Τα ιερά αντικείμενα και ο σύγχρονος θρησκευτικός φετιχισμός (απόσπασμα σχετικού άρθρου).

5

Γράφει ο πρωτοπρεσβύτερος Δημήτριος Αθανασίου

Σύγχρονος θρησκευτικός φετιχισμός. Σκέψεις και προβληματισμοί.

Αν ο όρος «φετιχισμός» ερμηνεύεται σαν τη τάση «θεοποίησης» ορισμένων αντικειμένων, και η απόδοση υπερφυσικών δυνάμεων σε αυτά, απρόσιτης αλλά επιβαλλόμενης στον άνθρωπο, τότε ο όρος θρησκευτικός φετιχισμός σημαίνει την τάση «θρησκευτικής λατρείας ή εκδήλωση λατρείας» σε ορισμένα ιερά αντικείμενα..

Παντού αναφέρονται παραδείγματα με αντικείμενα τα οποία άλλοι από ευλάβεια τα προσκυνούν οι πιστοί κι άλλοι σταυρώνονται με αυτά.

Στον βίο του Αγίου Βαρσανουφίου, που έζησε τον 4ομ.Χ αιώνα αναφέρονται και τα εξής:

«Πολλοί δε έστελλον και ελάμβανον ευλογίαν, ήτοι μέρος τι από τον άρτον όπου έτρωγε και από το ύδωρ όπου έπινε, και λαμβάνοντας ταύτα ελαφρώνοντο από τα πάθη όπου τους επολέμουν… του αγίου Βαρσανουφίου όχι μόνο η ψυχή αλλά και ο νούς εχαριτώθη και ηγιάσθη αλλά και το ιερόν σώμα του της θείας απόλαυσε χάριτος και αγιότητος. Δια τούτο και όσα πράγματα ήγγιζον εις αυτό, μετελάμβανον και αυτά κάποιαν θείαν δύναμιν και χάριν…..».

Επειδή όμως οι εποχές άλλαξαν και η πίστη των σημερινών χριστιανών δεν έχει την ζέση και την θέρμη των χριστιανών της εποχής του Αγίου Βαρσανουφίου, πολλές φορές η αγάπη και ο σεβασμός για τους Αγίους μας, οδηγεί σε υπερβάλλοντα σεβασμό των αντικειμένων τους. Αυτά σίγουρα αποτελούν ιδιαίτερη προσωπική ευλογία, αλλά σε καμιά περίπτωση δεν εξισώνονται με τα Ιερά Λείψανα και τις θαυματουργές Εικόνες.

«Το θέμα με την προσκύνηση του κάστανου του οσίου Παϊσίου υπήρξε η σταγόνα που ξεχείλισε το ποτήρι. Έγινε μεγάλη φασαρία για ένα θέμα, που δεν είναι η πρώτη φορά που συμβαίνει. Το 2015 στην Κύπρο είχαν τεθεί σε προσκύνημα οι παντόφλες του οσίου και το 2016 (εν αγνοία του Μητροπολίτη Αργολίδος) τα γυαλιά του οσίου.

Και δεν είναι τα μοναδικά περιστατικά, κατά τα οποία η τιμή και η ευλάβεια ως απόρροια της πίστης, παρανοούνται. Η παρανόηση γίνεται κάποιες φορές και με άλλα μέσα και όλες τις υπερβολές, αφού έχω την αίσθηση πως μερικές φορές αγνοείται το πρόσωπο του Χριστού. Σαν να είναι ο Ίδιος Απών απ’ όλα. Και ο Χριστός που είναι; Σε ποια δημόσια πλατεία λιτανεύει; Μήπως έχασε το δρόμο; Τελικά είχε δίκιο ο τρελός του Νίτσε στη χαρούμενη γνώση, όταν φώναζε στην πλατεία ότι «εμείς σκοτώσαμε τον Θεό.

«Δυστυχώς, όμως, σε κάθε εποχή ο πειρασμός της μαγείας ελκύει τόσο τους απατεώνες, όσο και τους πολλαπλώς αδύναμους και ασθενείς. Η λειψανομανία των ημερών μας είναι η πιο επικίνδυνη μορφή λειψανομαχίας, παρομοίως και η προσκύνηση εσωρούχων (το ζήσαμε και αυτό, π.χ. στα Γιαννιτσά) ή καστάνων. Καθρεφτίζουν μια τιμή που δεν διαβαίνει «επί το πρωτότυπον», παρά ενισχύει τη νοοτροπία του σωτηριολογικού αυτοματισμού, εκτρέφει τη μαγεία, εξηλιθιώνει συστηματικά το εκκλησίασμα.

Αυτά τα φαινόμενα προσπορίζουν κέρδη οικονομικά, αλλά και εδραιώνουν την εξουσία καθ’ όλα προβληματικών ανθρώπων, κλείνοντας τα μάτια των πιστών στις ενδεχόμενες πομπές και εκκρεμότητές τους. Με την πληθωριστική υποδοχή λειψάνων και εικόνων (τελευταία δε και αντιγράφων τους κατά σκανδαλώδη πρακτική) εύκολα εξασφαλίζει ένας κληρικός, και δη υψηλόβαθμος, πιστοποιητικά ακραιφνούς ορθοπιστίας.

Ο κόσμος έγινε μαγικός. Η εκκλησία μερικές φορές ενθαρρύνει και χειροκροτεί το μαγικό στοιχείο. Θέλω να πω, πως «επ’ ουδενί» η εκκλησία δεν σχετίζεται με τη μαγεία αλλά οι άνθρωποι, οι χαρισματικοί της φορείς εν τέλει, οδηγούν και οδηγούνται μερικές φορές σε μία άλλη θεώρηση του μυστηρίου όπως εκδηλώνεται μέσα στην εκκλησία, απομακρυσμένη από το στοιχείο της μυσταγωγίας, η οποία έχει θεία προέλευση. Άραγε πόσο απέχει η τιμή ενός κάστανου από την αθεΐα ή ακόμη και την ειδωλολατρία;…. Ένας που προσκυνάει ένα κάστανο που κάποτε είχε αγγίξει ο όσιος Παΐσιος, και προσηκώνει το υπαρξιακό του βίωμα στο κάστανο αυτό, που άγγιξε ένας όσιος δεν τείνει να γίνει ειδωλολάτρης;

Κι αν κάποιοι θεωρήσουν ότι αυτή η σκέψη είναι υπερβολή, ας σκεφτούν αν όλοι οι πιστοί και όλων των ηλικιών, διατηρούν ικανά ανεπτυγμένο εκεί το αισθητήριο, που τους επιτρέπει την ασφαλή αντίληψη των γεγονότων, και των σημαινομένων μέσα στο χώρο της εκκλησιαστικής ζωής. Σαφώς και όχι. Δηλαδή, με άλλα λόγια, πιστοί με αγνές προθέσεις και με πίστη, αλλά χωρίς να φιλτράρουν κάθε κίνηση, όπως αυτή με το κάστανο, είναι εύκολο να πέσουν στην παγίδα της «νενομισμένης τιμής». Στην απομάγευση αυτή του κόσμου, σ’ αυτό το ξεθώριασμα της παγανιστικής δεισιδαιμονίας, μεταξύ των άλλων συνέβαλε και ο λόγος «Κατά Ελλήνων» του Μ. Αθανασίου.

Οι μέρες κατά τις οποίες ζούμε, όσον αφορά την πνευματική ζωή, έχω την αίσθηση ότι αναζητούν την εύκολη και ανώδυνη λύση. Δεν είναι όλα ιερά και άγια και δεν είναι όλα εικόνες και λείψανα. Σαν να πρέπει κάποιες φορές μέσα στην εκκλησία όλα να γίνουν προσιτά, άλλοτε κατανοητά (απεμπολισμός του μυστηρίου), μαγικά στον τρόπο κάποιες φορές. Τα χαρακτηριστικά της Ορθοδοξίας είναι το μυστήριο και η μυσταγωγία. Φανερώνεται ο Θεός στον κόσμο, αλλά δεν αφήνει να νοηθεί, πόσο δε μάλλον να κατανοηθεί το μυστήριο της τριαδικής Του παρουσίας∙ εν τέλει κάθε έκφρασης των ενεργειών Του (όπως η ευωδία ενός ιερού λειψάνου).

