Σε καιρούς μαζικής παράκρουσης

 ΚΟΡΩΝΟΙΟΣ - Βουκουρέστι: Η Θεία Κοινωνία με πλαστικά κουταλάκια ...

 

του Νεκτάριου Δαπέργολα

Διδάκτορος Ιστορίας

 

       Εδώ και πολλά χρόνια η πατρίδα βουλιάζει στην παρακμή και την παράνοια. Μία βαθιά πνευματική κρίση δεκαετιών, μέσα από την οποία ο λαός μας επιδέξια χειρουργημένος με το νυστέρι της αθεΐας, του ευδαιμονισμού και της ψευτοπροοδευτικής υστερίας όχι μόνο έχει φτάσει σε μία ουσιαστική απονέκρωση της ζώσας σχέσης του με τον ίδιο τον εαυτό του (την πίστη και τη γλώσσα του, το ιστορικό του παρελθόν, την παράδοση, ένα ολόκληρο αξιακό σύστημα που τον κράτησε ζωντανό σε καιρούς χαλεπούς), αλλά έχει χάσει σε μεγάλο βαθμό την επαφή του και με την ίδια τη λογική.

 

      Ένας λαός από δεκαετίες εκμαυλισμένος, που έχει βολευτεί μέσα στον βούρκο της αποστασίας από τον Θεό και αρνείται πεισματικά να ελευθερωθεί από τα δεσμά και να ξαναζητήσει το έλεός Του. Λαός που δεν αντιδρά σχεδόν για τίποτε, αλλά παρακολουθεί απαθής την καθημερινή και συστηματική εθνική, δημογραφική, οικονομική, εκπαιδευτική και πρωτίστως πνευματική διάλυση του τόπου του και του μέλλοντος των ίδιων των παιδιών του. Που συνεχίζει να αποχαυνώνεται μπροστά στις τηλεοπτικές οθόνες, να αναλίσκεται σε ανοησίες, να καταπίνει αμάσητα τόσα και τόσα νεοταξίτικα σκουπίδια. Που έχει ξεχάσει την αυθεντική ορθόδοξη πίστη των πατέρων του, που χαίρεται για τις ψευτοπροοδευτικές φωνές των νεοεποχιτών πολιτικών κι εκκλησιαστικών ταγών του και που εξεμεί ύβρεις εναντίον όσων του λένε πραγματικό λόγο αληθείας. Που πόρρω απέχει από το να πέσει στα γόνατα για να κλάψει για τις αμαρτίες του, από τη στιγμή που ακόμη δεν έχει καν στοιχειώδη επίγνωση περί αυτών. Που όχι μόνο αγνοεί παντελώς τι σημαίνουν πνευματικοί νόμοι και πώς λειτουργούν, αλλά και χλευάζει από πάνω, εξουθενώνοντας όσους το επισημαίνουν ως σκοταδιστές και φρενοβλαβείς.

      Και φυσικά τα παραπάνω δεν σημαίνουν ότι γενικεύουμε ισοπεδωτικά: σίγουρα υπάρχουν πολλοί σ’ αυτόν τον τόπο που ζουν εν μετανοία. Και αυτό είναι καταλυτικής σημασίας, κυρίως μαζί με τις μεσιτείες της Παναγίας και των Αγίων μας (πάνω απ’ όλα, αυτή είναι η σκέπη και η ασπίδα που κρατάει ακόμη άφθορη την πατρίδα), καθώς και με τις αδιάλειπτες προσευχές των εν ζωή πνευματικών αγωνιστών της πίστης μας (στα μοναστήρια και στον κόσμο), που μας κρατούν ακόμη όρθιους, κόντρα στη γενική κατάρρευση, την ανομία, τη σαρκολατρεία, την εκτεταμένη διαστροφή, τον δαιμονισμό, το ατέλειωτο αίμα των εκτρώσεων, το ψυχοδιανοητικό παιδομάζωμα και την πνευματική γενοκτονία των παιδιών μας. Δεν ξέρουμε όμως έως πότε θα αρκεί αυτό, από τη στιγμή που το μείζον μέρος του λαού συνεχίζει να ζει εσκεμμένα μέσα στη λάσπη, πετώντας στα σκουπίδια κάθε προειδοποίηση και κάθε ευκαιρία που νυχθημερόν του δίνει ο Θεός. Και από τη στιγμή που αυτό που βλέπουμε γύρω μας δεν είναι εικόνα ενός λαού που μαθαίνει από τα παθήματά του και που δείχνει σημάδια ανάνηψης, αλλά αντίθετα είναι εικόνα μάλλον ολοένα και πιο ζοφερή, όλο και πιο σπιλωμένη από τη λάσπη της κενότητας, της αμετανοησίας και της βλασφημίας.

