Επικήδειος του Θεσσαλονίκης Ανθίμου για τον Αρχιεπίσκοπο Χριστόδουλο (+28 Ιανουαρίου 2008)

 

Αποτέλεσμα εικόνας για ΑΡΧΙΕΠΙΣΚΟΠΟΣ ΧΡΙΣΤΟΔΟΥΛΟ

Ἀ­δελ­φοί,

Τὶς πρῶ­τες πρω­ϊ­νὲς ὧ­ρες καὶ πρὶν ἀ­κό­μη φέ­ξη τὸ φυ­σι­κὸ φῶς τοῦ οὐ­ρα­νοῦ, στὸ Ἐκ­κλη­σι­α­στι­κὸ Κτί­ρι­ο τῆς ἀρ­χι­ε­πι­σκο­πι­κῆς κα­τοι­κί­ας στὸ Ψυ­χι­κὸ τῆς Ἀτ­τι­κῆς, ἕ­νας ἱ­ε­ρὸς ἄν­δρας, ἕ­να πο­λύ­τι­μο κό­σμη­μα τῆς δω­ρε­ᾶς τοῦ Θε­οῦ στὴν Ἐκ­κλη­σί­α Του, ἀ­φῆ­κε τὴν τε­λευ­ταί­α του πνο­ή, πα­ρα­δί­δο­ντας τὴν ψυ­χή του σὲ Κεῖ­νον ποὺ τὴν εἶ­χε πλά­σει. Ἔκ­πλη­κτοι οἱ θε­ρά­πο­ντες ἰ­α­τροὶ καὶ οἱ ἄν­θρω­ποι οἱ δι­κοί του, στά­θη­καν ἐ­νε­οὶ μπρο­στὰ στὸν ἀ­νε­πι­θύ­μη­το ἐ­πι­σκέ­πτη, τὸν θά­να­το. Τὸ ση­μεῖ­ο τοῦ σταυ­ροῦ ἀ­πὸ τοὺς πα­ρό­ντες ἐ­πε­σφρά­γι­σε τὸ «μυ­στή­ρι­ο» τοῦ θα­νά­του. Ὁ Ἀρ­χι­ε­πί­σκο­πος Ἀ­θη­νῶν καὶ πά­σης Ἑλ­λά­δος Χρι­στό­δου­λος ἦ­ταν νε­κρός.

Τὸ ὡ­ρο­λό­γι­ο τῆς ἱ­στο­ρί­ας τῆς ἁ­γι­ω­τά­της Ἐκ­κλη­σί­ας τῆς Ἑλ­λά­δος εἶ­χε στα­μα­τή­σει. Σὰν τὸ φῶς με­τὰ τὰ χα­ρά­μα­τα, δι­α­δό­θη­κε τα­χύ­τα­τα ἡ εἴ­δη­ση τῆς ἐκ­δη­μί­ας τοῦ Ἀρ­χι­ε­πι­σκό­που Χρι­στο­δού­λου, ποὺ ἦλ­θε καὶ ἐ­πά­γω­σε τὶς καρ­δι­ὲς τῶν Ἑλ­λή­νων ἀ­π’ ἄ­κρου εἰς ἄ­κρον τῆς ἑλ­λη­νι­κῆς πα­τρί­δας καὶ ἐ­κτὸς αὐ­τῆς στὸν ἀ­πό­δη­μο Ἑλ­λη­νι­σμό. Βα­ρύ­τα­το τὸ πέν­θος, ἀ­νε­κτί­μη­τος ἡ ἀ­πώ­λει­α, σκλη­ρὸς ὁ ἀ­πορ­φα­νι­σμός, παν­στρα­τι­ὰ οἱ δα­κρύ­ο­ντες γι­ὰ τὴν στέ­ρη­σή τους ἀ­πὸ τὸν πνευ­μα­τι­κὸ πα­τέ­ρα, παλ­λα­ϊ­κὴ καὶ σὲ ἐ­πί­πε­δο θε­σμι­κῶν καὶ δι­α­κε­κρι­μέ­νων προ­σω­πι­κο­τή­των ἡ ὁ­μο­λο­γί­α ὅ­τι ἡ Ὀρ­θό­δο­ξος Ἐκ­κλη­σί­α τῆς Ἑλ­λά­δος ἐ­στε­ρή­θη τοῦ Ἀρ­χι­ε­πι­σκό­που Ἀ­θη­νῶν Χρι­στο­δού­λου, ἀν­δρὸς ἱ­ε­ροῦ, εὐ­παι­δεύ­του, ἐκ­κλη­σι­α­στι­κοῦ, εὐ­γε­νοῦς, χα­ρι­σμα­τι­κοῦ, εὐ­τόλ­μου, φι­λαν­θρώ­που καὶ φι­λο­πά­τρι­δος.

Ταυ­τό­χρο­να μὲ τὴν θλί­ψη, μέ­σα ἀ­πὸ τὰ ἀ­πο­θέ­μα­τα τῆς ὀρ­θο­δό­ξου πνευ­μα­τι­κό­τη­τος, ἀ­νέ­τει­λε ἀ­πὸ τὶς ψυ­χὲς τῶν πι­στευ­ό­ντων Χρι­στι­α­νῶν, κλή­ρου καὶ λα­οῦ, ἡ κα­τα­φυ­γὴ στὸν αἰ­ώ­νι­ο λό­γο τοῦ Σω­τῆ­ρος Χρι­στοῦ γι­ὰ τὸν θά­να­το· «Μὴ θαυ­μά­ζε­τε τοῦ­το ὅ­τι ἔρ­χε­ται ὥ­ρα ἐν ᾗ πά­ντες οἱ ἐν τοῖς μνη­μεί­οις ἀ­κού­σο­νται τῆς φω­νῆς αὐ­τοῦ καὶ ἐκ­πο­ρεύ­σο­νται οἱ τὰ ἀ­γα­θὰ ποι­ή­σα­ντες εἰς ἀ­νά­στα­σιν ζω­ῆς» (Ἰω. 5,28-29). Καὶ ὁ θε­ό­πνευ­στος μέ­γας Ἀ­πό­στο­λος Παῦ­λος συμ­βου­λεύ­ει· «Οὐ θέ­λο­μεν ὑ­μᾶς ἀ­γνο­εῖν πε­ρὶ τῶν κε­κοι­μη­μέ­νων, ἵ­να μὴ λυ­πῆ­σθε κα­θὼς καὶ οἱ λοι­ποὶ οἱ μὴ ἔ­χο­ντες ἐλ­πί­δα» (Α΄ Θεσσ. 4,13).