Στην ορθοδοξία μερικές φορές δεν μας φτάνει ο Θεός. Μας είναι απρόσιτος. Δεν μας γεμίζει ικανοποιητικά η θεία Ενανθρώπιση, η Ανάσταση. Αναζητούμε κάτι χειροπιαστό για να κρατήσουμε ζωντανή τη βούληση μας να πιστέψουμε, γιατί θέλουμε να πιστέψουμε. Έτσι το απρόσιτο δείχνει να μην χωράει. Είναι πιο εύκολο εξάλλου να ψηλαφήσεις ένα κάστανο που άγγιξε ένας όσιος παρά να βιώσεις εμπειρικά την παρουσία του Θεού. Η παρουσία του κάστανου είναι οφθαλμοφανής, ενώ του Θεού θέλει πνευματικό κόπο για να σιγουρευτείς.

Την ίδια ώρα μάθαμε να φιλάμε ένα κάστανο, ενώ δεν έχουμε ναό προς τιμή του προφήτη Προδρόμου. Γνωρίζουμε απ’ έξω τις προφητείες των γερόντων, ενώ αγνοούμε παντελώς πώς να συμπεριφερθούμε στον ιερό ναό. Συνεχώς ακούμε να λένε «το είπε ο γέροντας», ενώ την ίδια στιγμή αγνοούμε τον λόγο του ιερού Χρυσοστόμου. Γνωρίζουμε απ’ έξω όλες της νηστίσιμες συνταγές, αλλά η νηστεία της γλώσσας κοσμεί τις σελίδες των βιβλίων. Μοιάζουμε να ζούμε για το τι θα γίνει στα έσχατα, χωρίς να βιώνουμε το ιστορικό παρόν. Ακούμε πομπώδη κηρύγματα, ενώ αγνοούμε προκλητικά πως οι εκκλησίες δεν γεμίζουν».(Ηρακλής Φίλιος-Βαλκανιολόγος, Θεολόγος)

«..Προσκυνάμε τη φανέλα του αγίου Παϊσίου και δεν έχουμε έναν ναό για τον άγιο Γρηγόριο Νεοκαισαρείας. Παραπέμπουμε στις λιγωτικές κοινοτοπίες τριαντάχρονων αγιορειτών καλογήρων και αγνοούμε το θεολογικό μεγαλείο ενός Ιγνατίου Αντιοχείας, ενός Μεγάλου Φωτίου, ή των σπουδαίων Ησυχαστών των υστεροβυζαντινών χρόνων. Χρυσοστολίζουμε τη Βίβλο και δεν (ή μήπως για να μη;) τη διαβάζουμε. Δεν πάμε μπροστά έτσι.( Γιώργου Βλαντή – διευθυντή του Συμβουλίου των Εκκλησιών της Βαυαρίας).

Μήπως γελοιοποιούμε αυτά που πιστεύουμε μέσω της χωρίς διάκρισης ευσέβειας και ευλάβειας μας;;; Και ας έχουμε υπόψη ότι:

«Αμαρτία δεν τελεί μόνο αυτός που διαβάλει, ειρωνεύεται και χλευάζει κάτι το ιερό που στην περίπτωσή μας είναι ένας Άγιος αλλά και αυτός που προκάλεσε αυτήν την κίνηση στους χλευαστές και η αρχή της μετάνοιας θα ήτο όχι η κάλυψή μέσω μια στυγνής δήλωσης αλλά η παραδοχή του ατοπήματος απλά λιτά και κατευναστικά

Είναι όμως καιρός στην Ορθοδοξία να αρχίσει μια συζήτηση: για τις έννοιες της ευλογίας και της χάριτος, (οι οποίες, ιδίως στα περιβάλλοντα των μοναχόπληκτων, κατανοούνται απολύτως μαγικά),ώστε να τεθούν τα όρια μεταξύ της τιμητικής προσκύνησης ιερών αντικειμένων και του λεγόμενου θρησκευτικού φετιχισμού.

Και επειδή η τακτική του «προλαμβάνειν» είναι καλύτερη από την πολύ δύσκολη πρακτική του «θεραπεύειν» θα πρέπει οι κατά τόπους επίσκοποι να αναλάβουν κατηχητική δράση ώστε να σταματήσει ο διασυρμός Αγίων και να παταχθούν ανορθόδοξες πρακτικές με τα ιερά αντικείμενα.

Τέλος θα πρέπει να επισημάνουμε και τα εξής:

Α. Η Εκκλησία μας, μέσα από την μακραίωνη παράδοσή της, έχει διαμορφώσει μία τάξη όσον αφορά την έκθεση αντικειμένων για προσκύνηση και μάλιστα μέσα στην θεία Λατρεία, η οποία και θα πρέπει να γίνεται σεβαστή.

Ακόμη και θαύματα να γίνονται, η Εκκλησία μας έχει την δική της τάξη, που δεν πρέπει να παραβαίνεται. Π.χ. μπορεί η φανέλα του αγίου να θαυματουργεί. Όμως δεν εκτίθεται σε προσκύνηση. Είναι π.χ. γνωστό ότι, μόλις κοιμήθηκε ο άγιος Νεκτάριος, ακούμπησαν την φανέλα του δίπλα στο κρεβάτι όπου ήταν ένας ετοιμοθάνατος, ο οποίος έγινε αμέσως καλά. Όμως η φανέλα ποτέ δεν εκτέθηκε για προσκύνηση.

Β. Τα μόνα ενδύματα που εκτίθενται για προσκύνηση είναι η ζώνη της Παναγίας (στο Άγιον Όρος), ο χιτώνας της (στην Γεωργία) κ.λπ.

Γ. Τα ενδύματα των αγίων έχουν κάνει μύρια θαύματα (και μάλιστα των μαρτύρων που ήταν βουτηγμένα στο αίμα τους), αλλά γενικά δεν εκτίθενται σε προσκύνηση.

Δ. Όσον αφορά τους αγίους, η Εκκλησία εκθέτει για δημόσια προσκύνηση κυρίως τα άγια λείψανά τους. Εκτός όμως από αυτά, μπορεί να εκθέσει π.χ. λύθρο από το μαρτύριό τους, δηλαδή χώμα αναμεμιγμένο με το αίμα του μάρτυρα, έναν σταυρό που είχε ο άγιος, μία εικόνα που είχε ο άγιος ή που εικονίζει τον άγιο κ.λπ. Αυτή είναι η τάξη.

Ε. Δεν θυμόμαστε ποτέ η Εκκλησία να εκθέτει καρπούς, δηλαδή αντικείμενα που τρώγονται, στην θέση αγίων λειψάνων! Κάτι τέτοιο είναι ξένο προς την παράδοσή της και πιστεύουμε ότι ούτε ο ίδιος ο άγιος θα το ήθελε.

Αρκετοί θα θυμούνται ότι ο άγιος Παΐσιος κάποιες φορές, εξαντλημένος από την μεγάλη άσκηση, έλαβε από την Παναγία ή τον Θεό ως ουράνια ευλογία με θαυμαστό τρόπο τρόφιμα, όπως σταφύλια, ψάρια κ.λπ. Ουδέποτε απέδωσε σε αυτά λατρευτική αξία ούτε φυσικά τα κράτησε, αλλά συνήθως τα έδωσε για ευλογία σε άλλους ανθρώπους να τα φάνε.

ΣΤ. Επίσης, η Εκκλησία μας καθημερινά μεταβάλλει τον άρτο και τον οίνο σε σώμα και αίμα Χριστού. Ουδέποτε όμως εκθέτει τα Τίμια Δώρα για προσκύνηση. Κάτι τέτοιο θα ήταν ξένο στην παράδοσή της. Άλλο τα άχραντα μυστήρια και άλλο τα άγια λείψανα.

Στον ναό του αγίου Τύχωνος, επισκόπου Αμαθούντος Κύπρου, στα πρώτα χριστιανικά χρόνια, κάθε χρόνο μετά την κοίμηση του αγίου γινόταν ένα θαύμα. Τα σταφύλια που βρίσκονταν στον περίβολο του ναού, ενώ ακόμη δεν ήταν περίοδος ωριμάνσεώς τους (η εορτή γίνεται στις 16 Ιουνίου), ωρίμαζαν ξαφνικά από την παραμονή της εορτής μέχρι την ώρα του καθαγιασμού των Τιμίων Δώρων. Όμως αυτά τα θαυμαστά σταφύλια, που ωρίμαζε η χάρις του αγίου, δεν εκτίθονταν στον λαό για προσκύνηση, αλλά μοιράζονταν προς μετάληψη.

