάζεσαι με κάθε τρόπο για την σωτηρία των ψυχών τους, αυτή είναι πραγματική ζωή. Ο πρώτος τρόπος ζωής είναι ακατάπαυτος πνευματικός θάνατος. Ο δεύτερος είναι ακατάπαυτη ζωή του πνεύματος.»

11). Για τις αμαρτίες – πάθη των παιδιών: «Μην παραμελείτε να ξεριζώνετε από τις καρδιές των παιδιών τα ζιζάνια της αμαρτίας, τους ακαθάρτους, κακούς και βλάσφημους λογισμούς, τις αμαρτωλές συνήθειες, κλίσεις και πάθη. Ο εχθρός και η αμαρτωλή σάρκα δε λείπουν ούτε από τα παιδιά. Τα σπέρματα όλων των αμαρτιών υπάρχουν και σε αυτά.

Δείξτε τους όλους τους κινδύνους της αμαρτίας στο δρόμο της ζωής. Μην κρύβετε τις αμαρτίες απ’ αυτά, μήπως από άγνοια ή έλλειψη ευφυΐας αποκτήσουν κακές συνήθειες και εμπαθείς ροπές, οι οποίες γίνονται όλο και πιο ισχυρές και δίνουν τους καρπούς τους όταν τα παιδιά φθάσουν σε ώριμη ηλικία.»

 12). Υλικός κόσμος: «Στον υλικό κόσμο υπάρχουν πολλά που αντιστοιχούν στο πνευματικό κόσμο. Διότι ο υλικός κόσμος είναι δημιούργημα του Πνεύματος και ο Δημιουργός δεν μπορούσε παρά να σφραγίσει με την εικόνα Του το δημιούργημα…

Ο κόσμος σαν δημιούργημα του ζώντος και πανσόφου Θεού είναι γεμάτος ζωή. Παντού και σε κάθε τι υπάρχει ζωή και σοφία. Σε όλα τα ορατά διακρίνουμε την έκφραση της σκέψεως. Όχι μόνο στο σύνολο, αλλά και σε κάθε μέρος. Ο υλικός κόσμος είναι ένα συναρπαστικό βιβλίο, από το οποίο μπορούμε να διδαχθούμε τη γνώση του Θεού, όπως από την Αγ. Γραφή, όχι όμως τόσο καθαρά όπως απ’ αυτή.»

Ιγ΄.   Βιβλιογραφία

  1. Ενοριακός Παλμός Ι. Ν. Κοιμήσεως Θεοτόκου Οβρυάς, έτος 3ο, φ. 36, σελ. 5, 10-12,  ΔΕΚΕΜΒΡΙΟΣ 1998.
  2. Ιωάννης της Κρονστάνδης του Επισκόπου Αλέξανδρου Σεμενώφ-Τιάν-Σάνσκυ, μετάφραση αρχ. Τιμόθεου, έκδοση Ι. Μ. Παρακλήτου Ορωπός Αττικής 1980.
  3. Σύγχρονες οσιακές μορφές, Β. Γ. Σκιαδά, Αθήνα 1996.
  4. http://rel.gr/photo/displayimage.php?album=lastup&cat=-19&pos=2
  5. http://photo.rel.gr/thumbnails.php?album=26&page=9&sort=ta
  6. http://www.geocities.com/lelefty/johncrostand.htm
  7. Ιωάννου της Κρονστάνδης, «Ο ουρανός στη γη», Εκδ. Ι. Μ. Παρακλήτου.
  8. Εξομολόγηση και Θεία Κοινωνία, του πρωτοπρ. Αλεξάνδρου Σμέμαν, περιοδικό Επίγνωση, τ. 86, Φθινόπωρο 2003, (βλ.  http://www.zephyr.gr/STJOHN/epi86.htm).
  9. Η οσία Ξένη Γκριγκόριεβνα, η διά Χριστό σαλή,  περιοδικό «Ορθόδοξη Ζωή», Μάρτιος 1981 (βλ.  http://www.parembasis.gr/2005/05_06_17.htm).
  10. Αγίου Ιωάννου Πρωθιερέως της Κρονστάνδης, «Η εν Χριστώ ζωή»,  εκδ. «Το Περιβόλι της Παναγίας», (βλ. http://img.pathfinder.gr//clubs/files/68120/3.html).
  11. «Σκέψεις για τα παιδιά στην Ορθόδοξη Εκκλησία σήμερα», Ι. Πατριαρχική και Σταυροπηγιακή Μ. Τιμίου Προδρόμου, Έσσεξ Αγγλίας, 1994.
  12. Ειρήνη Κασάπη, προβληματισμοί επί των προσφάτων ανακηρύξεων αγίων της Ρωσικής Ορθόδοξης Εκκλησίας, περιοδικό Σύναξη, Αγιότητα & αγιοποιήσεις, Απρίλιος – Ιούνιος 2007, σελ. 34-44.

Επιμέλεια – Παρουσίαση: Π. Α. Μ..

ΠΗΓΗ: 23-07-2007, http://www.oodegr.com/oode/sygxronoi/iwannis_krostandis1.htm

* 1η συνοπτική παρουσίαση: Ενοριακός Παλμός Ι. Ν. Κοιμήσεως Θεοτόκου Οβρυάς, έτος 3ο, φ. 36, σελ. 5, 10-12,  ΔΕΚΕΜΒΡΙΟΣ 1998.