ΕΙΣ ΕΝΟΤΗΤΑ, ΟΧΙ ΕΙΣ ΣΧΙΣΜΑΤΑ

8eologia-imerida

ΕΙΣΑΓΩΓΙΚΑ

Το τελευταίο χρονικό διάστημα δημοσιεύουμε   κείμενα που έχουν σχέση με την Αγία και Μεγάλη Σύνοδο, που εκτός απροόπτου θα συνέλθει στην Κρήτη τον προσεχή Ιούνιο.

Τα περισσότερα κείμενα είναι μεγάλα και επειδή αναλύουν δύσκολες θεολογικές έννοιες, ίσως είναι κουραστικά. Το γνωρίζουμε αυτό αλλά  ο κίνδυνος που αντιμετωπίζουμε είναι μεγάλος.

Στη σύνοδο αυτή θα γίνει συντονισμένη προσπάθεια από τους Οικουμενιστές να θεσμοθετήσουν τις αιρέσεις της διηρημένης Εκκλησίας και της βαπτισματικής θεολογίας σαν την πίστη της Εκκλησίας.

Σ’ αυτό το στάδιο είναι αναγκαίο να ενημερωθούμε όλοι.

Στην Σύνοδο όλα δείχνουν ότι οι παραδοσιακοί επίσκοποι θα βρεθούν αντιμέτωποι με τις συνασπισμένες δυνάμεις των εκπροσώπων του Οικουμενικού Πατριαρχείου και της Εκκλησίας της Ρωσίας. Επομένως ο αγώνας είναι δύσκολος και η ομολογία της πίστεως δεν είναι ευρύχωρος δρόμος σπαρμένος με ροδοπέταλα.

Είναι ενδεχόμενο ότι οι Οικουμενιστές θα κατορθώσουν να περάσουν τις θέσεις τους. Ίσως όχι με τη σύμφωνη γνώμη όλων των Ορθοδόξων Εκκλησιών αλλά κατά πλειοψηφία.

Το ποίμνιο της Εκκλησίας πρέπει να είναι έτοιμο για να αντιδράσει μπροστά σε τέτοιο ενδεχόμενο.

Γι’ αυτό παρακαλούμε θερμά τους αναγνώστες του ιστολογίου να μελετούν τα κείμενα που αναρτούμε για την Αγία και Μεγάλη Σύνοδο ώστε -αν χρειαστεί- να έχουν όλο τον αναγκαίο εξοπλισμό για την αντίδραση.

Ζούμε σε δύσκολες μέρες. Γι’ αυτό κανείς δεν έχει την πολυτέλεια να αδιαφορήσει για το θέμα.

Υπενθυμίζουμε στους αγαπητούς αναγνώστες του ιστολογίου ότι παράλληλα δημοσιεύουμε και άλλου είδους κείμενα στο ιστολόγιό μας-ΘΗΣΑΥΡΟΣ ΓΝΩΣΕΩΝ ΚΑΙ ΕΥΣΕΒΕΙΑΣ(ΙΙ)-ΜΑΡΤΥΡΙΑ ΧΡΙΣΤΟΥ στην ηλεκτρονική διεύθυνση.

missionanatolis.wordpress.com

Εἰς ἑνότητα, ὄχι εἰς σχίσματα!

τοῦ Ἀρχιμ. Δαν. Ἀεράκη

.             Μέ προσδοκίες καί προετοιμασίες πενήντα ἐτῶν συνέρχεται ή λεγομένη «Ἁγία καί Μεγάλη Σύνοδος», πού, ὅπως ἤδη ἀναφέρθηκε, δέν μπορεῖ καί δέν πρέπει νά ὀνομασθῆ Οἰκουμενική. Ἄν ἐπρόκειτο περί Οἱκουμενικῆς, θά ἔπρεπε νά κληθοῦν ὅλοι οἱ ἀνά τόν κόσμο ὀρθόδοξοι ἐπίσκοποι, πού ἀσκοῦν οὐσιαστική διαποίμανσι λαοῦ. Κάτι τέτοιο δέν ἔγινε. Καί ἑπομένως ἡ συγκροτουμένη Σύνοδος φαίνεται νά ἔχη τήν αὐτοσυνειδησία ἁπλῶς μιᾶςΠανορθοδόξου Συνόδου.

  • Ἀλλ’ ἐν τοιαύτῃ περιπτώσει τί χρειάζονται τόσο μεγάλες ἀντιπροσωπεῖες ἀπό τίς κατά τόπους Ἐκκλησίες; Ἄν ἀνάλογες μέ τήν ἀντιπροσωπεία τῆς Ἐκκλησίας τῆς Ἑλλάδος (40 πρόσωπα!) εἶναι καί οἱ ἀντιπροσωπεῖες τῶν ἄλλων αὑτοκεφάλων Ἐκκλησιῶν, φαντάζεσθε τά προβλήματα (χωροταξικό, ἐπικοινωνιακό, οἰκονομικό κ.ά.);

  • Ἄν, ὅπως ἐγράφη, ἡ ὑπόθεσις τῆς «Μεγάλης Συνόδου» θά στοιχίση 70.000.000 ευρώ, ἀντιλαμβάνεσθε τόν σκανδαλισμό τοῦ φτωχοῦ λαοῦ μας, σέ ἡμερες τρομερῆς οἰκονομικῆς κρίσεως;

  • Ὁ «ντόρος» γύρω ἀπό τή «Μεγάλη Σύνοδο» δίνει ἐκ πρώτης ὄψεως τήν ἐντύπωσι, ὅτι θ’ ἀσχοληθῆ μέ σπουδαῖα θέματα. Ἀλλ’, ὅπως εἴπαμε, θέμα πίστεως οὐδέν! Δέν πρόκειται ν’ ἀσχοληθῆ μέ τούς κινδύνους γιά τό Ὀρθόδοξο πλήρωμα ἀπό τούς πάσης φύσεως αἰρετικούς καί ἀθέους, οἱ ὁποῖοι σχεδόν ἀνενόχλητοι πριονίζουν τό δένδρο τῆς Ὀρθοδοξίας.

  • Θέματα, ὅπως ὁ γάμος καί ἡ νηστεία, πού ἀναφέρονται στήν ἡμερησία διάταξι, εἶναι ἤδη λυμένα ἀπό τίς Οἰκουμενικές Συνόδους. Καί θεωρεῖται δεδομένο, ὅτι μία Σύνοδος, Οἰκουμενική ἤ μή, δέν μπορεῖ ν’ ἀλλάξη «ὅρια»,πού οἱ Πατέρες προηγουμένων Συνόδων ἔθεσαν.

.             Πολλοί φοβοῦνται, ὅτι ὅσον ἀφορᾶ στό γάμο, δέν πρόκειται νά γίνη κάτι οὐσιῶδες γιά τή διάσωσι τοῦ θεσμοῦ του. Ὀρθῶς ἐγράφη, ὅτι «τό εὐαγγέλιο τῆς ἐκκλησιαστικῆς ἐμπειρίας δέν παγιδεύεται νά συζητάη οὐτοπίες. Φωτίζει ὅμως τή διαφορά τῆς σύμβασης ἀπό τό μυστήριο». Σήμερα στόν ὀρθόδοξο χῶρο, καί δή στόν τόπο μας, τό μυστήριο τοῦ Γάμου τό ὑποκατέστησαν ἕνα «σύμφωνο»,μία «σύμβασις», μία «ύπογραφή ἑνός δημάρχου», ἕνα «συμβόλαιο»!

.             Θά καταδικάση ἡ «Μεγάλη Σύνοδος» τούς δράστες τῆς διακωμωδήσεως τοῦ μυστηρίου τοῦ γάμου; Θά μπορῆ π.χ. νά θεωρῆται μέλος τῆς Ἐκκλησίας ἕνας δημοτικός ἄρχοντας, πού… «εὐλογεῖ» «πολιτικό γάμο»; Κατά τόπους Σύνοδοι ἔχουν καταδικάσει τόν «πολιτικό γάμο» ὡς πορνογαμία. Θά γίνη ὅμως αὐτό καί πανορθοδόξως; Θ’ ἀσχοληθῆ ἡ «Σύνοδος», ὅπως προτείνει καί ὁ Μητρ. N. Σμύρνης Συμεών, καί μέ τό «Σύμφωνο συμβίωσης ὁμοφυλοφίλων»; Καίρια ἐρωτήματα.

  • Καί ὅσον ἀφορᾶ στό θέμα τῆς νηστείας, ἆραγε «ἡ σπουδαιότης τῆς νηστείας καί ἡ τήρησις αὐτῆς σήμερον» (διατύπωσις ἡμερησίας διατάξεως), δέν εἶναι δεδομένα ἀπό τήν Ἁγία Γραφή καί τούς Πατέρες; Τώρα θά πληροφορηθοῦμε τή σπουδαιότητα τῆς νηστείας καί τό πῶς τηρεῖται ἀπό τούς πιστούς, ἄλλοτε κατ’ ἀκρίβειαν καί ἄλλοτε κατ’ οἰκονομίαν;

  • Πολύ φοβούμεθα τόν κίνδυνο νέων διενέξεων, νέων διασπάσεων, ἀκόμη καί νέων σχισμάτων. Ἄλλωστε τά ζητήματα τῶν λεγομένων «κρατικῶν Ἐκκλησιῶν» καί τοῦ «ἐθνοφυλετισμοῦ» ἐγκρύπτουν κινδύνους γιά τήν ἑνότητα τῆς Ἐκκλησίας.

.             Ἡ ἡμέρα τῆς Πεντηκοστῆς, πού ὡρίσθηκε ὡς ἔναρξις τῶν ἐργασιῶν τῆς «Μεγάλης Συνόδου», εἶναι ἡμέρα ἁγιοπνευματικοῦ φωτισμοῦ καί ἑνότητας. Καί τά δύο ὁλόθερμα εὐχόμεθα ὡς μέλη τοῦ σώματος τῆς Ἐκκλησίας (τῆς Ὀρθοδοξίας).

Advertisements

«Ἐκκλησιολογικά καί ποιμαντικά προβλήματα ἀπό τήν μή συμμετοχή ὅλων τῶν Ὀρθοδόξων Ἐπισκόπων εἰς τήν Ἁγία καί Μεγάλη Σύνοδο»

ΕΙΣΑΓΩΓΙΚΑ

Το τελευταίο χρονικό διάστημα δημοσιεύουμε   κείμενα που έχουν σχέση με την Αγία και Μεγάλη Σύνοδο, που εκτός απροόπτου θα συνέλθει στην Κρήτη τον προσεχή Ιούνιο.

Τα περισσότερα κείμενα είναι μεγάλα και επειδή αναλύουν δύσκολες θεολογικές έννοιες, ίσως είναι κουραστικά. Το γνωρίζουμε αυτό αλλά  ο κίνδυνος που αντιμετωπίζουμε είναι μεγάλος.

Στη σύνοδο αυτή θα γίνει συντονισμένη προσπάθεια από τους Οικουμενιστές να θεσμοθετήσουν τις αιρέσεις της διηρημένης Εκκλησίας και της βαπτισματικής θεολογίας σαν την πίστη της Εκκλησίας.

Σ’ αυτό το στάδιο είναι αναγκαίο να ενημερωθούμε όλοι.

Στην Σύνοδο όλα δείχνουν ότι οι παραδοσιακοί επίσκοποι θα βρεθούν αντιμέτωποι με τις συνασπισμένες δυνάμεις των εκπροσώπων του Οικουμενικού Πατριαρχείου και της Εκκλησίας της Ρωσίας. Επομένως ο αγώνας είναι δύσκολος και η ομολογία της πίστεως δεν είναι ευρύχωρος δρόμος σπαρμένος με ροδοπέταλα.

Είναι ενδεχόμενο ότι οι Οικουμενιστές θα κατορθώσουν να περάσουν τις θέσεις τους. Ίσως όχι με τη σύμφωνη γνώμη όλων των Ορθοδόξων Εκκλησιών αλλά κατά πλειοψηφία.

Το ποίμνιο της Εκκλησίας πρέπει να είναι έτοιμο για να αντιδράσει μπροστά σε τέτοιο ενδεχόμενο.

Γι’ αυτό παρακαλούμε θερμά τους αναγνώστες του ιστολογίου να μελετούν τα κείμενα που αναρτούμε για την Αγία και Μεγάλη Σύνοδο ώστε -αν χρειαστεί- να έχουν όλο τον αναγκαίο εξοπλισμό για την αντίδραση.

Ζούμε σε δύσκολες μέρες. Γι’ αυτό κανείς δεν έχει την πολυτέλεια να αδιαφορήσει για το θέμα.

 

 

Εἰσήγησις Μητροπολίτου Κυθήρων Σεραφείμ

Θέμα: «Ἐκκλησιολογικά καί ποιμαντικά προβλήματα ἀπό τήν μή συμμετοχή ὅλων τῶν Ὀρθοδόξων Ἐπισκόπων εἰς τήν Ἁγία καί Μεγάλη Σύνοδο»

Ἐν πρώτοις αἰσθάνομαι τήν ἀνάγκη νά εὐχαριστήσω τήν Ἐπιτροπή τῆς παρούσης Ἐπιστημονικῆς Θεολογικῆς Ἡμερίδος διά τήν συναρίθμησί μου εἰς τούς εἰσηγητάς της, τήν κατάρτισι τοῦ καταλόγου τῶν περισπουδάστων θεμάτων της: θεολογικῶν, ἐκκλησιολογικῶν καί κανονικῶν, ἀφορώντων εἰς τήν θεματολογία τῆς συγκληθησομένης «Ἁγίας καί Μεγάλης Συνόδου», καί τήν ἀρτία διοργάνωσί της.

Πρίν προβῶ μέ τήν Χάριν καί τήν δύναμιν τοῦ Χριστοῦ εἰς τήν παρουσίασι καί ἀνάπτυξι τοῦ ἀνατεθέντος μοι περισπουδάστου ἐκκλησιολογικοῦ θέματος ὑπό τόν τίτλον: «Ἐκκλησιολογικά καί ποιμαντικά προβλήματα ἀπό τήν μή συμμετοχή ὅλων τῶν Ὀρθοδόξων Ἐπισκόπων εἰς τήν Ἁγία καί Μεγάλη Σύνοδο», προτίθεμαι νά προσδιορίσω τόν λόγο τῆς παρουσίας μου καί τήν θέσι μου εἰς τήν Σύναξι καί Ἡμερίδα αὐτή. Ὡς Ἐπίσκοπος τῆς Ἑλλαδικῆς μας Ἐκκλησίας ἀνήκω φυσικά εἰς τό Σῶμα τῆς Σεπτῆς Ἱεραρχίας τῆς Ἐκκλησίας τῆς Ἑλλάδος, ἔχω τήν ἀναφορά μου καί τήν ἐξάρτησι ἀπό Αὐτήν, εἰς τήν ὁποία καί καταθέτω ἑκάστοτε ταπεινό λόγο σέ θεολογικά, ἐκκλησιολογικά καί ποιμαντικά θέματα. Εἰς τήν Ἱερά Σύνοδο τῆς Ἱεραρχίας τῆς Ἐκκλησίας μας, σέ τακτική Συνεδρία τοῦ παρελθόντος Ὀκτωβρίου, ἀλλά καί στήν πρό 15νθημέρου συγκληθεῖσα ἐκτάκτως τοιαύτη κατέθεσα προφορικά τίς θέσεις καί προτάσεις μου καί σχετικό ὑπόμνημα μέ τόν προβληματισμό μου διά θέματα πού ἀφοροῦν εἰς τήν σύγκλησι τῆς Ἁγίας καί Μεγάλης Συνόδου, τά ὁποῖα καί θά ἀναπτυχθοῦν εἰς τήν συνέχεια.