      Όσα βλέπουμε και ζούμε γύρω μας κατά τους τελευταίους μήνες της λεγόμενης επιδημίας του κορωνοϊού, εντείνουν δυστυχώς αυτή την εκτίμηση. Κυρίως ως προς τον τρόπο και την απίστευτη ευκολία με την οποία αφέθηκε μέγα μέρος του λαού μας να καταπιεί όλο αυτό το ανεκδιήγητο πλέγμα ανακριβειών, ψεμάτων και παλινωδιών, την ευκολία με την οποία κύλησε στον κατήφορο του τρόμου και μαζί της μισανθρωπίας και του κοινωνικού κανιβαλισμού, την ευκολία με την οποία αποδέχθηκε ως περίπου προφανή και φυσιολογικό όλον αυτόν τον κυκεώνα όχι μόνο ξεκάθαρα φασιστικών αλλά και αμφιφανώς παρανοϊκών μέτρων, που το δυστοπικό καθεστώς πήρε (και καθημερινά συνεχίζει να παίρνει) δήθεν για την προστασία μας. Την ευκολία πάνω απ’ όλα με την οποία αποδέχθηκε τις κλειδωμένες και μετά αποστειρωμένες εκκλησιές, τις βέβηλες μάσκες και τις κατηργημένες λιτανείες, υποτροπιάζοντας εδώ και τόσους μήνες από την ολιγοπιστία στη βεβήλωση κι από εκεί στη βλασφημία και τον εμπαιγμό. Ένα εμπαιγμό που περιλαμβάνει φυσικά και τη νέα εξουθένωση όσων συνεχίζουν να μιλούν για τα αυτονόητα και τη σπίλωσή τους ως σκοταδιστών, ταλιμπάν και φρενοβλαβών συνωμοσιολόγων. Αλλά βέβαια, όταν εμπαίζεται και βλασφημείται ο ίδιος ο Θεός, αυτό το τελευταίο είναι το λιγότερο.

    Αν είναι όμως θλιβερά όλα αυτά, δεν είναι ωστόσο και ανεξήγητα. Όλα όσα προαναφέρθηκαν για τον εκμαυλισμό και τον αφελληνισμό αυτού του τόπου (ιστορικές διαδικασίες που ξεκίνησαν πριν από δύο και πλέον αιώνες και απλώς επιταχύνθηκαν δραματικά κατά την αποκληθείσα Μεταπολίτευση), ερμηνεύουν απολύτως και τη ρηχή πίστη και την απιστία και τον φόβο και την κενότητα και τη μισανθρωπία. Ερμηνεύουν απολύτως και την παράνοια. Είμαστε στη φάση που δρέπονται οι καρποί από τη μιαρή σπορά που κάποιοι έκαμαν συστηματικά σε αυτή την πατρίδα εδώ και πολλές δεκαετίες. Στη φάση που είχε προείδει ο Μέγας Αντώνιος, λέγοντας ότι θα έρθει εποχή που θα κυριαρχεί η τρέλα παντού και όποιον λέει την αλήθεια, θα τον καταδιώκουν ως τρελό. Σε αυτούς τους χρόνους πλέον είμαστε.