Πο­λύ­φω­τος οὐ­ρα­νὸς ἡ Ἐκ­κλη­σί­α ἀ­ντι­φεγ­γί­ζου­σα τὴν δό­ξα τῆς μο­ναρ­χού­σης στὸν κό­σμο Τρι­ση­λί­ου Θε­ό­τη­τος, στρέ­φει τοὺς προ­βο­λεῖς της, δι­δα­κτι­κά, ἀ­πο­κα­λυ­πτι­κὰ καὶ στὸν πε­ρί­πυ­στο ἀρ­χι­ε­πι­σκο­πι­κὸ θρό­νο τῆς Ἐκ­κλη­σί­ας τῆς Ἑλ­λά­δος, ὅ­που ὁ κε­κοι­μη­μέ­νος Προ­κα­θή­με­νος αὐ­τῆς Ἀρ­χι­ε­πί­σκο­πος Χρι­στό­δου­λος δι­έ­θε­σε τὶς δω­ρε­ὲς τοῦ Θε­οῦ καὶ τὰ ἀν­θρώ­πι­να χα­ρί­σμα­τα, ποὺ μὲ τὴν σει­ρά τους ἀ­ντα­να­κλοῦν πνευ­μα­τι­κὰ πά­νω στὰ ἑ­κα­τομ­μύ­ρι­α τῶν ψυ­χῶν τοῦ πλη­ρώ­μα­τος τῆς στρα­τευ­ο­μέ­νης Ἐκ­κλη­σί­ας.

Κλί­νου­σα γό­νυ σε­βα­σμοῦ εὐ­γνω­μο­σύ­νης καὶ εὐ­χα­ρι­στι­ῶν ἡ Ἐκ­κλη­σί­α τῆς Ἑλ­λά­δος δι­ὰ τῆς σε­πτῆς Ἱ­ε­ραρ­χί­ας αὐ­τῆς, πρὸς τὸν «μα­κα­ρί­ᾳ τῇ λή­ξει γε­νό­με­νον» ἀ­οί­δι­μο Ἀρ­χι­ε­πί­σκο­πο Χρι­στό­δου­λο, δη­μι­ουρ­γεῖ καὶ ὀ­νο­μά­ζει στα­θμὸ ἀ­να­φο­ρᾶς ὅ­λη τὴν ἀρ­χι­ε­πι­σκο­πεί­α του, στὴν ὁ­ποί­α κα­τα­φαί­νε­ται, «θεί­ᾳ συ­νάρ­σει» ἡ ἐξελί-ξιμη, προ­ϊ­οῦ­σα καὶ εὐ­λο­γη­μέ­νη πα­ρὰ τοῦ Θε­οῦ Ἐκ­κλη­σί­α τῆς Ἑλ­λά­δος πρὸς τὸν σκο­πὸ τῆς ἐκ­πλη­ρώ­σε­ως τῆς ὑ­ψη­λῆς ἀ­πο­στο­λῆς της.

Ὑ­πεί­κο­ντες στὴν πα­ρα­δε­δο­μέ­νη τε­λε­τουρ­γι­κὴ τα­κτι­κὴ τῆς ἁ­γί­ας μας Ἐκ­κλη­σί­ας κα­τὰ τὶς ἱ­ε­ρὲς ἐκ­δη­μί­ες τῶν ἐκ­κλη­σι­α­στι­κῶν προ­σω­πι­κο­τή­των, νὰ πα­ρα­τί­θε­νται συ­νο­πτι­κῶς τὰ βι­ο­γρα­φι­κὰ αὐ­τῶν, πα­ρα­θέ­το­μεν τὰ ἀ­κό­λου­θα, ὡς μί­α συνοπτικὴ ἐ­νη­μέ­ρω­ση:

Ὁ κε­κοι­μη­μέ­νος Ἀρ­χι­ε­πί­σκο­πος Ἀ­θη­νῶν καὶ πά­σης Ἑλ­λά­δος κυ­ρὸς Χρι­στό­δου­λος, κα­τὰ κό­σμο Χρῆ­στος Πα­ρα­σκευ­α­ΐ­δης τοῦ Κων­στα­ντί­νου καὶ τῆς Βα­σι­λι­κῆς, γεν­νή­θη­κε στὴν Ξάν­θη τῆς Δυ­τι­κῆς Θρά­κης τὸ 1939. Τὸ 1941 ἡ οἰ­κο­γέ­νει­ά του με­τοι­κί­ζει στὴν Ἀ­θή­να. Στὴν Ἀ­θή­να ὁ Χρι­στό­δου­λος ἀ­να­πτυσ­σό­με­νος πνευ­μα­τι­κὰ μέ­σῳ τῶν κα­τη­χη­τι­κῶν εὐ­και­ρι­ῶν τῆς ἐ­νο­ρί­ας τῆς ἁ­γί­ας Ζώ­νης Κυ­ψέ­λης, ἐ­φοί­τη­σε στὴ Λε­ό­ντει­ο Σχο­λὴ καὶ ἐ­σπού­δα­σε στὴ Νο­μι­κὴ Σχο­λὴ (1956-1961) καὶ στὴ Θε­ο­λο­γι­κὴ Σχο­λὴ (1962-1967) τοῦ Πα­νε­πι­στη­μί­ου Ἀ­θη­νῶν, μὲ βα­θμὸ καὶ ἐκ τῶν δύ­ο σχο­λῶν Ἄ­ρι­στα. Ταυ­το­χρό­νως σπού­δα­σε βυ­ζα­ντι­νὴ μου­σι­κὴ στὸ Ὠ­δεῖ­ο Ἀ­θη­νῶν καὶ ἐ­πε­δό­θη στὴν ἐ­κμά­θη­ση ξέ­νων γλωσ­σῶν. Τὸ Μάρ­τι­ο τοῦ 1981 ἀ­να­γο­ρεύ­ε­ται δι­δά­κτωρ τοῦ Κα­νο­νι­κοῦ Δι­καί­ου ἀ­πὸ τὴν Θε­ο­λο­γι­κὴ Σχο­λὴ τοῦ Ἀ­ρι­στο­τε­λεί­ου Πα­νε­πι­στη­μί­ου Θεσ­σα­λο­νί­κης. Ἀ­κο­λου­θή­σας τὸν ἄ­γα­μο ἐκ­κλη­σι­α­στι­κὸ βί­ο, τὸ 1961 ἐ­χει­ρο­το­νή­θη­κε δι­ά­κο­νος καὶ τὸ 1965 πρε­σβύ­τε­ρος καὶ ὡς ἀρ­χι­μαν­δρί­της το­πο­θε­τεῖ­ται προ­ϊ­στά­με­νος καὶ ἱ­ερο­κή­ρυξ στὸν ἱ­ε­ρὸ Να­ὸ τῆς Πα­να­γί­τσας Πα­λαι­οῦ Φα­λή­ρου, ὅ­που ἀ­νέ­πτυ­ξε πλου­σι­ω­τά­τη ποι­μα­ντι­κὴ καὶ ἱ­ε­ρα­πο­στο­λι­κὴ δρά­ση. Τὴν ἴ­δι­α πε­ρί­ο­δο ἀ­να­λαμ­βά­νει, κα­τό­πιν δι­α­γω­νι­σμοῦ, κα­θή­κο­ντα γραμ­μα­τέ­ως τῆς Ἱ­ε­ρᾶς Συ­νό­δου καὶ στὴ συ­νέ­χει­α ἀρ­χι­γραμ­μα­τεύ­ο­ντος αὐ­τῆς. Τὸν Ἰ­ού­λι­ο τοῦ ἔ­τους 1974 ἐ­κλέ­γε­ται Μη­τρο­πο­λί­της Δη­μη­τρι­ά­δος, μὲ ἕ­δρα τὸν Βό­λο, ὅ­που ἀ­να­πτύσ­σει πλού­σι­α καὶ πο­λι­σχι­δῆ δρά­ση, μὲ πρω­το­βου­λί­ες ποὺ τὸ πρῶ­τον ἐ­φηρ­μό­σθη­σαν σὲ το­πι­κὴ Ἐκ­κλη­σί­α. Ἡ Ἱ­ε­ρὰ Σύ­νο­δος τῆς Ἐκ­κλη­σί­ας τὸν ἐ­χρη­σι­μο­ποί­η­σε πολ­λά­κις σὲ δι­α­φό­ρους το­μεῖς καὶ σὲ ἀ­πο­στο­λὲς μα­ζὺ καὶ μὲ ἄλ­λους Ἱ­ε­ράρ­χες γι­ὰ σο­βα­ρό­τα­τα ζη­τή­μα­τα τῆς Ἐκ­κλη­σί­ας.

