Τη επιφωσκούση εκείνη ημέρα

Αποτέλεσμα εικόνας για Τη επιφωσκούση εκείνη ημέρα

                                             Του Β. Χαραλάμπους

______________

Ώρα ωσεί έκτη

και το σκότος την οικουμένην εκάλυψεν.

Ο φυλακτήρ της οικουμένης

ησφαλισμένος εν τω Τάφω.

Ο Φωτοδότης Κύριος

εν τω μνημείω σωματικώς.

Κουστωδία τηρεί τον Τάφον

μετά Λογγίνου του Κεντυρίωνος.

Ο Ζωοδότης Κύριος

εν τω Τάφω σωματικώς ημέρας τρείς.

Οψέ των Σαββάτων

το έλεος Αυτού

τας μυροφόρους προήγεν

τον Τάφον θεωρήσαι.

Τη επιφωσκούση εκείνη ημέρα

η των Προφητών πρόρρησις εβεβαιώθη

ο Δεσπότης πάντων ηγέρθη.

Ο Κεντυρίων ουκ ακούει τας εντολάς του Πιλάτου

εκ νυκτός αγνωσίας εξέρχεται

τοις πάσι καταγγέλλων ότι ηγέρθη ο Κύριος.

Ο αντιμετρών τας προθέσεις* ημών Κύριος

την του Λογγίνου πρόθεσιν ιδών

το έπαθλον της χαράς Αυτού εδωρήσατο αυτώ.

Ο ξενίσας αυτόν Τάφος Ζωοδόχος γέγονεν.

Ανέστη ο Ζωοδότης Κύριος

χαρά εν όλω τω  κόσμω γέγονεν.

Ανέστη ο του θανατου νικητής

της λύπης ο όλεθρος μέγας.

Ανέστη ο Κύριος.

Ανέστη ο Κύριος.

Ανέστη ο Κύριος.

*«Κατά τας προθέσεις ημών αντιμετρεί τα έπαθλα και τα του Πνεύματος εκάστου χαρίσματα» (Αγίου Συμεών – Λόγος περί της του Χριστού Αναστάσεως, ‘’Λόγος ΙΓ’’)

Ἀνάσταση, ἡ ἐλπίδα τοῦ κόσμου.

Αποτέλεσμα εικόνας για ΑΝΑΣΤΑΣΗ

http://omothimadon.gr/?p=47202#more-47202

Τὰ πρόβατα θὰ νικήσουν τοὺς λύκους.

ΓΡΑΦΕΙ Ο ΕΝΟΡΙΤΗΣ

Ἡ ἐλπίδα εἶναι μία ἀπὸ τὶς τρεῖς ἀρετὲς κατὰ τὸν Παύλειο λόγο (πίστη, ἀγάπη, ἐλπίδα), ποὺ θὰ πρέπει νὰ εἶναι καὶ βίωμα τοῦ Χριστιανοῦ. Ἡ ἐλπίδα τοῦ χριστιανοῦ δὲν εἶναι τυφλή. Πηγάζει ἀπὸ τὴν πίστη του στὸ Χριστό. Ἀγωνιζόμαστε, κάνομε θυσίες, ὑφιστάμεθα δεινὰ ἀγόγγυστα, δίνομε τὴ ζωή μας, γιατί ἔχομε ἕνα τελικὸ στόχο, τὴν ἐπικράτηση τῆς νέας δημιουργίας, τῆς Βασιλείας τοῦ Θεοῦ.

Ἡ δική μας προσδοκία, ἡ χριστιανική,  στηρίζεται στὴν Ἀνάσταση. Ξεκινᾶ ἀπὸ τὴν Ἀνάσταση τοῦ Χριστοῦ καὶ ἀπολήγει στὴ δική μας μετοχὴ στὸν κόσμο τῆς Ἀναστάσεως. Γι’ αὐτὸ Ἀνάσταση καὶ ἐλπίδα εἶναι πράγματα ἀλληλοσυνδεδεμένα.

Στὸ γεγονός, ἀκριβῶς, τῆς Ἀναστάσεως τοῦ Χριστοῦ στηρίχθηκε καὶ ἡ πίστη, σωστότερα ἡ ἐλπίδα τῶν χριστιανῶν καὶ γιὰ τὴν δική μας ἀνάσταση, τὴν κοινὴ ἀνάσταση ὅλων τῶν ἀνθρώπων σ’ ἕνα νέο κόσμο ζωῆς καὶ ἀφθαρσίας. Ἡ ἀναμονὴ τῆς πληρότητας τῆς ζωῆς στὸ μέλλον, τῆς ὄντως ζωῆς, φωτίζει μ’ ἕνα καινούριο φῶς καὶ τὸ παρὸν μας σ’  αὐτὴ τὴ ζωή. Τῆς δίνει νόημα ἐσχατολογικό, προοπτικὴ αἰωνιότητας.

Γιατί ἡ Ἀνάσταση τοῦ Χριστοῦ ἔχει ἀνοίξει τὸν δρόμο τῆς αἰώνιας ζωῆς ὁριστικὰ γιὰ ὅλους μας. Ἔτσι μποροῦμε νὰ ξεπεράσομε τὸ ἄγχος, τὴν ἀμφιβολία, τὴν ἀβεβαιότητα γιὰ τὸ μέλλον.

Ἡ ἱστορία τῆς Ἐκκλησίας εἶναι εὔγλωττη σ’ αὐτὸ τὸ σημεῖο. Οἱ χριστιανοὶ ἀντιμετώπισαν μαρτύρια καὶ διωγμούς, κοινωνικοὺς ἐξοστρακισμοὺς καὶ βασανιστήρια μὲ μοναδικὸ ὅπλο τὴν βέβαιη ἐλπίδα τῆς Ἀναστάσεως. Οἱ ἀσκητὲς τῆς ἐρήμου νίκησαν τὸν παλαιὸ ἄνθρωπο μὲ τὴν δύναμη τῆς προσδοκίας τῆς ἀναστάσεως τῶν νεκρῶν. Καὶ ἡ Ἐκκλησία προσελκύει καὶ σώζει ἀνθρώπους βασισμένη σ’ αὐτὴ τὴν προσδοκία, ποὺ κατακλείει τὸ σύμβολο τῆς πίστεως: «προσδοκῶ ἀνάστασιν νεκρῶν καὶ ζωὴν τοῦ μέλλοντος αἰῶνος». Εἶναι ἡ προσδοκία τῆς ὁλοκληρωμένης καὶ ἀτελεύτητης ζωῆς, ποὺ τόσο ἐπιθυμεῖ ὁ ἄνθρωπος.

