Δημήτρης Νατσιός, Ελλάδα: το μεγάλο γαλάζιο εικονοστάσι της Ορθόδοξης Χριστιανοσύνης

Η e- βιβλιοθήκη

Σχετική εικόνα

Ελλάδα: το μεγάλο γαλάζιο εικονοστάσι της Ορθόδοξης Χριστιανοσύνης

Δημήτρης Νατσιός, δάσκαλος-Κιλκίς

Το χρέος του παλληκαριού είναι να λογίζεται σφαγάδι

και όχι ψοφίμι». (Γεώργιος Καραϊσκάκης)

«Αν η οικογένεια και το σχολείο πάψουν να εμφυτεύουν στους νέους το θείο σπόρο της αγίας πίστης μας, τότε οι επερχόμενες γενεές θα χάσουν παντελώς την ταυτότητά τους πράγμα που σημαίνει και το αυτοαφανισμό τους».

Είναι λόγια της Ιωάννας Τσάτσου, αδελφής του ποιητή Γιώργου Σεφέρη, συζύγου του αείμνηστου Προέδρου της Δημοκρατίας  Κων. Τσάτσου. Στο ίδιο κείμενο το οποίο φιλοξενείται σε συλλογικό τόμο που εξέδωσε η Ι.Μ. Κουτλουμουσίου του Αγίου Όρους, το 2000, θα σημειώσει  με τρόπο αντάξιο του σπουδαίου αδελφού της: « Ολόκληρη η Ελλάδα είναι ένα μεγάλο γαλάζιο εικονοστάσι της Ορθόδοξης Χριστιανοσύνης και πλανάται πολύ μακράν της πραγματικότητας – της ιστορικής και της σύγχρονης – όποιος πιστεύει και ευμεθόδως διαδίδει άλλα. Ορθοδοξία και Ελληνισμός είναι ΕΝΑ». Κι όμως «πλανεμένοι» και εκκλησιομάχοι είναι τώρα και υπουργοί…

Δείτε την αρχική δημοσίευση 926 επιπλέον λέξεις

Advertisements

OΛΕΣ ΟΙ ΠIΣΤΕΙΣ ΕIΝΑΙ ΨΕYΤΙΚΕΣ… ΜOΝΗ Η ΠIΣΤΙΣ ΤΩΝ ΟΡΘΟΔOΞΩΝ ΕIΝΑΙ ΚΑΛH ΚΑΙ ΑΓIΑ (Δ. Νατσιός) «Ὀρθοδοξία, Πάσχα ἀκοῦν καὶ γυαλίζει τὸ μάτι τους».

Ὅλες οἱ πίστεις εἶναι ψεύτικες…
μόνη ἡ πίστις τῶν Ὀρθοδόξων εἶναι καλὴ καὶ ἁγία

Δημήτριος Νατσιός
δάσκαλος-Κιλκὶς

 «Χριστὸς Ἀνέστη ἀληθῶς 
καὶ δίδαξε τσ᾽ ἀνθρώπους 
πῶς ζοῦν ἐφήμερες χαρὲς
Σὲ δανεισμένους τόπους» 