Ζ. Κατανοούμε λοιπόν την αγάπη και ευλάβεια του πιστού λαού για τον άγιο Παΐσιο που δεν θα παύσει να είναι ο αγαπημένος άγιος όλου του ελληνικού (και όχι μόνο) λαού, δημοφιλής όσο ελάχιστοι. Αυτό από μόνο του είναι ένα μεγάλο θαύμα, καθώς ο ίδιος μίσησε όσο λίγοι την δημοσιότητα.

Θα πρέπει όμως και οι ιερείς, που διερμηνεύουν τα αισθήματα αυτά του λαού, να κινούνται μέσα στην τάξη και στην παράδοση της Εκκλησίας, αποφεύγοντας ενέργειες που θα μπορούσαν να προκαλέσουν και να δώσουν αφορμές σκανδαλισμού.

Η.«Όταν ο Ιωάννης Δαμασκηνός στο λόγο του «Προς τους διαβάλλοντας τας αγίας εικόνας» παρουσίαζε συστηματικά το θέμα της τιμής των εικόνων και κήρυττε πως «η τιμή της εικόνας πηγαίνει στο πρωτότυπο», δεν αγωνιούσε να εξασφαλίσει τη λατρεία του Θεού ή την τιμή των αγίων, που εικονίζονται στις ιερές εικόνες, αλλά να προφυλάξει τους χριστιανούς από τη σχέση του εκφραστικού τους βιώματος με την ύλη που απαρτίζει την εικόνα (π.χ. το ξύλο). Αυτό βέβαια είχε ένα παραπάνω λόγο να το αναφέρει, αφού οι εικονομάχοι κατηγορούσαν τους χριστιανούς ότι τιμούν και λατρεύουν την, ύλη. Η λατρεία όμως ανήκει μόνο στον Θεό, κάτι που επισημαίνει πάλι ο Ιωάννης στους παρακάτω λόγους του, γράφοντας πως «κανένα δεν πρέπει να προσκυνάμε ως Θεό παρά μόνο τον κατά φύση Θεό, αποδίδοντας σ’ όλους ό,τι οφείλουμε, όπως διέταξε ο Κύριος».

Αυτό είναι το βασικό∙ ότι στην εκκλησία λατρεύουμε τον Θεό, αλλά τιμάμε την Θεοτόκο και τους αγίους. Το άλλο είναι ότι όταν ασπαζόμαστε την εικόνα ή το ιερό λείψανο, δεν προσκυνάμε την ύλη, το ξύλο από το οποίο κατασκευάστηκε, αλλά αποδίδουμε τιμή στο εικονιζόμενο πρόσωπο. Στην περίπτωση με το κάστανο, το εκκλησίασμα αποπροσανατολίζεται. Κάθε τι που σχετίζεται με τον όσιο Παΐσιο δεν μπορεί με άνεση να προσφέρεται προς προσκύνηση. Με την ίδια λογική ας τιμήσουμε την πέτρα που καθόταν ο όσιος, τα κομποσκοίνια που άγγιζε, το ποτήρι που έπινε νερό.(Η. Φίλιος)

Και να πούμε και ένα τελευταίο από τον βίο του αγίου Αθανασίου του Αθωνίτη(05 Ιουλίου).

Κάποιος από τους μαθητές του είχε αγιάσει.

Όταν κοιμήθηκε και τον έβαλαν στον ναό για την εξόδιο ακολουθία, έβγαλε το χέρι του έξω από το νεκροκρέβατο και αυτό άρχισε να μυροβλύζει και να κάνει θαύματα, θεραπείες κ.λπ.

Το αποτέλεσμα ήταν να γίνει τεράστια κοσμοσυρροή για να δουν το μοναδικό φαινόμενο και ίσως κάποιο θαύμα.

Ο άγιος Αθανάσιος, όταν είδε τί γινόταν, πήγε στον ναό και κτύπησε το χέρι του μαθητή του με το ραβδί του, λέγοντάς του:

-Σαλός (= τρελός) ήσουν όσο ζούσες, σαλός είσαι και μετά τον θάνατό σου!

Βάλε το χέρι σου μέσα! Θέλεις να κάνει το μοναστήρι μας κόσμο;

Και ο υπήκοος μοναχός έκανε υπακοή και μετά τον θάνατό του: τράβηξε το χέρι του μέσα, σαν να ήταν ζωντανός και τα θαύματα σταμάτησαν.

Αυτό δείχνει ότι για την Εκκλησία μας υπάρχουν πράγματα που είναι πιο πολύτιμα και από τα θαύματα, όπως για παράδειγμα η πνευματική επιβίωση μιας μονής.


ΠΗΓΗ.ΕΦΗΜΕΡΙΔΑ ΜΑΧΗΤΗΣ ΑΡΤΑΣ

Περί αγίων, λειψάνων κ.α

 
Του Γιώργου Βλαντή
Διευθυντή του Συμβουλίου των Εκκλησιών της Βαυαρίας
και επιστημονικού συνεργάτη της Ακαδημίας Θεολογικών Σπουδών Βόλου
Κάθε εχέφρων άνθρωπος, πιστός ή μη, που έχει διαβάσει τους «Κατά Ελλήνων» λόγους Αθανασίου του Μεγάλου ή το «Περί της Πολιτείας του Θεού» του ιερού Αυγουστίνου αισθάνεται ευγνωμοσύνη για τη χριστιανική συμβολή στην απομάγευση του κόσμου, για τη θεολογική όσο και ορθολογική διανοητική συντριβή της παγανιστικής δεισιδαιμονίας, της οποίας την έκταση και ένταση είθισται να αποσιωπούν οι άκριτοι νοσταλγοί της αρχαιότητας. Από τον Max Weber έως τον Marcel Gauchet και πολλούς άλλους ακόμη έχει επισημανθεί η σχετική καταλυτική συνεισφορά της εκκλησιαστικής θεολογίας.
Δυστυχώς, όμως, σε κάθε εποχή ο πειρασμός της μαγείας ελκύει τόσο τους απατεώνες, όσο και τους πολλαπλώς αδύναμους και ασθενείς. Η λειψανομανία των ημερών μας είναι η πιο επικίνδυνη μορφή λειψανομαχίας, παρομοίως και η προσκύνηση εσωρούχων (το ζήσαμε και αυτό, π.χ. στα Γιαννιτσά) ή καστάνων. Καθρεφτίζουν μια τιμή που δεν διαβαίνει επί το πρωτότυπον, παρά ενισχύει τη νοοτροπία του σωτηριολογικού αυτοματισμού, εκτρέφει τη μαγεία, εξηλιθιώνει συστηματικά το εκκλησίασμα. Για το αληθές του λόγου αρκεί να ανταλλάξει κανείς πέντε κουβέντες με φανελολάτρες και καστανολόγους την ώρα που στέκονται στη σειρά προς προσκύνηση.
Αυτά τα φαινόμενα προσπορίζουν κέρδη οικονομικά, αλλά και εδραιώνουν την εξουσία καθ᾽ όλα προβληματικών ανθρώπων, κλείνοντας τα μάτια των πιστών στις ενδεχόμενες πομπές και εκκρεμότητές τους. Με την πληθωριστική υποδοχή λειψάνων και εικόνων (τελευταία δε και αντιγράφων τους κατά σκανδαλώδη πρακτική) εύκολα εξασφαλίζει ένας κληρικός, και δη υψηλόβαθμος, πιστοποιητικά ακραιφνούς ορθοπιστίας.
Είναι όμως καιρός στην Ορθοδοξία να αρχίσει μια συζήτηση: για τις έννοιες της ευλογίας και της χάριτος, οι οποίες, ιδίως στα περιβάλλοντα των μοναχόπληκτων (οι γνήσιοι μοναχοί δεν είναι μοναχόπληκτοι), κατανοούνται απολύτως μαγικά• για τη σχέση αγιότητας και αλαθήτου (ήταν ο άγιος Παΐσιος άσφαλτος;)• για την απόσταση ανάμεσα στη όντως ζωή των γερόντων και τις περί αυτών αφηγήσεις (ο καθένας μπορεί να γράψει ένα βιβλίο, ή να βράσει ένα κάστανο και να αποδώσει τις απόψεις και / ή τη μαγειρική του στον Παΐσιο)• για τα οικονομικά και εκκλησιαστικά κυκλώματα και το ρόλο τους στην προώθηση της τιμής συγκεκριμένων προσώπων• αλλά και για τις διαδικασίες αγιοποίησης καθ᾽ εαυτές. Δεν είναι δυνατόν να αποφασίζει για την αγιότητα, π.χ., του π. Ιουστίνου Πόποβιτς μια σύνοδος που αποτελείται κατ᾽ εξοχήν από τα πνευματικά παιδιά του, ούτε ενδείκνυται να ανακηρύσσονται με σπουδή κάποια πρόσωπα ως άγιοι, χωρίς να «κατακαθίσει η σκόνη» του χρόνου και να υπάρξει στοιχειώδης αντικειμενικότητα στην κρίση. Τα σχετικά παθήματα των Ρωμαιοκαθολικών δεν γίνονται μαθήματα στους Ορθοδόξους. Κρίμα. 
Κατά τα άλλα, ξέρουμε απ᾽ έξω και ανακατωτά ό, τι είπε ο γέρων Πορφύριος, δεν έχουμε όμως ιδέα για την προσφορά Γρηγορίου του Νύσσης. Προσκυνάμε τη φανέλα του αγίου Παϊσίου και δεν έχουμε έναν ναό για τον άγιο Γρηγόριο Νεοκαισαρείας. Παραπέμπουμε στις λιγωτικές κοινοτοπίες τριαντάχρονων αγιορειτών καλογήρων και αγνοούμε το θεολογικό μεγαλείο ενός Ιγνατίου Αντιοχείας, ενός Μεγάλου Φωτίου, ή των σπουδαίων Ησυχαστών των υστεροβυζαντινών χρόνων. Χρυσοστολίζουμε τη Βίβλο και δεν (ή μήπως για να μη;) τη διαβάζουμε. Δεν πάμε μπροστά έτσι.
———————————————————————————-

