Θαύματα του Αρχιστρατήγου Μιχαήλ που αναφέρονται στην Παλαιά Διαθήκη.           

    Αποτέλεσμα εικόνας για Αρχιστρατήγου Μιχαήλ

α΄. Η σωτηρία του Ισμαήλ και της Άγαρ.                                                                                   

Πρώτος εκ των Αγίων Αρχαγγέλων ενεφανίσθη εις τους ανθρώπους ο Αρχάγγελος Μιχαήλ, εμφανισθείς εις τον Πατριάρχην Αβραάμ. Ο Αβραάμ, ως γνωρίζομεν, είχε γυναίκα Σάρραν ονόματι· ήτο δε στείρα· βλέπων ο Αβραάμ ότι δεν κάμνει παιδία, συνευρέθη με την αιχμάλωτον την οποίαν είχεν, ονόματι Άγαρ, και εγέννησε τον Ισμαήλ· ο δε Αβραάμ έκτοτε ηγάπα περισσότερον την Άγαρ· βλέπουσα η Σάρρα εφθόνησε και επαρακινούσε τον Αβραάμ να διώξη την Άγαρ με τον Ισμαήλ. Ενώ δε εκείνη ανεχώρει, ευρίσκει αυτήν ο Αρχάγγελος Μιχαήλ και της λέγει· «Άγαρ, αιχμάλωτος της Σάρρας, πόθεν έρχεσαι και που υπάγεις;» Του λέγει η Άγαρ· «Έφυγα από την κυρίαν μου την Σάρραν, διότι πολλά με πειράζει και υπάγω όπου ιδούν τα μάτια μου». Της λέγει ο Άγγελος· «Υπόστρεψε εις την κυρίαν σου και ταπεινώσου εις αυτήν». Τότε υπέστρεψεν οπίσω η Άγαρ και πάλιν την εδέχθη ο Αβραάμ. Μετά καιρόν εγέννησε και η Σάρρα τον Ισαάκ. Ημέραν τινά εξήλθον τα δύο παιδία να παίξουν έξω και ο Ισμαήλ, επειδή ήτο μεγαλύτερος, είχε δείρει τον Ισαάκ· είδε τούτο η Σάρρα και της εκακοφάνη πολύ και λέγει πάλιν εις τον Αβραάμ· «Δίωξε την αιχμάλωτον αυτήν, διότι δεν συμφωνούμεν μαζί». Ο δε Αβραάμ εγέμισεν ασκόν ύδατος και έτερον με άρτους, τα έδωκεν εις την Άγαρ, και της είπε· «Λάβε ταύτα και φεύγε και ύπαγε όπου νομίζεις». Λαβούσα ταύτα η Άγαρ έκλαυσε πολύ και ανεχώρησεν εις την έρημον· εκεί δε της έλειψε το ύδωρ και εκινδύνευσε το παιδί να αποθάνη από δίψαν· και η Άγαρ το άφησε κάτωθεν δένδρου και ανεχώρησε δια να μη ίδη τον θάνατον του τέκνου της· το δε παιδίον έκλαιε ζητούν ύδωρ· ο δε Αρχάγγελος Μιχαήλ εφάνη πάλιν εις την Άγαρ και της λέγει· «Μη φοβού, Άγαρ, εγέρθητι, λάβε το παιδίον σου, και ιδού και ύδωρ να πίη και αυτό και συ». Τότε ήνοιξεν ο Θεός βρύσιν εκεί και έπιεν ο Ισμαήλ και η Άγαρ και εγέμισαν και τον ασκόν των. Τούτο είναι το πρώτον θαύμα του Αρχαγγέλου Μιχαήλ.

β΄. Η λύτρωσις του Ισαάκ.                                                                                                          

Γράφεται εις την Παλαιάν Διαθήκην, ότι ο Θεός εδοκίμασε τον Αβραάμ και του είπε· «Αβραάμ, λάβε τον υιόν σου τον ηγαπημένον, τον Ισαάκ, και ύπαγε επάνω εις το όρος εκείνο και σφάξε αυτόν δια την αγάπην μου». Το πρωϊ ηγέρθη ο Αβραάμ, ητοίμασε την όνον του, έσχισε ξύλα, τα οποία επήρε μαζί του και λαβών δύο υπηρέτας και Ισαάκ τον υιόν του, έφθασαν εις τρεις ημέρας εις το όρος, το οποίον τον διέταξεν ο Θεός και λέγει των υπηρετών του· «Μένετε σεις αυτού κάτωθεν του όρους και ημείς πηγαίνομεν επάνω να προσκυνήσωμεν και πάλιν θέλομεν καταβή». Τότε έλαβεν ο Ισαάκ τα ξύλα εις τον ώμον του και ο Αβραάμ έλαβε πυρ και μάχαιραν· αναβαίνοντες δε εις το όρος λέγει ο Ισαάκ προς τον Αβραάμ· «Πάτερ, ιδού τα ξύλα, το πυρ και η μάχαιρα, αλλά που είναι το πρόβατον το οποίον θα σφάξωμεν;» Λέγει ο Αβραάμ· «Θέλει εύρει ο Θεός, τέκνον μου, το πρόβατον». Όταν δε ανέβησαν εις την κορυφήν του όρους, έρριψεν εις την γην ο Αβραάμ τον υιόν του να τον σφάξη, και όταν ήπλωσε να λάβη την μάχαιραν, ο Αρχάγγελος Μιχαήλ εφάνη και του λέγει· «Αβραάμ, Αβραάμ, μη βάλης την μάχαιραν εις τον λαιμόν του παιδίου, μη σφάξης αυτό· διότι εγνώρισεν ο Θεός την καρδίαν σου, ότι δεν ελυπήθης τον αγαπητόν σου υιόν δια την αγάπην του Θεού». Ανέβλεψεν ο Αβραάμ και είδε και ήτο κριός δεδεμένος από τα κέρατα εις δένδρον· τότε έλαβε το πρόβατον εκείνο και το έσφαξεν αντί του υιού του Ισαάκ· ωνόμασε δε ο Αβραάμ το όρος εκείνο «Κύριος οίδε», διότι εφάνη εκεί η δύναμις του Θεού. Πάλιν απεκρίθη ο Άγγελος και είπεν εις τον Αβραάμ· «Ούτω προστάζει ο Θεός· επειδή συ τον ηγάπησες τόσον και απεφάσισες να σφάξης τον υιόν σου δια την αγάπην του, και Αυτός θα σε αυξήση και θα πληθύνη το γένος σου υπέρ τους αστέρας του ουρανού και υπέρ την άμμον της θαλάσσης και θέλει φημισθή το όνομά σου εις πάντα τα έθνη».

γ΄.  Εμφάνισις εις τον μάντιν Βαλαάμ.                                                                                      

Ο Προφήτης Μωϋσής, ότε έμελλε να υπάγη εις την γην της επαγγελίας, ήτοι εις την γην Χαναάν, όπου αν διήρχετο, κατελάμβανε τον τόπον εκείνον και ηχμαλώτευε τους κατοικούντας αυτόν· αφού δε ηχμαλώτισε τον Σιών βασιλέα των Αμορραίων, ήλθε και εις την Ιεριχώ, εκεί δε ήτο βασιλεύς, ονόματι Βαλάκ, υιός του Σεπφώρ, όστις, ως τους είδεν, εφοβήθη και καλέσας τους συμβούλους του λέγει εις αυτούς· «Βλέπετε αυτό το πλήθος των Εβραίων; Εις ολίγας ημέρας θέλει μας καταστρέψει· όθεν προσπαθήσατε να εφεύρωμεν τρόπον να ελευθερωθώμεν από τας χείρας των». Υπήρχε δε κατ’ εκείνον τον καιρόν μάντις τις, ονόματι Βαλαάμ, υιός του Βεώρ, όστις εκείνον τον οποίον ήθελε καταρασθή, ήτο κατηραμένος, και εκείνον τον οποίον ήθελεν ευλογήσει, ήτο ευλογημένος. Τούτον σκεφθέντες απεφάσισαν πάντες μετά του βασιλέως να τον καλέσουν δια να καταρασθή τους Εβραίους· και παρευθύς έστειλαν άρχοντες να υπάγωσι προς Βαλαάμ με δώρα πολλά, δεόμενοι να υπάγη εις τον βασιλέα Βαλάκ. Ο δε μάντις τους είπε· «Μείνατε εδώ ταύτην την νύκτα και εγώ θα ερωτήσω τον Θεόν και αν με αφήση ο Θεός μου, θέλω έλθει μαζί σας». Ο δε Θεός του είπε να μη υπάγη. Πρωϊας δε γενομένης, είπεν ο Βαλαάμ προς τους απεσταλμένους· «Δεν με αφήνει ο Θεός μου». Επιστρέψαντες οι απεσταλμένοι εις τον βασιλέα, του είπον την απάντησιν· τότε στέλλει δεύτερον περισσοτέρους ανθρώπους και χρήματα και δώρα περισσότερα· ο δε Βαλαάμ πάλιν τους είπεν· «Εάν μου δώση ο βασιλεύς όλον τον οίκον του γεμάτον χρυσίον, δεν γίνομαι παρήκοος του Θεού μου· αλλά πάλιν μείνατε ταύτην την νύκτα και ως με διατάξει ο Θεός μου θέλω σας ειπή». Εκείνην δε την νύκτα του είπεν ο Θεός· «Ύπαγε και ό,τι θα σε προστάξω, εκείνο και θα ποιήσης». Ηγέρθη δε το πρωϊ ο Βαλαάμ και ανεχώρησε με τους απεσταλμένους του βασιλέως δια να υπάγη. Καθ’ οδόν όμως έτυχε να απομακρυνθή από τους απεσταλμένους· ο δε Αρχάγγελος Μιχαήλ, σταθείς έμπροσθεν της όνου, δεν την άφηνε να προχωρήση. Ο Βαλαάμ, μη βλέπων τον Άγγελον, έδερε την όνον του πολύ, αυτή δε άφησε την οδόν και επεριπάτει μέσα εις τους αγρούς· όθεν πάλιν την έδειρε και ωρθοπόδησεν εις την οδόν. Ο δε Άγγελος επήγε και εστάθη εν μέσω δύο φραγμών, όπου ήσαν άμπελοι και δεν άφηνε πλέον την όνον να διέλθη· βιαζόμενος δε ο Βαλαάμ να διαβή, εξεδάρη ο πους του από τον φράκτην· όθεν έδερε και πάλιν την όνον του· ο δε Αρχάγγελος Μιχαήλ πάλιν επήγε και εστάθη εις άλλον τόπον, όπου δεν ηδύνατο πλέον ουδέ δεξιά ουδέ αριστερά να διέλθη τις και ουδέ εκεί άφηνε την όνον να διέλθη· όθεν εγονάτισεν αύτη από τον φόβον της και πλέον δεν ήθελε να προχωρήση περισσότερον· ο δε Βαλαάμ εθυμώθη και λαβών ράβδον την έδερε πολύ. Τότε ήνοιξεν ο Θεός το στόμα της όνου και ωμίλησεν αύτη προς τον Βαλαάμ λέγουσα· «Τι έχεις μετ’ εμού και με δέρεις;» Ο δε Βαλαάμ λέγει· «Τι έχω; Έχεις τώρα τόσας φοράς που δεν υπάγεις εις την οδόν σου, αλλά περιπατείς ένθεν κακείθεν και εάν είχον μάχαιραν ήθελον σε σφάξει». Λέγει η όνος· «Δεν  με είχες εμέ εκ νεότητός σου; Είδες ποτέ να κάμω ούτω; Αλλά τώρα ίσταται Άγγελος Κυρίου εμπρός μου και δεν με αφήνει να προχωρήσω». Ατενίσας τότε ο Βαλαάμ βλέπει καθαρά τον Άγγελον· και ως τον είδεν, από τον φόβον του έπεσε χαμαί και τον επροσκύνησεν. Ο δε Άγγελος του λέγει· «Διατί έδερες τόσον την όνον σου, ήτις δεν σοι έπταιεν; Εγώ ήμην όπου δεν την άφηνα και εβουλόμην να σε φονεύσω, διότι δεν μου αρέσει η οδός σου». Ο δε Βαλαάμ του λέγει· «Ήμαρτον, δεν εγίνωσκον ότι σοι μοι ανθίστασαι· αλλά εάν θέλης, να μη υπάγω». Ο δε Άγγελος του λέγει· «Ύπαγε, μόνον ό,τι σου ειπώ εγώ, εκείνο να ποιήσης». Τότε τον άφησε να συναντηθή πάλιν ο Βαλαάμ με τους άρχοντας του βασιλέως.

