ΑΚΟΛΟΥΘΙΑ ΤΟΥ ΕΥΑΓΓΕΛΙΣΜΟΥ ΤΗΣ ΜΕΤΑΣΤΑΣΕΩΣ ΤΗΣ ΥΠΕΡΑΓΙΑΣ ΔΕΣΠΟΙΝΗΣ ΗΜΩΝ ΘΕΟΤΟΚΟΥ ΚΑΙ ΑΕΙΠΑΡΘΕΝΟΥ ΜΑΡΙΑΣ

 

ΟΝ ΕΔΕΞΑΤΟ ΕΝ ΤΩ ΟΡΕΙ ΤΩΝ ΕΛΑΙΩΝ ΠΑΡΑ ΤΟΥ

ΑΡΧΑΓΓΕΛΟΥ ΓΑΒΡΙΗΛ.

 a

Εποιήθη εν Αγίω Όρει υπό

Γερασίμου Μοναχού Μικραγιαννανίτου

Υμνογράφου της Μεγάλης του Χριστού Εκκλησίας 1982.

 

Προνοία δε του Αρχιμανδρίτου Ευδοκίμου Σαββαΐτου, νυν

Πνευματικού της Ιεράς Λαύρας του Αγίου Σάββα του

Ηγιασμένου εν Παλαιστίνη.

 

ΠΡΟΛΟΓΟΣ

Εις την πόλιν Ναζαρέτ ο Αρχάγγελος Γαβριήλ έφερε το μήνυμα της ελεύσεως του Θεανθρώπου Σωτήρος Ιησού Χριστού εις την Υπεραγίαν Θεοτόκον. Τώρα δε εις το Όρος των Ελαιών (Μικρή Γαλιλαία) φέρει ο αυτός Αρχάγγελος το μήνυμα της Θείας Μεταστάσεως Αυτής μετά τρεις ημέρας εις τα ουράνια.

Αυτό το γεγονός συμφώνως προς την παράδοσιν της Αγίας ημών Εκκλησίας εορτάζομεν την δωδεκάτην Αυγούστου εκάστου έτους.

Ιδιαιτέραν λαμπρότητα αποκτά τούτο το γεγονός εις τον τόπον όπου τούτο εγένετο και όπου οι πιστοί ανήγειραν και Ιερόν Παρεκκλήσιον.

Η Αγνή Κόρη επί ένδεκα έτη καθημερινώς μετά την Θείαν Ανάληψιν του Υιού Αυτής μετέβαινεν εις τον Ιερόν αυτόν τόπον και εκεί προσηύχετο.

Εις τον τόπον όπου έχει ανεγερθεί το παρεκκλήσιον του δευτέρου Ευαγγελισμού οι πιστοί προσκυνούν το σημείον όπου η Θεοτόκος προσηύχετο και όπου συμφώνως προς τα εγκώμια τα οποία είναι γεγραμμένα εις την εξωτερικήν βορείαν όψιν του Ναού:

«Άγγελος Κυρίου, προ τριών ημερών

παραγίνεται προς σε την Πανάμωμον

την μετάστασιν γνωρίζων σοι την σην.

Προσκομίζει κλάδον φοίνικος σοι Σεμνή

σύμβολον της σης ανυψώσεως

ο Αρχάγγελος πεμθείς εξ ουρανού.

Κλίνουσι τους κλάδους τα του  όρους φυτά

και προσμένουσι το σέβας πανάχραντε

ως Δεσποίνη σοι πληρούντα την τιμήν.»

Η παρούσα Ακολουθία παρεχωρήθη ευχαρίστως προς έκδοσιν υπό του λίαν μοι αγαπητού πνευματικού αδελφού και φίλου  πατρός Ευδοκίμου και νυν πνευματικού της Αγίας Λαύρας του Αγίου Σάββα.

Αρχιμ. Παντελεήμων Δ. Πούλος  Ιεροσόλυμα 12-8-03

 

Απολυτίκιον του Ευαγγελισμού της Μεταστάσεως της Υπεραγίας Δεσποίνης ημών Θεοτόκου και Αειπαρθένου Μαρίας, υπό του Αρχαγγέλου Γαβριήλ.

Ήχος δ’. Ταχύ προκατάλαβε.

Το ένθεον μήνυμα, προς ουρανόν από γης, της σης Μεταστάσεως, εν όρει των Ελαιών, εδέξω Πανάχραντε. Όθεν τη ση Κοιμήσει, αίνον άδοντες θείον, υμνούμέν σε Θεοτόκε, και πιστώς εκβοώμεν˙ χαίρε η μεταστάσα, εκ γης προς τα ουράνια.

Αυγούστου ιβ’

Ανάμνησις ποιούμεν του ευαγγελισμού της Μεταστάσεως της Υπεραγίας Δεσποίνης ημών Θεοτόκου και Αειπαρθένου Μαρίας, υπό του Αρχαγγέλου Γαβριήλ.

ΕΝ ΤΩ ΜΙΚΡΩ ΕΣΠΕΡΙΝΩ.

Ιστώμεν στίχους δ’. και ψάλλομεν τα εξής Προσόμοια.

Ήχος β’. Ότε εκ του ξύλου.

Ότε Γαβριήλ ο θαυμαστός, άνωθεν κατέπτη Παρθένε, εν όρει των Ελαιών, τότε σοι εμήνυσεν εν ευλαβεία πολλή, την λαμπράν σου Μετάστασιν, εκ γης προς τα άνω, ην προεορτάζοντες, αναβοώμέν σοι˙ χαίρε Θεοτόκε Παρθένε, σκέπη και θερμή προστασία, των ειλικρινώς μακαριζόντων σε.

Φόβω παρεστώτες τω σεπτώ, τόπω Παναγία Παρθένε, εν όρει των Ελαιών, ένθα Κόρη ίστασο, προσευχομένη θερμώς, τω Υιώ σου Πανύμνητε, την σην παναγίαν, Κοίμησιν δοξάζομεν, πιστώς βοώντές σοι˙ Σκέπε ημάς πάσης ανάγκης, και πταισμάτων άφεσιν δίδου, ταις προς τον Υιόν σου παρακλήσεσιν.