     Αλλά αν αυτό ισχύει όντως για μεγάλο μέρος του λαού μας, που στενάζει μπερδεμένο, ζαλισμένο και ουσιαστικά ακατήχητο, τι να ειπωθεί και για εκείνους που φέρουν τη μείζονα πνευματική ευθύνη; Εκείνους που έχουν το βάρος των ψυχών και που ευθύνονται όχι μόνο για το ότι άφησαν εδώ και τόσες δεκαετίες την κατάσταση να οδηγηθεί σε τούτο το πηχτό σκοτάδι, αλλά και για το ότι δεν κάνουν απολύτως τίποτε ούτε και τώρα για να επανευαγγελίσουν τον λαό , να τον κατηχήσουν, να τον τραβήξουν από το χέρι και πάλι προς το φως; Αλλά και πώς να γίνει ασφαλώς αυτό, όταν από θεματοφύλακες της ορθής πίστης, διδάχοι της προσευχής και ζώντες ως καθημερινό ολοκαύτωμα υπέρ του ποιμνίου τους έχουν καταντήσει (κατά το μείζον μέρος – και πάλι φυσικά δεν θα γενικεύσουμε ισοπεδωτικά) θεματοφύλακες καριερών, δάσκαλοι πλάνης και διασπορείς κακοδοξιών, κακόηχα και εκκωφαντικά αντηχεία εκκοσμίκευσης και απιστίας; Όταν αντί να αντιταχθούν στα αντίχριστα μέτρα του καθεστώτος, αυτοί σπεύδουν να τα προαναγγείλουν από μόνοι τους; Όταν κηρύσσουν μόνο υπακοή και ευπείθεια, όχι στους αγίους, αλλά στους εκκλησιομάχους πολιτικούς, στους κοσμικούς δήθεν ειδικούς και φυσικά στις δικές τους μεταπατερικές αθλιότητες; Όταν αντί να επιχειρήσουν να τονώσουν και να οικοδομήσουν στη σωστή πίστη τους ολιγόπιστους και κλονισμένους χριστιανούς (πράγμα όχι ακατανόητο, μετά από τόση πολυετή πνευματική κρίση και τόση χυδαία καθεστωτική προπαγάνδα), έρχονται να τους μπερδέψουν ακόμη χειρότερα, με το να κηρύσσουν οι ίδιοι τη βλασφημία της εντός των ναών απολύμανσης και μασκοφορίας, της μη προσκύνησης των εικόνων, της απόστασης από το αντίδωρο και από το χέρι του ιερέα; Όταν πατριάρχες κι επίσκοποι κυκλοφορούν μασκαρεμένοι εν μέσω της φοβεράς και αναιμάκτου θυσίας, όταν άλλοι επίσκοποι κηρύσσουν διωγμό κληρικών και λαϊκών των μητροπόλεών τους που αρνούνται να συμμετάσχουν στο άγος, όταν έτερος επίσκοπος φτάνει να πει ότι αν χρειαστεί, ας πάψουν να γίνονται και γάμοι, όσο διαρκεί η επιδημία; Και ουδείς ξέρει και ποια ακόμη μυστήρια έχουν μετά σειρά, ποια δόγματα, ποιες διδασκαλίες των αγίων, ποια αυτονόητα αιώνων που κάποιοι αθεολόγητοι και πλανεμένοι ρασοφόροι και εγκάθετοι θολολόγοι θα πλήξουν και θα προσπαθήσουν να καταργήσουν μέσα στον ζόφο της μεταπατερικής τους έπαρσης. Η παράνοια και η μαζική παράκρουση κλιμακώνονται και εντείνονται συνεχώς μέρα με τη μέρα. Γιατί αυτές κυριαρχούν ολόγυρα.

     Και επειδή τώρα κάποιοι θα αναρωτηθούν ίσως περί του δέοντος γενέσθαι, για το ποια μπορεί να είναι η λύση σε όλα αυτά, για το τι μπορεί να γίνει ώστε να φύγουμε από τον χώρο των διαπιστώσεων προς τον χώρο των δράσεων, θα ξεκαθαρίσω για μία ακόμη φορά το εξής: ο χώρος των διαπιστώσεων ήταν και παραμένει μείζονος σημασίας ειδικά από τη στιγμή που το βασικό πρόβλημα που μας ταλανίζει (δηλαδή η πνευματική κρίση και η απομάκρυνση από τον Θεό) δεν έχει ακόμη διαγνωστεί ως η πραγματική αιτία της αρρώστιας μας. Ο χώρος των διαπιστώσεων παραμένει λοιπόν μείζονος σημασίας ως αναγκαία συνθήκη για να περάσουμε στην αυτοκριτική και στο αυτεπίγνωτον, που είναι επίσης η αναγκαία συνθήκη για την ειλικρινή μετάνοια. Καθότι αυτή είναι η λύση. Η ειλικρινής μετάνοια, που θα φέρει πιο κοντά το θαύμα και το έλεος του Θεού. Ποιος ανόητος βλέποντας όλη αυτή την απόλυτη παράνοια γύρω μας, όλη τη λύσσα του πανίσχυρου, αντίχριστου και κρυπτοφασιστικού καθεστώτος, όλη την πνιγηρή κατάσταση στην οποία έχει περιέλθει κλήρος και λαός, όλη τη γενική και καθολική παρακμή και αποχαύνωση, ποιος άραγε μπορεί να τολμήσει έστω να ελπίσει σε οτιδήποτε άλλο, σε κοσμικές δράσεις και σε ανθρώπινες κινήσεις και επιλογές;

      Και για όσους αποδέχονται (και ορθώς) το «συν Αθηνά και χείρα κίνει», λέγοντας πως πλην του Θεού, πρέπει κι εμείς να κάνουμε κάτι, ιδού και η ανθρώπινη δράση που πρέπει πρωτίστως να πραγματοποιήσουμε, προσπαθώντας να «εκβιάσουμε το θαύμα». Πνευματικός αγώνας, άσκηση, μυστηριακή ζωή, αλλά και συνάμα προσπάθεια αδιάκοπη να φυλάξουμε αμώμητη την ορθή πίστη μας, συνεχής διαμαρτυρία και απείθεια στους βεβηλωτές, ανένδοτη ανυπακοή κι αντίδραση σε όσους έχουν ταχθεί στο να τη μολύνουν και να τη μαγαρίσουν. Αυτός θα είναι ο αγώνας μας, με τις πρεσβείες της Παναγιάς και των Αγίων μας. Όσο δεν το κατανοούμε αυτό και όσο αρνούμαστε πεισματικά να το πράξουμε, απομακρυνόμενοι όλο και περισσότερο από τον Θεό, τόσο και θα φουντώνει γύρω μας η τρέλα και το σκοτάδι. Και θα αγριεύουν ολοένα και πιο πολύ οι καιροί της μαζικής παράκρουσης…

