ΚΗΡΥΞΑΤΕ ΣΥΛΛΟΓΙΚΗ ΜΕΤΑΝΟΙΑ ΜΑΚΑΡΙΩΤΑΤΕ ΚΑΙ ΣΕΒΑΣΜΙΩΤΑΤΟΙ.

«Δε χωρά ανθρώπου νους την τραγωδία». Τάδε έφη ο αρχιεπίσκοπος Αθηνών και πάσης Ελλάδος Ιερώνυμος αναφερόμενος στις καταστροφικές πυρκαγιές που πλήττουν την πατρίδα μας.
Ποιος, αλήθεια,μπορεί να μείνει ασυγκίνητος και απαθής μπροστά στο είδος και το μέγεθος της καταστροφής, ανθρώπων και φύσεως;
Θάνατοι συνανθρώπων μας και συμπατριωτών μας επώδυνοι και μαρτυρικοί (μεταξύ των οποίων βρεφών και μικρών παιδιών), σοβαροί τραυματισμοί, ξεσπιτώματα, καταστροφή του φυσικού περιβάλλοντος, οικονομικές και κοινωνικές επιπτώσεις που είναι δύσκολο επί του παρόντος να αποτιμηθούν, συνιστούν το παζλ της συμφοράς που ενέσκηψε στην καρδιά του καλοκαιριού στη χώρα μας. Λίαν ορθώς ο αρχιεπίσκοπος έκανε λόγο, στη δήλωσή του, για το ανυπερβλήτου αξίας και ακαταλύτου ισχύος όπλο της προσευχής. Επιπροσθέτως, η Εκκλησία της Ελλάδος ήδη έθεσε κορυφαίο εκκλησιαστικό οργανισμό στην υπηρεσία του Κράτους και της τοπικής Αυτοδιοικήσεως, εκπληρώνουσα στοιχειώδες χριστιανικό καθήκον. Είμαστε βέβαιοι ότι οι κατά τόπους αρχιερείς και ιερείς αλλά και οι απλοί πιστοί θα συνδράμουν, ηθικά και υλικά, τους πληγέντες συνανθρώπους μας.
Δεν αρκεί, όμως, μονάχα η ηθική και υλική συμπαράσταση. Ούτε μόνη η προσευχή. Πρωτίστως και κυρίως απαιτείται η επίσημη διακήρυξη από την πλευρά της διοικούσης Εκκλησίας της ανεπιδέκτου αμφισβητήσεως αληθείας επί τη βάσει της οποίας ο εν Τριάδι Θεός, ο κύριος της ζωής και του θανάτου, επιτρέπει να συμβαίνουν στη ζωή μας τέτοιου είδους γεγονότα ένεκα των φρικαλέων αμαρτημάτων μας και ανομιών μας, προσωπικών, κοινωνικών, εθνικών και εκκλησιαστικών. Ως μέσον τιμωρίας (ας σοκάρονται μερικοί «αγαπολόγοι» και «σχεσιολόγοι» εξυπνάκηδες εντός του εκκλησιαστικού χώρου, ΝΑΙ! ΤΙΜΩΡΕΙ Ο ΘΕΟΣ!), και μέσο συνετισμού και εξαγνισμού αλλά και σωφρονισμού και παραδειγματισμού.  Μπας και αφυπνισθούμε από το βαθύ και βαρύ ύπνο της αμελείας και της ραθυμίας και προσέλθουμε ΕΝ ΜΕΤΑΝΟΙΑ σε Αυτόν τον Οποίον τόσο δεινώς καταφρονήσαμε!
Ουδέποτε το έθνος των Ελλήνων, το ιδιαιτέρως  ευνοημένο και προικισμένο από το Θεό, το Έθνος των περισσότερων μαρτύρων, ομολογητών, αγίων και ιεραποστόλων, έφθασε σε τέτοιο ηθικό και πνευματικό κατάντημα. Δεν αμαρτάνουμε πλέον εκ συναρπαγής και αδυναμίας αλλά εκ προθέσεως και εκ φρονήματος. «Μελέτην ποιούμεθα την αμαρτίαν». Το πρόβλημα δεν έγκειται τόσο στο ότι αμαρτάνουμε αλλά στο γεγονός ότι δεν συναισθανόμαστε ότι αμαρτάνουμε. Αυτό και αν δε χωρά ο νους του ανθρώπου, Μακαριώτατε! Αυτή είναι η πραγματική καταστροφή για τους χριστιανικώς και ουχί κοσμικώς σκεπτομένους! Ο χωρισμός της ψυχής από το Θεό διά της αμετανοησίας και της σατανικής εμμονής στη θεομίσητη αμαρτία, τη μόνη διασπαστική δύναμη μεταξύ Θεού και ανθρώπου.
Και αυτή είναι η βαθύτερη αιτία των δεινών που κατά καιρούς μαστίζουν την αποστάτιδα χώρα μας αλλά και την αποστάτιδα ανθρωπότητα γενικότερα.
Κάποιοι, οπωσδήποτε θα καγχάσουν, χλευάσουν και ειρωνευθούν, επί τη θέα και τω ακούσματι της παραπάνω παρατεθείσης αλήθειας. Πλην όμως, τους διαψεύδει ο απολύτου ισχύος και αιωνίου κύρους λόγος του Θεού, η Ιστορία και η κοινή λογική. Όση αξία έχει ένα ράκος και ένα βρώμικο ρούχο άλλη τόση αξία έχει εν προκειμένω ο λόγος των αθέων, των απίστων και των μηδενιστών.
Διαχριστιανικός και διαθρησκειακός οικουμενιστικός συγκρητισμός, πολεμική εναντίον της αμωμήτου ημών Πίστεως από τη μεριά του Κράτους, των σχολείων και των Πανεπιστημίων , του έντυπου και ηλεκτρονικού τύπου, των εξαχρειωμένων ΜΜΕ( μέσων μαζικής εξαπάτησης),αδιαφορία για τα θέματα της πίστεως, τρομερή έλλειψη ορθής κατηχήσεως του ελληνικού λαού επί θεμάτων Δόγματος, Ήθους και λατρείας, η μείωση του εκκλησιάσματος των Κυριακών, η πολύμορφη εκκοσμίκευση του εκκλησιαστικού βίου, εκατοντάδες χιλιάδες νομιμοποιημένων αμβλώσεων-εν ψυχρώ εμβρυοκτονιών, η σατανική αποφυγή της τεκνογονίας-ολιγοτεκνία, επενδεδυμένη και με «θεολογικό’ και «εκκλησιαστικό μανδύα» κάποτε( ας όψονται κάποιοι δοκησίσοφοι και κοσμικόφρονες  ακαδημαικοί θολο-λόγοι- ψευτοθεολόγοι),πορνείες (κλασσικό παράδειγμα οι προγαμιαίες σχέσεις που τις αμνηστεύουν κάποιοι α-πνευμάτιστοι «πνευματικοί» , Μακαριώτατε…), μοιχείες, διαζύγια, συζυγικές απιστίες και καταπατήσεις της ιερότητος του γαμικού- συζυγικού δεσμού, ασέλγειες, ανήκουστα διαστροφικά νομοθετήματα,προκλητικότατες παρελάσεις των σοδομιτών με συνοδό διακωμώδηση αγίων της Εκκλησίας μας και αφόρητη προσβολή της δημοσίας αιδούς αλλά και με την έλλειψη αντιδράσεως των αρμοδίων δικαστικών και αστυνομικών αρχών, άσεμνη και ελεεινή εμφάνιση, ιδίως των γυναικών (ακόμη και εντός των ιερών ναών, «αγελάδες της Βασάν-δαμάλεις παροιστρήσασαι», όπως ευστόχως τις παρομοίασε κάποτε ο μακαριστός Ν.Σωτηρόπουλος σε παλαιότερο άρθρο του στο περιοδικό Ο ΣΤΑΥΡΟΣ) , καπηλικές βλασφημίες και αισχρολογία, κλοπές, αρπαγές, αδικίες, φρικώδη εγκλήματα, πορνικά και διαστροφικά τηλεοπτικά θεάματα-σκουπίδια, θεατρικά και κινηματογραφικά βοθρολύματα του τύπου «corpus christi» και «Jesus Christ super star), είσοδος του βδελύγματος της ερημώσεως (Χάρρυ Πότερ), εντός ιερών μονών της πατρίδας μας, διαστροφικός μετασχηματισμός του μαθήματος των Θρησκευτικών, ανήκουστη ανοχή της διοικούσης Εκκλησίας έναντι των αντίχριστων, αμοραλιστών και μηδενιστών πολιτικών εξουσιαστών μετά τα όσα εγκληματικά  έχουν διαπράξει οι τελευταίοι,υλοφροσύνη και ευδαιμονισμός, ωχαδελφισμός και δεν-μεμελισμός, ο θλιβερός αν-ιδανικισμός και η ενασχόληση με τις αηδίες τύπου survivor, ο κρετινισμός της ποδοσφαιρο-λαγνείας, η προδοσία της πατρίδας (βλέπε Σκοπιανό ζήτημα, ακολουθεί οσονούπω και η πολύπαθη Βόρειος Ήπειρος).
Πρόκειται για μερικά μόνο από τα κομμάτια που συνθέτουν το παζλ της συλλογικής μας εξαχρειώσεως και αλλοτριώσεως και της αποστασίας μας από τον Τριαδικό Θεό
Και έχουμε την ακατανόητη, αδιανόητη και θρασύτατη απαίτηση, μετά από όλα αυτά τα ανήκουστα και φρικαλέα και αποκρουστικά και ιδιαζόντως ειδεχθή  εγκλήματά μας, για τα οποία κάθε άλλο παρά μετανοούμε αλλά εμμένουμε πεισματικά στη διάπραξή τους, να διαθέτουμε την ευλογία Του! Ω της φρικτής απονοίας μας! Ω της σχιζοφρενικής μας απαιτήσεως!
Και απορούμε μετά γιατί  παραχώρησε ο Θεός να μας κυβερνά μία ανάξια και επικίνδυνη πολιτική εξουσία και μία επίσης ανάξια και κατώτερη των περιστάσεων πολιτειακή και εκκλησιαστική εξουσία, που παίζει, δυστυχώς, διά  της ανηκούστου ανοχής της το ρόλο του νεροκουβαλητή και του αβανταδόρου της πρώτης.
Δεν προτιθέμεθα να παραδεχθούμε ότι τα ανομήματά μας είναι αίτια των διαφόρων συμφορών που μας βρίσκουν;
Ε τότε αλλοίμονό μας! Οι συμφορές μας θα επιταθούν και πολλαπλασιασθούν!
Αν, όμως, παραδεχόμαστε την παραπάνω αλήθεια τι πράττουμε σχετικώς; Προσευχόμαστε με θέρμη να μας ελεήση ο δεινώς καταφρονούμενος από την πλευρά μας εν Τριάδι Θεός; Σπεύδουμε στα εξομολογητήρια; Συμμορφώνουμε τη ζωή μας με τις ευαγγελικές επιταγές;
Τότε ο Θεός, αφού μας επάταξε επ ολίγον, στρέφει προς ημάς και ιάται. Και όχι μόνο ιάται αλλά και μας αποκαθιστά ενώπιόν του και μας δοξάζει.
Μακαριώτατε, άγιο συνοδικοί! Συγκαλέσατε εκτάκτως την Ιερά Σύνοδο της Ιεραρχίας και καλέστε το λαό σε μετάνοια. Διακηρύξατε την αλήθεια προς πάσα κατεύθυνση. Στην παρούσα περίσταση μονάχα η μετάνοια θα μας σώσει. Αμαρτήσαμε, ανομήσαμε, ασεβήσαμε. Ας σκυθρωπάσουμε, ας κλαύσουμε, ας πενθήσουμε. Ας κλίνουμε γόνυ σώματος και καρδίας σε εκτενή προσευχή προς το φιλάνθρωπο Θεό, επικαλούμενοι τις πρεσβείες της Παναγίας μητρός Του, των μαρτύρων και των οσίων.