Η ΠΕΡΙΑΓΩΓΗ ΤΩΝ ΛΕΙΨΑΝΩΝ ΣΤΙΣ ΜΕΡΕΣ ΜΑΣ ΕΙΝΑΙ ΑΔΙΚΑΙΟΛΟΓΗΤΗ

Του Παναγιώτη Αντ. Ανδριόπουλου
Το κείμενό μου στην Athens Voice για την περιφορά των λειψάνων, στάθηκε αφορμή για εκατοντάδες σχόλια στο διαδίκτυο γύρω από το θέμα αυτό, αλλά και γενικότερα περί Εκκλησίας.
Φυσικά υπήρξαν και οι «ευσεβείς και φιλάγιοι» που ενοχλήθηκαν από την τοποθέτησή μου και τάχθηκαν εναντίον μου, υπερασπιζόμενοι με πάθος την περιφορά των λειψάνων. Είναι αδύνατον να απαντήσω σε όλες τις αιτιάσεις. Άλλωστε δεν χρειάζεται. Απευθύνομαι σε νοήμονες ανθρώπους και όχι σε ταλιμπάν.
Θα σταθώ μόνο σε μία, για να καταδείξω την μωρία του πράγματος.
Γράφτηκε κατά κόρον πως είναι αναγκαία η μεταφορά των λειψάνων από τόπο σε τόπο, γιατί έτσι δίνεται η …δυνατότητα στους πιστούς να προσκυνήσουν τα λείψανα που δεν θα μπορούσαν να τα προσκυνήσουν εκεί που φυλάσσονται λόγω απόστασης κ.ο.κ.
Τίθεται, λοιπόν, το ερώτημα: Με πόσα λείψανα είναι ευχαριστημένοι οι πιστοί; Και κάθε πότε θέλουν να τα προσκυνούν; Αυτή την στιγμή στην Αττική, για παράδειγμα, τίθενται προς προσκύνησιν, δεκάδες λειψάνων. Με πόσα κορέννυνται;
Δεν φτάνει που έρχεται ένα λείψανο στην Αθήνα, από το Άγιον Όρος για παράδειγμα, και εκτίθεται για προσκύνημα σε ένα ναό. Κάποια στιγμή μεταφέρεται σε γειτονικό ναό, σε γειτονική Μητρόπολη κι έτσι η περιαγωγή μοιάζει με delivery – φευ! – λειψάνων!
Με βάση τις σχετικές πηγές, στο Βυζάντιο ίσχυε το αντίστροφο απ’ ότι σήμερα: τα λείψανα δεν ταξίδευαν από τόπο σε τόπο, διότι απλώς ταξίδευαν οι προσκυνητές προς αυτά! Το δε προσκυνηματικό ταξίδι ήταν ιδιαίτερα δημοφιλές σε κάποιες περιόδους, γι’ αυτό και απαθανατίστηκε σε χρονογραφήματα αλλά και στη λογοτεχνία (Ανατολής και Δύσης). Η μετακίνηση λειψάνων (και εικόνων) περιοριζόταν εντός των τειχών και μόνο σε ιδιαίτερες περιστάσεις (πολιορκία, επιδημία, ανομβρία κλπ). Χαρακτηριστικό το παράδειγμα του δημάρχου Δαφνησίων (Λιβανάτες), που στα 1866 με έγγραφό του προς τον ηγούμενο στη Μονή της Μαλεσίνας (νομός Φθιώτιδος) ζητάει την αποστολή των λειψάνων του Αγίου Γεωργίου «ένεκα ενσκηψάσης νόσου της μηνιγγίτιδος».
Αποτελεί ειρωνεία – τουλάχιστον – το ότι σήμερα, που η μετακίνηση του ανθρώπου είναι εξαιρετικά πιο εύκολη απ’ ότι παλιότερα, μετακινούνται τα λείψανα. Ειδικά στις μέρες μας θα έπρεπε το φαινόμενο αυτό να είναι πολύ περιορισμένο.
Δεν υπάρχει κανένας λόγος – ούτε θεολογικός ούτε άλλος – για μια τέτοια κινητικότητα. Δεν συζητάμε για τα αντίγραφα εικόνων. Αυτή η ιστορία θα έπρεπε να απαγορευθεί από την Εκκλησία πάραυτα.
Δυστυχώς, όλη αυτή η κατάσταση γίνεται αντικείμενο χλεύης από εκείνους που τους δίνεται πλέρια η ευκαιρία να κατηγορήσουν την Εκκλησία και τους πιστούς της για μύρια όσα. Και σε κάμποσα δεν έχουν άδικο…
——————————————————————————————————–

