ΙΣΛΑΜ(Ιω.Καρδάση)

slide-2

Εισαγωγικά

Το Ισλάμ είναι μονοθεϊστική θρησκεία, η οποία διαμορφώθηκε με το κήρυγμα και τη δράση του προφήτη Μωάμεθ στις αρχές του 7ου αιώνα.

Η αραβική λέξη «ισλάμ» σημαίνει «υποταγή» και χρησιμοποιείται από τους μουσουλμάνους, ως «υποταγή στον Θεό» και εκείνοι που αποδέχονται τη θρησκεία του Ισλάμ (τη στάση υπακοής, εξάρτησης και αφοσίωσης στον Θεό) ονομάζονται «μουσλίμ», που σημαίνει «υποταγμένος στον Θεό». Το Ισλάμ δεν έχει μόνο θρησκευτική, αλλά και πολιτική υπόσταση, όπως και άλλες θρησκείες. Ο όρος «ισλαμιστής» χαρακτηρίζει εκείνους από τους μουσουλμάνους, που αντιλαμβάνονται το Ισλάμ, όχι απλά ως μια θρησκεία, αλλά ως ένα «πλήρες σύστημα», ικανό να ρυθμίζει κάθε πτυχή του δημόσιου και ιδιωτικού βίου.

Το Ισλάμ έχει λάβει επιδράσεις από τρεις βασικές πηγές: την προϊσλαμική αραβική θρησκεία, τον Ιουδαϊσμό και τον Χριστιανισμό, από δε φιλοσοφικής πλευράς επηρεάστηκε τόσο από την Πλατωνική, όσο και την Αριστοτελική σκέψη, σε νομικά δε θέματα δέχτηκε επιδράσεις από την ρωμαϊκή, αλλά και την βυζαντινή παράδοση.

Το Κοράνι είναι το θεμέλιο πάνω στο οποίον στηρίζεται το Ισλάμ και θεωρείται, ως το αντίγραφο ενός «ουράνιου» πρωτότυπου. Έχει την ίδια θέση, που έχει στον χριστιανισμό ο Ιησούς, ως προαιώνιος Λόγος του Θεού. Στο Ισλάμ υπάρχουν δυο μεγάλα μουσουλμανικά δόγματα, ο Σουνιτισμός και ο Σιϊτισμός.

Στην ακολουθούσα παρουσίαση καταγράφονται οι βασικές θέσεις Χριστιανισμού και Ισλάμ μέσα από την αντιπαράθεση ενός χριστιανού και ενός μουσουλμάνου θεολόγου. Εκεί καταδεικνύεται, ότι υπάρχει μέγα χάσμα μεταξύ Ορθοδοξίας και Μουσουλμανισμού, όπου απέναντι στην θεοϊδρυτη Εκκλησία του Χριστού εμφανίζεται μια ειδωλολατρική θρησκεία του Αλλάχ, η οποία φέρνει πολλά κοινά σημεία με την θρησκεία του ΡΚαθολικισμού.

Η θρησκεία του Ισλάμ, αλλά και του Παπισμού, εξετάζει τον άνθρωπο από νομικής πλευράς, ως κατηγορούμενο, ενώ η Ορθοδοξία τον εξετάζει από ιατρικής πλευράς, ως ασθενή. Ο πρώτος αντιμετωπίζεται τελικά ακόμη και με την ποινή του θανάτου, ενώ ο δεύτερος με την προοπτική της ίασης. Η διαστροφή του ευαγγελίου είναι και στις δυο περιπτώσεις (Ισλαμισμού και Παπισμού) προφανής.

Κατά το Ισλάμ, ο Θεός δημιούργησε τον άνθρωπο, για να απολαμβάνει τη λατρεία του, αλλά και  να χαίρεται να τον βλέπει να μετανοεί για τα αμαρτήματά του και να δέχεται έτσι μεγαλόψυχα τη συγγνώμη του. Έτσι, ο Θεός δεν αγαπάει τον άνθρωπο, αλλά αγαπάει μόνο τον εαυτό του και όταν δείχνει την αγάπη του στον άνθρωπο, την δείχνει για την ικανοποίησή του. Στο Ισλάμ ο Θεός δείχνει αγάπη, αλλά ΔΕΝ είναι αγάπη, όπως στο Χριστιανισμό. Ο Θεός του Ισλάμ εμφανίζεται, ως Θεός της δύναμης και όχι ως Θεός της αγάπης. Αυτοϊκανοποιείται με την τιμωρία του αμαρτωλού και δεν θλίβεται (όπως ο Χριστιανικός Θεός) για την πτώση του ανθρώπου. Είναι ένας Θεός, που αποκλείεται να δει κανείς την δόξα του, ενώ αντίθετα στον Χριστιανισμό, η θέωση (δηλ. η ένωση Θεού και ανθρώπου) είναι δυνατή, κάτι που όλοι οι άγιοι το έχουν επιτύχει. Έτσι, στον Χριστινισμό, ο Θεός υπάρχει, γιατί κάποιοι τον είδαν και μίλησαν μαζί του, ενώ στο Ισλάμ, ο Θεός υπάρχει μέσω ενός βιβλίου, άγνωστος, απρόσιτος, απόμακρος και η μόνη επαφή μαζί του είναι μέσω του Προφήτη του, όπως ακριβώς και στον Παπισμό, όπου υπάρχει ο «αντ’ αυτού», δηλ. ο Πάπας.

Για να στηρίξουν τις θέσεις του Κορανίου, οι Μουσουλμάνοι πολλές φορές διαστρέφουν τις έννοιες της Βίβλου ή δεν θέλουν ή δεν μπορούν να τις κατανοήσουν. Για παράδειγμα,  παρουσιάζουν τον Χριστό να επιθυμεί φόνους, να ευνοεί την πολυγαμία, να κατευθύνει τη μοίρα του ανθρώπου, να καλεί σε κήρυγμα μόνο τις φυλές του Ισραήλ, να μην χρειάζεται να πεθάνει για τη σωτηρία των ανθρώπων και μάλιστα στο σταυρό και άλλες πολλές στρεβλώσεις.

Από την αντιπαράθεση αυτή καταφαίνεται σαφώς, ότι το Ισλάμ είναι μια παλινδρόμηση προς τον Ιουδαϊσμό και αποτελούν και οι δυο, Ισλάμ και Ιουδαϊσμός (όπως και ο Παπισμός) μια ειδωλολατρική θρησκεία με ένα Θεό φοβερό τιμωρό, απάνθρωπο, ανελέητο, σκληρό και αλύπητο. Ευχαριστιέται με την τιμωρία, ζητάει τυφλή υπακοή και σε αντάλλαγμα προσφέρει, μετά θάνατον, γήινες απολαύσεις σε όσους τηρούν απαρέγκλητα το Κοράνι και συμβάλλουν στην εξαναγκαστική διάδοσή του, φθάνοντας ακόμη και στην εξολόθρευση αυτών που αντιστέκονται. Έτσι, ενώ ο Χριστός διδάσκει την οικιοθελή προσχώρηση, ο Αλλάχ διδάσκει την εξαναγκαστική προσχώρηση και παραμονή σ’ αυτή τη θρησκεία των ειδώλων, της ηδονής και της διαστροφής.

Φαίνεται δε, ότι από όλες τις υπάρχουσες θρησκείες είναι η μοναδική, που εξαναγκαστικά θέλει τους ανθρώπους να την ακολουθήσουν. Και αυτό φαίνεται σαφώς, στο κεφάλαιο Η’ ΤΑ ΛΑΦΥΡΑ, παρ. 40 του Κορανίου: «Πολεμείτε αυτούς (τους απίστους) μέχρις ου δεν θα υπάρχη πλέον πειρασμός, μέχρις ου δεν θα υπάρχη άλλη θρησκεία ή του μόνου Θεού» (Το Ιερό Κοράνιο, Εκδόσεις Δημιουργία, σελ. 132). Έτσι, 1700 χρόνια μετά το τέλος των διωγμών της Ρωμαϊκής αυτοκρατορίας, που και αυτή με εξαναγκασμούς, ήθελε να ακολουθούν οι άνθρωποι τον Παγανισμό, αλλιώς βασανιστήρια και κόψιμο κεφαλιών, φαίνεται ότι ξαναζούμε την περίοδο αυτή, όπου με το ζόρι θα πρέπει οι Χριστιανοί, αλλά και γενικώς οι μη μουσουλμάνοι να αλλαξοπιστήσουν και να ενταχθούν σε ένα νέο ειδωλολατρικό πάνθεο, σε ένα νέου είδους Παγανισμού.

Ως προς το κόψιμο των κεφαλιών των αιχμαλώτων, το Κοράνι είναι σαφές. Έτσι, σύμφωνα με τον ισλαμικό νόμο του «Ιερού Κορανίου» (και όχι αποκλειστικά και μόνο σύμφωνα με την θεώρηση των ακραίων τζιχαντιστών), πρέπει να σφάζονται όσοι άπιστοι πιάνονται αιχμάλωτοι: «Οπόταν συναντάτε τους απίστους φονεύετε και κατασφάζετε, συγκρατούντες στερρώς τα δεσμά του αιχμαλώτου» (Το Ιερό Κοράνιο, κεφ. ΜΖ΄ Ο ΜΩΑΜΕΘ, παρ. 4, σελ. 375).