δ΄. Εμφάνισις κατά τον θάνατον του Μωϋσέως.                                                                     

Το βιβλίον της Αγίας Γραφής, όπερ καλείται Δευτερονόμιον, διηγείται δια τον Αρχιστράτηγον Μιχαήλ, ότι ο Μωϋσής, όταν έμελλε να αποθάνη, ανέβη εις όρος τι, όπερ ήτο πλησίον της Ιεριχούς, εκεί δε του έδειξεν ο Θεός όλην την γην Χαναάν και του είπε· «Αυτήν την γην, την οποίαν υπεσχέθην εις τον Αβραάμ και Ισαάκ και Ιακώβ, θέλουν την κληρονομήσει άλλοι και συ δεν θα υπάγης εκεί». Εις εκείνο το όρος απέθανεν ο Μωϋσής· και ο διάβολος ηθέλησε να έμβη εις το σώμα του Μωϋσέως, να πλανήση τους Εβραίους και να τους είπη άλλον νόμον και άλλους λόγους. Τότε ο Αρχιστράτηγος Μιχαήλ εφάνη έμπροσθέν του και τον επετίμησε και του είπε· «Επιτιμήσαι σοι Κύριος ο Θεός, διάβολε», και παρευθύς έφυγεν ο διάβολος. Τούτο βεβαιώνει ο Απόστολος Ιούδας (όχι ο προδότης) και λέγει· «Ο δε Μιχαήλ Αρχάγγελος, ότε τω διαβόλω διακρινόμενος διελέγετο περί του Μωϋσέως σώματος, ουκ ετόλμησε κρίσιν επενεγκείν βλασφημίας, αλλ’ είπεν· Επιτιμήσαι σοι Κύριος» (Επιστολή Ιούδα, εδάφ. 9).

ε΄. Εμφάνισις εις τον Ιησούν του Ναυή.                                                                                  

Το βιβλίον του Ιησού του Ναυή διηγείται, ότι ο Ιησούς ο υιός του Ναυή είδεν αυτόν τον Αρχάγγελον Μιχαήλ ούτως: Ο Μωϋσής, όταν απέθνησκεν, άφησε διάδοχόν του εις τους Εβραίους τον Ιησούν τον υιόν Ναυή. Εκείνος έλαβε τους Εβραίους και τους επήγεν εις τόπον ονόματι Γάλγαλα· εκεί ετέλεσαν οι Εβραίοι το Πάσχα και έφαγον εκ του σίτου της γης εκείνης· έκτοτε έλειψε και το μάννα από τους Εβραίους. Κατ’ εκείνας δε τας ημέρας ευρίσκετο ο Ιησούς εις την Ιεριχώ· αναβλέψας δε είδεν άνθρωπον έμπροσθέν του και είχε το ξίφος του γυμνόν· ελθών δε πλησίον του, του λέγει· «Ιδικός μας είσαι ή εχθρός;» Απεκρίθη εκείνος· «Εγώ είμαι ο Αρχιστράτηγος Κυρίου Μιχαήλ και ήλθα προς σε». Φοβηθείς δε ο Ιησούς έπεσεν επί πρόσωπον και προσκυνήσας τον Άγγελον είπε· «Τι προστάζεις, Κύριε, να ποιήσω;» Του λέγει ο Αρχάγγελος· «Λύσαι το υπόδημα εκ των ποδών σου· ο γαρ τόπος εφ’ ω νυν έστηκας επ’ αυτού, άγιός εστι» (Ιησού Ναυή ε: 15).  

στ΄. Εμφάνισις εις τον Γεδεών.                                                                                                  

Εις το βιβλίον των Κριτών γράφεται δια τον Αρχιστράτηγον Μιχαήλ ούτως: «Εποίησαν οι Εβραίοι το πονηρόν εναντίον Κυρίου και τους παρέδωκεν ο Θεός εις την χείρα βασιλέως Μαδιάμ επτά έτη· και ενεδυναμώθη ο Μαδιάμ κατά των Εβραίων, οι δε Εβραίοι εποίησαν τας καλύβας των εις τους λίθους και εις τα όρη· όταν δε έσπερνάν τι, ήρχοντο οι Μαδιανίται και το εθέριζαν, ουδέ πρόβατον τους άφηναν, ουδέ άλλο βόσκημα· επήγαν δε και εις τα Ιεροσόλυμα δια να τα αιχμαλωτίσουν. Κατ’ εκείνον τον καιρόν ήτο τις Εβραίος ονόματι Ιωάς, όστις είχεν υιόν ονόματι Γεδεών· θερίζων δε ο Γεδεών είδεν έμπροσθέν του τον Αρχάγγελον Μιχαήλ, όστις του λέγει· «Κύριος μετά σου, ισχυρός των δυνάμεων» (Κριτ. στ:12). Λέγει ο Γεδεών· «Μετ’ εμού ο Κύριος; Και εάν είναι μεθ’ ημών ο Θεός, διατί μας εύρον αυτά τα κακά όλα; Και που είναι όλα τα θαύματά Του, όσα μας διηγούνται οι πατέρες ημών, οίτινες έλεγον· «Ο Θεός μάς έβγαλεν από την Αίγυπτον» και τώρα μας απεδίωξε και μας παρέδωκεν εις χείρας του Μαδιάμ;» Τότε ο Αρχάγγελος Μιχαήλ του λέγει· «Ύπαγε με την δύναμίν σου αυτήν και θέλεις σώσει τους Εβραίους από τον πειρασμόν αυτόν». Απεκρίθη ο Γεδεών· «Εγώ, Κύριέ μου, να ελευθερώσω τους Εβραίους; Και πως θα γίνη αυτό, αφού εγώ είμαι μικρότερος πάντων και η χιλιάς μου είναι ταπεινοτέρα παρά πάντα τα έθνη;» Του λέγει· «Ο Κύριος θέλει είναι μετά σου δια να νικήσης τον Μαδιάμ ως ένα άνδρα». Απεκρίθη ο Γεδεών· «Εάν πρόκειται να γίνη αυτό, μένε αυτού, έως να φέρω την θυσίαν μου έμπροσθέν σου». Και είπεν ο Άγγελος· «Μένω, μόνον ύπαγε». Επήγε δε ο Γεδεών και εποίησεν ερίφιον βρασμένον, έλαβε δε και άζυμον άρτον και επήγεν εις τον Άγγελον να φάγη. Ο δε Άγγελος του λέγει· «Λάβε αυτά και θέσον πλησίον αυτού του λίθου». Τότε εκτείνας ο Άγγελος προς το κρέας την ράβδον, την οποίαν εκράτει εις την χείρα του, εξήλθε πυρ εκ του λίθου και κατέκαυσε τα φαγητά εκείνα, παρευθύς δε ανελήφθη απ’ έμπροσθεν του Γεδεών ο Άγγελος. Ο δε Γεδεών έπεσεν επί πρόσωπον και είπεν· «Ουαί ημίν, ότι είδον τον Άγγελον Κυρίου πρόσωπον προς πρόσωπον».

ζ΄. Εμφάνισις εις τον Μανωέ και την γυναίκα αυτού.                                                          

Μετά τον θάνατον του Γεδεών, ήτο τις άνθρωπος από την χώραν Σαραά, εκ της φυλής Δαν, ονόματι Μανωέ. Ούτος είχε γυναίκα, ήτις ήτο στείρα· ο δε Αρχάγγελος Μιχαήλ εφάνη προς την γυναίκα και της είπε· «Συ είσαι στείρα και δεν εγέννησες ακόμη, αλλά θέλεις γεννήσει και φυλάττου από σήμερον να μη πίης οίνον και του παιδίου την κεφαλήν να μη ξυρίσης, διότι είναι δώρον εις τον Θεόν· και αυτό θέλει βασιλεύσει εις τους Εβραίους». Η δε γυνή επήγεν ευθύς και εύρε τον άνδρα της και του λέγει· «Σήμερον, εκεί όπου εκαθήμην, εφάνη τις άνθρωπος λαμπρός, του οποίου η θεωρία ήτο ως Αγγέλου και τον ηρώτησα πως τον λέγουν, αλλά δεν ηθέλησε να μου ομολογήση· μόνον μου είπεν ότι θέλω γεννήσει υιόν και να μη πίω οίνον ούτε ξυράφιον να βάλω εις την κεφαλήν του παιδίου». Τότε εδεήθη ο Μανωέ προς τον Θεόν και είπε· «Παρακαλώ σε, Θεέ μου, δείξε μας τον άνθρωπον εκείνον, να τον ίδωμεν τις είναι, να μας καθοδηγήση τι να ποιήσωμεν εις το παιδίον όταν γεννηθή». Επήκουσε λοιπόν ο Θεός τον Μανωέ και επήγε και πάλιν ο Αρχιστράτηγος Μιχαήλ εις την γυναίκα του Μανωέ καθημένην εις το χωράφιον· δραμούσα δε εκείνη γρήγορα εύρε τον άνδρα της και του λέγει· «Πάλιν εφάνη ο άνθρωπος ο χθεσινός, και τρέχε γρήγορα να τον ίδης». Επήγεν λοιπόν ο Μανωέ και εύρε τον Άγγελον και του λέγει· «Συ είσαι ο φανείς εις την γυναίκα μου;» Απεκρίθη ο Μιχαήλ· «Εγώ είμαι». Του λέγει ο Μανωέ· «Τι προστάζεις να ποιήσω εις το παιδίον όταν γεννηθή;» Απεκρίθη ο Άγγελος· «Ό,τι είπον εις την γυναίκα σου να φυλάττεται· ομοίως και το παιδίον οίνον να μη πίη, ακάθαρτον να μη φάγη και να μη ξυρισθή». Ο δε Μανωέ του λέγει· «Μένε αυτού να φέρω φαγητόν να σε φιλεύσω» (διότι δεν εγνώριζεν ο Μανωέ ότι ήτο Άγγελος ο φαινόμενος). Λέγει ο Αρχάγγελος προς τον Μανωέ· «Ποίησον θυσίαν εις τον Θεόν, και εμέ μη με φιλεύσης». Πάλιν δε τον ηρώτησεν ο Μανωέ και του λέγει· «Παρακαλώ σε, δείξε μας το όνομά σου, πως σε λέγουν, ίνα όταν πληρωθή ο λόγος σου σε δοξάσωμεν». Απεκρίθη ο Άγγελος· «Τι ερωτάς το όνομά μου; Και αυτό είναι θαυμαστόν». Έλαβεν ο Μανωέ την θυσίαν του και ήναψε πυρ να την καύση· ομού δε με την φλόγα ανέβη και ο Άγγελος εις τους ουρανούς και έκτοτε δεν τον είδον να φανή προς αυτούς· ο δε Μανωέ και η γυνή του εκ του φόβου των έπεσον χαμαί και είπον· «Ουαί ημίν, ότι είδομεν Άγγελον».

