ΧΡΙΣΤΟΛΟΓΙΑ          5/ ΕΚΚΛΗΣΙΟΛΟΓΙΚΑ(Ιω.Καρδάση

 

 

Πριν εξετάσουμε τη σχέση Χριστολογίας και Εκκλησιολογίας, καθώς και την έννοια της Εκκλησίας, ως σώματος του Χριστού, θα πρέπει να προσδιορίσουμε τη διαφορά μεταξύ Θρησκείας και Εκκλησίας. Θα μπορούσαμε να ορίσουμε τη Θρησκεία, ως τη φυσική (ορμέμφυτη και ενστικτώδη) ανάγκη του ανθρώπου: 1/ να υποθέτει παράγοντες γενεσιουργούς της ύπαρξης και των υπαρκτών, αλλά και του κακού που διαπλέκεται με το υπαρκτικό γεγονός, 2/ να συμπεραίνει από τη λογική αυτή υπόθεση τρόπους και πρακτικές χειρισμού των υπερφυσικών παραγόντων, ώστε να οικοδομεί ελπίδες δικής του σωτηρίας από το κακό, δικής του ατελεύτητης ευτυχίας. Με αυτές τις παραδοχές, ο άνθρωπος ενδιαφέρεται να γνωρίζει τους παράγοντες που καθορίζουν την ύπαρξή του, να κατέχει σίγουρη γνώση, να ασφαλίζεται με βεβαιότητες και να διαθέτει αποτελεσματικό αντίδοτο στο φόβο που γεννάει η άγνοια, στον πανικό για το αινιγματικό και γριφώδες των μεταφυσικών υποθέσεων. Επίσης η ανάγκη να εξευμενίσει ο άνθρωπος, να προσεταιρισθεί κατά το δυνατό τις υπερφυσικές δυνάμεις (προσωποποιημένες πάντοτε), που τις προϋποθέτει ως απειλή ή ως ενδεχόμενη προστασία της ύπαρξής του και η ανάγκη να κερδίσει την εύνοια και συμπάθειά τους με τους τρόπους που ξέρει, π.χ. θυσία, νηστεία, εγκράτεια κ.λπ. Αλλά και η ανάγκη του να εξασφαλίσει την εύνοια του θείου όχι μόνο με τη λατρεία, αλλά και πειθαρχώντας την καθημερινή του συμπεριφορά σε κανονιστικές αρχές που πιστεύει, ότι απηχούν τη θεία θέληση και επιθυμία. Έκφανση του ενστίκτου της αυτοσυντήρησης, η θρησκευτικότητα αποβλέπει να θωρακίσει το άτομο απέναντι στην ανασφάλεια και στις φοβίες που γεννάει η άγνοια, στον τρόμο και στον πανικό για το θάνατο. Θωρακίζει η θρησκεία το άτομο με μεταφυσικές πεποιθήσεις, με ηθικές αρχές, με σιγουριά για αιώνια παράταση της ύπαρξής του. Τρέφει το υπερεγώ, προσφέρει αυτοπεποίθηση, ηδονική αυταρέσκεια, ιεροποιημένο ναρκισσισμό και το χρέος της ατομικής σωτηρίας, εξ ου και η προσφυγή στις ατομικές ελευθερίες. Αξιόμισθο ατομικό κατόρθωμα, η πιστότητα στο γράμμα των δογμάτων, γι’ αυτό και η καύχηση για κάθε δογματική ορθοδοξία. Το θρησκευτικό άτομο ειδωλοποιεί τη νοητική του ικανότητα, λατρεύει τις δυνατότητες της λογικής. Θέλει αδειάσειστα χτισμένη τη σιγουριά, πως οι δικές του πεποιθήσεις και οι δικές του αρχές είναι οι μόνες ορθές, πως όταν υπερασπίζει τις δικές του πεποιθήσεις και τις δικές του αρχές, σώζει τη μόνη μεταφυσική αλήθεια και την υπέρτατη ηθική. Από την άλλη πλευρά η λέξη Εκκλησία επιλέχθηκε, για να δηλωθεί όχι μια καινούργια θρησκεία, αλλά ένα κοινωνικό –όχι πλέον ατομικό- γεγονός, αλλά ένα κοινωνικό γεγονός, ένας τρόπος σχέσεων κοινωνίας, ένας τρόπος ύπαρξης και συνύπαρξης. Εκκλησία σημαίνει σύνολο ανθρώπων, που θέλουν να συνυπάρχουν με κοινό στόχο το άθλημα να αληθεύει η ύπαρξη, να πραγματοποιούν με τη συνύπαρξή τους τον τρόπο που δεν γνωρίζει περιορισμούς φθοράς και θανάτου. Η αλήθεια για τους Χριστιανούς είναι ο τρόπος εκείνων των σχέσεων, που ελευθερώνουν την ύπαρξη από αναγκαιότητες, περιορισμούς και προκαθορισμούς φύσης ή ουσίας και η στόχευση είναι μια: στον κατ’ αλήθειαν τρόπο της ύπαρξης, από δε τη πρώτη στιγμή η Εκκλησία είναι ακριβώς σύναξη σε δείπνο ευχαριστιακό, δείπνο που αποτελεί πέρασμα στην ελευθερία από τους περιορισμούς της θνητής ανθρώπινης φύσης, από τη δέσμευση στο χώρο, στο χρόνο, στη φθορά και στο θάνατο. Το δείπνο παραπέμπει όχι σε ανάμνηση ενός ιστορικού παρελθόντος, αλλά στη προσδοκία και στον εικονισμό ενός εσχάτου μέλλοντος. Η Εκκλησία δεν οδηγεί σε ατομικές πεποιθήσεις, δεν προϋποθέτει αξιόμισθες ατομικές αρετές, δεν υποχρεώνει σε τήρηση Νόμου, σε συμμόρφωση με τύπους λατρείας και έτσι είναι μια ανατροπή και αντιστροφή των όρων και προϋποθέσεων της θρησκείας, είναι μια ολική υπέρβαση της θρησκείας με μοναδικό όπλο την Αγάπη, που δε σημαίνει αγαθοεργία, φιλαλληλία, αλτρουϊσμό, αλλά υπαρκτική ελευθερία, δηλ. την ενεργό άρνηση να ταυτίσουμε την ύπαρξη με τη φυσική ατομική οντότητα και με τους προκαθορισμούς, περιορισμούς και αναγκαιότητες που τη διέπουν. Και αυτή η ενεργός άρνηση είναι δυνατή, όταν η ύπαρξη πραγματοποιείται ως σχέση ελεύθερη από τις απαιτήσεις της φύσης, δηλ. ως αυθυπέρβαση, αυτοπροσφορά και αγάπη.

Τώρα επέστη η ώρα, για να εξετάσουμε τη σχέση Χριστολογίας και Εκκλησιολογίας. Χριστολογία, Εκκλησιολογία και θέωση του ανθρώπου αποτελούν μια πραγματικότητα και συνεπώς η έννοια Χριστός για μας είναι αδιανόητη εκτός της Εκκλησίας. Από την άλλη μεριά και η έννοια της Εκκλησίας τώρα, επηρεάζεται από όλα αυτά και σημαίνει πλέον μια πραγματικότητα Χριστοκεντρική. Χριστολογική, σημαίνει το ίδιο το σώμα του Χριστού, το οποίο υπάρχει μετά την Ανάσταση και θα υπάρχει δια παντός. Άρα, η Εκκλησία δεν είναι μία κατάσταση μεταξύ της Ανάστασης και των Εσχάτων, όπως τη δέχθηκαν πάρα πολλοί δυτικοί, αλλά η Εκκλησία συνεχίζεται και μετά τη Δευτέρα Παρουσία.