ΟΤΑΝ Ο ΠΑΤΡΟΚΟΣΜΑΣ ΕΠΙΣΚΕΦΤΗΚΕ ΤΗΝ ΑΡΤΑ

Τα προφητικά λόγια του Αγίου Κοσμά του Αιτωλού για τα έσχατα χρόνια που ζούμε

(†)  Μητροπολίτου Φλωρίνης  Αὐγουστίνου Καντιώτου

Θὰ προσπαθήσω, ἀγαπητοί μου, νὰ μιλήσω ἁπλᾶ, ὥστε νὰ μὲ καταλάβῃ κ᾽ ἕνα παιδί.

Τὰ θέματα εἶνε πολλά. Ἀπ᾿ ὅλα τὰ θέματα δια­λέγω, μὲ τὴν εὐκαιρία τῆς ἑορτῆς τοῦ ἁγίου Κοσμᾶ τοῦ Αἰτωλοῦ, νὰ σᾶς μιλήσω γιὰ μερικὲς μόνο ἀπὸ τὶς προφητεῖες τοῦ ἁγίου.

***

Ἐμεῖς οἱ ἄνθρωποι, ἀδελφοί μου, ὅσα γράμ­ματα κι ἂν μάθουμε, δὲν ξέρουμε τί θὰ γίνῃ ὕ­στερα ἀπὸ μιὰ ὥρα· εἴμαστε σὰν τοὺς τυφλο­πόντικες, δὲν βλέπουμε πιὸ πέρα. Ὁ ἅγιος Κο­σμᾶς εἶχε μάτια πνευματικά. Πετοῦσε ψηλά, ἔβλεπε μακριὰ σὰν ἀετός, καὶ προεῖδε πράγμα­­τα, ποὺ ἔγιναν ὕστερα ἀπὸ 100 – 200 χρόνια, πρά­γματα ποὺ γίνον­ται στὶς ἡμέρες μας. Ἦ­ταν πράγματι ἅγιος μὲ χάρισμα προφητικό.

Προεῖδε ὅτι θὰ ᾿ρθοῦν ἡμέρες δύσκολες, ὅ­τι θὰ ᾿ρθῇ μεγάλο κακὸ στὸν κόσμο. Καὶ ποιό εἶνε αὐτὸ τὸ μεγάλο κακό· ὅτι οἱ ἄνθρωποι θὰ πάψουν νὰ ἀγαποῦν τὸ Θεό. Καὶ πῶς θὰ γίνῃ αὐτό, πῶς οἱ ἄνθρωποι θὰ φύγουν ἀπὸ τὸ Θεό; ποιά θὰ εἶνε ἡ αἰτία;

Τὸ λέει ὁ ἅγιος Κοσμᾶς· «Τὸ κακὸ θὰ σᾶς ἔρ­­­θῃ ἀπὸ τοὺς διαβασμένους» (ἐπισκ. Αὐγ. Καντιώτου, Κοσμᾶς ὁ Αἰτωλός, ᾽Αθῆναι 201331, πρ. 54, σ. 308), ἀπὸ τὰ ἄθεα γράμματα. Καὶ τὸ εἴδαμε αὐτό. Δὲν κατηγορῶ τὰ σχολεῖα, ἀλλὰ μερικοὶ μάθαιναν λίγα γράμμα­τα καὶ κατόπιν γύριζαν στὰ χωριὰ κι ἄνοιγαν τὸ στόμα τους κ᾽ ἔλεγαν πὼς δὲν ὑπάρχει Θεὸς καὶ πὼς αὐ­τὸ τὸ ἀπέδειξε τάχα ἡ ἐπιστήμη. Μεγά­λο ψέμα. Οἱ ἀληθινοὶ ἐπιστήμονες πιστεύουν στὸ Θεό. Κάθε σπίτι ἔχει τὸν κατασκευα­στή του, καὶ τὸ μεγάλο αὐτὸ σπίτι τοῦ σύμπαντος τὸ κατασκεύασε ὁ Θεός· «Πᾶς οἶκος κατασκευά­ζεται ὑπό τινος, ὁ δὲ τὰ πάντα κατασκευάσας Θεός», λέει ὁ ἀπόστολος Παῦλος (Ἑβρ. 3,4).