η΄. Η σφαγή των Εβραίων.                                                                                                      

Εις την Αγίαν Γραφήν, εις το βιβλίον «Παραέιπόμενα» γράφεται ότι ο βασιλεύς Δαβίδ ηθέλησε να αριθμήση το πλήθος των Εβραίων πόσον ήτο εις τον καιρόν της βασιλείας του. Όθεν προσκαλεί τον γραμματέα της βασιλείας του, ονόματι Ιωάβ, και του λέγει· «Ύπαγε και αρίθμησε τους Εβραίους από Βηρσαβεέ έως Δαν και φέρε μου τον αριθμόν να τον ίδω». Του λέγει ο Ιωάβ· «Πλήθος πολύ είναι, βασιλεύ, και τις η ανάγκη να τους μετρήσης; Ότι δούλοι σου είναι, καν πολλοί, καν ολίγοι, μόνον να μη οργισθή ο Θεός δια την εργασίαν ταύτην την οποίαν θέλομεν ποιήσει». Ο δε βασιλεύς ηνάγκασε τον Ιωάβ να τους μετρήση. Επήγε λοιπόν ο Ιωάβ και εμέτρησε τους Εβραίους και εύρεν ότι όσοι κατώκουν εις τα Ιεροσόλυμα ήσαν εκατόν χιλιάδες, εκτός των γυναικών, των μικρών παιδίων και των γερόντων· και πάλιν αφήκε τον περισσότερον τόπον άμετρον, διότι η διαταγή του βασιλέως παρώργισε τον Θεόν. Έγινε λοιπόν θάνατος εις τους μετρημένους και απέθνησκον οι περισσότεροι. Ο δε Θεός είπε προς τον Γαδ, τον υπηρέτην  του βασιλέως Δαβίδ· «Ειπέ εις τον Δαβίδ, τρία κακά να εκλέξη, δια την αμαρτίαν την οποίαν εποίησεν· ή τρία έτη να γίνη πείνα εις τον κόσμον όλον· ή τρεις μήνας να τον κυνηγούν οι εχθροί του, έως ου να κινδυνεύση και εις θάνατον ή τρεις ημέρας μόνον να γίνη θανατικόν εις τον μετρημένον κόσμον». Επήγε λοιπόν ο Γαδ και είπεν εις τον Δαβίδ· «Ούτω προστάζει ο Θεός· έκλεξον εν εκ των τριών τούτων: ή τρία έτη να γίνη πείνα εις όλον τον κόσμον ή τρεις μήνας να σε κυνηγούν οι εχθροί σου έως ου κινδυνεύσης και εις θάνατον ή τρεις ημέρας μόνον να γίνη θανατικόν εις τον αριθμημένον κόσμον». Απεκρίθη ο Δαβίδ· «Στενά μοι είναι και τα τρία, πλην κάλλιον να πέσω εις τους οικτιρμούς του Θεού, παρά εις χείρας ανθρώπων· ας γίνη τρεις ημέρας θανατικόν». Τότε έστειλεν ο Θεός τον Αρχιστράτηγον Μιχαήλ και εν διαστήματι τριών ωρών εφόνευσεν εβδομήκοντα χιλιάδας λαού· ο δε Κύριος πάλιν είπεν εις τον Άγγελον και έπαυσε το θανατικόν. Αναβλέψας δε ο Δαβίδ, είδε τον Άγγελον ιστάμενον εις το αλώνιον ανθρώπου τινός, Ορνά ονόματι, ήτο δε υψηλός ο Άγγελος από την γην έως τον ουρανόν και εις την χείρα του εκράτει ξίφος γυμνόν, η δε χειρ του ήτο ηπλωμένη προς τα Ιεροσόλυμα· και εκ του φόβου του ο Δαβίδ έπεσεν επί πρόσωπον κλαίων και λέγων· «Αρκεί, Κύριέ μου, η οργή σου· ας έλθη εις εμέ ο θυμός σου και μη εις τον λαόν σου». Απεκρίθη ο Άγγελος και λέγει εις τον Δαβίδ· «Γρήγορα ποίησον θυσίαν εις τον Θεόν εδώ εις το αλώνιον, δια να παύση ο θυμός Του». Επήγε παρευθύς ο Δαβίδ και ηγόρασε το αλώνιον εκείνο μαζί με τον σίτον τον οποίον ηλώνιζεν ο Ορνά, τους βόας και το άροτρον· και το μεν άροτρον έσχισεν εις τεμάχια, τους δε βόας έσφαξε, και τον σίτον έκαυσεν ομού με τους βόας και εποίησε θυσίαν εις τον Θεόν. Τότε είπεν ο Θεός εις τον Αρχιστράτηγον Μιχαήλ και έπαυσε φονεύων τους Εβραίους. Εκεί εις εκείνο το αλώνιον έκτισεν ο Σολομών μετά ταύτα την Σιών.

θ΄, ι΄ και ια΄. Εμφανίσεις εις τον Προφήτην Ηλίαν.                                                                  

Μετά τον θάνατον του Δαβίδ, του Σολομώντος και του Ροβοάμ, εβασίλευσεν εις την Σαμάρειαν ο βασιλεύς Αχαάβ. Τούτου η γυνή ωνομάζετο Ιεζάβελ, αυτή δε εζήτει να φονεύση τον Προφήτην Ηλίαν, διότι ο Ηλίας εφόνευσε πεντήκοντα ειδωλολάτρας ιερείς της Ιεζάβελ. Ο δε Ηλίας, φοβούμενος την Ιεζάβελ, έφυγεν εις την έρημον και εκάθισε κάτωθεν δένδρου να κοιμηθή, λυπούμενος δε έλεγεν· «Λάβε, Θεέ μου, την ψυχήν μου, διότι δεν δύναμαι να υπομένω πεινασμένος και διωκόμενος». Με τον λόγον τούτον εκοιμήθη· ο δε Αρχιστράτηγος Μιχαήλ επήγε και τον εξύπνησε, λέγων προς αυτόν· «Ανάστηθι και φάγε». Αναβλέψας δε ο Ηλίας είδεν άνωθεν της κεφαλής του άρτον ζεστόν και ύδωρ εις αγγείον· όθεν εγερθείς έφαγε και έπιε και εκοιμήθη πάλιν· ο δε Αρχάγγελος Μιχαήλ τον εξύπνησε πάλιν και του είπε· «Εγείρου και φάγε ακόμη, διότι πολλήν οδόν έχεις να βαδίσης». Τότε ο Ηλίας εγερθείς έφαγε πάλιν και εχορτάσθη, με την δύναμιν δε του φαγητού εκείνου επεριπάτησε τεσσαράκοντα ημέρας νήστις. Μετά τον θάνατον του Αχαάβ εβασίλευσεν ο Οχοζίας· ημέραν δε τινα βλέπων από τας κιγκλίδας του παλατίου του, έπεσε κάτω και εκτύπησε, εκ τούτου δε εκινδύνευσε να αποθάνη. Έστειλε λοιπόν ανθρώπους να υπάγουν εις μάντισσάν τινα, να την ερωτήσουν εάν θα υγιάνη. Ο δε Αρχιστράτηγος Μιχαήλ επήγεν εις τον Προφήτην Ηλίαν και του λέγει· «Εγείρου και ύπαγε εις συνάντησιν των ανθρώπων του βασιλέως και ειπέ προς αυτούς· επειδή ο βασιλεύς δεν ελπίζει εις τον Θεόν, αλλά εις μάντισσαν γυναίκα αμαρτωλήν, ούτω λέγει ο Θεός: Να μη εγερθή από τον κράββατον, εις τον οποίον κείται, έως να τον εγείρουν τεθνεώτα». Επήγε λοιπόν ο Προφήτης και είπε τους λόγους του Αγγέλου εις τους απεσταλμένους του βασιλέως. Και άλλοτε πάλιν εζήτουν οι στρατιώται τον Προφήτην Ηλίαν, επειδή δε εφοβείτο ούτος να καταβή από το όρος, εις το οποίον ήτο κρυμμένος, επήγεν ο Αρχάγγελος Μιχαήλ και του είπε να καταβή.

ιβ΄. Η συντριβή των Ασσυρίων.                                                                                            