Άνωθεν ελθών ο Γαβριήλ, άγγελμα φαιδρόν σοι κομίζει, εκ του Υιού σου Αγνή, της σης Μεταστάσεως, προς τα ουράνια, μετά τρεις δε Πανύμνητε, ημέρας ανήλθες, προς τα υπερκόσμια Κόρη βασίλεια˙ όθεν και του Όρους τα δένδρα, σοι τη Βασιλίσση των όλων, έκλιναν τιμήν σοι απονέμοντα.

Ίδε τους συντρέχοντας Αγνή, πίστει και θερμή ευλαβεία, ένθα επάτησαν, πόδες σου οι άγιοι, προσευχομένης σου, και εόρτια άσματα, άδοντες απαύστως, τη σεπτή Κοιμήσει σου Θεοχαρίτωτε, χάριν αυτοίς νέμουσα θείαν, και παθών παντοίων την λύσιν, και πλημμελημάτων απολύτρωσιν.

Δόξα, και νυν. Ήχος δ’.

Της του Θεού σαρκώσεως την αχειρότευκτον σκηνήν, ως των ουρανών πλατυτέραν, και σωτηρίαν ημών, την Θεοτόκον Μαρίαν, πάσαι αι γενεαί υμνήσωμεν˙ άνωθεν γαρ εδέξατο, ως μυστηρίων θησαυρός, το χαρμόσυνον ρήμα, της εαυτής Μεταστάσεως, εν τώδε αγίω τόπω, εν ώ εστώτες βοώμεν˙ Πανύμνητε Δέσποινα, μη παύση πρεσβεύουσα, υπέρ των ψυχών ημών.

Απόστιχα.  Ήχος β’. Οίκος του Εφραθά.

Ότε τω σω Υιώ, εν τώδε σεπτώ τόπω, προσηύχου Θεοτόκε, ομφήν θείαν εδέξω, της θείας σου Κοιμήσεως.

Στίχ. Ανάστηθι Κύριε εις την ανάπαυσίν σου…

Χαίρων ο Γαβριήλ, μηνύει σοι Παρθένε, την σην προς τον Υιόν σου, Μετάστασιν αγίαν, ην πόθω μεγαλύνομεν.

Στίχ. Το πρόσωπόν σου λιτανεύσουσιν οι πλούσιοι του λαού.

Άπαντα τα φυτά, εν όρει Ελαιώνος, ότε διήρχου Κόρη, υπέκλιναν δηλούντα, τα θεία μεγαλείά σου.

Δόξα. Τριαδικόν.

Τέτοκας εν σαρκί, τον ένα της Τριάδος, Πατρός η ευδοκία, και επελεύσει Κόρη, του Παναγίου Πνεύματος.

Και νυν. Θεοτοκίον.

Δόξη υπερφυεί, πεποικιλμένη Κόρη, μετέστης τω Υιώ σου˙ διο σου την αγίαν, Μετάστασιν δοξάζομεν.

Νυν απολύεις, το τρισάγιον, το Απολυτίκιον εκ του Μεγάλου Εσπερινού και απόλυσις.

 

ΕΝ ΤΩ ΜΕΓΑΛΩ ΕΣΠΕΡΙΝΩ

Μετά τον Προοιμιακόν, το Μακάριος ανήρ. Εις δε το Κύριε εκέκραξα ιστώμεν στίχους στ’. Και ψάλλομεν τα εξής Προσόμοια.

Ήχος α’. Ώ του παραδόξου θαύματος!

Ώ του παραδόξου  θαύματος! Γαβριήλ ο λαμπρός, καταπτάς εμήνυσεν, εν όρει των Ελαιών, τη Θεομήτορι, την ταύτης προς τον Υιόν, μετά την τρίτην ημέραν Μετάστασιν˙ ην πίστει οι ευσεβείς, υμνολογούντες συμφώνως βοήσωμεν˙ Κεχαριτωμένη χαίρε, μετά σου ο Κύριος, ο προς άρρητον δόξαν, μεταστήσας σε Πανύμνητε.

Βαβαί των σων θαυμασίων Αγνή! Ως Θεού Μητρί σοι, άπαντα υπέκλιναν, του όρους των Ελαιών, τα δένδρα Πάναγνε, ηνίκα τω σω Υιώ, εν τώδε ευχάς προσανέπεμπες˙ ώ πίστει οι ευσεβείς, προεορτίους ωδάς αναφέρομεν, Κεχαριτωμένη Κόρη, τη σεπτή Κοιμήσει σου, εν η ήρθης εν δόξη, προς ουράνια βασίλεια.

Της σης λαμπρής Μεταστάσεως, την αγίαν μνήμην, και κοσμοχαρμόσυνον, υμνούντες πανευσεβώς, προεορτάζομεν, Παρθένε Μήτερ Θεού, των Ελαιών εν τω όρει ιστάμενοι, εν ώπερ ο Γαβριήλ, την ιεράν σου αυδήν προσεκόμισε, Κεχαριτωμένη Κόρη, χαίρε, εκβοώντές σοι, η παρέχουσα πάσι, ιλασμόν και θείον έλεος.

Προσόμοια έτερα. Ήχος δ’. Ως γενναίον εν Μάρτυσιν.

Ως εφέστηκεν Άχραντε, ο καιρός καθ’ όν έμελλες, μεταβήναι Δέσποινα προς ουράνια, και υπερκόσμια δώματα, τότε σοι απέστειλεν, ο Υιός σου και Θεός, το χαρμόσυνον άγγελμα, και ανέδραμες, υπ’ Αγγέλων Παρθένε υμνουμένη, ως Βασίλισσα των όλων, προς βασιλείαν αΐδιον.

Γαβριήλ ο Αρχάγγελος, το λαμπρόν ευαγγέλιον, της σης Μεταστάσεως προσεκόμισεν, εν τώδε τόπω ω ίστασο, ευχομένη Άχραντε, τω Υιώ σου και Θεώ, ένθα πίστει προστρέχοντες, προεόρτιον, τη Κοιμήσει σου άδομεν Παρθένε, υμνωδίαν την θερμήν σου, δοξολογούντες αντίληψιν.

Θαύμα μέγα τεθέαται, Θεοτόκε Πανύμνητε˙ τα γαρ δένδρα άπαντά σοι υπέκλιναν, ότε ανήρχου προσεύξασθαι, τω Υιώ σου Άχραντε, εν τω όρει Ελαιών˙ συ γαρ θαύμα πανθαύμαστον, ώφθης άπασι, τον Θεόν των απάντων συλλαβούσα, και τεκούσα απορρήτως, δίχα τροπής και συγχύσεως.