Σαν κατακλείδα, θα ήταν καλύτερα να αφήσουμε έναν γνώστη του Μουσουλμανισμού, τον άγιο Ιωάννη τον Δαμασκηνό, να μας προσδιορίσει το νέο αυτό φρούτο, που είχε προκύψει στην εποχή του:            

«Έστι δε και η μέχρι του νυν κρατούσα λαοπλανής θρησκεία των Ισμαηλιτών πρόδρομος ούσα του αντιχρίστου………. και δεύροψευδοπροφήτης αυτοίς ανεφύη Μαμέδ επονομαζόμενος………. Ιδίαν συνεστήσατο αίρεσιν………. Λέγει τον Χριστόν λόγον είναι του θεού και πνεύμα αυτού, κτιστόν δε και δούλον, και ότι εκ Μαρίας, της αδελφής Μωϋσέως και Ααρών, άνευ σποράς ετέχθη………. και κρατήσαντες εσταύρωσαν την σκιάν αυτού, αυτός δε ο Χριστός ουκ εσταυρώθη, φησίν, ούτε απέθανεν, ο γαρ θεός έλαβεν αυτόν προς εαυτόν εις τον ουρανόν δια το φιλείν αυτόν……….  Και άλλα πολλά τερατολογών εν τη τοιαύτη συγγραφή γέλωτος άξια, ταύτην προς θεού επ’ αυτόν κατενεχθήναι φρυάττεται………. Ούτος ο Μαμέδ πολλάς, ως είρηται,ληρωδίας συντάξας εκάστη τούτων προσηγορίαν επέθηκεν………. Πάλιν γραφήν «βοιδίου» λέγει και άλλα τινά ρήματα γέλωτος άξια, ά δια το πλήθος παραδραμείν οίομαι δειν». (ΕΛΛΗΝΙΚΗ ΠΑΤΡΟΛΟΓΙΑ: Ι. ΔΑΜΑΣΚΗΝΟΥ: Κατά αιρέσεων: 100. Κατά του Μουσουλμανισμού).

Δηλαδή, με απλά λόγια, αποκαλεί τον Μουσουλμανισμό λαοπλάνο θρησκεία, πρόδρομο του Αντιχρίστου, τον δε Μωάμεθ αποκαλεί ψευδοπροφήτη, που τερατολογεί, με ληρωδίες, δηλ. μωρολογίες και ανοησίες και τα γραπτά του είναι άξια μόνο για γέλια.

————————————————-

                                         ΙΣΛΑΜ

 

  1. Ισλαμική σωτηριολογία και χριστιανισμός

Η διδασκαλία του Ισλάμ περί σωτηρίας, όπως την παρουσίασε ο Άχμεντ, αντιστοιχεί σχεδόν απόλυτα στη λαϊκή μορφή της χριστιανικής θεολογίας, την πιο απλοϊκή της μορφή, αυτή που κυριαρχεί στη σκέψη της γιαγιάς μου και που χρησιμοποιείται από χριστιανούς ιεροκήρυκες όταν απευθύνονται σε ανθρώπους αγράμματους και σχετικά άπειρους από τη θεία χάρη. Το τελευταίο το γράφω, γιατί κάποιος που έχει προσωπική πείρα από την παρουσία της θείας χάριτος (της αγαθής ενέργειας του Θεού) μπορεί να καταλάβει από την πείρα του τη βαθύτερη χριστιανική θεολογία, για τη μεταμόρφωση του ανθρώπου (ακριβέστερα: τη χριστιανική ανθρωπολογία), ακόμη κι αν είναι αγράμματος.

Η διδασκαλία αυτή συνοψίζεται στην ιδέα:

Α) Αμαρτάνω => ο Θεός με τιμωρεί ρίχνοντάς με στην κόλαση (όπου τιμωρούμαι με γήινα βασανιστήρια).

Β) Ζω ενάρετα και ευσεβώς => ο Θεός με ανταμείβει πηγαίνοντάς με στον παράδεισο (όπου απολαμβάνω γήινες απολαύσεις).

Γ) Αμαρτάνω, αλλά μετανοώ και ζητώ ειλικρινή συγχώρεση από το Θεό => ο Θεός με συγχωρεί και πάλι πηγαίνω στον παράδεισο.

Εξυπακούεται ότι αυτό είναι το σχήμα, με το οποίο αντιλαμβάνεται τη σωτηρία και την κόλαση κάθε απλοϊκός πιστός. Στο χριστιανισμό είναι απόλυτα αποδεκτό (εκτός από συγκεκριμένα σημεία, π.χ. ότι θα κάνουμε σεξ στον παράδεισο), αλλά και χαρακτηρίζεται απόλυτα ανθρωπομορφικό. Ας μου επιτραπεί ωστόσο να παρατηρήσω ότι κάθε θρησκεία αποδέχεται με το δικό της τρόπο αυτό το σχήμα. Και οι Μάου Μάου ασφαλώς αυτή την ιδέα έχουν για τη μετά θάνατον ζωή.

Η πραγματική χριστιανική ιδέα για τη σωτηρία και την κόλαση είναι αυτή που, Θεού θέλοντος, παρουσίασα, πολύ σύντομα (λόγω χρόνου), στην ομιλία μου. Δεν παριστάνω το «διδάσκαλο του χριστιανισμού», αλλά κάνοντας χρήση της ιδιότητάς μου ως θεολόγου έκανα την παρουσίαση επιστημονικά: είπα αυτό που λέει η πνευματική μας κληρονομιά. Η ιδέα αυτή δεν είναι «μυστική», αλλά διακηρύσσεται από τους αγίους μας προς όλους, όμως δεν είναι «κατάλληλη» για όλους. Γι’ αυτό, πολλοί άνθρωποι επιμένουν να προσκολλώνται στα ήδη γνωστά, κατανοητά και οικεία σ’ αυτούς σχήματα: αμαρτία-τιμωρία, αρετή-ανταμοιβή, μετάνοια-σωτηρία. Αυτό δεν είναι απορριπτέο. Οι Πατέρες της Εκκλησίας καλούν καθένα να πλησιάσει το Θεό με όποιο κίνητρο του ταιριάζει, ο Θεός κανένα δεν περιφρονεί, όλους τους θέλει.

Ποια είναι αυτή η χριστιανική ιδέα; Η μεταμόρφωση του ανθρώπου σε κατά χάριν θείο ον (άγιο –ον καθ’ ομοίωσιν του Θεού), ον ενωμένο διά της αγάπης και με το Θεό και με τα άλλα όντα, πράγμα που αντιστοιχεί στον παράδεισο, και αντίθετα η εγωιστική αυτοαπομόνωση του ανθρώπου, που τον οδηγεί στην οδύνη του να βιώνει τη θεία αγάπη ως πόνο (επειδή δεν τη θέλει και έχει καταντήσει τον εαυτό του ακατάλληλο γι’ αυτήν), πράγμα που αντιστοιχεί στην κόλαση. Δεν υπάρχει τιμωρία από το Θεό με την κυριολεκτική (ανθρώπινη) έννοια του όρου.

Αποδεικνύεται ότι η χριστιανική ιδέα είναι η αληθινή; Μάλιστα: χιλιάδες άνθρωποι σε όλη τη διάρκεια της χριστιανικής ιστορίας έχουν φτάσει σ’ αυτή την ένωση με το Θεό, στη θέωση, έχουν ζήσει στον εαυτό τους την κατάσταση αυτή, και γι’ αυτό ακριβώς την έχουν διδάξει στους άλλους.

Μάλιστα, οι άνθρωποι αυτοί έχουν προσέξει πάρα πολύ και έχουν κατορθώσει να αναπτύξουν ένα τέτοιο αισθητήριο, που τους επιτρέπει να διακρίνουν ψευδείς καταστάσεις δήθεν θέωσης (είτε στον εαυτό τους, είτε στους άλλους) και να τις απορρίπτουν.

Όταν λοιπόν έχεις πραγματικά περιστατικά, τι άλλη απόδειξη χρειάζεσαι; Αν αμφιβάλλεις για την εγκυρότητα αυτών των περιστατικών, εξέτασέ τα.

Αντίθετα, οι μουσουλμάνοι αδελφοί μας, μη έχοντας το κατάλληλο υπόβαθρο για τέτοια έρευνα, κλείνουν τα μάτια και λένε: «Εδώ έχουμε αρχαία βιβλία, τη Βίβλο και το Κοράνι. Ας τα μελετήσουμε να δούμε –με φιλολογικά κριτήρια– τι είπε στ’ αλήθεια ο Χριστός, αν φαίνεται από τα λόγια της Βίβλου να περιγράφεται ως Θεός ή όχι, αν με τα χρόνια αλλοιώθηκαν τα κείμενα κ.τ.λ.».

Υποθέτω ότι σ’ αυτό οδηγήθηκαν όχι μόνο επειδή δεν έχουν άλλα δεδομένα για να συγκροτήσουν επιχειρήματα, αλλά και επηρεασμένοι από τον προτεσταντικό «ορθολογισμό» στη μελέτη της Βίβλου (δηλαδή φιλολογική μελέτη χωρίς τη θεία χάρη, που έχει οδηγήσει τους προτεστάντες επιστήμονες σε απίθανα συμπεράσματα, μακράν της πραγματικότητας). Λοιπόν, επειδή η Ορθοδοξία είναι ζωή, αυτό δεν είναι ορθόδοξος τρόπος έρευνας. Επιμένοντας ο καθένας στα δικά του, μάλλον δεν θα υπάρξει ποτέ κοινός τόπος συνεννόησης.