Όλα τα δοκιμάσαμε και φθάσαμε εκεί που φθάσαμε! Ας δοκιμάσουμε και τη μετάνοια και δεν θα διαψευσθούμε!
Λυκούργος Νάνης

Advertisements

Η ΑΡΝΗΣΗ ΤΟΥ ΜΑΡΤΥΡΙΟΥ…

(η εικόνα της  Αγίας Παρασκευής στο ομώνυμο εκκλησάκι της, στην πλατεία της Ιστιαίας, στην Εύβοια…)

π. Δημητρίου Μπόκου

Ἦ­ταν ἕ­νας νέ­ος ἄν­θρω­πος ἡ ἁ­γί­α Πα­ρα­σκευ­ή. Μὲ ὅ­λες τὶς προ­ο­πτι­κὲς γιὰ μιὰ ὡ­ραί­α ζω­ή. Γιὰ νὰ τὴ ζή­σει ὅ­πως ἤ­θε­λε. Νὰ κά­νει τὴ ζω­ή της, ὅ­πως λέ­με.

  1. Ἡ ἐ­πι­λο­γή της

Μὰ ἡ ἁ­γί­α Πα­ρα­σκευ­ὴ δὲν βρέ­θη­κε κα­θό­λου σὲ δί­λημ­μα, ὅ­ταν τῆς ζη­τή­θη­κε νὰ δι­α­λέ­ξει ἀ­νά­με­σα στὸν Χρι­στὸ καὶ τὴ ζω­ή της. Ἂν καὶ ἦ­ταν μιὰ πο­λύ νε­α­ρὴ κο­πέ­λα, μὲ τὰ ὄ­νει­ρα ὅ­λα μπρο­στά της, ἀλ­λὰ καὶ μὲ ὅ­λες τὶς δυ­να­τό­τη­τες νὰ τὰ πε­τύ­χει, δὲν εἶ­χε κα­θό­λου πρό­βλη­μα νὰ θυ­σιά­σει τὰ πάν­τα, πα­ρὰ νὰ ἀρ­νη­θεῖ τὸν Χρι­στό. Εἶ­χε ἤ­δη εὐ­θυ­γραμ­μί­σει τὴ ζω­ή της μὲ τὸ θέ­λη­μα τοῦ Χρι­στοῦ. Νό­η­μα τῆς ζω­ῆς της, γιὰ νὰ εἶ­ναι ἀ­λη­θι­νή, ἔ­κα­με τὸν Χρι­στὸ (Ἰ­ω. 14, 6). Χω­ρὶς αὐ­τὸν δὲν ἤ­θε­λε νὰ ζή­σει. Γι’ αὐ­τὸ καὶ προ­τί­μη­σε τὸ μαρ­τύ­ριο μὲ ὁ­λο­πρό­θυ­μη δι­ά­θε­ση, ἀ­π’ τὸ νὰ ζεῖ ἀ­νο­η­μά­τι­στα, μιὰ ἄ­-χρι­στη (χω­ρὶς Χρι­στὸ) καὶ συ­νε­πῶς ἄ­χρη­στη ζω­ή.