Καταλαβαίνει ἑπομένως κανεὶς εὔκολα γιατί ἡ Ἐκκλησία χαρακτήρισε ὡς ἄγκυρα ἐλπίδας τὴν προσδοκία τῆς ἀναστάσεως καὶ γιατί ποτὲ δὲν ἔπαψε νὰ περιμένει τὴν ἔλευσή της μὲ ἀδημονία.

Αποτέλεσμα εικόνας για ΑΓΚΥΡΑ ΕΛΠΙΔΑΣ

Ἡ Ἀνάσταση εἶναι βάση τῆς πίστης μας στὸ Χριστό. Χωρὶς αὐτὴν ἡ πίστη σ’  Αὐτὸν εἶναι μάταιη. Τὸ εἶπε ξεκάθαρα ὁ Ἀπ. Παῦλος: «Εἰ δὲ Χριστὸς κηρύσσεται ὅτι ἐκ νεκρῶν ἐγήγερται, πῶς λέγουσι τινὲς ἐν ὑμῖν ὅτι ἀνάστασις νεκρῶν οὐκ ἔστιν;  εἰ δὲ ἀνάστασις νεκρῶν οὐκ ἔστιν, οὐδὲ Χριστὸς ἐγήγερται· εἰ δὲ Χριστὸς οὐκ ἐγήγερται, κενὸν ἄρα τὸ κήρυγμα ἡμῶν, κενὴ δὲ καὶ ἡ πίστις ὑμῶν…» (Κόρ. Α΄ 15, 12-14).

Ἀλλά, ἡ Ἀνάσταση τοῦ Κυρίου εἶναι συνυφασμένη καὶ μὲ τὴν πορεία τοῦ Γένους τῶν Ἑλλήνων, ἰδιαίτερα ὅταν ἡ Πατρίδα μας βρισκόταν ὑπόδουλη κάτω ἀπὸ ἀλλόδοξους δυνάστες. Εἶναι χαρακτηριστικό, ὅτι ἀρκετοὶ Νεομάρτυρες, πού θυσιάστηκαν γιὰ τὴν Ἁγία Ὀρθόδοξη Πίστη μας στὰ μαῦρα χρόνια της τουρκοκρατίας, βάδιζαν στὸ μαρτύριο ψάλλοντας τὸ «Χριστὸς Ἀνέστη». Ὅταν δέ, τὴν Πασχαλιά, οἱ ραγιάδες ἀντάλλασσαν μεταξύ τους ἀναστάσιμες εὐχές, ἐννοοῦσαν καὶ τὴν ἀνάσταση τῆς σκλαβωμένης Πατρίδας.

Γι’  αὐτὸ καί κάθε χρόνο, τὴν Ἁγία Τεσσαρακοστή, ἐνόψει της ἀναμονῆς τοῦ Πάσχα καὶ τῆς Ἀνάστασης, οἱ ἀντίθεες δυνάμεις, ὀργανωμένα καὶ μὲ σύστημα, πολεμοῦν τὴν πίστη τοῦ χριστιανοῦ στὸ Χριστὸ καὶ στὴν Ἀνάσταση. Τὴ μία διοχετεύουν πληροφορίες ἀπό τὰ ἀπόκρυφα Εὐαγγέλια, ποὺ δῆθεν διαψεύδουν τὰ ἀληθινὰ Εὐαγγέλιά μας, τὴν ἄλλη δημοσιεύεται με στόμφο και θόρυβο κάποια ἐπιστημονικοφανὴς διακήρυξη ὅτι ὁ Χριστὸς μας ἦταν ἕνας ἄνθρωπος κοινὸς καὶ θνητὸς καὶ ἡ Ἀνάστασή του μύθευμα τῶν Μαθητῶν Του. Στις μέρες μας «βγῆκε στόν ἀέρα» ἡ στοχευμένη ἀμφισβήτηση τοῦ θαύματος τοῦ Ἁγίου Φωτὸς τῆς Ἀνάστασης. Ἀμφισβητώντας τὸ Ἅγιον Φῶς, ἀμφισβητοῦν τὴν Ἀνάσταση.

Αποτέλεσμα εικόνας για ΠΟΛΕΜΟς ΓΙΑ ΤΟ ΑΓΙΟ ΦΩς

Ὅμως, ἀδελφοί μου, ὁ πόλεμος κατὰ τοῦ Χριστοῦ καὶ τῆς (Ὀρθόδοξης) Ἐκκλησίας Του ἔχει περάσει πλέον, παγκοσμίως καὶ στὴν Ἑλλάδα, σὲ ἄλλα ἐπίπεδα. Μεθοδικά, ἐπιχειρεῖται ὁ ἐξοβελισμὸς κάθε ἐθνικοῦ καὶ ὀρθόδοξου καὶ στὴ θέση τους προωθοῦνται νοθευμένα ὑποκατάστατα πίστης καὶ ἀξιῶν. Σὲ ὅλο τὸν κόσμο, ἰδιαίτερα ὅμως στὴν Πατρίδα μας, τὸν τελευταῖο καιρό, φυσᾶνε ἄνεμοι σαρωτικοί, ἐκθεμελιωτικοὶ τῶν ἀξιῶν καὶ τῶν ἰδανικῶν μας. Σκοπός τους εἶναι νὰ μᾶς ἀποκόψουν ἀπὸ τὶς ρίζες τῆς Πίστεως, τῆς Πατρίδος, τῆς Παραδόσεώς μας καὶ τῆς Φυλῆς μας.

Τὸ βλέπουμε αὐτὸ καθημερινὰ καὶ στὰ ὑψηλὰ κλιμάκια τῆς ἐξουσίας, ἀλλὰ καὶ μέσα στὴν κοινωνία μας. Χτυπιοῦνται μὲ λύσσα ἡ Ἐκκλησία, ἡ Οἰκογένεια, τὸ Σχολεῖο, ἡ Ἱστορία, ἢ ἴδια ἡ ὑπόσταση τοῦ Ἔθνους μας. Βιώνουμε ἕνα νέο σύγχρονο διωγμὸ κατὰ τῆς Πίστεως.