Δεν είναι λοιπόν τίποτε άλλο η Εκκλησία, παρά η ίδια η βασιλεία του Θεού, η οποία θα επικρατήσει με τη Δευτέρα Παρουσία. Τώρα οι συνέπειες για την Εκκλησιολογία είναι πολύ σοβαρές. Όπως ο Χριστός δεν μπορεί να υπάρξει πλέον χωρίς Εκκλησία, έτσι και η ταυτότητα της Εκκλησίας δεν είναι άλλη από την ταυτότητα του Χριστού. Η Εκκλησία συνεπώς, δεν είναι μια κοινότητα, που μπορούμε να την νοήσουμε σε αντιπαράθεση με το Χριστό. Ο Χριστός δεν στέκεται «ενώπιος ενωπίω» της Εκκλησίας, αλλά είναι το ίδιο το Εγώ της Εκκλησίας. Ακριβώς, γι’ αυτό το λόγο, η Εκκλησία είναι Αγία, διότι «Εις Άγιος, Εις Κύριος, Ιησούς Χριστός, εις δόξαν Θεού Πατρός». Παρά την αμαρτωλότητα των μελών της Εκκλησίας είναι Αγία, διότι η ταυτότητά της η προσωπική, δεν είναι άλλη από την ταυτότητα την προσωπική του Χριστού. Για να το δούμε αυτό στην εμπειρία μας, στην ύπαρξη, δεν έχουμε παρά να σκεφτούμε σοβαρά το τι γίνεται κυρίως μέσα στη Θεία Ευχαριστία, διότι στη Θεία Ευχαριστία πραγματώνεται το σώμα του Χριστού ως Εκκλησία και η Εκκλησία πραγματώνεται ως σώμα του Χριστού. Εκεί, αν θέσει κανείς το ερώτημα, ποιος προσεύχεται στη Θεία Ευχαριστία; προσεύχεται η Εκκλησία; Η απάντηση είναι όχι. Προσεύχεται ο Χριστός. Ο Χριστός βέβαια δεν μπορεί να χωρισθεί από την Εκκλησία. Προσεύχεται ως Εκκλησία, άρα η Εκκλησία προσεύχεται ως Χριστός. Αυτό είναι χαρακτηριστικό ιδιαίτερο της Θείας Ευχαριστίας, ότι η ευχαριστιακή αναφορά αυτή είναι κατ’ εξοχήν Ευχαριστία. Η ευχή της αναφοράς αρχίζει με το «Ευχαριστήσωμεν τω Κυρίω» και συνέχεια. Λοιπόν η ευχή αυτή της αναφοράς αναφέρεται στον Πατέρα.

Στη Λειτουργία του Μ. Βασιλείου είναι σαφές, ότι είναι μόνον ο Πατέρας, ο οποίος δέχεται την ευχή της αναφοράς. Του Χρυσοστόμου -όπως οι Λειτουργιολόγοι έχουν επισημάνει- μετά τον Δ΄ αιώνα υπέστη κάποια αλλαγή η αναφορά και προστέθηκε η φράση: «Συ, (δηλαδή ο Πατέρας) και ο Μονογενής Σου Υιός και το Πνεύμα Σου το Άγιον». Μπαίνει ολόκληρη η Αγία Τριάδα. Αλλά η αρχική ευχαριστιακή αναφορά είναι προσευχή προς τον Πατέρα. Γι’ αυτό και είναι μέγιστο λάθος αυτό που κάνουν οι κληρικοί μας και στο «Ευχαριστήσωμεν τω Κυρίω» στρέφονται προς την εικόνα του Χριστού. Είναι τεράστιο δογματικό λάθος. Το «Ευχαριστήσωμεν τω Κυρίω» είναι η έναρξη της Ευχαριστίας. Το «ευχαριστήσωμεν» δεν είναι να πούμε «ευχαριστώ», έτσι εθιμοτυπικά, είναι να αρχίσουμε εκείνη την ώρα την ευχή που λέει: «Άξιον και δίκαιον». Από κει και πέρα αρχίζει η Ευχαριστία, η οποία όμως, όπως φαίνεται από την ευχή της αναφοράς, απευθύνεται στον Πατέρα. Παρόμοιο δογματικό λάθος γίνεται και κατά την ανάγνωση της οπισθάμβωνης ευχής, την οποίαν οι ιερείς κακώς λένε μπροστά στην εικόνα του Χριστού: «Ο ευλογών τους ευλογούντας σε, Κύριε,….. Ότι πάσα δόσις αγαθή και παν δώρημα τέλειον άνωθέν εστι καταβαίνον εκ σου του Πατρός των φώτων…..». Ο Πατέρας των φώτων είναι ο Πατέρας του Χριστού, δεν είναι ο Χριστός. Ο Χριστός είναι το: «Φως εκ Φωτός» (Σύμβολο της Πίστης), δηλ. είναι το Φως, που προέρχεται από το αρχικό Φως, δηλ. από τον Πατέρα. Η ευχή λοιπόν αυτή απευθύνεται προς τον Πατέρα και όχι προς τον ένσαρκο Υιό. Τα πρόσωπα δεν πρέπει κατ’ ουδένα τρόπο να τα συγχέουμε, είναι τεράστιο δογματικό λάθος.

Κάποιος μπορεί να ειπεί: «τι σημασία έχει;». Μα δεν είναι θέμα θεότητας! Διότι εν τοιαύτη περιπτώσει, η διάκριση των προσώπων δεν θα πρέπει να έχει καμία σημασία. Η διάκριση των προσώπων είναι τόσο σημαντική για την Ορθόδοξη Θεολογία, που έκαναν αγώνες οι Καππαδόκες, να διατηρήσουν αυτή τη διάκριση των προσώπων. Λοιπόν, ό,τι κάνει ο Υιός στη Λειτουργία δεν είναι το ίδιο μ’ αυτό που κάνει ο Πατέρας, ούτε το ίδιο με αυτό που κάνει το Πνεύμα. Το κάθε πρόσωπο κάνει διαφορετικό έργο σ’ όλη την «Οικονομία» και αυτό το έργο μεταφέρεται στην Ευχαριστία. Λοιπόν, ο Πατέρας δέχεται και, όπως λέει ο Παύλος, τελικώς ο Υιός θα τα προσαγάγει όλα στον Πατέρα. Γιατί; Διότι από τον Πατέρα ξεκινά, το σχέδιο της «Οικονομίας». Είναι η ευδοκία του Πατέρα, δεν είναι η ευδοκία του Υιού. Το κάθε πρόσωπο έχει το δικό του σημαντικό, διακριτικό ρόλο. Από την ευδοκία του Πατέρα ξεκινά η Οικονομία και στον Πατέρα καταλήγει. Ο Υιός εκτελεί την ευδοκία του Πατέρα, με τη συνέργεια του Αγίου Πνεύματος και αναφέρει πλέον στον Πατέρα όλη την «Οικονομία», όλους μας, ό,τι προσλαμβάνει μέσα στην «Οικονομία», το Σώμα Του, το φέρνει, το προσάγει στον Πατέρα. Η Ευχαριστία είναι ακριβώς αυτή η προσαγωγή, αυτή η προσφορά του σώματος του Χριστού στον Πατέρα, η εσχατολογική και τελική προσφορά είναι η αναφορά στον Πατέρα.