Εἶ­ναι ἡ βα­σι­κή της δι­α­φο­ρὰ μὲ μᾶς, τοὺς ση­με­ρι­νοὺς Χρι­στια­νούς. Ποὺ δὲν κα­λού­μα­στε φυ­σι­κὰ νὰ μαρ­τυ­ρή­σου­με. Δὲν μᾶς ὁ­δη­γοῦν ἐ­νώ­πιον βα­σι­λέ­ων καὶ ἡ­γε­μό­νων, δὲν μᾶς τρα­βο­λο­γοῦν «εἰς συ­νέ­δρια καὶ εἰς συ­να­γω­γὰς» (Μάρκ. 13, 9). Ὑ­πάρ­χουν βέ­βαι­α Χρι­στια­νοί, σὲ ἄλ­λες χῶ­ρες, ποὺ καὶ σή­με­ρα δί­νουν τὴ μαρ­τυ­ρί­α τους ἐ­νώ­πιον βα­σι­λέ­ων καὶ ἡ­γε­μό­νων, βα­σα­νί­ζον­ται τὸ ἴ­διο σκλη­ρὰ μὲ τοὺς πα­λιοὺς μάρ­τυ­ρες καὶ σφρα­γί­ζουν μὲ τὸ αἷ­μα τους τὴ μαρ­τυ­ρί­α τους γιὰ τὸν Χρι­στό.

Ἐ­μεῖς ὅ­μως σήμερα ἐδῶ ζοῦ­με σὲ μιὰ ἐντελῶς ἄλλη δι­ά­στα­ση. Δὲν κα­λού­μα­στε ὅ­πως ἐ­κεῖ­νοι νὰ μαρ­τυ­ρή­σου­με. Καὶ εὐ­τυ­χῶς, για­τὶ ἡ δι­ά­θε­ση ποὺ μᾶς χα­ρα­κτη­ρί­ζει εἶ­ναι ἡ ἄρ­νη­ση τοῦ μαρ­τυ­ρί­ου. Καὶ σ’ αὐ­τὸ δι­α­φέ­ρου­με καί­ρια ἀ­π’ τὴν ἁγί­α Πα­ρα­σκευ­ὴ καὶ ὅ­λους τοὺς μάρ­τυ­ρες καὶ τοὺς ἁ­γί­ους. Γιὰ ποι­ὰ ὅ­μως ἄρ­νη­ση τοῦ μαρ­τυ­ρί­ου μι­λᾶ­με; Ποι­ὸ εἶ­ναι αὐ­τὸ τὸ μαρ­τύ­ριο;

  1. Ἡ ψεύ­τι­κη ζω­ὴ

«Δὲν θὰ γί­νω ὁ­σι­ο­μάρ­τυ­ρας», εἶ­πε μιὰ νε­α­ρὴ κο­πέ­λα, τῆς ἐ­πο­χῆς μας αὐ­τή. Ἐν­νο­οῦ­σε πὼς δὲν τό ’χε σκοπὸ νὰ κά­τσει νὰ σκάσει ὑ­πο­μέ­νοντας ἕ­να σύ­ζυ­γο, μὲ τὸν ὁ­ποῖ­ο πλέ­ον δὲν μποροῦσε, ἢ καὶ ἴσως νὰ μὴν ἤθελε, νὰ τὰ βρεῖ. Τόσες ἄλλες εὐκαιρίες ἔχει πλέον ἡ ζωή! Γιατί νὰ μὴν προτιμήσει καὶ αὐτὴ νὰ κά­νει τὴ ζω­ή της, ἀντὶ νὰ τὴ χα­ρα­μί­σει; Ὁ ση­με­ρι­νὸς Χρι­στια­νὸς ζω­ὴ θε­ω­ρεῖ ὅ,τι καὶ ὁ κό­σμος, ποὺ δὲν ἔ­χει φρό­νη­μα Θε­οῦ.

Ὁ Χρι­στὸς ὅμως λέγει κάποια παράξενα πράγματα. Ἐνάντια στὴ δική μας λογική. Ὅ­τι ὅ­ποι­ος προ­σπα­θεῖ νὰ ζή­σει τὴ ζω­ή του, θὰ τὴ χά­σει (Ματθ. 10, 39). Δὲν θὰ ζή­σει τί­πο­τε. Δὲν θὰ νοιώσει τίποτε ἀπὸ ζωή. Αὐ­τὸ ποὺ θὰ ζεῖ δὲν θά ‘ναι ζω­ή, μὰ ἀ­που­σί­α ζω­ῆς. Ἄ­νο­στη, ἀ­νού­σια, ἀ­νο­η­μά­τι­στη. Φάν­τα­σμα ζω­ῆς, ὄ­χι χα­ρά. Ὅ­σο πε­ρισ­σό­τε­ρο θὰ τὴ ζεῖ, τό­σο πιὸ πο­λὺ θὰ τοῦ φεύ­γει ἀ­πὸ τὰ χέ­ρια του καὶ θὰ μέ­νει ἀ­νι­κα­νο­ποί­η­τος. Ὅ­σο θὰ τὴ γε­μί­ζει ἡ­δο­νές, ἀ­πό­λαυ­ση, δι­α­σκε­δά­σεις, τό­σο πιὸ ἄ­δεια θὰ γί­νε­ται. Σὰν τὸ τρύ­πιο πι­θά­ρι τῶν Δα­να­ΐ­δων τοῦ ἀρ­χαί­ου μύ­θου, ποὺ ὅ­σο κι ἄν προ­σπα­θοῦ­σαν νὰ τὸ γε­μί­σουν μὲ νε­ρό, ἔ­με­νε ἄ­δει­ο πάν­το­τε, ἀ­φοῦ ἦ­ταν τρύ­πιος ὁ πά­τος του.

Αὐτὴ ἡ ζω­ὴ θὰ ἔχει μία καὶ μό­νο προ­ο­πτι­κή: τὸν θά­να­το. Γιατὶ θὰ εἶναι ζωὴ χωρὶς ἀγάπη (Α΄ Ἰω. 3, 14). Ἡ ἀ­κό­ρε­στη ἱ­κα­νο­ποί­η­ση τοῦ ἑ­αυ­τοῦ μας συ­νε­πά­γε­ται τὸν ἄ­με­σο ὑ­πο­βι­βα­σμὸ τοῦ κά­θε ἄλ­λου σὲ δεύ­τε­ρη μοί­ρα. Τὴν ἀ­νι­κα­νό­τη­τα νὰ ἀ­γα­πή­σου­με κάποιον ἄλ­λον πά­νω ἀ­π’­ τὸν ἑ­αυ­τό μας. Αὐτὸ ὅμως λέγεται: ἀ­πό­λυ­τη μό­νω­ση, καὶ εἶναι τὸ ἰ­σο­δύ­να­μο τῆς κό­λα­σης, τοῦ θα­νά­του. Δὲν εἶναι κόλαση τὸ νὰ μὴ σὲ ἀγαποῦν, ἀλλὰ τὸ νὰ μὴν ἀγαπᾶς.

