Ιστορικά στοιχεία για την  εορτή της Υπαπαντής:

Αποτέλεσμα εικόνας για Ιστορικά στοιχεία για την  εορτή  της Υπαπαντής:"

Επιμέλεια έρευνας: πρωτοπρεσβύτερος Δημήτριος Αθανασίου

Κατά τους τρεις πρώτους αιώνες η εορτή της Υπαπαντής ήταν τελείως άγνωστη στην Εκκλησία, όπως επίσης και αρκετές ακόμη εορτές.

Μόνο ο εορτασμός του Πάσχα ήταν γνωστός και οι λεπτομέρειές του. Ακόμη και η εορτή της Γέννησης του Χριστού ήταν άγνωστη ή μάλλον ακαθόριστη. Οπότε θα ήταν αδιανόητο να παραδεχθούμε ότι είχε καθοριστεί εορτή σαράντα ημερών μετά τη Γέννηση του Κυρίου μιας και δεν ήταν καθορισμένη η ίδια ημέρα και ο μήνας του συγκεκριμένου γεγονότος. Η εορτή ξεκίνησε στα Ιεροσόλυμα, λόγω των πολλών προσκυνημάτων.

Στον 39ο λόγο του για τα Φώτα ο άγιος Γρηγόριος ο Θεολόγος αναφέρει όλες τις λεπτομέρειες για τη γέννησή Του Κυρίου και τις πρώτες ημέρες της ζωής Του. Το παράθεμα των λόγων του είναι το εξής: «Τη μεν ουν γεννήσει τα εικότα προεορτάσαμεν.., μετά αστέρος εδράμομεν και μετά μάγων προσεκυνήσαμεν, μετά ποιμένων περιελάμφθημεν και μετά αγγέλων εδοξάσαμεν, μετά Συμεών ενηγκαλισάμεθα και μετά Άννης ανθωμολογησάμεθα, της γηραιάς και σώφρονος».

Δεν μπορούμε όμως να πούμε με σιγουριά ότι με τα λόγια του αυτά αναφέρεται στην εορτή της Υπαπαντής, παρ’ όλο που κάνει λόγο στα ονόματα του Συμεών και της Άννας. Διότι, τότε που απήγγειλε αυτό το λόγο, τα γεγονότα της παιδικής ηλικίας του Χριστού μέχρι τη βάπτισή του εορτάζονταν σε μία μόνο ημέρα, την ημέρα των Χριστουγέννων.

Άρα, η εορτή ήταν άγνωστη εκείνα τα χρόνια, τουλάχιστον στην Κωνσταντινούπολη. Ως ειδική εορτή εκεί, στην πρωτεύουσα του κράτους δηλαδή, εορτάστηκε περίπου το 379 ή το 380. Δεν ήταν μόνο άγνωστη αυτή η εορτή στην εκκλησία της Κωνσταντινούπολης την εποχή εκείνη, αλλά και σε όλες τις άλλες εκκλησίες της Ανατολής.

Αυτό αποδεικνύεται από την μη ύπαρξη γνήσιων πανηγυρικών λόγων Πατέρων εκείνης της περιόδου. Διότι, τρεις ομιλίες εκείνης της περιόδου αποδείχτηκαν σήμερα μεταγενέστερες και νόθες. Αυτές είναι:

-Ο λόγος «εις τον Συμεώνα και εις την Άνναν, τη ημέρα της υπαντήσεως και εις την αγίαν Θεοτόκον», του Μεθόδιου τον Τύρου,

-ο λόγος εις την Υπαπαντή του Κύριλλου Ιεροσολύμων (312-386)

-ο λόγος του Γρηγορίου του Νύσσης (335-394).

Αντίθετα, γνήσιους λόγους προς την Υπαπαντή βρίσκουμε μετά τις αρχές του ε΄ αιώνα και είναι οι εξής: Του Αμφιλοχίου Ικονίου (μετά το 400 μ.Χ.), του Σωφρονίου Ιεροσολύμων (575-638)84 και του Μοδέστου Ιεροσολύμων, ο οποίος ήταν Πατριάρχης από το 632-634. Αυτό μας δηλώνει ότι η εορτή μέχρι το τέλος του δ΄ αιώνα είναι άγνωστη στους Χριστιανούς.

H αρχαιότερη μαρτυρία της εορτής, είναι το «Οδοιπορικό της Αιθερίας(Ικελίας)» (τέλη του Δ΄ αιώνος), το οποία αναφέρεται στο κλίμα της Εκκλησίας των Ιεροσολύμων. Τελούνταν ως «Παράσταση», το οποία αναλογεί στο «προσαγωγή», σαράντα ημέρες μετά τα Επιφάνεια (περί την 14η Φεβρουαρίου). Από τον τίτλο αντιλαμβανόμαστε, πως δίνονταν έμφαση στη παρουσία του θείου βρέφους ως είδος θεοφανείας στο τότε Ναό, σε αντιδιαστολή με το μεταγενέστερο «Υπαπαντή», το οποίο τόνισε την υποδοχή του Συμεώνος, με τις ανάλογες ερμηνευτικές προεκτάσεις.

