Χατζή Οσμάν πασά ο « Πνιγάρης ».  

Πολύν καιρό ‘χει ο Βασιλιάς να πέψη ένα ζαμπίτη,
κι έπεψε τον Οσμάν Πασά κι εμέρωσε την Κρήτη.
Ούλους τσ’ αγάδες των Χανιώ έπεψε κι αβιζέρνει
πως το φιρμάνι του έγραφε να πνίγει και να δέρνει

Ήταν τότε, μετά το 1770,όπου οι Τουρκοκρητικοί είχαν αποθρασυνθεί και έγιναν πραγματικοί κυρίαρχοι του νησιού, αγνοώντας ακόμα και τον βαλή, δηλαδή τον στρατιωτικό διοικητή, καθώς και τους πασάδες. Η Υψηλή Πύλη, για να καταφέρει να τους περιορίσει, αναγκάστηκε να στείλει έναν δυναμικό διοικητή, για να επαναφέρει την τάξη. Ήταν η εποχή, όπου ο νεωτεριστής σουλτάνος Μαχμούτ Β’, ετοιμαζόταν να καταργήσει το επικίνδυνοσώμα των γενίτσαρων. Ο νέος διοικητής, ονομάζονταν Χατζή Οσμάν πασάς, ο οποίος είχε γεννηθεί στο Κουρδιστάν και φημίζονταν για την διοικητική του ικανότητα. Το 1810, επέβαλε πλήρη τάξη στην Εύβοια, καταστέλλοντας τις αυθαιρεσίες των εκεί Τούρκων. Έπειτα από εκείνη την επιτυχία του, κατέβηκε στην Κρήτη.

Μέχρι πριν από την άφιξη του Οσμάν πασά, όπως γράφει ο Άγγλος περιηγητής Ρόμπερτ Πάσλεϊ,οι Τουρκοκρητικοί εκτόξευαν σφαίρες τυλιγμέ­νες σε ένα χαρτί που έγραφε το ποσόν το οποίο έπρεπε να πληρώσουν, και αν οι παραλήπτες του σημειώματος δεν πλήρωναν, τότε δολοφονούνταν ασελγώς. Αυτά τα διεφθαρμένα άτομα είχαν φτάσει στο σημείο να παίζουν με τα όπλα, πυ­ροβολούσαν δηλαδή από τα τείχη της πύλης τα άτομα που παρουσιάζονταν για να μπουν, και στοιχημάτιζαν από ποια πλευρά θα πέσει το θύμα τους. Κι ο Ιωάννης Κονδυλάκης, σχολιάζει στους «Τουρκοκρητικούς»: «Και να σκεφθεί κανείς, ότι οι θηριώδεις αυτοί εχθροί των χριστιανών, είναι Κρήτες, Έλληνες την καταγωγήν…».