Τί τὴ θέ­λου­με τό­τε μιὰ ζω­ή, στὴν ὁ­ποί­α ἔ­χει ἤ­δη εἰ­σβά­λει καὶ ἔχει κάνει κα­το­χὴ ὁ θά­να­τος; Τό­σο μι­κρὲς εἶ­ναι λοι­πὸν οἱ ἀ­παι­τή­σεις μας; Τό­σο μί­ζε­ρα τὰ ὄ­νει­ρά μας; Τερ­μα­τί­ζουν μόνο σὲ μιὰ χα­μο­ζω­ὴ-κό­λα­ση; Ποῦ εἶ­ναι τὰ ὁ­ρά­μα­τά μας;

  1. Ἡ ἀ­λη­θι­νὴ ζω­ὴ

Καὶ πά­λι λέ­γει ὁ Χρι­στός, ὅ­τι ὅ­ποι­ος χά­σει μιὰ τέ­τοι­α ζω­ὴ γιὰ χά­ρη του, αὐ­τὸς θὰ βρεῖ τὴ ζωὴ καὶ θὰ τὴ ζή­σει πραγ­μα­τι­κὰ (Ματθ. 10, 39). Καὶ τί ἐν­νο­εῖ ὁ Χρι­στός, ὅ­ταν λέ­γει νὰ χά­σει κά­ποι­ος τὴ ζω­ή του γιὰ χά­ρη του;

Κά­ποι­ες φο­ρές, ὅ­πως στὴν πε­ρί­πτω­ση τῆς ἁ­γί­ας Πα­ρα­σκευ­ῆς, νὰ τὴ θυ­σι­ά­σου­με ἐξ ὁ­λο­κλή­ρου γι’ αὐ­τὸν μὲ τὸ μαρ­τύ­ριο.

Συ­νή­θως ὅ­μως, κα­θη­με­ρι­νά, σημαίνει νὰ βγαί­νου­με ὅ­λο καὶ πε­ρισ­σό­τε­ρο ἀ­π’ τὸν ἐ­γω­κεν­τρι­κό μας τρό­πο ζω­ῆς. Νὰ δί­νου­με προ­τε­ραι­ό­τη­τα ὄ­χι στὰ δι­κά μας θε­λή­μα­τα, στὸ δι­κό μας ἐ­γώ, ἀλ­λὰ στὸν ἄλ­λον (Α΄ Κορ. 10, 24). Τὸν κά­θε ἄλ­λον. Τὸν Θε­ὸ ἢ τὸν ἄν­θρω­πο. Νὰ συγ­κρα­τοῦ­με κά­θε πά­θος, κά­θε κα­κί­α, κά­θε ἐ­γω­ι­στι­κὴ καὶ ἐκ­δι­κη­τι­κὴ κί­νη­ση πρὸς τὸν ἄλ­λο. Νὰ ἀ­γα­πή­σου­με αὐ­τὸν τὸν ἄλ­λο, ποὺ κά­πο­τε μπο­ρεῖ νὰ μὴν εἶ­ναι πιὰ τοῦ γού­στου μας, νὰ μὴ μᾶς ἀ­ρέ­σει κα­θό­λου. Μὲ μιὰ σχεδὸν παράλογη ἀγάπη, γιὰ τὸ δικό του καλό, τὴ δική του σωτηρία καὶ μόνο. Χωρὶς νὰ θέτουμε ὅρους ἢ δικές μας ἀπαιτήσεις, ξεχνώντας κάθε δικό μας θέλημα, συμφέρον, ὑπολογισμό. Νὰ ξε­φύ­γου­με δηλαδὴ ἀ­πὸ τὰ ἐν­τε­λῶς φυ­σι­κά (δηλαδὴ ἐ­γω­κεν­τρι­κὰ καὶ γι’ αὐ­τὸ ἀ­νά­ξια λό­γου) αἰ­σθή­μα­τά μας καὶ νὰ δοῦ­με στὸ πρό­σω­πό του τὴν εἰ­κό­να τοῦ Θε­οῦ. Τὰ σπά­νια καὶ ἀ­νε­κτί­μη­τα χα­ρί­σμα­τα μὲ τὰ ὁ­ποῖ­α τὸν τί­μη­σε ὁ Θε­ός, καὶ ποὺ ὁ τυ­φλός μας ἐ­γω­κεν­τρι­σμὸς πει­σμα­τι­κὰ τὰ θά­βει καὶ τὰ ἀ­γνο­εῖ.

  1. Τὸ μαρ­τύ­ριο

Αὐ­τὸ ση­μαί­νει ὅ­μως γιὰ μᾶς ἀ­νὰ πᾶ­σα στιγ­μὴ κά­ποι­ο μι­κρὸ ἢ με­γά­λο μαρ­τύ­ριο. Πρᾶγ­μα ποὺ ἀ­πὸ φυ­σι­κοῦ μας ἀ­πο­στρε­φό­μα­στε. Πῶς ἐ­νερ­γοῦ­σαν οἱ ἅ­γιοι ὅ­μως;

Ἐ­πι­σκέ­φθη­κε κά­πο­τε τὸν ἀβ­βᾶ Ἀ­χιλ­λᾶ ἕ­νας γέ­ρον­τας μο­να­χὸς καὶ τὸν εἶ­δε νὰ βγά­ζει αἷ­μα ἀ­πὸ τὸ στό­μα του.

–  Τί εἶ­ναι αὐ­τό, πά­τερ; τὸν ρώ­τη­σε.

–   Αὐ­τό, ἀ­πάν­τη­σε ὁ ἀβ­βᾶς Ἀ­χιλ­λᾶς, εἶ­ναι ὁ λό­γος κά­ποι­ου ἀ­δελ­φοῦ ποὺ μὲ στε­νο­χώ­ρη­σε καὶ ἀ­γω­νί­στη­κα νὰ μὴν τὸν φα­νε­ρώ­σω. Καὶ προ­σευ­χή­θη­κα στὸν Θε­ὸ νὰ τὸν ἐ­ξα­φα­νί­σει ἀ­πὸ μέ­σα μου. Καὶ ἔ­γι­νε ὁ πι­κρὸς αὐ­τὸς λό­γος σὰν αἷ­μα στὸ στό­μα μου καὶ τὸν ἔ­φτυ­σα καὶ ἔ­τσι ἀ­να­κου­φί­στη­κα καὶ ξέ­χα­σα τὴ στε­νο­χώ­ρια μου.

Μᾶς πα­ρα­πέμ­πει τὸ πε­ρι­στα­τι­κὸ αὐ­τὸ εὐ­θέ­ως στὰ λό­για τοῦ ἀβ­βᾶ Λογ­γί­νου: «δὸς αἷ­μα καὶ λά­βε πνεῦ­μα» (Γε­ρον­τι­κόν, ἀβ­βᾶς Ἀ­χιλ­λᾶς, δ΄, ἀβ­βᾶς Λογ­γῖ­νος, ε΄).