Ἐχθροὶ ἀδίστακτοι, θρασεῖς, προκλητικοί, ἄθεοι καὶ ἄπιστοι, πολέμιοι τῆς Ὀρθοδοξίας, ἀπειλοῦν τὰ λογικὰ πρόβατα τοῦ Χριστοῦ καὶ τὰ μέλη τῆς Ἐκκλησίας.

Ἀπέναντι σ΄ αὐτὴ τὴν ἐπίθεση, δυστυχῶς, ἐμεῖς οἱ χριστιανοὶ δείχνουμε νὰ δειλιάζουμε καὶ νὰ  λουφάζουμε – σιωποῦμε. Παρουσιαζόμαστε χωρὶς γενναιότητα καὶ “πνεῦμα δυνάμεως”. Εἴμαστε σὰν ναρκωμένοι.

Σχετική εικόνα

Κι ὅμως μᾶς ἔδωσε ὁ Θεὸς διὰ τοῦ Ἁγίου Πνεύματος τρία λαμπρὰ χαρίσματα ὡς ἀντίδοτα τῆς δειλίας, τὸ πνεῦμα τῆς ὁποίας ἐνισχύεται ἀπὸ τὸ πονηρὸ πνεῦμα.

Μᾶς ἔδωσε Πνεῦμα δυνάμεως, ὁμολογίας, παρρησίας, θάρρους, ἀνδρείας, γιὰ νὰ ὁμολογοῦμε:  Τὸ Ὄνομα τοῦ Χριστοῦ, τὴν Ἀλήθεια τοῦ Εὐαγγελίου,  τὴ Μοναδικότητα τῆς Ὀρθοδόξου Ἐκκλησίας καὶ τὴν πίστη μας στὸ Χριστό.

Μᾶς ἔδωσε Πνεῦμα ἀγάπης γιὰ νὰ συνεχίσουμε νὰ ἀγαπᾶμε τὸν Θεὸ καὶ τὸν πλησίον μας, ἀκόμη καὶ τοὺς ἐχθρούς μας. Νὰ μισοῦμε τὴν πλάνη, τὴν αἵρεση, τὴν ἀπιστία, ὄχι ὅμως τοὺς διῶκτες μας, γιὰ τοὺς ὁποίους πρέπει νὰ ζητᾶμε τὴ μετάνοιά τους.

Μᾶς ἔδωσε Πνεῦμα σωφρονισμοῦ, γιὰ νὰ εἴμαστε συνετοὶ στὴ συμπεριφορὰ μᾶς “φρόνιμοι ὡς οἱ ὄφεις, ἀκέραιοι ὡς αἳ περιστεραί, ὡς πρόβατα ἐν μέσω λύκων” καὶ νὰ μὴ ἐκθέτουμε χωρὶς λόγο τὸν ἑαυτό μας σὲ κίνδυνο.

Ἀδελφοί, ἀναρωτηθήκατε ποιὸ στόχο ἔχει αὐτὴ ἡ ὀργανωμένη πολεμικὴ κατὰ τῆς Πίστεως; Δὲν βλέπετε ὅτι ὁδηγεῖ: 1.- Σὲ ἀποστασία τοῦ κόσμου ἀπὸ τὸν Χριστὸ καὶ σταδιακὴ προσχώρηση στὸ στρατόπεδο τοῦ Ἀντιχρίστου. 2.- Σὲ ἀποκοπὴ ἀπὸ τὸ Δόγμα καὶ τὸ Ἦθος τῆς Ἐκκλησίας μας, ἔκλυση τῶν ἠθῶν, ἐκμαυλισμὸ τῶν μαζῶν καὶ θρίαμβο τῆς ἁμαρτίας στὴν ἀκραία ἔκφραση τῆς διαστροφῆς. 3.-  Σὲ διαστρέβλωση τοῦ μαθήματος τῆς Ἱστορίας, ἀλλοίωση τῶν Θρησκευτικῶν στὰ σχολεῖα καὶ ἀποχριστιανισμὸ τοῦ σχολικοῦ γίγνεσθαι. 4.-  Σὲ κατάργηση τῶν Ἑορτῶν καὶ τῶν Συμβόλων καὶ σταδιακὴ ἐπιβολὴ τῆς Πανθρησκείας. 5.- Σὲ κατάργηση τῶν συνόρων, ἀνακάτεμα τῶν πληθυσμῶν καὶ ἐξαφάνιση τῶν Ἐθνικῶν Κρατῶν μὲ τὴν παράδοσή τους καὶ τὸν πολιτισμό τους. 6.- Καταπίεση μὲ νόμους καὶ πρόστιμα τῶν Χριστιανῶν γιὰ κάμψη τοῦ φρονήματός τους 7.- Ἐξίσωση τῶν αἱρέσεων μὲ τὴν Ὀρθοδοξία καὶ σχίσματα τῶν Ἐκκλησιῶν.