Δόξα, και νυν. Ήχος πλ. β’.

Τίς αξίως υμνήσει, τα παμφαή μεγαλείά σου, Θεοτόκε Παρθένε; Υπέρ φύσιν γα τα σα πάντα πέλει, ότι τον Θεόν αρρήτως τέτοκας, ώ πάντα υπείκει, και ξένα και παράδοξα, εν σοι εργασάμενον˙ και την σην προς ουρανούς Μετάστασιν, δι’ Αγγέλου μηνύσας, εν τώδε αγίω τόπω, μετά τρεις ημέρας εν δόξη σε παρέλαβε, προς τα ουράνια βασίλεια˙ ώ παρεστώσα Άχραντε, απαύστως πρέσβευε, δίδοσθαι ημίν το θείον έλεος.

Είσοδος, Φως ιλαρόν, το Προκείμενον της ημέρας, και τα Αναγνώσματα.

Γενέσεως το Ανάγνωσμα.

(Κεφ. κη’. 10).

Εξήλθεν Ιακώβ από του φρέατος του όρκου, και επορεύθη εις Χαρράν, και απήντησε τόπω, και εκοιμήθη εκεί˙ έδυ γαρ ο ήλιος. Και έλαβεν από του λίθου του τόπου, και έθηκε προς κεφαλής αυτού˙ και εκοιμήθη εν τω τόπω εκείνω, και ενυπνιάσθη. Και ιδού κλίμαξ εστηριγμένη εν τη γη, ης η κεφαλή αφικνείτο εις τον ουρανόν˙ και οι άγγελοι του Θεού ανέβαινον και κατέβαινον επ’ αυτήν˙ ο δε Κύριος επεστήρικτο επ’ αυτής˙ και είπεν˙ Εγώ ειμί ο Θεός Αβραάμ του πατρός σου, και ο Θεός Ισαάκ, μη φοβού.  Η γη, εφ’ ης συ καθεύδεις επ’ αυτής, σοι δώσω αυτήν και τω σπέρματί σου. Και έσται το σπέρμα σου ωσεί άμμος της γης, και πλατυνθήσεται επί Θάλασσαν, και Λίβα, και Βορράν, και επί Ανατολάς˙ και ενευλογηθήσονται εν σοι πάσαι αι φυλαί της γης, εν τω σπέρματί σου. Και ιδού εγώ μετά σου, διαφυλάσσων σε εν τη οδώ πάση, ου εάν πορευθής, και αποστρέψω σε εις την γην ταύτην˙ ότι ου μη σε εγκαταλίπω, έως του ποιήσαί με πάντα όσα ελάλησά σοι. Και εξηγέρθη Ιακώβ από του ύπνου αυτού, και είπεν˙ Ότι έστι Κύριος εν τω τόπω τούτω, εγώ δε ουκ ήδειν. Και εφοβήθη και είπεν˙ Ως φοβερός ο τόπος ούτος! Ουκ έστι τούτο, άλλ’ ή οίκος Θεού˙ και αύτη η πύλη του ουρανού.

Προφητείας Ιεζεκιήλ το Ανάγνωσμα.

(Κεφ. μγ’. 27, μδ’. 1).

Έσται από της ημέρας της ογδόης και επέκεινα, ποιήσουσιν οι ιερείς επί το θυσιαστήριον τα ολοκαυτώματα υμών, και τα του σωτηρίου υμών, και προσδέξομαι υμάς, λέγει Κύριος Κύριος. Και επέστρεψέ με κατά την οδόν της πύλης των Αγίων της εξωτέρας, της βλεπούσης κατά ανατολάς˙ και αύτη ην κεκλεισμένη. Και είπε Κύριος προς με˙ Η πύλη αύτη κεκλεισμένη έσται, ουκ ανοιχθήσεται, και ουδείς ου μη διέλθη δι’ αυτής˙ ότι Κύριος ο Θεός Ισραήλ εισελεύσεται δι’ αυτής, και έσται κεκλεισμένη. Διότι ο ηγούμενος ούτος κάθηται επ’ αυτήν, του φαγείν άρτον. Κατά την οδόν του Αιλάμ της πύλης εισελεύσεται, και κατά την οδόν αυτού εξελεύσεται. Και εισήγαγέ με κατά την οδόν της πύλης της προς Βορράν, κατέναντι του οίκου˙ και είδον, και ιδού πλήρης δόξης ο οίκος Κυρίου.

Παροιμιών το Ανάγνωσμα.

(Κεφ. θ’. 1)

Η σοφία ωκοδόμησεν εαυτή οίκον, και υπήρεισε στύλος επτά. Έσφαξε τα εαυτής θύματα, και εκέρασεν εις κρατήρα τον εαυτής οίνον, και ητοιμάσατο την εαυτής τράπεζαν. Απέστειλε τους εαυτής δούλους, συγκαλούσα μετά υψηλού κηρύγματος επί κρατήρα, λέγουσα˙ Ος εστίν άφρων, εκκλινάτω προς με. Και τοις ενδεέσι φρενών είπεν˙ Έλθετε, φάγετε τον εμόν άρτον, και πίετε οίνον, ον κεκέρακα υμίν. Απολείπετε αφροσύνην, και ζήσεσθε˙ και ζητήσατε φρόνησιν, ίνα βιώσητε, και κατορθώσητε σύνεσιν εν γνώσει. Ο παιδεύων κακούς, λήψεται εαυτώ ατιμίαν. Ελέγχων δε τον ασεβή, μωμήσεται εαυτόν˙ οι γαρ έλεγχοι τω ασεβεί μώλωπες αυτώ. Μη έλεγχε κακούς, ίνα μη μισήσωσί σε˙ έλεγχε σοφόν, και αγαπήσει σε. Δίδου σοφώ αφορμήν, και σοφώτερος έσται˙ γνώριζε δικαίω, και προσθήσει του δέχεσθαι. Αρχή σοφίας, φόβος Κυρίου˙ και βουλή αγίων σύνεσις˙ το δε γνώναι νόμον, διανοίας εστίν αγαθής. Τούτω γαρ τω τρόπω πολύν ζήσει χρόνον, και προστεθήσεταί σοι έτη ζωής.

ΕΙΣ ΤΗΝ ΛΙΤΗΝ, ΙΔΙΟΜΕΛΑ

Ήχος α’.