Τὸ νὰ συγ­κρα­τεῖς κά­ποι­ο πά­θος, νὰ θυ­σιά­ζεις κά­ποι­α ἐ­πι­θυ­μί­α σου χάριν τοῦ ἄλλου, εἶ­ναι πο­λὺ δύ­σκο­λο. Σὰν νὰ χύ­νεις αἷ­μα. Νά, λοιπόν, τὸ μαρτύριο. Χύ­νον­τας ὅ­μως τὸ «αἷ­μα» αὐ­τό, λαμβάνουμε πνεῦ­μα. Τότε νοι­ώ­θου­με, κα­τὰ τὸν λό­γο τοῦ Χρι­στοῦ, τί θὰ πεῖ ἀ­λη­θι­νὴ ζω­ή. Μό­νο τό­τε δη­λα­δὴ χαιρόμαστε πραγ­μα­τι­κὰ τὴ ζω­ή μας. Μόνο τότε αὐτὴ ἔ­χει νό­η­μα, ποι­ό­τη­τα, χα­ρά. Ἡ κά­θε μας θυ­σί­α ἔ­χει καὶ ἄμεση ἀν­τί­δο­ση: τὴν εἰ­σβο­λὴ τῆς εὐ­λο­γί­ας τοῦ Θε­οῦ στὴ ζω­ή μας, ποὺ ἀν­τιστρέ­φει ὁ­ρι­στι­κὰ τὴν προ­ο­πτι­κή της: ἀντὶ γιὰ προ­ο­πτι­κὴ θα­νά­του τῆς δίνει προ­ο­πτι­κὴ ζω­ῆς. Ὅ­λο καὶ κα­λύ­τε­ρης ζω­ῆς. Καὶ ὄ­χι μό­νο τῆς αἰ­ώ­νιας, ὅ­πως νο­μί­ζουν με­ρι­κοί, ἀλ­λὰ καὶ τῆς ἐ­πί­γειας. Ποὺ μὲ τὴ χά­ρη τοῦ Θε­οῦ καὶ μό­νο γί­νε­ται ὄχι ἁπλῶς βι­ώ­σι­μη, ἀλλὰ καὶ χαρούμενη. Ἀλ­λι­ῶς δὲν ὑ­πο­φέ­ρε­ται (ἅγ. Νι­κό­λα­ος Βε­λι­μί­ρο­βιτς).

Σ’ αὐ­τὸν τὸν ὄν­τως δυ­σκο­λώ­τα­το ἀ­γώ­να, στὸ κα­θη­με­ρι­νὸ μαρ­τύ­ριο τῆς ἀ­πάρ­νη­σης τῶν ἐ­γω­κεν­τρι­κῶν θε­λη­μά­των, μᾶς κα­λεῖ ὁ Χρι­στός.

  1. Ἡ ἄρ­νη­ση τοῦ μαρ­τυ­ρί­ου

Καὶ ἐ­δῶ εἶ­ναι ποὺ σή­με­ρα ὁ Χρι­στια­νὸς ἀρ­νεῖ­ται τὸ μαρ­τύ­ριο. Τοῦ εἶ­ναι ἀ­δι­α­νό­η­το νὰ ἀ­παρ­νη­θεῖ ὅ­σα τοῦ ἀ­ρέ­σουν γιὰ χά­ρη κά­ποι­ου ἄλ­λου. Προ­σβάλ­λει ἔ­τσι καὶ ὑ­βρί­ζει ἀ­προ­κά­λυ­πτα τὴν ἁ­γί­α μας Πα­ρα­σκευ­ὴ καὶ ὅ­λους τοὺς ἁ­γί­ους, ἀ­φοῦ δεί­χνει μὲ τὴν πρά­ξη του πό­σο με­γά­λη ἀ­νο­η­σί­α καὶ βλα­κεί­α θε­ω­ρεῖ τὴ δι­κή τους ἐ­πι­λο­γή. Τυ­φλὸς καὶ μω­ρός, ἀλ­λὰ καὶ κου­φὸς γιὰ τὰ λό­για τοῦ Θε­οῦ (Μάρκ. 8, 17-18), ψά­χνει σὰν ὅ­λους τοὺς ἄλ­λους κι αὐ­τὸς γιὰ τὴ δική του εὐ­και­ρί­α στὴ ζω­ή. Γιὰ μιὰ βου­λι­μι­κὴ ἀ­πό­λαυ­σή της. Κι ὅ­σο περ­νά­ει ἡ ἡ­λι­κί­α, τό­σο πε­ρισ­σό­τε­ρο τὸν πιά­νει ὑ­στε­ρί­α. Μὴ δὲν προ­λά­βει νὰ ρου­φή­ξει καὶ τὴν τε­λευ­ταί­α στα­γό­να ἀ­π’ τὸ πο­τή­ρι τῆς ἡ­δο­νῆς.

Νὰ μιὰ ἀ­νά­γλυ­φη πε­ρι­γρα­φὴ τῆς νο­ο­τρο­πί­ας τοῦ ἀν­θρώ­που τῆς ἐ­πο­χῆς μας, μὲ τὸν ὁ­ποῖ­ο ταυ­τί­ζε­ται δυ­στυ­χῶς ἀ­πό­λυ­τα καὶ ὁ Χρι­στια­νός, ποὺ σή­με­ρα προσβλέπει πλέον στὴν Ἐκ­κλη­σί­α ὄχι γιὰ τὴν ἀ­λή­θεια, ὄχι γιὰ τὴ σωτηρία ἀπὸ τὴν ἁμαρτία, ἀλ­λὰ γιὰ ψυ­χο­λο­γι­κὴ καὶ μό­νο εὐ­φο­ρί­α, γιὰ νὰ νοι­ώ­σει ἁ­πλῶς κα­λά, νὰ δι­ώ­ξει τὸ ἄγ­χος καὶ ὅ,τι ἄλ­λο τὸν τα­λαι­πω­ρεῖ ψυ­χο­λο­γι­κά.

«Ὁ σύγ­χρο­νος ἄν­θρω­πος δὲν κα­τα­τρέ­χε­ται ἀ­πὸ ἐ­νο­χὴ για­τὶ ἀ­δυ­να­τεῖ νὰ εὐ­θυ­γραμ­μί­σει τὸν βί­ο του μὲ κά­ποι­ον ὑ­περ­κεί­με­νο καὶ δε­σμευ­τι­κὸ Νό­μο, ἀλ­λὰ ἀ­πὸ ἀ­γω­νί­α καὶ ἄγ­χος για­τὶ ἀ­δυ­να­τεῖ νὰ δι­α­κρί­νει κά­ποι­ο νό­η­μα σὲ ὅ,τι κά­νει. Ζεῖ στὸ ἀ­πό­λυ­το τώ­ρα, χω­ρὶς τὸν ὁ­ρί­ζον­τα τοῦ μέλ­λον­τος καὶ μὲ ἰ­σχνὸ ἕ­ως μη­δε­νι­κὸ ἐν­δι­α­φέ­ρον γιὰ τὸ πα­ρελ­θόν…

Τὸ κυ­ρί­αρ­χο πά­θος συ­νί­στα­ται στὸ νὰ ζεῖς γιὰ τὴ στιγ­μή, ἐ­πι­κεν­τρω­μέ­νος στὸν ἑ­αυ­τό σου, ἀ­δι­α­φο­ρών­τας γιὰ προ­γό­νους καὶ ἀ­πο­γό­νους, χω­ρὶς τὴν αἴ­σθη­ση τῆς ἱ­στο­ρι­κῆς συ­νέ­χειας, τὴν αἴ­σθη­ση ὅ­τι ὡς ἄν­θρω­ποι ἀ­νή­κου­με σὲ μί­α δι­α­δο­χὴ γε­νε­ῶν ποὺ ἐκ­κι­νοῦν ἀ­πὸ τὸ πα­ρελ­θὸν καὶ προ­ε­κτεί­νον­ται στὸ μέλ­λον.