Θεωρῶ ὅτι αὐτή τήν στιγμή εὑρίσκομαι ἐν μέσῳ τοῦ ζῶντος Ἐκκλησιαστικοῦ Σώματος, Ἀδελφῶν Ἀρχιερέων, Ἱερέων, Ἱερομονάχων, Μοναχῶν, Μοναζουσῶν καί εὐσεβῶν καί Ὀρθοδόξων Χριστιανῶν. Τέσσερις (4) Ἱερές Μητροπόλεις: Πειραιῶς, Γλυφάδας. Γόρτυνος καί Κυθήρων συνδιοργανώνουν τήν μεγάλη μας αὐτή Κληρικολαϊκή Σύναξι ἀπό ὅλη τήν Ἑλλάδα. Κινητήριος μοχλός τῆς Θεολογικῆς αὐτῆς Ἡμερίδος εἶναι ἡ λειτουργοῦσα ὑπό τήν εὐθύνη σεβασμίων Ἱερωμένων Πανεπιστημιακῶν Διδασκάλων, καί ὄχι μόνο, «Σύναξις Ὀρθοδόξων Κληρικῶν καί Μοναχῶν». Δέν πρόκειται γιά κάποια παρασυναγωγή ἤ παρεκκλησιαστική ὀργάνωσι, ὅπως ἴσως τήν θεωροῦν καί την χαρακτηρίζουν μερικοί, ἀλλά γιά μία Συνάθροισι συνειδητῶν καί ὀργανικῶν μελῶν τῆς Μιᾶς Ἁγίας Καθολικῆς καί Ἀποστολικῆς Ἐκκλησίας, πού ἔχουν ἰδιαίτερη παιδεία, μόρφωσι καί εὐαισθησία σέ θέματα Ὀρθοδόξου Πίστεως καί Ὁμολογίας, Ὀρθοδόξου Παραδόσεως καί Κληρονομίας.
Θά ἦτο εὐχῆς ἔργον μία τέτοια Ἡμερίδα νά εἶχε ὀργανωθῆ μέ Συνοδική Πρωτοβουλία διά νά πληροφορηθῆ ἐπαρκῶς καί ὑπευθύνως ὁ Ἱερός Κλῆρος καί ὁ Χριστώνυμος Λαός σχετικά μέ τίς προτάσεις καί συζητήσεις ἐπί τῶν θεμάτων τῆς «Ἁγίας καί Μεγάλης Συνόδου». Ἐφ΄ὅσον, ὅμως, δέν ἔχει προγραμματισθῆ μία τέτοια Σύναξις διά τήν σαφῆ καί ἐμπεριστατωμένη πληροφόρησι τοῦ Ὀρθοδόξου Ἐκκλησιαστικοῦ Πληρώματος, ὅπως ἔγινε στήν Ἐκκλησία τῆς Κύπρου, πέραν τῆς γενομένης ἐκτάκτου συγκλήσεως τῆς Σεπτῆς Ἱεραρχίας μας κατά τό πρῶτο δεκαήμερο τοῦ Μαρτίου, συμμετέχουμε ὅλοι εἰς τήν παροῦσα Ἡμερίδα μέ ἐπιτεταμένη τήν προσοχή καί ζωηρό τό ἐνδιαφέρον δι΄ὅσα μέ νηφαλιότητα, πληρότητα καί ἀντικειμενικότητα, χωρίς φόβο καί χωρίς πάθος, ἀλλά ἐν φόβῳ Θεοῦ, μέ αἴσθημα εὐθύνης καί φιλαληθείας θά ἀκουσθοῦν.
Καί τώρα, μετά τήν ὡς ἄνω σαφῆ ἐξήγησι καί τοποθέτησί μου, προχωρῶ εἰς τήν παρουσίασι τοῦ θέματός μου.
Ποιός εἶναι ὁ χαρακτηρισμός τῆς συγκληθησομένης Συνόδου; Θά εἶναι Οἰκουμενική ἤ Πανορθόδοξος; Ποιά ἡ ἔννοια τοῦ προσδιορισμοῦ τῆς Συνόδου ὡς Ἁγίας καί Μεγάλης; Ποιά Σύνοδος χαρακτηρίζεται ἀπό τό Κανονικό Δίκαιο καί τούς Ἱερούς Κανόνας τῆς Ἐκκλησίας μας ὡς Ἁγία καί Μεγάλη; Ἄν δέν εἶναι Οἰκουμενική ἤ Πανορθόδοξος, ποιό θά εἶναι τό κῦρος καί ἡ αὐθεντία τῆς Ἁγίας καί Μεγάλης Συνόδου;
Ἡ ὀρθή ἀπάντησις εἰς τά ὡς ἄνω καίρια ἐκκλησιολογικά ἐρωτήματα θά προσημάνη καί θά προδικάση τό ἀποτέλεσμα˙ τό ἄν δηλαδή θά ὑπάρξουν ἤ ὄχι ἐκκλησιολογικά καί ποιμαντικά προβλήματα ἀπό τήν μή συμμετοχή ὅλων τῶν Ὀρθοδόξων Ἐπισκόπων εἰς τήν Ἁγία καί Μεγάλη Σύνοδο.
Εἶναι εἰς ὅλους γνωστόν ὅτι, τόσον οἱ Προσυνοδικές Πανορθόδοξες Διασκέψεις, ὅσο καί οἱ Εἰδικές Διορθόδοξες Ἐπιτροπές, ἀλλά καί ἡ ἐν γένει «Οἰκουμενική κίνησις» χαρακτηρίζουν ὄχι ὡς Οἰκουμενική, ἀλλ’ ὡς Ἁγία καί Μεγάλη τήν μελετωμένη νά συνέλθη τόν προσεχῆ Ἰούνιο Σύνοδο. Κατά τόν ἐκπρόσωπο τῆς Ἐκκλησίας τῆς Ἑλλάδος εἰς τόν Θεολογικό διάλογο μετά τῶν Ρωμαιοκαθολικῶν Σεβασμιώτατο Μητροπολίτη Μεσσηνίας κ.Χρυσόστομο: «ἡ ἰδία ἡ θεματολογία, ὡς αὕτη καθωρίσθη πανορθοδόξως καί ὁμοφώνως, καί ὁ σκοπός συγκλήσεως τῆς Ἁγίας καί Μεγάλης Συνόδου, προσδιορίζει καί τόν χαρακτῆρα Αὐτῆς τῆς Συνόδου οὐχί ὡς Οἰκουμενικῆς, ἀλλ’ ὡς Ἁγίας καί Μεγάλης Συνόδου τῆς Ὀρθοδόξου Καθολικῆς Ἐκκλησίας»[1].
Ποιά, ὅμως, Σύνοδος χαρακτηρίζεται ἀπό τό Κανονικό Δίκαιο καί τούς Ἱερούς Κανόνας τῆς Ἐκκλησίας μας ὡς Ἁγία καί Μεγάλη;
Μία ἔρευνα εἰς τούς Ἱερούς Κανόνας μόνο τῶν Ἁγίων ἑπτά (7) Οἰκουμενικῶν Συνόδων, καταδεικνύει ὅτι ἡ ἁγία Οἰκουμενική Σύνοδος ἀποκαλεῖται πότε «Ἁγία καί Μεγάλη Σύνοδος», πότε «Μεγάλη Σύνοδος», ἐνίοτε «Ἁγία καί Οἰκουμενική Σύνοδος» καί ἄλλοτε «Ἁγία Σύνοδος» καί παρέχει τά ἑξῆς στοιχεῖα : Πέντε (5) Ἱεροί Κανόνες τῆς Α’ Οἰκουμενικῆς Συνόδου καί ἕνας (1) τῆς Δ’ (Η’, ΙΔ’, ΙΕ’, ΙΖ’, καί ΙΗ’ τῆς Α’ Οἰκουμενικῆς καί ὁ Γ’ τῆς Δ’) χρησιμοποιοῦν τόν χαρακτηρισμό Ἁγία καί Μεγάλη Σύνοδος. Τρεῖς (3) Ἱεροί Κανόνες (Β’, Γ’, καί ΣΤ’) τῆς Α’ Οἰκουμενικῆς κάμνουν χρῆσιν τῆς ὀνομασίας Μεγάλη Σύνοδος. τρεῖς (3) κανόνες τῆς Γ’Οἰκουμενικῆς Συνόδου (Α’, Γ’ καί Η’), ἕνας τῆς Δ’ (Ι’) καί δύο (2) τῆς Πενθέκτης (Γ’ καί ΝΑ’) καταγράφουν τήν ὀνομασία Ἁγία καί Οἰκουμενική Σύνοδος. Καί ἕνας (1) Κανόνας τῆς Α’ Οἰκουμενικῆς (ὁ Κ’), ἕνας (1) τῆς Β’ (ὁ ΣΤ’), ἑπτά (7) τῆς Γ’ (Α’, Β’, Δ’, Ε’, ΣΤ’, Ζ’καί Η’), ἐννέα (9) τῆς Δ’ (Γ’,ΣΤ’,Ι’,ΙΒ’,ΙΔ’,ΙΘ’,ΚΓ’,ΚΕ’καί ΚΖ’), δύο (2) τῆς Πενθέκτης (Β’καί ΝΕ’) καί ἕνας (1) τῆς Ζ’ Οἰκουμενικῆς Συνόδου (ὁ ΙΘ’) μεταχειρίζονται τόν ὅρο Ἁγία Σύνοδος.
Ἡ ἐναλλαγή τῆς ὀνομασίας καί τοῦ ὅρου τῶν Συνόδων, κατά τά ὡς ἄνω, δέν σημαίνει τήν ἀναφορά σέ διαφορετικές Συνόδους (λ.χ. Τοπικές καί Ἐπαρχιακές) , ἀλλά στίς ἅγιες Οἰκουμενικές Συνόδους τῆς Ἐκκλησίας μας καί μόνο, συμφώνως καί πρός τήν ἑρμηνεία τῶν ἐν θέματι Ἱερῶν Κανόνων ὑπό τοῦ ἁγίου Νικοδήμου τοῦ Ἁγιορείτου, πού καταχωρεῖται στό Ἱερό Πηδάλιο τῶν Θείων καί Ἱερῶν Κανόνων τῆς Ἐκκλησίας μας.[2]
Καί ἐδῶ προβάλλεται τό ἐρώτημα:Γιατί, ἐφ΄ὅσον οἱ Θεῖοι καί Ἱεροί Κανόνες τῆς Ἁγίας ἡμῶν Ὀρθοδόξου Ἐκκλησίας μέ τήν χρῆσι τοῦ ὅρου Ἁγία καί Μεγάλη Σύνοδος ἐννοοῦν σαφέστατα καί παραπέμπουν ἐναργέστατα σέ Οἰκουμενική Σύνοδο, ἡ συγκληθησομένη «Ἁγία καί Μεγάλη Σύνοδος» ἀποποιεῖται ἐξ ἀρχῆς τόν χαρακτηρισμό της ὡς Οἰκουμενικῆς, ἐνῷ προφανῶς ἔχει τήν ἀξίωσι τό κῦρος της νά εἶναι ἰσάξιο καί ἰσοδύναμο τῶν Ἁγίων Οἰκουμενικῶν Συνόδων; Βεβαίως, προβάλλεται ὁ ἰσχυρισμός ὅτι δέν συγκαλεῖται ὡς Οἰκουμενική, διότι δέν θά συμμετάσχουν οἱ ἀπεσχισμένοι Δυτικοί Χριστιανοί. Ὅμως ἡ πρᾶξις καί ἡ Παράδοσις τῆς Ἁγίας μας Ἐκκλησίας δέν παραθεωρεῖ τό γεγονός ὅτι ἀπό τοῦ πρώτου αἰῶνος μ.Χ. καί μέχρι σήμερα ὑπῆρχαν καί ὑπάρχουν οἱ διαχρονικά ἀπεσχισμένοι αἱρετικοί καί σχισματικοί (π.χ. Νικολαΐτες, Ἀρειανοί, Νεστοριανοί, Μονοφυσίτες κλπ), ἀλλ΄αὐτό ποτέ δέν παρημπόδισε τήν Ἁγία τοῦ Χριστοῦ Ἐκκλησία νά συνέλθη σέ Οἰκουμενικές Συνόδους.
Καί Πανορθόδοξος Σύνοδος δέν ὀνομάζεται ἡ ὑπό σύγκλησιν «Ἁγία καί Μεγάλη Σύνοδος», διότι, προφανῶς, ἀποκλείεται ἐκ τῶν προτέρων ἡ συμμετοχή ὅλων τῶν Ὀρθοδόξων Ἐπισκόπων. Ὅμως, εἰς τό σημεῖο αὐτό ἑστιάζεται τό σπουδαιότερο, προδήλως, ἐκκλησιολογικό πρόβλημα τῆς μελλούσης νά συναχθῆ Ἁγίας καί Μεγάλης Συνόδου καί τό ἐρώτημα:
1.Εἶναι δυνατόν νά συνέλθη μία, κατά τά ὡς ἄνω, Ἁγία καί Μεγάλη Σύνοδος χωρίς τήν παρουσία καί τήν συμμετοχή ὅλων τῶν Ὀρθοδόξων Ἐπισκόπων;
Ταπεινῶς φρονῶ ὅτι ἡ ἀπάντησις εἰς τό ἐρώτημα αὐτό μέ κανονικά κριτήρια εἶναι ἀρνητική, ἐφ΄ὅσον, ὡς ἐλέχθη, Ἁγία καί Μεγάλη Σύνοδος, κατά τούς Ἱερούς Κανόνας, εἶναι μόνον ἡ Οἰκουμενική. Καί μία Οἰκουμενική Σύνοδος, κατά τόν Ἅγιο Νικόδημο τόν Ἁγιορείτη[3], τέσσερα χαρακτηριστικά ἰδιώματα πρέπει νά ἔχη: α) Νά συναθροίζεται διά προσταγῶν Βασιλικῶν (αὐτό, βεβαίως, ἴσχυε ὅταν ὑπῆρχε ἡ ἑνιαία Βυζαντινή Αὐτοκρατορία, ὑπό τήν ὁποίαν ὑπήγοντο διοικητικῶς ὅλες οἱ Ἐπαρχίες τῶν Ὀρθοδόξων Πατριαρχείων, Ἀρχιεπισκοπῶν καί Ἐπισκοπῶν, ἐνῷ τοῦτο τώρα εἶναι ἀδύνατο νά πραγματοποιηθῆ, διότι ἡ κοσμική ἐξουσία δέν ἀσκεῖται ἀπό μία ἐγκόσμιο βασιλεία, ἀλλ’ἀπό πολλές˙ γι’αὐτό καί ἡ πρωτοβουλία συγκλήσεως Οἰκουμενικῆς Συνόδου δύναται νά προέλθη ἀπό τόν Οἰκουμενικό Πατριάρχη, τόν Πρῶτο μεταξύ ἴσων εἰς τήν Ἐκκλησιαστική Ὀρθόδοξο Ἱεραρχία. β)Νά γίνεται «ζήτησις περί πίστεως» καί ἀκολούθως νά ἐκτίθεται ἀπόφασις καί ὅρος δογματικός εἰς κάθε μίαν ἀπό τίς Οἰκουμενικές Συνόδους[4].γ) Νά εἶναι πάντα τά ἐκτιθέμενα παρ’αὐτῆς δόγματα καί οἱ Κανόνες Ὀρθόδοξα, εὐσεβῆ καί σύμφωνα μέ τίς Θεῖες Γραφές καί τίς προηγηθεῖσες Οἰκουμενικές Συνόδους. (Καί παραθέτει ἐδῶ τό πολυθρύλητο ἀξίωμα τοῦ ἁγίου Μαξίμου τοῦ ὁμολογητοῦ «τό εἰς τοιαύτην ὑπόθεσιν ῥηθέν»˙ «Τάς γενομένας Συνόδους ἡ εὐσεβής πίστις κυροῖ, καί πάλιν ἡ τῶν δογμάτων ὀρθότης κρίνει τάς Συνόδους» καί δ) Τό νά συμφωνήσουν καί νά ἀποδεχθοῦν τά παρά τῶν Οἰκουμενικῶν Συνόδων διορισθέντα καί κανονισθέντα ἅπαντες οἱ Ὀρθόδοξοι Πατριάρχαι καί Ἀρχιερεῖς τῆς Καθολικῆς Ἐκκλησίας, εἴτε διά τῆς αὐτοπροσώπου παρουσίας αὑτῶν, εἴτε διά τῶν ἰδίων Τοποτηρητῶν ἤ καί τούτων ἁπόντων, διά γραμμάτων αὑτῶν. Καί τονίζει ἐπιπροσθέτως ὅτι «αὕτη ἡ τῶν τῆς Οἰκουμένης Πατριαρχῶν καί Ἀρχιερέων συμφωνία εἶναι ὁ τῶν Οἰκουμενικῶν Συνόδων συστατικός καί διακριτικός χαρακτήρ».
Ἀναφορικά πρός τό β΄χαρακτηριστικό ἰδίωμα προβάλλεται ἡ ἔνστασις ὅτι ἡ ἐν θέματι Ἁγία καί Μεγάλη Σύνοδος δέν θά συζητήση θέματα πίστεως, οὔτε θά ἐκθέση ἀπόφασι καί ὅρο δογματικό, διό καί δέν δικαιοῦται νά χαρακτηρισθῆ ὡς Οἰκουμενική. Καί ὅμως, ἄν καί εἰς τό ὑπό τῆς Ε’ Προσυνοδικῆς Πανορθοδόξου Διασκέψεως ἐγκριθέν σχέδιο κειμένου τῆς Ἁγίας καί Μεγάλης Συνόδου τῆς Ὀρθοδόξου Ἐκκλησίας αὐτή ἀποδέχεται καί ὁμολογεῖ τήν πίστιν εἰς τήν Μίαν Ἁγίαν Καθολικήν καί Ἀποστολικήν Ἐκκλησίαν (ἄρθρον 1), παρά ταῦτα δηλώνει ὅτι «ἡ Ὀρθόδοξος Ἐκκλησία ἀναγνωρίζει τήν ἱστορικήν ὕπαρξιν ἄλλων Χριστιανικῶν Ἐκκλησιῶν καί Ὁμολογιῶν μή εὑρισκομένων ἐν κοινωνίᾳ μετ΄αὐτῆς» (ἄρθρον 6). Ἐδῶ πλέον τίθεται μέγα ἐκκλησιολογικό καί δογματικό θέμα, ἀφοῦ κραυγαλέως γίνεται ὑπέρβασις τοῦ ἐκκλησιολογικοῦ δόγματος τῆς Μιᾶς (καί Μόνης) Ἁγίας Καθολικῆς καί Ἀποστολικῆς Ἐκκλησίας, διό καί ἡ σύγκλησις τῆς Ἁγίας καί Μεγάλης Συνόδου μέ ὅλα τά γνωρίσματα καί τίς προδιαγραφές μιᾶς νέας Οἰκουμενικῆς Συνόδου καθίσταται λίαν ἀπαραίτητη καί ἐπιτακτική. Τό διακυβευόμενο ἐνταῦθα εἶναι μέγα καί σοβαρό ζήτημα πίστεως, ἀφοῦ κλονίζεται μέ τόν τρόπο αὐτό ἡ δογματική διδασκαλία τοῦ Συμβόλου τῆς Πίστεως περί τῆς Μιᾶς (καί Μόνης) Ἁγίας Καθολικῆς καί Ἀποστολικῆς Ἐκκλησίας. Ἡ δέ προσθήκη εἰς τό ἐν λόγῳ ἕκτο(6) ἄρθρο «ἀλλά καί πιστεύει (ἡ Ὀρθόδοξος Ἐκκλησία) ὅτι αἱ πρός ταύτας (ἐνν.τάς ἄλλας «Χριστιανικάς Ἐκκλησίας καί Ὁμολογίας») σχέσεις αὐτῆς πρέπει νά στηρίζωνται ἐπί τῆς ὑπ΄αὐτῶν ὅσον ἔνεστι ταχυτέρας καί ἀντικειμενικωτέρας ἀποσαφηνίσεως τοῦ ὅλου ἐκκλησιολογικοῦ θέματος καί ἰδιαιτέρως τῆς γενικωτέρας παρ’αὐταῖς διδασκαλίας περί μυστηρίων, χάριτος, ἱερωσύνης καί ἀποστολικῆς διαδοχῆς» οὐδόλως ἐπιλύει, παρά μόνον περιπλέκει τό μέγα ἐκκλησιολογικό θέμα. Δέν ἔχουν καμμία θεολογική ἀξία καί σημασία οἱ ἀποσαφηνίσεις καί ἐξηγήσεις «τῶν ἄλλων Χριστιανικῶν Ἐκκλησιῶν καί Ὁμολογιῶν» διά τήν ἐκκλησιολογία καί τήν διδασκαλία τους περί μυστηρίων, χάριτος, ἱερωσύνης καί ἀποστολικῆς διαδοχῆς, ἐάν προηγουμένως δέν ἀσπασθοῦν τήν Ὀρθόδοξη Ἐκκλησιολογία τῆς Μιᾶς Ἁγίας Καθολικῆς καί Ἀποστολικῆς Ἐκκλησίας καί τήν ἁγία καί ἀμώμητο Πίστι καί Παράδοσι τῆς Ὀρθοδόξου Ἐκκλησίας, ἡ ὁποία πηγάζει ἀπό τήν Ἁγία Γραφή καί τήν Θεία Διδασκαλία τοῦ Θείου Δομήτορος τῆς Ἁγιωτάτης ἡμῶν Ἐκκλησίας Κυρίου ἡμῶν Ἰησοῦ Χριστοῦ, τῶν Ἁγίων Ἀποστόλων καί τῶν Ἁγίων Πατέρων ἡμῶν. Διότι, ἐάν ἐμμένουν στίς αἱρέσεις καί τίς κακοδοξίες των καί συνεπῶς δέν ἔχουν κοινωνία ἐν τῇ Πίστει καί τῇ Ἀγάπῃ μέ τήν Μία καί Μόνη Ἁγία τοῦ Χριστοῦ Ἐκκλησία, τότε οὔτε Μυστήρια, οὔτε Ἱερωσύνη, ἀλλ΄οὔτε καί Ἀποστολική διαδοχή ἔχουν. Ὅλα αὐτά θραύονται καί καταλύονται, ὅταν ὑφίσταται ὁ μολυσμός καί ἡ πνευματική νόσος τῆς αἱρέσεωςκαί τοῦ σχίσματος, τῆς κακοδοξίας καί τῆς πλάνης. Χριστιανικές Ἐκκλησίες ἐκτός τῆς Μιᾶς καί Μόνης Ἁγιωτάτης Ἐκκλησίας δέν λογίζονται, οὔτε εἶναι δυνατόν μέ θεολογικά καί Ἁγιοπνευματικά κριτήρια νά ὑφίστανται. Ἀσφαλῶς δέ εἶναι ἀδιανόητο καί βλάσφημο νά θεωρηθοῦν ποτέ αὐτές ὡς…«παραρτήματα» τῆς Μιᾶς καί Μόνης Ἐκκλησίας τοῦ Χριστοῦ.
Καί τό τρίτο (γ’) χαρακτηριστικό ἰδίωμα, τό ὁποῖο παραθέτει ὁ ἅγιος Νικόδημος ὁ Ἁγιορείτης, εἶναι λίαν σημαντικό καί ἀξιοπρόσεκτο. Ὅλα τά ἐκτιθέμενα παρά τῆς Οἰκουμενικῆς Συνόδου δόγματα καί οἱ Κανόνες νά εἶναι ὀρθόδοξα καί εὐσεβῆ καί σύμφωνα μέ τίς Θεῖες Γραφές καί τίς προηγηθεῖσες Οἰκουμενικές Συνόδους. Αὐτό σημαίνει ὅτι καί ἡ συγκληθησομένη Ἁγία καί Μεγάλη Σύνοδος, ἀφοῦ τῷ ὄντι φέρει τήν κανονική ὀνομασία μιᾶς Οἰκουμενικῆς Συνόδου, καλεῖται νά στοιχηθῆ κατά πάντα πρός τήν δογματική καί κανονική παράδοσι τῆς Ὀρθοδόξου Ἐκκλησίας καί τίς Θεῖες ἐπιταγές τῆς Ἁγίας Γραφῆς καί τῶν Ἱερῶν Κανόνων τῶν προγενεστέρων Οἰκουμενικῶν Συνόδων.
2. Ἐφ΄ὅσον, κατά τό Ἱερό Πηδάλιο τῆς Ἐκκλησίας μας, ὁ ὅρος Ἁγία καί Μεγάλη Σύνοδος ταυτίζεται μέ τόν ὅρο Οἰκουμενική Σύνοδος, συνεπάγονται καί οἱ ἀνάλογες ὑποχρεώσεις της , διά νά ἔχη καί αὐτή τό ἀπαιτούμενο κῦρος καί τίς προϋποθέσεις ἀναγνωρίσεως της ἐκ τῶν ὑστέρων ὡς Οἰκουμενικῆς Συνόδου. Ἐκτός καί ἐάν πρέπει, ἀκούοντες τήν ὀνομασία: Ἁγία καί Μεγάλη Σύνοδος, νά ἐννοήσωμε ἁπλῶς τήν σύγκλησι διευρημένης Συνόδου Ὀρθοδόξων Προκαθημένων καί οὐδέν πλέον.
Πρωτίστως προέχει ἡ ἀναγνώρισις τῶν δύο(2) ἀποδεχομένων καί ἀνεγνωρισμένων ὑπό τῆς γρηγορούσης δογματικῆς συνειδήσεως τοῦ πληρώματος τῆς Ὀρθοδόξου Ἐκκλησίας Οἰκουμενικῶν Συνόδων˙ τῆς ἐπί Μεγάλου Φωτίου τοῦ ἔτους 879-880μ.Χ. καί τῆς ἐπί Ἁγίου Γρηγορίου τοῦ Παλαμᾶ τοῦ ἔτους 1351μ.Χ. Καί ἐν συνεχείᾳ, στοιχοῦσα εἰς τήν παράδοσιν τῶν ἁγίων ἑπτά (7) Οἰκουμενικῶν Συνόδων, θά πρέπει νά θέση σέ ἐφαρμογή τά ὁριζόμενα καί διακελευόμενα ὑπ’αὐτῶν, ἤτοι˙