Αὐτὴ ἡ ἄθλια προσπάθεια τῆς ἀθεΐας καὶ τῶν διωγμῶν τί ἀποτελέσματα μπορεῖ νὰ ἔχει; Κινδυνεύει μήπως ἡ Ἐκκλησία μας; Ἀκριβῶς τὰ ἀντίθετα ἔρχονται μετά τούς διωγμούς, ὅπως ἔχει ἀποδειχθεῖ διαχρονικὰ μέσα ἀπὸ τὴν ἱστορία τῆς Ἐκκλησίας μας. Διότι: Τὰ πρόβατα νίκησαν τοὺς λύκους. Οἱ πολέμιοι νικήθηκαν καὶ χάθηκαν, ἐνῶ ἡ Ἐκκλησία “ὑπὲρ τὸν ἥλιον λάμπει”. Τὸ “πνεῦμα τῆς δυνάμεως τῶν μαρτύρων” νίκησε ἀκόμη καὶ τοὺς δημίους τους. Τὸ αἷμα τῶν ἁγίων μαρτύρων ἔγινε τὸ λίπασμα γιὰ τὴν ἄνθηση καὶ καρποφορία τῆς Ἐκκλησίας μας. Μετὰ τοὺς διωγμοὺς τῶν τριῶν πρώτων αἰώνων ἦρθε ἡ δόξα τῆς Ἐκκλησίας ἐπὶ Μ. Κῶν/νοῦ. Μετὰ τὴ φοβερὴ αἵρεση τοῦ ἀρειανισμοῦ ἦρθαν οἱ Ἅγιες Οἰκουμενικὲς Σύνοδοι καὶ μᾶς χαρίσθηκε ἀπὸ τὸ Ἅγιο Πνεῦμα τὸ Σύμβολο τῆς Πίστεως. Μετὰ τὴν ἐπάρατη Εἰκονομαχία ἦρθε ἡ δόξα τῆς Κυριακῆς της Ὀρθοδοξίας. Μετὰ τὸ κρέμασμα τοῦ πατριάρχη Γρηγορίου τοῦ Ἐ΄ φούντωσε ἡ Ἐπανάσταση καὶ ἦρθε τὸ θαῦμα τοῦ 1821. Μετὰ τὰ 70 χρόνια σκληροῦ ἀθεϊσμοῦ στὴ Ρωσία, δὲν προλαβαίνουν τώρα νὰ βαφτίζουν χριστιανοὺς καὶ νὰ χτίζουν ἐκκλησίες οἱ ὀρθόδοξοι ἀδελφοί μας τοῦ Βορρᾶ.

Καὶ στὸ τέλος τῆς Ἱστορίας, μετὰ τὴν ἀποστασία καὶ τὸν Ἀντίχριστο, θὰ ἔρθει ἡ νίκη τοῦ Χριστοῦ, ἡ δόξα τοῦ Εὐαγγελίου σὲ ὅλα τὰ ἔθνη καὶ ἡ ἐπιστροφὴ τῶν Ἑβραίων. Δηλαδή, ὅπως λέγει καὶ ὁ ἅγιος Παϊσιος:  “Ἐκεῖ ποὺ ὀργώνει, ὁ διάβολος σπέρνει ὁ Χριστός, καί, μετὰ τὴ δαιμονικὴ καταιγίδα ἔρχεται ἡ θεϊκὴ λιακάδα”.

Αποτέλεσμα εικόνας για ΧΡΙΣΤΟς ΚΥΡΙΟς ΤΗς ΙΣΤΟΡΙΑς

Ὅμως καὶ ἐμεῖς δὲν πρέπει, ἀδελφοί, νὰ μένουμε ἄπραγοι ὡς ναρκωμένοι μπροστὰ σ΄  αὐτὴν πνευματικὴ λαίλαπα. Ὀφείλουμε, ἂν θέλουμε νὰ λεγόμαστε ἀληθινοὶ χριστιανοί:  Νὰ ὁμολογοῦμε τὸν Χριστὸ γιὰ νὰ μᾶς ὁμολογήσει κι Αὐτὸς στὸν Οὐρανό. Νὰ μὴ ντρεπόμαστε τὸ Εὐαγγέλιο, ἀλλὰ νὰ καυχιόμαστε γιὰ τὴν Ὀρθόδοξη Ἀλήθεια. Νὰ κρατᾶμε τὸ Σταυρὸ στὴ ζωή, στὸ σπίτι μας καὶ στὸ σῶμα μας. Νὰ διακηρύττουμε τὴν ἰδιότητα τοῦ χριστιανοῦ παντοῦ καὶ πάντοτε. Νὰ παρακαλοῦμε τὸ Θεὸ νὰ μᾶς δίνει δύναμη καὶ πνεῦμα θάρρους ὑπάρξεως καὶ λόγου. Νὰ προσευχόμαστε γιὰ τὴ μετάνοια τῶν ἐκκλησιομάχων. Νὰ ἐργαζόμαστε γιὰ τὴ διάδοση τοῦ θείου λόγου καὶ τὴν ἐπιστροφὴ τῶν πεπλανημένων.

Ἀδελφοί, μὴ πτοεῖσθε. Ἐμεῖς εἴμαστε μὲ τὸ Χριστὸ καὶ τὴν Ἐκκλησία, δηλαδὴ μὲ τὴν πλευρὰ τῆς νίκης, τῆς Ἀνάστασης. Ἀφῆστε τοὺς ἐναντίους «νὰ λακτίζουν πρὸς κέντρα». Θυμηθεῖτε τί ἔλεγε τὸ χρυσὸ στόμα τοῦ Ἁγίου Ἰωάννη: «Ἀπὸ πόσους πολεμήθηκε ἡ Ἐκκλησία… Ἀλλὰ ποτὲ δὲν νικήθηκε! Πόσοι τύραννοι! Πόσοι Στρατηγοί! Πόσοι βασιλεῖς! Ὁ Αὔγουστος, ὁ Τιβέριος, o Γάιος, ὁ Κλαύδιος, ὁ Νέρων, ἄνθρωποι μὲ τεράστια δύναμη, τὴν πολέμησαν, ἐνῶ ὅταν ἀκόμη στὰ σπάργανά της. Ἀλλὰ δὲν κατάφεραν νὰ τὴν ξεριζώσουν… Ποῦ εἶναι, ὅσοι πολέμησαν τὴν Ἐκκλησία;» Δὲν γίνεται πιὰ λόγος γι’ αὐτούς. Ἔχουν λησμονηθεῖ… Ποῦ εἶναι ἡ ‘Ἐκκλησία; Ὑψώνεται ὑπεράνω του οὐρανοῦ καὶ λάμπει περισσότερο καὶ ἀπὸ τὸν ἥλιο. Εἶναι ὀδυνηρὸ νὰ κλωτσάει κανεὶς σὲ μυτερὰ καρφιά. Δὲν χαλάει τὰ καρφιά. Τὰ ποδιὰ τοῦ ματώνει. Τὰ κύματα δὲν τὴν διαλύουν τὴν πέτρα. Αὐτὰ διαλύονται σὲ ἀφρό… Τίποτε δὲν εἶναι δυνατότερο ἀπὸ τὴν Ἐκκλησία, ἄνθρωπε. Ἂν ἔχεις πόλεμο μὲ ἕναν ἄνθρωπο, ἡ θὰ νικηθεῖς ἢ θὰ νικήσεις. Ἂν ἔχεις πόλεμο, ὅμως, μὲ τὴν Ἐκκλησία εἶναι ἀδύνατον νὰ νικήσεις… Ἀκουέτωσαν ταῦτα Ἕλληνες. Ἀκουέτωσαν Ἰουδαῖοι…».