ΤΑ ΙΕΡΑ ΛΕΙΨΑΝΑ ΠΡΕΠΕΙ ΝΑ ΜΕΝΟΥΝ ΣΤΗ ΘΕΣΗ ΤΟΥΣ

Του Παναγιώτη Αντ. Ανδριόπουλου 
Πριν εφτά χρόνια (Μάϊος 2008) είχα τοποθετηθεί με σαφήνεια στο θέμα: 
«Δηλώνω χωρίς περιστροφές ότι είμαι εναντίον της περιαγωγής των ιερών λειψάνων, των αγίων εικόνων και άλλων κειμηλίων της πίστεώς μας. Τα ιερά λείψανα πρέπει να μένουν στη θέση τους, δηλ. στο ναό ή την μονή όπου φυλάσσονται, και οι πιστοί να εκδηλώνουν την ευλάβειά τους κάνοντας την «θυσία» να πηγαίνουν προς προσκύνησίν των στους τόπους τους. 
Φυσικά στην ιστορία εξήλθον της μονής ή του ναού των λείψανα αγίων για λόγους όλως εκτάκτους, δηλ. σεισμοί, λιμοί, καταποντισμοί, πυρ, κ.ο.κ. Στις περιπτώσεις αυτές είναι δικαιολογημένη αν μη και επιβεβλημένη η έξοδός τους.
Στις μέρες μας όμως παρατηρείται το θλιβερό φαινόμενο να περιάγωνται τα ιερά και τα όσια ένθεν κακείθεν χωρίς σοβαρή αιτία κι αφορμή, απλώς για λόγους – φευ! – «δημοσίων σχέσεων» ή οικονομικούς. Είναι αδιανόητη, επίσης, η λογική κάποιων: «Να φέρουμε ένα λείψανο, να έρθει κόσμος, να βγάλουμε λεφτά και να κάνουμε έργα στην εκκλησία για την αποπεράτωσή της». Ο σκοπός αγιάζει τα μέσα;
Νομίζω ότι το θέμα της μεταφοράς των ιερών λειψάνων θα πρέπει να απασχολήσει σοβαρά την Διοικούσα Εκκλησία, γιατί πέρα από την έκπτωση στο φολκλόρ και το «εμπόριο», άπτεται της καθόλου ορθοδόξου πνευματικότητος.»
Δείτε περισσότερα εδώ και εδώ.
Από τότε μέχρι τώρα το φαινόμενο έχει γιγαντωθεί! Μια ματιά στα πρακτορεία εκκλησιαστικών ειδήσεων αρκεί για να καταλάβει ο καθείς την έκταση του φαινομένου. Τώρα έχουν προστεθεί και άλλες επινοήσεις, όπως η υποδοχή αντιγράφων θαυματουργών ή ιστορικών εικόνων, προσκύνηση «σετ» λειψάνων, δηλ. πέντε αγίων κ.ο.κ.
Πρόκειται για ζήτημα που συζητείται ευρύτατα, σε κατ’ ιδίαν συναντήσεις, και οι προβληματισμοί όλων μας πρέπει να τεθούν στην κοινή τράπεζα. Γιατί η μεταφορά και χρησιμοποίηση των ιερών λειψάνων κατά το δοκούν συνιστούν φοβερή εκκοσμίκευση! Άλλαις λέξεσιν τέτοιες πρακτικές δεν καλύπτουν την μεταφυσική αναγκαιότητα της ύπαρξης, δεν οδηγούν στην εκ νέου ανακάλυψη της απoλεσθείσας πνευματικότητας, αλλά φέρνουν στην επιφάνεια μια «μαγική» εκδοχή της Εκκλησίας, που συνιστά αλλοτρίωση. Και – φευ! – φαίνεται να αναγκάζεται η Διοικούσα Εκκλησία να υιοθετήσει στοιχεία οθνεία για να μη χάσει τα προνόμια της «επικρατούσας θρησκείας».
Θα έπρεπε να μας προβληματίσει το γεγονός ότι τα άφθαρτα λείψανα των Αγίων της Επτανήσου ή η θαυματουργή εικόνα της Παναγίας της Τήνου είναι αδύνατον να μετακινηθούν οπουδήποτε εκτός του νησιού όπου φυλάσσονται. 
………………………………………………………………………………………………………………
Όμως σε κάθε περίπτωση απαιτείται η αρετή της διακρίσεως, γιατί δεν πρέπει να γινόμαστε εμείς οι πιστοί αιτία χλευασμού των ιερών λειψάνων, καθώς ζούμε πια στην μετανεωτερική εποχή και η Εκκλησία απευθύνεται σ’ έναν κόσμο που ζει με άλλες αντιλήψεις και σε άλλους ρυθμούς και η προσκύνηση των λειψάνων δεν πρέπει να φαντάζει σαν κάτι το μαγικό.
Γιατί αλλιώς, στην όποια αμφισβήτηση, επιστρατεύονται φτηνά επίθετα του στυλ «αγιομάχοι», που δεν έχουν νόημα στις μέρες μας. Για τους νοήμονες φυσικά…
——————————————————————————————-

ΤΟ ΠΡΩΤΟ EIΝΑΙ ΤΑ ΛΕΙΨΑΝΑ; (Ἀρχιμ. Δαν. Ἀεράκης)

Τό πρῶτο εἶναι τά λείψανα;

 τοῦ ἱεροκήρυκος ἀρχιμ. Δανιήλ Ἀεράκη

.                  Ζητᾶμε τό ἀληθινό. Ζητᾶμε τό πρωτεῦον. Ζητᾶμε τό σωτηριῶδες. Ἄν τό πρῶτο γίνη τελευταῖο καί τό δεύτερο ἤ τό τρίτο γίνη πρῶτο, τότε ἔχουμε ἐκ­τροπή. Καί μάλιστα τρομερή.
.             Τό πρῶτο εἶναι ὁ λόγος τοῦ Εὐαγγελίου. Τό δεύτερο ἤ τό τρίτο…, εἶναι ἡ προσκύνησις ἑνός ὄντως ἱεροῦ λειψάνου. Τά προβαλλόμενα ὅμως ὡς λείψανα τοῦ ἁγίου ἤ τῆς ἁγίας (τάδε) εἶναι ὄντως τοῦ ἁγίου ἤ τῆς ἁγίας (τάδε); Ἄν εἶναι ἁμαρτία νά μή τιμᾶς τό βεβαιωμένο λείψανο ἑνός ἁγίου (καί δή μάρτυρος), πολλές φορές περισσότερο εἶναι ἁμαρτία τό νά «μετασχηματίζη» κάποιος ἁπλᾶ ὀστᾶ σέ ἱερά λείψανα, καί μάλιστα συγκεκριμένου ἁγίου!

  • Στό σημεῖο αὐτό προβάλλουν πολλοί (καλοπροαίρετοι καί μή) τό… ἀ­λάθητοἑνός προσώπου! Λένε: «Μά εἶναι δυνατόν κληρικός (ἤ μοναχός) νά λέη τέτοια ψέματα; Νά πλάθη παραμύθια καί νά τά σερβίρη γιά ἀλήθεια;». Ἔτσι ὅμως εἰσάγουμε στόν ὀρθόδοξο χῶρο τό παπικό ἀλάθητο, πολύμορφο μάλιστα καί πολυπρόσωπο, ἀφοῦ κάθε «καλός» παπᾶς ἤ «ἅγιος» γέροντας πα­ρουσιάζεται ὡς… αὐθεντία!!!

  • Ρωτᾶμε πολύ ἁπλᾶ:

.             Ὑπάρχει περίπτωσις νά ἔλθη σέ ναό λείψανο καί νά ἀμφισβητηθῆ ἡ γνη­σιότητά του; Αὐτός πού τό μεταφέρει ἰσχυρίζεται, ὅτι εἶναι ἤ τοῦ προφήτου Ἡσαΐα, ἤ τοῦ Ἰωάννου τοῦ Προδρόμου ἤ τοῦ Ἰωάννου τοῦ Χρυσοστόμου ἤ τοῦ Μεγάλου Βασιλείου ἤ, ἤ!… Καί λοιπόν; Θά γίνεται αὐτό πιστευτό ἀσυζητητί;

Ρωτᾶνε: «Καί τί θά κάνουμε; Θά καθίσουμε νά ἐξετάζουμε τό κάθε λείψανο;».

  • Γι᾽ αὐτό ὅμως ὑπάρχει ἡ Ἐκκλησιαστική διοίκησις. Γιά νά ἀποφαίνεται γιά τή γνησιότητα λειψάνων καί διδασκαλίας.

Καί ὄχι μόνο, ἀλλά καί γιά νά νουθετῆ τό λαό νά προσέχη τό μεῖζον, ὄχι τό ἔλασσον (τό μεγάλο, ὄχι τό μικρό). Καί ὄχι μόνο, ἀλλά καί γιά νά συνιστᾶ σέ ἐπισκόπους καί πρεσβυτέρους, ὅτι πρῶτο ἔργο τους εἶναι ἡ κατήχησις καί τό κή­ρυγμα, τό νά λαλοῦν τό λόγο τοῦ Εὐαγγελίου καί τό νά καλοῦν «εἰς μετάνοιαν».

  • Ἀποτελεῖ ἐκτροπή τό νά καλυφθῆ τό πρόσωπο καί ἠ διδασκαλία τοῦ Χρι­στοῦ, τοῦ Ἐσταυρωμένου καί Ἀναστάντος, ἀπό τή λεγόμενη λειψανοπροσκύ­νησι. Στήν Ἐκκλησία δέν ἰσχύει μόνο τό «κάθε πρᾶγμα στόν καιρό του». Ἰσχύει καί τό «κάθε πρᾶγμα ἱεραρχικά στή θέσι του».