Γι’ αυτό λοιπόν, στη Θεία Ευχαριστία και μάλιστα τη στιγμή της αναφοράς δεν προσεύχεται η Εκκλησία μόνη της. Προσεύχεται ο Χριστός ως κεφαλή του σώματος, που φέρνει αυτή την «Οικονομία» στον Πατέρα. Αυτή η κίνηση, η οποία έχει εξασθενίσει στη Θεία Λειτουργία, στη συνείδηση εν πάση περιπτώσει των Ορθοδόξων και των κληρικών, είναι πολύ σημαντική για το θέμα μας, διότι δείχνει ότι η Εκκλησία δεν έχει δικό της «εγώ» τη στιγμή εκείνη. Όταν ομιλεί προς τον Πατέρα, δεν ομιλεί ως Εκκλησία, ομιλεί ως Χριστός. Ο Υιός ομιλεί. Αυτός άλλωστε είναι και ο μόνος, ο οποίος μπορεί να εισακουσθεί από τον Πατέρα. Γι’ αυτό και η Θεία Ευχαριστία διαφέρει από όλες τις άλλες τελετές και ακολουθίες, διότι στη Θεία Ευχαριστία ο Θεός βλέπει τον ίδιο τον Υιό Του και μας βλέπει όλους ως υιούς «εν τω προσώπω» του Υιού Του. Και γι’ αυτό πρέπει να είμαστε βαπτισμένοι, για να είμαστε μέλη της Ευχαριστίας. Δεν μπορεί ο καθένας να ενσωματωθεί στην ευχαριστιακή αυτή σχέση, διότι δεν έχει αποκτήσει την υιοθεσία, που δίνει το βάπτισμα. Αυτή η υιοθεσία του Βαπτίσματος μας καθιστά πλέον υιούς «εν τω Ενί και Μονογεννή Υιώ του Θεού». Συνεπώς, ο Υιός μας φέρνει μπροστά στο θρόνο του Πατέρα, ο Πατέρας μας αποδέχεται ως μέλη του Υιού Του και με αυτόν τον τρόπο ενωνόμαστε με το Θεό. Ενωνόμαστε λοιπόν εν Χριστώ και αυτό σημαίνει, ότι η Εκκλησία στην μεγάλη αυτή στιγμή της αναφοράς δεν έχει δική της ταυτότητα. Και γι’ αυτό, όταν λέει: «Τα άγια τοις αγίοις» απαντά χωρίς καμία δυσκολία και χωρίς αυτό να σημαίνει, ότι αρνείται, ότι είναι άγιοι αυτοί που θα μετάσχουν ή θα γίνουν άγιοι, δεν είναι άρνηση, όταν λέει: «Εις άγιος». Δεν είναι σαν να λέμε Αυτός είναι άγιος, εμείς δεν είμαστε. Όχι. Δεν υπάρχει αρνητική πλευρά στην έκφραση αυτή. Υπονοείται μ’ αυτή τη φράση, με την απάντηση του «Εις άγιος», ότι «ένας είναι ο άγιος, όπως ένας είναι και ο Υιός, αλλά εν Αυτώ και εμείς γινόμαστε άγιοι και εμείς γινόμαστε υιοί του Θεού εν Αυτώ».

Αυτός λοιπόν μας προσκομίζει στον Πατέρα και Αυτός ομιλεί προς τον Πατέρα και προσεύχεται στην ευχαριστιακή Λειτουργία. Ο Υιός. Βεβαίως ο Χριστός είναι αόρατος. Δεν είναι αισθητή η παρουσία Του στη Λειτουργία. Γι’ αυτό, ο προσφέρων τη Θεία Ευχαριστία, ο Επίσκοπος στην αρχαία Εκκλησία και κατ’ επέκταση και εν ονόματί του και ο Πρεσβύτερος, είναι πλέον εικόνα του Χριστού μέσα σ’ αυτή τη λειτουργική σύναξη, το λειτουργικό πλαίσιο. Είναι αυτός, ο οποίος ανακεφαλαιώνει, ενσωματώνει, κάνει ένα σώμα ολόκληρη την Εκκλησία και την αναφέρει στον Πατέρα. Και έτσι δημιουργείται ένα άλλο μυστήριο, ένα άλλο παράδοξο, ότι ενώ η Θεία Ευχαριστία προσφέρεται από τον Επίσκοπο ή τον Πρεσβύτερο, εκείνος -στην ευχή του Χερουβικού- λέει ότι: «Συ ει ο προσφέρων….. ο Χριστός». Δηλαδή, ενώ στα μάτια του λαού προσφέρων είναι ο Επίσκοπος, ο Επίσκοπος βλέπει ότι ο πραγματικός προσφέρων είναι ο Χριστός. Και έτσι γίνεται μια ταύτιση μεταξύ του λειτουργού και του Χριστού, η οποία όμως επιτρέπει πάντοτε τη διάκριση, διότι ο λειτουργός είναι άνθρωπος και συνεπώς, ενώ ταυτίζεται λειτουργικά με το πρόσωπο του Χριστού, δεν παύει να έχει συνείδηση του ότι δεν είναι αυτός ο Χριστός και γι’ αυτό και προσεύχεται προς το Χριστό ως τον προσφέροντα, σαν αυτός να μην ήταν ο προσφέρων, ενώ είναι ο προσφέρων. Και δημιουργείται λοιπόν μέσα στη Λειτουργία μια διαλεκτική σχέση, θα λέγαμε, μεταξύ λειτουργού και Χριστού και αυτή η διαλεκτική σχέση υπόκειται στο βάθος της έννοιας της εικόνας.