Κρίμα, γιατί οι ορθόδοξοι άγιοι (η έμπρακτη επαλήθευση της χριστιανικής διδασκαλίας περί σωτηρίας) είναι δίπλα σας. Αναζητήστε τους, κατ’ αρχάς, στα βιβλία (όσα μιλούν για σημερινούς αγίους) και κατόπιν στην πράξη (δε μπορώ να πω «αυτός είναι άγιος ή εκείνος», γιατί δε συνηθίζεται στην παράδοσή μας για ανθρώπους που ζουν ακόμη – μπορώ όμως να προτείνω π.χ. ένα έμπειρο ιερέα ή μοναχό για να του θέσετε αυτό το θέμα, ώστε να βάλετε μια αρχή: π.χ. π. Γεώργιος Μεταλληνός, π. Γεώργιος Ευθυμίου [καθηγητές της Θεολογικής Σχολής στο πανεπιστήμιο Αθηνών και οι δύο], π. Κωνσταντίνος Στρατηγόπουλος κ.λπ.).

Στην αρχική «Επιστολή προς Έλληνες μουσουλμάνους», που δημοσιεύθηκε στο ίδιο φόρουμ, προς το τέλος, υπάρχουν κι άλλες αναφορές, ιδίως για ανθρώπους, που ζουν εκτός Ελλάδος.

[Το απόσπασμα: Κλείνω το παρόν […] με μια πρόσκληση στα ζωντανά κέντρα της σύγχρονης χριστιανικής πνευματικότητας, μια επίσκεψη (ή σειρά επισκέψεων), στα οποία θα σας αποκαλύψει έναν ολόκληρο κόσμο σοφίας και αγάπης, που ασφαλώς αγνοείτε ότι υπάρχει στο χριστιανισμό (και οι απαρχές του αποτέλεσαν πηγή για το Ισλάμ). Τέτοια είναι τα μεγάλα μοναστικά κέντρα του Άθωνα, της Παλαιστίνης, της Ρωσίας (Όπτινα, Κίεβο, Βαλαάμ, Ντιβέγεβο κ.λπ.), της Ρουμανίας (π.χ. μονή Πρισλόπ, μονή Παναγίας Ησυχαστρίας), της Σερβίας (π.χ. μονή Τσέλιε), της Φινλανδίας (π.χ. Βάλαμο) κ.λπ., ενώ, για όσους δραστηριοποιούνται στην αγγλόφωνη δύση, κατάλληλη αφετηρία νομίζω πως θα ήταν:

  • η μονή του Τιμίου Προδρόμου στο Έσσεξ της Αγγλίας (Stavropegic Monastery to St John the Baptist, Essex), με την παράδοση του γέροντα Σωφρονίου Σαχάρωφ και πλούσιο εκδοτικό έργο, κατάλληλο για συνεπείς ερευνητές,
  • η Αδελφότητα του αγίου Γερμανού της Αλάσκας στην Καλιφόρνια (St Herman of Alaska Bratherhood, Platina, California), με την παράδοση του γέροντα Σεραφείμ Ρόουζ και επίσης πλούσιο εκδοτικό έργο, κατάλληλο για συνεπείς ερευνητές,
  • η μονή του αγίου Αντωνίου στην Αριζόνα (St Anthony’s Greek Orthodox Monastery), με την παράδοση του γέροντα Εφραίμ Φιλοθεΐτη, που ζει ακόμη και μπορείτε να τον συναντήσετε εκεί].

Όμως κανείς δεν μπαίνει στον κόπο να κάνει αυτή την έρευνα – όλοι επαναλαμβάνουν το ίδιο motto: «να μελετήσουμε φιλολογικά τα αρχαία κείμενα, εκεί θα βρούμε την αλήθεια, όχι στους ανθρώπους που τη ζουν στο πετσί τους».

Αυτό για μένα είναι ακατανόητο.

  1. Θεός: το μεγαλείο της δύναμης ή το μεγαλείο της αγάπης;

Από την αρχή της εισήγησής του ο Άχμεντ επιβεβαίωσε το προφανές: ότι κατά το Ισλάμ, ο Θεός δημιούργησε τους ανθρώπους «για να τον λατρεύουν».

Τόνισε βέβαια ότι λατρεία προς το Θεό είναι κάθε σεμνή και ενάρετη πράξη. Αυτή η ιδέα είναι ωραία και σοφή, αλλά και (όπως, επιτρέψτε μου, όλα τα καλά πράγματα στο Ισλάμ) είναι χριστιανικής προελεύσεως. Ο απόστολος Παύλος λέει: «είτε τρώτε, είτε πίνετε, είτε κάτι άλλο κάνετε, όλα να τα κάνετε για τη δόξα του Θεού» (Α΄ προς Κορινθίους, 10, 31). Γι’ αυτό και ο γάμος είναι για μας «μυστήριον μέγα» και τελετουργείται στην εκκλησία, γι’ αυτό κάνουμε το σταυρό μας σε κάθε στιγμή της καθημερινότητάς μας, όταν πέφτουμε για ύπνο κι όταν ξυπνάμε, όταν φεύγουμε από το σπίτι κι όταν επιστρέφουμε, όταν φεύγουν τα παιδιά μας από το σπίτι, όταν αρχίζουμε μια δουλειά κι όταν την τελειώνουμε, όταν η ζύμη είναι έτοιμη για να πλάσουμε τα ψωμιά, όταν βάζουμε το ψωμί στο φούρνο ή το τσουκάλι στη φωτιά κ.τ.λ. Όλα αυτά για μας είναι προσευχές, πράξεις λατρείας προς το Θεό. Το «Κύριε, ελέησον» και το «Δόξα τω Θεώ» είναι φράσεις που ο ορθόδοξος χριστιανός (εκείνος που ζει πραγματικά μέσα στην πνευματική του παράδοση, όχι ο αλλοτριωμένος και εκδυτικισμένος) χρησιμοποιεί αμέτρητες φορές, εντάσσοντάς τις στον καθημερινό του λόγο. «Το να φέρνεις στο νου σου το Θεό είναι πιο σημαντικό από το να αναπνέεις» γράφει ο άγιος Γρηγόριος ο Θεολόγος τον 4ο αι. μ.Χ., τρεις αιώνες πριν την εμφάνιση του Μωάμεθ.

Ο Άχμεντ όμως είπε και κάτι που δεν το περίμενα. Ότι ο Θεός στο Ισλάμ φέρεται να λέει: «Έκανα τον άνθρωπο έτσι, που να αμαρτάνει, για να έχω τη χαρά να τον βλέπω να επιστρέφει σε μένα (μετανοημένος)».

Ο Θεός λοιπόν, κατά το Ισλάμ, δημιούργησε τους ανθρώπους για να απολαμβάνει ο ίδιος. Να απολαμβάνει όχι μόνο τη λατρεία τους (Μας λένε: γιατί ο Θεός να «χρειάζεται» ένα Υιό; Εδώ ρωτώ: γιατί ο Θεός να επιθυμεί λατρεία; Γιατί γενικώς να επιθυμεί κάτι; Δεν είχε όλα όσα χρειαζόταν;), αλλά και τη χαρά να τους βλέπει να μετανοούν για τις πτώσεις τους και να του δίνεται η ευκαιρία να δείχνει μεγαλόψυχος και να τους συγχωρεί.

Η «αγάπη» λοιπόν που δείχνει ο ισλαμικός Θεός στους ανθρώπους δε μπορεί να υπερβαίνει την αγάπη που έχει κάποιος για τα παιχνιδάκια του. Περιέχει μάλιστα μια θεμελιώδη αντίφαση: αν ο Θεός δημιούργησε σκόπιμα τον άνθρωπο τέτοιο, που να αμαρτάνει, γιατί τον τιμωρεί όταν αμαρτήσει; Δε φταίει ο άνθρωπος, αλλά ο Θεός που τον έφτιαξε ατελή, για να… απολαμβάνει ο ίδιος τη μετάνοιά του! Ο άνθρωπος δεν είναι ελεύθερος να μην αμαρτήσει – συν τοις άλλοις, αν κάποιος αγωνιστεί τόσο, ώστε να μην αμαρτήσει ποτέ (υποθετικά μιλώντας), κι αυτό είναι αμαρτία, γιατί στερεί από το Θεό την απόλαυση που τόσο λαχταρά, την ευκαιρία να τον συγχωρήσει και να… νιώσει μεγαλόψυχος.

Αντίθετα, κατά το χριστιανισμό, ο Θεός δημιούργησε τους ανθρώπους για να απολαμβάνουν εκείνοι, όχι ο Ίδιος. Να απολαμβάνουν τη θεία χάρη, που απλόχερα, δωρεάν και χωρίς καμιά δέσμευση τους παρέχει και τους κάνει μέτοχους της θεότητάς Του, θεούς κατά χάριν, θεία όντα, αγίους.

Τους έχει άλλωστε εξ αρχής δημιουργήσει κατ’ εικόνα και ομοίωσή Του, πράγμα που προφανώς το Ισλάμ δεν καταδέχεται να παραδεχτεί.