.             «Τὸ ἐπ’ ἐμοί, ἐν ὅσῳ ζῶ καὶ ἀναπνέω καὶ σωφρονῶ, δὲν θὰ παύσω, ἰδίως κατὰ τὰς πανεκλάμπρους ταύτας ἡμέρας, νὰ ὑμνῶ μετὰ λατρείας τὸν Χριστό μου, νὰ περιγράφω μετ’ ἔρωτος τὴν φύσιν καὶ νὰ ζωγραφῶ μετὰ στοργῆς τὰ γνήσια ἑλληνικὰ ἔθιμα…. Ἐὰν ἐπιλάθωμαί σου Ἱερουσαλήμ, ἐπιλησθείη ἡ δεξιά μου, κολληθείη ἡ γλώσσα μου τῷ λάρυγγί μου, ἐὰν οὐ μή σου μνησθῶ». (Παπαδιαμάντης). «Τὸ μοσκοβόλημα ποὺ βγάζουνε τὰ ἄνθη καὶ τὰ βότανα, τὸ κελάηδισμα τῶν πουλιῶν, τὸ λεπτὸ τ’ ἀγέρι ποὺ σαλεύει χλωρὰ κλαριά, τ’ ἀλαφρὸ κύμα ποὺ γλυκομουρμουρίζει στὴν ἀκρογιαλιά, στοὺς κάβους, στὰ νησιά, στὰ βουνὰ καὶ τὰ λαγκάδια, ὅλα τὰ νιώθεις νὰ πανηγυρίζουνε μαζὶ μὲ τὰ μακάρια πνεύματα τὴν Ἀνάσταση τοῦ Χριστοῦ». (Κόντογλου).
.             Πάσχα μὲ τοὺς ποιητὲς τῆς Ρωμηοσύνης καὶ τῆς Ὀρθοδοξίας ἐπέλεξε ὁ γράφων. Κόντογλου καὶ Παπαδιαμάντης: οἱ πιὸ ἔντιμες καὶ ἁγνὲς μορφὲς τῶν γραμμάτων μας. «Ζωγραφοῦν» σ’ ὅλη τους τὴ ζωή, «μετ’ ἔρωτος», τὴν γνησιότητα, ξεσκεπάζουν τὸ κίβδηλο, τὸ ψεύτικο, τοὺς «χαλασοχώρηδες». Ἐπιμένουν καὶ οἱ δύο στὴν τήρηση τῆς παράδοσης, ὄχι ὡς στείρα τυπολατρία καὶ ἀναιμικὴ μίμηση, ἀλλὰ ὡς πηγὴ ζῶσα ποὺ ἀρδεύει ἀδιαλείπτως «τὸ ὁλόδροσο δέντρο τῆς φυλῆς μας».
.             Ὁ Κόντογλου εἶναι αὐτὸς ποὺ ἔστρεψε ξανὰ τὴν ἁγιογραφία στὴν βυζαντινὴ παράδοση. Ὁ ἄγ. Ἰωάννης ὁ Δαμασκηνὸς λέει «δεῖξε μου τὶς εἰκόνες ποὺ προσκυνᾶς γιὰ νὰ σοῦ πῶ τί πίστη ἔχεις». Μέχρι τὴν ἐμφάνιση τοῦ Κόντογλου εἶχε ἐπικρατήσει στοὺς ὀρθόδοξους ναοὺς ἡ δυτική, ἡ κοσμική, ἡ σαρκικὴ νοοτροπία, μὲ τὶς καταστολισμένες, γλυκανάλατες Μαντόνες, οἱ ὁποῖες κρατοῦν στὴν ἀγκαλιὰ ξανθοὺς μπέμπηδες, ποὺ παριστάνουν τὸ «θεῖο βρέφος». (Τέτοιες ἔβαλαν καὶ στὰ βλάσφημα βιβλία τῶν Θρησκευτικῶν οἱ τωρινοὶ σταυρωτῆδες τοῦ Γένους). Ὅμως, ὅπως λέει ὁ Κόντογλου, οἱ βυζαντινοὶ ἁγιογράφοι ζωγραφίζουν μὲ ταπείνωση, χωρὶς περιττὰ ψιμύθια καὶ στολίδια, δίχως καμμιὰ φιλοδοξία νὰ ξαφνιάσουνε καὶ νὰ κάνουν ἐντύπωση, ζωγραφίζανε σὰν νὰ προσεύχονται. Στὰ χρόνια, διηγεῖται, τῆς βασιλείας τοῦ Λέοντος τοῦ Σοφοῦ κάποιος ζωγράφος θέλησε νὰ ἱστορήσει τὸν Σωτήρα Χριστό, ὥστε νὰ μοιάζει μὲ τὸν θεὸ Ἀπόλλωνα καὶ ἀμέσως παρέλυσε, «ἐξηράνθη ἡ χεὶρ αὐτοῦ».
.             Γιὰ τὴν βυζαντινὴ μουσική, σφοδρὸς ἐπικριτὴς τῶν καινοτομιῶν εἶναι ὁ Παπαδιαμάντης. Γινόταν θηρίο, ἂν μάθαινε πὼς κάποιος ἱερέας ἢ ψάλτης μετέφραζε τὰ ἱερὰ κείμενα στὴν «δημοτικιά». «Ὁ πόθος τῆς ἐπιδείξεως, ἡ δοκησισοφία, ἡ μανία τῆς καινοτομίας, ἡ ὑπερηφάνεια καὶ ὁ ἐγωισμὸς» ὁδηγοῦν  στὴν πλάνη. Τὸ «ἀνοίξω τὸ στόμα μου καὶ πληρωθήσεται πνεύματος» πῶς θὰ ἀποδοθεῖ: «θ’ ἀνοίξω τὸ στόμα μου καὶ θὰ γεμίσει πνεῦμα καὶ θὰ βγάλω λόγο;». Τὰ τροπάρια, τονίζει, γίνονται νεκρὰ μέχρι νεκροφανείας. «Ποιός Ἕλληνας», γράφει ὁ Κόντογλου, «θὰ νιώσει κατάνυξη ἀπὸ τὰ μουσικὰ αὐτὰ μασκαριλίκια καὶ πῶς θὰ κάνει τὴν προσευχή του ἀκούγοντας τὰ λόγια τῶν ἁγίων μελωδῶν νὰ ἀλλοιώνονται καὶ νὰ γελοιοποιοῦνται ἀπὸ τὰ στόματα ψευτονεωτεριστῶν;» Ὁ Παπαδιαμάντης ἦταν ἀρνητικὸς ἔναντι τῆς τότε πολιτικῆς, διότι ἔβλεπε νὰ διαμορφώνεται ἕνας πολιτικὸς βίος ἔξω ἀπὸ τὴν πνευματικὴ καὶ ἠθικὴ παράδοση της ἐκκλησίας, κάτι ποὺ ἐπιδεινώθηκε ἐντονότατα στὶς μέρες μας.