Η εικόνα είναι διαλεκτική. Δείχνει κάτι το οποίο δεν είναι παρόν, ωσάν να ήταν παρόν. Ο Χριστός λοιπόν «εν τω προσώπω» της εικόνας Του, που είναι ο λειτουργός εκείνη τη στιγμή, είναι παρών, αλλά με μια διαλεκτική σχέση, η οποία επιτρέπει στο λειτουργό να διακρίνει τον εαυτό του απ’ το Χριστό και αυτή η διαλεκτική σχέση εκφράζεται με την προσευχή, που κάνει πλέον ο λειτουργός προς τον Χριστό. Γι’ αυτό η ευχή του Χερουβικού, είναι ευχή προς το Χριστό, που είναι η μόνη ευχή της λειτουργίας που είναι προς το Χριστό. Οι άλλες ευχές είναι, είτε προς την Αγία Τριάδα, είτε προς τον Πατέρα μόνο, διότι είναι ευχές που προϋποθέτουν αυτή την ταύτιση μεταξύ Χριστού και Εκκλησίας, η οποία πλέον δημιουργεί διάλογο, όχι μεταξύ Εκκλησίας και Χριστού, τέτοιος διάλογος δεν υπάρχει στην Ευχαριστία, αλλά μεταξύ, από το ένα μέρος της Εκκλησίας και Χριστού και από το άλλο του Πατέρα. Τώρα, τον ΙΒ΄ αιώνα έγινε μια μεγάλη διαμάχη γύρω απ’ αυτό το θέμα, στην οποία κύριο ρόλο θεολογικό διαδραμάτισε ο Νικόλαος Μεθώνης. Η διαμάχη ήταν ακριβώς βασισμένη σ’ αυτό που ειπώθηκε παραπάνω. Ο Χριστός προσφέρει τη Θεία Ευχαριστία και τη δέχεται ο Πατέρας. Δεν την δέχεται και ο Υιός; Δηλαδή ο Υιός μόνο προσφέρει; Δεν αποδέχεται την Ευχαριστία; Η απάντηση που δόθηκε από τον Νικόλαο Μεθώνης και που επικράτησε, ήταν ότι ο Χριστός δέχεται επίσης τη Θεία Ευχαριστία, δεν την προσφέρει μονάχα. Ο λόγος είναι πολύ σοβαρός, διότι κάθε αντίληψη, ότι ο Πατέρας μπορεί να ενεργήσει κατά κάποιο τρόπο χωρίς την παρουσία του Υιού και του Πνεύματος, θα σήμαινε διαίρεση μέσα στην Αγία Τριάδα. Είναι βασικό Πατερικό αξίωμα, ότι τα τρία πρόσωπα της Αγίας Τριάδας δεν χωρίζουν ποτέ. Και στην «Οικονομία» και στην ενσάρκωση ακόμα μαζί είναι, αλλά δεν σαρκούνται όλα. Εδώ τώρα είναι μεγάλη λεπτομέρεια, ότι ο Υιός μεν δέχεται, μαζί με τον Πατέρα και το Πνεύμα, τη Θεία Ευχαριστία, αλλά σε διάκριση από τον Πατέρα και το Πνεύμα. Αυτός συγχρόνως και προσφέρει. Είναι πολύ σοβαρό θέμα η διάκριση των προσώπων, γι’ αυτό και το «Ευχαριστήσωμεν τω Κυρίω» δεν πρέπει να λέγεται μπροστά στην εικόνα του Χριστού.

Παρενθετικά αναφέρεται, ότι κατά τη θεία Ευχαριστία μεταλαμβάνουμε «θείου άνθρακος» και εάν μεν είμαστε άξιοι καταφλέγονται οι αμαρτίες μας, φωτίζεται η καρδιά μας και όπως αναφέρθηκε παραπάνω θεούμαστε, ενώ αν είμαστε ανάξιοι καταφλεγόμαστε εμείς οι ίδιοι, χωρίς κανένα φωτισμό, γι’ αυτό προσευχόμαστε: «Πλαστουργέ, μη φλέξης με τη μετουσία. πυρ γαρ υπάρχεις τους αναξίους φλέγον» (Συμεών Μεταφραστή). Αλλά και «και τη μετουσία του θείου πυρός πυρούμεθα και θεούμεθα», διότι «ο Άρτος της κοινωνίας, ουκ άρτος λιτός εστιν, αλλ’ ηνωμένος θεότητι. σώμα δε ηνωμένον θεότητι, ου μια φύσις εστίν, αλλά μια μεν του σώματος, της δε ηνωμένης αυτώ θεότητος, ετέρα. ώστε το συναμφότερον, ου μια φύσις, αλλά δυο» (Ι. Δαμασκηνός). Ώστε μπορούμε να πούμε, ότι κυριολεκτικά «τρώμε» το Θεό μας.