 
Ο Οσμάν πασάς, έχοντας μαζί του ενόπλους, αποβιβάστηκε το 1812 στη Σούδα και μπήκε επιδεικτικά στα Χανιά. Μην έχοντας όμως στη διάθεσή του αρκετή ένοπλη δύναμη για να συντρίψει τους γενίτσαρους, επικοινώνησε κρυφά με τους Έλληνες ορεινούς κατοίκους του Αποκορώνου και της Κυδωνίας, όσοι μπορούσαν να φέρουν όπλα, και συνεννοήθηκε μαζί τους να συγκεντρωθούν όλοι ξαφνικά και ένοπλοι στο χωριό Νεροκούρου, που ήταν η έδρα του Μεχμέτ, ενός από τους χειρότερους Τουρκοκρητικούς αρχηγούς. Με την συνδρομή των Ελλήνων, συνέλαβε τον Μεχμέτ και τον κρέμασε πανηγυρικά στην πλατεία του χωριού του. Με τον ίδιο τρόπο, εξόντωσε κι έναν άλλον φοβερό γενίτσαρο του Αποκορώνου, τον Τρουλινό, καθώς και πιστούς οπαδούς του. Αφού κατόρθωσε, μ’ αυτόν τον τρόπο, να εξοντώσει τους κυριότερους τρομοκράτες, στην συνέχεια άρχισε να περιέρχεται τις επαρχίες, απαγχονίζοντας τους αγριότερους από τους Τουρκοκρητικούς.
 Ακολούθως, ο Οσμάν εγκαταστάθηκε στο Ρέθυμνο, που επίσης το ξεκαθάρισε από τους γενίτσαρους. Όταν όμως θέλησε να μπει στο Μεγάλο Κάστρο, το σημερινό Ηράκλειο, που ήταν η πρωτεύουσα του νησιού, βρήκε τις πύλες του κάστρου κλειστές. Πολλοί Τουρκοκρητικοί του νησιού, για να σωθούν από την αμείλικτη καταδίωξή του, είχαν συγκεντρωθεί εκεί και μαζί με τους ντόπιους Τουρκοκρητικούς, στασίασαν και εμπόδισαν τον Οσμάν να εγκατασταθεί κι εκεί. Ταυτόχρονα, έστειλαν αντιπροσωπεία στην Κωνσταντινούπολη, η οποία κατηγόρησε τον Οσμάν πασά ότι συνεργάζονταν με τους χριστιανούς και τους οργάνωνε εναντίον του σουλτάνου. Επιπλέον, κατηγόρησαν τον Οσμάν ως κρυπτοχριστιανό και ότι απαγχόνιζε τους Τουρκοκρητικούς, όχι για ζητήματα τάξεως, αλλά για να καταχραστεί τις περιουσίες τους. Οι Τουρκοκρητικοί επέμεναν ιδιαιτέρως στον ισχυρισμό, ότι ο Οσμάν ήταν χριστιανός και φαίνεται πως λαβή σ’ αυτούς τους ισχυρισμούς, έδωσε το ότι, όπως αναφέρεται, ο Χατζή Οσμάν πασάς ερχόμενος στα Χανιά δεν σταμάτησε να αποτίσει φόρο τιμής στο Μαυσωλείο Μπαρμπούς, κάτι που όλοι οι μουσουλμάνοι όφειλαν να πράξουν, και δημιουργήθηκε ο θρύλος ότι, ο περίεργος αυτός πασάς, ήταν κρυπτοχριστιανός, αρχιμανδρίτης του Πατριαρχείου ονομαζόμενος Βασίλειος, ο οποίος παρακολούθησε, πριν από τη σφαγή, τη θεία λειτουργία στα υπόγεια του σεραγιού του στα Χανιά και κοινώνησε από τα χέρια του έντρομου κρητικού ιερέα. Για τη σκανδαλώδη πράγματι συμπεριφορά του οι Τούρκοι του Ρεθύμνου τον αποκαλούσαν χλευαστικά «Παπαγιάννη».
Τέτοιες συκοφαντίες, ήταν σύστημα της εποχής κι όσο εύκολα εκτοξεύονταν, άλλο τόσο εύκολα εισακούονταν από τον εκάστοτε καχύποπτο σουλτάνο. Έτσι, ο σουλτάνος Μαχμούτ Β’, υιοθέτησε τις καταγγελίες των Τουρκοκρητικών κι αφού ανακάλεσε τον Οσμάν πασά από την Κρήτη, τον εξόρισε στην Προύσα, όπου στην συνέχεια διέταξε να τον κρεμάσουν και να δημεύσουν την περιουσία του. Στο μεταξύ, η Κρήτη είχε πάρει μια προσωρινή ανάσα και αποκαλούσαν τον Οσμάν, «Σωτήρα». Αντιθέτως, οι Τουρκοκρητικοί τον ονόμαζαν «Πνιγάρη».
Οι Τουρκοκρητικοί ωστόσο, δεν κάμφθηκαν και σύντομα επανήλθαν το ίδιο άγριοι, όπως και πριν. Όλες οι επαναστατικές κινήσεις έβρισκαν απέναντι τους ντόπιους αυτούς γενίτσαρους, οι οποίοι βρίσκονταν σε πλήρη σύμπνοια με τις τουρκικές θέσεις.
Λίγο πριν την Επανάσταση του 1821, υπολογίζονταν πως υπήρχαν 28.000 ελληνικές οικογένειες και 14.000 τουρκοκρητικές. Στην απογραφή του 1858, οι Έλληνες και γενικότερα οι χριστιανοί, ήταν 215.863 και οι μουσουλμάνοι 62.138. Και το 1881, μετά τις αιματηρές επαναστάσεις, οι Έλληνες ήταν 205.000 και οι Τούρκοι 73.000.
ΠΗΓΗ 
http://aristipposandreou.wordpress.com/tag/%CE%B3%CE%B5%CE%BD%CE%B9%CF%84%CF%83%CE%B1%CF%81%CE%BF%CE%B9/
ΠΗΓΗhttp://www.phorum.gr/viewtopic.php?f=51amp;t=209903