Χη­ρεύ­σα­ντος τοῦ ἀρ­χι­ε­πι­σκο­πι­κοῦ θρό­νου τῶν Ἀ­θη­νῶν, με­τὰ τὴν ἐκ­δη­μί­α τοῦ μα­κα­ρι­στοῦ Ἀρ­χι­ε­πι­σκό­που κυ­ροῦ Σε­ρα­φεὶμ Τί­κα τὴν 10η Ἀ­πρι­λί­ου 1998, ἡ Ἱ­ε­ρὰ Σύ­νο­δος τῆς Ἱ­ε­ραρ­χί­ας τῆς Ἐκ­κλη­σί­ας τῆς Ἑλ­λά­δος, ἐ­ξέ­λε­ξε τὸν ἀ­πὸ Δη­μη­τρι­ά­δος Μη­τρο­πο­λί­τη Χρι­στό­δου­λο, τὴν 28η Ἀ­πρι­λί­ου 1998, νο­μί­μως καὶ κα­νο­νι­κῶς, Ἀρ­χι­ε­πί­σκο­πο Ἀ­θη­νῶν καὶ πά­σης Ἑλ­λά­δος, ὡς τὸν 19ο ἀ­πὸ τῆς Πα­λιγ­γε­νε­σί­ας τοῦ Ἑλληνικοῦ Κράτους Ἀρ­χι­ε­πί­σκο­πο μὲ ἀ­πό­λυ­τα νό­μι­μες, κα­νο­νι­κές, δη­μο­κρα­τι­κὲς καὶ συ­νο­δι­κὲς δι­α­δι­κα­σί­ες καὶ μά­λι­στα ὑ­πὸ τῆς Συ­νό­δου τῆς Ἱ­ε­ραρ­χί­ας τῆς Ἐκ­κλη­σί­ας τῆς Ἑλ­λά­δος. Ἀ­πὸ τὴν δι­α­δι­κα­σί­α τῆς ἐν­θρο­νί­σε­ως τὴν 9η Μα­ΐ­ου 1998, ἐ­κτὸς ἀ­πὸ τὶς ἐν­θου­σι­ώ­δεις ἐκ­δη­λώ­σεις τοῦ εὐ­σε­βοῦς λα­οῦ­ καὶ πέ­ραν τῆς ἐφαρμογῆς τῶν νο­μο­κα­νο­νι­κῶν δι­α­τά­ξε­ων, ὁ Ἀρ­χι­ε­πί­σκο­πος Χρι­στό­δου­λος κα­τέ­λι­πε δύ­ο μνη­μει­ώ­δη κεί­με­να πνευ­μα­τι­κοῦ, ἐκ­κλη­σι­α­στι­κοῦ καὶ νο­μο­κα­νο­νι­κοῦ πε­ρι­ε­χο­μέ­νου. 1ο Τὸν ἐν­θρο­νι­στή­ρι­ο λό­γο του καὶ 2ο Τὴν εἰ­σα­γω­γι­κὴ ὁ­μι­λί­α του ἐ­νώ­πι­ον τῆς Ἱ­ε­ραρ­χί­ας τῆς Ἐκ­κλη­σί­ας τῆς Ἑλ­λά­δος, κα­τὰ τὴν πρώ­τη σύ­γκλη­ση αὐ­τῆς ὑ­πὸ τὴν προ­ε­δρί­α του τὴν 6η Ὀ­κτω­βρί­ου 1998. Τὰ δύ­ο κεί­με­να αὐ­τὰ ἦ­σαν οἱ προ­άγ­γε­λοι καὶ προ­πο­μποὶ γι­ὰ τὶς ἐ­νέρ­γει­ες, τὶς πρω­το­βου­λί­ες, τὶς ἐ­μπνεύ­σεις καὶ τὶς δρά­σεις τοῦ νέ­ου Ἀρ­χι­ε­πι­σκό­που, ὁ ὁ­ποῖ­ος κυ­ρι­ο­λε­κτι­κῶς, ἐρ­γα­ζό­με­νος νυ­χθη­με­ρὸν καὶ κι­νού­με­νος πρὸς «πᾶ­σαν ἀ­να­γκαί­αν χρεί­αν» ἐ­πε­λή­φθη ἐ­γκαί­ρως τῆς με­γά­λης καὶ δυ­σχε­ροῦς ἀ­πο­στο­λῆς ποὺ ἀ­παι­τεῖ τὸ εὐ­λο­γη­μέ­νο, ἀλ­λὰ κο­πι­ῶ­δες καὶ ρι­ψο­κίν­δυ­νο ἔρ­γο τοῦ Ἀρ­χι­ε­πι­σκό­που τῆς Ἐκ­κλη­σί­ας τῆς Ἑλ­λά­δος.

Τὸ ση­μα­ντι­κώ­τε­ρο κα­τόρ­θω­μα τοῦ Ἀρ­χι­ε­πι­σκό­που Χρι­στο­δού­λου εἶ­ναι τὸ γε­γο­νὸς ὅ­τι ἐ­το­πο­θέ­τη­σε τὴν Ἐκ­κλη­σί­α στὸ κέ­ντρο τοῦ ἐν­δι­α­φέ­ρο­ντος, τῶν προ­βλη­μα­τι­σμῶν καὶ τῆς ἐ­πι­και­ρό­τη­τος. Μὲ τὸν με­στὸ λό­γο, ἀλ­λὰ καὶ τὶς εὐ­φυ­εῖς πα­ρεμ­βά­σεις του σὲ θέ­μα­τα κα­τα­λυ­τι­κὰ γι­ὰ τὴν πνευ­μα­τι­κὴ καὶ ἠ­θι­κὴ ζω­ὴ τοῦ τό­που, κα­τώρ­θω­σε νὰ ἀ­να­δεί­ξη τὶς θέ­σεις τῆς Ἐκ­κλη­σί­ας καὶ νὰ ὑ­πο­στα­σι­ά­ση τὴν προσ­δο­κί­α τῆς «ἄλ­λης φω­νῆς» στὴν πο­λυ­φω­νι­κὴ Βα­βὲλ τῶν δι­α­φό­ρων σκοπῶν καὶ σκο­πι­μο­τή­των. Πρώ­τη φο­ρὰ τὸ κή­ρυ­γμα τοῦ Ἀρ­χι­ε­πι­σκό­που Ἀ­θη­νῶν, ἀ­πο­κτᾶ κε­ντρι­κὴ θέ­ση σὲ ὅ­λα τὰ δελ­τί­α εἰ­δή­σε­ων τῆς Κυ­ρι­α­κῆς, ἔ­στω καὶ ἀ­πο­σπα­σμα­τι­κά. Πρώ­τη φο­ρὰ τὸ πε­ρι­ε­χό­με­νο ἐκ­κλη­σι­α­στι­κῆς δι­δα­χῆς γί­νε­ται ἀ­ντι­κεί­με­νο αὐ­θορ­μή­των κα­θη­με­ρι­νῶν συ­ζη­τή­σε­ων, ἔ­στω καὶ ἂν δι­α­τυ­πώ­νο­νται ἀ­ντιρ­ρή­σεις ἢ ποι­κί­λα σχό­λι­α. Πρώ­τη φο­ρὰ δη­μι­ουρ­γεῖ­ται ἡ αἴ­σθη­ση στὴν ἑ­λλη­νι­κὴ κοι­νω­νί­α ὅ­τι ὑ­πάρ­χει φω­νὴ ἀ­δέ­σμευ­τη, ἕ­τοι­μη νὰ δι­α­σαλ­πί­ση τὸν λό­γο τῆς ἀ­λη­θεί­ας ποὺ ἐ­λευ­θε­ρώ­νει, τὸν λό­γο τῆς λυ­τρώ­σε­ως ποὺ εἰ­ρη­νεύ­ει, τὸν λό­γο τῆς ἐλ­πί­δος ποὺ ἀ­να­νε­ώ­νει, χω­ρὶς νὰ ἀ­γνο­οῦ­νται καὶ οἱ δι­α­τυ­πού­με­νες ἀ­ντιρ­ρή­σεις.