Δέν εἶπε ὁ Κύριος «Ζητεῖτε πρῶτον λείψανα…», ἀλλά εἶπε: «Ζητεῖτε πρῶτον τήν βασιλείαν τοῦ Θεοῦ καί τήν δικαιοσύνην (ἀρετήν ἤ ἁγιότητα) αὐτοῦ, καί ταῦτα πάντα προστεθήσεται ὑμῖν» (Ματθ. στ´ 33). Τό ζήτημα τῆς προτεραιό­τητας καί τοῦ ὀρθοῦ προσανατολισμοῦ εἶναι σπουδαῖο.

  • Ἄν ἀφεθῆ ἀνεξέλεγκτο τό φαινόμενο, τότε τό «παπικό ἀλάθητο» θά βάζη κάθε τόσο τή σφραγῖδα του καί θά μᾶς σερβίρη ἀπό τίς ὑπόγειες στοές καί ἀ­ποθῆκες του ὅ,τι θέλει. Καί μεῖς θά τό ὑποδεχώμεθα… μέ τιμές ἀρχηγοῦ κράτους!

  • —————————————————————————————
  • πηγες.ΙΔΙΩΤΙΚΗ ΟΔΟΣ-ΧΡΙΣΤΙΑΝΙΚΗ ΒΙΒΛΙΟΓΡΑΦΙΑ

Αποκατάσταση της αλήθειας για τα λείψανα του Οσίου Πορφυρίου του Καυσοκαλυβίτη.(παλιότερη δημοσίευση).

porfyrioslipsana

Γράφει ο Ιερομόναχος Γεώργιος Αλευράς στην Romfea.gr

Δημοσιεύτηκε στις 01 Δεκεμβρίου 2016.


Ξημερώνοντας η εορτή μνήμης του Αγίου Γέροντά μου του Καυσοκαλυβίτου, αποφάσισα να γράψω μερικές γραμμές για τα Άγια λειψανά του, στην αγαπητή και φιλόξενη Romfea.gr .

Αφορμή για την αποκατάσταση της αλήθειας αλλά και προς αποκατάσταση κάθε παρεξηγήσεως, στάθηκε μία ραδιοφωνική εκπομπή της 13ης Νοεμβρίου που άκουσα από το σταθμό της Πειραϊκής Εκκλησίας.

Ομιλητής ο Καθηγητής της Θεολογικής Σχολής του Α.Π.Θ κ. Ανέστης Κεσελόπουλος, ο οποίος κάνοντας αναφορά στην εκταφή του Αγίου Γέροντος Πορφυρίου, ισχυρίστηκε ότι οι υποτακτικοί του στο Άγιον Όρος πέταξαν και σκόρπισαν τα λέιψανά του πέρα από το δάσος.

Ήμουν από το 1985 κοντά στον Άγιο πνευματικό μου πατέρα Πορφύριο. Από το 1988 στο κελί του, του Αγίου Γεωργίου στα Καυσοκαλύβια ως δόκιμος μοναχός.

Ως εκ τούτου, ήμουν παρών στα τελευταία επίγεια χρόνια της ζωής του, και φυσικά κατά την κοίμησή του και βεβαίως κατά την ταφή και οπωσδήποτε εκταφή του.

Έχω να δηλώσω ευθύς εξαρχής, ότι ο Άγιος μας Πορφύριος ουδέποτε έδωσε εντολή να πεταχθούν τα οστά του.

Αντιθέτως μας είχε δώσει σαφείς οδηγίες για το τί ακριβώς έπρεπε να πράξουμε. Το σώμα του κάθε ανθρώπου ήταν, είναι και θα είναι Ναός του Αγίου Πνεύματος. Πόσο μάλλον το σώμα ενός Αγίου!

Η επιθυμία του Αγίου Γέροντα ήταν το τέλος της ζωής του να τον βρει στον αγαπημένο χώρο της μετανοίας του, στα Καυσοκαλύβια του Αγίου Όρους.

Επιθυμούσε να κρυφτεί στις τελευταίες στιγμές του από τα μάτια του κόσμου. Ο Θεός άλλωστε τον είχε δοξάσει εν τω κόσμω, αφού η φήμη του είχε ξεπεράσει τα σύνορα της μικρής μας πατρίδας.

Ήθελε πάσει θυσία στα τέλη της ζωής του να αποκρυφτεί από τον κόσμο, επιβεβαιώνοντας και αυτές τις ύστατες στιγμές του την ταπείνωσή του, αλλά δεικνύοντας και σε όλους τον δρόμο της ύψιστης αυτής αρετής.

Εκτός όμως από τις φραστικές και ιστορικές ανακρίβειες του κ.καθηγητού, που ενδεχομένως να έχει πέσει θύμα παραπληροφόρησης και πλάνης, υπέπεσε στην αντίληψή μου και δεύτερο κρούσμα.

Τη φορά αυτή μάλιστα γραπτό, και μάλιστα μία έκδοση, και το χειρότερο με εκδότη το ίδιο το ησυχαστήριο που ο Άγιος Γέροντας Πορφύριος ίδρυσε, αυτό της Μεταμορφώσεως του Σωτήρος στο Μήλεσι Αττικής.

Ο τίτλος του βιβλίου-Έκπληξη είναι «Από το σημειωματάριο ενός υποτακτικού». Αφανής ο υποτακτικός, αφανές και το σημειωματάριο.

Μεταξύ των περιεχομένων κάποιος με αρχικά Π.Δ. (αυτός και αν είναι αφανής) ισχυρίζεται: «Σύμφωνα με όσα μου είχε πει ο Γέροντας κάναμε την εκταφή του 2/15 Φεβρουαρίου 1995. Με το σούρουπο τα πήρα (ενν. Τα λείψανα) και τα έθαψα σε ένα ρουμάνι που να μη μπορώ να τα βρω ούτε ο ίδιος».

Αδυνατώ να εξηγήσω γιατί και πώς τολμούν να γράφουν ανάλογες ανακρίβειες και εξηγούμαι!

Ο Γέροντάς μας είχει απόλυτη πληροφόρηση από το Άγιο Πνεύμα για την ακριβή ημέρα της Οσιακής του κοίμησης, γι’ αυτό και μας καθοδήγησε με απόλυτη ακρίβεια για όσα έπρεπε να γίνουν και φυσικά και για την ταφή του.

Σε έναν αδελφό που αποτελούσε μέλος της συνοδείας του στα Καυσοκαλύβια, του έδωσε σαφείς οδηγίες με ποιο τρόπο να σκαφτεί το μνήμα σε ποιό βάθος, πώς να τοποθετηθούν μεγάλες πλάκες Πηλίου, πού θα εναποτεθεί το σώμα του, ώστε να μην υπάρχει άμεση επαφή με το χώμα ώστε να λιώσει σύντομα.

Η προετοιμασία θανάτου υπήρξε γιορτή για τον Άγιο Πορφύριο. Ο Άγιος Γέροντας ήταν ο απόλυτος οδηγός ενότητας πνευματικής.

Δεν ήταν τυχαίο ότι τα τελευταία 35 λεπτά της επίγειας ζωής του, ψιθύριζε διαρκώς τα λόγια της Αρχιερατικής Προσευχής του Ιησού, ίνα ώσιν εν, ίνα ώσιν έν ίνα ώσιν εν.

Μας εκμυστηρεύθηκε, σε όλη τη συνοδεία του, και τα σχετικά μετά την κοίμησή του. Η επιθυμία του να «κρυφτεί» υπήρξε ο διακαής πόθος του.

Το 1989 και συγκεκριμένα την ημέρα της εορτής του Αγίου Αντωνίου βρέθηκα στο πλάι του στο Ησυχαστήριο στο Μήλεσι. Γύρισε και μου είπε εμπιστευτικά:

«Θόδωρε (το κοσμικό μου όνομα), εδώ σκοπεύουν να κάνουν πολύ άσχημα πράγματα για μένα. Θέλουν να με βάλουν σε μια γυάλα και να με προσκυνούν οι άνθρωποι σαν τον Άγιο Νεκτάριο»,(τόση ήταν η ταπείνωσή του που θεωρούσε τον εαυτό του αμαρτωλό, πόσο μάλλον να συγκριθεί με τον μεγάλο Άγιο της Ορθοδοξίας μας Νεκτάριο).