.             Ὁ Σπύρος Μελᾶς στὸν «Πρόλογο» τῶν «Ἁπάντων», ἀπὸ τὸν Γ. Βαλέτα (τόμ. Α, σελ. 18), παρατηρεῖ: «εἶναι ὁ μόνος ποὺ εἶδε ὅτι ἡ θρησκεία, μὲ ἄλλα λόγια ἡ Ὀρθοδοξία, ἦταν ἡ σπονδυλικὴ στήλη τοῦ ἐθνικοῦ σώματος». Ἀπόκλιση ἀπὸ τὴν ὀρθόδοξη πολιτικὴ παράδοση γιὰ τὸν Παπαδιαμάντη σήμαινε καὶ σημαίνει πολιτικὸ θάνατο τοῦ Γένους. Καὶ γι’ αὐτὸ ἦταν σφόδρα πολέμιος αὐτῶν ποὺ συκοφαντοῦσαν τὴν βυζαντινή μας παράδοση, ποὺ περισσότερο ἴσως κι ἀπὸ πνευματική, εἶναι παράδοση πολιτική, μέσα ἀπὸ τὴν θρησκευτική της ἔκφραση. Στὸ περίφημο διήγημά του «Λαμπριάτικος Ψάλτης», ποὺ δημοσιεύτηκε τὸ 1893 στὴν «Ἀκρόπολη», γράφει τὰ ἀκόλουθα σαρκαστικά, γι’ αὐτοὺς ποὺ τὸν μυκτήριζαν γιὰ τὴν ἐμμονή του νὰ γράφει θρησκευτικὰ – ἑορταστικὰ διηγήματα: «Μὴ θρησκευτικὰ πρὸς Θεοῦ! Τὸ ἑλληνικὸν ἔθνος δὲν εἶναι βυζαντινοί, ἐννοήσατε; Οἱ σημερινοὶ Ἕλληνες εἶναι κατευθείαν διάδοχοι τῶν ἀρχαίων….».
.             Ὁ Κόντογλου περισσότερο αἰχμηρός, καυτηριάζει τοὺς φθονεροὺς καὶ ἀνίκανους «ποὺ πιάνουν τὰ πόστα» καὶ κατατρέχουν τοῦ ἄξιους. Γράφει: «Καθαρίστε ἀπὸ τὴν πνευματικὴ πανούκλα τὴν δυστυχισμένη τὴν Ἑλλάδα, γιὰ νὰ μπορέσουνε νὰ δουλέψουνε οἱ ἄξιοι δουλευταράδες. Τὰ σκουλήκια, γιὰ νὰ σώσουνε τὴν τιποτένια ὕπαρξή τους, δὲν ἀφήνουνε καμμιὰ ψυχὴ ἄξια νὰ ὀρθοποδήσει, ἀπὸ συμφέρον κι ἀπὸ φθόνο. Ὅλοι οἱ πνευματικοὶ σαλταδόροι ἔχουνε πιάσει τὰ πόστα. Καὶ εἶναι δεμένοι μεταξύ τους, ὅπως εἶναι οἱ κάμπιες κολλημένες ἡ μία πάνω στὴν ἄλλη. Μόλις τὶς χωρίσει κανένας ψοφᾶνε. Ἔτσι πρέπει νὰ γίνει καὶ μὲ τὶς ἀνθρωποκάμπιες ποὺ μαραζώνουνε τὸ ὁλόδροσο πνευματικὸ δέντρο τῆς φυλῆς μας».
.             Σὲ καιρούς, «σακάτικους» σὰν τοὺς δικούς μας, ὅπου νοθεύονται τὰ καίρια τοῦ βίου μας, ἔλειψαν καὶ οἱ γενναῖες φωνές, οἱ πολεμήτορες τοῦ πρόστυχου, τοῦ ἀνήθικου καὶ τοῦ ἄδικου. Στέρεψε αὐτὸς ὁ τόπος. Πάσχα ἔρχεται καὶ βουίζουν τὰ αὐτιά μας ἀπὸ τὶς τσιρίδες τῶν «γνωμηγητόρων»: «στὰ ὕψη οἱ τιμές», «ἀβοήθητοι οἱ καταναλωτές». Τὸ τηλεοπτικὸ «σπήλαιο ληστῶν» μαγαρίζει τὸ πανηγύρι τῆς Ὀρθοδοξίας. Προσκαλοῦν σὲ τραπέζια μὲ …εἰδωλόθυτα οἱ ἄθεοι, μαγαρίζουν οἱ καντιποτένιοι τὸ χαροποιὸν πένθος τῆς Ἐκκλησίας μας. Ξεθάβουν καὶ τὸν φραγκολεβαντίνο Κοραὴ γιὰ τὸ “Ἅγιο Φῶς”, λύσσαξαν τὰ ταγκαλάκια. Ὀρθοδοξία, Πάσχα ἀκοῦν καὶ γυαλίζει τὸ μάτι τους. Εἶναι οἱ σύγχρονοι Ἰοῦδες. Πάσχουν καὶ αὐτοὶ ἀπὸ αὐτὸ ποὺ ἔπαθε ὁ Ἰούδας. Δὲν μπόρεσαν νὰ ἀγαπήσουν τὸν Χριστό. Ὁ Ἰούδας εἶναι ὁ φυσικὸς πρόγονος ὅλων τῶν ματαιόδοξων διανοητῶν, ὅλων τῶν καιρῶν κι ὅλου τοῦ κόσμου. Ὑπάρχουν ὅμως οἱ δικοί μας, οἱ ἅγιοι, οἱ ταπεινοὶ τῇ καρδίᾳ, ποὺ χωρὶς πτωχοαλαζονεῖες καὶ μωρὲς ἐπιδείξεις κηρύσσουν καὶ διδάσκουν: «Ὅλες οἱ πίστεις εἶναι ψεύτικες…μόνη ἡ πίστις τῶν Ὀρθοδόξων εἶναι καλὴ καὶ ἁγία. Τοῦτο σᾶς λέγω τώρα. Νὰ εὐφραίνεσθε ὅπου εἶσθε Χριστιανοὶ», μᾶς κανοναρχεῖ ὁ Ἅγιος Κοσμᾶς ὁ Αἰτωλός.