Δαβιτικήν αναλαβόντες φωνήν, των ευσεβών αι χορείαι, ομοφώνως βοήσωμεν˙ Ανάστηθι Κύριε λέγοντες, εις την ανάπαυσίν σου, συ και η κιβωτός του αγιάσματός σου. Η γαρ Άχραντος Παρθένος, η νοητή και έμψυχος κιβωτός, των επιγείων μέλλουσα απαίρειν, εν τω αγίω του Ελαιώνος όρει, το εκ του Υιού εδέξατο ρήμα, δια θείου Αγγέλου˙ και εν δόξη πολλή, προς άνω κατέπαυσε βασίλεια, δια παντός πρεσβεύουσα, υπέρ των ψυχών ημών.

Ήχος β’.

Τον Υπερούσιον Λόγον συλλαβούσα, τη του Αγγέλου φωνή, ουσιωθέντα το ανθρώπινον, της αρχαίας κατάρας ερρύσω ημάς, Θεοτόκε Παρθένε, τη υπέρ νουν κυήσει σου˙ και νυν Αγγέλου αύθις φωνή, την προς τον Υιόν εκδημίαν μυηθείσα, χαράς αφάτου πεπλήρωσαι˙ ο γαρ Αρχάγγελος Γαβριήλ, εν τώδε τόπω επιστάς, χαίρέ σοι εβόα Κεχαριτωμένη˙ μετά τρεις γαρ ημέρας, ο σος Υιός ελεύσεται, παραλαβείν σε εις τα ουράνια.

Ήχος γ’.

Το της Θεότητος όχημα, και οικητήριον θείον, της υπέρ λόγον του Λόγου σαρκώσεως, την Θεοτόκον Μαρίαν, ανυμνήσωμεν λέγοντες˙ Συ ει ημών καταλλαγή, της προς Θεόν οικειώσεως, ως τεκούσα αφράστως, τον ημάς ρυσάμενον της του θανάτου φθοράς, Πανύμνητε Δέσποινα˙ ο αυτός και νυν ως Υιός σου και Θεός, προς την αθάνατον ζωήν καλέσας σε, δι’ Αγγέλου μηνύει, την προς αυτόν άνοδον Άχραντε˙ Διο την σην Μετάστασιν προεορτάζοντες βοώμέν σοι˙ χαίρε, Κεχαριτωμένη, η πάσι θείους οικτιρμούς αιτούσα, και σωτηρίαν ψυχών.

Ήχος δ’.

Εν τω όρει των Ελαιών, τας ευχάς αναφέρουσα τω σω Υιώ και ελεήμονι Θεώ, πάσι τύπον κατέλιπες, πως δει προσεύχεσθαι, Θεοτόκε Παρθένε˙ και τα του όρους δένδρα τας κορυφάς σοι έκλιναν, οιονεί σέβας σοι νέμοντα, οία Μητρί του Θεού. Άλλ’ ώ Πανύμνητε Κόρη, μη παύση ημίν αιτουμένη, ιλασμόν των πταισμάτων και ίασιν ψυχών, και το θείον έλεος.

Δόξα, και νυν. Ο αυτός.

Δεύτε πάντες προσέλθωμεν, εν τόπω αγίω, ένθα οι πόδες έστησαν, της Παναχράντου Παρθένου, και ευλαβώς προσκυνούντες, προεορτίους ύμνους άσωμεν, τη Μεταστάσει αυτής˙ ώδε γαρ η Πάναγνος, απ’ ουρανού εδέξατο το της αϊδίου ζωής ευαγγέλιον˙ και μετά τρεις ημέρας, ενδόξως ανέπτη τω Υιώ αυτής, την θείαν ευλογίαν τω κόσμω παρέχουσα, και πταισμάτων άφεσιν.

ΕΙΣ ΤΟΝ ΣΤΙΧΟΝ ΣΤΙΧΗΡΑ ΠΡΟΣΟΜΟΙΑ.

Ήχος πλ. α’. Χαίροις ασκητικών.

Χαίροις Θεογεννήτορ Αγνή, όρος το μέγα το δασύ και κατάσκιον, ο πάλαι Πνεύματι θείω, οι υποφήται Θεού, προείδον και κόσμω προεκήρυξαν˙ η στάμνος η πάγχρυσος, ζωής μάννα η φέρουσα, άφλεκτος βάτος, ην Μωσής προεώρακε, της Θεότητος, πυρ το θείον βαστάσασα˙ θαύμα θαυμάτων μέγιστον, και άκουσμα άρρητον˙ ότι Θεός εκ γαστρός σου, υπερφυώς σεσωμάτωται. Αυτόν εκδυσώπει, Θεοτόκε υπέρ πάντων, των ανυμνούντων σε.

Στίχ. Ανάστηθι Κύριε εις την ανάπαυσίν σου…

Χαίροις Θεογεννήτορ Αγνή, η μεταστάσα από γης προς ουράνια, Αγγέλων δορυφορούντων, και ανυμνούντων την σην, άνοδον Παρθένε υπέρ έννοιαν˙ ο θείος γαρ Άγγελος, επιστάς ανεβόα σοι˙ χαίρε Παρθένε, του Θεού οικητήριον˙ ότι ήγγικεν, ο καιρός της εξόδου σου˙ κάτεισιν ουρανόθεν γαρ, εν δόξη ο Κύριος, παραλαβείν μετά τρεις σε, ημέρας προς τα βασίλεια, ζωής της αφθάρτου, ο δωρούμενος τω κόσμω, το μέγα έλεος.

Στίχ. Το πρόσωπόν σου λιτανεύσουσιν οι πλούσιοι του λαού.

Στώμεν εν ευλαβεία πολλή, του Ελαιώνος εν τω όρει και ίδωμεν, ου έστησαν της Παρθένου, οι πόδες εν προσευχή, όμμασι καρδίας τον Αρχάγγελον, φωνήν την χαρμόσυνον, τη Αγνή προσκομίζοντα, ότι προς δόξαν, ουρανών υπεράρρητον, μεταβήσεται, ως Θεού Μήτηρ άχραντος. Όθεν αυτής την Κοίμησιν, ωδαίς τε και άσμασιν, προεορτάζοντες ήδη, εν κατανύξει βοήσωμεν˙ Μη παύση Παρθένε, προστατεύουσα των πίστει, υμνολογούντων σε.

Δόξα, και νυν. Ήχος πλ. δ’.