Το τουρκοκρητικό δημώδες άσμα «Του Χατζή Οσμάν» ή του «Αρήφ Αγά» – πολύ δημοφιλές στους μουσουλμάνους της Μεγαλόνησου στις αρχές του 20ου αιώνα

Να ’χε βουλήσε’ η Παρασκή και να χαθή η γιώρα
όντεν εξεβαρκάριζεν Οσμάν Πασάς στη Χώρα.
Να ’χε βουλήσ’ η Παρασκή και να ραΐσ’ η Τρίτη
όντεν εξεβερκάρισεν Οσμάν Πασάς στην Κρήτη.
Όντεν εξεβαρκάρισε στση Σούδας το λιμάνι
να ’χε βουλήση, να χαθή, γιατί δεν είχ’ ιμάνι.
Ένας παπάς Πισκοπιανός του ρίχτ’ αριτζιχάλι,
να πιάσουν τον Αρήφ Αγά τ’ όμορφο παλληκάρι.
─Πες μου παπά το δίκιο σου, μα γω θα σου το κάμω,
μα ψώματα να μη μου πης, γιατί θα σε κρεμάσω.
─Μα τ’ άγιά μου γράμματα, μα τσι χρουσές ημέρες,
[δεν τσι ορίζω, αφέντη μου, τσι τρεις μου θυγατέρες]
μηδέ παιδιά ορίζω μπλιό, μηδέ τον απατό μου
μα το σπαθί σου βάν’ ομπρός κι ύστερα το σταυρό μου.
[Σαββάτο λάβαν τη βουλή δώδεκα Γιανιτσάροι,
να πιάσουν τον Αρήφ Αγά, τ’ ομορφο παλληκάρι.
Μα όντε το λόγον είπανε κ’ αβουληθήκαν όλοι,
επήγαν και το ζώσανε το έρημο περβόλι.
Αράπης κάνει να τσι δη, πιάνει τη χαρμπαλέτα.
–Δος μου, Αγά μου, θέλημα να τωνε παίξω ντρέτα.
Γροικάτε το σκυλάραπο λόγια που μου τα λέει,
την αλυσίδα στο λαιμό γυρεύγει να μου φέρει.
–Δος μου, Αγά μου θέλημα κι όσοι ξεμιστευτούμε,
στο Κάστρο και στη Μεσαρά καλά θα παινεθούμε.
–Γροικάτε το σκυλάραπο δουλειές που μου τσι κάνει,
την αλυσίδα στο λαιμό ξανοίγει να μου βάνη.
Και πιάνουν τον Αρήφ Αγά, χέρια και πόδια δένουν.
–Δε με λυπάστε, μπρε παιδιά, πνοή ψυχή μου βγαίνουν.
Και όντε του εβγάνανε την ασημοπιστόλα,
–Δε με λυπάστε, μπρε παιδιά, απού ’μαι σαν τη βιόλα;
Και όντε του εβγάνανε τ’ ασημωτό μαχαίρι,
–Δε με λυπάστε, μπρε παιδιά, απού δεν έχω ταίρι;
Στη στράτα που τον πηαίνανε εφώναξεν: –Αμάνι,
αφήστε με μωρέ παιδιά, δεν είστε σεις Οσμάνοι;
Κι’ όντε τον επερνούσανε εις τω Χανιώ την πόρτα,
τα λούλουδα μαραίνουνταν κ’ εψύγουνταν τα χόρτα.
Κι όντε τον επερνούσανε στση χώρας τ’ αργαστήρια,
οι πέτρες εραΐζανε πάνω στα παραθύρια.
Κι όντε τον επερνούσανε κάτω στο σαντριβάνι,
κρύο νερό εζήτηξε κι ας είχεν αποθάνει.
Κι όντε τον ανεβάζανε εις του Πασσά τη σκάλα,
ζερβά, δεξιά εστράφηκε κι εφώνιαξε μεγάλα.
–Παιδιά και πού ’στ’ οι φίλοι μου και σεις οι γεδικοί μου,