Και συνέχισε: «Αλλά εγώ δεν είμαι κουτός να βρω τον μπελά μου από τους Αγίους, θα έρθω επάνω στα Καυσοκαλύβια. Μπορείς να με βοηθήσεις και να περιποιείσαι τους κήπους; Να φυτεύεις παντζάρια, σπανάκια, κολοκυθάκια; Άντε και να ψαρεύεις να πιάνεις και κανένα ψαράκι;»

Κανείς δεν πίστευε ότι τελικά θα έρθει στα Καυσοκαλύβια για να κοιμηθεί. Κάποιοι ισχυρίζονται ότι αφού υπήρξε ο Κτήτωρ στο Ησυχαστήριο στο Μήλεσι, εκεί θα ήταν και το μνήμα του ώστε να το προσκυνούν οι άνθρωποι και να λαμβάνουν την ευλογία του.

Όμως ας επανέλθω στα αρχικά Π.Δ. που αναφέρονται στο συγκεκριμένο βιβλίο. Δεν υπάρχει και δεν υπήρξε αδελφός μοναχός με αυτά τα αρχικά στα Καυσοκαλύβια. Αγνοώ εάν τα αρχικά αυτά χρησιμοποιούνται συμβολικά.

Αν ναί, τότε τί συμβολίζουν; Μάλλον αποπροσανατολίζουν. Εάν κάτι είναι συμβολικό και ουδείς το αποσυμβολίζει, τότε θα ήταν υπέρ αρκετή η αναφορά αόριστα σε κάποιον αδελφό της Σκήτης μας.

Όμως έχω προσωπική άποψη. Έχω άποψη προσωπική αφού ήμουν παρών στην ανακομιδή των Αγίων λειψάνων του γέροντα μας.

Τρεις ήμασταν παρόντες. Η ταπεινότητά μου, ο πατήρ Ιωαννίκιος και ο πατήρ Νικήτας.

Η εκταφή των κεκοιμημένων πατέρων στα Καυσοκαλύβια πραγματοποιείται τρία χρόνια μετά την ταφή.

Σκεφτήκαμε η ανακομιδή των λειψάνων του Άγίου Γέροντά μας να πραγματοποιηθεί λίγες ημέρες πριν την ολοκλήρωση της τριετίας.

Η καταλληλότερη ημερομηνία βρέθηκε. Συνέπιπτε μάλιστα με την ανακομιδή των λειψάνων του Αγίου Γεωργίου, αφού στον Άη Γιώργη ήταν και αφιερωμένος ο Ναός στο κελί μας.

Ήταν αργά το βράδυ όταν ολοκληρώθηκε η ανακομιδή. Οι δύο αδελφοί που προανέφερα, οδήγησαν τα Άγια λείψανα στο δάσος όπου θάφτηκαν μυστικά. Προσωπικά αρνήθηκα να ακολουθήσω τους δύο αδελφούς, θέλοντας να αγνοώ τον τόπο ταφής τους.

Σαφέστατα δεν πετάχτηκαν και δεν διασκορπίστηκαν στα τέσσερα σημεία του ορίζοντα. «φυλάσσει Κύριος πάντα τὰ ὀστᾶ αὐτῶν, ἓν ἐξ αὐτῶν οὐ συντριβήσεται. «( Ψαλ. 33,21)

Η ταπεινή Οσιακή του κοίμηση, η ταπεινή ανακομιδή των Αγίων λειψάνων του, καθώς και η απόκρυψή τους από τα μάτια του κόσμου συμβαδίζουν με αυτά που έλεγε εν ζωή: «Δεν θέλω να με βάλετε σε φωτογραφίες. Θέλω να με βάλετε στην καρδιά σας. Όποιος θα με έχει στην καρδιά του θα είμαι πάρα πολύ κοντά του».

Περί του νέου βιβλίου: «Ἡ Γερόντισσα τῆς χαρᾶς – Μοναχή Γαβριηλία Παπαγιάννη»

ΠΡΟΣΟΧΗ ΣΤΗΝ ΑΝΑΓΝΩΣΗ ΘΡΗΣΚΕΥΤΙΚΩΝ ΒΙΒΛΙΩΝ.

 Προσοχή στήν ἀνάγνωση θρησκευτικῶν βιβλίων

Τοῦ πρωτ. Βασιλείου Κοκολάκη

Καί πάλι στό προσκήνιο ἡ μοναχή Γαβριηλία Παπαγιάννη, ὡς μία ἐξαίρετη ἁγία μορφή. Στό προηγούμενο σχετικό βιβλίο περί τῆς ἴδιας μοναχῆς,¨Ἀσκητικὴ τῆς Ἀγάπης¨, πολύ συνοπτικά, μέσα ἀπό τό συναίσθημα περνοῦν ἁπαλά ἀλλότριες διδασκαλίες:συγκρητιστικά στοιχεῖα, λίγο Ἰνδουϊσμό-Γκουρουϊσμό, προτεστάντικου τύπου γλωσσολαλιά, χορτοφαγία κουλτούρας, ἀποκρυφιστική ὁλιστική θεώρηση τοῦ κόσμου, Υama (ἡ πεποίθηση τῆς γερόντισσας πώς τό σέξ, ἀκόμα καί μέσα στό γάμο, εἶναι ἀντιθεϊκό), ἀνυπαρξία – νέκρωση πρίν καί μετά τό θάνατο, διαλογισμό ἀντί προσευχῆς, θετική σκέψη, μακριά οἱ ἐνοχές, διαφήμιση ἰνδουϊστῶν διδασκάλων, δεισιδαιμονίες, μηνύματα ὁράσεις πλάνες, ἰαματικό χάρισμα, ἐπικίνδυνη ἀγάπη, περίεργη φυσιοθεραπεία.

. Στό νέο βιβλίο «Ἡ Γερόντισσα τῆς χαρᾶς – Μοναχή Γαβριηλία Παπαγιάννη», τῆς συγγραφέως μοναχῆς Φιλοθέης, ἡγουμένης τοῦ ἱεροῦ Ἡσυχαστηρίου “Παναγία τῶν Βρυούλων”, ἀπό τίς ἐκδόσεις “Ἐπιστροφή” συναντοῦμε ἄλλες ἀλλότριες διδασκαλίες, ὅπως:

Ἐπικίνδυνη ἐπικοινωνία μέ ἀγγέλους, θέα ἀγγέλων

Ἐκμετάλλευση ἀγαθῶν λόγων· τά καλά περιστασιακά λόγια κάποιων γερόντων γιά τήν γερόντισσα Γαβριηλία ἤ ἡ ἁπλή ἐπικοινωνία μαζί της δέν σημαίνει καί ἀναγνώριση μίας ἁγιότητας σ’αὐτήν.

Ἰνδουϊστική στάση ζωῆς. «…ὅταν σέ ἀκούω, ἐγώ δέν ὑπάρχω, προσπαθῶ νά γίνω ἐσύ, ὥστε νά μπορέσω νά σέ καταλάβω καί νά σέ βοηθήσω, ὁπότε ποιός νά κουραστεῖ, ἀφοῦ ἐγώ δέν ὑπάρχω;» (σελ. 51)

Ὁ ἅγιος κατά τούς διαπροσωπικούς διαλόγους δέν χάνει τήν αὐτοσυνειδησία του, δέν ἐξαφανίζεται μέσα στόν ἄλλο, δέν ταυτίζεται μέ τόν ἄλλο, δέν διακατέχεται ἀπό ἐνσυναίσθηση (νέος ἀποκρυφιστικός ὅρος τῆς Νέας Ἐποχῆς). Ἀλλά διά τῆς χάριτος τοῦ Ἁγίου Πνεύματος κατανοεῖ τή θέση τοῦ ἄλλου. Τό Ἅγιο Πνεῦμα τοῦ ἀποκαλύπτει τό βάθος τῆς ψυχῆς τοῦ ἄλλου, ὥστε νά μπορεῖ ἀποτελεσματικά νά τόν μεταμορφώσει.