Σωματώσασα Θεόν, της αφθαρσίας πηγή εδείχθης, τω γένει των ανθρώπων, Θεοτόκε Αειπάρθενε. Βαβαί των σων θαυμάτων, και της αρρήτου δόξης σου! Ότι ο πάντων Βασιλεύς, και Υιός σου κάτεισι, παραλαβείν σε προς ζωήν αθάνατον, δι’ Αγγέλου τούτο μηνύσας σοι. Διο και ημάς, τους την σην Μετάστασιν υμνούντας, λύτρωσαι παθών φθοροποιών, και πάσης περιστάσεως.

Νυν απολύεις, το τρισάγιον, και το Απολυτίκιον.

Ήχος δ’. Ταχύ προκατάλαβε.

Το ένθεον μήνυμα, προς ουρανόν από γης, της σης Μεταστάσεως, εν όρει των Ελαιών, εδέξω Πανάχραντε. Όθεν τη ση Κοιμήσει, αίνον άδοντες θείον, υμνούμέν σε Θεοτόκε, και πιστώς εκβοώμεν˙ χαίρε η μεταστάσα, εκ γης προς τα ουράνια. (Εκ γ’).

Απόλυσις.

ΕΙΣ ΤΟΝ ΟΡΘΡΟΝ

Μετά την α’. Στιχολογίαν, Κάθισμα.

Ήχος α’. Τον τάφον σου Σωτήρ.

Φωνή του Γαβριήλ, ευαγγέλιον θείον, εν όρει Ελαιών, εισεδέξω Παρθένε, της σης Μεταστάσεως, προς τα άνω βασίλεια. Όθεν σήμερον, προεορτάζοντες Κόρη, ανυμνούμέν σου, τα μεγαλεία της δόξης, φαιδρώς αγαλλόμενοι. (Δις).

Μετά την β’. Στιχολογίαν, Κάθισμα.

Ήχος δ’. Κατεπλάγη Ιωσήφ.

Κατελθών εξ ουρανού, ο Γαβριήλ θεία βουλή, εν τω όρει Ελαιών, ένθα προσηύχου ώ Αγνή, εν ευλαβεία εβόα σοι Θεοτόκε˙ Ελήλυθεν ιδού, της Μεταστάσεως, Παρθένε ο καιρός, της σης προς Κύριον˙ και μετά τρεις ημέρας ανέδραμες, προς τον Υιόν και Δεσπότην σου˙ ον εκδυσώπει, Θεογεννήτορ, σώζεσθαι τας ψυχάς ημών. (Δις).

Μετά τον Πολυέλεον, Κάθισμα.

Ήχος δ’. Ταχύ προκατάλαβε.

Εν όρει ως ίστασο, του Ελαιώνος Αγνή, εδέξω το άγγελμα, εκ του Υιού σου φαιδρώς, της σης Μεταστάσεως˙ όθεν αφράστω δόξη, προς τα άνω ανήλθες, και έστηκας δεξιόθεν, του Υιού και Θεού σου, ώ πρέσβευε δεόμεθα, υπέρ των ψυχών ημών. (Δις).

Το α’. αντίφωνον του δ’. ήχου και το Προκείμενον.

Μνησθήσομαι του ονόματός σου εν πάση γενεά και γενεά.

Στίχ. Το πρόσωπόν σου λιτανεύσουσιν οι πλούσιοι του λαού.

Ευαγγέλιον κατά Λουκάν.

Εν ταις ημέραις εκείναις, αναστάσα Μαριάμ…

Ο Ν’. (50)  Ψαλμός. Δόξα. Ταις της Θεοτόκου…

Και νυν. Ταις της Παναχράντου…

Ιδιόμελον. Ήχος πλ. β’.

Στίχ. Ελέησόν με ο Θεός κατά το μέγα έλεός σου…

Της Μεταστάσεως της σης, προεορτάζοντες την μνήμην, μνείαν Παρθένε ποιούμεθα, της του Αγγέλου ελεύσεως, ηνίκα εν τω όρει των Ελαιών προσηύχου. Άλλ’ ως Μήτηρ του ελεήμονος Θεού, ίλεων αυτόν απέργασαι, τοις κατακρίτοις ημίν, ως αν εύρωμεν έλεος Δέσποινα, εν τη ημέρα της κρίσεως.

Ο Ιερεύς. Σώσον ο Θεός τον λαόν σου…

Είτα ο κανών ου η ακροστιχίς.

«Ύμνον προσοίσω τη Θεοτόκω. Γερασίμου».

Ωδή α’. Ήχος δ’. Ο Ειρμός.

«Ανοίξω το στόμα μου, και πληρωθήσεται Πνεύματος, και λόγον  ερεύξομαι, τη Βασιλίδι Μητρί, και οφθήσομαι, φαιδρώς πανηγυρίζων, και άσω γηθόμενος ταύτης την Κοίμησιν. (Δις).

Υμνήσαι προθέμενος, τα υπέρ νουν μεγαλείά σου, αιτούμαί σε Δέσποινα, λόγον δοθήναί μοι, ίνα μέλψω σου, θαυμάτων τας δυνάμεις, δι’ ων σώζεις άπαντας, τους σε δοξάζοντας.

Μητέρα σε άχραντον, ειδώς ο θείος Αρχάγγελος, Θεού του Παντοκράτορος, φόβω παρέστη σοι, προσκομίζων σοι, εν όρει Ελαιώνος, Παρθένε το άγγελμα, της σης Κοιμήσεως.

Νοείν ου δυνάμεθα, των σων θαυμάτων το μέγεθος˙ εν όρει τα δένδρα γαρ, του Ελαιώνος Αγνή, σοι υπέκλιναν, τας κορυφάς δηλούντα, την σην υπέρ έννοιαν, μεγαλειότητα.

Ολόφωτον σκήνωμα, της του Θεού σωματώσεως, Παρθένε Πανάχραντε, ημάς αξίωσον, εορτάσαι σου, την παναγίαν μνήμην, της θείας Κοιμήσεως, νοός λαμπρότητι.

Ωδή γ’. Ο Ειρμός.

«Τους σους υμνολόγους Θεοτόκε, ως ζώσα και άφθονος πηγή, θίασον συγκροτήσαντας, πνευματικόν στερέωσον, και εν τη θεία δόξη σου, στεφάνων δόξης αξίωσον. (Δις).