Εις την Ασσυρίαν ήτο τις βασιλεύς ονόματι Σενναχηρίμ, εις δε τα Ιεροσόλυμα ήτο βασιλεύς ονόματι Εζεκίας. Ο Σενναχηρίμ ηθέλησε να αιχμαλωτίση τα Ιεροσόλυμα. Όθεν συναθροίσας όλον του τον στρατόν, απέστειλεν αυτόν εις τα Ιεροσόλυμα με τον αρχιστράτηγον Ραψάκην ονόματι. Ημέραν τινά εξήλθον τρεις άνθρωποι από την Ιερουσαλήμ δια να συνομιλήσουν με τον Ραψάκην λόγους ειρηνικούς· ο δε Ραψάκης τους λέγει· «Ούτω προστάζει ο βασιλεύς των Ασσυρίων Σενναχηρίμ προς τον βασιλέα Εζεκίαν: Εις τι είσαι θαρρετός; Μήπως με λόγους γίνεται ποτέ πόλεμος; Και τώρα εις τι ελπίζεις και δεν με προσκυνείς; Έλθετε να με προσκυνήσητε και εγώ θα σας δώσω δύο χιλιάδας ίππους, αν δύνασθε και σεις να δώσετε αναβάτας δι’ αυτούς. Μη ελπίζετε δε εις τον Θεόν σας να σας σώση από τας χείρας μου, διότι ο Θεός είπεν εις εμέ να έλθω να σας πολεμήσω». Οι δε τρεις άνδρες εκείνοι, οίτινες ελέγοντο ο μεν εις Σωμνάς, ο άλλος Ελιακίμ και ο τρίτος Ιωάς, απεκρίθησαν προς αυτόν και του λέγουν· «Λάλει προς ημάς και μη προς τον λαόν». Ο δε Ραψάκης τους λέγει· «Μη προς τον κύριον υμών ή προς υμάς με απέστειλεν ο κύριός μου να είπω τους λόγους τούτους; Ουχί ούτως, αλλά προς τον λαόν τον καθήμενον επί τα τείχη και τρώγοντα κόπρον και πίνοντα ούρον. Μη δε και σεις ούτω ποιήσητε, αλλ’ ως λέγει ο βασιλεύς μου να γίνη». Εστάθη δε πάλιν ο Ραψάκης εν μέσω και είπε μεγαλοφώνως· «Ούτω προστάζει ο βασιλεύς Ασσυρίας Σενναχηρίμ· Μη σας γελά ο βασιλεύς σας Εζεκίας και σας λέγει ότι δεν φοβείται· μόνον ελάτε με το καλόν και προσκυνήσετέ με και εγώ να σας δώσω εδώ αμπέλους και χωράφια και οίκους, διπλά απ’ όσα έχετε αυτού, μη ελπίζετε δε εις τον Θεόν σας να σας σώση· που είναι ο Θεός των άλλων πόλεων που ηχμαλωτίσαμεν; Πως δεν εβοήθησε την Αιμάθ χώραν και την Αρφάδ και την Σεπφαουραϊμ και την Σαμάρειαν, αλλά τας ηχμαλωτίσαμεν πάσας; Ποίος Θεός δύναται να σώση πόλιν από τας ιδικάς μας χείρας»; Όλοι τότε εσιώπησαν και δεν ηδυνήθη τις να του αποκριθή. Επιστρέψαντες οι τρεις εκείνοι άνδρες εις τον βασιλέα, του είπον τους λόγους του Ραψάκου· και ως ήκουσεν ο βασιλεύς Εζεκίας τους λόγους αυτούς, έσχισε τα ιμάτιά του και ενδυθείς σάκκον επήγεν εις τον ναόν, έστειλε δε και τους τρεις άνδρας εκείνους προς τον Προφήτην Ησαϊαν να του είπωσιν· «Ούτω λέγει ο βασιλεύς Εζεκίας· Ημέρα θλίψεως και ονειδισμού είναι η σήμερον ημέρα· και φοβούμεθα πολύ μήπως αποθάνωμεν· δια τούτο δεήθητι του Θεού, εάν σου ακούση, να μας ελευθερώση από την αιχμαλωσίαν». Απεκρίθη ο Ησαϊας και είπε προς τους απεσταλμένους· «Είπατε εις τον βασιλέα Εζεκίαν, ας μη φοβηθή από τους λόγους του Ραψάκου, διότι ούτω λέγει ο Θεός του ουρανού και της γης· φόβον μέγα θέλω βάλει εις το στράτευμα του Σενναχηρίμ και συντριμόν μέγαν θα ποιήσω εις τους ανθρώπους του, τελευταίον δε θα φονεύσω και αυτόν». Την νύκτα εκείνην, κατά τον λόγον του Προφήτου Ησαϊου, ο Αρχιστράτηγος Μιχαήλ κατέκοψε από τον στρατόν του Σενναχηρίμ εκατόν ογδοήκοντα πέντε χιλιάδες λαού· πρωϊας δε γενομένης ηγέρθησαν οι επίλοιποι από τον ύπνον και εύρον το πλήθος των φονευθέντων στρατιωτών, όθεν φοβηθέντες φόβον μέγαν έφυγαν από τα Ιεροσόλυμα, τον δε βασιλέα Σενναχηρίμ τον εφόνευσαν οι δύο υιοί του, ο Αδραμέλεχ και ο Σαρασάρ· και εβασίλευσεν ο τρίτος υιός του Ασορδάν.

ιγ΄. Η από του πυρός της καμίνου διαφύλαξις των Αγίων Τριών Παίδων.                           

Ο βασιλεύς Ναβουχοδονόσορ εποίησεν εικόνα χρυσήν, της οποίας το ύψος ήτο πήχεις εξήκοντα και το πλάτος πήχεις εξ· έστησε δε αυτήν εις κάμπον, ονόματι Δεειρά, εις την Βαβυλώνα. Αφού την ητοίμασαν, απέστειλε τους ανθρώπους του να συναγάγουν πάντας τους υπάτους, τους στρατηγούς, τους τοπάρχας, τους ηγουμένους, τους τυράννους, τους επ’ εξουσιών και πάντας τους άρχοντας των χωρών, δια να παραστούν εις τα εγκαίνια της εικόνος, την οποίαν έστησε. Συνήχθησαν λοιπόν οι τοπάρχαι, οι ύπατοι, οι στρατηγοί, οι ηγούμενοι, εις την χώραν της Βαβυλώνος, κατά την διαταγήν του βασιλέως. Τότε ο κήρυξ εβόησε με όλην την δύναμίν του λέγων· «Προς υμάς λέγω έθνη, λαοί, φυλαί, γλώσσαι, εις οιανδήποτε ώραν ακούσετε της φωνής της σάλπιγγος, της σύριγγος, της κιθάρας, της σαμβύκης και του ψαλτηρίου, όλοι να πέσητε να προσκυνήσετε την εικόνα του βασιλέως Ναβουχοδονόσορος· εάν δε κανείς δεν προσκυνήση την εικόνα, κατ’ αυτήν την ιδίαν ώραν θέλει βληθή εις την κάμινον του πυρός την καιομένην». Τότε, όταν εσάλπισαν τα όργανα, έπεσον όλοι και προσεκύνησαν την εικόνα του βασιλέως εκτός των τριών Παίδων, Ανανία, Αζαρία και Μισαήλ, οίτινες δεν προσεκύνησαν την εικόνα του βασιλέως. Οργισθείς όθεν ο βασιλεύς είπεν εις τους υπηρέτας του· «Καύσατε καλά την κάμινον, έως επτά φοράς, και είτα ρίψατε τους τρεις Παίδας εντός αυτής» και ούτως έγινεν. Έβαλαν λοιπόν εις την κάμινον εκείνην την καιομένην τους Τρεις Αγίους Παίδας, το πυρ όμως δεν τους ήγγισε· διότι ο Αρχάγγελος Μιχαήλ κατέβη από του ουρανού εις την κάμινον και εδρόσισε την φλόγα της καμίνου. Τότε ατενίσας ο βασιλεύς Ναβουχοδονόσορ είδεν ότι ήσαν τέσσαρες· όθεν ηρώτησε τους υπηρέτας του· «Δεν είπα να ρίψετε τρεις ανθρώπους; Πως τώρα είναι τέσσαρες»; Και όλοι των εθαύμασαν εις το θαύμα, όπερ εφάνη εις αυτούς την ημέραν εκείνην.

ιδ΄. Η διαφύλαξις του Δανιήλ εν τω λάκκω των λεόντων.                                                       

Μετά τον θάνατον του βασιλέως Ναβουχοδονόσορος εβασίλευσεν ο υιός του Βαλτάσαρ, μετ’ εκείνον δε εβασίλευσεν ο Δαρείος ο βασιλεύς. Εις τούτον εφάνη καλόν και διώρισεν εκατόν είκοσιν άρχοντας εις όλην του την βασιλείαν, διώρισε δε και τρεις λογιστάς επάνω εις αυτούς. Εις δε εξ αυτών ήτο και ο Προφήτης Δανιήλ, πρώτος εις την σύνεσιν, διότι είχε Πνεύμα Άγιον· όθεν ο βασιλεύς, θαυμάζων την σοφίαν του, τον διώρισεν επίτροπον της βασιλείας του. Βλέποντες δε οι λογαριασταί, ότι τον ετίμησεν ο βασιλεύς, εφθόνησαν και εζήτουν ευκαιρίαν να τον φονεύσουν. Αλλά δεν ηδύναντο να εύρουν αιτίαν ουδεμίαν, διότι ήτο πιστός άνθρωπος εις τας βασιλικάς προσταγάς. Οι δε λογαριασταί είπον μεταξύ των· «Δεν ευρίσκομεν πταίσιμον εις τον Δανιήλ, μόνον εις την πίστιν του να του εύρωμεν πταίσιμον». Τότε επήγαν εις τον βασιλέα Δαρείον και τον παρεκίνησαν να εκδώση διαταγήν ότι έως τεσσαράκοντα ημέρας να μη ζητήση ουδείς τίποτε ούτε από τον Θεόν ούτε από ανθρώπους· όποιος δε παραβή την εντολήν του να τον ρίπτωσιν εις τον λάκκον των λεόντων. Ο δε Προφήτης Δανιήλ, επειδή είχε τοιαύτην συνήθειαν, προσεκύνει τρις της ημέρας τον Θεόν. Κατά την συνήθειάν του λοιπόν κλίνας τα γόνατα και κατ’ εκείνην την ημέραν, προσηύχετο εις τον Θεόν· τότε οι φθονεροί εκείνοι κατήγγειλαν εις τον βασιλέα την υπό του Δανιήλ παράβασιν της διαταγής. Ως ήκουσεν ο βασιλεύς δια τον Δανιήλ ελυπήθη πολύ, διότι τον υπερηγάπα· αλλά και μη θέλων ηναγκάσθη και επρόσταξε να ρίψουν τον Δανιήλ εις τον λάκκον των λεόντων δια την παράβασιν της προσταγής του. Τούτου δε γενομένου έθεσαν λίθον μέγαν εις την θύραν του λάκκου, και εσφράγισαν τον λάκκον με την σφραγίδα του βασιλέως και τα δακτυλίδια των λογαριαστών. Ο δε βασιλεύς από την λύπην του εκοιμήθη άδειπνος εκείνην την νύκτα. Ο Θεός όμως έστειλε τον Αρχιστράτηγον Μιχαήλ, όστις έκλεισε τα στόματα των λεόντων και ουδόλως εβλάβη ο Δανιήλ. Πρωϊας δε γενομένης ηγέρθη ο βασιλεύς και λαβών μεθ’ εαυτού τους λογαριαστάς επήγαν εις τον λάκκον εκείνον, εις τον οποίον ήσαν τα θηρία, και έκραξεν ο βασιλεύς μακρόθεν· «Ζης, Δανιήλ φίλε μου»; Και ο Δανιήλ απεκρίθη· «Να ζης, βασιλεύ, εις τους αιώνας· ο Θεός απέστειλε τον Άγγελόν του, και έκλεισε τα στόματα των λεόντων, και είμαι εν τη ζωή έως τώρα». Τότε ο βασιλεύ πολλά χαρείς επρόσταξε και εξήγαγον τον Δανιήλ από τον λάκκον των λεόντων.