Στα Ιεροσόλυμα πραγματοποιούνταν πομπή, η οποία κατέληγε στη Ροτόντα της Αναστάσεως. Ο αρχικός χαρακτήρας της ήταν θεομητορικός, κάτι το οποίο δεικνύει τόσο ο τίτλος της στη Δύση (Festum Purificationis Mariae / Εορτή Καθάρσεως της Μαρίας), όσο και από την μαρτυρία του Γεωργίου μοναχού.

Σε  μία παράγραφο του Οδοιπορικού γράφονται τα εξής. «Βεβαίως η Τεσσαρακοστή των Επιφανείων, τελείται ενταύθα πανηγυρικώτατα.

Την ημέραν δε ταύτην τελείται λιτανεία εν τη Αναστάσει, πάντες δε λιτανευούσι και τα πάντα γίνονται εν τάξει μετά μεγάλης χαρμοσύνης, ως και το Πάσχα. Πάντες δε οι πρεσβύτεροι κηρύττουσι, προς δε και ο επίσκοπος, ομολών πάντοτε περί του χωρίου εκείνου του ευαγγελίου, εν τω ιερώ και είδον αυτόν ο Συμεών και η Άννα η προφήτις, θυγατήρ Φανουήλ, και περί των λόγων εκείνων, ους είπον ιδόντες τον Κύριον, πάντων εν τάξει κατά τα ειωθότα, δίδοται η θεία κοινωνία και ούτω γίνεται απόλυσις».

Πρέπει να τονίσουμε και δεν πρέπει να ξεχνάμε ότι εκείνη που συνέταξε το Οδοιπορικό ήταν μια ευσεβής προσκυνήτρια. Επομένως ο χαρακτήρας και το περιεχόμενό του είναι μία απλή καταγραφή των εντυπώσεων της.

Αρχικά την εορτή της Υπαπαντής δεν την αποκαλεί με το όνομα το συγκεκριμένο ή κάποιο άλλο παρόμοιο, αλλά την προσφωνεί «Τεσσαρακοστήν. των Επιφανείων». Από αυτό φαίνεται ότι η εορτή δεν είχε εισαχθεί από πολύ καιρό στα Ιεροσόλυμα.

Ένα άλλο ενδιαφέρον στοιχείο του λειτουργικού εορτασμού της Υπαπαντής είναι η απαντώμενη στις πηγές χρήση κεριών. Για παράδειγμα, στον βίο του Αγίου Θεοδοσίου του Κοινοβιάρχου (†529) αναφέρεται ότι η Ικελία, κάτω από την οποία μαθήτευσε, εισήγαγε την χρήση κεριών στην εορτή της Υπαπαντής: «Η μακαρία Ικελία πάσαν ευσεβείας οδόν εξασκήσασα κατέδειξεν εν πρώτοις μετά κηρίων γίνεσθαι την υπαπάντησιν του σωτήρος ημών Θεού.» Δεν είναι όμως αυτή η μοναδική μαρτυρία. Από την περιοχή των Ιεροσολύμων και πάλι σώζεται ομιλία στην Υπαπαντή η οποία αποδίδεται στον Κύριλλο Ιεροσολύμων. Στο τέλος της ομιλίας προτρέπει ο Άγιος Κύριλλος τους πιστούς: «Ούτως σήμερον φαιδροί φαιδρώς τας λαμπάδας κοσμήσωμεν· ούτως, ως υιοί φωτός, τους κηρούς τω φωτί τω αληθινώ Χριστώ προσάγωμεν».

Αλλη σχετική μαρτυρία, αγνώστου όμως προελεύσεως και εποχής, είναι η εισαγωγή της ομιλητικής διασκευής του σχετικού τμήματος του υπομνήματος του Αγίου Κυρίλλου Αλεξανδρείας στο κατά Λουκάν Ευαγγέλιο. Εκεί, αναφέρεται χαρακτηριστικά ότι «…και επειδή πάντες προθύμως συνήλθετε, της φαιδρότητος της Δεσποτικής εορτής εις τούτο συναθροισάσης μετά φαιδρών των λαμπάδων, φαιδρώς πανηγυρίσωμεν…». Το στοιχείο αυτό, δηλαδή οι αναφορές στην χρήση κεριών, μαζί και με άλλα στοιχεία, οδήγησαν τον Μ. Connell να εξετάσει την σοβαρή πιθανότητα να ήταν η εορτή της Υπαπαντής ημέρα βαπτισματική. Αξιοσημείωτο είναι το γεγονός ότι το αρχαίο όνομα της εορτής στην Γεωργιανή λειτουργική παράδοση ήταν «lamproba» δηλαδή εορτή των φανών, και ότι στα Σαββαϊτικά τυπικά υπάρχει μνεία χρήσης κεριών στην εορτή: «εις δε την εννάτην, δίδονται κηρία τοις αδελφοίς».