Ὁ ἱ­ε­ρὸς Ἀ­πό­στο­λος Παῦ­λος, ἐ­μπνε­ό­με­νος ὑ­πὸ τοῦ ἁ­γί­ου Πνεύ­μα­τος, δι­δά­σκει εἰ­δι­κώ­τε­ρα: «Ἔ­χο­ντες δὲ χα­ρί­σμα­τα κα­τὰ τὴν χά­ριν τὴν δο­θεῖ­σαν ἡ­μῖν δι­ά­φο­ρα, εἴ­τε προ­φη­τεί­αν, κα­τὰ τὴν ἀ­να­λο­γί­αν τῆς πί­στε­ως, εἴ­τε δι­α­κο­νί­αν ἐν τῇ δι­α­κο­νί­ᾳ, εἴ­τε ὁ δι­δά­σκων ἐν τῇ δι­δα­σκα­λί­ᾳ εἴ­τε ὁ πα­ρα­κα­λῶν ἐν τῇ πα­ρα­κλή­σει, ὁ με­τα­δι­δοὺς ἐν ἁ­πλό­τη­τι, ὁ προ­ϊ­στά­με­νος ἐν σπου­δῇ, ὁ ἐ­λε­ῶν ἐν ἱ­λα­ρό­τη­τι» (Ρωμ. 12,6-8). Μέ­σα σ’ α­ὐτὴ τὴν ἁ­γι­ο­γρα­φι­κὴ δι­α­τύ­πω­ση, δι­ὰ τῆς Χά­ρι­τος τοῦ ἁ­γί­ου Θε­οῦ, μπο­ροῦ­με νὰ ἀ­να­ζη­τή­σω­με τὴ Δι­α­κο­νί­α καὶ τὸν λό­γο τοῦ Ἀρ­χι­ε­πι­σκό­που Χρι­στο­δού­λου, ὡς ποι­μέ­νος ἐ­πι­σκό­που καὶ Ἀρ­χι­ε­πι­σκό­που τῆς Ἐκ­κλη­σί­ας τῆς Ἑλ­λά­δος, τὰ ξε­χω­ρι­στὰ χα­ρί­σμα­τα, ἤ­τοι τὴν προ­νο­η­τι­κό­τη­τα, τὴν πρό­βλε­ψη, τὴν ἐκ­κλη­σι­α­στι­κὴ δι­α­κο­νί­α, τὴν δι­δα­σκα­λί­α, τὴν προ­τρο­πὴ πρὸς τὸν ἐ­νά­ρε­το βί­ο, τὴν πρα­γμά­τω­ση ἀ­γα­θῶν πρά­ξε­ων μὲ τα­πεί­νω­ση, τὴν ἐ­πι­στα­σί­α καὶ ἐ­πι­μέ­λει­α γι­ὰ τὰ κα­λὰ ἔρ­γα, τὴν ἄ­σκη­ση τῆς ἐ­λε­η­μο­σύ­νης μὲ χα­ρὰ καὶ προ­σή­νει­α.

Αὐ­τὸ τὸ εὐ­λο­γη­μέ­νο πο­λύ­πτυ­χο τῶν ἐκ­κλη­σι­α­στι­κῶν δρα­στη­ρι­ο­τή­των ὑ­πῆρ­ξε προ­σφο­ρὰ πρὸς τὸν δι­δά­σκα­λο, Λυ­τρω­τὴ καὶ Σω­τή­ρα μας Χρι­στό, μὲ ἀ­να­γω­γὴ στὸν οὐ­ρά­νι­ο Πα­τέ­ρα, ὅ­πως ὁ ἴ­δι­ος ὁ Κύ­ρι­ος δι­δά­σκει: «Ἐ­άν τις ἐ­μοὶ δι­α­κο­νῇ τι­μή­σει αὐ­τὸν ὁ πα­τήρ» (Ἰω. 12,26). Καὶ κα­θὼς ἐ­ζή­σα­με τὸν Ἀρ­χι­ε­πί­σκο­πο ὁ­λη­με­ρίς, ἀλ­λὰ καὶ με­τὰ τὰ με­σά­νυ­κτα, νὰ με­ρι­μνᾶ, νὰ σχεδιάζει, νὰ ἀ­γω­νι­ᾶ, νὰ ἀ­νη­συ­χεῖ γι­ὰ τὸ ἔρ­γο τῆς Ἐκ­κλη­σί­ας, τὸν ἐ­νοι­ώ­σα­με νὰ παίρ­νει ἀ­να­πνο­ὲς ἐλ­πί­δος, ἀ­φοῦ καὶ ἄλ­λους ἀ­δελ­φούς, κλη­ρι­κοὺς καὶ λα­ϊ­κούς, κα­τέ­στη­σε στὰ χα­ρα­κώ­μα­τα τοῦ χρέ­ους, καὶ νὰ ἐ­πα­να­λαμ­βά­νει πρὸς ὅ­λους τοὺς λό­γους τῶν ἁ­γίων Ἀ­πο­στό­λων: «Ἡ­μεῖς δὲ τῇ προ­σευ­χῇ καὶ τῇ δι­α­κο­νί­ᾳ τοῦ λό­γου προ­σκαρ­τε­ρή­σο­μεν ἀ­δελ­φοί» (Πραξ. 6,4), γι­ὰ τὴν πο­ρεί­α τῆς Ἐκ­κλη­σί­ας τοῦ Χρι­στοῦ.