Ναμάτων πηγή ζωοδωρήτων, εδείχθης ως τέξασα Χριστόν, τον γλυκασμόν πηγάζουσα, της θεϊκής χρηστότητος, Παρθένε τοις γεραίρουσι, την παναγίαν σου Κοίμησιν.

Παρέστη εν τόπω ώ προσηύχου, Παρθένε ο θείος Γαβριήλ, χαράν την ανεκλάλητον, της σης προς τα ουράνια, μηνύων Μεταστάσεως, νεύσει Χριστού του Παντάνακτος.

Ρημάτων του θείου Αρχαγγέλου, ως ήκουσας ήνεσας Αγνή, τον εκ σου αναλάμψαντα, σαρκός εν ομοιώματι, και χαίρουσα ανέδραμες, προς ουρανών τα βασίλεια.

Ο οίκος του πάντων Βασιλέως, καθέδρα Χριστού η υψηλή, προς ουρανών βασίλεια, ενδόξως μετατίθεται, η Θεοτόκος Δέσποινα, χαράς πληρούσα τα σύμπαντα.

Κάθισμα. Ήχος γ’. Την ωραιότητα.

Την σην Μετάστασιν, ελθών σοι ήγγειλεν, ο Αρχιστράτηγος, Θεού Πανάμωμε, ος παρεστώς σοι ευλαβώς, εβόα σοι Θεοτόκε˙ χαίρε Αειπάρθενε, του Θεού Μήτηρ Άχραντε˙ ότι ήδη έφθασεν, ο καιρός της ενδόξου σου, ανόδου προς την άφραστον δόξαν, του σου Υιού Παρθενομήτορ.

Ωδή δ’. Ο Ειρμός.

«Την ανεξιχνίαστον θείαν βουλήν, της εκ της Παρθένου σαρκώσεως, σου του Υψίστου, ο Προφήτης Αββακούμ, κατανοών εκραύγαζε˙ δόξα τη δυνάμει σου Κύριε. (Δις).

Σάρκα εξ αιμάτων σου ο πάντων Θεός, Κόρη προσλαβών ως ηυδόκησε, σε πλατυτέραν, έδειξε των ουρανών, και νυν σε μετατίθησι, προς υπερκοσμίους λαμπρότητας.

Όρος Ελαιώνος το ιερόν, σε καθυπεδέχετο Άχραντε, ένθα εδέξω, Μεταστάσεως της σης, το θείον ευαγγέλιον, παρά του Υιού σου Πανάμωμε.

Ίδε ουρανόθεν πάντας ημάς, τους μετ’ ευλαβείας προστρέχοντας, τώδε τω χώρω, της σεπτής σου προσευχής, και δίδου ημίν Άχραντε, τα προς σωτηρίαν αιτήματα.

Σώμά σου το άγιον Κόρη Αγνή, μετά τρεις ημέρας ανέδραμεν, αρρήτω τρόπω, από γης εις ουρανόν, ως ο Υιός σου Δέσποινα, μετά την τριήμερον έγερσιν.

Ωδή ε’. Ο Ειρμός.

«Εξέστη τα σύμπαντα, επί τη θεία δόξη σου˙ συ γαρ Απειρόγαμε Παρθένε, γήθεν μετέστης, προς αιωνίους μονάς, και προς ατελεύτητον ζωήν πάσι τοις υμνούσί σε, σωτηρίαν βραβεύουσα. (Δις).

Ως ώφθη σοι Άγγελος, ένθα προσηύχου Άχραντε, μετά τρεις ημέρας σοι εβόα, ο των απάντων κάτεισι Κύριος, του παραλαβείν σε από γης, προς τα επουράνια, ως των όλων Βασίλισσαν.

Το όρος το άγιον, η Θεοτόκος αίρεται, από γης προς δόξαν την αγήρω, και υπεράνω ορέων φέρεται, κατά τον Προφήτην τον σοφόν, των θείων δυνάμεων, ως αυτών υπερέχουσα.

Η θεία σου Κοίμησις, εκ των περάτων ήθροισε, δια νεφελών νεύματι θείω, των Αποστόλων εν σοι το σύστημα, και το σον πανάχραντον Αγνή, σώμα και ακήρατον, υμνωδούντες εκήδευσαν.

Θεός ον εκύησας, δι’ ευσπλαγχνίαν Άχραντε, σοι τον Γαβριήλ εξαποστέλλει, του αναγγείλαι την σην Μετάστασιν, ην των Ασωμάτων στρατιαί, ύμνησαν δοξάζοντες, τα πολλά μεγαλείά σου.

Ωδή στ’. Ο Ειρμός.

«Την θείαν ταύτην και πάντιμον, τελούντες εορτήν οι θεόφρονες, της Θεομήτορος, δεύτε τας χείρας κρατήσωμεν, τον εξ αυτής τεχθέντα, Θεόν δοξάζοντες. (Δις).

Εξ ουρανού κατελήλυθεν, εις όρος Ελαιών ο Αρχάγγελος, και σοι εγνώρισε, την σην Πανάχραντε Κοίμησιν, δι’ ης προς αειζώους, μονάς ανέδραμες.

Οι μετά πίστεως σπεύδοντες, τω τόπω ένθα ηύχου Πανάμωμε, καθαγιάζονται, επισκιάσει της δόξης σου, και χαρμονής πληρούνται,  της υπέρ έννοιαν.

Τη ση Κοιμήσει προσάδοντες, ωδάς προεορτίους βοώμέν σοι, Κόρη Πανύμνητε˙ Δίδου ημίν χάριν άνωθεν, και λύσιν των πταισμάτων, και παθών ίασιν.

Ότε φωνής επακήκοας, Αγνή του Γαβριήλ γνωριζούσης σου, το θείον άγγελμα, τότε ανύμνησας Δέσποινα, τον σον Υιόν και ήρθης, προς τα ουράνια.

Κοντάκιον. Ήχος δ’. Επεφάνης σήμερον.

Εν τω τόπω Άχραντε ένθα προσηύχου, κατελθών Αρχάγγελος, ο Γαβριήλ εξ ουρανού, την σην αγίαν Μετάστασιν, μετ’ ευφροσύνης Αγνή σοι εγνώρισε.

Ο Οίκος.