            Ἡ Ἀνάσταση τοῦ Χριστοῦ εἶναι ἡ ἐλπίδα μας. Ὁμολογεῖστε ἄφοβα τὸ Χριστὸ καὶ τὴν Ὀρθοδοξία Του καὶ ἡ νίκη τῶν προβάτων ἐπὶ τῶν λύκων εἶναι βέβαιη.

            Χριστὸς Ἀνέστη. Ἀληθῶς Ἀνέστη!

ΟΜΟΘΥΜΑΔΟΝ ΑΠΡΙΛΙΟΥ 2019

Η ΑΛΛΗ ΜΑΡΙΑ  (π. Δημητρίου Μπόκου)

 

«…ήλθε Μαρία η Μαγδαληνή

και η άλλη Μαρία θεωρήσαι τον τάφον» (Ματθ. 28, 1)

Έγερνε στο τέρμα της η μέρα που ο άνθρωπος θανάτωσε τον Θεό, η Παρασκευή εκείνη του Πάσχα, η πιο ιδιαίτερη μέρα στην ιστορία του ανθρώπου. Οι τελευταίες αχτίνες χάιδεψαν μελαγχολικές το σώμα του μεγάλου νεκρού στον γυμνό λόφο του Κρανίου, καθώς τις αποτραβούσε βιαστικά ο πατέρας τους ήλιος, μη υποφέροντας άλλο να βλέπει, θέαμα φριχτό, τον Κτίστη του επάνω στον σταυρό.

Το θλιβερό δειλινό αγκάλιαζε με το θαμπό του φως την τραγική φιγούρα της μάνας, που ολημερίς συνέπασχε με τον σταυρωμένο της γιο. Εκείνος τώρα κρεμόταν άψυχος, νεκρός, καθηλωμένος στον σταυρό. Η ρομφαία του Συμεών είχε κάνει κομμάτια την καρδιά της. Εκεί στα πόδια του σταυρού θα είχε αφήσει την πνοή της κι αυτή, αν δεν την είχε δυναμώσει ο γιος της, που φάνταζε αδύναμος στα μάτια όλων κι εγκαταλειμμένος, μα που γι’ αυτήν δεν έπαυε να είναι ο παντοδύναμος Θεός. Θα ’σβηνε η μάνα από τον πόνο της, γιατί δεν πόνεσε ποτέ κανένας σαν αυτήν. Κι αυτό, γιατί και η αγάπη της ξεπερνούσε κάθε αγάπη.

Και τώρα; Τι θ’ απογινόταν ο μονογενής της άταφος, γυμνός, αναρτημένος στον σταυρό; Οι στρατιώτες έσπασαν τα πόδια των ληστών που είχαν σταυρωθεί μαζί του, για να ξεψυχήσουν. Μα αυτόν δεν τον πείραξαν. Δεν τους δόθηκε τέτοιο δικαίωμα. «Οστούν ου συντριβήσεται αυτού». Δεν ήταν ένας κοινός κατάδικος, αν «και μετά ανόμων ελογίσθη». Ήταν ο πασχάλιος αμνός του κόσμου, άμωμος, τέλειος, αρτιμελής, διαλεγμένος ιδιαίτερα χωρίς ψεγάδι. Αμνός που προοριζόταν για τροφή, τροφή για να ζήσει ο κόσμος. «Ο βασιλεύς των βασιλευόντων» προσφέρθηκε εκούσια να σφαγεί και να δοθεί, ως «αρνίον εσφαγμένον», «εις βρώσιν τοις πιστοίς».

Μια λόγχη μόνο τόλμησε να τρυπήσει την πλευρά του, για να εξέλθει «αίμα και ύδωρ», αιώνια μαρτυρία του πραγματικού του θανάτου, εικόνα των δύο Διαθηκών, Παλαιάς και Καινής, και συνάμα συμβολική απαρχή της μέλλουσας αναγέννησης του πλάσματός του.

Μα να, που στο αχνό λυκόφως της Παρασκευής κάποιες σκιές γλιστρούν ως τον σταυρό. Οι κρυφοί μαθητές του τολμούν. Ο Ιωσήφ και ο Νικόδημος, άρχοντες επίσημοι, αψήφησαν τον φόβο των Ιουδαίων κι επιχείρησαν ο,τι δεν τόλμησαν οι απόστολοι.

Αποκαθήλωσαν τον σεπτό νεκρό απ’ τον σταυρό. Τον άλειψαν με μύρα, σμύρνας και αλόης μίγμα, «ως λίτρας εκατόν», που έφερε μαζί του ο Νικόδημος. Τον σαβάνωσαν με καθαρό σεντόνι. Τον έβαλαν σε τάφο καινούργιο, λαξεμένο σε βράχο, σ’ έναν κήπο κοντά στον Γολγοθά. Δεν είχαν καιρό να τον πάνε μακριά.

Αλλοιωμένος απ’ το γεγονός της σταύρωσης ο Ρωμαίος κεντυρίωνας Λογγίνος, μετά την αναφορά του στον Πιλάτο για τον θάνατο του Ιησού, πιστός στον λόγο του προς τη μητέρα, συνέδραμε με δύο αφοσιωμένους πραιτωριανούς του τους κρυφούς μαθητές.

Η μάνα έσφιξε στην αγκαλιά της το αιμόφυρτο άψυχο σώμα του παιδιού της και, βλέποντας πλέον τη ζωή «εν τάφω», αναλύθηκε σε σπαραχτικό, πλην θεοπρεπή, επιτάφιο θρήνο. Την κτίση ολόκληρη κάλεσε με το ανθρώπινο γένος αντάμα να τη συνδράμουν στο πρωτόγνωρο πένθος της. «Κλαύσατε και θρηνήσατε συν εμοί, τη του Θεού υμών μητρί».