Ἡ πο­ρεί­α τοῦ Προ­κα­θη­μέ­νου τῆς Ἐκ­κλη­σί­ας μας ὑ­πῆρ­ξε μί­α συ­νε­χὴς προ­σπά­θει­α, ἕ­νας ἀ­κά­μα­τος τρό­πος ζω­ῆς, ἕ­νας σκλη­ρὸς ἀ­γώ­νας, μι­ὰ εὑ­ρη­μα­τι­κὴ ἀ­να­ζή­τη­ση λύ­σε­ως στὰ προ­βλή­μα­τα ποὺ συ­νε­χῶς ἀ­να­φύ­ο­νται, μι­ὰ ἀ­δι­ά­κο­πη σύ­γκρου­ση μὲ συμ­φέ­ρο­ντα καὶ πα­λαι­ὲς πι­κρί­ες, ὑ­πῆρ­ξε ἄμυνα καὶ ἐ­πί­θε­ση στὰ μέ­τω­πα τῆς ἀ­θε­ΐ­ας, τοῦ ὑ­λι­σμοῦ καὶ κά­ποι­ων μο­ντέρ­νων ἰ­δε­ῶν, ὑ­πῆρ­ξε ἐ­νί­ο­τε πάλη πνευ­μα­τι­κὴ μὲ τὴν ὕ­βρι καὶ τὴ συ­κο­φα­ντί­α. Καὶ μέ­σα σ’ αὐ­τὴ τὴν ἀ­τμό­σφαι­ρα τῶν ἀ­γώ­νων καὶ τῆς ἀ­γω­νί­ας, στά­θη­κε ὄρ­θι­ος, ἰ­σχυ­ρός, νη­φά­λι­ος, προ­ση­νὴς καὶ φι­λι­κὸς «πά­ντα ἰ­σχύ­ων ἐν τῷ ἐν­δυ­να­μοῦ­ντι αὐ­τὸν Χρι­στῷ» (Φι­λιπ. 4,13).

Με­ρι­κοὶ πα­ρά­γο­ντες ἐ­πέ­κρι­ναν, δι­ε­φώ­νη­σαν, ἀμ­φι­σβή­τη­σαν, πα­ρε­ξή­γη­σαν, πα­ρερ­μή­νευ­σαν, καὶ γε­νι­κῶς προ­σε­πά­θη­σαν νὰ βλά­ψουν αὐ­τὸ τὸ ἔρ­γο μὲ ταυ­τό­χρο­νη ἀ­πό­πει­ρα νὰ μει­ώ­σου­ν τὴν ἀ­κτι­νο­βο­λί­α τῆς προ­σω­πι­κό­τη­τος τοῦ δη­μι­ουρ­γοῦ του. Κύ­ρι­α αἰ­τί­α αὐ­τῆς τῆς στά­σε­ως ἦ­ταν ἡ προ­κα­τά­λη­ψη καὶ κά­θε ἰ­δε­ο­λο­γί­α ἀ­ντί­θε­τη πρὸς τὸ Εὐ­αγ­γέ­λι­ο τοῦ Χρι­στοῦ καὶ πρὸς τὴν Ὀρ­θό­δο­ξη χρι­στι­α­νι­κὴ πα­ρά­δο­ση. Ἐ­π’ αὐ­τοῦ τοῦ φαι­νο­μέ­νου, ὁ λό­γος τοῦ Κυ­ρί­ου ἔρ­χε­ται λυ­τρω­τι­κὸς καὶ το­μώ­τε­ρος ὑ­πὲρ πᾶ­σαν μά­χαι­ραν: «Εἰ ἐ­μὲ ἐ­δί­ω­ξαν καὶ ὑ­μᾶς δι­ώ­ξου­σιν, εἰ τὸν λό­γον μου ἐ­τή­ρη­σαν καὶ τὸν ὑ­μέ­τε­ρον τη­ρή­σου­σιν· ἀλ­λὰ ταῦ­τα πά­ντα ποι­ή­σου­σιν ὑ­μῖν δι­ὰ τὸ ὄ­νο­μά μου, ὅ­τι οὐκ οἴ­δα­σι τὸν πέμ­ψα­ντά με» (Ἰ­ω. 15,20-21). Ὅ­ταν οἱ ἄν­θρω­ποι δὲν πι­στεύ­ουν στὸ Χρι­στό, πῶς θὰ πι­στεύ­σουν σ’ αὐ­τοὺς ποὺ τὸν ὑ­πη­ρε­τοῦν; Ἡ θέ­ση αὐ­τὴ σὲ κα­μι­ὰ πε­ρί­πτω­ση δὲν ἀ­πο­τε­λεῖ κα­τα­κύ­ρω­ση τοῦ ἀ­λα­θή­του στοὺς ποι­μέ­νες τῆς Ἐκ­κλη­σί­ας. Βε­βαί­ως εἶ­ναι πι­θα­νὸ καὶ ἀν­θρώ­πι­νο κά­πο­τε νὰ λάβωμε μιὰ ἀπόφαση ποὺ εἶναι λάθος, νὰ δι­α­τυ­πώ­σω­με μί­α ἐσφαλμέ­νη ἄ­πο­ψη ἢ ἐ­κτί­μη­ση, ἢ ὁ ἑ­κά­στο­τε Ἀρ­χι­ε­πί­σκο­πος ἢ κά­ποι­ος ἀ­πὸ μᾶς ὅ­λους. Ἄλ­λο αὐ­τὸ καὶ ἄλ­λο νὰ εἶ­ναι κά­ποι­οι ἀ­ντι­κεί­με­νοι ἐ­πὶ σκο­πὸν γι­ὰ νὰ πυ­ρο­βο­λοῦν ἀ­δι­α­κό­πως.

Εἶ­ναι δὲ ἀ­λη­θὲς ὅ­τι ὁ Μα­κα­ρι­ώ­τα­τος, ὡς ἀ­κά­μα­τος δι­ά­κο­νος τοῦ λό­γου, ὑ­πῆρ­ξε πά­ντο­τε δι­α­λε­κτι­κός, πά­ντοτ­ε ἕ­τοι­μος γι­ὰ ἐ­σω­τε­ρι­κὸ δι­ά­λο­γο, ὅ­ταν ὡ­μι­λοῦ­σε ἀ­πὸ τοῦ ἄμ­βω­νος ἢ τοῦ βή­μα­τος, γι­ὰ προ­φορι­κὸ ἢ γρα­πτὸ δι­ά­λο­γο, ὅ­ταν δι­ε­λέ­γε­το δη­μό­σι­α, γε­νι­κῶς σὲ κά­θε μορ­φῆς κα­λο­προ­αί­ρε­τη συ­ζή­τη­ση. Ὁ Ἀρ­χι­ε­πί­σκο­πος Χρι­στό­δου­λος οὔ­τε αὐ­ταρ­χι­κὸς ἦ­το, οὔ­τε δο­γμα­τι­κός, οὔ­τε ἀ­πό­λυ­τος, οὔ­τε ἐ­πί­μο­νος, οὔ­τε ἀ­νυ­πο­χώ­ρη­τος, οὔ­τε ἀ­συμ­βί­βα­στος. Ἐ­κεῖ ὅ­που ὁ λό­γος του ἀ­νε­δει­κνύ­ε­το σθε­να­ρός, ἦ­το βε­βαί­ως εἰς ὅ,τι ἀ­φο­ρᾶ στὶς ἀ­λή­θει­ες τῆς Ὀρ­θο­δό­ξου πί­στε­ώς μας, στὰ ἀ­πὸ αἰ­ώ­νων ἰ­σχύ­ο­ντα δι­και­ώ­μα­τα τῆς Ἐκ­κλη­σί­ας καὶ στὴν ἑλ­λη­νορ­θό­δο­ξη πο­λι­τι­στι­κή μας πα­ρά­δο­ση. Ἀλ­λὰ καὶ ἐ­π’ αὐ­τῶν δι­ε­λέ­γε­το ὁ Χρι­στό­δου­λος, δι­ό­τι δι­έ­θε­τε ἐ­πι­χει­ρή­μα­τα, γνώ­ση καὶ ἀ­δι­αμ­φι­σβή­τη­τη ἱ­κα­νό­τη­τα λό­γου. Κάποτε διεκήρυξε· «Μερικοὶ μὲ λένε ἐθνικιστὴ καὶ ἄλλοι λαϊκιστή. Λάθος. Οὔτε ἐθνικιστὴς εἶμαι οὔτε λαϊκιστής. Ὑπηρετῶ καὶ ἀγαπῶ τὴν Ἐκκλησία μας μὲ ὅλες μου τὶς δυνάμεις. Ἀγαπῶ καὶ τὴν πατρίδα μας τὴν Ἑλλάδα, τὴν ἔνδοξη χώρα μας».