Ο Γαβριήλ εξ ουρανού, εν Ναζαρέτ τη πόλει, πριν κατελήλυθεν Αγνή, τη θεία ευδοκία και την άσπορον σύλληψιν του Υπερθέου Λόγου, εις ανάπλασιν κόσμου  ευηγγελίσατο˙ νυν δε ο αυτός εν όρει Ελαιώνος, τη του Υιού σου βουλή κατεληλυθώς, εν ω τόπω τας ευχάς ανέπεμπες Κυρίω, την σην προς αυτόν άνοδον και θείαν Μετάστασιν ανήγγειλε˙ και ανήλθες προς τα άνω βασίλεια, ως Βασίλισσα των όλων, και εν δόξη ήρθης προς τα ουράνια.

Συναξάριον.

Τη ιβ’ του αυτού μηνός, ανάμνησιν ποιούμεν του ευαγγελισμού της Μεταστάσεως της Υπεραγίας Δεσποίνης ημών Θεοτόκου και Αειπαρθένου Μαρίας υπό του Αρχαγγέλου Γαβριήλ εν τω όρει των Ελαιών.

Στίχ. Την σην Γαβριήλ Μετάστασιν μηνύει, Ος πριν το χαίρε εβόα σοι Παρθένε.

Δυοκαιδεκάτη Γαβριήλ εν όρει τη Κούρη ώφθη.

Μετά την του Κυρίου Ανάληψιν εκ του Όρους των Ελαιών, η τούτον τεκούσα Αειπάρθενος Κόρη, συχνώς εν τούτω ανιούσα, τας ευχάς αυτής ανέπεμπε τω εαυτής Υιώ και Θεώ, έντινι εκείσε χώρω˙ εν ώ καταπτάς ο θείος Αρχάγγελος Γαβριήλ, ανήγγειλεν αυτή, ότι μετά τρεις ημέρας μεθίσταται τω Υιώ και Θεώ αυτής. Η δε τούτο ακούσασα μετά χαράς, ευχαριστήσασα τω Θεώ υπέστρεψεν εις την οικίαν αυτής και ητοίμασε τα προς ενταφιασμόν.

Ταύτα εκ παραδόσεως κρατούσα η Αγία ημών Εκκλησία, εορτάζει το γεγονός τούτο, την αθάνατον Κοίμησιν υμνούσα και γεραίρουσα, εν ύμνοις και ωδαίς πνευματικαίς, της Κυρίας ημών Θεοτόκου.

Ής ταις πρεσβείαις τύχομεν της ουρανίου βασιλείας, χάριτι και φιλανθρωπία του εξ αυτής αφράστως σαρκωθέντος Θεού και Σωτήρος ημών Χριστού. Αμήν.

Ωδή ζ’. Ο Ειρμός.

«Ουκ ελάτρευσαν, τη κτίσει οι θεόφρονες, παρά τον Κτίσαντα, αλλά πυρός απειλήν ανδρείως πατήσαντες, χαίροντες έψαλλον˙ Υπερύμνητε, ο των Πατέρων Κύριος και Θεός ευλογητός ει. (Δις).

Κατελήλυθεν, εξ ουρανού ο Άγγελος, θείω προστάγματι, εν όρει των Ελαιών, και σοι ανεβόησε, Παρθένε Άχραντε˙ χαίρε Δέσποινα, ότι ο χρόνος ήγγικε, της σης θείας εκδημίας.

Ως εώρων σε, τας κορυφάς υπέκλιναν, τα δένδρα Δέσποινα, εν όρει των Ελαιών˙ διο σου τα θαύματα, τα υπέρ έννοιαν, μεγαλύνομεν˙ ότι Θεόν γεγέννηκας, ανακτώμενον τον κόσμον.

Γη ευφραίνεται, και ουρανός αγάλλεται, τη Μεταστάσει σου, Μήτερ του ζώντος Θεού˙ ο μεν γαρ σε κέκτηται, υπεραστράπτουσαν, η δε άνωθεν, παρά της σης χρηστότητος, θείον έλεος λαμβάνει.

Ευφημούμέν σε, πιστώς προεορτάζοντες, της σης Κοιμήσεως, την ιεράν εορτήν, εν τόπω συντρέχοντες, όπου εισδέδεξαι, την χαρμόσυνον, ομφήν Θεογεννήτρια, του Υιού σου δι’ Αγγέλου.

Ωδή η’. Ο Ειρμός.

«Παίδες ευαγείς εν τη καμίνω, ο τόκος της Θεοτόκου διεσώσατο, τότε μεν τυπούμενος, νυν δε ενεργούμενος, την οικουμένην άπασαν αγείρει ψάλλουσαν˙ Τον Κύριον υμνείτε τα έργα, και υπερυψούτε, εις πάντας τους αιώνας. (Δις).

Ρήσεων των θείων του Αγγέλου, εν τόπω εν ώ προσηύχου επακούσασα, σεαυτήν ητοίμασας, Κόρη προς την έξοδον, και χαίρουσα ανέδραμες προς τα ουράνια, και έστηκας Αγνή δεξιόθεν, του παμβασιλέως, και Κτίστου και Υιού σου.

Άνωθεν ελθών σοι ανεβόα, εν όρει του Ελαιώνος ο Αρχάγγελος˙ Δέσποινα Πανύμνητε, ο καιρός ελήλυθε, της σης προς τα ουράνια ανόδου Άχραντε˙ και ήρθης μετά δόξης αρρήτου, δορυφορουμένη, υπό χορών Αγίων.

Σώμά σου το θείον κατετέθη, εν τάφω Γεθσημανή Παρθένε Άχραντε, μετά τρεις ημέρας δε, προς τα επουράνια, ανήλθε και παρέστηκας τω σω Υιώ και Θεώ, πρεσβεύουσα αεί Θεοτόκε, υπέρ των υμνούντων, την θείαν Κοίμησίν σου.

Ίλεως ημίν γενού Παρθένε, αστάτω φρενί τοις παραβαίνουσι, του Υιού σου Δέσποινα, τα θεία προστάγματα, ίνα εν καθαρότητι νοός δοξάζωμεν, την θείαν σου Μετάστασιν Κόρη, δι’ ης προς τα άνω, βασίλεια ανήλθες.

Τιμιωτέρα ου στιχολογείται.

Ωδή θ’. Ο Ειρμός.

«Άπας γηγενής, σκιρτάτω τω πνεύματι, λαμπαδουχούμενος˙ πανηγυριζέτω δε, αΰλων Νόων, φύσις γεραίρουσα, την ιεράν πανήγυριν, της Θεομήτορος, και βοάτω˙ Χαίροις παμμακάριστε˙ Θεοτόκε Αγνή, αειπάρθενε.