 

Εἶπε ἀκόμη ὁ ἅγιος Κοσμᾶς, ὅτι θὰ ᾽ρθῇ μεγά­λη πεῖνα· τέτοια πεῖνα, ποὺ γιὰ μιὰ φούχτα ἀλεύρι θὰ δίνῃς μιὰ φού­χτα χρυσάφι. «Μιὰ χού­­φτα μάλαμα μιὰ χούφτα ἀλεύρι» (ἔ.ἀ. πρ. 40, σ. 306). «Λυπη­ρὸν εἶνε νὰ σᾶς τὸ εἰπῶ· σήμε­ρον αὔ­ρι­ον καρτεροῦμεν δίψες, πεῖνες μεγά­λες ποὺ νὰ δίδωμεν χιλιάδες φλουριὰ καὶ νὰ μὴν εὑρίσκω­μεν ὀλίγον ψωμί» (ἔ.ἀ. πρ. 75, σ. 312). «Ἂν βρίσκουν στὸ δρόμο ἀσήμι, δὲν θὰ σκύβουν νὰ τὸ πάρουν· γιὰ ἕνα ὅμως ἀστάχυ θὰ σκοτώνωνται ποιός νὰ τὸ πρωτοπάρῃ…» (πρ. 53, σ. 308). Καὶ τὰ εἴ­δαμε αὐτά, ἀδέρφια μου, στὰ χρόνια τῆς Κατο­χῆς· ἐγὼ εἶδα παιδὶ στὴν Κοζάνη, στὴν Ἑ­στία τῶν σισσιτίων, νὰ σαλιώνῃ τὸ δάχτυλο καὶ νὰ σκύβῃ νὰ μαζεύῃ ψίχουλα γιὰ νὰ χορτάσῃ. Πέρασε ἡ ἐποχὴ ἐκείνη, μὰ θὰ εἶμαι ψεύτης ἂν δὲν σᾶς πῶ μιὰ ἀλήθεια· ὅτι θὰ ᾿ρθῇ κάποια πεῖνα στὴν πατρίδα μας χειρότερη ἀπὸ ἐκείνη τῆς Κατοχῆς. Καὶ θυμηθῆτε τὰ λόγια τοῦ ἁ­γίου Κοσμᾶ. Καλότυχοι δὲν θά ᾽νε αὐτοὶ ποὺ κάθονται στὶς μεγάλες πόλεις –μὴν τοὺς μακα­ρίζετε αὐτούς–, ἀλλὰ ὅσοι θὰ κάθωνται στὴν ὕπαιθρο. Οἱ πόλεις θὰ ἀδειάσουν, θὰ μείνουν ἔ­ρημες, μόνο σκυλιὰ θὰ ἀλυχτᾶνε μέσα στὴ Θεσσαλονίκη καὶ στὴν Ἀ­θήνα.

Ὁ ἅγιος Κοσμᾶς πρὶν διακόσα χρόνια ἔκανε προφητεῖες γιὰ τὶς ἀνακαλύψεις τῶν ἡμε­ρῶν μας. Τί εἶπε· «Θὰ ᾽ρθῇ καιρὸς ποὺ οἱ ἄνθρω­ποι θὰ ὁμιλοῦν ἀπὸ ἕνα μακρινὸ μέρος σὲ ἄλλο, σὰν νἆνε σὲ πλαγινὰ δωμάτια, π.χ. ἀπὸ τὴν Πό­λι στὴ Ρωσία» (πρ. 119, σ. 318)· ἐννοοῦσε τὰ τηλέφωνα καὶ τὸν ἀσύρματο, ποὺ τότε δὲν ὑπῆρχαν.

Εἶπε ἀκόμα ὁ ἅγιος· «Θὰ δῆτε στὸν κάμπο ἁ­­μάξι χωρὶς ἄλογα νὰ τρέχῃ γρηγορώτερα ἀ­πὸ τὸν λαγό» (πρ. 117, σ. 318)· ἐννοοῦσε τὰ αὐ­τοκίνητα.

Εἶπε ἐπίσης ὁ Κοσμᾶς ὁ Αἰτωλός, ὅτι «Θὰ ἔρ­θῃ καιρὸς ποὺ θὰ διευθύνουν τὸν κόσμο τὰ ἄ­λαλα καὶ τὰ μπάλαλα» (πρ. 44, σ. 307)· τὰ χέρια τῶν ἀνθρώπων δὲν θά ᾿χουν ἀξία, γιατὶ θὰ κυβερ­νοῦν οἱ μηχανές, «τὰ ἄλαλα καὶ τὰ μπάλαλα».

Εἶπε ὅμως καὶ κάτι ἄλλο ὁ ἅγιος Κοσμᾶς· «Θὰ δῆτε νὰ πετᾶνε ἄνθρωποι στὸν οὐρανὸ σὰν μαυροπούλια καὶ νὰ ρίχνουν φωτιὰ στὸν κόσμο…» (πρ. 120, σ. 318-9)· ἐννοοῦσε τὰ πολεμικὰ ἀ­εροπλάνα. Αὐτὰ δὲν γράφτηκαν ἐκ τῶν ὑστέρων· τὰ εἶπε τότε καὶ βγήκανε τώρα.