Ὅ­ταν ὁ ἱ­ε­ρὸς αὐ­τὸς ἄν­δρας ὡ­μι­λοῦ­σε καὶ ὑ­πε­ρα­μύ­νε­το τῶν δι­και­ω­μά­των τῆς ὀρ­θο­δό­ξου Ἐκ­κλη­σί­ας ἡ ψυ­χή του φλε­γό­ταν ἀ­πὸ ἐν­θου­σι­α­σμὸ καὶ ἀ­πὸ φρό­νη­μα χρέ­ους καὶ δυ­νά­με­ως ὑ­πὲρ τῆς κι­βω­τοῦ τῆς σω­τη­ρί­ας, «ἣν ὁ Κύ­ρι­ος πε­ρι­ε­ποι­ή­σα­το δι­ὰ τοῦ ἰ­δί­ου αἵ­μα­τος». Κο­ρώ­να τοῦ λό­γου του ἡ Ἐκ­κλη­σί­α, σκῆ­πτρο ὁ τί­μι­ος τοῦ Κυ­ρί­ου Σταυ­ρός, δῶ­ρο του ἡ εὐ­λο­γί­α, κα­τά­στι­χο αἰ­ώ­νι­ο τὸ Ἱ­ε­ρὸ Εὐ­αγ­γέ­λι­ο, πνευ­μα­τι­κὸ ἔν­δυ­μα ἡ ἑλ­λη­νορ­θό­δο­ξη πα­ρά­δο­ση καὶ ἐλ­πί­δα του ἡ αἰ­ω­νι­ό­τη­τα.

Ἐ­ξει­δί­κευ­ε δὲ τὸν λό­γο του ὅ­ταν ἀ­πευ­θυ­νό­ταν πρὸς τὴν νε­ό­τη­τα, στοὺς μα­θη­τὲς τῆς μέ­σης παι­δεί­ας, στοὺς φοι­τη­τὲς ὅ­λων τῶν ἐ­πι­στη­μῶν, πρὸς τοὺς ἐρ­γα­ζο­μέ­νους νέ­ους, πρὸς τὰ στρα­τευμ­έ­να νει­ᾶ­τα, ἐκ­φω­νῶ­ντας προ­σκλη­τή­ρι­ο γι­ὰ νὰ δώ­σουν ὅ­λοι τὸ «πα­ρὼν» τοῦ σε­βα­σμοῦ στὴν Ἐκ­κλη­σί­α καὶ νὰ δρο­σι­σθοῦν μὲ τὰ οὐ­ρά­νι­α νά­μα­τα αὐ­τῆς καὶ νὰ γευ­θοῦν τὰ ἱ­ε­ρὰ μυ­στή­ρι­α τῆς Χά­ρι­τος τοῦ Θε­οῦ. Ἕ­να προ­σκλη­τή­ρι­ο δυ­να­τὸ γι­ὰ νὰ προ­σεγ­γί­ση τὶς νε­α­νι­κὲς καρ­δι­ές, χω­ρὶς δι­α­κρί­σεις καὶ χω­ρὶς ἐ­ξω­τε­ρι­κὲς προ­ϋ­πο­θέ­σεις. Καὶ τοὺς ἐκέρδισε χάριν τῆς Ἐκκλησίας καὶ τῆς κοινωνίας.

Ἡ προ­σφο­ρά του στὸν το­μέ­α τῆς ἐκ­κλη­σι­α­στι­κῆς φι­λαν­θρω­πί­ας καὶ ἀ­γά­πης ὑ­πὲρ ὅ­λων ἀ­δι­α­κρί­τως, ὅ­σοι εἶ­χαν βι­ο­τι­κὲς ἀ­νά­γκες ἀ­παι­τεῖ ξε­χω­ρι­στὴ με­λέ­τη καὶ πα­ρου­σί­α­ση. «Ἡ πί­στις χω­ρὶς τῶν ἔρ­γων νε­κρὰ ἐ­στί» δι­ε­κή­ρυτ­τε. Ἐ­ξα­σφα­λί­στε φα­γη­τὸ στοὺς ἀ­πό­ρους, στέ­γη στοὺς ἄ­στε­γους, κά­θε βο­ή­θει­α στοὺς με­τα­νά­στες, συμ­βού­λευ­ε τοὺς συνεργάτες του ἱερεῖς καὶ λαϊκούς.

Ἕ­νας ἄλ­λος πλού­σι­ος ἀ­γρὸς πνευ­μα­τι­κῆς οἰ­κο­δο­μῆς τοῦ μα­κα­ρι­στοῦ Ἀρ­χι­ε­πι­σκό­που ἦ­ταν ἡ συγ­γρα­φι­κή του πα­ρα­γω­γή, οῦ ὁ­ποί­ου δρέ­πει τοὺς καρ­ποὺς ὁ ἀ­να­γνώ­στης ἀ­να­δι­φῶ­ντας σὲ βι­βλί­α καὶ σε φυλ­λά­δι­α ποὺ φθά­νουν τὶς 198 ἐκ­δό­σεις, ἐ­κτὸς ἀ­πὸ τὰ δη­μο­σι­ο­γρα­φι­κὰ ἄρ­θρα. Ὁ λό­γος του πά­ντο­τε με­στός, σα­φής, ἐ­ναρ­γής, οἰ­κο­δο­μη­μέ­νος σὲ γε­ρὰ θε­μέ­λι­α. Καὶ μέ­σα ἀ­πὸ τὸν πλοῦ­το τῆς πα­ρα­γω­γῆς, τῆς καρ­δι­ᾶς καὶ τοῦ νοῦ, ὑ­πὲρ τῆς Ἐκ­κλη­σί­ας καὶ τοῦ λα­οῦ μας, ἀ­να­δυ­ό­ταν πά­ντα ἡ με­γά­λη ἀ­γά­πη του γι­ὰ τὴν πα­τρί­δα μας, γι­ὰ τὴν Ἑλ­λά­δα μας, γι­ὰ τὸν πο­λι­τι­σμό μας, γι­ὰ τὴν λα­ϊ­κή μας πα­ρά­δο­ση, γι­ὰ τὴν ἱ­στο­ρί­α μας, γι­ὰ τὴν ἐ­θνι­κή μας ἐ­νό­τη­τα καὶ τὴν νε­ο­ελ­λη­νι­κὴ δη­μι­ουρ­γι­κό­τη­τά μας.