Δημήτριος Νατσιός
δάσκαλος-Κιλκὶς

Η Ανάσταση πού άργησε…


ΜΕΓΑΛΟ ΣΑΒΒΑΤΟ βράδυ. Ο Γέροντας, λαμπροφορεμένος, υποδεχόταν τον κόσμο και έ­παιρνε τις λειτουργίες. Είχε ετοιμάσει τα καντή­λια από νωρίς. Έτοιμα όλα, σβηστά. Άρχισε το «Ευλογητός», πήρε καιρό μέσα στά μαύρα του τα ράσα, με τους βοστρύχους των μαλλιών και των γενειών του να λάμπουν.
     Σοβαρός-σοβαρός. Ανοι­γόκλεινε την πόρτα, παραπατούσε, αλλά έτρεχε κιόλας, προσκυνούσε τις Δεσποτικές εικόνες, τον θρόνο, έμπαινε στο Ιερό, έπαιρνε τις λειτουργί­ες, ψέλναμε τον Κανόνα «Κύματι θαλάσσης». Δεν είχε ο Γέροντας χρόνο κοσμικό, είχε χρόνο λει­τουργικό. Μαζευόταν ο κόσμος, πολύς κόσμος. Χριστιανοί, που τον αγαπούσαν, αλλά και άλλοι από την γειτονιά δρασκέλιζαν την μάντρα, σκύβον­τας από το μικρό πορτάκι, άρρωστοι, νοσοκόμες, γιατροί.   Καθυστερούσε ο Γέροντας. Σβηστά τα φώτα. Ψέλναμε, ξαναψέλναμε, δεν έβγαινε να πη το «Δεῦτε, λάβετε φῶς».
 Έφευγα από το ψαλτήρι, να πάω στο Ιερό, μου έλεγε:
«Ξέρω, ξέρω». Αδημο­νία. Οι άλλες εκκλησίες σήμαναν ήδη Ανάσταση, βαρελότα πέφτανε κι αυτός δεν έβγαινε.
«Ξέρω, ξέ­ρω», μου λέει.»Όποιος θέλει να φύγη. Δέν μπορεί. Ας τους βάλουμε στην εκκλησία, τά προβατάκια του Χριστού μας, Βαγγέλη. Μέσα στην κιβωτό είναι μιά φορά τόν χρόνο. Ας καθυστερήσουν. Ψάλλε εσύ, ψάλλε».
«Τά είπα, Γέροντα, πάλι καί πάλι».
Τέλος πάντων, βγήκε. Άλλο πανηγύρι. ‘Εκουνούσε την λαμπάδα γελώντας, 