Στο Ισλάμ ο Θεός έχει το μεγαλείο της δύναμης και νοιάζεται κατά βάσιν για τον εαυτό του. Στο χριστιανισμό έχει το μεγαλείο της αγάπης και νοιάζεται αποκλειστικά και μόνο για το δημιούργημά Του, γι’ αυτό και γίνεται άνθρωπος και θυσιάζεται γι’ αυτό. Γι’ αυτό ο ισλαμικός Θεός ζητάει από τον άνθρωπο υποταγή (=Ισλάμ), ενώ ο χριστιανικός Θεός ζητάει από τον άνθρωπο αγάπη (και μάλιστα τον κρίνει για την αγάπη στο συνάνθρωπο, όχι στον Ίδιο το Θεό, κατά Ματθαίον 25, 31-46).

Αυτά έχουν άμεση σχέση με την αποκάλυψη του Χριστού, ότι ο Θεός είναι Τριαδικός. Ο Τριαδικός Θεός δεν είναι μόνο «πάνω από τους ανθρώπους», όπως ο ισλαμικός, αλλά και πάνω από αυτούς (Πατήρ) και δίπλα τους (Υιός, που είναι και άνθρωπος, αδελφός μας – εκπλήρωση της προφητείας στο Δευτερονόμιο, 18, 18-19, για τον προφήτη «από τους αδελφούς σας»), αλλά και μέσα τους (Άγιο Πνεύμα). Γι’ αυτό μπορεί να είναι ταπεινός, Θεός- αγάπη, Θεός που θυσιάζεται.

Όταν ρώτησα τον Άχμεντ «ο Θεός, κατά το Ισλάμ, αγαπάει περισσότερο τον εαυτό του ή τους ανθρώπους;», μου δήλωσε ότι αυτό είναι άγνωστο. Όχι, δεν είναι άγνωστο – αντίθετα, είναι προφανές: ο ισλαμικός Θεός αγαπάει ουσιαστικά μόνο τον εαυτό του και δημιούργησε τους ανθρώπους για να ευχαριστήσει τον εαυτό του. Τους αγαπά κι αυτούς, στο βαθμό που τον ικανοποιούν.

Στο χριστιανισμό επίσης είναι προφανές ότι ο Θεός αγαπάει περισσότερο τους ανθρώπους παρά τον εαυτό Του, γι’ αυτό και γίνεται άνθρωπος και θυσιάζεται για χάρη τους, ακόμη και για εκείνους που δεν θα Του το αναγνωρίσουν ποτέ (π.χ. οι μουσουλμάνοι αδελφοί μας).

Δε θα γράψω τις δικές μου εντυπώσεις από τη σύγκριση αυτή. Ας συλλογιστεί κάθε σκεπτόμενος άνθρωπος, ποια από τις δύο διδασκαλίες είναι πιο ταιριαστή στο Υπέρτατο Ον (η χριστιανική ή η ισλαμική), ποια είναι πιθανότερο να είναι αληθινή και, τελικά, ποια τον εκφράζει περισσότερο, ώστε να την ακολουθήσει ως ελεύθερος άνθρωπος.

***

Τα παραπάνω εξηγούν γιατί στο Ισλάμ είναι τόσο εύκολο και συχνό, ακόμη και σήμερα, να δολοφονείται εκείνος, που αλλάζει θρησκεία.

Εφόσον, κατά το Ισλάμ, σκοπός της ύπαρξης του ανθρώπου, δοσμένος από το Θεό, δεν είναι παρά να λατρεύει το Θεό, εκείνος που παύει να τον λατρεύει, και που φαίνεται αμετάπειστος σ’ αυτό (γι’ αυτό του δίνεται διορία τριών ημερών), ΔΕΝ έχει πια κανένα σκοπό στη ζωή. Είναι σίγουρο ότι δεν θα εκπληρώσει το σκοπό, «για τον οποίο τον έπλασε ο Θεός». Αφού ο Θεός δεν έπλασε τον άνθρωπο για χάρη του ανθρώπου, αλλά για χάρη του ίδιου του Θεού, ποιος ο λόγος να ζει ένας τέτοιος άνθρωπος; Κλαδέψτε τον λοιπόν, για να μην απολαμβάνει και δωρεάν τα δώρα του Θεού στον κόσμο (τροφή, φως, αέρα κ.τ.λ.).

Ο Άχμεντ τόνισε ότι «το Ισλάμ δεν ζητάει το θάνατο του άπιστου, όσες φορές αυτό συνέβη, συνέβη αντίθετα με τη διδασκαλία του Ισλάμ». Ακόμη κι έτσι, είναι εύκολο από μια τέτοια ιδέα για το Θεό να ξεφυτρώσει στον άνθρωπο η ιδέα της εξαφάνισης των αποστατών και των απίστων.

Είπε επίσης ο Άχμεντ: «Άλλωστε κατά καιρούς η Εκκλησία έχει κάνει χειρότερα». Ας το δούμε αυτό.

Η αρχαία Εκκλησία των πρώτων χιλίων χρόνων και στη συνέχειά της, η Ορθόδοξη, ΠΟΤΕ δεν θεσμοθέτησε το θάνατο των αμαρτωλών, απίστων, εξωμοτών κ.τ.λ. Χριστιανοί αυτοκράτορες το έκαναν, για πολιτικούς λόγους (θεωρούσαν τους αιρετικούς κίνημα διάσπασης του κράτους), και οι κάθε φορά άγιοι αντιδρούσαν σ’ αυτό! (Ισχύει το ίδιο για μουσουλμάνους σοφούς ή αγίους;). Υπενθυμίζω περιπτώσεις αντίδρασης, όπως του αγίου Μαρτίνου της Τουρ στην εκτέλεση του αιρετικού Πρισκιλιανού, του αγίου Θεοδώρου του Στουδίτη στο διωγμό κατά των Παυλικιανών (που ήταν και πολιτικό κίνημα) από τον αυτοκράτορα Μιχαήλ Ραγκαβέ και στο θέμα της πιθανής απέλασης των Βουλγάρων προσφύγων στον Κρούμο, «πράγμα που γι’ αυτούς θα σήμαινε βέβαιο θάνατο», του αγίου Νείλου της Σόρα στο διωγμό των αιρετικών Ιουδαϊζόντων στη Ρωσία (16ος αι.) κ.ά. Και σε κοινά πολιτικά εγκλήματα οι άγιοι αντέδρασαν: ο άγιος Αμβρόσιος Μιλάνου αρνήθηκε δημόσια να μεταλάβει τον αυτοκράτορα Μ. Θεοδόσιο, ο άγιος Φίλιππος της Μόσχας έλεγξε μέσα στο ναό τον εγκληματικό τσάρο Ιβάν τον Τρομερό (το πλήρωσε με τη ζωή του), ο άγιος Νικόλαος του Πσκωφ έδωσε ένα πιάτο ωμό κρέας στον ίδιο τσάρο, επίσης δημόσια, για να στηλιτεύσει τα εγκλήματά του, κ.τ.λ.

Η «Εκκλησία» που θέσπισε το θάνατο των αμαρτωλών, και στην οποία προφανώς αναφέρθηκε ο Άχμεντ, είναι ο καθολικισμός. Αυτός όμως δεν είναι Εκκλησία (πολύ περισσότερο, δεν είναι «Η Εκκλησία»), αλλά μια ολέθρια αίρεση, που διαστρέβλωσε το χριστιανισμό σε ΟΛΑ τα σημεία.

Μάλιστα οι παπικοί («καθολικοί») επιτέθηκαν με σφοδρότητα και ενάντια σε μας, τους ορθόδοξους. Βλ. π.χ. α) Την 4η σταυροφορία (1204), που κατέληξε στην άλωση της ΚΠολης και τη λατινοκρατία, η οποία σε κάποιες περιοχές, όπως η Κρήτη, κράτησε 4 αιώνες (μέχρι την κατάληψή της από τους Τούρκους). β) Το διωγμό και την εξόντωση εκατοντάδων χιλιάδων ορθόδοξων Σέρβων (ίσως περισσότερων από ένα εκατομμύριο) κατά το Β΄ Παγκόσμιο Πόλεμο από την ταξιαρχία παπικών Κροατών «Ουστάσα», με σκοπό να τους μεταστρέψουν από την ορθοδοξία στον καθολικισμό. Μη μου λες λοιπόν, αδελφέ, ότι «η Εκκλησία» έχει κάνει «χειρότερα από το Ισλάμ», γιατί ο λαός μου (οι Έλληνες, μα και οι ορθόδοξοι όλων των εθνών) έχει πάθει τα ίδια και από την ψεύτικη «Εκκλησία» που εννοείς και από το Ισλάμ.