α)Τήν τοποθέτησι τοῦ Ἱεροῦ Εὐαγγελίου στήν κεντρική θέσι τῆς Ἁγίας καί Μεγάλης Συνόδου, ὅπως ἔκπαλαι ἐγίνετο τοῦτο στίς Οἰκουμενικές Συνόδους καί τήν ἔνθεν καί ἔνθεν αὐτοῦ, κατά τά πρεσβεῖα τιμῆς καί τήν ἰσχύουσα τάξι πλαισίωσι τῶν Προκαθημένων καί λοιπῶν ἁγίων Συνέδρων.
β)Τήν συμμετοχή ὅλων τῶν Ὀρθοδόξων Ἐπισκόπων, πλήν ἐκείνων, οἱ ὁποῖοι λόγῳ γήρατος ἤ ἀσθενείας θά ζητήσουν ἁρμοδίως τήν ἐξαίρεσίν των. Διότι ἄλλως ἀποκλείεται καί ἀφαιρεῖται τό κανονικόν δικαίωμα ὅλων τῶν ἐν ἐνεργείᾳ Ὀρθοδόξων Ἐπαρχιούχων Ἐπισκόπων, (ἐκτός τοῦ περιωρισμένου ἀριθμοῦ τῶν 24 ἐκπροσώπων Ἐπισκόπων ἐξ ἑκάστης Τοπικῆς Ἐκκλησίας) νά συμμετάσχουν μετά ψήφου εἰς τήν Ἀγίαν καί Μεγάλην Σύνοδον, ὡς συνέβαινε τοῦτο εἰς ἑκάστην τῶν Οἰκουμενικῶν Συνόδων, αἱ ὁποῖαι καί εἶχον τήν κανονικήν προσωνυμίαν τῆς Ἁγίας καί Μεγάλης Συνόδου. Οὐδείς Ἐπίσκοπος διαποιμαίνων Ὀρθόδοξον Ποίμνιον (μή ὤν βεβαίως καταδεδικασμένος) ἀπεκλείσθη ποτέ ἔκ τινος Ἁγίας Οἰκουμενικῆς Συνόδου, εἰμή οἱ διά διαφόρους λόγους κωλυθέντες ἵνα προσέλθωσι, παρά τό σημειούμενον ἐν τῷ ὑπ’΄ἀριθ. 755/351/16-2-2016 Σεπτῷ Συνοδικῷ ἐγγράφῳ, τό ὁποῖον ἀναφέρεται εἰς τήν σύγκλησιν τῆς Ἁγίας καί Μεγάλης Συνόδου. Ἡ παράδοσις εἶναι σαφεστάτη, ὁ Ἅγιος Νικόδημος ὁ Ἁγιορείτης κατηγορηματικός ἐν τῷ Ἱερῷ Πηδαλίῳ, καθ΄ἅ εἴπομεν, καί ὁ ἀείμνηστος Καθηγητής τοῦ Κανονικοῦ Δικαίου Ἁμίλκας Ἀλιβιζᾶτος σαφῶς παρατηρεῖ ὅτι: «Ἐν τῇ Ἀνατολικῇ Ἐκκλησίᾳ ἐνῷ τό κυρίως διοικοῦν σῶμα εἶναι τό σῶμα Κληρικῶν καί δή τό τῶν Ἐπισκόπων, δέν ἀποκλείεται τό λαϊκόν σῶμα ἐκ τῆς διοικήσεως, διά τῆς ἐκ μέρους του δι΄ ἐκλογῆς ἀναδείξεως τῶν Κληρικῶν, καί διά τῆς ἀπαραιτήτου του συνεργασίας εἰς τόν σχηματισμόν τῆς «συνειδήσεως τῆς Ἐκκλησίας», τῆς ὑπερτάτης ταύτης ἐν τῇ Ἐκκλησίᾳ αὐθεντίας. Ἐπί τῇ βάσει τῆς ἀρχῆς ταύτης, ἡ ἀνωτάτη διοικητική βαθμίς ἐκκλησιαστικῆς Ἱεραρχίας καί διοικήσεως εἶναι ἡ Οἰκουμενική Σύνοδος, ἡ συγκροτουμένη κυρίως ἐκ τῆς ὁλότητος τῶν ἐν ἐνεργείᾳ Ἐπισκόπων καί τῆς ὁποίας αἱ ἀποφάσεις ὁριστικῶς γινόμεναιὑπό τῆς συνειδήσεως τῆς Ἑκκλησίας ἀποδεκταί,ἀποτελοῦν τήν ὑψίστην ἐν τῇ Ὀρθοδόξῳ Ἐκκλησίᾳ αὐθεντίαν.[5]
γ) Τήν συζήτησι καί συνεξέτασι ὅλων τῶν θεμάτων τῆς Ἁγίας καί Μεγάλης Συνόδου. Νά ἐκφρασθοῦν ἐπ΄αὐτῶν ἐλευθέρως, ἀβιάστως καί ἐπαρκῶς οἱ ἅγιοι Σύνεδροι καί νά τεθοῦν σέ ψηφοφορία τά πρός συνδιάσκεψιν θέματα, ὁπότε θά ἰσχύση τό ἱεροκανονικό «ἡ ψῆφος τῶν πλειόνων κρατείτω». Ἡ ἰσχύουσα ἀρχή ὅτι ἑκάστη Τοπική Ἐκκλησία θά ἔχη μία ψῆφο καί θά ἔχη προεξασφαλισθῆ ἡ ὁμοφωνία τῶν μελῶν της δι’ὅλα τά θέματα δέν ἐρείδεται εἰς τούς Θείους καί Ἱερούς Κανόνας. Τό νά προετοιμάζωνται καί νά προαποφασίζωνται τά θέματα ἀπό τίς Προσυνοδικές Ἐπιτροπές, χωρίς νά ἔχουν εἰδικῶς ἐξουσιοδοτηθῆ οἱ ἐκπρόσωποι κάθε Τοπικῆς Ἐκκλησίας (ὁμιλῶ εἰδικότερα γιά τήν Ἑλλαδική μας Ἐκκλησία) ἀπό τό Κυρίαρχο Σῶμα τῆς Σεπτῆς Ἱεραρχίας διά τό κάθε θέμα: τί θά ὑποστηρίξουν ὡς θέσιν καί Ἀπόφασιν τῆς Ἱεραρχίας μας, ποῦ θά συμφωνήσουν ἤ ποῦ θά διαφωνήσουν, καί χωρίς νά γνωρίζη ἡ Σεπτή Ἱεραρχία καί δι΄αὐτῆς ὁ κάθε Ἐπίσκοπος τήν ἄλλη πλευρά (altera pars) καί τήν πρόοδο καί ἐξέλιξι τῶν ἐργασιῶν τῶν Προσυνοδικῶν Διασκέψεων, αὐτό ἀφίσταται κατά μυρίας παρασάγγας ἀπό τήν Ὀρθόδοξη Παράδοσι. Παραπέμπει στό μοναρχικό ἤ καί ὀλιγαρχικό πολίτευμα τοῦ Δυτικοῦ θρησκευτικοῦ κόσμου, σέ Δυτικά πρότυπα καί ὄχι στό Συνοδικό πολίτευμα τῆς Ὀρθοδόξου Ἀνατολῆς. Ἡ Ἁγία τοῦ Χριστοῦ Ὀρθόδοξος Ἐκκλησία δέν δέχεται, οὔτε θά δεχθῆ ποτέ μοναρχία ἤ ὀλιγαρχία, καί πολύ περισσότερο δέν θά ἀποδεχθῆ Πάπα στήν Ἀνατολή. Στήν Ὀρθόδοξη μας Παράδοσι καταρτίζονται ἐκ τῶν προτέρων τά θέματα τῆς ἡμερησίας διατάξεως, ἀλλά δέν προαποφασίζονται. Οἱ ἀποφάσεις λαμβάνονται ἐν Ἁγίῳ Πνεύματι («ἔδοξε τῷ Ἁγίῳ Πνεύματι καί ἡμῖν»[6] ἐλέχθη κατά τήν Ἀποστολική Σύνοδο τῶν Ἱεροσολύμων) ἐν τῇ ὥρᾳ τῶν ἱερῶν συνεδριῶν. Ἐλεύθεροι καί ἀδέσμευτοι, χωρίς πιέσεις καί ἀπειλές, ἐκφράζονται οἱ ἅγιοι Σύνεδροι μέ τόν φωτισμό τοῦ Ἁγίου Πνεύματος,διαλέγονται ἤ διαφωνοῦν κινούμενοι ὑπό τῆς φωτιστικῆς Χάριτος τοῦ Παρακλήτου καί ἀποφασίζουν ἐν Ἁγίῳ Πνεύματι. «Οὗ δέ τό Πνεῦμα Κυρίου ἐκεῖ καί ἐλευθερία»[7],καί
δ) Τήν Ἁγιοπατερική καί ἱεροκανονική στάσι τῆς Ἁγίας καί Μεγάλης Συνόδου ἔναντι ἐκείνων, οἱ ὁποῖοι διά λόγους συνειδήσεως καί προσηλώσεως εἰς τούς δογματικούς Ὅρους καί τούς Ἱερούς Κανόνας τῆς Ὀρθοδόξου Ἐκκλησίας μας δέν θά συμμορφωθοῦν σέ τυχόν ἀποφάσεις ἀσύμβατες καί ἀντικρουόμενες πρός τήν Ὀρθόδοξη Παράδοσι (τήν δογματική καί ἱεροκανονική). Ἡ συνοχή καί ἡ πλήρης ἀποδοχή τῶν ἀποφάσεων τῆς Ἁγίας καί Μεγάλης Συνόδου θά ἐξαρτηθῆ ἀπό τόν ἀπόλυτο της σεβασμό, χωρίς καινοτομίες καί προσθαφαιρέσεις στό περιεχόμενο τῆς Ἁγίας ἡμῶν καί ἀμωμήτου Πίστεως, διδασκαλίας καί Παραδόσεως. Ἀπό τήν πλήρη συμμόρφωσι πρός τήν ἀρχήν τοῦ «μή μεταίρειν ὅρια αἰώνια, ἅ οἱ Πατέρες ἔθεντο».
Τό ὁρμητικό ρεῦμα τοῦ Οἰκουμενισμοῦ καί ἡ ἀκάθεκτη ὁρμή τῆς Παγκοσμιοποίησης καί Πανθρησκείας δέν πρέπει ἐπ’ οὐδενί λόγῳ νά ἐπιδράση ἤ νά ἐπηρεάση τίς ἀποφάσεις τῆς Ἁγίας καί Μεγάλης Συνόδου. Ἀπαιτεῖται μεγάλη προσοχή καί ἐπαγρύπνησις διά νά μή ἐπαληθευθοῦν ὁ φόβος καί ἡ ἀνησυχία τοῦ ἐν ἁγίοις ἀναπαυομένου ἀειμνήστου Ἀρχιμανδρίτου π.Ἐπιφανίου Θεοδωροπούλου, σπουδαίου Κανονολόγου τῆς Ἐκκλησίας μας, πού ἐξέφρασε κατά τήν δεκαετία τοῦ 60 εἰς τόν τότε Οἰκουμενικό Πατριάρχη Ἀθηναγόρα μέ τά ἑξῆς λόγια: «Μυριάκις προτιμώτερον, Παναγιώτατε, νά ἐκριζωθῇ ὁ ἱστορικός τῆς Κων/πόλεως θρόνος καί νά μεταφυτευθῇ εἴς τινα ἔρημον νησῖδα τοῦ Πελάγους, ἀκόμη δέ καί νά καταποντισθῇ εἰς τά βάθη τοῦ Βοσπόρου, ἤ νά ἐπιχειρηθῇ ἔστω καί ἡλαχίστηπαρέκκλισιςπότςχρυσςτνΠατέρωνγραμμς, μοφώνως βοώντων:΄ΟχωρεσυγκατάβασιςεςτάτςΠίστεως… Μή θέλετενάδημιουργήσητεντκκλησίᾳσχίσματακαίδιαιρέσεις. Πειρσθενάνώσητετάδιεσττακαίτόμόνονπερθάκατορθώσητε, θά εναινάδιασπάσητετάνωμένακαίνάδημιουργήσητεῥήγματαεςδάφη ωςσήμερονστερεάκαίσυμπαγ. Σύνετεκαίσυνέλθετε!…»
Oἱ Θεῖοι καί Ἱεροί Κανόνες τῶν Ἁγίων Οἰκουμενικῶν καί τῶν (ἀνεγνωρισμένων) Τοπικῶν Συνόδων «ἐκδικοῦνται», κατά τήν συνήθη ἔκφρασι τοῦ ἀειμνήστου π.Ἐπιφανίου, ὅταν γίνεται παράβασις καί καταπάτησις των. Καθορίζεται σαφῶς τό ἐπιτίμιο διά τούς καταφρονητές των (καθαίρεσις, ἀφορισμός, ἀκοινωνησία, ἀργία κλπ.).Οἱ παραβάτες τῶν Ἱερῶν Κανόνων τίθενται πρό τῶν βαρέων εὐθυνῶν των καί ἐνώπιον τῆς κρίσεως τῆς συνειδήσεως των. Ἡ Τοπική Ἐκκλησία, εἰς τήν ὁποίαν ἀνήκει ὁ καταφρονητής τοῦ συγκεκριμένου ἤ τῶν συγκεκριμένων Ἱερῶν Κανόνων, ἔχει τήν εὐθύνη καί τήν ὑποχρέωσι νά ἐπιβάλη, μετά τήν νόμιμη καί κανονική διαδικασία, τίς προβλεπόμενες κυρώσεις.
Εἶναι θλιβερό δέ καί ἀνησυχητικό ὅτι, ἐνῶ παρατηροῦνται κατάφωρες παραβιάσεις Ἱερῶν Κανόνων Ἁγίων Οἰκουμενικῶν Συνόδων καί λοιπῶν ἄλλων, καί μάλιστα στά κρίσιμα θέματα συμπροσευχῶν μέ ἑτερόδοξους, αἱρετικούς καί ἀκοινώνητους, καί τό ἀκόμη χειρότερο μέ ἀλλόθρησκους, χωρίς νά ἐπιδεικνύεται ἡ ἐπιβαλόμενη εὐαισθησία ἀπό τούς ἐκκλησιαστικῶς ἁρμοδίους καί ὑπευθύνους, ἐν τούτοις ὑπάρχει μεγάλη σπουδή καί πρόθεσις ἐπιβολῆς βαρέων ἐπιτιμίων ὑπό τῆς συγκληθησομένης Ἁγίας καί Μεγάλης Συνόδου μέ τό αἰτιολογικό νά ἀποφευχθοῦν διασπάσεις καί διαιρέσεις, ἄν καί αὐτές δέν εἶναι δυνατόν νά ἀποτραποῦν μέ τό «μαστίγιο», ἀλλά μέ τόν θρίαμβο καί τήν ἐπικράτησι τῆς σῳζούσης Θείας Ἀληθείας. Γιατί ἄν συμβῆ τό ἀντίθετο, ἐνῷ δέν θέλει νά ὀνομάζεται Οἰκουμενική καί δέν διαθέτει προδήλως τό κῦρος καί τήν αὐθεντία της, ἀναμφιβόλως θά ἐκφύγη τῶν ἁρμοδιοτήτων της καί τῶν ὁρίων τῆς ἀρχῆς τῆς Συνοδικότητος καί τῆς ἐν Χριστῷ ἐλευθερίας, καθώς ἐπίσης καί τῆς ἐλεύθερης ἐκφράσεως τῶν ἁγίων Συνέδρων, γεγονός τό ὁποῖο θά παραπέμψη σέ δυσάρεστες ἐποχές βίας καί καταναγκασμοῦ.
Καί διά νά ὁλοκληρώσω καί συγκλείσω τό ὅλον θέμα θά ἐπανέλθω εἰς τό βασικό θέμα τῆς εἰσηγήσεως μου, δηλ. τό τῆς μή συμμετοχῆς ὅλων τῶν Ὀρθοδόξων Ἐπισκόπων εἰς τήν Ἁγία καί Μεγάλη Σύνοδο τόν προσεχῆ Ἰούνιο στήν Κρήτη, παραθέτοντας τίς ἐπ’αὐτοῦ διαπιστώσεις-ἐπισημάνσεις δύο Πανεπιστημιακῶν Διδασκάλων,ἑνός ἐκ τῶν ἀρχαιοτέρων, τοῦ κ. Χρήστου Γιανναρᾶ, Ὁμοτίμου Καθηγητοῦ τοῦ Παντείου Πανεπιστημίου καί ἑνός ἐκ τῶν νεωτέρων, τοῦ Καθηγητοῦ τοῦ Τμήματος Θεολογίας τοῦ ΑΠΘ κ.Χρυσοστόμου Σταμούλη.
Δέν ἐπικαλοῦμαι τίς θέσεις τῶν παρισταμένων σεβαστῶν μου Καθηγητῶν, τοῦ π. Θεοδώρου Ζήση, τοῦ π. Γεωργίου Μεταλληνοῦ καί τοῦ κ.Δημ. Τσελεγγίδη, διότι θά ἕχωμε τήν εὐκαιρία νά τούς ἀκούσωμε κατά τήν εἰσήγησιν των. Γράφει ὁ πρῶτος, ὁ ἐλλογιμώτατος κ. Γιανναρᾶς μεταξύ ἄλλων καί τά ἑξῆς σχετικά μέ τό θέμα μας: «Ἡ Σύνοδος πού ἔχουν ἐξαγγείλει οἱ ἀνά τόν κόσμο Ὀρθόδοξες Χριστιανικές Ἐκκλησίες γιά τόν προσεχῆ Ἰούνιο (2016) στήν Κρήτη, χαρακτηρίζεται «Μεγάλη». Ὄχι σέ ἀριθμό συμμετεχόντων, ἀφοῦ δέν πρόκειται νά μετάσχουν (ὅπως ἦταν αὐτονόητο στίς Οἰκουμενικές Συνόδους) ὅλοι οἱ προεστῶτες τοπικῶν ἐκκλησιῶν ἐπίσκοποι. Γιά πρώτη μᾶλλον φορά σύνοδος ἐκκλησιαστική θά βασιστεῖ στήν ὀρθολογική (ἀποτελεσματικότητας) ἀρχή τῆς «ἀντιπροσώπευσης» – θά συγκροτηθεῖ ἀπό «ἀντιπροσώπους» τῶν ἐθνικῶν ἐκκλησιαστικῶν διοικήσεων ὄχι ἀπό τό σύνολο τῶν λειτουργῶν τῆς ἐπισκοπικῆς «πατρότητας» .
Στήν Ἑκκλησία εἶναι ἀδιανόητο τό «ἀντιπροσωπευτικό σύστημα» (ὅπως καί στήν ἀρχαιοελληνική «πόλιν» ἦταν ἀδιανόητη ἡ «ἀντιπροσωπευτική δημοκρατία»). Γιά τόν ἁπλούστατο λόγο ὅτι δέν ἀντιπροσωπεύονται, σέ καμιά μορφή συνοδικότητας, γνῶμες, ἀπόψεις, ἰδέες, προτάσεις. Κατατίθεται μόνο μαρτυρία ἐμπειρίας καί ἡ ἀλήθεια τῆς κατάθεσης κρίνεται ἀπό τό ἄν καί κατά πόσο ἡ κατατιθεμένη μαρτυρία «κοινωνεῖται» (πιστοποιεῖται,ἐπιμαρτυρεῖται) ἀπό τήν ἐμπειρία ὅλων. Ἔχει συμβεῖ στήν ἱστορία τῶν Συνόδων ἡ κατάθεση ἑνός δίχως τίτλους λογιότητας ἐπισκόπου ἀσήμαντης πληθυσμιακά ἐπισκοπῆς (λ.χ. τῆς Τριμυθοῦντος, στήν Κύπρο) νά καθορίσει τόν «ὅρο» – ἀπόφαση τῆς Συνόδου – νά ἀγνοηθοῦν στιλπνά ἴσως ρητορεύματα περιώνυμων πατριαρχῶν καί ἀρχιεπισκόπων».[8]Καί ὁ Καθηγητής κ. Σταμούλης παρατηρεῖ τά ἀκόλουθα:
«…Ἔχω τήν αἴσθηση ὅτι ἡ μεγάλη καί εὐλογημένη εὐκαιρία ἔχει νά κάνει κυρίως μέ τή βάση τῆς Ἐκκλησίας. Μία βάση ξεκομμένη ἀπό τήν πληροφόρησι καί συνεπῶς τή συμμετοχή σέ ὅλα ὅσα τήν ἀφοροῦν ἄμεσα καί ἀποτελοῦν ὡς μή ὄφειλε ἀντικείμενο χειρισμῶν ἀποκλειστικά τῆς κορυφῆς… Ἐάν διαπιστώνεται, λοιπόν, ἕνα ἔλλειμμα αὐτό βρίσκεται στήν ἐνημέρωση τῆς βάσης, στήν ἐνημέρωση τῶν λαϊκῶν, ἀλλά καί τῶν κληρικῶν τόσο τῶν δύο πρώτων βαθμίδων, ὅσο καί τῶν Ἐπισκόπων τῶν τοπικῶν Ἐκκλησιῶν. Φαίνεται ἔτσι νά λησμονεῖται ἤ νά παραθεωρεῖται, πώς «ἡ Σύνοδος δέν συνέρχεται γιά τόν ἑαυτό της, συνέρχεται γιά ὅλο τό λαό τοῦ Θεοῦ, γιά ὅλο τόν κόσμο», καθώς «εἶναι ἐκ τοῦ σώματος», «ἐν τῷ σώματι», «διά τό σῶμα».
Ὡς ἐκ τούτου, συνεχίζει ὁ κ.Καθηγητής, οἱ ἐνστάσεις οἱ ὁποίες καί ἐδῶ διατυπώθηκαν ἀπό μέλη τῆς Ὀρθόδοξης Ἐκκλησίας δέν εἶναι χωρίς ἔρεισμα. Ὄντως, ἡ συγκεκριμένη διαδικασία εἶναι ἀμάρτυρη ἐντός τῆς ἱστορίας τῆς Ἐκκλησίας. Ὄντως φαίνεται νά ἀγνοεῖται τό ἱστορικό κεκτημένο πού θέλει τόν κάθε Ἐπίσκοπο νά ἔχει μία ψῆφο. Ὄντως φαίνεται νά ἀντικαθίσταται ὁ Ἐπίσκοπος ἀπό τόν πρῶτο καί νά ὑποχωρεῖ ἡ ἰδιαιτερότητα τοῦ προσώπου γιά χάρη τοῦ καθόλου τῆς Τοπικῆς Ἐκκλησίας… Καί δέν χωρά καμία ἀμφιβολία πώς σέ ὅλα τά παραπάνω θά μπορούσαμε νά προσθέσωμε καί ἄλλα. Νά ποῦμε γιά παράδειγμα ὅτι μέ τήν ἀποδοχή τῆς ὁμοφωνίας, ἀλλά καί τῆς μίας ψήφου ἡττᾶται ἡ Ἐκκλησιολογία τῆς συνοδικότητας, βιάζεται ἡ παράδοση τῆς Ἐκκλησίας καί περιθωριοποιεῖται ἡ ἴδια ἡ ζωή…».[9]
Ἀγαπητοί μου Ἀδελφοί,
Θεωρῶ ὅτι μέ τήν παροῦσα εἰσήγησι ἀναδείχθηκε ἐπαρκῶς τό θέμα τῆς μή συμμετοχῆς ὅλων τῶν Ὀρθοδόξων Ἐπισκόπων εἰς τήν προσεχῆ Ἁγία καί Μεγάλη Σύνοδο καί κατεδείχθησαν ἀριδήλως τά ἐκκλησιολογικά προβλήματα, τά ὁποῖα προφανῶς θά προκύψουν ἐκ τούτου. Ὅσον ἀφορᾶ δέ εἰς τά ποιμαντικά προβλήματα, δύναται πᾶς τις νά τά προοιωνίση. Τοῦτο μόνο νά τονισθῆ:Ὑπάρχει φόβος Ὀρθόδοξοι πιστοί, βλέποντες νά περιθωριοποιεῖται ἤ νά ἀναιρεῖται ἡ Ὀρθόδοξη Παράδοσις εἰς ὡρισμένα καίρια σημεῖα καί νά παραβιάζωνται κανονικά θέσμια καί ἡ δογματική περί Ἐκκλησίας διδασκαλία νά σκανδαλίζωνται καί νά μή πειθαρχοῦν εἰς τούς Ἐκκλησιαστικούς Ποιμένες καί Διδασκάλους καί νά διάγουν μέ ταραχή καί ὄχι μἐ ἐκκλησιαστική εἰρήνη καί εὐταξία, τοῦθ’ὅπερ θά εἶναι ὀλέθριο πνευματικά καί ἀλυσιτελές. «Στῶμεν καλῶς, στῶμεν μετά φόβου. Πρόσχωμεν!»
Νά κατακλείσω τήν παροῦσα εἰσήγησι, ἀφοῦ ζητήσω συγγνώμη γιά τήν ὑπέρβασι τοῦ χρονικοῦ ὁρίου, μέ τήν εὐχή τῶν Ἱερῶν Διπτύχων τῆς Ἁγίας Προθέσεως, τά ὁποῖα ἀνεγίνωσκε σέ κάθε Θεία Λειτουργία ὁ ἀείμνηστος Γέροντας μου καί καταξιωμένος ΜητροπολίτηςὝδρας, Σπετσῶν καί Αἰγίνης κυρός Ἱερόθεος (πού τά εἶχε παραλάβη ἀπό τόν ἀοίδιμο Γέροντα του Ἀρχιμανδρίτη π.Γερβάσιο Παρασκευόπουλο). Ἔλεγε αὐτή ἡ εὐχή: «Μνήσθητι Κύριε τῆς Ἁγίας Καθολικῆς καί Ἀποστολικῆς Ἐκκλησίας τῆς ἀπό περάτων ἕως περάτων τῆς Οἰκουμένης. Τῆς λύσεως τῶν σχισμάτων καί τῶν αἱρέσεων καί τῆς ἀναδείξεως ἀσπίλου καί ἀμώμου τῆς Ὀρθοδοξίας, τῆς ἐκλεκτῆς Σου Νύμφης». Ἀμήν.
______________________________