«Ὅταν μιλοῦσες μαζί της – λέει ἡ Α. – ἔνιωθες ὅτι γινόταν ἐσύ, ἦταν σά νά μιλοῦσες στόν ἑαυτό σου…γι αὐτό καί δέν ἔλεγε τίποτε, δέν σέ διόρθωνε, μέ ἀποτέλεσμα νά νοιώθεις πολύ ἄνετα μαζί της, ὅπως νοιώθεις μέ τόν ἑαυτό σου». (σελ. 52). Αὐτό γιατί κατεγράφη στό βιβλίο; Περισσότερο θυμίζει ἀποκρυφισμό παρά ὑγιῆ κατάσταση πού αἰσθάνεται κάποιος, ὅταν συνομιλεῖ μέ κάποιον ἅγιο. Ὁ χριστιανός ὅταν προσεύχεται, προσεύχεται ἐνώπιον, ἀπέναντι τοῦ Θεοῦ, τῆς Παναγίας, τοῦ ἁγίου. Πρόκειται γιά δύο διαφορετικά πρόσωπα. Στό κάτω-κάτω ὅμως, ἄν αἰσθανόσουν ὅτι μιλᾶς μέ τόν ἑαυτό σου, γιατί νά μήν τό ἔκανες κατ’εὐθείαν, χωρίς καί πάλι νά διορθώνεσαι σέ τίποτα;

. Ἀμνήστευση ὁμοφυλοφιλίας· Στή σελ. 55-56 ἀναφέρεται ἡ συγγραφέας σέ περίπτωση ὁμοφυλόφιλου πού ἐκμυστηρεύθηκε τό πάθος του στή γερόντισσα. Ἡ ἀντιμετώπισή του, σύμφωνα μέ τά γραφόμενα, ἔγινε τόσο ἀγαπητικά, μά τόσο, πού οὔτε κἄν τοῦ εἶπε ἡ γερόντισσα πώς πρόκειται γιά ἁμαρτία. Ἀντιθέτως τοῦ εἶπε μεταξύ ἄλλων «ὁ ἔρωτας εἶναι ἕνα ὄχημα τοῦ Θεοῦ γιά νά φτάσουμε στήν ἀγάπη πρός τό πρόσωπό Του. …ὅταν ζήσεις μέ ἕναν ἄνθρωπο πολύ καί τόν ἀγαπήσεις πολύ, μετά, ὅταν τόν χάσεις, εἶναι πολύ δύσκολο… Καί συνεχίζει ὁ παθών καί τῆς λέει: αὐτός ὁ ἄνθρωπος πού συνυπήρχαμε στό Λονδίνο, τώρα πού ἤμουν διακοπές, δέν ἤθελε νά μέ βλέπει καί μοῦ ἔλεγε ἡ γερόντισσα, γιά νά μέ παρηγορήσει “Μή στεναχωριέσαι! Καί τά παντρεμένα ζευγάρια κάνουν ἀποχή κάποιες περιόδους τοῦ χρόνου!”».

Ἔτσι θά ἔλεγε καί ὁ Ἀπόστολος Παῦλος ἤ ἕνας ἅγιος Ἰωάννης Χρυσόστομος;

Διορατικό δῆθεν χάρισμα: Σέ ἄλλο σημεῖο τοῦ βιβλίου θεωρεῖται διορατικό χάρισμα τῆς γερόντισσας τό ὅτι ρώτησε κάποτε μία παντρεμένη “τί γίνεται μέ τή μοιχεία;” καί ὄντως αὐτή ἡ γυναίκα εἶχε ὑποπέσει στό ἁμάρτημα τῆς μοιχείας.

Ἀκύρωση τῆς κολάσεως· σελ. 104: «ὁ Θεός ξέρει καί θά τούς σώσει ὅλους». Τότε ἀκυρώνεται ἡ αἰώνια κόλαση ἤ εἶναι ἁπλῶς πρός ἐκφοβισμό;

Ἰσοτιμία γερόντισσας μέ πνευματικούς · σελ. 113: «…Ἀφοῦ ρωτᾶς ἐμένα, ρωτᾶς καί τόν πατέρα Χ… Νά κάνεις ὅ, τι σοῦ πεῖ ὁ πατήρ Χ… Ἐσύ ρωτᾶς γιά νά δεῖς τί σέ συμφέρει. Ἐφ᾽ ὅσον δέν ἔχεις ἐμπιστοσύνη, νά καταλήξεις ἐσύ σέ αὐτό πού θέλεις».

σελ. 115: «Μπορεῖ ὁ πνευματικός νά δώσει εὐλογία γιά κάτι καί ὁ Θεός νά παρεμβαίνει μέ τούς δικούς του τρόπους καί νά γίνεται ἐμπόδιο σέ κάτι πού ἐμεῖς ἔχουμε προγραμματίσει. Ἀρκεῖ ἐμεῖς νά ἔχουμε ἐμπιστοσύνη στόν Θεό»… «Ὁ Θεός θέλει αὐτό πού θέλουμε, ἀρκεῖ νά εἶναι γιά τό καλό μας». Τί συμπέρασμα βγαίνει τελικά; Κάνω ὑπακοή στόν πνευματικό μου ἤ στίς παρεμβάσεις; Ποιός ὁρίζει τί εἶναι γιά τό καλό μας καί πῶς θά τό καταλάβω;…σελ. 118: «ὁ Θεός δέν εἶναι τύραννος νά θέλει τό ἀντίθετο ἀπό αὐτό πού θέλουμε ἐμεῖς». Πολύ ἐπικίνδυνες προτάσεις. Κάποιες φορές θέλει τό ἀντίθετο ἀπό τό δικό μας, ἀφοῦ καί δέν ξέρουμε τί ζητᾶμε, ἀλλά κι ἄν ὄντως εἶναι γιά τό καλό μας.

Ἀτομοκεντρική θυσία· σελ. 130: «Ἀγάπα τόν διπλανό σου ἀλλά ὄχι παραπάνω ἀπό τόν ἑαυτό σου, γιατί ἔχεις ὑποχρέωση στό σαρκίο σου, νά μήν τό ἐκθέτεις σέ κίνδυνο». Αὐτό μᾶς διδάσκει ἡ θυσία τοῦ Χριστοῦ ἤ ἑνός ἁγίου;

. Χωρίς σχόλια · σελ. 131: «Δέν ἔχει γεννηθεῖ ἀκόμη ὁ ἄνθρωπος πού θά μέ λυπήσει».

. Ἐν κατακλεῖδι νά ᾽χουμε τά μάτια μας τετρακόσια γιατί ὅ, τι χριστιανικό μᾶς σερβίρεται, δέν σημαίνει ἀπαραίτητα καί ὅτι εἶναι.

. Συνιστοῦμε στούς ἀναγνῶστες, ἀνεπιφύλακτα νά διαβάσουν τήν κριτική τοῦ αἰδεσιμ. πρωτοπρ. Βασιλείου Σπηλιοπούλου στό προηγούμενο βιβλίο «Ἡ Ἀσκητική τῆς Ἀγάπης», τῆς ὁμωνύμου συγγραφέως Γαβριηλίας μοναχῆς

. Ἡ ἐν λόγῳ κριτική φαίνεται πώς δέν προβλημάτισε τήν συγγραφέα μοναχή Φιλοθέη. Κρῖμα.

Τό ὅτι ἐπιπλέον δέν ὑπῆρξε καμιά ἀναίρεση τῆς τεκμηριωμένης κριτικῆς τοῦ π. Β. Σπηλιοπούλου, ἐπιβεβαιώνει τήν ἀλήθεια τῶν ἐπισημάνσεών του περί τῆς προβολῆς τῶν θέσεων τῆς Νέας Ἐποχῆς μέσα ἀπό τά προαναφερθέντα βιβλία.

Οὔτε κι αὐτό μᾶς προβλημάτισε;

Πηγή

1. orthros.eu-2.https://averoph.wordpress.com/2018/06/24/%CF%80%CF%81%CE%BF%CF%83%CE%BF%CF%87%CE%B7-%CF%83%CF%84%CE%B7%CE%BD-%CE%B1%CE%BD%CE%B1%CE%B3%CE%BD%CF%89%CF%83%CE%B7-%CE%B8%CF%81%CE%B7%CF%83%CE%BA%CE%B5%CF%85%CF%84%CE%B9%CE%BA%CF%89%CE%BD-%CE%B2/

Το είδα Χριστιανική Βιβλιογραφια