Τὸ πρό­βλη­μα ἐν­τεί­νε­ται ἀ­πὸ τὸ γε­γο­νὸς ὅ­τι οἱ θε­ρα­πευ­τὲς ποὺ γί­νον­ται σή­με­ρα δη­μο­φι­λεῖς, …ἑ­στιά­ζουν τὴν πα­ρέμ­βα­σή τους στὴν ἐκ­πλή­ρω­ση τῶν συ­ναι­σθη­μα­τι­κῶν ἀ­παι­τή­σε­ων τοῦ ἀν­θρώ­που. Τὸ ἐν­δε­χό­με­νο νὰ ἐν­θαρ­ρυν­θεῖ ὁ σύγ­χρο­νος ἄν­θρω­πος νὰ ὑ­πο­τά­ξει τὶς ἀ­νάγ­κες του καὶ τὰ ἐν­δι­α­φέ­ρον­τά του σὲ αὐ­τὰ ἑ­νὸς ἄλ­λου ἀν­θρώ­που, ἀ­κό­μα καὶ τῶν πιὸ κον­τι­νῶν καὶ «ἀ­γα­πη­τῶν», …εἶ­ναι συ­νή­θως ἐ­κτὸς συ­ζή­τη­σης. Ἡ ἀ­γά­πη ὡς θυ­σί­α καὶ προ­σφο­ρά, τὸ νό­η­μα ὡς ὑ­πο­τα­γὴ σὲ μί­α πί­στη ποὺ μᾶς ὑ­περ­βαί­νει, κρί­νον­ται ὡς ἀ­φό­ρη­τα κα­τα­πι­ε­στι­κές, προ­σβλη­τι­κὲς γιὰ τὸν κοι­νὸ νοῦ καὶ ἐ­πι­ζή­μι­ες γιὰ τὴν προ­σω­πι­κὴ εὐ­η­με­ρί­α τοῦ ἀν­θρώ­που ἐ­πι­λο­γὲς» (π. Εὐ­αγγ. Γκα­νᾶ, Ἡ Ποι­μαν­τι­κὴ στὰ χρό­νια τῆς ἐκ­κο­σμί­κευ­σης, ΘΕΟΛΟΓΙΑ, 81, 2 [2010], σ. 58-59).

Ἕ­νας τέ­τοι­ος ἄν­θρω­πος ἀ­δυ­να­τεῖ νὰ κα­τα­νο­ή­σει ὅ­τι ἡ ζω­ὴ ἀ­λη­θεύ­ει, γί­νε­ται αὐ­θεν­τι­κὴ καὶ ἀ­πο­κτά­ει πλη­ρό­τη­τα, μό­νο ὅ­ταν πε­τυ­χαί­νει τὴ θυ­σι­α­στι­κὴ συ­νύ­παρ­ξη μὲ τὸν ἄλ­λον, γιὰ χά­ρη τοῦ ἄλ­λου. Κά­τι ποὺ μπο­ρεῖ νὰ λά­βει χώ­ρα μό­νο στὴν ἀ­λη­θι­νὴ κοι­νω­νί­α καὶ ἀ­μοι­βαι­ό­τη­τα τοῦ ἐκ­κλη­σι­α­στι­κοῦ σώ­μα­τος, τοῦ σώ­μα­τος τοῦ Χρι­στοῦ, ὅ­που οἱ πάν­τες «μέ­λη ἐ­σμὲν» (Ἐ­φεσ. 5, 30). «Μέ­σα στὴν ἀ­μοι­βαί­α αὐ­τὴ κοι­νω­νί­α κα­νέ­νας δὲν προ­σπα­θεῖ νὰ κά­νει κά­τι γιὰ τὸν ἑ­αυ­τό του, ἀλ­λὰ ὅ­λοι συν­δέ­ον­ται με­τα­ξύ τους μὲ τὴν ἀ­δι­αί­ρε­τη χά­ρη καὶ δύ­να­μη τῆς μιᾶς πί­στε­ως. Καὶ ὅ­λων ἡ καρ­διὰ καὶ ἡ ψυ­χὴ εἶ­ναι μί­α, ὥ­στε ἀ­πὸ πολ­λὰ δι­α­φο­ρε­τι­κὰ μέ­λη νὰ φαί­νε­ται ἕ­να σῶ­μα ἄ­ξιο ἀ­λη­θι­νὰ τοῦ Χρι­στοῦ» (ἁγ. Μα­ξί­μου Ὁ­μο­λο­γη­τοῦ, Μυ­στα­γω­γί­α, 1, 3).

  1. Ὁ ἄ­θε­ος Χρι­στια­νὸς

Ἡ ἄρ­νη­ση τοῦ ση­με­ρι­νοῦ Χρι­στια­νοῦ νὰ συμ­με­τά­σχει στὸ ὄν­τως συγ­κλο­νι­στι­κὸ γε­γο­νὸς μιᾶς τέ­τοι­ας κοι­νω­νί­ας, εἶ­ναι ἀ­κρι­βῶς ἄρ­νη­ση τοῦ μαρ­τυ­ρί­ου. Ἂν δὲν φο­βᾶ­ται τὶς λέ­ξεις, πρέ­πει νὰ τὸ πα­ρα­δε­χθεῖ ξε­κά­θα­ρα, πὼς μὲ μιὰ τέ­τοι­α ἐ­πι­λο­γὴ παύ­ει πιὰ ὁ­ρι­στι­κὰ νὰ εἶ­ναι Χρι­στια­νός. Δὲν ἀ­νή­κει στὸ ἑ­νια­ῖο σῶ­μα τοῦ Χρι­στοῦ. Ἀ­π’ τὴ στιγ­μὴ ποὺ δὲν ἐγ­κολ­πώ­νε­ται τὸ πνεῦ­μα αὐ­τα­πάρ­νη­σης ποὺ ζη­τᾶ ὁ Χρι­στὸς (Λουκ. 9, 23) καὶ ἀ­πορ­ρί­πτει τὰ μέ­λη τοῦ Χρι­στοῦ, (ἕ­να ἢ πολ­λά, δὲν παί­ζει ρό­λο), ἔ­χει ἀ­πορ­ρί­ψει τὸν Χρι­στό. Καὶ ἀ­πορ­ρί­πτε­ται φυ­σι­κὰ καὶ ἀ­πὸ αὐ­τόν. «Οὐκ ἔ­στι μου ἄ­ξιος», λέ­ει γι­’­ αὐ­τὸν ὁ Χρι­στὸς (Ματθ. 10, 38), ποὺ μᾶς θέ­λει Χρι­στια­νοὺς στὰ ἔρ­γα καὶ ὄ­χι μόνο στὰ λό­για (Ματθ. 7, 21).