[1] Χρυσοστόμου Σαββάτου, Μητροπολίτου Μεσσηνίας, Εἰσήγησις ἐνώπιον τῆς Ι.Σ.Ι. μέ θέμα : «Ἐνημέρωσις περί τῆς μελλούσης Ἁγίας καί Μεγάλης Συνόδου», σελ. 8, παρ. 2.
[2] Νικοδήμου τοῦ Ἁγιορείτου καί Ἀγαπίου Ἱερομονάχου, Πηδάλιον τῆς Νοητῆς Νηός τῆς Μιᾶς,Ἁγίας,Καθολικῆς καί Ἀποστολικῆς Ὀρθοδόξου Ἐκκλησίας, ἔκδ.Β, ἐν Ἀθήναις,1841.
[3] Νικοδήμου τοῦ Ἁγιορείτου καί Ἀγαπίου Ἱερομονάχου, Πηδάλιον…, ἔκδ.Β’
Ἐν Ἀθήναις 1841, Περί τῆς Ἁγίας καί Οἰκουμενικῆς Πρώτης Συνόδου, Προλεγόμενα, ὑποσημ.1, σ.66.
[4] Ἔνθ΄ἀνωτ.ὑποσημ.1,σ.66, Δοσιθέου σελ. 633 τῆς Δωδεκαβίβλου.
[5] Ἁμίλκα Σ. Ἀλιβιζάτου(†), Καθηγητοῦ τοῦ Κανονικοῦ Δικαίου ἐν τῷ Πανεπιστημίῳ Ἀθηνῶν, Οἱ Ἱεροί Κανόνες, ἔκδ.Τρίτη 1997, Ἀποστολική Διακονία, Ἀθῆναι, σελ. 20.
[6] Πραξ.ιε΄28.
[7] Β΄Κορ.γ΄17.
[8] Χρήστου Γιανναρᾶ,Ὁμοτίμου Καθηγητοῦ τοῦ ΕΚΠΑ. ἐπιφυλλίδα «Καθημερινῆς» 13 -03 -2016 ὑπό τόν τίτλον «Μέτρο παρακμῆς ἡ «Μεγάλη Σύνοδος».
[9] Χρυσοστόμου Σταμούλη,Καθηγητοῦ τοῦ ΑΠΘ, «Ἡ λειτουργία τῆς ὁμοφωνίας καί ἡ ποιητική τῆς ἑνότητας», Εἰσήγησις «Πρός τήν Ἁγία κάι Μεγάλη Σύνοδο». (3-5 Δεκεμβ. 2015)