Ο καθολικισμός (όπως και το Ισλάμ) θεώρησε φυσικό να θεσπίσει το θάνατο του αμαρτωλού, γιατί (όπως και το Ισλάμ) δεν καταλαβαίνει την Τριαδικότητα του Θεού. Δίνει έμφαση πρώτιστα στο ότι ο Θεός είναι Ένας, και μετά εξετάζει πώς είναι και Τριαδικός. Αντίθετα, η αρχαία Εκκλησία και η ορθοδοξία δίνει έμφαση πρώτιστα στο ότι ο Θεός είναι Τρία Πρόσωπα και μετά εξετάζει την ενότητά Τους (που είναι ενότητα αγάπης). Γι’ αυτό είναι ανεκτική στον «απέναντι» (αφού εκείνος κι εγώ είμαστε πρόσωπα σε μεταξύ μας σχέση, όπως και ο Θεός μας είναι Πρόσωπα σε μεταξύ Τους σχέση), ενώ ο καθολικισμός δεν είναι ανεκτικός, αφού ο Θεός του είναι κατ’ ουσίαν μόνος, δεν βρίσκεται σε ισότιμη σχέση με άλλον, όπως και ο Θεός του Ισλάμ.

«Πριν ο Θεός δημιουργήσει τον κόσμο, κανένα δεν αγαπούσε» είπε ο Άχμεντ σε ερώτηση ακροατή. «Εμείς λέμε ότι ο Θεός έχει αγάπη, όχι όπως οι χριστιανοί ότι ο Θεός ΕΙΝΑΙ αγάπη».

***

Είναι όμως αλήθεια ότι το Ισλάμ δεν ζητάει το θάνατο του εξωμότη;

Από το διαδίκτυο αλιεύω αυτά:

Από τη συλλογή «αυθεντικών αχαντίθ» που συνέταξε ο Ιμάμ al Bukhari, Τόμος 9, Βιβλίο 83, Αριθμός 17:

Διηγήθηκε ο Αμπντουλλάχ: Ο αγγελιαφόρος του Αλλάχ είπε: «το αίμα ενός μουσουλμάνου που ομολογεί ότι κανείς δεν έχει το δικαίωμα να λατρεύεται εκτός απ’ τον Αλλάχ κι ότι εγώ είμαι ο αγγελιαφόρος του, δεν μπορεί να χυθεί παρά μόνο σε τρεις περιπτώσεις: Στην Κιζάς (ίση τιμωρία-ανταπόδοση) για φόνο, σ’ ένα πρόσωπο παντρεμένο που διέπραξε παράνομη σεξουαλική συνουσία και σ’ αυτόν που μεταστρέφεται από το Ισλάμ (τον αποστάτη) και αφήνει τους μουσουλμάνους».

Bukhari Τόμος 9, Βιβλίο 84, Αριθμός 57:

Διηγήθηκε ο Ικρίμα: «φέρανε στον Αλή μερικούς άθεους κι αυτός τους έκαψε. Τα νέα γι’ αυτό το γεγονός έφτασαν στον Ιμπν Αμπάς, που είπε: «Αν ήμουν στη θέση του, δεν θα τους είχα κάψει, γιατί ο αγγελιαφόρος του Αλλάχ το απαγόρευσε, λέγοντας: «μην τιμωρείτε κανέναν με την τιμωρία του Αλλάχ (φωτιά)». Θα τους είχα σκοτώσει σύμφωνα με τη δήλωση του αγγελιαφόρου του Αλλάχ «όποιος αλλάξει την ισλαμική του θρησκεία, τότε σκοτώστε τον».

Bukhari Τόμος 9, Βιβλίο 84, Αριθμός 64:

Διηγήθηκε ο Αλή: «… Χωρίς αμφιβολία άκουσα τον αγγελιαφόρο του Αλλάχ να λέει: «στις έσχατες ημέρες θα εμφανιστούν κάποιοι νεαροί ανόητοι, που θα λένε τα καλύτερα λόγια, αλλά που η πίστη τους δεν θα πηγαίνει πέρα από το λαρύγγι τους (δηλαδή θ’ αφήσουν την πίστη) και θα βγουν από τη θρησκεία τους όπως ένα βέλος βγαίνει από το παιχνίδι. Έτσι, όπου τους βρείτε, σκοτώστε τους, γιατί όποιος τους σκοτώσει θα έχει ανταμοιβή την ημέρα της ανάστασης».

***

Μια τέτοια θρησκεία, που τονίζει το «μεγαλείο της δύναμης» και ζητάει υποταγή των ανθρώπων στον παντοδύναμο Θεό και στον προφήτη του (βλ. π.χ. Κοράνι, σούρα 8, 1: «και υπακούτε στον Αλλάχ και στον απόστολό του, αν είστε πιστοί»· στ. 13: «όποιος αγωνίζεται (ενάντια) στον Αλλάχ και στον απόστολό του, ο Αλλάχ είναι αυστηρός στην τιμωρία»), εύκολα μπορεί να χρησιμοποιηθεί για πολιτικούς σκοπούς. Και φυσικά αυτό έγινε. Είναι τυχαίο που το Ισλάμ είναι εγγενώς δομημένο έτσι, ώστε να προσφέρεται για πολιτική εκμετάλλευση; Ακριβώς το ίδιο συμβαίνει με τον καθολικισμό. Όχι όμως με την ορθοδοξία, στην οποία δεν έχουμε ταύτιση κράτους και Εκκλησίας («άλλοι οι όροι της βασιλείας, άλλοι οι όροι της ιεροσύνης», άγ. Ιωάννης ο Χρυσόστομος, 4ος-5ος αι. μ.Χ.).

Άραγε, ούτε κι αυτό μπορεί να προβληματίσει ένα σκεπτόμενο μουσουλμάνο (ιδιαίτερα αν είναι πρώην ορθόδοξος χριστιανός) για την «αλήθεια» και την εγκυρότητα της θρησκείας του;

  1. Ο Χριστός και η θανάτωση των αμαρτωλών

Ο Άχμεντ είπε κάποια στιγμή ότι, ενώ το Ισλάμ δε ζητάει το θάνατο του άπιστου, ο Χριστός τον ζητάει! Και τούτο, διότι στο Ματθ. 15, 1-9, λέει στους Φαρισαίους ότι είναι υποκριτές, αφού, ενώ υποτίθεται ότι τηρούν ολόκληρο το μωσαϊκό νόμο, παραβαίνουν την εντολή που λέει ότι παιδί που κακολογεί τους γονείς του πρέπει να εκτελείται (και δεν παραδίδουν για εκτέλεση αυτά τα παιδιά). Αυτό, κατά τον Άχμεντ, σημαίνει ότι ο Χριστός ζήτησε να εκτελούνται τα παιδιά που κακολογούν τους γονείς τους. Άλλωστε, πρόσθεσε, ο Χριστός είπε ότι όλα στο μωσαϊκό νόμο πρέπει να εφαρμόζονται (βλ. Ματθ. 5, 17-19).

Εκεί ο Χριστός λέει, μεταξύ άλλων: «μέχρι να φύγουν (να παρέλθουν) ο ουρανός και η γη δε θα φύγει (δε θα παρέλθει) ένα γιώτα ή μία κεραία από το νόμο, μέχρι να γίνουν όλα» (στίχ. 18). Αυτό είναι το ερμηνευτικό κλειδί για την κατανόηση του κύρους που φαίνεται να αποδίδει ο Χριστός στο μωσαϊκό νόμο: ο νόμος έχει ισχύ «μέχρι να γίνουν όλα». Αν δε γίνουν όλα, ακόμη κι αν γκρεμιστούν ουρανός και γη δε θα καταργηθεί τίποτε από το νόμο. Και φυσικά, «μέχρι να γίνουν όλα», «όποιος λύσει μία ελάχιστη εντολή, και διδάξει έτσι τους ανθρώπους, θα ονομαστεί ελάχιστος στη βασιλεία των ουρανών, ενώ όποιος τηρήσει και διδάξει, θα ονομαστεί μέγας» (στ. 19).

Από τη στιγμή όμως που «θα γίνουν όλα», παύει η ισχύς του μωσαϊκού νόμου.

Η στιγμή που «έγιναν όλα» είναι η στιγμή της ανάστασης του Χριστού και, στη συνέχεια, της Πεντηκοστής, με την κάθοδο του Αγίου Πνεύματος. Με αυτό εκπληρώνονται οι προφητείες της Παλαιάς Διαθήκης. Γι’ αυτό το λόγο και οι χριστιανοί δεν δεσμευόμαστε καθόλου από το μωσαϊκό νόμο, αλλά μόνο από το «νόμο της χάριτος», δηλαδή τις εντολές που έδωσε προσωπικά ο Χριστός.

Το ότι ο νόμος, κατά το Χριστό, έχει ισχύ μόνο μέχρι την εποχή Του, μέχρι που Αυτός «πληρώνει» (ολοκληρώνει) το νόμο, φαίνεται από το ότι στον αμέσως επόμενο στίχο 20, ο Ίδιος ο Χριστός αντικαθιστά εντολές του μωσαϊκού νόμου με δικές Του! Και μάλιστα με το σχήμα: «Ακούσατε ότι ειπώθηκε στους αρχαίους… Εγώ όμως σας λέω» (όχι «τώρα ο Θεός σας λέει», όπως θα έλεγε κάθε προφήτης, αλλά «εγώ σας λέω»: μία από τις στιγμές όπου αποκαλύπτει τη θεϊκή του ιδιότητα).