Ἂς μὴ ζεῖ κα­νεὶς λοι­πὸν μὲ αὐ­τα­πά­τες. Ἂς βγεῖ ἐ­πι­τέ­λους ἀ­πὸ τὴν ψευ­δαί­σθη­ση, μὲ τὴν ὁ­ποί­α ἀ­πο­κοι­μί­ζει τὴ συ­νεί­δη­σή του. Ἀ­π’ τὴ στιγ­μὴ ποὺ δὲν σταυ­ρώ­νει τὶς ἁ­μαρ­τω­λὲς (νό­ει πάν­τα: ἐ­γω­κεν­τρι­κὲς) ἐ­πι­θυ­μί­ες καὶ τὰ πά­θη του (Γαλ. 5, 24), ἀλ­λὰ συ­σχη­μα­τί­ζε­ται (Ρωμ.12, 2) καὶ ζεῖ σὰν ὅ­λο τὸν κό­σμο ποὺ «κεῖ­ται ἐν τῷ πο­νη­ρῷ» (Α΄ Ἰ­ω. 5, 19), ζεῖ δη­λα­δὴ μό­νο γιὰ τὸν ἑ­αυ­τό του, τότε δὲν εἶ­ναι πιὰ Χρι­στια­νός, ἀλ­λὰ ἀρ­νη­τὴς τοῦ Χρι­στοῦ. Δὲν ἔ­χει καμ­μιὰ σχέ­ση μα­ζί του. Δὲν εἶ­ναι τοῦ Χρι­στοῦ. Τε­λεί­α καὶ παῦ­λα. Δὲν γί­νε­ται νὰ πλέ­ει ἀδιάκοπα πα­τών­τας σὲ δυ­ὸ βάρ­κες ταυ­τό­χρο­να. Εἶ­ναι «υἱ­ὸς τοῦ αἰ­ῶ­νος τού­του» (Λουκ. 16,8· 13), ναί! Ὄ­χι ὅ­μως καὶ Χρι­στια­νός.

Καὶ ὁ Χρι­στὸς μὲ τὴ σει­ρά του, σε­βό­με­νος ἁ­πλῶς ὅ,τι ὁ ἄνθρωπος ἐν ἐ­λευ­θε­ρί­ᾳ ἐ­πιλέγει, δὲν μπο­ρεῖ νὰ τὸν ἀ­να­γνω­ρί­σει γιὰ δι­κόν του (Λουκ. 13, 25-27).

  1. Ἡ ἀν­τι­στρο­φὴ τῆς πο­ρεί­ας

Ὁ ση­με­ρι­νὸς Χρι­στια­νὸς θά ‘πρε­πε νὰ συγ­κλο­νι­σθεῖ ἀ­πὸ τὴν εἰ­λι­κρι­νῆ ὁ­μο­λο­γί­α τῆς Γαλ­λί­δας συγ­γρα­φέ­ως Σι­μὸν ντὲ Μπο­βου­ὰρ (στὸ ἔρ­γο της «Πῶς ἔ­γι­να συγ­γρα­φέ­ας»): «Πο­τὲ δὲν ἀ­παρ­νι­ό­μουν πράγ­μα­τα ποὺ μ’ εὐ­χα­ρι­στοῦ­σαν, ἐ­πει­δὴ δῆ­θεν ὁ Θε­ὸς τὰ ἀ­πα­γό­ρευ­ε.Ἄ­ρα δὲν πί­στευ­α πιὰ σ’ ἐ­κεῖ­νον!»

Και­ρὸς λοιπὸν νὰ ἀλ­λά­ξει πο­ρεί­α, νὰ δι­α­χω­ρί­σει τὸν δρό­μο του ἀ­πὸ τὸν κό­σμο. Νὰ ἀρ­χί­σει νὰ γί­νε­ται σι­γὰ-σι­γὰ τοῦ Χρι­στοῦ, σταυ­ρώ­νον­τας τὰ ἀ­να­ρίθ­μη­τα, ἀ­νό­η­τα καὶ κα­τα­στρο­φι­κὰ «θέ­λω» του, τὰ φυσικά του (καὶ γι’ αὐτὸ καθόλου πνευματικὰ) αἰσθήματα, ἀ­πο­δε­χό­με­νος μὲ καλή, θυσιαστικὴ καὶ ἀγαπητικὴ διάθεση τὸν κά­θε ἄλ­λον «ἀ­δελ­φὸ» τοῦ Χρι­στοῦ. Ἀ­πὸ τὴ λα­τρεί­α τοῦ ἑ­αυ­τοῦ του, ποὺ συ­νι­στᾶ ἔμ­πρα­κτη ἀ­πι­στί­α καὶ ἀ­θε­ΐ­α, νὰ γί­νε­ται ὅ­λο καὶ πιὸ συ­νει­δη­τὰ πι­στός, «ποι­ῶν τὸ θέ­λη­μα τοῦ Πα­τρὸς» (Ματθ. 7, 21), δηλαδὴ τὴ μία καὶ μοναδικὴ ἐντολή του γιὰ γνήσια, θυσιαστικὴ ἀγάπη, χωρὶς ὅρους καὶ ὑπολογισμό, πρὸς τὸν κάθε ἄλλον (Α΄ Ἰω. κεφ. 3, 4, 5· Β΄ Ἰω.· Α΄ Κορ. 10, 24· 33). Καὶ ὁ Χρι­στὸς ἀπ’ τὴ μεριά του πάν­τα τὸν περιμένει, τὸν ἀγαπάει, τὸν ἀγκαλιάζει ὁποτεδήποτε θελήσει νὰ ἐπιστρέψει, νὰ ξαναγίνει πιστός.

Ἡ ἁ­γί­α Πα­ρα­σκευ­ὴ ποὺ θυ­σί­α­σε ὁ­λο­κλη­ρω­τι­κὰ τὴ ζω­ή της προ­σφέ­ρον­τας τὸ αἷ­μα της γιὰ τὸν Χρι­στό, ἂς μᾶς ἐ­νι­σχύ­ει μὲ τὶς πρε­σβεῖ­ες της νὰ κα­τα­νο­οῦ­με πρῶτα καὶ κατόπιν νὰ ἀ­πο­δε­χό­μα­στε τὸ κα­θη­με­ρι­νό μαρ­τύ­ριο τῆς θυ­σί­ας τῶν ἐ­γω­κεν­τρι­κῶν μας θε­λη­μά­των.Καὶ ἐν συνεχείᾳ νὰ προ­σφέ­ρου­με μὲ πρό­θυ­μη δι­ά­θε­ση τὸ «αἷ­μα» τῆς θυ­σί­ας μας αὐ­τῆς ὡς λο­γι­κὴ λα­τρεί­α στὸν Κύ­ριο (Ρωμ. 12, 1), γιὰ νὰ λά­βου­με κι ἐ­μεῖς πνεῦ­μα, χά­ρη, ζω­ὴ ἀ­λη­θι­νή, ὅ­πως ἐ­κεί­νη, με­τὰ πάν­των τῶν ἁ­γί­ων. Ἀ­μήν.