ΟΙ ΑΓΩΝΕΣ ΤΩΝ ΠΡΟΦΗΤΩΝ ΓΙΑ ΤΗΝ ΚΑΘΑΡΟΤΗΤΑ ΤΗΣ ΠΙΣΤΗΣ ΣΤΟΝ ΓΙΑΧΒΕ

 

Σεβασμιώτατοι Πατέρες, Συλλειτουργοί Ἱερεῖς,
Ὁσιώτατοι Μοναχοί καί Μοναχές, Ἐλλογιμώτατοι Καθηγητές
καί ἐκλεκτέ λαέ τοῦ Θεοῦ,

 

Εὐχαριστῶ γιά τήν τιμή νά ὁμιλήσει καί ἡ ταπεινότητά μου στήν Ἡμερίδα αὐτή, τήν ὁποία διοργάνωσε ἡ ἀγωνία Πατέρων Ἱεραρχῶν, Ἱερέων καί Μοναχῶν καί Θεολόγων Καθηγητῶν γιά τόν στηριγμό τοῦ Ὀρθοδόξου φρονήματος τοῦ λαοῦ τοῦ Θεοῦ. Τό θέμα μου εἶναι «Οἱ ἀγῶνες τῶν Προφητῶν γιά τήν καθαρότητα τῆς πίστης στόν Γιαχβέ». Τό θέμα αὐτό εἶναι πολύ σοβαρό, εἶναι ὅλη ἡ Παλαιά Διαθήκη, καί, ὅπως τό ἐννοοῦμε, δέν εἶναι δυνατόν νά ἐξαντληθεῖ στά στενά καί περιορισμένα ὅρια μιᾶς 20 λέπτου ὁμιλίας, ὅπως καθορίζει τό πρόγραμμα γιά τούς ὁμιλητές. Ὀλίγα μόνο γενικά θά πῶ γιά τό θέμα καί παρακαλῶ νά τά δεχθεῖτε.