ια΄.  Η αρπαγή του Αββακούμ.                                                                                                  

Μετά τον θάνατον του βασιλέως Δαρείου, εβασίλευσεν ο Κύρος· εκεί δε εις την Βαβυλώνα ήτο θηρίον μέγα, το οποίον πάντες οι Βαβυλώνιοι επροσκύνουν ως θεόν. Ο δε Κύρος είπε προς τον Δανιήλ: «Προσκύνησε και συ τον θεόν αυτόν». Λέγει ο Δανιήλ προς τον βασιλέα· «Εγώ προσκυνώ τον Θεόν του ουρανού και της γης· αλλά δος μοι εξουσίαν να φονεύσω εγώ το θηρίον χωρίς ξίφος ή ξύλον». Του λέγει ο βασιλεύς· «Ποίησον ως θέλεις». Τότε έλαβεν ο Δανιήλ πίσσαν, λίπος και τρίχας, ενώσας δε όλα αυτά ομού εποίησε δώδεκα άρτους και τους έρριψεν εις το στόμα του θηρίου, παρευθύς δε έσκασε το θηρίον εκείνο. Ως είδον οι Βαβυλώνιοι ότι εφόνευσεν ο Δανιήλ τον θεόν των, ελυπήθησαν πολύ, δραμόντες δε όλοι ομού εις τον βασιλέα Κύρον του είπον· «Δος μας τον Δανιήλ να τον φονεύσωμεν, ειδεμή σε κατακαίομεν». Τότε και μη θέλων ο βασιλεύς παρέδωκεν εις τας χείρας των Βαβυλωνίων τον Δανιήλ. Εκεί δε εις την Βαβυλώνα ήτο λάκκος μέγας, όστις είχεν επτά λέοντας, εις αυτόν δε τον λάκκον έρριψαν τον Δανιήλ, και έμεινεν εξ ημέρας. Κατ’ εκείνον τον καιρόν ήτο και ο Προφήτης Αββακούμ εις τα Ιεροσόλυμα. Ούτος είχε βράσει όσπρια να τα υπάγη εις τον αγρόν του δια τους εργάτας, διότι ήτο καιρός θέρους· λαβών δε αυτά και άρτον εις καλάθιον επορεύετο, εις δε την οδόν συνήντησε τον Αρχιστράτηγον Μιχαήλ, όστις του λέγει· «Αββακούμ, το φαγητόν αυτό να το υπάγης εις την Βαβυλώνα, εις τον λάκκον των λεόντων, όπου ευρίσκεται ο Προφήτης Δανιήλ, δια να φάγη, διότι είναι πεινασμένος». Ο δε Αββακούμ του λέγει· «Κύριε, εγώ την Βαβυλώνα δεν είδα και τον λάκκον των λεόντων δεν γινώσκω που είναι». Τότε τον έλαβεν ο Αρχάγγελος Μιχαήλ από την κορυφήν και κρατών αυτόν τον επήγεν έως εις τον λάκκον των λεόντων, έκραξε δε ο Αββακούμ· «Δανιήλ, Δανιήλ, λάβε αυτό το φαγητόν, το οποίον σου έστειλεν ο Θεός». Και είπεν ο Δανιήλ· «Με ενεθυμήθη ο Θεός και δεν με άφησε να αποθάνω;» Εγερθείς δε έφαγεν έως ου εχόρτασε. Και πάλιν ο Αρχάγγελος Μιχαήλ ήρπασε τον Αββακούμ και τον επήγεν εις τα Ιεροσόλυμα, η δε απόστασις της οδού ταύτης είναι, ως λέγουσι, δώδεκα ημερών, και πάλιν επήγε το φαγητόν εις τους εργάτας ζεστόν. Πρωϊας δε γενομένης επήγεν ο βασιλεύς Κύρος και εξέβαλε τον Δανιήλ από τον λάκκον ζώντα, εκείνους δε οίτινες τον έρριψαν εις αυτόν, τους έβαλεν εις τον λάκκον και τους έφαγαν τα θηρία.

Θαύματα του Αρχαγγέλου Μιχαήλ αναφερόμενα εν τη Καινή Διαθήκη.                               

Τα θαύματα, τα οποία προείπομεν, εποίησεν ο Αρχιστράτηγος Μιχαήλ προς της ενσάρκου οικονομίας του Χριστού. Μετά δε την σάρκωσιν εποίησε περισσότερα. Αυτός ο Μιχαήλ ηλευθέρωσε τους Αποστόλους από την φυλακήν, εις την οποίαν τους εφύλαττον οι αρχιερείς, διότι εδίδασκον τον λαόν, καθώς το διηγούνται αι Πράξεις των Αποστόλων· αυτός και τον Απόστολον Φίλιππον ωδήγησεν εις το να βαπτίση τον ευνούχον· αυτός εφάνη εις τον Κορνήλιον, κατά την ώραν της προσευχής του, και του είπε να καλέση τον Πέτρον να τον βαπτίση· αυτός ηλευθέρωσε και τον Απόστολον Πέτρον από την φυλακήν, τον οποίον έμελλε να φονεύση ο βασιλεύς Ηρώδης προς χάριν των Ιουδαίων· αυτός έσφαξε και τον Ηρώδην, διότι υπερηφανεύθη ως θεός· αυτός εφάνη και εις τον Παύλον, όταν εκινδύνευε να σχισθή το πλοίον και του είπε να μη φοβήται· αυτόν τον Αρχάγγελον είδε και ο Θεολόγος Ιωάννης εις την Αποκάλυψιν. Αυτός ετάραττε και το ύδωρ εις την προβατικήν κολυμβήθραν και ιατρεύοντο κατ’ έτος οι ασθενείς. Αυτός δε μέλλει να φονεύση και τον Αντίχριστον εις την συντέλειαν του κόσμου, καθώς το λέγει ο Θεολόγος Ιωάννης εις την Αποκάλυψίν του. Ακούσατε δε και έτερα θαύματα, τα οποία έκαμεν ο Αρχιστράτηγος Μιχαήλ μετά την ένσαρκον οικονομίαν του Σωτήρος Χριστού και μέχρι των καθ’ ημάς χρόνων.

Θαύματα του Αρχιστρατήγου Μιχαήλ κατά τους Βυζαντινούς χρόνους.                             

α΄. Περί της οικοδομής του εν Σωσθενίω Ναού του Αρχαγγέλου Μιχαήλ.                           

Ο Μέγας Κωνσταντίνος, όταν έκτισε την Κωνσταντινούπολιν, έκανε Ναόν επ’ ονόματι του Αρχιστρατήγου Μιχαήλ, έξωθεν εις τα περίχωρα, εις τόπον λεγόμενον Σωσθένιον· έκτισε δε τον Ναόν δια ταύτην την αιτίαν. Εις την αρχαίαν Ιωλκόν ήτο βασιλεύς τις ονόματι Πελίας, ούτος δε είχεν ανεψιόν ονόματι Ιάσονα, τον οποίον έστειλε να υπάγη εις την Σκυθίαν. Ο δε Ιάσων συνήθροισε πεντήκοντα νέους εκλεκτούς και δυνατούς και εμβήκεν εις πλοίον δια να υπάγη εις τον τόπον, εις τον οποίον τον έστειλεν ο θείος του. Πηγαίνοντας εκείνοι οι άνθρωποι ηχμαλώτευσαν και κάστρα και χώρας, έως ου έφθασαν εις το ανατολικόν μέρος, εις χώραν καλουμένην Βεβρυκία· εκεί ήτο βασιλεύς ονόματι Άμυκος, τον οποίον εβουλήθησαν να φονεύσουν και να αιχμαλωτίσουν και τον τόπον του· αυτός όμως τους εδίωξε με πολύ στράτευμα έως ου έφυγαν εις το Σωσθένιον. Εκεί εκάθισαν οι νέοι και εσκέπτοντο τι να ποιήσωσι. Την ώραν εκείνην άνθρωπος χρυσόπτερος και μέγας εφάνη εν μέσω αυτών, και τους είπε να μη δειλιάσουν τον Άμυκον, αλλά να υπάγουν να τον φονεύσουν· και ούτως εποίησαν. Αφ’ ου λοιπόν τον εφόνευσαν, επήγαν πάλιν εις την θέσιν εκείνην να μοιράσουν τα λάφυρα, και είπον μεταξύ των· «Ας ποιήσωμεν ανδριάντα δια τον άνθρωπον εκείνον τον χρυσόπτερον, όστις μας εφάνη». Και ούτως εποίησαν και τον έστησαν εκεί προς ενθύμησιν. Τον ανδριάντα εκείνον είδεν ο Μέγας Κωνσταντίνος και εθαύμαζε τι να εσήμαινεν. Ηρώτησε δε και τους άρχοντάς του, αλλά ουδέ εκείνοι εγνώριζον την αιτίαν. Τότε παρεκάλεσε τον Θεόν να του δείξη τι είναι εκείνος και δια νυκτός εφάνη ο Αρχάγγελος Μιχαήλ εις τον βασιλέα και του λέγει· «Εγώ είμαι ο Αρχιστράτηγος Μιαήλ ο βοηθός των Χριστιανών, όστις εβοήθησα και σε και ενίκησες τους εχθρούς σου· δια τούτο κτίσε Εκκλησίαν εις το όνομά μου, και εγώ θέλω σε φυλάττει από όλους τους εχθρούς σου έως τέλους της ζωής σου». Παρευθύς λοιπόν εποίησεν ο βασιλεύς ως του είπεν ο Αρχάγγελος, οικοδομήσας Εκκλησίαν μεγάλην, την οποίαν επροίκισε με πολλά εισοδήματα. Έκτοτε συνηθροίζοντο οι Χριστιανοί από όλα τα περίχωρα και εποίουν πανήγυριν κατ’ αυτήν την ημέραν. Χριστιανός δε τις είχε παιδίον, το οποίον ήτο κωφόν και βωβόν εκ κοιλίας μητρός του, ελάμβενε δε αυτό ο πατήρ του κατ’ έτος και επήγαιναν εις την Εκκλησίαν του Ταξιάρχου, ένθα παρεκάλει πάντοτε τον Αρχάγγελον να ιατρεύση το παιδίον του. Από τας πολλάς λοιπόν παρακλήσεις επήκουσεν ο Αρχάγγελος την δέησιν του πτωχού εκείνου· και κατά την ώραν κατά την οποίαν ετελείτο η θεία Λειτουργία και έκειτο το παιδίον έμπροσθεν της Εικόνος του Αρχιστρατήγου, όταν έμελλε να είπη ο Διάκονος: «Πρόσχωμεν, τα Άγια τοις Αγίοις», τότε απεκρίθη το παιδίον εκείνο και είπε το «Πρόσχωμεν», έκτοτε δε ιατρεύθη το παιδίον, ο δε πατήρ του εώρταζε κατ’ έτος την εορτήν των Ταξιαρχών.

β΄, γ΄ και δ΄. Περί της απαλλαγής της Κωνσταντινουπόλεως από του κινδύνου των Αβάρων, των Περσών και των Αγαρηνών.                                                                             