Σταματάμε για λίγο εδώ για να επεξηγήσουμε κάποια πράγματα σχετικά με τη βρώση και την πόση του τιμίου σώματος και του τιμίου αίματος του Κυρίου μας Ιησού Χριστού στο δείπνο της θ. ευχαριστίας, πράγματα για τα οποία υπάρχει σύγχυση και άγνοια. Έτσι, η θ. κοινωνία δίδεται και μεταλαμβάνεται από όλους τους πιστούς τους ζώντες, οι οποίοι βρίσκονται σε κατάσταση αγιότητας, φωτισμού, κάθαρσης ή προσπάθειας κάθαρσης, αλλά και στους «κεκοιμημένους», τους «εν πίστει τετελειωμένους» και τους ευρεθέντες εν ζωή σε κοινωνία με την Εκκλησία και μετείχαν πλήρως στη μυστηριακή ζωή Της. Με αυτή την οριοθέτηση, άπαντες οι ζώντες και οι κεκοιμημένοι μετέχουν της θ. κοινωνίας και θεούνται, καθότι αύτη πηγαίνει κατ’ ευθείαν στην ουσία της ψυχής ζώντων και κεκοιμημέμων και εφ’ όσον οι ζώντες φέρουν και σώμα αγιάζεται και αυτό και θεούται και αυτό μέσω της ψυχής. Ο άγιος Νικόλαος Καβάσιλας το προσδιορίζει σαφέστατα: «Εξάλλου και σ’ εκείνους που ζουν ακόμη με σώμα, η θεία κοινωνία δίνεται βέβαια δια μέσου του σώματος, αλλά πρώτα πηγαίνει στην ουσία της ψυχής και ύστερα μέσω της ψυχής διαβαίνει στο σώμα. Αυτό θέλοντας να φανερώσει ο μακάριος Απόστολος λέγει: «Εκείνος που ενώνεται με τον Κύριο γίνεται ένα πνεύμα μαζί Του» (Κορ. Α΄ 6. 17), διότι η ένωση και η συνάφεια αυτή πραγματοποιείται πρώτα μέσα στην ψυχή. Διότι εκεί, στην ψυχή, είναι κυρίως ο άνθρωπος, εκεί είναι και ο αγιασμός, ο οποίος αποκτάται με τις αρετές και την ανθρώπινη επιμέλεια. Εκεί είναι και το κέντρο που αμαρτάνει και που έχει ανάγκη να θεραπευθεί με τα τίμια δώρα. Στο σώμα, όλα προέρχονται από την ψυχή. Και όπως αυτό μολύνεται από τους πονηρούς λογισμούς που βγαίνουν από την καρδιά, έτσι και ο αγιασμός από εκεί προξενείται σ’ αυτό, τόσο από την αρετή, όσο και από τα μυστήρια. Σε μερικούς δε έρχονται και σωματικές ασθένειες, που έχουν την αιτία τους στην ηθική διαφθορά της ψυχής. Αυτό ήθελε να δείξει ο Σωτήρας και με το να θεραπεύσει την ψυχή του αρρώστου, δηλαδή να ελευθερώσει αυτήν από τις αμαρτίες, σήκωσε το σώμα από την αρρώστια (Ματθ. 9. 2-7). Αφού λοιπόν για να λάβει τον αγιασμό η ψυχή δεν έχει ανάγκη από το σώμα, αλλά μάλλον το σώμα έχει ανάγκη της ψυχής, τι παραπάνω από τις ψυχές των νεκρών παίρνουν από την τελετή οι ψυχές που είναι ενωμένες με σώμα, βλέποντας τον ιερέα και δεχόμενες από αυτόν τα δώρα; Αφού και εκείνες έχουν τον αιώνιο Ιερέα, που γίνεται γι’ αυτές τα πάντα και που μεταδίδει τα δώρα και σε όσους από τους ζώντες μεταλαμβάνουν αληθινά. Διότι δε μεταλαμβάνουν αληθινά όλοι αυτοί στους οποίους μεταδίδει ο ιερεύς, αλλά εκείνοι μόνο, στους οποίους μεταδίδει ο ίδιος ο Χριστός. Διότι ο ιερεύς μεταδίδει σε όλους γενικά τους προσερχομένους, ο Χριστός όμως μόνο στους άξιους. Από αυτό γίνεται φανερό ότι μόνο ο ίδιος ο Σωτήρας είναι που τελεί το μυστήριο για τις ψυχές και αγιάζει ζώντες και νεκρούς. Απ’ όλα όσα είπαμε γίνεται φανερό ότι όλα τα στοιχεία της ιερής αυτής τελετής είναι κοινά και στους ζώντες και στους νεκρούς. Διότι και τα αίτια του αγιασμού, επειδή είναι ψυχικά αγαθά, υπάρχουν και στις δυο αυτές κατηγορίες και αυτό που δέχεται πρώτο τον αγιασμό και είναι οικείο με αυτόν είναι το ίδιο (η ψυχή) και ο Ιερεύς που αγιάζει είναι ο ίδιος ο  Χριστός. Τούτο μόνον υπάρχει στους ζώντες, που δεν υπάρχει στους νεκρούς: το ότι δηλαδή και οι ανάξιοι νομίζουν ότι αγιάζονται με τα μυστήρια, διότι δέχονται στο στόμα τα δώρα. Από τους νεκρούς όμως ούτε καν να πλησιάσει κανείς είναι δυνατόν, αν είναι απροετοίμαστος, αλλά μόνο στους άξιους επιτρέπεται η κοινωνία. Στους ζώντες αυτό είναι δυνατόν, όμως όχι μόνο δεν προσθέτει αγιασμό σ’ αυτούς, αλλά αντίθετα επιφέρει τη χειρότερη κόλαση. Συνεπώς τούτο απέχει πολύ από το να είναι πλεονέκτημα για τους ζώντες. Και για έναν επιπλέον λόγο είναι φανερό ότι, όχι μόνον επιτρέπεται και δεν εμποδίζεται από τίποτε, αλλά και συμβαίνει απαραιτήτως η μετάληψη των τιμίων δώρων από τις ψυχές των νεκρών. Διότι αν υπήρχε κάτι άλλο να ευφραίνει και να αναπαύει εκεί τις ψυχές, αυτό θα αποτελούσε το βραβείο της καθαρότητας των αξίων ψυχών και δεν θα υπήρχε η ανάγκη της τράπεζας των μυστηρίων. Τώρα όμως εκείνο που δίνει στις ψυχές κάθε απόλαυση και μακαριότητα, είτε παράδεισο το πεις, είτε κόλπους του Αβραάμ, είτε τόπους απαλλαγμένους από κάθε λύπη και οδύνη, φωτεινούς, χλοερούς, αναπαυτικούς, είτε την ίδια τη βασιλεία των ουρανών, δεν είναι τίποτε άλλο, παρά αυτό το ποτήριο και αυτός ο άρτος. Διότι αυτά είναι ο Μεσίτης (Τιμ. Α΄ 2. 5, Εβρ. 9. 15), εκείνος που μπήκε ως πρόδρομος στα ουράνια άγια των αγίων (Εβρ. 6. 20), ο μόνος οδηγός προς τον Πατέρα (Ιω. 14. 6), ο μόνος ήλιος των ψυχών, ο οποίος τώρα φαίνεται και μετέχεται έτσι, όπως ο ίδιος θέλησε (μέσω των τιμίων δώρων), από τους δεμένους στο σώμα, ενώ τότε θα φανεί και θα μεταληφθεί χωρίς καταπετάσματα, όταν θα τον δούμε όπως είναι (Ιω. Α΄ 3. 2), όταν σαν πτώμα θα συγκεντρώσει τους αετούς (τους σεσωσμένους Ματθ. 24. 28), όταν θα ζωσθεί και θα τους βάλει στο τραπέζι και θα περάσει να τους υπηρετήσει (Λουκ. 12. 37), όταν θα αστράψει στα σύννεφα (Ματθ. 24. 30) και δι’ Αυτού οι δίκαιοι θα λάμψουν όπως ο ήλιος (Ματθ. 13. 43). Εκείνοι που δεν θα είναι ενωμένοι μαζί Του, όπως γνωρίζει να ενώνει η αγία τράπεζα, είναι εντελώς αδύνατο να βρουν ανάπαυση εκεί ή να λάβουν κάποιο αγαθό, μικρό ή μεγάλο (μγ΄ 1-7). Οι ψυχές οι απαλλαγμένες από το σώμα έχουν ένα πλεονέκτημα σχετικά με τον αγιασμό, απέναντι σ’ εκείνες που ζουν με σώμα. Διότι καθαρίζονται και παίρνουν άφεση αμαρτιών με τις ευχές των ιερέων και τη μεσιτεία των τιμίων δώρων όχι λιγότερο από τους ζώντες. Αυτές όμως δεν αμαρτάνουν πλέον, ούτε προσθέτουν νέες αμαρτίες στις παλιές, όπως οι περισσότεροι από τους ζώντες, αλλά ή τους συγχωρείται κάθε ενοχή ή τουλάχιστον λιγοστεύουν συνεχώς οι αμαρτίες τους. Και έτσι βρίσκονται πιο έτοιμες και σε καλύτερη κατάσταση για την κοινωνία του Σωτήρα, όχι μόνο από πολλούς ζώντες, αλλά και από τους ίδιους τους εαυτούς των, αν θα ήταν με το σώμα. Και μόνο το γεγονός ότι έχουν απαλλαγεί από το σώμα, τις κάνει πολύ πιο κατάλληλες για την κοινωνία των μυστηρίων από ό,τι θα τους ήταν δυνατόν αν είχαν το σώμα. Διότι εκεί υπάρχουν πολλές και διάφορες «μονές» (διαμονές, κατοικίες. Ιω. 14. 2), ώστε να τιμηθούν όλοι οι βαθμοί της αρετής και να μη μείνει τίποτε χωρίς ανταμοιβή εκ μέρους του δικαίου και φιλανθρώπου Κριτή. Όπως λοιπόν εκείνοι που είναι άξιοι των μεγίστων βραβείων και τέλειοι και κληρονόμοι της τέλειας μακαριότητας, όπως ο Παύλος και οι όμοιοι με αυτόν, την απολαμβάνουν καθαρότερα μετά το θάνατο παρά τότε που ήταν στη ζωή, έτσι κι εκείνοι που κατατάχθηκαν σε μετριότερη ανάπαυση είναι εύλογο να την απολαμβάνουν καλύτερα φεύγοντας από εδώ, παρά ζώντας με το σώμα. Αποδείξαμε δε ότι κάθε ανάπαυση των ψυχών και κάθε βραβείο αρετής και μικρό και μεγάλο, δεν είναι τίποτε άλλο παρά αυτός ο άρτος και αυτό το ποτήριο που μεταλαμβάνεται με τον κατάλληλο τρόπο από τις δυο κατηγορίες, εννοώ τους ζώντες και τους νεκρούς. Γι’ αυτό και ο Κύριος την απόλαυση των δικαίων στον μέλλοντα αιώνα την ονομάζει δείπνο (Λουκ. 14. 16), για να δείξει ότι εκεί δεν υπάρχει περισσότερο από αυτή την τράπεζα. Έτσι η θεία ιερουργία της Ευχαριστίας είναι και για τους νεκρούς όπως είναι και για τους ζώντες. Και όπως οι ζώντες αγιάζονται κατά δυο τρόπους, όπως έχει λεχθεί, κατά δυο τρόπους αγιάζονται και οι νεκροί και σε καμία περίπτωση δεν είναι κατώτεροι από τους ζώντες, αλλ’ απεναντίας έχουν και ένα πλεονέκτημα (με΄ 1-4)» (Ερμηνεία της θ. Λειτουργίας). Την αυτή θέση με τον άγιο Νικόλαο Καβάσιλα εκφράζουν σε κείμενά τους οι άγιοι: Συμεών Θεσσαλονίκης, Μάρκος Ευγενικός ο Εφέσου και Μακάριος Νοταράς ο Εφέσου.