 

1. Ὅπως μᾶς εἶναι γνωστόν, ὁ Μωυσῆς, στήν θεοφάνειά του ἐκείνη στό ὄρος Σινᾶ, ἔλαβε τόν Νόμο τοῦ Θεοῦ, τόν ὁποῖον καί παρέδωσε στούς ᾽Ισραηλῖτες. Αὐτή τήν «Μωσαϊκή θρησκεία», ἄς τήν ποῦμε ἔτσι, τήν κράτησαν οἱ Ἰσραηλῖτες κατά τήν πορεία τους στήν ἔρημο καθαρή, ἀλλά ὅταν εἰσῆλθαν στήν Χαναάν, βρῆκαν τόν ἀνθηρό πολιτισμό τῶν Χαναναίων μέ τήν πολυθεϊστική τους θρησκεία. Ἡ Χαναανιτική αὐτή θρησκεία εἶχε τοπικούς θεούς, ἀλλά ἐλάτρευε καί πλῆθος ἄλλων Βαβυλωνιακῶν καί Αἰγυπτιακῶν θεῶν. Ἐπειδή κύριος θεός τῶν  Χαναναίων ἦταν ὁ Βάαλ καί ἡ Ἀστάρτη, θεοί τῆς βλαστήσεως, γι᾽ αὐτό ἡ λατρεία τῶν Χαναναίων ἦταν ὀργιαστική. Οἱ Ἰσραηλῖτες λοιπόν τώρα, ἐγκατασταθέντες στήν Χαναάν, ὅπως παρέλαβαν ἀπό τούς Χαναναίους τόν πολιτισμό τους, ἔτσι παρέλαβαν ἀπ᾽ αὐτούς καί στοιχεῖα ἀπό τήν θρησκεία τους καί τήν λατρεία τους. Στήν ἀρχή μέν ἡ ἐπίδραση αὐτή ἦταν ἐξωτερική. Οἱ Ἰσραηλῖτες, δηλαδή, τελοῦντες τήν λατρεία τους, ἐμιμοῦντο τόν τρόπο λατρείας τῶν Χαναναίων, χρησιμοποιοῦντες καί αὐτοί ξυλόγλυπτες παραστάσεις τοῦ Θεοῦ καί ἐτέλουν αὐτήν σέ ὑψώματα, σέ λόφους καί ὄρη, ὅπως τό ἔκαναν οἱ Χαναναῖοι (βλ. Κριτ. 8,2. 9,6. 17,1 ἑξ. 18,30 κ.λπ. Α´ Βασ. 9,12 ἑξ.). Ἀργότερα ὅμως ὁ κίνδυνος γιά τήν θρησκεία ἔγινε σοβαρότερος, γιατί οἱ Ἰσραηλῖτες δέν εἶχαν μόνο ἐξωτερική ἐπίδραση ἀπό τήν Χαναανιτική θρησκεία, ἀλλά καί ἐσωτερική. Ἀνέμειξαν, δηλαδή, καί τόν Θεό τους Γιαχβέ μέ τούς θεούς τῶν Χαναναίων. Ἔτσι στόν λαό τοῦ Ἰσραήλ δημιουργήθηκε μιά ἄλλου εἴδους θρησκεία πού εἶχε μέν κατά βάσιν μωσαϊκά στοιχεῖα, ἀνάμεικτα ὅμως μέ στοιχεῖα καί ἄλλων θρησκειῶν, καί ἄλλων θεῶν καί θεοτήτων, αὐτῶν πού ἐλατρεύοντο σήν Χαναάν. Συγκρητισμός! Οἰκουμενισμός! Τόν τύπον αὐτόν τῆς θρησκείας οἱ εἰδικοί τόν ὀνομάζουν «λαϊκή θρησκεία». Παράλληλα λοιπόν πρός τήν καθαρή Μωσαϊκή θρησκεία ἔχουμε καί τήν δημιουργηθεῖσα στόν λαό «λαϊκή θρησκεία», δηλαδή τήν Μωσαϊκή θρησκεία νοθευμένη μέ ξένα θρησκεύματα.

 

2. Ὅπως τό καταλαβαίνουμε, γι᾽ αὐτήν τήν δημιουργηθεῖσα κατάσταση προῆλθε ἀντίδραση. Ἠ ἀντίδραση αὐτή ἦταν ἀπό κύκλους καί ὁμάδες ὀπαδῶν τῆς καθαρᾶς Μωσαϊκῆς θρησκείας. Ἐδῶ ἔχουμε τήν ἐμφάνιση τῶν προφητῶν. Οἱ προφῆτες ἐμφανίζονται ρητά κατά τήν ἐποχή τοῦ Σαμουήλ (11ος αἰών). Τήν ἐποχή αὐτή οἱ προφῆτες μᾶς ἐμφανίζονται καθ᾽ ὁμάδες. Ἀλλά, ἄν τήν ἐποχή τοῦ Σαμουήλ οἱ προφῆτες μᾶς παρουσιάζονται ὁμαδικά, θά πρέπει τήν ἐμφάνιση ἀπομεμονωμένων προφητῶν νά τήν ἀποδώσουμε πολύ ἀρχαιότερα, ὥστε νά ὑπάρξει χρόνος κατά τόν ὁποῖον οἱ μεμονωμένοι προφῆτες συνενώθησαν καί συνεκρότησαν ὁμάδες. Ἕνας μικρός κύκλος γνησίων ὀπαδῶν τῆς Μωσαϊκῆς θρησκείας μᾶς παρουσιάζεται γύρω ἀπό τήν Δεββώρα, ἡ ὁποία καλεῖται ρητῶς «προφῆτις» (Κριτ. 4,4) καί δρᾶ ἐν ὀνόματι τοῦ Γιαχβέ! Πολύ ὅμως σπουδαιότερος εἶναι ὁ κύκλος τῶν ἱερέων στό προσκύνημα στή Σηλώ. Τά χρόνια γιά τά ὁποῖα μιλᾶμε τό ἱερό τῆς Σηλώ ἀποτελεῖ τό κέντρον, γύρω ἀπό τό ὁποῖον συσπειροῦνται οἱ συνεχιστές τῆς Μωσαϊκῆς παραδόσεως ἱερεῖς καί προφῆτες. Καί ἀπό τόν κύκλο αὐτόν προῆλθε ὁ μεγάλος κριτής καί προφήτης Σαμουήλ.
Ὁ Σαμουήλ διέγνωσε ὅτι ὅλος ὁ Ἰσραήλ εἶχε ἀπομακρυνθεῖ ἀπό τήν καθαρή Μωσαϊκή θρησκεία καί γι᾽ αὐτό γίνεται ἱεραπόστολος καί αὐλακώνει ὅλη τήν χώρα, ἀπό τήν Μασσηφάθ στήν Βαιθήλ καί ἀπό αὐτήν στήν Γιλγάλ καί ἀπό τήν Γιλγάλ στήν Ραμά καί πάλι στήν Μασσηφάθ (Α´ Βασ. 7,6. 7,16), κηρύττοντας τήν ἐπιστροφή στήν πατρώα θρησκεία. Τά χρόνια ὅμως παρέρχονται, ὁ Σαμουήλ γηράσκει καί βλέπει ὅτι τό πνεῦμα τοῦ συγκρητισμοῦ εἶναι μεγάλο, γι᾽ αὐτό, ἀπό τήν ἀγωνία του γιά τήν πίστη τοῦ λαοῦ, προβαίνει σέ μία σπουδαία καί σημαντική πράξη γιά τό Ἰσραήλ, τήν ἵδρυση τῆς βασιλείας σ᾽ αὐτό. Ἡ ἵδρυση τοῦ θεσμοῦ τῆς βασιλείας δέν προῆλθε μόνο γιά τόν ἀγώνα κατά τῶν περιοίκων ἐχθρῶν τοῦ Ἰσραήλ, ἀλλά ἀπό θρησκευτικούς λόγους. Ὁ Σαμουήλ σκέφθηκε ὅτι ἡ φυσική ἀντίθεση τοῦ νέου βασιλείου πρός τούς γειτονικούς λαούς θά συνέβαλε καί πρός τήν ἀντίθεση τῆς θρησκείας τοῦ βασιλείου αὐτοῦ πρός τήν θρησκεία τῶν ἄλλων λαῶν καί ἡ ἀντίθεση αὐτή θά συγκρατοῦσε τό ρεῦμα τοῦ συγκρητισμοῦ καί θά βοηθοῦσε πρός τήν ἐπάνοδο τῆς καθαρᾶς Μωσαϊκῆς θρησκείας. Ἔτσι λοιπόν ὁ Σαμουήλ ἔχρισε τόν Σαούλ ὡς πρῶτον βασιλέα τοῦ Ἰσραήλ, φίλα προσκείμενον πρός τούς προφητικούς κύκλους. Ὡς πολιτικός ὅμως τώρα ὁ Σαούλ εἶδε ὅτι γιά νά σταθεῖ ὡς βασιλεύς δέν μπορεῖ νά ἔλθει σέ ἀντίθεση μέ τό θρησκευτικό κατασκεύασμα τοῦ λαοῦ, γι᾽ αὐτό καί φαίνεται νά συμπορεύεται μέ αὐτό. Δέν μποροῦσε ὅμως νά ἐναντιωθεῖ καί στόν ἰσχυρό Σαμουήλ, γι᾽ αὐτό καί κινεῖται μεταξύ τῶν δύο αὐτῶν πόλων (βλ. ἀντιθέτους ἐνεργείας του εἰς Α´ Βασ. 14,35. 14,41. 13,12. 28,3. 9. 14,3. 18. 19,13. 29,9 ἑξ. 14,3. 18. 22,9 ἑξ.). Ἔτσι δημιουργήθηκε ἕνας τρίτος τύπος θρησκείας, ἡ «θρησκεία τῶν ἐπισήμων», ἡ ὁποία κλίνει καί πρός τήν παραδοσιακή Μωσαϊκή θρησκεία, ἀλλά καί δέν ἐναντιοῦται πρός τήν «λαϊκή θρησκεία». Ὁ Σαούλ λοιπόν εἶδε τήν θρησκεία μέ πολιτικό φακό καί θέλησε νά τήν ὑποτάξει στήν πολιτική! Γι᾽ αὐτό καί τελικά ὁ Σαμουήλ ἀπεκήρυξε τόν Σαούλ καί προέβη σέ ἄλλη ἐκλογή, τοῦ Δαβίδ· ὁ Δαβίδ, προερχόμενος ἀπό ποιμενικούς κύκλους, ἦταν σαφῶς ὀπαδός τῆς Μωσαϊκῆς θρησκείας, γι᾽ αὐτό καί φαίνεται νά ἔχει στενή ἐπαφή καί συνεργασία μέ τούς προφῆτες Γάδ καί Νάθαν.

 

3. Γιά τό θέμα μας μᾶς ἐνδιαφέρει ἡ ἐποχή τοῦ προφήτου Ἠλία (9ος αἰών). Τήν ἐποχή αὐτή ἡ «θρησκεία τῶν ἐπισήμων», ὅπως τήν ὀνόμασαν, ὄχι μόνον ἔχει κλίνει πρός τήν «λαϊκή θρησκεία», ἀλλά καί ἔχει ταυτιστεῖ πρός αὐτήν καί ἦλθε λοιπόν καί αὐτή ἄκρως ἀντιμέτωπη πρόςτήν Μωσαϊκή θρησκεία. Αὐτό συνέβηκε γιατί τώρα προστέθηκε καί νέος λόγος πρός τόν συγκρητισμό, οἱ ἐπιγαμίες τῶν βασιλέων. Ὁ βασιλεύς τοῦ Ἰσραηλιτικοῦ κράτους Ἀχάβ νυμφεύθηκε τήν θυγατέρα τοῦ βασιλέως τῶν Φοινίκων, τήν Ἰεζάβελ, καί ἵδρυσε ὑπέρ αὐτῆς ναό τοῦ Βάαλ τῆς Τύρου, μεγάλων διαστάσεων ναό, μαζί βέβαια μέ τό ἀναγκαῖο θυσιαστήριο (Δ´ Βασ. 10,19 ἑξ. 16,32). Ἀλλά καί ὁ πατέρας αὐτοῦ Ὀμρί, ἐπιδιώκοντας τήν φιλία μέ τούς Ἀραμαίους, ἐπέτρεψε στήν πρωτεύουσα Σαμάρεια τήν δημιουργία συνοικίας τῶν Σύρων, οἱ ὁποῖοι ἔκτισαν σ᾽ αὐτήν ἱερά ξένων θεῶν (Γ´ Βασ. 21,34). Καί τώρα ἔχουμε ἐδῶ τούς σκληρούς ἀγῶνες τοῦ προφήτου Ἠλία κατά τοῦ βασιλέως Ἀχάβ. Ὁ προφήτης συναντήθηκε μέ τόν βασιλέα, ὁ ὁποῖος ταράχθηκε μέ τήν παρουσία του καί τοῦ ἐπιτέθηκε ἀποκαλώντας τον «καταστροφέα τοῦ Ἰσραήλ»!… Ἀπεκάλεσε ἔτσι ὁ Ἀχάβ τόν Ἠλία, γιατί μέ τόν λόγο του καί τήν ὅλη του δράση ὁ προφήτης τόν ἐμπόδιζε γιά νά κάνει τό φθοροποιό του ἔργο. Ἀλλά καί ὁ προφήτης, ἀνταποδίδων τά ἴσα, ἀπεκάλεσε τόν Ἀχάβ «διαφθορέα τοῦ Ἰσραήλ» (βλ. Γ´ Βασ. κεφ. 17-18. Β. Βέλλα, Θρησκευτικαί Προσωπικότητες, Α´ τόμος, σελ. 138)!
Στήν σύγχυση πού ὑπῆρχε στό Ἰσραήλ τοῦ Γιαχβέ μέ τόν Βάαλ, ὁ προφήτης Ἠλίας ἔθεσε ὀρθά τό πρόβλημα: Ἤ ὁ Γιαχβέ ἤ ὁ Βάαλ εἶναι Θεός. Τρίτον τι δέν χωρεῖ! Εἶναι ὡς νά λέγουμε σήμερα: Ἤ ἐμεῖς οἱ Ὀρθόδοξοι ἤ οἱ Παπικοί εἶναι Ἐκκλησία. ΜΙΑ εἶναι ἡ Ἐκκλησία. – Ὁ Ἠλίας μέ ὑπέρμετρο ζῆλο, μέ ἄφθαστο ἐνθουσιασμό, πού τόν ἐμπνέει ἡ ἰδεώδη ἐκείνη Μωσαϊκή ἐποχή, ἀγωνίζεται νά ἀποδείξει ὅτι ὁ Γιαχβέ εἶναι ὁ πραγματικός Θεός καί ἀναλαμβάνει γι᾽ αὐτό σκληρό ἀγώνα κατά τοῦ Βάαλ. Ἀπαράδεκτο γιά τόν προφήτη Ἠλία νά λατρεύεται ὁ Γιαχβέ μαζί μέ τόν Βάαλ. Εἶναι σάν νά κουτσαίνει κανείς καί μέ τά δύο τά πόδια. «Ὑμεῖς χωλανεῖτε ἐπ᾽ ἀμφοτέραις ταῖς ἰγνύαις» (Γ´ Βασ. 18,21), ἔλεγε ὁ προφήτης στούς Ἰσραηλῖτες, γιατί μαζί μέ τόν Γιαχβέ λάτρευαν καί ἄλλους θεούς, γιατί δηλαδή ἦσαν 0ἰκουμενιστές!