Στην άφατη θλίψη της ράγισαν και τα άψυχα. Για μια ακόμη φορά τα σπλάχνα της δονήθηκαν ισχυρά. Στο πένθιμο σύννεφο που κάλυπτε πυκνό την ταλαιπωρημένη της ψυχή, στιγμές-στιγμές αναδύονταν πονεμένες οι μορφές των προπατόρων της, που ποικιλότροπα σε άλλες εποχές παλιές προτύπωσαν το πάθος του δικού της γιου.

–  Αγία μου μητέρα, Σάρρα! Και συ, Αβραάμ, αγαπημένε μου πατέρα! Τι πόνο αβάσταχτο κατάφερε ν’ αντέξει η καρδιά σας! Τότε που φορτωμένο με τα ξύλα της θυσίας του προπέμπατε για τη σφαγή τον λατρευτό σας γιο, τον Ισαάκ. Τον γιο μου με τον πολυστέναχτο σταυρό στον ώμο εικόνιζε από τότε ο δικός σας γιος. Πως νοιώθω τώρα τον βαθύ σας πόνο! αναφωνούσε η μάνα μες στους στεναγμούς.

Μα ήρθε η ώρα που η πέτρα κύλησε βαρειά κλείνοντας τη θύρα του σκαμμένου βράχου. Το μνημείο σφραγίστηκε. Η νύχτα του Πάσχα είχε πέσει καταθλιπτική. Ο σκοτεινός τάφος έκρυψε την πηγή της ζωής. Όμως και έτσι, πάλι οι Εβραίοι δεν μπορούσαν να ησυχάσουν. Και νεκρός ακόμα ο Υιός του Ανθρώπου τους τρόμαζε. Η παράξενη πρόρρησή του για τριήμερη έγερση τους τρέλλαινε. Μια ισχυρή κουστωδία ανέλαβε τη φρούρηση του τάφου. Δεν υπήρχαν πια περιθώρια για απρόβλεπτα λάθη. «Η εσχάτη πλάνη» θα ήταν «χείρων της πρώτης».

Στηριγμένη στο χέρι της Μαγδαληνής Μαρίας «η άλλη Μαρία», πονεμένη ως τα κατάβαθα μα όχι απελπισμένη, αποτραβήχτηκε. Η Σαλώμη, κόρη του Ιωσήφ, και ο γιος της Ιωάννης, πιστοί στον λόγο του Διδασκάλου, την έφεραν σπίτι. Καιρός ήταν! Η τσακισμένη μάνα έπρεπε να ησυχάσει. Το σπίτι του Ζεβεδαίου ήταν ζεστό. Όλοι τους εκεί της ήταν αγαπητοί. Δικοί της άνθρωποι, παιδιά και εγγόνια του Ιωσήφ, μέλη της δικής της οικογένειας.

Ήταν μεγάλη η μέρα εκείνου του Σαββάτου. Μέρα του Πάσχα. Ιερή. Και «όλοι ησύχασαν κατά την εντολήν». Αυτήν που δόθηκε τη νύχτα του πρώτου τους Πάσχα. Τη νύχτα της εξόδου τους από την Αίγυπτο. Καμμιά δουλειά δεν επιτρεπόταν τη μέρα της μεγάλης γιορτής. Οι γυναίκες έχοντας έτοιμα αρώματα και μύρα περίμεναν υπομονητικά τη δεύτερη νύχτα.

Μα ο νους της μάνας έτρεχε. Ακολουθούσε τον γιο της βήμα-βήμα. Τον συνόδεψε στην επώδυνη ατιμωτική πορεία του ως τον σταυρό. Συμπορευόταν και τώρα νοερά μαζί του στη θριαμβευτική του κάθοδο στον Άδη. Ήξερε ότι γέννησε Θεό και όχι άνθρωπο η Μαρία. Μα ο άρχοντας του κόσμου τούτου πλανήθηκε οικτρά. Δεν μπόρεσε να καταλάβει εγκαίρως το μέγα μυστήριο, που «εν σιγή», κι απ’ τους αγγέλους ακόμα μυστικά, τελεσιουργήθηκε. Πίστεψε πως θανάτωσε αδύναμο άνθρωπο, μα βρήκε μπροστά του παντοδύναμο Θεό. Ο πονηρός δράκοντας δέθηκε. Λούφαξαν οι σκοτεινές του στρατιές.

Οι φυλακισμένες ψυχές περίμεναν έτοιμες. Αιώνες ανυπομονούσαν στα σκοτεινά υποχθόνια βασίλεια. Οι μεγάλοι προφήτες, Μωυσής, Ησαΐας και λοιποί, τους μετέφεραν τα παρήγορα μηνύματα για την έλευση του ελευθερωτή. Ο τραγικός Αισχύλος τους μιλούσε για τον γιο της παρθένου Ιούς, που κάποια στιγμή θα ελευθέρωνε τον δεσμώτη πάνω στον βράχο του Καυκάσου Προμηθέα και θα έσπαζε τα δεσμά όλων τους.

Πρόσφατα ο Θεοδόχος Συμεών τις ξεσήκωσε. Βεβαίωσε ότι πήρε βρέφος τεσσαρακονθήμερο στα χέρια του τον ερχόμενο Κύριο. Και μόλις πριν από λίγο κατέφθασε «χαίρων» ο Πρόδρομος Ιωάννης, κομίζοντας χαρμόσυνο «ευαγγέλιο». Το συνταρακτικό νέο ήταν πως είχε βαπτίσει με τα χέρια του στον Ιορδάνη τον αναμενόμενο Λυτρωτή. «Νυν εγγύτερον η σωτηρία», τους είπε. «Ήγγικεν» η ώρα. Μπορούσαν τώρα οι δεσμώτες να σηκώσουν τα κεφάλια τους. Να ανακύψουν γεμάτοι ελπίδα και χαρά. Η απολύτρωση πλησίαζε.

Και να, που το σκοτεινό βασίλειο του Άδη άστραψε στο φως και «η δόξα Κυρίου» περιέλαμψε τα πάντα: Ουρανό και γη και τα καταχθόνια. Ο θάνατος νικήθηκε κατά κράτος. Το φαρμακερό του κεντρί έσπασε. Το βασίλειό του σκυλεύθηκε. Έγινε λάφυρο στα χέρια του νικητή. Τα θεμέλιά του σαλεύθηκαν. Οι χάλκινες πύλες του Άδη άνοιξαν διάπλατα. Ο Χριστός, νικητής του θανάτου, τις έσπασε και πάτησε πάνω τους. Οι σιδερένιοι μοχλοί και τα κλείθρα τους τινάχτηκαν μακριά. Οι πυλωροί παρέλυσαν από τον φόβο. Παγγενής ο Αδάμ και η Εύα άπλωσαν τα χέρια τους στον νικητή και αυτός τους ύψωσε στα ουράνια.