Αλλά με την πορεία της θ. κοινωνίας εντός του σώματος τι γίνεται; Η θέση των αγίων Πατέρων είναι καθοριστική: Ο άγιος Ιω. Χρυσόστομος στην Θ΄ ομιλία του περί Μετανοίας αναφέρει: «Καθώς βλέπεις τα καθαγιασμένα Δώρα, μη νομίσεις ότι έχεις μπροστά σου κοινό ψωμί, μη νομίσεις ότι έχεις κοινό κρασί. Η θεία κοινωνία δεν αποβάλλεται από τον οργανισμό μας, όπως οι άλλες τροφές. Μακριά από σένα τέτοιος λόγος, μακριά από σένα τέτοια σκέψη. Αλλά, όπως καίγεται το κερί χωρίς να αφήνει υπολείμματα, κατά τον ίδιο τρόπο να πιστεύεις ότι και η θεία Κοινωνία αναλώνεται μέσα μας, καθώς ενώνεται με το σώμα μας». Ο άγιος Κύριλλος Ιεροσολύμων στην Ε΄ Μυσταγωγική Κατήχηση καταγράφει: «Αλλ’ αυτός ο άρτος του Μυστηρίου, ο άγιος, είναι επιούσιος, οπού θέλει να ειπή ότι αποκαθίσταται και διορίζεται εις την ουσίαν της ψυχής. Αυτός ο άρτος δεν πηγαίνει εις την κοιλίαν, μήτε ευγαίνει εις τον αφεδρώνα, αλλά διαμερίζεται εις όλην σου την σύστασιν προς ωφέλειαν ψυχής τε και σώματος». Ο άγιος Ιωάννης Δαμασκηνός στο έργο του «Έκδοσις ακριβής της Ορθοδόξου Πίστεως» καταγράφει: «Είναι σώμα και αίμα Χριστού που συντελεί στη συγκρότηση της ψυχής και του σώματός μας, χωρίς να ξοδεύεται ούτε να φθείρεται ούτε να αποβάλλεται ως άχρηστη ύλη -μη γένοιτο- αλλά υπάρχει για την ουσία και τη συντήρησή μας, αμυντικό μέσο εναντίον κάθε βλάβης, καθαρτήρια δύναμη κάθε αμαυρώσεως -αν πάρει κίβδηλο χρυσάφι, με τη δοκιμαστική πύρωση το καθαίρει-, για να μη κατακριθούμε στο μέλλον μαζί με τον κόσμο» (Δ΄ 13). Σύμφωνα με τα ανωτέρω η θ. Κοινωνία ενούμενη με το σώμα μας αναλώνεται αμέσως. Δεν αναφέρεται, ότι το αίμα του Κυρίου ενώνεται με το αίμα του ανθρώπου, διότι αυτό θα προϋπέθετε διαδικασία μέσω της πεπτικής οδού, κάτι που το αποκλείουν οι ανωτέρω άγιοι. Τέτοια διαδικασία μέσω της πεπτικής οδού δεν οδηγεί μόνο στο κυκλοφοριακό σύστημα, αλλά και στο αναπνευστικό, λεμφικό, ουροποιητικό, απεκκριτικό κ.ά. Εξ άλλου εκτός του καθαρού αρτηριακού αίματος υπάρχει και το ακάθαρτο φλεβικό. Εάν συνειρμικά το τίμιο αίμα του Κυρίου διοχετεύεται αμέσως στο αίμα του ανθρώπου, πράγμα λανθασμένο, τότε πως μπορεί το τίμιο σώμα του Κυρίου να διοχετευθεί στο αίμα του ανθρώπου, χωρίς να περάσει από το πεπτικό σύστημα (κάτι που αποκλείουν τόσον ο ιερός Χρυσόστομος, όσον και οι άγιοι Κύριλλος Ιεροσολύμων και Ιωάννης Δαμασκηνός). Στην αντίθετη περίπτωση θα είχαμε τα τίμια δώρα στην εκπνοή, στα δάκρυα, στις βλέννες, στο πτέρνισμα, στην απόχρεψη, στον ιδρώτα, στα ούρα κ.ά. πράγμα απαράδεκτο. Τι γίνεται δε στην περίπτωση τραυματισμού και ρεύσης αίματος μετά τη λήψη της θ. Κοινωνίας; Βέβαια η περίπτωση εμετού μετά τη θ. Κοινωνία επιτιμάται (ΛΕ΄ κανόνας αγ. Ιω. Νηστευτή), που εμμέσως πλην σαφώς υπονοεί διέλευση δια της πεπτικής οδού. Συναφή με τα αναφερόμενα στην προηγούμενη παράγραφο είναι τα γραφόμενα από τον άγιο Κύριλλο Ιεροσολύμων στις μυσταγωγικές κατηχήσεις του: «Έπειτα, αφού κοινωνήσης το σώμα του Χριστού, πρόσελθε, πλησίασε και εις το ποτήριον του αίματος. Όχι όμως με απλωμένας τας χείρας, αλλά σκύπτοντας εις τρόπον προσκυνήσεως με άκρον σέβας και ευλάβειαν, λέγε το «Αμήν» και μεταλαμβάνοντας από το αίμα του Χριστού, αγιάζου. Και εις όσον καιρόν μένει ακόμη εις τα χείλη σου η από μεταλήψεως του αίματος υγρασία, προσεγγίζοντας τα χέρια σου εις τα χείλη σου, αγίαζε και τους οφθαλμούς και το μέτωπον και τα λοιπά αισθητήρια. Τέλος πάντων ανάμεινον την ευχήν και ευχαρίστει τον Θεόν οπού σε ηξίωσε να μεταλάβης τα τέτοια μεγάλα Μυστήρια». Είναι εύλογη εδώ η απορία, όπου το αίμα του Κυρίου διασκορπίζεται σε εξωτερικά σημεία του σώματος, χωρίς να αναφέρεται σφούγγισμα. Τέλος, ποιος μπορεί να διαβεβαιώσει, ότι αυτός που κοινωνεί λαμβάνει πράγματι το τίμιο σώμα και το τίμιο αίμα του Κυρίου; Αναφέρει ο Μ. Αθανάσιος στο έργο του περί του Μυστικού Δείπνου: «Ως έλαβεν ο Ιούδας το ψωμίον, εισήλθεν ο Σατανάς εις αυτόν, διότι εύρε το καταγώγιον της ψυχής έτοιμον». Ο δε Απ. Παύλος είναι σαφής: «ο γαρ εσθίων και πίνων αναξίως κρίμα εαυτώ εσθίει και πίνει» (Κορ. Α΄ 11. 29), στη δε καλλίτερη περίπτωση, ένας μη άξιος, δεν κοινωνεί του τιμίου σώματος και αίματος, αλλά ψωμί και κρασί. Από τη άλλη πλευρά επειδή ο Κύριος «την πρόθεσιν επαινεί», δια τούτο θεωρείται, ότι μετέλαβε της θ. Κοινωνίας, ένας ο οποίος αξίως μεν θα κοινωνούσε, αλλά όμως δεν πρόλαβε, λόγω αιφνιδίου θανάτου ή ατυχήματος.