Σπουδαῖα ἀκόμη εἶνε κι αὐτὰ ποὺ εἶπε γιὰ πολέμους καὶ ἐξοπλισμούς. «Θὰ ἔρ­θῃ καιρὸς ποὺ θὰ φέρῃ γῦρες ὁ δι­ά­βολος μὲ τὸ κολοκύθι του» (πρ. 84, σ. 313)· καὶ πράγματι οἱ πύραυλοι καὶ τὰ διαστημόπλοια μοιάζουν μὲ κολοκύθι.

Προφήτευσε ὁ ἅγιος Κοσμᾶς, ὅτι θὰ γίνῃ ἕ­νας φοβερὸς πόλεμος, ὁ τελευταῖος, ποὺ «οἱ βράχοι καὶ οἱ λάκκοι θὰ εἶνε γεμᾶτοι κόσμο» (πρ. 73, σ. 312),«γεμᾶτοι φεύγοντας» (πρ. 28, σ. 305).

«Στὴν Πόλι θὰ χυθῇ αἷμα ποὺ τριχρονίτικο δα­­μάλι θὰ πλέξῃ (=πλεύσῃ)» (πρ. 58, σ. 308)· θὰ χυθῇ τόσο αἷμα, ὥστε θὰ κολυμπήσῃ τὸ μοσχάρι, θὰ φτάσῃ μέχρι τὰ χαλινάρια τοῦ ἀλόγου.

Καὶ εἶπε ἀκόμα, ὅτι ἡ γῆ θὰ ἀραιώσῃ. «Μετὰ τὸν πόλεμον οἱ ἄνθρωποι θὰ τρέχουν μισὴ ὥ­ρα δρόμο, γιὰ νὰ βρίσκουν ἄνθρωπο καὶ νὰ τὸν κάμουν ἀδελφό» (πρ. 76, σ. 312). Θὰ σκοτωθοῦν τόσο πολλοὶ ἄνθρωποι, ὥστε θὰ περπατᾷς καὶ δὲν θὰ βρίσκῃς ἄνθρωπο.

Μὴ φοβηθῆτε, ἔλεγε στοὺς πιστοὺς ὁ ἅ­γι­ος Κοσμᾶς· στὸ τέλος δὲν θὰ νικήσῃ ὁ διάβο­λος, οἱ κακοὶ ἄνθρωποι θὰ τιμωρηθοῦν· θὰ νικήσῃ ὁ Χριστὸς καὶ αὐτὸς θὰ βασιλεύσῃ στὴ γῆ.

Κάπου ἔξω ἀπ᾽ τὰ Γιάννενα ὁ ἅγιος Κοσμᾶς συνάντησε ἕνα παιδὶ 17 – 18 χρονῶν ποὺ ἔ­βοσκε πρόβατα. Πλησίασε τὸν ἅγιο καὶ τοῦ λέει· –Δὲ μοῦ λές, παππούλη, τί θὰ γίνω ἐ­­γώ; Τὸν κοίτα­ξε ὁ ἅγιος Κοσμᾶς, τὸν ζύ­γισε, καὶ τοῦ λέει· –«Θὰ γίνῃς μεγάλος ἄν­θρω­πος… Καὶ στὴν Πόλι θὰ πᾷς, μὰ μὲ κόκκινα γέ­νεια» (πρ. 115, σ. 317). Τὸ παιδὶ αὐτὸ ἦταν ὁ Ἀλῆ πα­σᾶς. Μεγάλωσε, ἔ­φυγε ἀπὸ τὰ βουνά, πῆγε κάτω, ἔγινε πασᾶς· τυράννησε, ἔσφαξε, ἔπνιξε, ἀτίμασε, ἔβαψε τὰ χέρια του στὸ αἷμα. Ἀ­πέ­κτησε πλοῦτο, γέμι­σε πιθάρια χρυσάφι, ἔ­κανε κάστρο στὸ νησὶ τῶν Ἰωαννίνων. Ἔγινε θηρίο μεγάλο, ὑπερηφανεύ­τηκε, ἕως ὅ­του ἐ­παναστάτησε κ᾽ ἐναντίον τοῦ σουλτά­­νου. Κι ὁ σουλτᾶνος διέταξε τὰ στρατεύματά του, τὸν πολέμησαν, τὸν ἔπιασαν, τὸν σκότωσαν, καὶ τοὺς εἶπε νὰ πᾶνε τὸ κεφάλι του κομμένο στὴν Πόλι. Τό ᾽βαλαν αἱμόφυρτο πάνω σ᾿ ἕ­να πάσσαλο νὰ τὸ βλέπῃ ὁ κόσμος, τὸ πέρασαν ἀπὸ τὰ Γιάννενα καὶ ἄλ­λες πολιτεῖες, καὶ τέλος ἔφτασε στὴν Πόλι μὲ κόκκινα τὰ γένεια. Ἔτσι καὶ αὐτὸς ὁ προφητι­κὸς λόγος τοῦ ἁγίου Κοσμᾶ ἔγινε πραγματικότης.