Ας επανέλθουμε όμως στον ισχυρισμό του Άχμεντ για τη δήλωση του Χριστού στο Ματθ. 15, 1-9. Δηλαδή, κατ’ αυτόν, ο Χριστός ζητούσε το θάνατο των αμαρτωλών και εμείς οι χριστιανοί, με το να μη σκοτώνουμε, παραβαίνουμε τις εντολές του Χριστού! Αυτό φυσικά, ό,τι και να λέει ο Άχμεντ, δικαιολογεί τους μουσουλμάνους να σκοτώνουν, αφού δήθεν «και ο Χριστός το είπε»!…

Εδώ ο αδελφός μου ρητορεύει απλώς, νομίζοντας ότι θα μας αποστομώσει. Είναι φανερό ότι ο Χριστός δεν είχε φονικές τάσεις. Τους αμαρτωλούς τους συγχώρησε (π.χ. Λουκ. 7, 36-50, και 19, 1-10), τους ειδωλολάτρες τους θεράπευσε (Ματθ. 8, 5-13, και 15, 21-28), τους αιρετικούς και προδότες τους πλησίασε (Λουκ. 10, 25-37, Ιω. 4, 39-42) κ.τ.λ. Αυτό που είπε στους Φαρισαίους, το είπε όχι για να τους προτρέψει να εκτελούν τα παιδιά, αλλά για να καταγγείλει την υποκρισία τους.

Ακόμη και στην Παλαιά Διαθήκη ο Θεός δεν τιμωρεί με θάνατο τους αμαρτωλούς γενικώς. Για την ακρίβεια, κατά κανόνα δεν τους τιμωρεί καθόλου. Αν τους τιμωρούσε, τότε θα έπρεπε να τιμωρεί συνεχώς τα εκατομμύρια ανθρώπους όλων των λαών της γης, που λάτρευαν δαίμονες, έκαναν ανθρωποθυσίες και οργιαστικές λατρείες, πετούσαν τα ανεπιθύμητα βρέφη, κούρσευαν πόλεις και χωριά, αφάνιζαν ολόκληρους πληθυσμούς κ.τ.λ. Δεν το έκανε. Τους άφησε να ζουν μέσα στην αλαζονεία τους, χωρίς να τους τιμωρεί, εκτός από ειδικές και εξαιρετικές περιπτώσεις, όπως του κατακλυσμού του Νώε, του πύργου της Βαβέλ (που δεν τους σκότωσε, απλά τους άλλαξε τις γλώσσες) και των Σοδόμων και Γομόρρων (που θα τους άφηνε όλους να ζήσουν, ακόμη και χωρίς να μετανοήσουν, αν βρίσκονταν έστω και δέκα δίκαιοι σε όλη την πόλη).

Με θάνατο, κατ’ ουσίαν, τιμώρησε μόνο σκληρούς ειδωλολατρικούς λαούς που επιτέθηκαν στον Ισραήλ, το δικό Του λαό.

Στον παλαιό Ισραήλ δόθηκε νόμος που προέβλεπε τη θανατική ποινή, για να διατηρηθεί ο λαός καθαρός από τη σκληρή δαιμονολατρία των ειδωλολατρικών εθνών που τον περιστοίχιζαν. Έπρεπε να διατηρηθεί έτσι, για να υπάρχει ένας λαός πιστών στον αληθινό Θεό, και μέσα στο λαό αυτό να γίνει η ενανθρώπιση του Θεού. Αυτό έγινε μόνο με την προοπτική της σάρκωσης του Χριστού, ο Οποίος έσωσε τους προ Χριστού νεκρούς με την κάθοδό Του στον άδη (βλ. Α΄ επιστολή Πέτρου, 3, 18-20). Αλλιώς δεν είχε κανένα νόημα ούτε καν η ύπαρξη «περιούσιου λαού» – όλοι οι λαοί ανήκουν εξίσου στο Θεό.

Το Ισλάμ, που αποτελεί μια πλήρη παλινδρόμηση στον ιουδαϊσμό, με απόρριψη του έργου και της θείας φύσης του Χριστού, υιοθέτησε αυτές τις αρχαίες πρακτικές (θρησκευτικό νόμο με ποινές θανάτου), ξεχνώντας ή αγνοώντας ή αδιαφορώντας για το ότι στο χριστιανισμό ΔΕΝ ισχύουν. Ο Νομοθέτης του μωσαϊκού νόμου Θεός έδωσε σε μας ένα νέο νόμο, το νόμο της χάριτος, το νόμο της αγάπης, που δεν περιλαμβάνει σκοτωμούς.

Δεν είναι τυχαίο που ο Άχμεντ, ένας μουσουλμάνος, ερμήνευσε ως προτροπή σε φόνο τη φράση του Χριστού για τα παιδιά που κακολογούν τους γονείς τους, ενώ οι χριστιανοί ποτέ δεν σκεφτήκαμε ότι θα μπορούσε να σημαίνει κάτι τέτοιο. Η διαφορετική αυτή προσέγγιση κάτι φανερώνει για το πνεύμα των δύο θρησκειών.

  1. Ποιον αγαπάει περισσότερο ο Θεός;

Ο Άχμεντ με ρώτησε αν ο Θεός Πατέρας αγαπάει περισσότερο τον Υιό ή τους ανθρώπους. Είναι φανερό που ήθελε να καταλήξει. Του απάντησα ότι η αγάπη του Θεού είναι μυστήριο αλλά, όσο μπορώ να μιλήσω γι’ αυτήν, θα έλεγα ότι δε μπορεί να υπάρξει σύγκριση. Ο Πατέρας αγαπάει άπειρα τον Υιό (και το Άγιο Πνεύμα) και άπειρα και τους ανθρώπους. Δύο άπειρα μεγέθη δεν είναι συγκρίσιμα μεταξύ τους. Προσθέτω τώρα –μου διέφυγε τότε– ότι δύο άπειρα μεγέθη είναι μάλλον ίσα: είναι και τα δύο (όχι απλώς πολύ μεγάλα, αλλά) άπειρα.

Ωστόσο ο Τριαδικός Θεός, συνολικά, είναι φανερό ότι αγαπάει περισσότερο τους ανθρώπους παρά τον εαυτό Του, όπως είπαμε και πιο πάνω. Και πρέπει να πούμε (είπα στον Άχμεντ) ότι η θυσία του Υιού (που έγινε οικειοθελώς από πλευράς Του και όχι εξαναγκαστικά) δεν φανερώνει έλλειψη αγάπης από τον Πατέρα, γιατί ο Πατέρας συμπάσχει κατά την οδύνη του Υιού, αφού Τον αγαπά. Αυτό είναι αγάπη: το να συγχαίρεις και να συμπάσχεις.

Τότε ο αδελφός με ρώτησε πως μπορεί να λέμε ότι ο Θεός πάσχει. Αυτό δεν αντίκειται στην τελειότητα του Θεού; Το να πάσχεις σημαίνει ατέλεια.

Η ιδέα αυτή φυσικά είναι γνωστή πλατωνική και ίσως ο Μωάμεθ την άντλησε από πλατωνίζοντες μυστικιστικούς κύκλους της εποχής του. Ενισχύει τη διαπίστωση, ότι ο ισλαμικός Θεός είναι ανίκανος να αγαπήσει πραγματικά – το θεωρεί «ατέλεια». Δεν θεωρεί όμως ατέλεια να οργίζεται κατά των αμαρτωλών και να τους τιμωρεί στην κόλαση ή να οδηγεί τα στρατεύματα των «πιστών του» σε νικηφόρες μάχες. Αυτά είναι για μας ατέλειες ανάξιες του Θεού. Το να πάσχει από αγάπη για τον πλάσμα Του δεν το θεωρούμε ανάξιο, αλλά αντάξιο του Θεού. Και φυσικά χαίρομαι που έχω ένα τέτοιο Θεό. Ας ακολουθήσει κάθε άνθρωπος την ιδέα περί Θεού, που επιλέγει η καρδιά του.

Εξυπακούεται ότι ο χριστιανικός Θεός «δεν ελέγχει τα πάντα», όπως επισημαίνει ο Άχμεντ ότι τον πληροφόρησα. Αν τα έλεγχε, δε θα υπήρχε πόνος, αδικία και θάνατος στον πλανήτη, όμως ούτε και ίχνος ελευθερίας στον άνθρωπο. Ο Θεός θα μπορούσε εύκολα να ελέγξει τα πάντα, ως παντοδύναμος, αλλά ο Ίδιος παραιτείται από την παντοδυναμία Του, για να παραχωρήσει έδαφος στην ελευθερία του ανθρώπου, του δημιουργήματός Του (διδάσκοντας και τον άνθρωπο να παραιτείται λόγω αγάπης από αυτά που του επιτρέπει η δύναμή του και να μην τη στρέφει κατά του άλλου, ακόμη κι όταν το μπορεί). Έτσι, απαντάει στο πρόβλημα της κακίας, του πόνου, του θανάτου κ.τ.λ., όχι δυναμικά (τσακίζοντας τους κακούς) αλλά με μια πρόσκληση: καλεί τον καθένα να μην πολεμήσει, αλλά να γίνει θύμα (όπως κι Εκείνος έγινε θύμα στο σταυρό) και μέσα από την οδύνη να καλλιεργήσει την αγάπη και την πίστη. Έτσι αυτή η οδύνη γίνεται μαρτύριο γι’ αυτόν και τον οδηγεί στην αγιότητα.