βλέποντας το φως. «Επεφταν οι Χριστιανοί κι εκείνος εκουνούσε την λαμπάδα του. Πήραν το φως, διαδόθηκε παντού, έξω στις αυλές. Ψέλναμε: «Την Ἀνάστασίν Σου, Χριστέ Σωτήρ». Βγήκαμε, καθυστερούσε, χαιρε­τούσε, ευλογούσε, σταύρωνε. Ανέβηκε σ’ ένα πε­ζούλι, απέναντι από τον ναό, και πήγαινε πέρα-δώθε. Γελούσε, έλαμπε το πρόσωπο του, σωστό παιδί. Ό κόσμος περίμενε το Εύαγγέλιο.
  Άφού «έπαιξε» κάμποσο, πηγαίνοντας πέρα-δώθε, εστάθη. Άνοιξε το Ευαγγέλιο, δόξασε την Αγία Τριάδα, διάβασε το κείμενο, το εωθινό, όχι το σύνηθες, αλλά το άλλο, το μεγαλύτερο. Δόξα σοι, είπε το «Χριστός Ἀνέστη», χτύπησαν οι καμ­πάνες. Δεν είχαν πολλά βαρελότα. Ψέλναμε όλοι, όλος ο λαός. Νέα χαρά τώρα. «Χριστός Ἀνέστη», φώναζε. Περιδιάβαινε στο πεζούλι, μετά χάθηκε στον κόσμο. Είχε πάει η ώρα 1:30. Μπήκαμε στην εκκλησία.
 «Ψάλτε, ψάλτε», έλεγε. Λιβάνιζε σε κάθε ωδή. Ψέλναμε τις Καταβασίες. Εάν μας ξέφευγε κανένα τροπάριο και το λέγαμε μόνο μια φορά, αυτός μας έλεγε:
 «Πές το πάλι». Μνημόνευε στήν πρόθεση χιλιάδες ονόματα. Ειχε πάει 2:30 το πρωί. Ο κόσμος είχε εγκλωβιστεί. Μόνον οι Έλληνες ξέ­ρουν τι σημαίνει, να πας κάπου να αναστήσης και μετά να πας να φας. Ακόμα και οι Χριστιανοί θέ­λουν να είναι 2 η ώρα στο τραπέζι κι εμείς μόλις που είχαμε αρχίσει.
  Είπα το «Ὅσοι εἰς Χριστόν», τον Απόστολο, δια­βάστηκε και το Ευαγγέλιο και ήρθε η ώρα των κατηχουμένων. Τρείς την νύχτα άρχισε να μνημονεύη τους ζωντανούς, χιλιάδες ονόματα. Πολλοί έφυγαν από την εκκλησία. Πήγε η ώρα 4:00 κι ακόμα να βγουν τα Άγια. Τέλος πάντων, ευδόκησε να πάψη τα μνημόνια. Βγήκαν τα Άγια κι άρχισε πάλι να μνημονεύη. Μπήκα στο Ιερό και μου λέει: «Χαίρον­ται, Βαγγέλη μου, χαίρονται οι πεθαμένοι». Κι εγώ του απαντώ: «Δεν ξέρω αν χαίρωνται οι πεθαμέ­νοι. Οι ζωντανοί όμως;».
 Μου λέει: «Χαίρονται κι αυτοί, Βαγγέλη μου, ψάλλε, ψάλλε». Καί τι να ψάλλω; Περίμενα να τελειώση.
Τελείωσε, μας κοινώνησε όλους, μας έδωσε ό­λα του τα κρασιά και τα πρόσφορα και τ’ αυγά, και φύγαμε κατά τις 5:00. Σκέφθηκα: «Δεν ξανάρχομαι του χρόνου, απαπαπα!!!».
Τον επόμενο χρόνο δεν λειτούργησε. Ήταν η τελευταία πασχαλιάτικη Λειτουργία, που έκανε μόνος του, με το ποίμνιό του, ο ποιμένας ο καλός, ο ευλογημένος».
πηγή:Σίμωνος Μοναχού, π. Ευμένιος – ο κρυφός Άγιος της εποχής μας, Αθήναι 2009, σσ. 110-114.

Θεολογικό σχόλιο στον Κανόνα της Αναστάσεως

Επιλεγόμενα.

Εκ της προηγηθείσης εκθέσεως δυνάμεθα να συναγάγωμεν τα ακόλουθα συμπεράσματα:

1. Κατά την ορθόδοξον διδασκαλία η Ανάστασις αποτελεί την κεντρικωτέραν στιγμήν του σωτηρίου έργου του Χριστού. Το έργον τούτο αρχόμενον από της στιγμής της θείας ενανθρωπήσεως και κορυφούμενον εν τω σωτηρίω πάθει σφραγίζεται ανεξιτήλως και κυρούται υπό της ενδόξου εκ νεκρών Εγέρσεως του Σωτήρος. Η Ανάστασις θεωρείται ως η λαμπροτέρα πιστοποήσις και το περιφανές επιστέγασμα της προαιωνίου βουλής του Θεού, της αφορώσης εις την απολύτρωσιν του πεπτωκότος εις την αμαρτία ανθρώπου.