Εἶπε ἀκόμα ὁ ἅγιος κι αὐτὴ τὴν προφητεία· «Μετὰ τὸ γενικὸ πόλεμο θὰ ζήσῃ ὁ λύκος μὲ τ᾽ ἀρνί» (πρ. 60, σ. 308). Εἶνε ποτὲ δυνατὸν νὰ βοσκή­σῃ λύκος μὲ ἀρνὶ καὶ νὰ μὴν τὸ φάῃ; Τί ἐννοοῦσε ὁ ἅγιος Κοσμᾶς; Ὑπάρχουν δύο λογιῶν λύκοι. Ὑπάρχει ὁ λύκος ποὺ ξέρετε, στὰ βουνά· ὑπάρ­χει ὅμως κ᾽ ἕνας ἄλλος λύκος, ὁ κακὸς καὶ δι­εστραμμένος ἄνθρωπος· ὁ φονιᾶς ποὺ βάφει τὰ χέρια του στὸ αἷμα, αὐτὸς ποὺ παλαμίζει τὸ Εὐαγγέλιο στὰ δικαστήρια, αὐ­τὸς ποὺ βλαστημάει τὰ θεῖα, αὐτὸς ποὺ δὲν πατάει στὴν ἐκ­κλησία, αὐτὸς ποὺ δέρνει τὴ γυ­ναῖκα του καὶ τυ­ραννάει τὰ παιδιά του, ὁ χαρτοπαίκτης, ὁ ἄσω­τος, αὐτὸς ποὺ δὲν ἔχει μέσα του Θεό. Αὐτοὶ εἶνε τὰ θηρία τὰ μεγάλα· μὰ θὰ ᾿ρθῇ μέρα ποὺ κι αὐτοὶ θὰ γονατίσουν μπροστὰ στὸ Χριστό, ὅλοι αὐτοὶ οἱ λύκοι θὰ γίνουν ἀρνιά, καὶ ὅλος ὁ κόσμος θὰ γίνῃ ἕνα μαντρὶ μεγάλο μὲ πρόβα­τα ἥμερα, ποὺ θά ᾽χουν ἕνα ποιμένα, τὸν Χριστό.

***

Τελειώνοντας, ἀγαπητοί μου, τονίζω δύο πράγματα ποὺ ἀποδίδονται στὸν ἅγιο Κοσμᾶ.

Πρῶτον: Τὸν ρώτησαν κάποτε· –Πότε θὰ γί­νῃ τὸ μεγάλο κακό; Καὶ ἀπήντησε· –Ὅ­ταν θὰ δῆ­τε ν᾽ ἀδειάζουν οἱ ἐκκλησιὲς καὶ νὰ γεμίζουν οἱ φυλακές. Στὴν τουρκοκρατία, χωρὶς καμπάνες γιατὶ οἱ Τοῦρκοι δὲν ἐ­πέτρε­παν, οἱ Χριστιανοὶ ἔτρεχαν στὴν ἐκκλησία· τώρα χτυπᾶνε καμπάνες μεγάλες, μὰ οἱ ἄνθρωποι δὲν πατᾶνε στὴν ἐκκλησιά, δὲν ὑ­πάρχει παιδὶ νὰ κρατήσῃ τὴ λαμπάδα. Ἄλλος εἶνε ξαπλωμένος στὸ κρεβά­τι του, ἄλλος παίρνει τὸ τουφέκι του καὶ πάει νὰ κυνηγήσῃ, ἄλλος κλείνεται σὲ κέντρα καὶ χαρτοπαίζει, ἄλλος πηγαίνει στὰ χωράφια του, καὶ ἄλλος ἀλλοῦ. Πραγματοποιήθηκε ὁ λόγος· ἄδειασαν οἱ ἐκκλησιὲς καὶ γέμισαν οἱ φυλακές.