Συνηθροίσθησάν ποτε οι Άβαροι δια να αιχμαλωτίσουν την Κωνσταντινούπολιν· έμειναν δε έξωθεν αυτής πολύν καιρόν και την επολεμούσαν. Ο δε Αρχιερεύς του καιρού εκείνου συνήθροισε τον λαόν όλον της πόλεως και επήγαν εις τον Ναόν του Αρχιστρατήγου Μιχαήλ, ένθα εδέοντο του Θεού να ελευθερωθούν από την αιχμαλωσίαν. Ημέραν δε τινά, κατά την οποίαν έμελλον οι Άβαροι να έμβουν εις την Πόλιν, ο Αρχιστράτηγος Μιχαήλ εφάνη εις το μέσον των ως αστραπή και από τον φόβον των έπεσον κατά πρόσωπον και εστράφησαν οπίσω· δια νυκτός δε εφάνη πάλιν εις τον βασιλέα των Αβάρων και του είπε· «Φύγε γρήγορα με όλον σου το στράτευμα, διότι αύριον θέλεις αποθάνει συ και οι άνθρωποί σου». Τότε εφοβήθη ο βασιλεύς και έφυγε δια νυκτός εις τον τόπον του. Και άλλοτε πάλιν οι Πέρσαι συνήθροισαν πλήθος αναρίθμητον και επήγαν εναντίον της Κωνσταντινουπόλεως, την οποίαν απέκλεισαν και ημπόδιζαν τας τροφάς να εισέρχωνται εις αυτήν τόσον, ώστε εκινδύνευσαν οι πολίται να αποθάνουν από την πείναν· μόνον δε εις τον Θεόν είχον τας ελπίδας των και εις το πρώτον θαύμα του Αρχιστρατήγου Μιχαήλ εθάρρουν· δια τούτο επήγαν πάλιν εις τον Ναόν του και τον παρεκάλουν να δείξη θαύμα ως το πρώτον. Ημέραν τινά έβαλαν οι Πέρσαι κλίμακας δια να έμβουν εις την Πόλιν, αλλ’ ο Αρχιστράτηγος Μιχαήλ, καθώς και πρότερον, ως αστραπή φοβερά εφάνη έμπροσθέν των· οι δε Πέρσαι, ως τον είδον, εσυγχύσθησαν και εσφάγησαν μεταξύ των· ενόμιζον δε ότι πολεμούν με τους Πολίτας· τότε, ως εγνώρισαν οι πολίται την συμφοράν των Περσών, εξήλθον και αυτοί και εφόνευσαν όσους ηδυνήθησαν. Άλλοτε πάλιν συνηθροίσθησαν πλήθος πολύ Αγαρηνών δια θαλάσσης και επήγαν εις την Πόλιν, επί της βασιλείας Κωνσταντίνου εγγόνου του Ηρακλείου και πάλιν και αυτός συνήθροισε τον λαόν και επήγαν εις τον Ναόν του Αρχιστρατήγου Μιχαήλ, όστις ωνομάζετο του Ευσεβίου, ένθα παρεκάλουν τον Θεόν και τον Αρχιστράτηγον Μιχαήλ να τους βοηθήση. Ημέραν δε τινά ο Αρχιστράτηγος Μιχαήλ ετρύπησεν όλα τα πλοία των Αγαρηνών και οι περισσότεροι άνθρωποι επνίγησαν· τρία δε μόνον πλοία απέμειναν, τα οποία εστράφησαν εις τα οπίσω.

ε΄. Περί της διασώσεως της πόλεως Ακολίας.                                                                         

Εις την Μαύρην Θάλασσαν ήτο πόλις ονόματι Ακόλια· συνηθροίσθησαν δε ποτέ πολύ πλήθος Σαρακηνών, οίτινες επήγαν να την αιχμαλωτίσουν, έμειναν δε καιρόν πολύν έξω της πόλεως και δεν ηδύναντο να ποιήσωσι τι, ώστε απεφάσισαν να αναχωρήσωσι. Προδότης όμως τις της πόλεως τους είπεν ότι οι Χριστιανοί έχουν εντός αυτής Εκκλησίαν του Αρχιστρατήγου Μιχαήλ, ήτις είναι πλησίον εις το τειχόκαστρον, εκεί δε παρακαλούν τον Θεόν να τους βοηθήση και δια τούτο δεν δύνασθε σεις να ποιήσητε τίποτε. Ως ήκουσαν τουτο οι Σαρακηνοί, εποίησαν τειχόκαστρον ξύλινον και με πολλάς τέχνας, σχοινία, κυλίνδρους και λοιπά, έσυραν μέγαν λίθον και τον έρριψαν εις την στέγην της Εκκλησίας του Ταξιάρχου, παρευθύς δε όταν έρριψαν τον λίθον, εστράφησαν εις τα οπίσω τα πρόσωπα του αμιρά και πάντων των αρχηγών του στρατού, ως και εκείνων οίτινες έρριψαν τον λίθον· ως έπαθον τούτο αυτοί οι ταλαίπωροι, εφόρτωσαν εις καμήλους πολλάς θυμίαμα, κηρία και ελαιόλαδον, εξέβαλον δε και άργυρον από τα ηνία των ίππων και τα επήγαν εις τον Ναόν του Αρχιστρατήγου Μιχαήλ· ωρκίσθησαν δε και μεταξύ των, ότι δια πολύν χρόνον να μη υπάγουν εις Ακόλιαν δια κανέν κακόν· όθεν εγύρισαν τότε και πάλιν τα πρόσωπά των εις τας θέσεις των.

στ΄ και ζ΄. Τα εις Κολασσάς και εις Γέρμια θαύματα.                                                              

Εποίησε δε και άλλα θαύματα ο Αρχιστράτηγος Μιχαήλ, όπως εις τας Κολοσσάς της Φρυγίας, ήτοι εν Χώναις και εις τα Γέρμια, ένθα ήσαν αγιάσματα του Αρχιστρατήγου Μιχαήλ. Και περί μεν του εν Χώναις θαύματος βλέπε εις την στ΄ (6ην) Σεπτεμβρίου, ότε εορτάζει την ανάμνησιν τούτου η του Χριστού Ορθόδοξος Εκκλησία. Εις δε τα Γέρμια, ένθα ήτο ομοίως αγίασμα επ’ ονόματι του Αρχιστρατήγου Μιχαήλ, πολλά εγένοντο θαύματα και όσοι επήγαιναν εκεί παρευθύς ιατρεύοντο από πάσαν ασθένειαν, διότι το ύδωρ εκείνο είχε μικρούς ιχθείς, οι οποίοι έλειχον το σώμα του ασθενούς και εθεραπεύετο, ένα δε εκ των θαυμάτων τούτων είναι και το ακόλουθον. Κατ’ εκείνον τον καιρόν ήτο εις την Κωνσταντινούπολιν άρχων μέγας και πρώτος της πόλεως ονόματι Στούδιος, ο οποίος ησθένησεν έως θανάτου, ουδείς δε ιατρός ηδυνήθη να τον ιατρεύση. Εις δε τας ημέρας της ασθενείας του, άνθρωπός τις, ονόματι Γουλέων, επήγεν από τα Γέρμια εις την Πόλιν να επισκεφθή τον ασθενή Στούδιον, του διηγήθη δε τότε και τα θαύματα όσα εγίνοντο εις το αγίασμα εκείνο· ως ήκουσεν ο Στούδιος, επίστευσεν εις την βοήθειαν του Θεού και επήγεν εκεί με άλλους τινάς ασθενείς· και ευθύς ως εμβήκεν εις το αγίασμα εκείνο, παρευθύς ιατρεύθη ουχί μόνον αυτός, αλλά και όλοι οι συνακολουθήσαντες αυτόν· εις δε εξ εκείνων είχεν γλαύκωμα εις τους οφθαλμούς και ιατρεύθη και εκείνος. Τότε, ως είδεν ο άρχων Στούδιος τα τόσα θαύματα, εδαπάνησε την περισσοτέραν περιουσίαν του και έκτισεν Εκκλησίαν μεγάλην, άφησε δε και εισοδήματα πολλά εις εκείνον τον Ναόν, και καθ’ εκάστην ημέραν ει τις ασθενής επήγαινε μετά πίστεως ιατρεύετο, πολλοί τυφλοί ανέβλεψαν και χωλοί περιεπάτησαν εξ εκείνου μόνον του αγιάσματος του Αρχαγγέλου Μιχαήλ.

η΄ και θ΄. Η θεραπεία του Μοναχού Μαρκιανού και του ιατρού.                                             

Εις τον καιρόν του ευσεβεστάτου βασιλέως Μιχαήλ του Γ΄ και Θεοδώρας της μητρός του, της αναστυλωσάσης την Ορθοδοξίαν, ήτο Μοναχός τις Μαρκιανός ονόματι εις το Μοναστήριον του Αρχιστρατήγου Μιχαήλ, το επονομαζόμενον του Ευσεβίου, εντός της Κωνσταντινουπόλεως. Αυτός ο Μαρκιανός, όταν ασθενούσε, ποτέ δεν εζήτει ιατρούς ουδέ ιατρικά, μόνον προσέπιπτεν εις την εικόνα του Αρχιστρατήγου Μιχαήλ και ιατρεύετο και ούτως εποίει πάντοτε. Ημέραν δε τινα ασθενήσας βαρέως προσέπεσε και πάλιν, κατά την συνήθειαν την οποίαν είχεν, εις την εικόνα του Αρχαγγέλου Μιχαήλ και εζήτει βοήθειαν· ο δε Αρχιστράτηγος, θέλων να τον δοκιμάση, δεν τον ιάτρευσεν. Ερχόμενοι δε οι συγγενείς και οι φίλοι του τού έλεγον να προσκαλέση ιατρόν, αλλ’ αυτός δεν τους ήκουεν· εκείνοι δε επήγαν κρυφίως εις ιατρόν τινα φίλον του Μαρκιανού και του εζήτησαν τας οδηγίας του δια την θεραπείαν του ασθενούς, ο δε ιατρός τους έδωκε τας απαιτουμένας οδηγίας και τα κατάλληλα ιατρικά να τα θέσουν εις τον ασθενή, όταν αυτός κοιμηθή. Επήραν λοιπόν εκείνοι τα φάρμακα και τα έκρυψαν εις το προσκέφαλον του Μαρκιανού, αναμένοντες ευκαιρίαν δια να τα θέσουν εις τον ασθενή. Την νύκτα εκοιμήθησαν όλοι όσοι τον περιεποιούντο, ο δε Μαρκιανός είχεν ανοικτούς τους οφθαλμούς του· βλέπει δε τότε τον Αρχάγγελον Μιχαήλ, ως να εξήλθεν από το βήμα της Εκκλησίας, έχων μεθ’ εαυτού άλλους δύο νέους ωραίους και θαυμαστούς, βαδίζων δε ήλθεν εις το προσκέφαλον του Μαρκιανού και ιδών τα ιατρικά λέγει εις τον Μαρκιανόν· «Τι είναι αυτά»; Απεκρίθη ο Μαρκιανός· «Δεν γνωρίζω, Αρχάγγελε». Τότε λέγει ο Αρχιστράτηγος προς τους νέους· «Λάβετε αυτά τα ιατρικά και υπάγετε να τα βάλετε εις το προσκέφαλον του ιατρού, όστις τα έκαμε». Και οι μεν νέοι εξήλθον της Εκκλησίας, αυτός δε επήρεν έλαιον εκ της κανδήλας της Εικόνος του και ήλειψε τον Μαρκιανόν, παρευθύς δε ιατρεύθη από την ασθένειάν του και εδόξασε τον Θεόν. Το μεσονύκτιον επήγεν ο Ιερεύς της Εκκλησίας να ψάλη τον Όρθρον και εύρε τον Μαρκιανόν υγιά, όστις του είπε πάντα όσα είδε. Πρωϊας δε γενομένης επήγεν ο Ιερεύς εις τον οίκον του ιατρού και εύρεν αυτόν βαρέως ασθενή. Τότε διηγήθη ο Ιερεύς όσα ήκουσεν από τον Μαρκιανόν· και ως ήκουσεν ο ιατρός την αιτίαν της ασθενείας του ηγέρθη βασταζόμενος και επήγεν εις τον Ναόν του Αρχιστρατήγου Μιχαήλ, έμεινε δε εκεί όλην την ημέραν κλινήρης, το δε εσπέρας ιατρεύθη και έκτοτε δεν επήγεν εις τον οίκον του, αλλά εμόνασεν εκεί εις τον Ναόν και ό,τι αν είχεν τα εχάρισεν εις την Εκκλησίαν. Αυτά και άλλα πολλά, τα οποία αδύνατον είναι να γράψωμεν, όλα είναι θαύματα του Αρχιστρατήγου Μιχαήλ. Ας ίδωμεν δε τώρα και όσα θαύματα επετέλεσαν οι δύο ομού Αρχάγγελοι Μιχαήλ και Γαβριήλ. Όσα επετέλεσε μόνος ο Αρχάγγελος Γαβριήλ τα ανεφέραμεν εις το Συναξάριον αυτού (βλ. σελ. 209 και επομένας).