Ένα πρωτόφαντο θέαμα, μια θριαμβική πορεία ακολούθησε. Ο «πρωτότοκος εκ των νεκρών», εν μέσω πολλών αδελφών, με αρίθμητη πανστρατιά πίσω του ανέβηκε «εις ύψος». Εισήλθε ως «Μέγας Αρχιερεύς» στα επουράνια «Άγια των Αγίων», στον μέχρι τότε κλεισμένο παράδεισο. Είχε προσφέρει μια για πάντα τον εαυτό του ιλαστήρια θυσία για όλους.

Τα Χερουβίμ που φρουρούσαν τη σφραγισμένη πύλη της Εδέμ, παραμέρισαν. Η στρεφομένη «φλογίνη ρομφαία» τους έσβησε παραδόξως, καθώς αντίκρυσε προπορευόμενο το ξύλο του Σταυρού. Ο ληστής πλησίασε πρώτος και άνοιξε, «βαλών» ως «κλείδα το “μνήσθητί μου”». Ο Παράδεισος «πάλιν ηνέωκται». Ο Αδάμ και η Εύα επανήλθαν στο σπίτι τους. Η εξορία τους έληξε πλέον. «Το αρχαίον κάλλος» άστραψε ξανά στα πρόσωπά τους.

«Ο νέος Αδάμ» έλυσε μια για πάντα την κατάρα «της προμήτορος Εύας». «Ο αρχαίος όφις» κατάφερε μόνο να πληγώσει τη φτέρνα του. Μα «ο Υιός της Παρθένου» είχε συντρίψει τώρα οριστικά την κεφαλή του.

Η πλατειά καρδιά της μάνας τα ’νοιωθε όλα αυτά, τα ζούσε και φούσκωνε όλο και πιο πολύ απ’ τη λαχτάρα. Πήγαινε να σπάσει απ’ την ανυπομονησία.

–  Γιέ μου! Μη με αφήνεις μόνη μου! ψιθύριζε. Μη φεύγεις προσπερνώντας με, εμένα τη μητέρα σου, σιωπηλός. Μην ξεχάσεις να κάμεις ο,τι προείπες. Δείξε μου την ανάστασή σου.

Το Σάββατο έφυγε. Η νύχτα σκέπασε ξανά τα πάντα, μα πριν καλοφέξει, στης τρίτης μέρας την αυγή, η μάνα σηκώθηκε. Οι γυναίκες γύρω της την κατάλαβαν. Ετοίμασαν τα μύρα για τον τάφο. Μα η μάνα δεν περίμενε. Η καρδιά της χτυπούσε δυνατά. Πήρε το δρόμο πρώτη μες στο σύθαμπο της αυγής. Την πρόλαβε η Μαγδαληνή και βάδισαν μαζί μέχρι τον τάφο.

Μα σαν έφτασαν εκεί πάγωσαν. Ένας φωτεινός άγγελος βρισκόταν μπροστά τους. Η όψη του έλαμπε σαν αστραπή, τα ρούχα του κατάλευκα σαν χιόνι. Καθόταν πάνω στην πέτρα που είχε αποκυλίσει από τη θύρα του μνημείου.

–  Μη φοβάστε! τους είπε. Ξέρω πως ζητάτε τον σταυρωμένο Ιησού. Μα δεν είναι εδώ. Αναστήθηκε. Κοιτάξτε το άδειο μνημείο, όπου βρισκόταν το σώμα του.

Λέγοντας αυτά παραμέρισε. Τις άφησε να μπουν στον τάφο και να δουν. Ήταν αλήθεια λοιπόν! Ο Υιός του Ανθρώπου δεν ήταν εκεί. Η φθορά του τάφου δεν μπόρεσε να αγγίξει το άγιο σώμα του.

–  Και τώρα, συνέχισε ο άγγελος, τρέξτε! Πείτε τη χαρμόσυνη είδηση στους μαθητές. Ιδιαίτερα στον Πέτρο. Θα τους συναντήσει όλους ξανά στη Γαλιλαία.

Οι γυναίκες βγήκαν απ’ το κενό μνημείο εκστατικές. Έτρεμαν απ’ τη χαρά και τον φόβο. Πήραν τον δρόμο τρέχοντας να φέρουν το νέο στους μαθητές.

Η λαχτάρα της μάνας έφτασε στο αποκορύφωμα. Δεν εύρισκε διέξοδο να καταλαγιάσει.

– Γιέ μου! μουρμούριζε συνεχώς και έτρεχε.

Μα να, μπροστά της ολοζώντανος, αστραφτερός, ερχόταν Εκείνος να τη συναντήσει. Η μάνα τον ατένισε και σάστισε. Τίποτε πια δεν θύμιζε το καταπληγωμένο άψυχο κορμί, που είχε αγκαλιάσει σφιχτά για τελευταία φορά πριν κλείσει ερμητικά ο τάφος. Μπροστά της έστεκε φωτεινός, ολόλαμπρος, ο Κύριος της δόξας. Ο Υιός του Θεού.

–  Χαίρετε! αντήχησε στ’ αυτιά της η γνώριμη γλυκειά φωνή.

Η μάνα πλησίασε διστακτική. Από κοντά της η Μαγδαληνή.

–  Μη φοβάστε! ξανάπε Εκείνος.

Η μάνα έπεσε στα πόδια του. Τα κράτησε ευλαβικά. Δεν ήταν όραμα, αέρας, φαντασία. Έπιανε σάρκα και οστά. Στα χέρια της κρατούσε αληθινό ανθρώπου σώμα. Στα πόδια και στα χέρια φαίνονταν τα σημάδια όπου μπηχτήκαν τα καρφιά. Μα ήταν σώμα ζωντανό, θεραπευμένο από πληγές, λαμπερό, νεανικό, υγιέστατο. Σώμα διαφορετικό, αθάνατο.