[Στην ομιλία αναφερθήκαμε στους αγίους πρίγκηπες της Ρωσία Μπόρι και Γκλεμπ, που αρνήθηκαν να πολεμήσουν τον αδελφό τους και προτίμησαν να πεθάνουν (1015 μ.Χ.). Να προσθέσουμε εδώ ότι ο άγιος Βονιφάτιος της Γερμανίας, το 754 μ.Χ., όταν δέχτηκε επίθεση βαρβάρων στα δάση πέραν του Ρήνου, αρνήθηκε να αμυνθεί και σκέπασε απλά τον εαυτό του με το χειρόγραφο του ευαγγελίου. Τέτοιες περιπτώσεις αρχαίων χριστιανών και ορθόδοξων αγίων υπάρχουν πολλές].

Βέβαια η επαναστατική αυτή αντίληψη περί Θεού είναι σκανδαλώδης, τόσο για τους αρχαίους Ρωμαίους, όσο και για τους βεδουίνους του 7ου αιώνα, τους Τούρκους που τους ακολούθησαν και γενικά όλους τους πολεμικούς λαούς. Γι’ αυτό οι βεδουίνοι, οι Τούρκοι κ.λπ. καταλάβαιναν περισσότερο τον ισλαμικό Θεό, που τους οδηγεί σε νικηφόρες μάχες, παρά το χριστιανικό, που νικάει με το να ηττηθεί. Έτσι, τσίμπησαν το δόλωμα και υποτάχτηκαν στον «παντοδύναμο Αλλάχ».

Ο Θεός οδηγεί ενίοτε σε νικηφόρες μάχες τους χριστιανούς, όταν απειλείται η ελευθερία τους ή όταν παλεύουν για να την ανακτήσουν. Όμως αυτό είναι η κατώτερη μορφή αγώνα στο χριστιανισμό και γίνεται απλά ανεκτός, λόγω της ανθρώπινης αδυναμίας, όχι αποδεκτός. Η ανώτερη μορφή αγώνα είναι το μαρτύριο: να μην πολεμήσεις και να μη χύσεις εχθρικό αίμα, αλλά να προτιμήσεις να σε σκοτώσουν, ξέροντας ότι δεν υπάρχει θάνατος, αφού ο Χριστός σε περιμένει στην άλλη πλευρά. Η συμμετοχή στη μάχη καταξιώνεται, όχι για να εξοντώσεις τον εχθρό, ούτε για να δοξαστείς, ούτε φυσικά και για να «δοξαστεί ο Θεός», αλλά μόνο για να θυσιάσεις τη ζωή σου από αγάπη προς τους άμαχους.

Μέσα στην ιστορία, οι ορθόδοξοι λαοί, αιώνες σκλαβωμένοι σε ποικίλους εχθρούς, με κυριότερους τους μουσουλμάνους, συχνά αυτά τα ξεχάσαμε και, σα να ήμασταν αρχαίοι Έλληνες, σφάξαμε με χαρά τους εχθρούς μας, τραγουδήσαμε τις σφαγές τους και εξυμνήσαμε ως ήρωες τους μεγάλους πολεμιστές. Αυτό το έκανε ο λαός, μέσα στην αμαρτωλότητά του (αγαπημένος και αμαρτωλός, όπως όλοι μας), όχι οι άγιοι. Και δεν είναι τυχαίο, ότι τους χριστιανούς που σκοτώνονται στον πόλεμο, ακόμη κι αν είναι αμυντικός ή απελευθερωτικός, δεν τους θεωρούμε μάρτυρες και δεν τους τιμάμε ως αγίους, αλλά τους κάνουμε μνημόσυνα και προσευχόμαστε ΥΠΕΡ της σωτηρίας τους, διότι (αφού πέθαναν σκοτώνοντας ανθρώπους) η σωτηρία τους δεν είναι σίγουρη. Ως μάρτυρες τιμάμε μόνο εκείνους, που σκοτώθηκαν για τη χριστιανική τους πίστη, χωρίς να πολεμήσουν και χωρίς να αφαιρέσουν τη ζωή των εχθρών τους.

  1. Ο παράδεισος, η «αλληγορία» και το δόλωμα

Όταν ρώτησα τον Άχμεντ για τα Ουρί του παραδείσου, απάντησε ότι δε θα έπρεπε να μας σκανδαλίζει το να κάνουμε σεξ στον παράδεισο, αφού: α) οι βασιλείς Δαβίδ και Σολομώντας είχαν εκατοντάδες γυναίκες, ενώ β) ο ίδιος ο Χριστός είπε την παραβολή των δέκα παρθένων (που περιμένουν το «νυμφίο» = το γαμπρό), δηλαδή, κατά τον Άχμεντ, μια «πολυγαμική παραβολή» (Ματθ. 25, 1-13).

Για το β έχω να πω ότι κάνει λάθος. Οι δέκα παρθένες της παραβολής ήταν μέλη της συνοδείας της νύφης, που είχαν βγει να «προϋπαντήσουν» το νυμφίο για να τον συνοδεύσουν στο σπίτι, όπου θα γινόταν ο γάμος. Δεν ήταν νύφες – εξάλλου, από πότε οι νύφες βγαίνουν μόνες τους να περιμένουν το γαμπρό και δεν τις παραδίδει ο κηδεμόνας τους;

Οι πέντε από τις παρθένες δεν είχαν μαζί τους απόθεμα λαδιού κι έτσι μέσα στη νύχτα έσβησαν «οι λαμπάδες τους». Μέχρι να πάνε να αγοράσουν, ήρθε ο νυμφίος (ο Χριστός – που θα μας καλέσει στον παράδεισο κατά το θάνατό μας, δηλ. στο «γάμο»), δεν τις είδε, μπήκε μέσα και έκλεισε η πόρτα. Μετά ήρθαν, χτυπούσαν, αλλά ήταν πια αργά. Το νόημα της παραβολής είναι, ότι πρέπει να είμαστε έτοιμοι για την ώρα του θανάτου, επειδή δεν ξέρουμε πότε θα έρθει.

Η παραβολή αυτή είναι ακόμη μια απόδειξη ότι, για το χριστιανισμό, η κόλαση δεν είναι τιμωρία, αλλά αυτοαποκλεισμός (έστω και για λόγους ανοησίας), που μας αφήνει έξω από τον παράδεισο. Σε καμία περίπτωση δεν είναι «πολυγαμική παραβολή».

Όσο για το α, έχω να παρατηρήσω ότι, όταν η Βίβλος λέει ότι οι άγιοι αυτοί βασιλείς αμάρτησαν, οι μουσουλμάνοι ερμηνευτές την κατηγορούν ότι τους συκοφαντεί. Όταν όμως λέει ότι είχαν εκατοντάδες γυναίκες, την πιστεύουν!… Πώς γίνεται αυτό;

Η πολυγαμία των λαών γενικώς, ακόμη και των αρχαίων Εβραίων βασιλιάδων, είναι κατάσταση πτωτική. Παρατηρείται στον κόσμο μετά (και εξαιτίας) του προπατορικού αμαρτήματος. Και δεν οφείλεται «στο πλήθος των γυναικών έναντι λίγων ανδρών», όπως ισχυρίζεται ο Άχμεντ στο μπλογκ του και άλλοι αδελφοί, αλλά καθαρά και μόνο στην κοινωνική κυριαρχία των ανδρών έναντι των γυναικών. Αλλιώς, δείξτε μας παραδείγματα γυναικών που πήραν πολλούς άνδρες ταυτόχρονα (πολυανδρία) σε κοινωνίες ανδρικής πολυγαμίας (πολυγυνίας), π.χ. στο Ισλάμ.

Στην κατάσταση που προκύπτει από τη θεία χάρη (εν Χριστώ, όπου θεραπεύονται οι συνέπειες του προπατορικού αμαρτήματος), ο γάμος γίνεται ανάμεσα σε έναν άνδρα και μία γυναίκα. Ο Θεός το καθόρισε και το ευλόγησε αυτό, δημιουργώντας εξ αρχής έναν άνδρα και μία γυναίκα, όχι πολλές γυναίκες για έναν άνδρα.

Στο χριστιανισμό ο γάμος είναι η τέλεια ένωση του ενός άνδρα και της μίας γυναίκας, που γίνονται ένας άνθρωπος, διά της χάριτος του αγίου Πνεύματος. Γι’ αυτό ο γάμος για μας είναι «μυστήριον μέγα» (Παύλος). Η ένωση αυτή είναι επίγειο αντίτυπο της ενότητας της Αγίας Τριάδας και αποσκοπεί στην καλλιέργεια της ταπεινής αγάπης για την επίτευξη της αγιότητας. Η ηδονή, αλλά ακόμη και η τεκνογονία, είναι δευτερεύοντα (θετικά βεβαίως και ευλογημένα) αποτελέσματα. Για να γίνει πιο κατανοητό, λέω ότι αποτυχημένος γάμος δεν είναι εκείνος, όπου ο/η σύζυγος λόγω ανικανότητας ή ατυχήματος δεν μπορεί να παράσχει ηδονή στον/στην σύζυγο, ούτε και ο γάμος όπου το ζεύγος δεν μπορεί να κάνει παιδιά (αυτό θα ίσχυε αν η ηδονή και τα παιδιά ήταν Ο ΣΚΟΠΟΣ του γάμου). Αποτυχημένος γάμος είναι εκείνος, όπου οι σύζυγοι παραμένουν εγωιστές και αποτυγχάνουν να ενωθούν στον ισόβιο σύνδεσμος της αγάπης, που θα τους φέρει κοντά στο Θεό.