Β΄ Θαύματα επιτελεσθέντα και υπό των δύο ομού Αρχαγγέλων Μιχαήλ και Γαβριήλ.      

α΄. Το θαύμα της Μονής Δοχειαρίου.                                                                                        

Κατά τον καιρόν της βασιλείας Νικηφόρου Γ΄ του Βοτανειάτου 1078 – 1081 ήτο Μοναχός τις Ευθύμιος ονόματι εις το Άγιον Όρος, γνωστός και του Αγίου Αθανασίου, του κτίτορος της Λαύρας. Αυτός ο Ευθύμιος έκτισε μικράν Εκκλησίαν εις το Άγιον Όρος επ’ ονόματι του Αγίου Νικολάου, εκεί δε ησύχαζε με συνοδείαν εις θέσιν λεγομένην Δάφνην. Την εποχήν εκείνην αιχμαλωτίσαντες οι Σαρακηνοί πολλούς τόπους επήγαν και εις εκείνο το Μοναστήριον να το αιχμαλωτίσουν· όθεν οι Μοναχοί πάντες ανεχώρησαν εις τον λόγγον και εσώθησαν ομού με τον Ευθύμιον. Αφού δε ανεχώρησαν από εκεί οι Σαρακηνοί, εξήλθον οι Μοναχοί από τον λόγγον και είδον την ερήμωσιν του Μοναστηρίου, μη έχοντες δε τι να ποιήσωσι, περιεπάτουν ένθεν κακείθεν. Ο δε Ευθύμιος περιπατών έφθασεν έως εις την θέσιν εις την οποίαν ευρίσκεται νυν η Μονή του Δοχειαρίου και ιδών τον τόπον, ότι ήτο κατάλληλος προς κατοικίαν, έκτισε μικράν Εκκλησίαν, πάλιν επ’ ονόματι του Αγίου Νικολάου, εποίησε δε και τινα κελλία προς ανάπαυσιν των Μοναχών. Δεν παρήλθε πολύς καιρός και τις άνθρωπος, Νικόλαος ονόματι, άρχων εκ της Κωνσταντινουπόλεως και συγγενής του Ευθυμίου, επεθύμησε να γίνη Μοναχός. Όθεν συνάξας όλην την περιουσίαν του, επήγεν εις το Μοναστήριον του Δοχειαρίου και εκουρεύθη, μετονομασθείς Νεόφυτος. Εις ολίγον καιρόν έγινε και Ηγούμενος του Μοναστηρίου δια την ενάρετον πολιτείαν του, ο δε θείος του Ευθύμιος ησύχαζε κατά μόνας. Αφού έγινεν Ηγούμενος ο Νεόφυτος, παρευθύς κατεδάφισε την μικράν εκείνην Εκκλησίαν και έκτισεν άλλην μεγαλυτέραν, όπως φαίνεται έως την σήμερον, έκτισε δε γύρωθεν και τειχόκαστρον μετά πύργου μεγάλου προς φύλαξιν του Μοναστηρίου· πλην εδαπανήθη ο πλούτος του και δεν έφθανε να ιστορηθή (εικονογραφηθή) η Εκκλησία· δια τούτο ήτο πολύ λυπημένος και παρεκάλει τον Θεόν να ευρεθή μέσον προς ιστόρησιν της Εκκλησίας. Ο δε Θεός επήκουσε την δέησίν του και έγινε τοιούτον θαύμα: Απέναντι του Αγίου Όρους έως εξήντα μίλια είναι νήσος, ονόματι Λόγγος· εις αυτήν την νήσον είχε το Μοναστήριον μετόχιον και πλησίον εις το μετόχιον ευρίσκετο στύλος αρχαίος και έγραφεν εις την κορυφήν του ούτω· «Όποιος με κτυπήση εις την κεφαλήν, θέλει εύρει χρυσίον πολύ». Πολλοί άνθρωποι έρριπτον λίθους εις την κορυφήν του στύλου και τίποτε δεν εύρισκον. Η επιγραφή όμως αύτη εννοούσε ότι εις την σκιάν της κορυφής του στύλου ήτο κρυμμένος θησαυρός εντός της γης· όταν δε ηθέλησεν ο Θεός να φανερωθή το χρυσίον εκείνο, ωκονόμησε και τοιούτον έργον. Εις το μετόχιον εκείνο του Μοναστηρίου ήτο νέος τις έως είκοσι ετών εργάτης με μισθόν, πολλάκις δε επήγαινε και αυτός εις τον στύλον εκείνον και εθαύμαζε την υπόθεσιν. Ημέραν τινά, κατά την ανατολήν του ηλίου, επήγεν ο νέος εις εκείνον τον στύλον και έβλεπε που κτυπά η σκιά του στύλου· και ως την είδεν, έσκαψεν ολίγον την γην και εύρε μαρμάρινον λίθον, κάτωθεν δε ήτο χάλκινον αγγείον μέγα, γεμάτον χρυσά νομίσματα. Ως είδεν ο νέος, ηλλοιώθη όλος και αμέσως πάλιν εκάλυψε την θέσιν και πηγαίνει εις το Μοναστήριον, λέγει δε του Ηγουμένου Νεοφύτου· «Δέσποτα άγιε, χρυσίον πολύ εύρον εις το μετόχι μας και στείλε μαζί μου Μοναχούς, να υπάγωμεν να το φέρωμεν εις το Μοναστήριον». Τότε εξέλεξεν ο Ηγούμενος τρεις Μοναχούς, τους φαινομένους ευλαβείς, και τους στέλλει με το πλοίον του Μοναστηρίου να φέρουν το χρυσίον. Επήγαν λοιπόν αυτοί και ευρόντες το χρυσίον το επήραν ομού με το δοχείον και τον λίθον, όστις το εκάλυπτεν. Ερχόμενοι όμως εις την θάλασσαν εδελεάσθησαν από τον θησαυρόν οι κακότροποι εκείνοι Μοναχοί και απεφάσισαν να τον κρατήσουν αυτοί. Όθεν λαμβάνουσι και δένουσι τον λίθον από τον λαιμόν του νέου και τον ρίπτουσιν εις την θάλασσαν, όταν ήρχισεν η εσπέρα. Ο νέος πίπτων εις την θάλασσαν επεκαλέσθη την βοήθειαν των Ταξιαρχών, παρευθύς δε οι δύο Αρχάγγελοι Μιχαήλ και Γαβριήλ εφάνησαν έμπροσθέν του ως αετοί χρυσόπτεροι και τον ήρπασαν από το βάθος της θαλάσσης, στιγνιαίως δε ευρέθη εις το μέσον της Εκκλησίας του Δοχειαρίου· οι δε Μοναχοί εκείνοι διεμοίρασαν τον θησαυρόν μεταξύ των, έπειτα επήγαν και τον έκρυψαν έξω του Μοναστηρίου, αυτοί δε έμειναν εις τον αρσανάν (νεωλκείον)· ο δε νέος από τον φόβον του δεν εκινήθη ποσώς και απεκοιμήθη εκεί εις τον Ναόν. Κατά τον όρθρον ηγέρθη ο κανδηλανάπτης και επήγε να ανάψη τας κανδήλας δια να ψάλουν την ακολουθίαν· βλέπων δε τον νέον εν μέσω της Εκκλησίας, ενόμισεν ότι ήτο φάντασμα και εστράφη εις τα οπίσω· αλλά κατόπιν επήγε πάλιν και είδε το αυτό. Τότε μετέβη εις τον Ηγούμενον και του λέγει· «Γέροντά μου, φάντασμα είναι εις την Εκκλησίαν και δεν δύναμαι να έμβω». Του λέγει ο Ηγούμενος· «Τι φοβείσαι; Κάμε τον Σταυρόν σου και ύπαγε με θάρρος». Επήγεν λοιπόν αλλά και πάλιν έβλεπε τον νέον· όθεν επέστρεψεν εις τον Ηγούμενον. Ως ήκουσε τούτο ο Ηγούμενος, ηγέρθη και επήγε με τον εκκλησιάρχην εκείνον εις την Εκκλησίαν, βλέπει δε καθαρώς ότι ήτο αληθινόν το βλεπόμενον, ο δε νέος εκοιμάτο επάνω εις τα μάρμαρα και είχε και τον λίθον δεδεμένον εις τον λαιμόν του. Τότε εκτύπησε με την ράβδον και τον εξύπνησε. Λέγει δε προς αυτούς ο νέος· «Είπέτε μοι, αδελφοί, που είμαι; Μοι φαίνεται ότι εις την θάλασσαν είμαι, ως με έρριψαν οι Μοναχοί». Ο δε Ηγούμενος του λέγει· «Δεν γνωρίζεις που είσαι; Ιδού το Μοναστήριον· ιδού η Εκκλησία του Δοχειαρίου· ιδού και εγώ ο Ηγούμενος Νεόφυτος· αλλά ειπέ εις ημάς πως ευρέθης εδώ;» Τότε τους λέγει ο νέος· «Αφήτε με ολίγην ώραν έως να έλθω εις εαυτόν». Αφού δε παρήλθεν αρκετή ώρα, διηγήθη τα όσα έπαθεν από τους Μοναχούς εκείνους. Τότε λέγει ο Ηγούμενος· «Συ μένε αυτού έως πρωϊας και ημείς να ψάλωμεν την ακολουθίαν έξω, έως να έλθουν από τον αρσανάν εις το Μοναστήριον και οι τρεις κακούργοι να ίδωσι το θαύμα». Πρωϊας γενομένης παρήγγειλεν ο Ηγούμενος εις τους τρεις εκείνους και ήλθον· έπειτα τους λέγει· «Πως εκάματε, πατέρες, δια το εύρημα;» Λέγουν εκείνοι· «Ψέμματα ήτο, Γέροντά μου, η υπόθεσις· μας ηπάτησεν ο νέος, και δια τούτο τον ηπειλήσαμεν και έφυγε». Τους λέγει ο Ηγούμενος· «Δόξα σοι ο Θεός· ας υπάγωμεν εις την Εκκλησίαν να ευχαριστήσωμεν το Θεόν». Και εισελθόντες βλέπουσι το παιδίον δεδεμένον από τον λαιμόν με τον λίθον κρεμασμένον. Και ως το είδον οι τρεις εκείνοι κακούργοι, από τον θαυμασμόν των έμειναν άφωνοι. Τότε τους ηπείλησεν ο Ηγούμενος και έφερον όλον τον θησαυρόν εις το Μοναστήριον, πάραυτα δε τους εδίωξεν από το Μοναστήριον και έκειρε Μοναχόν το παιδίον, εζωγράφησε δε και την Εκκλησίαν και την επωνόμασεν εις το όνομα των Αγίων Ταξιαρχών Μιχαήλ και Γαβριήλ.