Το Αρμενικό Λεξιονάριο (αρχές 5ου αιώνα), πολύτιμη πηγή πληροφοριών για την λειτουργική πράξη των Ιεροσολύμων, αναφέρει ότι «14 Φεβρουαρίου, τεσσαρακοστή ημέρα από της Γεννήσεως του Κυρίου ημων Ιησού Χριστού» η σύναξη ελάμβανε χώρα στη Βασιλική του Μ. Κων/νου, και τα αναγνώσματα της ημέρας ήταν: Ψαλμός 97:3, Αποστολικό Ανάγνωσμα προς Γαλάτας 3:24-29, Αλληλούια Ψαλμός 95:2, Ευαγγέλιον κατά Λουκά 2:22-40. Από την ίδια εποχή σώζονται και τρεις ομιλίες στην Υπαπαντή του Ησυχίου, πρεσβυτέρου στην εκκλησία των Ιεροσολύμων (†μετά το 451). Οι τρεις αυτές ομιλίες όχι μόνο επιβεβαιώνουν την ύπαρξη της εορτής στα Ιεροσόλυμα, αλλά είναι και τα πρώτα αδιάσειστα ομιλητικά παραδείγματα σχετικά με την εορτή που μας έχουν σωθεί.

Στο Γεωργιανό Λεξιονάριο (5ος-8ος αιώνας) μας δίδονται τα αναγνώσματα της ημέρας, τα οποία συμπεριλαμβάνουν και αναγνώσματα της Παλαιάς Διαθήκης, που ακόμη διαβάζονταν εντός της Θείας Λειτουργίας:

Ψαλμός 97:3, στίχος 2
Παροιμίες 23:11-18
Σοφία Σολωμόντος 4:8-12
Ησαΐας 19:1-4
Προς Γαλάτας 3:24
Αλληλούια, Ψαλμός 44:11-12
Ευαγγέλιον κατά Λουκάν 2:22:40.

Στην Κωνσταντινούπολη η Υπαπαντή καθιερώθηκε επί Ιουστινιανού του Α΄ (518-527), ίσως το 526-527 με αφορμή την συγκυρία ενός σεισμού23, ή επί Ιουστινιανού το 541–2, αν ακολουθήσουμε τον Νικηφόρο Κάλλιστο.

Πρώτος ο οποίος καταθέτει σχετική μαρτυρία κατά τον η’ αιώνα για τη θέσπιση της εορτής από τον Ιουστινιανό υπήρξε ο Παύλος ο Διάκονος. Σχετικά με αυτό το γεγονός έχουμε και μία δεύτερη μαρτυρία από το Θεοφάνη τον Ομολογητή, ο οποίος στη Χρονογραφία του ανέφερε ότι: «και τω αυτω χρόνω (ήτοι τω 14ω της βασιλείας του Ιουστινιανού) η Υπαπαντή του Κυρίου έλαβεν αρχήν επιτελείσθαι εν τω Βυζαντίω τη 2α του Φεβρουαρίου μηνός». Τα ίδια επανέλαβε και ο Νικηφόρος Κάλλιστος Ξανθόπουλος στην Εκκλησιαστι-κή του Ιστορία λέγοντας:

«Τάττει δέ και την του Σωτήρος Υπαπαντήν, άρτι πρώτως, απανταχού της γης εορτάζεσθαι, ώσπερ Ιουστίνος τήν του Χριστού αγίαν γέννησιν».

Υπάρχει, όμως και μία άλλη γνώμη του Γεωργίου Κεδρηνού, που βασίστηκε στο χωρίο αυτό και υποστήριξε ότι «επί αυτού δε (του Ιουστίνου) ετυπώθη εορτάζειν ημάς και την εορτήν της Υπαπαντής, της μέχρι τότε μη εορταζομέ-νης». Θεωρεί λοιπόν, πως εκείνος που θέσπισε την εορτή της Υπαπαντής ήταν ο Ιουστίνος. Κάτι τέτοιο όμως δεν ισχύει και αποκλείεται. Ο Ιουστινιανός ήταν εκείνος που πρώτος γενίκευσε την εορτή.