Η μάνα έβλεπε και προσκυνούσε τώρα ταπεινά, «εν ετέρα μορφή», όχι απλώς τον γιο της, μα τον ίδιο τον Θεό.

Η καρδιά της πλημμύρισε από χαρά. Ήρθε στη θέση της ξανά. Ο γιος της δεν την είχε αγνοήσει. Δεν την προσπέρασε σιωπηλός. Της φανερώθηκε αναστημένος και την τίμησε, όπως της είχε υποσχεθεί, στης τρίτης μέρας την αυγή, τη «μία των Σαββάτων». Της αποκάλυψε την άνω Ιερουσαλήμ, τη νέα Σιών, την καινή κτίση που εγκαινίασε. Της έδειξε το ανέσπερο φως της όγδοης ημέρας που άπλετο αναπηδούσε απ’ το κενό μνημείο.

Άνοιξε η μάνα την καρδιά της διάπλατα και λούστηκε στο φως αυτό. Η ψυχή της χόρτασε. Ο αναστημένος γιος της τη μεταμόρφωσε. Της έδωσε νέα πνοή.

Και στο εξής, για την υπόλοιπη ζωή της από ’κεί και μπρος, η μάνα ήταν πια… μια «άλλη Μαρία».

Πάσχα 2013

 

Διαδίδω την «Α ν τ ι υ λ η»

Εκτυπώνω/προωθώ σε φιλικά μου e-mails

 

Ο τυφλός προ του Σταυρού (Ιωάννης Πολέμης)

Σχετική εικόνα

Τὶ εἶν’ ἡ βοὴ στὸ Γολγοθᾶ ποὺ κόσμος τρέχει ἀπάνω;

-Πηγαίνουν νὰ σταυρώσουν δυὸ μαζί μὲ κάποιον πλᾶνο.

-Ποιοὶ νἆν οἱ δυὸ, ποὺ ἐκδικητής ὁ χάρος τοὺς προσμένει;

-Κλέφτες, φονιάδες, ἄρπαγες, κακούργοι ξακουσμένοι.

-Καὶ ποιὸς ὁ πλᾶνος ποὺ κὶ αὐτὸς θὰ σταυρωθῇ μαζὶ τους;

-Τοὺς Φαρισαίους ρώτησε, εἰναι δουλειὰ δικὴ τους!

-Θὰ πάω νὰ δῶ…

Εἶπα νὰ δῶ κὶ ἦρθαν στὸ νοῦ μου πάλι.

Τὰ χρόνια ποὺ ἤμουνα τυφλός. Τυφλός! Ἐσεῖς οἱ ἄλλοι

δὲν ξέρετε πόσο ἡ ψυχή μέσα στὰ στήθη εἶν’ ἄδεια,

ὅταν μὲ μάτια ὁρθάνοιχτα βαδίζει στὰ σκοτάδια!

Πῶς τὴ θυμοῦμαι τὴ στιγμή ποὺ ἐστάθη αὐτός μπροστὰ μου

καὶ μ’ εὐσπλαχνίσθη, κὶ ἔσκυψε, πῆρε πηλὸ απὸ χάμου

κὶ ἀλείφοντας τὰ μάτια μου μὲ τὸν πηλό ἐκείνο,

μοῦ εἶπε νὰ πάω στοὺ Σιλωάμ τὴ στέρνα να τα πλύνω!

Ὅταν τὸν πρωτοακτίκρυσα τὸν Φωτοδότη ἐμπρὸς μου,

στὴν ὄψη του εἴδα ὅλες μαζὶ τὶς ὀμορφιὲς τοῦ κόσμου.

Μοσχοβολοῦσε κὶ ἔλαμπε τὸ κάθε κίνημά του…

Φῶς καὶ τὰ χεἰλη, κὶ ἡ φωνή, τὰ μάτια κὶ ἡ ματιά του.

Στὰ χείλη του ἡ παρηγοριά, στὰ μάτια του ἡ ἐλπίδα…

Ἔστρεψα τότε ὁλόγυρα τὰ δυὸ μου μάτια κὶ εἴδα

κάθε ποὺ ζεῖ καὶ ποὺ δὲν ζεῖ, κὶ εἴδα παντοῦ γραμμένη

τὴν ὄψη του, λὲς κὶ ἤτανε καθρέπτης του ἡ οἰκουμένη.

Φῶς ἡ ζωή, χαρὰ τὸ φῶς! Ἀς πάω νὰ δῶ τὸν πλᾶνο

ποὺ θὰ καρφώσουν στὸ Σταυρό. Κατὰ τὸ λόφο ἐπάνω

κόσμος, περιγελάσματα κὶ ὀχλοβοή κὶ ἀντάρα

χίλιες φωνές σὰν μιὰ φωνή κὶ ὅλες σὰν μιὰ κατάρα.

Ποῦ πάει; Σπρώχνει καὶ σπρώχνεται καὶ πνίγεται καὶ πνίγει,

καὶ σταματᾶ προσμένοντας. Παράμερα ξανοίγει

τρεῖς μαυροφόρες μοὺ κρατοῦν μιὰ λιγοθυμισμένη.

Θὲ νἆναι μάνα ἡ δὐστυχη! Ξάφνω, μὲ μιὰς σωπαίνει

τὸ πλῆθος ποὺ ἀνταριάζονταν. -Γκάπ! Γκούπ! Καρφώνουν, κρότοι

πνιγμένοι μὲς στὰ βογγητά! Ὑψώνονται οἱ δυὸ πρῶτοι

σταυροί· κανεῖς δὲν στρέφεται. Γκάπ! Γκούπ! Ξανακαρφώνουν

μὰ βόγγος δὲν ἀκούγεται. Νὰ, καὶ τὸν τρίτον ὑψώνουν

Πῶς; Σὺ ποὺ μοῦδωσες τὸ φῶς, ἐσένα πλᾶνο λένε;

Κὶ ἦταν γραφτό τὰ μάτια μου νὰ βλέπουν γιὰ νὰ κλαῖνε;

Τὶ νὰ τὰ κἀνω καὶ τῆς γῆς καὶ τ’ οὐρανοῦ τὰ κάλλη;

Πάρε τὸ φῶς ποὺ μοῦδωσες καὶ τύφλωσέ με πάλι!