Ἀ ν τ ι ύ λ η

Ἱ. Ναὸς Ἁγ. Βασιλείου, 481 00 Πρέβεζα

Τηλ. 26820 25861/23075/6980 898 504

e-mail: antiyli.gr@gmail.com

Λοχαγός Νικόλαος Κατούντας, ο Λεωνίδας της Κερύνειας

Η e- βιβλιοθήκη

Κύπρος 1974 : Ένα αφιέρωμα στο Λοχαγό ΚΔ Νικόλαο Κατούντα, Δκτή του 31ου ΛΚ της 33ης ΜΚ που μπροστά του ο Αμερικάνος Ράμπο φαντάζει ως «προσκοπάκι»!
Γράφει ο Κωνσταντίνος Δημητριάδης
Ο Λοχαγός ΚΔ Νικόλαος Κατούντας, Δκτής του 31ου ΛΚ της 33ης ΜΚ  που είχε έδρα στο Πέλλα Πάις, κοντά στην Κερύνεια το 1974, ήταν τότε 31 χρονών, στο άνθος της παραγωγικής ηλικίας του σαν Έλληνας Στρατιωτικός και δη Καταδρομέας αποφοιτήσας από τα σχολεία Αλεξιπτωτιστών, Βατραχανθρώπων και Χιονοδρόμων και Αλπινιστών. Μορφωμένο παλικάρι, τελειόφοιτος και της Νομικής Σχολής Αθηνών. Συγκροτημένος Αξιωματικός, Λεβέντης, Πατριώτης, ικανότατος και βέβαια οικογενειάρχης.

Μετά την επικράτηση του Πραξικοπήματος κατά του Μακαρίου στο νησί τα πράγματα έμοιαζαν ήρεμα. Όμως αυτή η φαινομενική ηρεμία κράτησε μόνο 3-4 μέρες. Σε λίγο η καταιγίδα θα ξέσπαγε. Όλα αυτά βέβαια οι αξιωματικοί, που υπηρετούσαν σε μονάδες στη νήσο, τα αγνοούσαν. Ήδη από τις 19 Ιουλίου έρχονται εικόνες στην τηλεόραση από το BBC με τον Τουρκικό στόλο να έχει αποπλεύσει μαζί…

Δείτε την αρχική δημοσίευση 934 επιπλέον λέξεις

Την νύχτα του Αγίου Παϊσίου, πίσω από τις βεντάλιες κλαίγαμε. Μετράει;

Ξημερώνοντας η γιορτή σου, η νύχτα έκαιγε (λες τους δικούς σου πόνους φορτωμένη) και στις λιγοστές γειτονιές που απέμειναν να φυλάνε Θερμοπύλες ανάμνησης και ανθρωπιάς, οι άνθρωποι καθόταν στις αυλές σαν να σε περίμεναν…
Εγώ πήγα στην αγρυπνία, στην στολισμένη σου εικόνα, στο χαμόγελό σου που όλα τα σκέπαζε στο ναό και χαμήλωνε τον δείκτη δυσφορίας από την ζέστη και την υγρασία αλλά κυρίως από τα άνομα και τα παράνομα του καθενός μας.
Σχεδόν σκοτάδι -μόνο τα καντηλάκια- , παράφωνος παπάς, το όμοιον και οι ψάλτες αλλά τίποτε δεν ενοχλούσε απόψε. Είχαμε έρθει για σένα και συ μας αντάμειψες με γαλήνη κλεμμένη από τον ουρανό, όπως παίρνεις κρυφά ένα κομμάτι καλό φαγητό από επίσημο τραπέζι για να το πας σ’αυτούς που αγαπάς….
Μας έφερες και τον Παπαδιαμάντη -ως ύφος και ήθος-για παραστάτη και συ ο ίδιος πηγαινοερχόσουν (και το νιώθαμε) από την Σουρωτή στις πολλές εκκλησιές που αγρυπνούσαν στη μνήμη σου, στην γιορτή σου, στην γιορτή ..μας, τελικά!
Ψηλός, αδύνατος και λίγο γερτός, υπομειδιών, περίφροντις για τον κόσμο, ανυπόμονος για τον Παράδεισο, ευωδιάζοντας τα λιβάνια που έκαψες σε όλη σου την ζωή για τους Φίλους Αγίους έσερνες τα τρύπια σου υποδήματα στον σολέα και αθέατος αλλά τόσο γλυκά παρών έπαιζες με τις βεντάλιες των κυριών, χάιδευες απαλά τα κεφάλια των προσδοκούντων πιστών, ευλόγησες το αντίδωρο, άναψες ένα κερί για μας, έσβησες ένα άλλο που είχε λιώσει και αναχώρησες….
Και όμως ήσουν τόσο πολύ εδώ: Στους ανθρώπους που δεν έλεγαν να φύγουν με το τέλος της θείας λειτουργίας αλλά βγήκαν στην αυλή του ναού και καθισμένοι στα παγκάκια, έτρωγαν το αντίδωρο απαλά και σεβαστικά σαν να κατάπιναν έρωτα τρυφερό που δεν ήθελαν να τον πονέσουν ή να τον φοβίσουν και να τους φύγει ή σαν να κατέλυαν έγνοιες και πόνους και ήθελαν να το κάνουν αθόρυβα για να μην ξυπνήσουν τα πάθη και πονέσει το μέσα τους.
Ήσουν εσύ στην αγάπη που κυλούσε από εντός μας απαλά και έφτανε στους αγνώστους που έλεγαν προσευχές δίπλα μας, στην εξοχή που ταξιδεύαμε μεταμεσονύκτια ενώ απλά επιστρέφαμε σπίτι, στα λόγια που ψιθυρίζαμε και είχαν τ’όνομά σου, στις εικόνες που βλέπαμε στα φώτα των αντικρινών αυτοκινήτων και ήταν η μορφή σου….
Ήσουν εσύ και σ’ ευχαριστούμε που ήσουν!
Τα άλαλα και τα μπάλαλα της ζωής μας τα ξέρεις. Κομπόδεσέ τα, σε παρακαλούμε, στο μαντήλι σου και κει που πορεύεσαι -στον δρόμο ουρανός-γη- πέταξέ τα σε βαθύ γκρεμό να μην εμποδίζουν πια τις ζωές μας ν’ανέβουν ή αν δεν υπάρχει στον δρόμο αυτό γκρεμός, βάλτα να καούν στις φωτιές που ζεσταίνουν τους αγίους που σπεύδουν σε βοήθεια των ανθρώπων ή αν και φωτιές δεν καίνε, κάνε τα ό,τι θέλεις αλλά ας μείνουν μακριά μας, έξω απ’την αυλή μας, από το σπίτι, από την ψυχή, από την πατρίδα, από τον δρόμο που βγάζει στο υπέροχο Αλλού, απ’ όπου μας ήρθες απόψε.
Και να μας συγχωρείς που δεν υπήρξαμε ούτε απόψε αντάξιοι σου και που προδώσαμε την Αγάπη.
Αλλά έχω ένα μυστικό να σου φανερώσω: Πίσω από τις βεντάλιες κλαίγαμε. Μετράει;