2. Εν τη Αναστάσει του Κυρίου ο άνθρωπος καταξιούται εις τας γνησίας και αληθείς διαστάσεις αυτού, ως λογικού δημιουργήματος της απειροσόφου βουλής και ενεργείας του Θεού. Εξ αυτής (της Αναστάσεως) ελλείπει παντελώς το ξένον και παρασιτικόν στοιχείον της φθοράς. Η φύσις καθοράται ακεραία και αμιγής, ελευθέρα του άχθους της προγονικής παραβάσεως.

Εν τη Αναστάσει ο άνθρωπος ανευρίσκει το υπό της αμαρτίας παρασαλευθέν και μετατοπισθέν μεταφυσικόν κέντρον της υπάρξεώς του, ανευρίσκει τον ρυθμό της πραγματικής του ζωής, της παρά Θεού προορισθείσης και ηθελημένης. Εν τη Αναστάσει ο εν τω Λόγω λόγος του ανθρώπου ταυτίζεται μετά της εμπειρικής του φύσεως, ως αΐδιος προορισμός πραγματοποιηθείς εγχρόνως εν τω σχεδίω της θείας περί τον άνθρωπον οικονομίας. Εν τη Αναστάσει ο άνθρωπος καθοράται απηρτισμένος και τέλειος.

3. Η Ανάστασις αποτελεί θριαμβικόν γεγονός καθολικής σημασίας και δυνάμεως. Ως κατ’ εξοχήν έκφρασις του βασιλικού αξιώματος του Χριστού, σημαίνει νίκην περίδοξον και κραταιάν. Είναι νίκη συντριπτική κατά του θανάτου. Δι’ αυτής ο θάνατος ηττάται εις τέλος. Ως οψώνιον και κέντρον της αμαρτίας αποβάλλει ούτος τον χαρακτήρα αυτού ως δουλείας υπό την φθοράν, ως σημείου της προγονικής αποστασίας, ως χώρου επικυριαρχίας του εχθρού. Εν τη Αναστάσει ανακεφαλαιούται η παλιά ήττα του Αδάμ και συντρίβεται η ισχύς του πλάνου και ανθρωποκτόνου. Ο άδικος του ανθρώπου εκπορθητής τροπούται δικαίως υπό του παμβασιλέως.

4. Την κατά του θανάτου νίκην της ζωής τρανότατα φανερώνει η εις ‘Aδου κάθοδος του Λυτρωτού. Η κάθοδος αύτη είναι το φωτεινόν προμήνυμα της Εγέρσεως, η ετέρα όψις της αναστασίμου νίκης του Χριστού. Ο ‘Aδης ως σκοτεινή του θανάτου περιοχή, ως σφραγίς του κέντρου και της δυνάμεως της αμαρτίας, δέχεται πλήγμα θανάσιμον υπό του παραδόξου Επισκέπτου του. Δεν δύναται να κρατήση εις τα σπλάγχνα του τον της Παρθένου Υιόν. Εν αυτώ δεν ευρίσκει την γνώριμον και καθολικήν σφραγίδα της ανθρωπίνης διαφθοράς. Κατά τα φαινόμενα δέχεται εις το κράτος του φύσιν βροτού, υπ’ αυτήν όμως συναντά την απειροδύναμον ουσία του Θεού. Επί τη παραδόξω ταύτη συναντήσει αναμοχλεύονται τα βάθη του. Μη δυνάμενος να κρατήση εν τη κοιλία του την απάντων Ζωήν, εξεμεί μετ ‘ αυτής και το μακάβριον περιεχόμενον της κακουργίας του. Ο προβολεύς της Ζωής αφανίζει τα ζοφερά σκότη του θανάτου, καταργεί τας σκιερότητας τους ψεύδους και της ανομίας. Ο ‘Aδης αποτελεί την σκοτεινήν επίφασιν της αμαρτίας. Στηριζόμενος επί της ματαιότητος της αδικίας, είναι οικοδόμημα ετοιμόρροπον και σαθρόν. Εν πνεύμα της θείας δικαιοσύνης ήρκει δια να σωρεύση τούτο εις ερείπια.

5. Η κατάργησις του θανάτου σημαίνει και παράλληλον κατάργησιν της φθοράς. Η φθορά αποτελεί την φυσικήν του θανάτου συνέπειαν. Η αποσύνδεσις του ζώου και η διάλυσις του φυσικού μέρους αυτού (του σώματος), μη παρά Θεού ηθελημένα, είναι καταστάσεις αφύσικοι, προϊούσαι εκ των ερειπείων του αρχαίου κήπου της Εδέμ. Φθορά και θάνατος είναι έννοιαι ταυτόσημοι. Ούτω δια της Αναστάσεως, αναιρεθέντος του θανάτου, συναναιρείται και η σύστοιχος προς τούτον φθορά. Η κάθοδος του Κυρίου εις τον ‘Aδην διεκπορθούσα τον θάνατον, αφανίζει συγχρόνως και την οφειλομένην εις τούτον φθοράν.