Είναι σημαντικό, το ότι τελικά η «Οικονομία» όλη ανακεφαλαιώνεται στο πρόσωπο του Χριστού και ότι καταλήγει στο πρόσωπο του Πατέρα. Ότι ο Πατέρας δεν προσφέρει. Τι να προσφέρει; Σε ποιον να προσφέρει; Αν μιλάμε για φύσεις όλα αυτά μπερδεύονται και δεν είναι ανάγκη να κάνουμε τις διακρίσεις αυτές. Αλλά η Θεία Λειτουργία είναι αποκαλυπτική στο σημείο αυτό. Είναι πολύ προσεκτική στο χειρισμό της διάκρισης των προσώπων. Αλλά εμείς έχουμε δημιουργήσει μια ευσέβεια λειτουργική ερήμην της διάκρισης των προσώπων. Προσευχόμαστε στο Θεό. Αυτό είναι τόσο επικίνδυνο, ώστε μπορεί να οδηγήσει σε μια αχρήστευση της Τριαδικής Θεολογίας. Γίνεται πλέον η Τριαδική Θεολογία ένα δόγμα, το οποίο δεν έχει καμιά σχέση με τον τρόπο με τον οποίο ζούμε. Όχι, δεν μπορούμε στη Λειτουργία να ξεχάσουμε το Τριαδικό δόγμα. Εάν υπάρχει διάκριση των προσώπων, αυτή πρέπει να εφαρμοστεί συνειδητά. Να ξέρουμε, ότι προσεύχομαι εν ονόματι του Χριστού, ότι ο Χριστός προσεύχεται μαζί μας, ότι ο λειτουργός είναι εικόνα του Χριστού εκείνη την ώρα και δεν είναι αυτός που λειτουργεί, ότι ο Χριστός προσφέρει.

Έτσι διατυπώνεται η ευχή: «Συ γαρ ει ο προσφέρων και προσφερόμενος και προσδεχόμενος και διαδιδόμενος» συγχρόνως. Αλλά ο Χριστός και όχι ο Πατέρας, όχι η θεία φύση, όχι αυτή. Ο Υιός. Υπάρχει μια διαλεκτική σχέση μεταξύ Πατέρα και Υιού, χάρη στην οποία σωζόμαστε, διότι και εμείς γινόμαστε αποδεκτοί απ’ τον Πατέρα, ως υιοί. Η Εκκλησία λοιπόν είναι αυτό το μυστήριο της ανακεφαλαίωσης, της ενσωμάτωσης όλων, που δια του Βαπτίσματος έγιναν υιοί, και δια μέσου αυτών, της φύσης, την οποίαν φέρουν μαζί τους και δι’ αυτού του τρόπου της εισόδου μας στην σχέση μεταξύ Πατέρα και Υιού. Αυτή είναι η θέωση και τίποτε άλλο. Γι’ αυτό η θέωση προσφέρεται κατ’ εξοχήν στη Θεία Ευχαριστία. Ο Χριστός λοιπόν χωρίς Εκκλησία δεν νοείται, η Εκκλησία δεν νοείται χωρίς Χριστό, η θέωση δεν νοείται χωρίς Εκκλησία. Ο Πατέρας δέχεται το σώμα αυτό, που προσφέρει ο Χριστός στην Ευχαριστία, ο Υιός τώρα και προσφέρει και δέχεται. Προσφέρει στο μέτρο, που είναι ενωμένος με την ανθρώπινη φύση και αποδέχεται στο μέτρο, που είναι ενωμένος με τον Πατέρα.

Όλα αυτά τα λέμε, για να δηλώσουμε σαφώς και κατηγορηματικώς, ότι η Εκκλησία δεν έχει δικό της εγώ, δεν έχει δική της ταυτότητα, αλλά η ταυτότητά της είναι ο Χριστός. Αυτό συνδέεται βέβαια με τη Χριστολογία και με όλη αυτή την ιστορία του ενός προσώπου και των δύο φύσεων. Απ’ όλα αυτά βγαίνει επίσης το συμπέρασμα, ότι ο,τιδήποτε συμβαίνει ή υπάρχει μέσ’ στην Εκκλησία, εκκλησιαστικοποιείται, καθίσταται Εκκλησία στο βαθμό και στο μέτρο, που αναφέρεται στον Πατέρα εν Χριστώ, κυρίως και κατ’ εξοχήν τη στιγμή της Θείας Ευχαριστίας. Ό,τι λοιπόν προσκομίζει ο άνθρωπος, είτε ως φύση που φέρει επάνω του με την φυσική του παρουσία, πάει εκεί και φέρνει αυτό το σώμα, το οποίο σώμα είναι μέτοχο ολόκληρου του κτιστού κόσμου. Συνεπώς, φέρνει τον κτιστό κόσμο μέσα του, τον πάει εκεί είτε με τα δώρα που προσφέρει, τον άρτο και τον οίνο, είτε με ο,τιδήποτε μέσα στα πλαίσια της Θείας Ευχαριστίας προσφέρει ο άνθρωπος, όλα αυτά γίνονται σώμα Χριστού. Δεν είναι πλέον ανθρώπινα, ούτε μπορούμε αυτά να τα εξετάσουμε κοινωνιολογικά ή οικονομολογικά ή νομικά. Δεν υπόκεινται αυτά σε νόμους και αρχές, που διέπουν την κτιστή φύση. Αυτά είναι τα χαρακτηριστικά της άκτιστης φύσης. Προσλαμβάνονται, αγιάζονται, γίνονται ιερά και με αυτό τον τρόπο μετέχουν και αυτά στη σχέση μεταξύ Πατέρα και Υιού. Αυτό ακριβώς κάνει και τους λειτουργούς και κυρίως τον Επίσκοπο, ο οποίος προΐσταται όλης αυτής της σύναξης και της προσφοράς, τους κάνει αγίους με την έννοια του: «Εις άγιος». Όλα αγιάζονται μέσα στην Θεία Ευχαριστία και κατεξοχήν αυτός που προσφέρει τη Θεία Ευχαριστία, που είναι η εικόνα του ίδιου του προσφέροντα, του Χριστού. Συνεπώς η ζωή της Εκκλησίας μέσα στη Θεία Ευχαριστία, η δομή της Εκκλησίας στη Θεία Ευχαριστία, τα λειτουργήματα, οι λειτουργοί, όλα αυτά δεν μπορούν να κριθούν με τα κριτήρια του κτιστού. Δεν μπορούν να κριθούν με κριτήρια κοινωνικά, κοινωνιολογικά. Η Εκκλησία βέβαια, έχει και μια ζωή, η οποία επεκτείνεται και έξω από τη Θεία Ευχαριστία. Και εκεί μπορούν να παρεισφρήσουν στοιχεία, που μπορεί να μην είναι στην ουσία τους στοιχεία αυτής της σχέσης, η οποία τα καθιστά ιερά και άγια. Αλλά δεδομένου ότι αυτά τα στοιχεία ή μάλλον, εάν και εφ’ όσον αυτά τα στοιχεία συνδέονται και μπορούν να συνδεθούν και πάλι κατά κάποιο τρόπο με τη Θεία Ευχαριστία, δεν μπορούν να χρησιμοποιηθούν, δεν μπορούν να αποτελέσουν αντικείμενο κοινωνικής ή άλλης κτιστής πραγματικότητας. Αυτή είναι η έννοια λοιπόν, όχι μόνο της Χριστοκεντρικότητας της Εκκλησίας αλλά και της επισκοποκεντρικότητας.