Ὁ Ἀρ­χι­ε­πί­σκο­πος Χρι­στό­δου­λος ὑ­πῆρ­ξε ἕ­νας ξε­χω­ρι­στὸς ἐκ­κλη­σι­α­στι­κὸς ἄν­δρας καὶ εἰ­λι­κρι­νὴς Ἕλ­λη­νας. Ὑ­πῆρ­ξε ἕ­νας χλο­ε­ρὸς λει­μώ­νας, μὲ ἀλ­λε­πάλ­λη­λες καρ­πο­φό­ρες φύ­τρες ποὺ βλα­στά­νουν καὶ καρ­πο­φο­ροῦν συ­νε­χῶς, μέ­σα ἀ­πὸ τὸν πλού­σι­ο προ­φο­ρι­κὸ καὶ γρα­πτὸ λό­γο. Μι­ὰ σύγ­χρο­νη πα­τε­ρι­κὴ φυ­σι­ο­γνω­μί­α, χρυ­σο­στο­μι­κοῦ τύ­που, ὑ­πό­δει­γμα τέ­λει­ου λει­τουρ­γοῦ τῶν ἱ­ε­ρῶν μυ­στη­ρί­ων καὶ ἱ­ε­ρο­φά­ντης γνή­σι­ος. ὁ Χρι­στό­δου­λος ὑ­πῆρ­ξε μι­ὰ ἀ­δι­αμ­φι­σβή­τη­τη ἡ­γε­τι­κὴ φυ­σι­ο­γνω­μί­α, ποὺ ὡ­μί­λη­σε στὶς ἀ­κο­ὲς καὶ στὶς καρ­δι­ὲς τῶν Ὀρ­θο­δό­ξων Ἑλ­λή­νων καὶ ὁ­λό­κλη­ρη ἡ ἐλ­λη­νι­κὴ κοι­νω­νί­α ἀ­ντα­πο­κρί­θη­κε στοὺς προ­βλη­μα­τι­σμοὺς καὶ στὶς προ­τρο­πές του. Ἡ ἑλ­λη­νι­κὴ κοι­νω­νί­α ἔ­βα­λε τὴν ὑ­πο­γρα­φή της, με­τὰ σε­βα­σμοῦ στὸ Χρι­στό­δου­λο, μὲ τὴν συ­μπα­ρά­στα­σή της στὴν ἀρ­ρώ­στι­α του, καὶ μὲ τὸ παλ­λα­ϊ­κὸ πο­σκύ­νη­μα αὐ­τῶν τῶν ἡ­με­ρῶν μὲ πλα­τει­ά, ἀν­θρώ­πι­νη πα­ρου­σί­α, ποὺ ξε­κι­νοῦ­σε ἀ­πὸ τὸν σο­λέ­α τοῦ Κα­θε­δρι­κοῦ Να­οῦ, δι­έ­τρε­χε τὴν Ἐκ­κλη­σί­α, συ­νε­χι­ζό­ταν στὴν πλα­τεῖ­α καὶ ἔ­φθα­νε μέ­χρι τὴν ἀ­νη­φο­ρι­ὰ τῆς ὁ­δοῦ Μη­τρο­πό­λε­ως. -Ξέ­νον θέ­α­μα … Εὖ­γε σου Ἑλ­λη­νι­κὲ Λα­έ μας.

Πα­να­γι­ώ­τα­τε Οἰ­κου­με­νι­κὲ Πα­τρι­άρ­χα κύ­ρι­ε κ. Βαρ­θο­λο­μαῖ­ε, βε­βαι­ω­θῆ­τε τού­τη τὴν ὥ­ρα ὅ­τι ὁ ἀ­δελ­φός μας ἀρ­χι­ε­πί­σκο­πος Χρι­στό­δου­λος Σᾶς ἀ­γα­ποῦ­σε καὶ Σᾶς ἐ­σέ­βε­το βα­θύ­τα­τα, μέ­σα ἀ­πὸ τὰ φίλ­τρα τῆς καρ­δι­ᾶς του. Καὶ Σᾶς καὶ τοὺς Ἐ­πι­σκό­πους τοῦ Θρό­νου ὅ­λους καὶ τὸ σε­πτὸ καὶ πα­νέν­δο­ξο Οἰ­κου­με­νι­κό μας Πα­τρι­αρ­χεῖ­ο καὶ ὅλον τὸν ἁ­πα­ντα­χοῦ Ἑλ­λη­νι­σμό. Σᾶς ἀ­γα­ποῦ­σε, ὅ­πως καὶ Σεῖς μᾶς ἀ­γα­πᾶ­τε, καὶ Σᾶς ἐ­σκέ­πτε­το πο­λὺ ὁ Χρι­στό­δου­λος. Τὸ μι­κρὸ δι­ά­λειμ­μα τῆς πί­κρας τὴν Ἄ­νοι­ξη τοῦ 2004 ἂς ξε­χα­σθῆ γι­ὰ πά­ντα μέ­σα στὴ λή­θη καὶ ἡ ἀ­γά­πη τοῦ Ἀρ­χι­ποί­με­νος Χρι­στοῦ μας ἂς μᾶς ἑ­νώ­νη ὅ­λους καὶ ἐ­δῶ καὶ στὴν αἰ­ω­νι­ό­τη­τα.

Ἡ σε­πτὴ Ἱ­ε­ραρ­χί­α τῆς Ἐκ­κλη­σί­ας τῆς Ἑλ­λά­δος, συ­γκρο­του­μέ­νη ὑ­πὸ τῶν ἑ­βδο­μή­κο­ντα ἐννέα Σε­βα­σμι­ω­τά­των Ἀρ­χι­ε­ρέ­ων καὶ Μη­τρο­πο­λι­τῶν αὐ­τῆς, ὡς ἡ κο­ρυ­φαί­α δι­οι­κη­τι­κὴ καὶ πνευ­μα­τι­κὴ Ἀρ­χὴ αὐ­τῆς, με­τὰ τοῦ ἀ­νὰ τὴν Ἱ­ε­ρὰ Ἀρ­χι­ε­πι­σκο­πὴ καὶ τὶς Ἱ­ε­ρὲς Μη­τρο­πό­λεις εὐσ­ε­βε­στά­του ἱ­ε­ροῦ κλή­ρου καὶ τοῦ εὐ­λα­βε­στά­του Ἑλ­λη­νι­κοῦ Λα­οῦ, δέ­ε­ται τῆς ὑ­πε­ρου­σί­ου, ὑ­πε­ρα­γά­θου καὶ πα­ντο­δυ­νά­μου Ἁ­γί­ας Τρι­ά­δος ὅ­πως ἀ­να­παύ­ση τὴν ψυ­χὴ τοῦ κε­κοι­μη­μέ­νου πνευ­μα­τι­κοῦ πα­τρὸς καὶ ἀ­δελ­φοῦ μας Χρι­στο­δού­λου Ἀρ­χι­ε­πι­σκό­που «ἐ­π’ ἐλ­πί­δι ἀ­να­στά­σε­ως ζω­ῆς αἰ­ω­νί­ου ἐν χώ­ρᾳ ζώντων, εἰς βα­σι­λεί­αν οὐ­ρα­νῶν, ἐν πα­ρα­δεί­σῳ τρυ­φῆς δι­ὰ τῶν φω­τειν­ῶν ἀγ­γέ­λων του εἰ­σά­γων αὐ­τὸν εἰς τὰς ἁ­γί­ας του μο­νάς, συ­νε­γεί­ρων καὶ τὸ σῶ­μα αὐ­τοῦ ἐν ἡ­μέ­ρᾳ ᾗ ὥ­ρι­σε, κα­τὰ τὰς ἁ­γί­ας του καὶ ἀ­ψευ­δεῖς ἐ­παγ­γε­λί­ας».