6. Η ορθόδοξος σωτηριολογία βλέπει εν τη Αναστάσει την πραγμάτωσιν του ειδικού λόγου του σωτηρίου έργου του Χριστού. Είναι δε ο λόγος ούτος η δια της Αναστάσεως συντριβή της δυνάμεως του διαβόλου, η νέκρωσις του θανάτου και ο αφανισμός της δια της αμαρτίας επικαθισάσης επί της φύσεως του πεπτωκότος φθοράς. Δια της Αναστάσεως η πεπτωκυία φύσις του Αδάμ εγείρεται εις αφθαρσίαν και ζωήν. Λυτρούται εκ της αρπάγης του ανθρωποκτόνου και ελευθερούται εκ της σιδηροπαγούς του θανάτου λαβής. Αποτινάσσει τα της νεκρώσεως δεσμά. Το στοιχείον τούτο δια της Αναστάσεως ελευθερώσεως της φύσεως εξαίρει ιδιαζόντως η ορθόδοξος σωτηριολογία. Το στοιχείον της δια του Πάθους του Χριστού ικανοποιήσεως της θείας δικαιοσύνης (υπό την νομικήν της λέξεως αντίληψιν ) ενυπάρχει μεν εις αυτήν, κατέχει όμως πάντοτε θέσιν δευτερεύουσαν. Το προέχον δεν είναι απλώς η δια του Πάθους του Κυρίου άρσις της ενοχής του αμαρτωλού και η ικανοποίησις της δια της αμαρτίας τρωθείσης δικαιοσύνης και αγιότητος του Θεού, αλλά παραλλήλως προς ταύτα και πέραν τούτων η ελευθερία και αποκατάστασις της φύσεως εις την αρχαίαν ολοκληρίαν αυτής, η ανακαίνισις και καταλάμπρυνσις αυτής δια του φωτός της δόξης του Χριστού. Η σωτηρία του ανθρώπου δεν νοείται δια κατηγοριών δικανικών και νομικών, αλλ’ ως θέωσις της φύσεως, ως ένωσις αδιάστατος και αδιαχώριστος μετά του Θεού, ως κληρονομία της μακαρίας δόξης της Τριάδος, ως ζωή εν τω αιώνι και τη μακαριότητι των ουρανών. Εν πάση όμως περιπτώσει δέον όπως επιμελώς αποφεύγωνται αι εν προκειμένω σωτηριολογικαί εκείναι ακρότητες, αι οποίαι, εξαίρουσαι αποκλειστικώς ταύτην ή εκείνην την σωτηριολογικήν άποψιν, αποκλείουν εκ του περισκοπίου των οιανδήποτε άλλην.

7. Η Ανάστασις του Χριστού είναι δια την Ορθοδοξίαν η κατ’ εξοχήν πνευματική πανήγυρις και εορτή. Είναι εορτή κυρία και βασιλίς. Εν τω ορθοδόξω εορτολογίω αύτη δεσπόζει και κυριαρχεί ασφυκτικώς. Ευρίσκεται δε πάντοτε εν εναρμονίω οργανική συνδέσει μετά του ιλαστηρίου πάθους του Χριστού. Δια την ορθόδοξον Ανατολήν Σταυρός και Ανάστασις αποτελούν συνεδεομένας και αχωρίστους στιγμάς ενός και του αυτού σωτηριολογικού έργου, επιμέρους όψεις μιας και της αυτής σωτηριολογικκής ενότητος, ενός και του αυτού λυτρωτικού Πάσχα. Εν τω Σταυρώ υποφώσκει η Ανάστασις, εν τη Αναστάσει ενυπάρχει ο Σταυρός. Πάσχα σταυρώσιμον και Πάσχα αναστάσιμον, η ενιαία θριαμβική στιγμή της ανακλήσεως και σωτηρίας του πεπτωκότος!