Από τότε λοιπόν, που εισήχθη στο εορτολόγιο του Βυζαντινού κράτους, από το αυτοκρατορικό διάταγμα του Ιουστινιανού, η εορτή της Υπαπαντής εορτάζεται μέχρι σήμερα και στην Ανατολική Εκκλησία.

Τον πανηγυρικό εορτασμό και τις τελετές της εορτής της Υπαπαντής μας περιγράφει με κάθε λεπτομέρεια ο Κωνσταντίνος ο Πορφυρογέννητος στο έργο του «Έκθεσις περί της Βασιλείου Τάξεως».

Τα γεγονότα αυτά αναφέρονται στο Α’ Βιβλίο του και συγκεκριμένα στο 26ο κεφάλαιό του που ξεκινάει: «όσα δει παραφυλάττειν τη εορτή και προελεύσει της Υπαπαντής»..

Σύμφωνα με αυτή την έκθεση, ο πανηγυρισμός θεσπίστηκε να γίνεται στο ναό των Βλαχερνών. Έπειτα από την επιθυμία και τη διαταγή του αυτοκράτορα Ιουστινιανού την παραμονή της εορτής τελούνταν παννυχίς στο ναό αυτό. Κατόπιν, την κύρια ημέρα της εορτής, ο αυτοκράτορας φορώντας τη μεγάλη του στολή μαζί με τους ένστολους τιτλούχους και τους οφφικιάλους της αυλής κατευθύνονταν προς το ναό των Βλαχερνών τελώντας μια μεγάλη λιτανεία. Ο αυτοκράτορας καθόταν στο νάρθηκα και περίμενε τον πατριάρχη.

Ο πατριάρχης από την άλλη συνοδεύονταν από όλους τους κληρικούς και με λιτανεία πήγαινε να συναντήσει τον αυτοκράτορα. Οι δύο αυτές λιτανείες συναντιόνταν μπροστά στο νάρθηκα του ναού. Ο αυτοκράτορας και ο πατριάρχης ασπάζονταν μεταξύ τους και έμπαινε ο καθένας μέσα στο ναό. Ο βασιλιάς άναβε κερί και έμπαινε μέσα στο θυσιαστήριο. Ασπάζονταν την «αγίαν ενδυτήν«, που ήταν ένα πολυτελές και χρυσοΰφαντο άμφιο με το οποίο κάλυπταν την αγία τράπεζα. Αφού μετά λάμβανε «αποκόμβιον«, το έβαζε πάνω στην αγία τράπεζα και μετά έβγαινε από αυτή.( Αποκόμβιον ή επικόμβιον και επικόμβια ήταν στα Βυζαντινά χρόνια, τα νομίσματα, που διανέμονταν στους υπηκόους κατά την τελετή της στέψης των αυτοκρατόρων, τα οποία ήταν τυλιγμένα μέσα σε χρυσοποίκιλτο μαντίλι).

Κατόπιν, μετά από την αποχώρηση του αυτοκράτορα, ο πατριάρχης «εν τω ευκτηρίω» συνέχιζε τη λειτουργία. Έπειτα πρόσφερε στον αυτοκράτορα τα θεία δώρα. Από το χέρι του πατριάρχη μεταλάμβαναν και οι υπόλοιποι, όπως οι στρατηγοί. Στη συνέχεια ο πατριάρχης ολοκλήρωνε την ακολουθία.

Μετά τη λειτουργία σειρά είχε ένα πλούσιο γεύμα προς τιμή του πατριάρχη, που έτρωγε μαζί με το βασιλιά. Συνομιλούσαν μεταξύ τους, αλλά κουβέντιαζαν και με τους προσκυνητές. Έπειτα από αυτά ασπάζονταν μεταξύ τους και αφού εξέρχονταν τελείωνε ο μεγάλος πανηγυρισμός της εορτής της Υπαπαντής.

ΠΗΓΕΣ

  1. Πρεσβ. Στέφανος Αλεξόπουλος, ¨Οι Εορτές της Περιτομής και της Υπαπαντής του Κυρίου¨, Το Χριστιανικό Εορτολόγιον, Πρακτικά Η’ Πανελλήνιου Λειτουργικού Συμποσίου Στελεχών Ιερών Μητροπόλεων, Κλάδος Εκδόσεων Της Επικοινωνιακής και Μορφωτικής Υπηρεσίας της Εκκλησίας της Ελλάδος, Βόλος 2006, σ. 514.
  2. Η Εορτή της Υπαπαντής (ιστορία-γραμματεία-θεολογία)-Φωτεινής Χαμαλάκη.
  3. Από την προχριστιανική λοχεία, στην Υπαπαντή του Χριστού ( (Κόττη Κωνσταντίνου)

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Google

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Σύνδεση με %s