Μὴ θαυ­μά­ζε­τε ἀ­δελ­φοί, ὅ­τι ἐ­πὶ τῆς γῆς χω­ρι­ζό­με­θα ἀ­πὸ τοῦ σε­βα­στοῦ καὶ προ­σφι­λοῦς μας Ἀρ­χι­ε­πι­σκό­που Χρι­στο­δού­λου. Με­τὰ τὴν ἐ­ξα­γι­α­στι­κὴ δο­κι­μα­σί­α του ἐκ τῆς ἀ­σθε­νεί­ας καὶ τῶν πολ­λῶν πό­νων καὶ κό­πων, ὁ Χι­στό­δου­λός μας «εὐ­ά­ρε­στος τῷ Θε­ῷ γε­νό­με­νος, ἠ­γα­πή­θη καὶ ζῶν με­τα­ξὺ ἁ­μαρ­τω­λῶν με­τε­τέ­θη. Ἡρ­πά­γη μὴ κα­κί­α ἀλ­λά­ξη σύ­νε­σιν αὐ­τοῦ… Ἀ­ρε­στὴ γὰρ ἦν Κυ­ρί­ῳ ἡ ψυ­χὴ αὐ­τοῦ, δι­ὰ τοῦ­το ἔ­σπευ­σεν ἐκ μέ­σου πο­νη­ρί­ας».

Καὶ θὰ πε­ρα­τώ­σω τὸν πα­ρό­ντα ἐ­πι­κή­δει­ο λό­γο μὲ τὸν ἐ­πί­λο­γο ἀ­πὸ τὸν Ἐ­πι­τά­φι­ο Λό­γο τοῦ ἁ­γί­ου Γρη­γο­ρί­ου τοῦ Θε­ο­λό­γου «εἰς τὸν

Μέ­γαν Βα­σί­λει­ον», σὲ μετάφραση.

«Αὐ­τὰ εἶ­ναι τὰ λό­γι­α μου γι­ὰ σέ­να, ἀ­γα­πη­τὲ Χρι­στό­δου­λε, μὲ γλώσ­σα γλυκειά, ποὺ σοῦ ἦ­ταν κά­πο­τε ἰ­σό­τι­μη καὶ συ­νή­λι­κος. Ἐ­ὰν ἐ­πλη­σι­ά­σα­με τὴν ἀ­ξί­α σου εἶ­ναι τοῦ­το δι­κό σου χά­ρι­σμα. Ἔ­χο­ντας τὸ θάρ­ρος μου μπρο­στὰ σὲ σέ­να ἔ­στη­σα τὸν λό­γο μου γι­ὰ χά­ρη σου. Ἐ­ὰν ὅ­μως ἔ­μει­να πο­λὺ πο­λὺ μα­κρυ­ὰ ἀ­πὸ ὅ,τι ἤλ­πι­ζα, τί πρέ­πει νὰ ὑ­πο­στῶ ἀ­φοῦ ἔ­τσι κι ἀλ­λι­ῶς μὲ δο­κι­μά­ζει ἡ ὡ­ρι­μό­τη­τα τῆς ἡ­λι­κί­ας καὶ ἡ με­γά­λη ἀ­γά­πη μου γι­ὰ σέ­να. Ἀλ­λὰ τὸ κα­τὰ δύ­να­μη εἶ­ναι ἀ­γα­πη­τὸ καὶ στὸ Θε­ό. Σὺ μᾶς πα­ρα­κο­λου­θεῖς ἀ­πὸ ψη­λά, θε­ϊ­κὲ φί­λε καὶ σε­βα­στέ, καὶ τὴν δο­κι­μα­σί­α τῆς σαρ­κὸς ποὺ μᾶς ἔ­δω­σε ὁ Θε­ὸς νὰ μᾶς παι­δα­γω­γῆ, ἢ στα­μά­τη­σέ την μὲ τὶς πρε­σβεῖ­ες σου ἢ κά­νε μας νὰ τὴν ὑ­πο­μέ­νω­με μὲ δύ­να­μη. Ὅ­λη μας τὴν ζω­ή, μὲ τὴν προ­σευ­χή σου, ὁ­δή­γη­σέ την πρὸς τὸ κα­λύ­τε­ρο. Ὅ­ταν δὲ με­τα­τε­θοῦ­με ἀ­πὸ ἐ­δῶ δέ­ξου μας ἐ­κεῖ στὶς δι­κές σου σκη­νές, ὥ­στε μα­ζὺ ζῶ­ντας καὶ μα­ζὺ θε­ω­ρώ­ντας τὴν ἁ­γί­α καὶ μα­κα­ρί­α Τρι­ά­δα, κα­θα­ρό­τε­ρα καὶ τε­λει­ό­τε­ρα ἀ­πὸ ὅ­σο τὴν αἰ­σθαν­θή­κα­με ἐ­δῶ, νὰ στα­θοῦ­με σ’ αὐ­τὸ τὸ ση­μεῖ­ο τῆς ἐ­πι­θυ­μί­ας μας καὶ νὰ λά­βω­με αὐ­τὴ τὴν ἀ­ντα­πό­δο­ση γι­ὰ ὅ­σες ἐ­πι­θέ­σεις δε­χθή­κα­με καὶ γι­ὰ ὅ­σους ἀ­γῶ­νες ἐ­κά­να­με. Αὐ­τὸς εἶ­ναι ὁ λό­γος μου γι­ὰ σέ­να. Ἐ­μᾶς ὅ­μως ποι­ὸς θὰ μᾶς ἐ­παι­νέ­ση ὅ­ταν ἐ­γκα­τα­λεί­ψω­με τὴν ζω­ὴ με­τὰ ἀ­πὸ σέ­να; Ἂν βέ­βαι­α κα­τορ­θώ­σω­με κά­τι ἄ­ξι­ο ἐ­παί­νου γι­ὰ τὸν Κύ­ρι­ό μας Ἰ­η­σοῦ Χρι­στὸ στὸν ὁ­ποῖ­ο ἀ­νή­κει ἡ δό­ξα στοὺς αἰ­ῶ­νας. Ἀ­μην».

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Google

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Σύνδεση με %s