Τι χρειάζεται για να σταθεί ένα ζευγάρι σήμερα, μπάρμπα;


Άκου να σου πω γιε μου.
Αν είσαι παντρεμένος και ο καλός Θεός σου΄δωκε και κουτσουβελάκια;
Να μη σταματάει η γλώσσα σου να λέει νύχτα μέρα «Κύριε ελέησον».
Αν δεν σου’δωκε;
Κάθε ώρα και στιγμή «Δόξα Σοι»…
Γιατί ο Παντοδύναμος γνωρίζει εκτός από τα σπέρματα των δυόνε σας και τα παρελθόντα και τα τωρινά και τα μελλούμενα…
Αυτά μας έλεγε εδώ στα μέρη μας και ο γερό Πορφύρης, που τώρα πια φιλάμε το Άγιο χεράκι του στις εικόνες στις Εκκλησιές.
Ποιος να τόλμαγε τότες ν΄αμφισβητήσει έναν Άγιο;
Αυτά είπε τις προάλλες κι ένας αγωνιστής Δέσποτας εκεί στης Κύπρου το νησί, που δεν κοιτάει τα καθωσπρέπει και πέσανε όλοι να τόνε φάνε.
Μπορεί να ζω με τα πρόβατα, αλλά δεν είμαι και στο διάστημα. Ακούω, βλέπω και παρατηρώ. Τα χρόνια με πήρανε, αλλά τα μυαλά μου ακόμα θαρρώ πως τα’χω.
Ο Παντογνώστης, το λοιπόν, εκεί πάνω στα ουράνια γνωρίζει και τις προθέσεις και τις αφαιρέσεις μας.
Και τα θέλω μας και τα πεισμωτικά και εμμονικά μας.
Και τα κίνητρα και τις απόκρυφες σκέψεις κι ορέξεις μας.
Κράτα αυτό που σου λέω και να το λες σε όσους ξέρεις που δεν τους έδωκε. Δεν είναι παρηγοριά. Η αλήθεια είναι. Πάει αυτό.
Τι θες τώρα;
Α, ναι. Γιατί άλλο με ρώτηξες.
Για να σταθεί, το λοιπόν, ένα ζευγάρι τη σήμερον, πρέπει να’ναι… κομάντο!
Όπως τ’ ακούς.
Κι αν δεν είναι ο ένας και είναι μοναχά ο άλλος, να γίνει κι εκείνος που δεν είναι.
Γιατί έχουνε να επιζήσουνε πάνω σε τεντωμένα σχοινιά, να πούμε.
Ανάμεσα σε γειτόνοι, πεθερικά, σε σόγια, σε κουνιάδια, σε αδέρφια που κάποτε κάποτε γίνονται πιο οχτροί κι από τους ξένους.
Σε περιουσίες και παλιοκληρονομιές, που δε δίνουν ούτε ένα πόντο μαθές, στο κενοτάφιο που με ζηλεμένη υπομονή, το σκασμένο μάς περιμένει.
Μ’ακούς;
Άλλα μεγαλώματα έχει ο καθείς και άλλες μυαλοτροπίες.
Άμα δεν είσαι κομάντο, να έχεις τα θάρρητα να κάνεις στην μπάντα όποιονε σου χαλάει τον τραχανά της φαμελιάς σου, όποιος κι αν είναι δαύτος, τότε μην έρθεις να με βρεις.
Γιατί δε θα μπορώ να κάνω τίποτις.
Μόνο να σε βρίξω θα μπορώ. 
Και δεν το γλιτώνεις τούτο.
Και μετά το βρισίδι θα σ’αγκαλιάσω.
Γιατί ο πονεμένος δε θέλει λόγια.
Αγκαλιά θέλει, κι αυτή μουγκή…
Μ’ ακούς μωρέ ή κοιτάς πάλι το παλιοκινητό σου;
Δε πιστεύω να με καταγράφεις όπως την άλληνε φορά, ε;
Άιντε, φεύγα τώρα.
Και ρώτα εκείνους τους πεντεδέκα φίλους σου που λες, αν θέλουνε κι αυτοί να ρωτήξουνε κάτι τον φίλο σου τον μπάρμπα.
(Τώρα γιατί εσύ, νιος ακόμα, κάνεις παρέα με ξεκούτηδες σαν του λόγου μου δεν έχω καταλάβει. Εσύ πάντως να το κοιτάξεις).
Και μήνα τους να ξαναβάλουν τον Χριστό και τη Μάνα Του μέσα στα σπίτια τους.
Κι αν δεν το’χανε μέχρι τώρα κάνει, ας κάνουνε τώρα την αρχή.
Και μην αργήσεις να ξανάρθεις.
Πριν έρθει να με πάρει ο καπετάν Μιχάλης, τ’ακούς μωρέ;
Άιντε, φεύγα τώρα στη γυναίκα σου και στα παιδιά σας.
Στην ευχή της Μάνας Παναγιάς, γιε μου… 

(Επιμένοντας να συζητάμε με αγράμματους, όχι όμως και απαίδευτους ανθρώπους…
Είπαμε, κάπου εκεί στην Εύβοια.
Που γέννησε Πορφύριους και μεγάλωσε Ιάκωβους…)
ΠΗΓΗ.ΑΜΦΟΤΕΡΟΔΕΞΙΟΣ

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Σύνδεση με %s