β΄.  Η εύρεσις του ύδατος του Δοχειαρίου.                                                                                

Και άλλο δε θαύμα εποίησαν οι Αρχάγγελοι εις το Μοναστήριον αυτό του Δοχειαρίου, το οποίον ακούσατε: Κατά τον χρόνον του βασιλέως Ανδρονίκου του Παλαιολόγου συνήχθησαν οι Μοναχοί δια να ποιήσωσιν έργον τι προς μεταφοράν του ύδατος, διότι ήτο τούτο τρία μίλια μακράν και έως να έλθη με αυλάκια εις το Μοναστήριον, εμολύνετο από την καύσιν του ηλίου και από το χώμα της γης και επροξένει πολλάς ασθενείας, προπάντων δε εις τους πόδας επροξένει ογκώσεις και ποδαλγίας· απεφάσισαν δε πάντες να ποιήσωσι σωλήνας μεγάλους και να σκάψωσι την γην βαθέως, έπειτα να καλύψωσι με χώμα τους σωλήνας να έρχεται το ύδωρ εις το Μοναστήριον. Και ως απεφάσισαν τούτο, Θεόδουλός τις Μοναχός, κτίστης, ανέλαβε την εργασίαν να την κάμη, εσυλλογίζετο δε την επαύριον να αρχίσουν το έργον. Κατά την νύκτα όμως εκείνην φαίνονται οι δύο Αρχάγγελοι Μιχαήλ και Γαβριήλ εις τον Θεόδουλον και του λέγουν· «Άνθρωπε, τι κοπιάζεις και δαπανάς ματαίως το Μοναστήριον; Γίνωσκε, ότι το ύδωρ είναι εντός του Μοναστηρίου». Εκείνος δε ως ήκουσε, του εφάνη ότι ηγέρθη και λέγει προς εκείνους· «Σας παρακαλώ, δείξατέ μου πού είναι;» Εκείνοι δε έλαβον αυτόν εκ της χειρός και του λέγουν· «Ελθέ να σου το δείξωμεν». Τότε τον επήγαν έως εις την θέσιν, εις την οποίαν είναι τώρα το πηγάδιον εις το Μοναστήριον, και λαμβάνουσι δικέλλιον και σκάπτουσιν· έπειτα του έδωσαν από το ύδωρ εκείνο και έπιε, του εφάνη δε πολύ γλυκύ. Πάραυτα εξύπνησεν ο Θεόδουλος και καλέσας τους αδελφούς τους λέγει· «Όρασιν είδα ταύτην την νύκτα καθ’ ύπνον, ότι ήλθον οι δύο Αρχάγγελοι και μου έδειξαν, ότι το ύδωρ είναι εις το Μοναστήριον. Όθεν έλθετε να σκάψωμεν εις τον τόπον εκείνον, εις τον οποίον μου έδειξαν». Επήγαν λοιπόν και σκάψαντες, εφάνη παρευθύς φλέβα ύδατος· σκάψαντες δε βαθύτερον εύρον ύδωρ υγιέστατον και εδόξασαν τον Θεόν και τους αυτού Αρχαγγέλους. Υπάρχει δε τούτο μέχρι της σήμερον, το οποίον ωνόμασαν αγίασμα και όστις μετά πίστεως πίη εξ αυτού, ευρίσκει ίασιν από πάσαν ασθένειαν.

γ΄.  Περί της οπτασίας γυναικός τινος καλουμένης Άννης.                                                    

Εις την Κωνσταντινούπολιν ήτο πλουσία τις ονόματι Άννα, η οποία ησθένησε πολύ έως εις θάνατον, κατά το διάστημα δε τούτο της ασθενείας της εβωβάθη, πάντες δε οι παρεστώτες ενόμιζον ότι απέθανεν. Επειδή δε ο άνδρας της έλειπεν εις την χώραν, του παρήγγειλαν να έλθη να θάψουν την Άνναν. Άφησαν λοιπόν όλην εκείνην την ημέραν την νομιζομένην νεκράν, η δε μήτηρ της και η αδελφή της εκάθηντο και έκλαιον, αναμένουσαι τον άνδρα της δια να έλθη. Το εσπέρας όμως η νομιζομένη νεκρά ήπλωσε τας δύο χείρας της και είπε· «Δόξα σοι, Παναγία μου Θεοτόκε». Και παρευθύς ηγέρθη και εφίλησε την μητέρα της και τας αδελφάς της, εκείναι δε την ηρώτησαν τι έπαθε, και διατί δεν ηδύνατο να τους ομιλήση. Πρωϊας γενομένης επήγαν τινές των συγγενών της και εκάλεσαν τον Πνευματικόν της να υπάγη εις την Άνναν. Επήγε λοιπόν ο Πνευματικός, όστις μετά πολλάς παραινέσεις μόλις και μετά βίας κατέπεισε την Άνναν να ομιλήση και του λέγει· «Δεν δύναμαι, άγιε Πνευματικέ, να σου παραστήσω όσα είδα παράδοξα θαύματα, πλην άκουσον όσα ενθυμούμαι: Εγώ εβωβάθην και ενεκρώθην, ως όλοι οι αποθαμμένοι, ήλουον όμως τους κλαυθμούς των συγγενών μου, αλλά να ομιλήσω δεν ηδυνάμην. Αφού δε παρήλθεν ώρα ικανή, ήκουα ως από μακρόθεν τας φωνάς των. Τότε είδα ως να ήλθον δύο άνδρες φοβεροί, οίτινες, ως μου εφαίνοντο, ήσαν οι δύο Αρχάγγελοι Μιχαήλ και Γαβριήλ, των οποίων την λαμπρότητα αδύνατον είναι να διηγηθώ. Με επήραν λοιπόν αυτοί και με ανεβίβασαν εις το ύψος του ουρανού· εκείνα δε τα οποία είχα εγώ κατά νουν, αυτοί τα ηννόουν, εκείνα δε τα οποία διελογίζοντο εκείνοι, τα ηννόουν εγώ· ενεθυμούμην δε ότι εγώ είμαι αμαρτωλή και θέλω κολασθή, αυτοί δε εβούλοντο να με καταβιβάσουν εις τον άδην. Καθώς λοιπόν με ανεβίβασαν εις τον ουρανόν, είδα εκεί πλήθος Αγγέλων αναρίθμητον, οίτινες έψαλλον μεγαλοφώνως· «Άγιος, Άγιος, Άγιος, Κύριος Σαββαώθ, πλήρης ο ουρανός και η γη της δόξης σου». Οι δε Αρχάγγελοι, οίτινες με εκράτουν, μου έλεγον να προσκυνήσω· εγώ δε από τον φόβον μου, πεσούσα προσεκύνησα, πλην ποίον προσεκύνησα δεν είδον. Εκεί δε όπου προσεκύνησα, ήκουσα φωνήν μεγάλην, ήτις είπεν· «Λάβετε αυτήν εις τα καταχθόνια». Και πάραυτα με ήρπασαν οι φοβεροί Αρχάγγελοι και με κατεβίβασαν εις τόπον φοβερόν και σκοτεινόν, εκεί δε με άφησαν οι Άγγελοι και πλέον δεν τους είδα». Ταύτα λέγουσα η Άννα έκλαιεν ενθυμουμένη την φρικτήν εκείνην κόλασιν· αναλαβούσα δε ολίγον συνέχισε λέγουσα· «Εις εκείνον τον τόπον ήτο πλήθος πολύ ανθρώπων, ηκούετο δε κλαυθμός γοερός εξ εκείνων με τους οποίους συνηριθμήθην, έκλαια δε και εγώ η αθλία διαλογιζομένη τις να με βοηθήση. Και έλεγα: Αλλοίμονον εις εμέ! Τι θα γίνω; Παναγία Θεοτόκε, βοήθει μοι και λύτρωσόν με από τούτον τον σκοτεινόν και φοβερόν τόπον, και αν ζήσω, να μετανοήσω με όλην μου την καρδίαν. Οι δε άλλοι αμαρτωλοί μού έλεγον· «Και συ ήλθες εδώ; Και δεν ήκουες όσα έλεγον τα βιβλία της Εκκλησίας μας; Δεν ήκουες τον λόγον του Ευαγγελίου, όστις έλεγε να μετανοήσης δια να μη κολασθής;» Και ησχυνόμην, Γέροντα, την πολλήν κατηγορίαν εκείνην· μετά δε παρέλευσιν ικανής ώρας, είδα πάλιν τους Αρχαγγέλους εκείνους, οίτινες ήλθον και μου λέγουν· «Εγείρου απ’ αυτού, η Παναγία Θεοτόκος σου χαρίζει την ζωήν σου, και ύπαγε να μετανοήσης δια τας αμαρτίας σου, και να ποιήσης αγάπην με τους ανδραδέλφους σου, ημείς δε θέλομεν πάλιν έλθει μετά δύο μήνας και θέλομεν σε λάβει οριστικώς, μόνον φρόντισον να ποιήσης έργα καλά, να σωθής», και με τον λόγον αυτόν ευρέθην πάλιν ζώσα εις το σώμα μου». Ταύτα ακούσας μετά προσοχής ο Πνευματικός της λέγει· «Και ποία ήτο η έχθρα, την οποίαν είχες με τους ανδραδέλφους σου;» Απεκρίθη η Άννα· «Έχθραν μεγάλην είχα με αυτούς· αλλά σε παρακαλώ, ειπέ εις τον άνδρα μου να με αφήση να γίνω Μοναχή, διότι κατά τον λόγον των Αρχαγγέλων, πάλιν αποθνήσκω μετά δύο μήνας». Ενώ δε συνωμίλει ο Πνευματικός με την Άνναν, έφθασε και ο ανήρ της, όστις ως είδεν αυτήν ζώσανε χάρη, ο δε Πνευματικός τού λέγει· «Η γυνή σου εξομολογείται πράγματα φοβερά και παράδοξα, σε παρακαλεί δε να την αφήσης να γίνη Μοναχή». Του λέγει ο ανήρ της· «Πως είναι δυνατόν, Πάτερ άγιε, να αφήσω εγώ την γυναίκα μου να γίνη Μοναχή, ήτις δεν είναι ακόμη είκοσι δύο ετών, εγώ δε να τρέχω εις την απώλειαν;» Του λέγει ο Πνευματικός· «Αυτή λέγει ότι μετά δύο μήνας αποθνήσκει και τι το όφελος;» Απεκρίθη ο άνδρας της· «Ασθενής είναι και παραληρεί, πλην εγώ δεν την αφήνω». Όθεν δεν την άφησε να γίνη Μοναχή και μετά δύο μήνας απέθανε. Έλεγεν δε η μήτηρ της μετά τον θάνατόν της, ότι αφ’ ότου είδε την οπτασίαν εκείνην, μόνον ολίγον άρτον έτρωγε μετά την ενάτην και γονυκλισίας πολλάς εποίει καθ’ εκάστην. Αυτά τα θαύματα, όσα διηγήθην, όλα οι σήμερον εορταζόμενοι Άγιοι Αρχάγγελοι τα εποίησαν· είναι δε και άλλα πολλά θαύματα τα οποία καθ’ εκάστην ποιούν οι Αρχάγγελοι, πλην και από όσα διηγήθημεν αρκετόν είναι να δοξάσωμεν τον Θεόν και τους αυτού Αρχαγγέλους, ίνα αξιώση και ημάς ο Θεός της Βασιλείας αυτού. Αμήν.  Ταις των σων Αρχαγγέλων και πασών των Αγγελικών Δυνάμεων πρεσβείαις Χριστέ ο Θεός, ελέησον ημάς. Αμήν.

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Google

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Σύνδεση με %s