8. Εν τη Αναστάσει του Χριστού η Ορθόδοξος Καθολική Εκκλησία μυστικώς καθρεπτίζεται, βλέπει την ιδικήν της φυσιογνωμίαν, ελέγχει την ιδικήν της ταυτότητα. Η Ανάστασις αποτελεί το φωτεινόν όριον της ιδικής της πληρώσεως, τον πόλον έλξεως της δυναμικής της τελειώσεως, τον πνευματικόν χώρον της ουρανοδρόμου εν τη ιστορία πορείας της. Εν τη Αναστάσει αισθάνεται αύτη τον ιδικό της εσωτερικόν παλμόν, βλέπει αναγλύφους τους πνευματικούς εκστασιασμούς και τας ενατενίσεις της. Η φωτεινότης του ενδόξου μηνύματος συνέχει την καρδία της, διεμπυρίζει την χριστόμορφον σάρκα της, εξαντλεί τον πνευματοκίνητον δυναμισμόν της. Αι πνευματικαί διαστάσεις της Ανάστασεως -η ανακαίνισις, η αφθαρσία, η καταλάμπρυνσις και η θέωσις της φύσεως- αποτελούν την πνευματικήν της ιδιαιτερότητα, τον στόχον τον ένθεον προς τον οποίον κατατείνουν ο πνευματικός αγών, η άσκησις και το εσχατολογικόν ιδεώδες και τέλος της. Η Ορθοδοξία είναι στενότατα συνδεδεμένη μετά της Αναστάσεως, η ψυχή της είναι αρρήκτως συνηφασμένη μετά της ζωηφόρου Εγέρσεως. Εκτός της Αναστάσεως δεν δύναται να ζήση η Ορθοδοξία, η χριστόμορφος Νύμφη της Βασιλείας, το άχραντο σώμα του βασιλέως της δόξης. Όστις δεν ενεβαπτίσθη εις το αναστάσιμον κλίμα της Ορθοδοξίας, όστις δεν συνεχρονίσθη εις τον αναστάσιμον ρυθμό της και όστις δεν ηκροάσθη της μυστικής αναστασίμου αρμονίας της, ούτος ουδέν απολύτως εγνώρισε περί του βάθους και της θεοδυνάμου ουσίας της!

9. Η Ανάστασις είναι το φωτεινόν σημείον εν τω οποίω χριστοποιείται και αφθαρτίζεται ο χρόνος. Είναι το νυν και το αεί της Βασιλείας. Είναι ο νέος αιών, η απαρχή της νέας πνευματικής κτίσεως, το χρυσούν κέντρον εν τω οποίω ο μεν χρόνος ανατείνει και πληρούται εις το έσχατον, το δε έσχατον συγκλίνει και ενούται μετά του χρόνου. Η Ανάστασις εγκανιάζει τον νέο αιώνα, είναι η επί των υδάτων της γης ανάκλασις του αφθάρτου αιώνος του Θεού. Είναι η κλητή και αγία ημέρα, η καινή και καινοποιός, η μυστική και άφθιτος Ογδοάς, ο άϋλος χρόνος και η φαεινή σαρξ της απεράντου θείας αιωνιότητος. Είναι η μία των Σαββάτων, η απαρχή της νέας κτίσεως, το φύραμα του νέου πνευματικού και ανακεκαινισμένου κόσμου. Ο ζων την Ανάστασιν ζη την αιωνιότητα, βιοί εν χρόνω το άχρονον. Διότι η Ανάστασις είναι άφθαρτος σύγκρασις του Πλάστου μετά του πλάσματος, η φαεινή περιχώρησις του Κτίστου μετά του κτίσματος. Εν τη Αναστάσει η κτίσις αναθάλλει εις την αρχαίαν ευγένειαν, ενδύεται την θεία αμαρυγήν και ωραιότητα, αποστίλβει την άπειρον του Θεού λαμπηδόνα και φωτεινότητα, ενούται μετά της μαρμαρυγής της απείρου τριαδικής ενέργειας και λαμπρότητος. Η Ανάστασις είναι το τέλος, φωτεινότερον και λαμπρότερον της απαρχής, ο άρρητος θείος προορισμός, ο εξερχόμενος εκ του βάθους της απείρου τριαδικής βουλής. Είναι η σιγή της θεολογίας και η διάτορος κραυγή της οικονομίας. Είναι το κρυπτόν του Θεού, ενδεδυμένον τα φωτεινά ιμάτια της αποκαλύψεως. Εν τη Αναστάσει καθοράται πλήρης η φανέρωσις του Θεού, αναλάμπουν άπασαι αι ιδιότητες της απορρήτου ουσίας του Θεού, αι θείαι ακτίνες αι περικοσμούσαι την άπειρον και απερινόητον θείαν ουσίαν. Εν τη Αναστάσει καθοράται η αλήθεια του όντος εν τη αληθεία του απείρου Θεού. Η Ανάστασις είναι η συμπερίληψις του αυθεντικού και γνησίου είναι, ο εναρμόνιος λόγος πάσης φύσεως και μεταφυσικής υπάρξεως. Εκτός της Αναστάσεως υπάρχει το ψεύδος και η αναλήθεια, η νέκρωσις του θανάτου και η παγερότης της ανυπαρξίας. Υπάρχει η φθορά και ο αιώνιος πνευματικός όλεθρος!

Πάσχα Κυρίου Πάσχα, Α. Θεοδώρου, εκδ. Αποστολική Διακονία, Αθήνα 1991, σελ. 56-60