Μνήμην την σεπτήν, της σης Μεταστάσεως προεορτάζοντες, Κόρη Παντευλόγητε, χαριστηρίους ύμνους σοι άδομεν, και τα των μεγαλείων σου ξένα θαυμάσια, ανυμνούμεν˙ ότι ανελήλυθας, τω Υιώ  σου ως πάντων Βασίλισσα.

Όμβρησον ημίν, της σης αγαθότητος ψεκάδας άνωθεν, Κόρη Παντευλόγητε, τοις την σεπτήν σου και θείαν Κοίμησιν, φαιδρώς προεορτάζουσιν, ωδαίς και άσμασιν, εν τω τόπω, ένθα σοι εφέστηκεν, ουρανόθεν ο άγιος Άγγελος.

Ύμνησαν την σην, αγίαν Μετάστασιν, Αγγέλων τάγματα, προπομπήν ποιούμενα, εν ευλαβεία και δέει Πάναγνε, ως Βασιλίσση πάντων σοι και πάντες άνθρωποι, οι σωθέντες, δια σου βοώμέν σοι˙ χαίρε κόσμου θερμόν καταφύγιον.

Ύδωρ της ζωής, νεφέλη θεόδροσε, καμοί υέτισον, φλεγομένω Πάναγνε, εν τη καμίνω πάσης φαυλότητος, και μετανοία ίθυνον προς θείαν τρίβον με, αναξίοις χείλεσιν υμνήσαντα, Θεοτόκε την θείαν σου Κοίμησιν.

«Άπας γηγενής, σκιρτάτω τω πνεύματι, λαμπαδουχούμενος˙ πανηγυριζέτω δε, αΰλων Νόων, γεραίρουσα, την ιεράν πανήγυριν, της Θεομήτορος, και βοάτω˙ Χαίροις παμμακάριστε, Θεοτόκε Αγνή, αειπάρθενε.

Εξαποστειλάριον. Γυναίκες ακουτίσθητε.

Απ’ ουρανού ο Άγγελος, του σου Υιού προστάγματι, του Ελαιώνος, τω όρει, κατέπτη σοι Θεοτόκε, και χαίρέ σοι εβόησεν˙ ότι προς τα ουράνια, ο σος Υιός και Κύριος, καλεί σε οία Μητέρα, αυτώ συνείναι Παρθένε.

Έτερον. Ο ουρανόν τοις άστροις.

Ο Βασιλεύς των όλων, προς βασιλείαν ουρανών, ο Γαβριήλ σοι εβόα, κατέρχεται παραλαβείν, ώσπερ αυτού σε Μητέρα, υπερφυώς σε δοξάζων.

ΕΙΣ ΤΟΥΣ ΑΙΝΟΥΣ.

Ιστώμεν στίχους δ’. και ψάλλομεν τα εξής Προσόμοια.

Ήχος α’. Των ουρανίων ταγμάτων.

Εξ ουρανίων αψίδων Παρθένε Άχραντε, ο Γαβριήλ κατέπτη, Ελαιών εν τω όρει, κα ήγγειλέ σοι Κόρη πανευλαβώς, την σεπτήν σου Μετάστασιν, ου την ανάμνησιν άγοντες οι πιστοί, μεγαλύνομέν σε Δέσποινα.

Εν τόπω ένθα προσηύχου προς τον Υιόν σου Αγνή, εδέξω ουρανόθεν, την φωνήν την αγίαν, ανόδου σου της θείας προς ουρανόν, εν ω πίστει συντρέχοντες, ωδάς και ύμνους  προσάδομεν ευλαβώς, τη Κοιμήσει σου Πανάχραντε.

Των Ελαιών εν τω όρει ανερχομένης σου, αι κορυφαί των δένδρων, σοι υπέκλιναν Κόρη, το μέγιστον αξίωμα αληθώς, όπερ έσχες εκφαίνουσαι˙ του Ποιητού γαρ των όλων Μήτηρ Αγνή, Θεοτόκε εχρημάτισας.

Τοις εν τω χώρω Παρθένε της σης σεπτής προσευχής, προσπίπτουσιν εν φόβω, Ελαιών εν τω όρει, και μέλπουσιν εν πίστει την ιεράν, προς Θεόν σου Μετάστασιν, δίδου την χάριν συο άνωθεν δαψιλώς, και πταισμάτων απολύτρωσιν.

Δόξα, και νυν. Ήχος πλ. α’.

Ως τον Θεόν τεκούσα, ξένων μυστηρίων διάκονος ώφθης, Θεοτόκε Παρθένε˙ η γαρ αρχαία του Πατρός βουλή, εν σοι πέρας είληψε˙ τον γαρ άναρχον Υιόν και Λόγον σωματώσασα, της πάλαι κατάρας, τον άνθρωπον ερρύσω˙ και προς τα άνω μέλλουσα μετατεθήναι, απ’ ουρανού εδέξω, της ανόδου το μήνυμα, εν τω όρει των Ελαιών. Άλλ’ ώ Πανύμνητε Κόρη, μη παύση πρεσβεύουσα, σώζεσθαι ημάς, τους αεί σε μεγαλύνοντας.

ΔΟΞΟΛΟΓΙΑ ΜΕΓΑΛΗ ΚΑΙ ΑΠΟΛΥΣΙΣ.

 

ΕΙΣ ΤΗΝ ΛΕΙΤΟΥΡΓΙΑΝ

Τα συνήθη. Απόστολον και Ευαγγέλιον της 15ης Αυγούστου.

Κοινωνικόν.

Το πρόσωπόν σου λιτανεύσουσιν οι πλούσιοι του λαού, Αλληλούϊα.

Μεγαλυνάριον.

Χαίρέ σοι εβόα ο Γαβριήλ, κατελθών εν όρει, Ελαιώνος Μήτερ Θεού˙ ότι μετά δόξης, ανέρχη τω Υιώ σου, ως βασιλίς των όλων, Παρθένε Άχραντε.

Δίστιχον.

Δέχου ώ Πανάχραντε και τόνδε τον ύμνον

Ον σοι ο ικέτης σου Γεράσιμος άδει.

 

  Η/Υ επιμέλεια Σοφίας Μερκούρη. 

 

Advertisements

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s