Επειδή το εγώ της Εκκλησίας είναι ο Χριστός και επειδή το Χριστό στη Θεία Ευχαριστία, τον εικονίζει ο Επίσκοπος, γι’ αυτό τον λόγο ο Επίσκοπος πήρε στην Εκκλησία αυτή την πάρα πολύ αποφασιστική θέση και έγινε ο κριτής όλης της ζωής της Εκκλησίας περιλαμβανομένης και της υλικής πλευράς της, η οποία υλική πλευρά προέρχεται από την σύνδεσή της με τη Θεία Ευχαριστία. Ό,τι προσφέρει ο άνθρωπος για να γίνει Θεία Ευχαριστία, αυτό περνάει οπωσδήποτε από τα χέρια του Επισκόπου, διότι όλη η Θεία Ευχαριστία περνάει από τα χέρια του Επισκόπου. Είναι ο μόνος τρόπος που έχουμε για να εικονίσουμε την παρουσία του Χριστού. Δεν είναι δυνατόν να φθάσουμε στην προτεσταντική αντίληψη, η οποία δεν χρειάζεται τον εικονισμό αυτό. Η προτεσταντική αντίληψη θεωρεί την κοινότητα σαν κάτι που προσεύχεται σαν σύνολο ατόμων, τα οποία προσεύχονται το καθένα προς το Θεό. Συναντιώνται απλώς για να προσευχηθούν, αλλά ο καθένας προσεύχεται μόνος του, μαζί βέβαια με τους άλλους, αλλά δεν περνάει η προσευχή από ένα κοινό στόμα. Αυτό το κοινό στόμα για εμάς, για την Εκκλησιολογία που αναλύθηκε παραπάνω, δεν είναι ανθρώπινο. Είναι ο Χριστός, διότι ανθρώπινο στόμα δεν ακούει ο Θεός. Ή εν πάση περιπτώσει, μέσα στην Θεία Ευχαριστία διαφέρει η προσευχή από τις προσευχές εκτός της Θείας Ευχαριστίας, με τις οποίες μπορεί ένα ανθρώπινο στόμα να προσεύχεται στο Θεό. Στη Θεία Ευχαριστία δεν προσεύχεται το ανθρώπινο στόμα. Προσεύχεται το στόμα του Υιού, γι’ αυτό και κάνει τη Θεία Ευχαριστία τόσο εισακουστή και σημαντική στον Πατέρα. Διαφέρει η Θεία Ευχαριστία από τις άλλες προσευχές και ο λαός το ξέρει αυτό. Ο λαός πάει για να κάνει Λειτουργία, για να δώσει στη Λειτουργία τα ονόματα. Άλλο είναι η Λειτουργία, άλλο τα εκτός της Λειτουργίας. Τα εκτός της Λειτουργίας δεν έχουν την ίδια βαρύτητα, την ίδια αξία. Τα εντός της Θείας Ευχαριστίας, εκείνα περνούν από τη σχέση αυτή Πατέρα και Υιού και ο Υιός είναι αυτός που τα αναλαμβάνει επάνω Του, διότι αυτό είναι η Θεία Ευχαριστία. Το σώμα του Χριστού πραγματοποιείται. Αυτός αναλαμβάνει επάνω Του τα αιτήματα, τα δώρα των ανθρώπων και τα δίνει στον Πατέρα. Επομένως, αυτά που συμβαίνουν εκείνη την ώρα μέσα στη Θεία Ευχαριστία, συμβαίνουν από τον ίδιο τον Χριστό. Δεν είναι συνεπώς ο Επίσκοπος ένας λειτουργός εκ παραλλήλου υφιστάμενος με τον Χριστό. Είναι ο ίδιος ο Χριστός. Και όλη η αμφίεση και όλη η ψαλμωδία και όλος ο τρόπος, με τον οποίον ο λαός βλέπει τον Επίσκοπο και κατ’ επέκταση τον Πρεσβύτερο, όλα αυτά δείχνουν ότι τον θεωρεί εικόνα του Χριστού. Και οι εικόνες του Χριστού παριστάνονται μ’ αυτό τον τρόπο. Από εκεί ξεκίνησε η εξουσία του Επισκόπου σ’ όλα τα θέματα της Εκκλησίας.

20.1.17

Ι. ΚΑΡΔΑΣΗΣ

 

 

Advertisements

2 thoughts on “    ΧΡΙΣΤΟΛΟΓΙΑ          5/ ΕΚΚΛΗΣΙΟΛΟΓΙΚΑ(Ιω.Καρδάση

  1. Χαίρετε.
    Αντί να βλέπετε τεράστια δογματικά λάθη των ιερέων μας – «Γι’ αυτό και είναι μέγιστο λάθος αυτό που κάνουν οι κληρικοί μας και στο «Ευχαριστήσωμεν τω Κυρίω» στρέφονται προς την εικόνα του Χριστού. Είναι τεράστιο δογματικό λάθος.»
    δε θα ήταν προτιμότερο να θυμηθείτε το, «ὁ ἑωρακὼς ἐμὲ ἑώρακε τὸν πατέρα· καὶ πῶς σὺ λέγεις, δεῖξον ἡμῖν τὸν πατέρα;» και να μη βλέπετε την κίνηση αυτή των κληρικών ως δογματικό λάθος;;

  2. Και το άλλο που λέτε νομίζω πως πρέπει να το διορθώσετε:

    «Όταν ομιλεί προς τον Πατέρα, δεν ομιλεί ως Εκκλησία, ομιλεί ως Χριστός. Ο Υιός ομιλεί. Αυτός άλλωστε είναι και ο μόνος, ο οποίος μπορεί να εισακουσθεί από τον Πατέρα.»

    Αν είναι έτσι τότε για τι πράγμα μιλά ο Κύριος όταν μας λέει:
    «και εν εκεινη τη ημερα εμε ουκ ερωτησετε ουδεν αμην αμην λεγω υμιν οτι οσα αν αιτησητε τον πατερα εν τω ονοματι μου δωσει υμίν εως αρτι ουκ ητησατε ουδεν εν τω ονοματι μου αιτειτε και ληψεσθε ινα η χαρα υμων η πεπληρωμενη………..εν εκεινη τη ημερα εν τω ονοματι μου αιτησεσθε και ου λεγω υμιν οτι εγω ερωτησω τον πατερα περι υμων αυτος γαρ ο πατηρ φιλει υμας οτι υμεις εμε πεφιληκατε και πεπιστευκατε οτι εγω παρα του θεου εξηλθον»

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s