 

4. Γιά ἕναν ἄλλο μετέπειτα προφήτη, τόν προφήτη Ὠσηέ, τό νά προσεταιρίζονται οἱ Ἰσραηλῖτες καί ἄλλον ἤ καί ἄλλους θεούς καί νά λατρεύουν καί αὐτούς συγχρόνως (οἰκουμενισμός) αὐτό καλεῖται καθαρά «πορνεία»! Εἶναι πολύ ἐνδιαφέρουσα ἡ διδασκαλία τοῦ προφήτη Ὠσηέ, γιά τό θέμα μας, ἀλλά κατανοεῖται μόνο ἀπό τό προσωπικό του οἰκογενειακό ἐπεισόδιο. Τό λέγω σύντομα μέ ὀλίγα λόγια, γιατί ἀποτελεῖ κλειδί ἑρμηνείας τοῦ ὅλου βιβλίου του, ἀναφερομένου ἀκριβῶς στό θέμα μου. Ὁ προφήτης νυμφεύθηκε μέ μία γυναίκα, τήν Γῶμερ. Καλή αὐτή ἡ γυναίκα στήν ἀρχή, ἀλλά ἔπειτα ἔγινε ἐρωμένη ἑτέρου ἀνδρός. Ὁ προφήτης τό διεπίστωσε αὐτό, ἐπειδή ὅμως ἀγαποῦσε τήν Γῶμερ, τήν ἀνεχόταν, ἐλπίζοντας στήν μετάνοιά της. Ὅταν ὅμως τελικά εἶδε τό ἀδιόρθωτο τῆς γυναίκας του, τήν ἀπεδίωξε ἀπό τόν οἴκο του. Ἀλλά τότε ἡ Γῶμερ, μακράν τοῦ συζυγικοῦ οἴκου εὑρισκόμενη, μετενόησε καί ἐπεθύμησε τόν Ὠσηέ, ὡς τόν νόμιμο ἄνδρα της, καί ἐπέστρεψε ἐν μετανοίᾳ σ᾽ αὐτόν. Καί ὁ προφήτης ἐδέχθη τήν μετάνοιά της καί τήν προσέλαβε ὡς σύζυγό του. Ἁπλό καί καταληπτό εἶναι τό ἐπεισόδιο αὐτό, ἀλλά ὁ προφήτης τήν οἰκογενειακή του αὐτή περιπέτεια τήν εἶδε μέ θρησκευτκό ὄμμα ὡς εἰκονίζουσα τά συμβαίνοντα στόν Ἰσραήλ. Σ᾽ αὐτό πού θά πῶ τώρα πλέκεται τό ὅλο βιβλίο τοῦ προφήτου Ὠσηέ. Ἀκοῦστε: Ὅπως ὁ προφήτης ἀπό ὅλες τίς γυναῖκες ἐξέλεξε μιά καί συνῆψε μαζί της διαθήκη γάμου, ἔτσι καί ὁ Θεός ἀπό ὅλα τά ἔθνη ἐξέλεξε ἕνα ἔθνος, τό Ἰσραήλ, μέ τό ὁποῖο συνῆψε διαθήκη στό ὄρος Σινᾶ. Ὅπως ἡ Γῶμερ ἦταν πιστή ἀρχικά στόν ἄνδρα της, ἔτσι καί ὁ Ἰσραήλ ἦταν πιστός στήν ἀρχή στόν Θεό του. Τότε κατά τήν πορεία του στήν ἔρημο, ἰδανική ἐποχή, κατά τόν προφήτη Ὠσηέ ἀπό θρησκευτική ἄποψη· γι᾽ αὐτό καί στο βιβλίο τοῦ προφήτου τονίζεται πολύ ἡ ἔρημος. Ἀλλά ὅπως ἔπειτα ἡ γυναίκα τοῦ προφήτου ἀρνήθηκε τόν νόμιμο ἄνδρα της καί ἀγάπησε ἄλλον, ἔτσι καί ὁ Ἰσραήλ ἀρνήθηκε τόν Γιαχβέ, μέ τόν ὁποῖον συνῆψε στενή διαθήκη στό ὄρος Σινᾶ καί στράφηκε στά εἴδωλα. Καί ὅπως ὁ προφήτης ἀνεχόταν τήν πορνεία τῆς γυναίκας του, γιατί τήν ἀγαποῦσε, ἔτσι καί ὁ Θεός ἀνέχεται τώρα τόν ἀποστάτη λαό του, γιατί ἀναμένει τήν μετάνοιά του. Ἀλλά, ὅπως ὁ προφήτης ἀπεδίωξε τήν γυναίκα του, γιατί δέν ἔβλεπε τήν μετάνοιά της, ἔτσι καί ὁ Θεός θά ἀποδιώξει τόν Ἰσραήλ ἀπό τόν οἶκό του, θά τόν ὁδηγήσει αἰχμάλωτο στήν Ἀσσυρία. Ἐδῶ ἔχουμε προφητεία τοῦ προφήτου Ὠσηέ περί καταστροφῆς τοῦ λαοῦ ἀπό τούς ἰσχυρούς Ἀσσυρίους καί τόν ἐκπατρισμό του, πράγμα πού συνέβηκε τό 722 π.Χ. Ἀλλά ὁ προφήτης, ὁρμώμενος ἀπό τό προσωπικό του χαροποιό συμβάν, τῆς μετάνοιας τῆς γυναικός του, δέν σταματᾶ τήν ἱστορία τοῦ Ἰσραήλ στήν αἰχμαλωσία του, ἀλλά, ἐλπίζοντας καί αὐτοῦ τήν μετάνοια, προφητεύει τήν ἐπάνοδό του ἀπό τήν ἐξορία στήν πάτριο γῆ.

 

5. Τήν ἰδία ἐποχή, τόν 8ο δηλαδή αἰῶνα, ἔχουμε καί ἄλλο πρόσθετο λόγο, πιό δυναμικό μάλιστα, γιά τήν αὔξηση τοῦ συγκρητισμοῦ στό Ἰσραήλ, τήν λεγομένη «πολιτική τῶν συμμαχιῶν». Αὐτό σημαίνει ὅτι τό ἀδύναμο Ἰσραηλιτικό κράτος, γιά νά μπορέσει νά ἀποκρούσει τούς ἀπειλοῦντας ἐχθρούς του, συνῆπτε συμμαχία μέ τά διάφορα ἰσχυρά κράτη. Συμμαχία ὅμως ἐκείνη τήν ἐποχή μέ ἕνα ἔθνος ἐσήμαινε ὅτι πρέπει νά δεχθοῦν καί τούς θεούς τοῦ ἔθνους αὐτοῦ. Γι᾽ αὐτό καί οἱ προφῆτες ἦταν σφόδρα ἐνάντιοι πρός τήν πολιτική τῶν συμμαχιῶν καί ἀπέτρεπαν τούς βασιλεῖς τοῦ Ἰσραήλ ἀπό τό ἐγχείρημα αὐτό, γιατί κινδύνευε ἡ πίστη. Γιά τούς προφῆτες προτιμώτερο θά ἦταν νά καταστραφεῖ τό ἔθνος, παρά νά χαθεῖ ἤ νά φθαρεῖ ἡ πίστη τοῦ λαοῦ. Εἶναι αὐτό, δηλαδή, πού ἔγραφε ὁ μακαριστός ἅγιος πατήρ Ἐπιφάνιος Θεοδωρόπουλος πρός τόν Πατριάρχην Ἀθηναγόραν: «Μυριάκις προτιμώτερον – τοῦ ἔγραφε – νά ἐκριζωθῇ ὁ ἱστορικός τῆς Κωνσταντινουπόλεως Θρόνος καί νά μεταφυτευθῇ εἴς τινα ἔρημον νησίδα τοῦ Πελάγους, ἀκόμη δέ καί νά καταποντισθῇ εἰς τά βάθη τοῦ Βοσπόρου, ἤ νά ἐπιχειρηθῇ ἔστω καί ἡ ἐλαχίστη παρέκκλισις ἀπό τῆς χρυσῆς τῶν Πατέρων γραμμῆς, ὁμοφώνως βοώντων: “Οὐ χωρεῖ συγκατάβασις εἰς τά τῆς Πίστεως”». Γι᾽ αὐτό λοιπόν καί οἱ προφῆτες ἦταν ἐνάντιοι μέ τίς δημιουργούμενες στό Ἰσραήλ φιλο-ἀσσυριακές ἤ φιλο-αἰγυπτιακές μερίδες, οἱ ὁποῖες μέ ἀντιπροσώπους τους κατέφευγαν στά ἔθνη αὐτά, γιά νά πετύχουν τήν συμμαχία τους. Ἡ ἐνέργεια αὐτή ἐξάλλου πρόδιδε καί ἀπιστία στόν παντοδύναμο Θεό Γιαχβέ, καί κατ᾽ οὐσίαν ἄρνησή του, ἀφοῦ ἐδέχοντο τόν ὅρο τῆς συμμαχίας νά δεχθοῦν τούς θεούς τοῦ συμμάχου κράτους. Γι᾽ αὐτό καί ὁ Ἡσαΐας λέγει μέ ἀγανάκτηση καί πόνο:

 

«Οὐαί στούς καταβαίνοντας
στήν Αἴγυπτο γιά βοήθεια!
………………………………….
Δέν προσβλέπουν στόν Ἅγιο τοῦ Ἰσραήλ
καί τόν Γιαχβέ δέν ἐκζητοῦν
………………………………….
Οἱ Αἰγύπτιοι εἶναι ἄνθρωποι
καί ὄχι Θεός
οἱ ἵπποι τους εἶναι σάρκα
καί ὄχι πνεῦμα» (Ἡσ. 31,1-3)!

 

Κατά ταῦτα καί ὁ Ἡσαΐας ἀποκαλεῖ «πόρνη» τήν Ἱερουσαλήμ, γιατί μαζί μέ τόν Γιαχβέ λατρεύει καί ἄλλους θεούς. Σέ ἕνα θρηνώδη του στίχο ὁ προφήτης παρουσιάζει τόν Θεό νά λέγει περίλυπος: «Πῶς ἐγένετο πόρνη πόλις πιστή Σιών, ἐν ᾗ δικαιοσύνη ἐκοιμήθη ἐν αὐτῇ νῦν δέ φονευταί» (1,21). Καί γιά τόν ἴδιο λόγο πάλι, τῆς ἀναμείξεως τῆς λατρείας τοῦ Γιαχβέ μέ τήν λατρεία τῶν ξένων θεῶν (γιά τόν Οἰκουμενισμό, δηλαδή), ὁ προφήτης λέγει: «Οἱ κάπηλοί μίσγουσι τόν οἶνον ὕδατι» (1,22).

 

6. Τό χειρότερο ὅμως ὅλων εἶναι ὅτι τήν θρησκευτική αὐτή πτώση τῶν πολιτικῶν ἀρχόντων καί τοῦ λαοῦ ἀκολουθοῦσαν καί ἱερεῖς καί ψευδοπροφῆτες. Τό κακό αὐτό ἔγινε ὅταν τά ἱερά ἔγιναν «βασιλικά» καί περιῆλθαν στήν κυριότητα τοῦ βασιλέως. Ἔτσι, πλεῖστοι ἱερεῖς τῆς Ἰσραηλιτικῆς θρησκείας γιά νά εἶναι εὐάρεστοι στόν βασιλέα καί γιά ὑλικό τους συμφέρον δέν εἶχαν τήν δύναμη νά ἀντιδράσουν κατά τοῦ βασιλέως καί ὑπεστήριζαν τήν τακτική του. «Οἱ ποιμένες ἠφρονεύσαντο», ὅπως λέγει ὁ προφήτης Ἱερεμίας (10,21). Οἱ ἀληθινοί προφῆτες τοῦ Γιαχβέ, οἱ ἀκολουθοῦντες τήν καθαρά Μωσαϊκή θρησκεία, διεξάγουν τώρα πολυμέτωπο ἀγῶνα ὄχι μόνον κατά τῶν πολιτικῶν, ἀλλά καί κατά τῶν θρησκευτικῶν ἀρχόντων, τῶν ἱερέων καί αὐτοῦ τοῦ μεγάλου ἀρχιερέως. Οἱ πηγές μας μᾶς παρέχουν ἄφθονο ὑλικό, πολλά χωρία, στά ὁποῖα μαρτυρεῖται ἡ προδοτική στάση τῶν ἱερέων καί τῶν ψευδοπροφητῶν, οἱ ὁποῖοι συμμαχοῦσαν μέ τούς ἄρχοντες ἐπιτιθέμενοι κατά τοῦ κηρύγματος τῶν πιστῶν προφητῶν τοῦ Γιαχβέ. Ἐλλείψει χρόνου ἀναφέρω μόνο μία περικοπή, ἡ ὁποία διασώζεται στό βιβλίο τοῦ προφήτου Ἡσαΐου. Ἡ σκηνή διεξάγεται μᾶλλον στήν αὐλή τοῦ Σολομῶντος ἤ σέ κάποιο ἄλλο ἱερό, ὅπου μετά ἀπό μία προσφερθεῖσα θυσία εἶχε παρατεθεῖ πολυτελέστατο δεῖπνο μέ ἄφθονα σφάγια καί κρασί, στό ὁποῖο δεῖπνο συνέτρωγαν καί συνέπιναν οἱ ἱερεῖς καί ψευδοπροφῆτες μέ τούς ἄρχοντες. Στό εὔθυμο αὐτό δεῖπνο ἐμφανίστηκε Ἡσαΐας, ὁ ὁποῖος τούς ἤλεγξε λέγοντάς τους ὅτι «σκοτίζονται ἀπό τά ποτά καί παρακρούουν ἀπό τό κρασί. Σκοτισμένοι εἶναι κατά τάς ὁράσεις καί ζαλισμένοι ὅταν πρόκειται νά κρίνουν». Ἀκόμη τούς εἶπε ὅτι οἱ τράπεζές τους εἶναι γεμάτες ἀπό «ἀκάθαρτες τροφές». Ὑποθέτω ὅτι αὐτή ἡ τελευταία ἔκφραση, «ἀκάθαρτες τροφές», ὑποδηλώνει ὅτι ἡ θρησκευτική πτώση εἶχε προχωρήσει τόσο πολύ, ὥστε κατά τίς θυσίες στόν Γιαχβέ προσεφέροντο θυσίες καί σέ ἄλλους θεούς καί γι᾽ αὐτό τά σφάγια αὐτά τῶν ξένων θυσιῶν λέγονται ἀκάθαρτα. Αὐτό δέ εἶναι πού ταράσσει περισσότερο τόν προφήτη μας, τό ὅτι δηλαδή ἡ λατρεία τοῦ Γιαχβέ ἐνεπλέκετο μέ τήν λατρεία καί θυσία τῶν ἄλλων θεῶν. Στόν ἔλεγχο αὐτό τοῦ προφήτου ἔχουμε ἀνταπάντηση τῶν πολιτικῶν ἀρχόντων καί τῶν ψευδοπροφητῶν πρός τόν προφήτη μας, τόν ὁποῖο ἀπεκάλεσαν ὁμοῦ ὡς «ἀποκεκομμένο πρό ὀλίγου ἀπό τό γάλα», ὡς «ἀποσπασμένο πρό μικροῦ ἀπό τόν μαστόν» (Ἠσ. 28,7-9). Μέ τίς ἐκφράσεις αὐτές ἤθελαν οἱ προδότες καί ἐμπαῖκτες ἡγέτες τοῦ Ἰσραήλ νά ταπεινώσουν τόν προφήτη χαρακτηρίζοντάς τον ὡς νήπιο, πού δέν ξέρει νά ὁμιλεῖ, ὅτι δηλαδή στά κηρύγματά του λέγει παιδαριώδη πράγματα. Αὐτή εἶναι ἡ ἔννοια τῆς ἀπαντήσεως τῶν ἐμπαικτῶν αὐτῶν, ὅπως φαίνεται καθαρά ἀπό τήν ἑπομένη δυσνόητη φράση τους, «διότι στάβ λατσάβ τσάβ λατσάβ κάβ λακάβ ὀλίγον ἐδῶ ὀλίγον ἐκεῖ» (στίχ. 10). Στό χωρίο αὐτό παρατηροῦμε ὅτι ὅλος ὁ στίχος αὐτός πλέκεται περί τάς συλλαβάς «τσάβ» καί «κάβ». Στίς σειρά δέ τοῦ ἑβραϊκοῦ ἀλφαβήτου γνωρίζουμε ὅτι τό τσᾶδαι προηγεῖται ἀμέσως τοῦ κώφ. Ἄρα μέ τόν λόγο τους αὐτό οἱ ψευδοπροφῆτες σάν νά θέλουν νά ποῦν στόν Ἡσαΐα ὅτι εἶναι ἀγράμματος, ὅτι τώρα μαθαίνει τήν ἀλφαβήτα, καί πῶς λοιπόν τολμάει αὐτός, τό ἀγράμματο νήπιο, νά ἐλέγξει αὐτούς τούς ἐπισήμους καί ἄρχοντες τοῦ Ἰσραήλ; Ἄς σημειώσουμε δέ μέ τήν εὐκαιρία τοῦ λόγου ὅτι ὁ προφήτης Ἡσαΐας, ὅπως τό δεικνύει τό βιβλίο του μέ τά ὑψηλά του νοήματα καί τήν καλλιέπεια τῆς γλώσσης, ἦταν πολύ μορφωμένος, ἦταν μᾶλλον, ὅπως ὑποθέτουν οἱ ἑρμηνευτές, ἰατρός στήν ἰδιότητα.
Ἡ ἰδία πολεμική καί ὁ ἐμπαιγμός καί ἡ ὑβρεολογία ἔγινε καί σέ προηγούμενα χρόνια ἐναντίον τοῦ προφήτου Ὠσηέ. Ὁ λαός, παρασυρόμενος βεβαίως ἀπό τούς ἄρχοντές του, ἀποκαλοῦσε τόν προφήτη Ὠσηέ «ἀνόητο» καί «τρελλό». Καί ἀκόμη περισσότερο διοργάνωναν συνωμοσίες γιά νά τόν θανατώσουν. Ὁ ἴδιος ὁ προφήτης, περιγράφοντας τήν δίωξη καί τά δεινά, τά ὁποῖα ὑφίστατο λόγω τοῦ κηρύγματός του, λέγει σέ μία περικοπή:

 

«Ὁ Ἰσραήλ (μοῦ) φωνάζει:
Ἀνόητος εἶναι ὁ προφήτης,
τρελλός εἶναι ὁ ἄνθρωπος τοῦ πνεύματος.
………………..
Ὁ Ἐφραίμ παραμονεύει
παρά τήν σκηνήν τοῦ προφήτου
παγίδες στήνει σέ ὅλους τούς δρόμους του» (Ὠσ. 9,7-8).

 

7. Ἀγαπητοί μου ἀκροατές, τελείωσα τόν ταπεινό μου λόγο, ἔχοντας πλήρη τήν συναίσθηση ὅτι δέν ἀνέπτυξα ἐπαρκῶς τό θέμα μου, ἀλλά ἁπλά τό ἔθιξα καί μάλιστα ἀκροθιγῶς. Ὁ μελετητής τῆς Παλαιᾶς Διαθήκης γνωρίζει ἀπό τά ἱερά της βιβλία τούς δυνατούς ἀγῶνες τῶν προφητῶν γιά τήν διατήρηση τῆς θρησκείας τοῦ Γιαχβέ, ὅπως ὁ Ἴδιος τήν παρέδωσε στό ὄρος Σινᾶ· ὅπως καί πάλι ἀπό τά κείμενά μας φαίνεται ἡ σκληρή πολεμική κατά τῶν προφητῶν, πολεμική ἐκ μέρους τῶν θρησκευτικῶν καί πολιτικῶν ἀρχόντων, γιά τό κήρυγμά τους, τό ὁποῖο ἐσάλπιζε στήν ἀποστάτιδα κοινωνία τοῦ Ἰσραήλ τήν ἐπιστροφή στήν πατρῶα θρησκεία.
Ἡ ἱερά ἱστορία ἐπαναλαμβάνεται, ἀναδιπλοῦται καί ἀνακυκλοῦται. Ἔτσι τό διαβάζουμε στήν Ἐκκλησιαστική μας Ἱστορία. Πάντοτε ἡ Ὀρθόδοξη πίστη μας ἀντιμετώπιζε τόν κίνδυνο αὐτό τῆς ἀλλοιώσεως καί τῆς νοθεύσεως τῆς ἀληθείας της ἀπό τίς ψευδοδιδασκαλίες τῶν αἱρετικῶν. Ἀλλά, ὅπως τό γνωρίζουμε, ὁ Θεός πάντοτε ἀνεδείκνυε προφῆτες, οἱ ὁποῖοι μέ τήν διδασκαλία τους, γραπτή καί προφορική, καί μέ τόν ἅγιο βίο τους, κράτησαν τήν πίστη καθαρή, χωρίς τό παραμικρό ξένο στοιχεῖο, ἀκολουθοῦντες τήν γραμμή, ὅτι δέν χωρεῖ οὐδεμία παραχώρηση, οὐδέ ἡ παραμικρή, στά θέματα τῆς πίστεως. Καί βέβαια δέν ἦταν δυνατόν νά νοθευθεῖ ἡ πίστη μας, διότι αὐτή δέν εἶναι ἀνθρώπινο κατασκεύασμα, ὥστε νά μεταβάλλεται, ἀλλά ἔχει ἀπό τόν Θεό τήν προέλευσή της καί γι᾽ αὐτό εἶναι αἰωνία, διότι εἶναι ἀληθής. Καί σήμερα βεβαίως βλέπουμε πολλά προδοτικά κινήματα, περισσότερα ἴσως ἀπό κάθε ἄλλη φορά. Καί σήμερα «κάπηλοι μίσγουσι τόν οἶνον ὕδατι», ὅπως ἔλεγε ὁ προφήτης Ἡσαΐας γιά τούς ψευδοπροφῆτες τῆς ἐποχῆς του. Ἀλλά ὑπενθυμίζουμε στούς ἥρωες τῶν κινημάτων αὐτῶν ὅτι εἶναι «σκληρό πράγμα νά χτυπάει κανείς τά καρφιά μέ γυμνά τά πόδια»! Εὐχαριστοῦμε τόν Θεό, γιατί ὅπως πάντοτε ἔτσι καί σήμερα ἔχει ἀναδείξει προφῆτες, κληρικούς καί λαϊκούς, ἱεράρχες καί μοναχούς, ἐναρέτους καί ἰσχυρούς στό φρόνημα θεολόγους, οἱ ὁποῖοι δίδουν ἰσχυρή μαρτυρία γιά τήν Ὀρθόδοξη πίστη μας ἐνάντια πρός τόν ἐκχαναανιτισμό, γιά τόν ὁποῖο μίλησα, δηλαδή, γιά τόν Οἰκουμενισμό. Οἱ σημερινοί αὐτοί ἀγωνιστές τῆς ὀρθόδοξης πίστης μας μᾶς ὑπενθυμίζουν μέ τήν ἰσχύ τους τόν προφήτη Μιχαία, ὁ ὁποῖος, παρά τήν πολεμική τῶν συγχρόνων του νά σιγάσει, αὐτός ἔλεγε: «Τοὐναντίον ἐγώ εἶμαι πλήρης δυνάμεως καί ἰσχύος, γιά νά ἐξαγγέλλω τοῦ Ἰακώβ τήν ἀσέβεια καί τοῦ Ἰσραήλ τήν ἁμαρτία» (Μιχ. 3,8).

 

Εὐχαριστῶ πού μέ ἀκούσατε

Γιατί δέν εἶναι Οἰκουμενική; του αρχιμ. Δανιηλ Αερακη

Χριστός11

Γιατί δέν εἶναι Οἰκουμενική;

              του αρχιμ. Δανιηλ Αερακη

«Εἶναι ἡ Ἐκκλησία, ἡ ἀνά τόν κόσμο Ὀρθοδοξία, ἡΟἰκουμενική Ἐκκλησία; Ἔχει τήν αὐτοσυνειδησία τῆςκαθολικότητας καί τῆς μοναδικότητας; Αὐτό τουλάχιστον τονίζουμε στό Σύμβολο τῆς Πίστεως: «Εἰς Μίαν, Ἁγίαν, Καθολικήν καί Ἀποστολικήν Ἐκκλησίαν».

  • Ἄν ὅσοι ἐπί πενήντα χρόνια προετοιμάζουν τή λεγομένη «Ἁγία Μεγάλη Σύνοδο» δέχωνται τήν οἰκουμενικότητα τῆς ’Ορθοδόξου ’Εκκλησίας, γιατί φοβοῦνται νά τήν ὀνομάσουν «Οἰκουμενική Σύνοδο»; ’Εμεῖς κρατᾶμε σοβαρές ἐπιφυλάξεις, ἄν μιά τέτοια Σύνοδος, ὅπως αὐτή, πού θά συνέλθη τόν ’Ιούνιο στήν Κρήτη, μπορεῖ νά χαρακτηρισθῆ Οικουμενική.

Οὔτε Πατέρες «οἰκουμενικοί» ὑπάρχουν σήμερα, οὔτε τόπλήρωμα τῆς ’Εκκλησίας εἶναι ἔτοιμο νά ὑποδεχθῆ μιά Σύνοδο ὡς Οἰκουμενική, οὔτε τά προταθέντα θέματα εἶναι οἰκουμενικῆς σημασίας, οὔτε συγκαλείται γιά θέματα πίστεως, γιά ἀπόκρουσι αἰρέσεων, γιά θέματα ἠθικῶν ἐκτροπῶν.

  • Ἀλλ’ οἱ πρωτοστατοῦντες στή συγκρότησι τῆς λεγομένης «Μεγάλης Συνόδου», γιά ἄλλους λόγους δέν τήν ἀποκαλοῦν «Οἰκουμενική». Διότι σ’ αὐτήν δέν μετέχουν οἱ λεγόμενες «ὁμολογίες» (αἰρετικά σχήματα καί σχίσματα), ὅπως οἱ Ρωμαιοκαθολικοί καί οἱ Προτεστάντες. Ἀλλ’ ἡ ἀποκοπή τῶν αἰρετικῶν ἀπό τό σῶμα τῆς Ἐκκλησίας δέν ἀπομειώνει τήν καθολικότητά της, ὅπως τονίζει καί ὁ Μητροπολίτης Πειραιῶς Σεραφείμ.
  • Γεννᾶται τό ἐρώτημα: Ὅταν συνῆλθαν οἱ μετά τήν Τετάρτη Οἰκουμενικές Σύνοδοι, συμμετείχαν οἱ Μονοφυσίτες; ’Όχι! Πῶς τότε δέν χρειάστηκε ἡ παρουσία τῶν ἀποκοπέντων, γιά νά προσδοθῆ ὁ χαρακτηρισμός «Οἰκουμενική» σέ μία Σύνοδο, καί τώρα, ἐπειδή δέν συμμετέχουν (δέν μποροῦν νά συμμετέχουν) αἰρετικές παραφυάδες, ὁ ὅρος «Οἰκουμενική» ἀναβάλλεται γιά τό… μέλλον;
  • Γεννᾶται καί σοβαρότερο ερώτημα: Γιά τούς συγκροτοῦντες τή «Μεγάλη Σύνοδο» ὑπάρχουν καί τά δύο; Δηλαδή, καί ἡ ΜίαἘκκλησία καί ἡ πολλότητα τών Ἐκκλησιῶν; Στό προσυνοδικό κείμενο μέ τίτλο «Σχέσεις τῆς Ὀρθοδόξου Ἐκκλησίας πρός τόν λοιπόν Χριστιανικόν κόσμον», οἱ ἐκτός Ἐκκλησίας αἰρετικοί καλοῦνται ἄλλοτε «Ἐκκλησίες», ἄλλοτε «Ὁμολογίες», ἄλλοτε «Ἀδελφές Ἐκκλησίες»!

Δηλαδή, υἱοθετοῦν τή θεωρία «τῶν κλάδων»; Σύμφωνα μ’ αὐτήν, ἡ Ἐκκλησία (ἡ Ὀρθοδοξία) καί οἱ αἰρετικές «Ἐκκλησίες» ἀποτελοῦν ἰσότιμους κλάδους τοῦ ἴδιου δένδρου καί πρέπει νά ἑνωθοῦν οἱ κλάδοι, γιά νά ξανασχηματισθῆ τό δένδρο!

  • Ἀλλ’ ἡ ἀλήθεια ἐν προκειμένῳ εἶναι ἄλλη: Τό δένδρο ὑφίσταται. «Τινές τῶν κλάδων ἐξεκλάσθησαν» (Ρωμ. ια’ 17-19). Ἀποκόπηκαν. Ἄν κάποτε «εγκεντρισθοῦν», ξαναενωθοῦν μέ τήν Ἀλήθεια, θά ἀποτελουν πάλι μέλη τής ’Εκκλησίας.
  • Καί ἐδῶ εἶναι τό βασικό ἔργο μιᾶς Συνόδου, πού ἐπιθυμεῖ νά εἶναι συνέχεια τῶν Οἰκουμενικῶν. Νά προσδιορίση τούς αἰρετικούς, πού μέ τήν πάροδο τόσων αἰώνων ἐμφανίσθηκαν. Εἶναι ὁ Παπισμός αἴρεσις; Εἶναι ὁ Προτεσταντισμός αἴρεσις; Εἶναι ὁ Χιλιασμός αἴρεσις; Ὑπάρχει Οἰκουμενική Σύνοδος, πού δέν ἀντιμετώπισε τούς παρεκκλίνοντες ἀπό τήν Πίστι, δηλαδή, τούς αἰρετικούς; Ἐμεῖς γιατί φοβούμεθα νά θέσουμε τά ὅρια και νά καταθέσουμε τήν ἀντιαιρετική μαρτυρία γιά ὅσους ξεπέρασαν τά ὅρια καί συγκροτοῦν αἰρετικές ομάδες;
  • Οἱ συγκροτοῦντες τή «Μεγάλη Σύνοδο», ἐν πολλοῖς, πιλοτάρονται ἀπό τόν Οἰκουμενισμό καί τόν Διαθρησκειακό διάλογο. Γι’ αὐτό καί στά προσυνοδικά κείμενα δέν ὑπάρχει ὁ χαρακτηρισμός «αἰρετικός»! Ἀλλ’ ἡ Ἐκκλησία δέν εἶναιοἰκουμενιστική. Είναι οἰκουμενική.