εις του Πασσά το συγκουλέν εβάλαν τη ζωή μου.
Και ο Πασσάς ως τ’ άκουσε, πολλά του βαροφάνη:
–Καλώς τον τον Αρήφ Αγά, τ’ όμορφο παλληκάρι.]
Και η νενέ του ως τ’ άκουσε το φερετζέ τση πιάνει,
κ’ εις του Πασσά εστάθηκε, ξανάστροφα τον βάνει.
─Πασά και Βεζυράκι μου, να μου τονε χαρίσης,
μ’ αν θες φλωριά στο βάρος του, να τονε καμπανίσης.
─Πώς μου το λες, Καδή νενέ, να σου τονε χαρίσω,
που πείραξε τσι κοπελιές και θα τον καταλύσω;
{Ρωμιούς πολλούς εσκότωσε κι εξέβγαλε παπάδες
κι έκαμε τόσα ορφανά κι αριφνητες χηράδες.}
[–Βάλε Νενέ, το φερετζέ, να μη σε δουν οι Τούρκοι,
μα μένα θα με φέρουνε νεκρό εις το ταμπούτι.
Δό(ς) μου, Νενέ, τη χέρα σου, τη μια σου και την άλλη,
το γάλα που με βύζαξες κάμε μού το χαλάλι.
–Χαλάλι σου το γάλα μου, χαλάλι σου παιδί μου,
δεν έχει μάνα σαν κ’ εμέ την παραπόνεσή μου.
–Μ’ αφήνω σας παραγγελιά για το μεγάλο αράπη,
εις το ντολάπ’ ειν’ τα χαρθιά, κάμετέ τον αζάτι.
Κι αφήνω σας παραγγελιά ογιά το χανουμάκι,
να μη μου το μαλώνετε, τ’ άσπρο μου γιασεμάκι.]
Κι αφήνω σας παραγγελιά τσι τρεις νερατζοπούλες,
να μη μου τσι μαλώνετε τσι τρεις παπαδοπούλες.
[Στο παραθύρι πού ’βγαινα κι εθώρουνα τη χώρα,
βάλε, Νενέ μου, χτίσε το, γιατ’ ήμουν σαν τη βιόλα.
Στο παραθύρι πού ’βγαινα, κι εθώρουνα την άμμο,
βάλε, Νενέ μου, χτίσε το, γιατί δεν είχες άλλο.
Στο παραθύρι πού ’βγαινα και έπαιζα τη λύρα,
βάλε, Νενέ μου, χτίσε το γιατ’ ήσουν κακομοίρα.
Θωρείς τα τα δαχτύλια μου τα μακροκονδυλάτα,
παιδιά και δεν την έπαιζα(ν) τη λύρα βαγιωνάτα.
Θωρείς τα τα δαχτύλια μου τα κονδυλοσερμένα,
παιδιά και δεν την έπαιζα(ν) τη λύρα χαϊδεμένα.
΄Αμμε, Νενέ μου, στο καλό, άμμε και συ πουλί μου,
μα ο Πασσάς θα τη χαρή εμέ την κεφαλή μου.
Άμμε, σα δης το μνήμα μου και βγάλη χορταράκια,
έλα, βοτάνισέ μου το με τ’ άσπρα σου χεράκια.

Το τραγούδι αυτό δεν έχει σαφή τίτλο.
Θα μπορούσε χωρίς δυσκολία να ονομαστεί «Το τραγούδι του Αρήφ Αγά», αφού ο μύθος αναφέρεται στη σύλληψη και στο τέλος του.

 ΠΗΓΗ  

http://www.xorio.gr/index.php?option=com_content&view=article&catid=43:2009-11-16-13-22-08&id=1017:2010-03-09-16-12-37

Advertisements

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s