Καὶ δεύτερον: Ὁ ἅγιος Κοσμᾶς εἶπε, ὅτι ὁ δι­άβολος θὰ μᾶς κοσκινίσῃ. Θὰ κατεβῇ στὴ γῆ, ὅπως λέει ἡ Ἀποκάλυψις (12,12)· κι ἀπὸ ὥρα σὲ ὥ­ρα περιμένουμε τὸν ἀντίχριστο, ποὺ θὰ μᾶς κοσκινίσῃ ὅλους· τὰ παλάτια καὶ τὸ λαό, τοὺς πλουσίους καὶ τοὺς φτωχούς, τοὺς ἐργοστασιάρχες καὶ τοὺς γεωργούς, τοὺς παπᾶδες καὶ δεσποτάδες καὶ πατριάρχες.
Θὰ μᾶς κοσκινίσῃ ὅλους ὁ διάβολος
. Ἀλλά, ἀδέρφια μου, μὴ φοβηθῆτε· ὄχι. Παραπάνω ἀπ᾽ ὅλα εἶνε ὁ Κύριος! Κι ἂν δὲν πιστεύῃ ἡ μάνα κι ὁ πατέρας σου, κι ἂν μέσ᾽ στὸν κόσμο μεί­νῃς ἕνας, νὰ γονατίζῃς μπροστὰ στὸ Χριστὸ καὶ νὰ λές· «Πιστεύω, Κύριε· βοήθει μου τῇ ἀ­πιστίᾳ» (Μᾶρκ. 9,24). Δὲν θὰ νικήσῃ ὁ διάβολος, δὲν θὰ νικήσουν οἱ αἱρετικοὶ καὶ οἱ ἄθεοι· θὰ νική­σῃ ὁ Χριστός, ποὺ ζῆ καὶ βασιλεύει εἰς τοὺς αἰ­ῶνας, θὰ νικήσῃ ἡ Ὀρθόδοξος Πίστι. Κοντὰ στὸ Χριστό, μικροὶ καὶ μεγάλοι. Στὰ ἅγιά μας χώματα νὰ παλέψουμε ἔναντι τοῦ διαβόλου.

Καὶ ὁ Χριστός, εὔχομαι ἐγὼ ὁ ἁμαρτωλός, νὰ σᾶς φυλάῃ. Νὰ φυλάῃ τὸν τόπο σας, τὶς γυ­ναῖκες καὶ τὰ παιδιά σας. Νὰ εἶστε εὐλογημένοι καὶ τρισευλογημένοι ἐν Χριστῷ Ἰησοῦ διὰ πρεσβειῶν τῆς ὑπεραγίας Θεοτόκου· ἀμήν.

Ἀπομαγνητοφωνημένη ὁμιλία, ἡ ὁποία ἔγινε στὸν ἱ. ναὸ Ἁγ. Γεωργίου Κυπαρισσίου τῆς ἀρχιερατικῆς περιφερείας Καλλονῆς – Σιατίστης τὴν 23-8-196…; ἑσπέρας. Καταγραφὴ καὶ σύντμησις 24-7-2017.

ΠΗΓΗ simeiakairwn.wordpress.com

Ἔλα ἅγιε Κοσμά νὰ ὁρμηνέψεις καὶ τοὺς σημερινοὺς Ἕλληνες

e- Ορθόδοξη Παρακαταθήκη

….Τί θὰ ἔλεγε, ἄραγε, σήμερα ὁ ἅγιός μας, ὁ Πατροκοσμᾶς, ἂν τὸν εἴχαμε μπροστά μας –καὶ μποροῦμε βέβαια νὰ τὸν ἔχουμε πάντοτε πνευματικὰ μπροστά μας– τί θὰ ἔλεγε στὴ σημερινὴ δύσκολη ἀπὸ κάθε ἄποψη συγκυρία μας, ἐθνική, κοινωνική, ἐκκλησιαστική;

Τί θὰ ἔλεγε αὐτός, ποὺ κατάφερε –μὲ τὴ χάρη τοῦ Χριστοῦ μας– νὰ μεταμορφώσει τόσους καὶ τόσους ἀνθρώπους, ποὺ εἶχαν ἀγριέψει ἀπὸ τὴν ἀμάθεια, καὶ νὰ βγάλει παλληκάρια καὶ ἥρωες, ποὺ μετὰ ἀπὸ λίγα χρόνια θὰ πότιζαν μὲ τὸ αἷμα τους τὸ δένδρο τῆς λευτεριᾶς κατὰ τὸν ἀγῶνα γιὰ τὴν ἐθνική μας παλιγγενεσία;

Καὶ ἀπὸ τὴν ἄλλη πλευρὰ τί θὰ τοῦ λέγαμε ἐμεῖς μὲ πόνο ψυχῆς σὰν σὲ πατέρα καὶ ἀδελφό;Νὰ μερικὰ ἀπ᾽ αὐτὰ ποὺ νομίζω ὅτι θὰ τοῦ λέγαμε:

Ἔλα, ἅγιέ μας, μὲ τὸ τριμμένο ράσο, τὸν σταυρὸ καὶ τὸ κομποσχοίνι στὰ τίμια ροζιασμένα χέρια σου, μὲ τὴν εὐωδιὰ τοῦ λιβανιοῦ καὶ τὸν βουνίσιο ἀέρα, ποὺ ἀνέπνεες καθὼς ὄργωνες…

Δείτε την αρχική δημοσίευση 2.588 επιπλέον λέξεις