Είναι φανερό ότι σήμερα (εποχή ραγδαίας αποστασίας από το χριστιανισμό), ίσως η πλειοψηφία των γάμων ανήκει στους αποτυχημένους γάμους, αν και μόνο ο Θεός μπορεί να το κρίνει με βεβαιότητα αυτό. Ωστόσο είναι επίσης, νομίζω, φανερό, γιατί στο χριστιανισμό είναι αδιανόητη η πολυγαμία, ακόμη κι αν υπάρχει «έλλειψη» προσώπων του ενός φύλου.

Στη συνέχεια όμως ο Άχμεντ μού είπε το εξής απίστευτο, που ακυρώνει ολόκληρο το Κοράνι: Μην ξεχνάς, μου λέει, σε ποιους απευθύνθηκε ο Μωάμεθ. Έτσι έπρεπε να μιλήσει στους βεδουίνους του 7ου αιώνα. Δηλαδή, του λέω, μπορεί να είναι αλληγορία αυτά; Μου απαντά: ναι, έχουμε πολλές αλληγορικές διδασκαλίες του Προφήτη.

Αυτές οι περιγραφές του παραδείσου όμως δεν είναι λόγια «του Προφήτη» αλλά του Κορανίου. Επομένως, το Κοράνι είναι κατασκευασμένο από τον Μωάμεθ, όπως έπρεπε, για να μπορεί να το απευθύνει στο συγκεκριμένο ιστορικό χώρο και χρόνο! Σημειωτέον ότι ο Άχμεντ το είπε αυτό, όταν το θέμα ήταν οι περιγραφές του παραδείσου, όχι γενικά ο τρόπος εκφοράς του ισλαμικού κηρύγματος. Μου επιτρέπει λοιπόν να υποθέσω με βεβαιότητα, ότι αναφέρεται ακριβώς σε αυτό το θέμα.

Αν τώρα ο Άχμεντ «μου τα γυρίσει» και πει, ότι έσφαλε στις εκφράσεις του (πράγμα επιτρεπτό σε μια ελεύθερη συζήτηση) και ότι εννοούσε «διδασκαλίες του Κορανίου», όχι του Μωάμεθ, πάλι αποκαλύπτεται ότι το Κοράνι δεν είναι «ο αιώνιος και αναλλοίωτος λόγος του Θεού», αλλά υπόκειται στις συγκεκριμένες ιστορικές και κοινωνικές συνθήκες, υπό τις οποίες γράφτηκε. Λέει αυτά που λέει, όπως τα λέει, επειδή μιλάει στο συγκεκριμένο ιστορικό χώρο και χρόνο.

Το ότι το Κοράνι δεν είναι (δεν μπορεί να είναι) αιώνιο και αναλλοίωτο φαίνεται και από το ότι κάνει τόσες αναφορές στα περιστατικά της εποχής του, όπως στην ίδια την παράδοσή του στο Μωάμεθ, στην αντιμετώπισή του από τους άλλους κ.τ.λ., ακόμη και από το ότι αφηγείται ιστορίες της Βίβλου, έστω και παραλλαγμένες. Αυτά δε μπορεί να αποτελούν τον «αιώνιο λόγο του Θεού», ο οποίος, αφού είναι «αιώνιος», υπάρχει ακριβώς ίδιος από πριν τη δημιουργία του σύμπαντος. Ασφαλώς οι μουσουλμάνοι αδελφοί μας δεν το βλέπουν αυτό, για την ακρίβεια κλείνουν τα μάτια, ώστε να μην το δουν, και εφευρίσκουν κάποιες απαντήσεις για να παρακάμψουν το ζήτημα. Απαντήσεις μπορεί να εφεύρει ο καθένας για οποιοδήποτε θέμα θέλει, ιδίως αν είναι θεωρητικό ή αφορά αρχαία γεγονότα. Εντάξει. Ας προβληματιστεί ο καθένας κατά την κρίση του.

Ας επισημάνουμε εδώ και ότι η ισλαμική εσχατολογία αλλάζει τελείως, αν οι περιγραφές του παραδείσου δεν είναι κυριολεκτικές αλλά αλληγορικές. Θα ήθελα να γνωρίζω, αν υπάρχουν αρχαίοι ή μεσαιωνικοί μουσουλμάνοι διδάσκαλοι, που να τις ερμήνευσαν έτσι, ή αν αυτό είναι επινόηση της εποχής μας, για να αντιμετωπίσουν τα προφανή ερμηνευτικά προβλήματα.

Ας κλείσω αυτό το θέμα αναφέροντας κάτι βασικό. Η πείρα των χριστιανών όλων των εποχών, ιδιαίτερα των αγίων, μας βοηθάει να ελέγξουμε την εγκυρότητα των συγκεκριμένων περιγραφών του παραδείσου.

Έρχεται ένα πνεύμα και λέει στους ανθρώπους: «Είμαστε ο Θεός. Είμαστε ένας και όχι πολλοί, αλλά μιλάμε στον πληθυντικό, για να δείξουμε το μεγαλείο της δύναμής μας [πρβ. Λουκ. 8, 30]. Υποταχτείτε σε μας και λατρέψτε μας. Αν δεν το κάνετε, θα σας τιμωρήσουμε στην κόλαση. Αν το κάνετε, θα απολαύστε ποταμούς από γάλα και κρασί, όμορφες μαυρομάτες για «νόμιμο σεξ» (με νόμους που καθορίζουμε εμείς) και «έφηβους αιώνια δροσερούς» (!!) που θα σας υπηρετούν» (Κοράνι, βλ. σούρα 47, 15, σούρα 56, 15-38).

Ηδονές λοιπόν, γήινες ηδονές. Τι τους θέλει τους όμορφους έφηβους ο αγαθός μουσουλμάνος στον παράδεισο; Μόνο για λόγους καλαισθησίας; Δεν το σχολιάζω. Το πνεύμα αυτό δελεάζει τους ανθρώπους με τέτοιο δόλωμα. Είναι ακριβώς το ίδιο δόλωμα που χρησιμοποιεί από αρχαιοτάτων χρόνων ο εχθρός (διάβολος), για να μας πείσει να κάνουμε το θέλημά του, δηλαδή να διαπράξουμε την αμαρτία: η ηδονή. Ο διάβολος είναι ο τέλειος χειριστής του δολώματος της ηδονής. Αντίθετα, ο Θεός δεν δελεάζει τους ανθρώπους με γήινες ηδονές – αντίθετα, τους προετοιμάζει για διωγμούς, πόνο, θυσίες, υποσχόμενος αμοιβές του τύπου «θα βρίσκεστε μέσα μου», «στη βασιλεία μου», «στη χαρά μου».

Αφήνω τώρα κάθε σκεπτόμενο αναγνώστη να συμπεράνει μόνος του, ποιος κρύβεται πίσω από το πνεύμα αυτό: ο Θεός ή ο εχθρός;

  1. Επίγνωση ή τυφλή υπακοή;

Ο χριστιανισμός είναι πραγματική λογική θρησκεία και όχι το Ισλάμ. Στη θρησκευτική μας ζωή, εμείς ξέρουμε γιατί καλούμαστε να κάνουμε ό,τι κάνουμε. Παραθέτω σχετικό απόσπασμα της ομιλίας μου: «Για να μπορέσω λοιπόν να αγαπήσω το Θεό και το συνάνθρωπο (όποιος κι αν είναι), πρέπει η νοερή καρδιά μου να είναι καθαρή από αυτά που με εμποδίζουν να αγαπήσω. Δηλαδή από τα «πάθη», αυτά που μου προκαλούν ψυχική εξάρτηση: τον εγωισμό, τη φιλοχρηματία, τη φιληδονία κ.τ.λ. Όλη η ζωή και η ασκητική προσπάθεια του χριστιανού (το ότι νηστεύει, προσεύχεται, πηγαίνει στην εκκλησία, εξομολογείται, μεταλαβαίνει Σώμα και Αίμα Χριστού κ.τ.λ.) αποσκοπεί σ’ αυτό: όχι να πείσει το Θεό, ότι Τον πιστεύει και Τον υπακούει, για να «εξασφαλίσει» τον παράδεισο ως ανταμοιβή, αλλά να προσελκύσει μέσα του τη θεία χάρη (την αγαθή ενέργεια του Θεού), που θα τον βοηθήσει να διευρύνει τη νοερή καρδιά του και να περιλάβει σ’ αυτήν, όσο το δυνατόν περισσότερους – χωρίς τη βοήθεια του Θεού είναι ακατόρθωτο αυτό το έργο, γιατί, εκτός από τα πάθη που έχω μέσα μου και τους ανθρώπους που θα με πληγώνουν, καραδοκεί και ο εχθρός (δηλ. ο διάβολος)».

Επειδή ζούμε σε εποχή παρακμής (το Ισλάμ –κατά τους σύγχρονους δυτικούς μουσουλμάνους– προφανώς ζει σε τέτοια κατάσταση από αιώνες, γι’ αυτό κατέληξε στην Τουρκοκρατία και σε μαζικές βαρβαρότητες), πιθανόν ως ορθόδοξοι να μην ακούσατε ποτέ τέτοια πράγματα. Όμως υπάρχουν στη θεολογία της Εκκλησίας και προορίζονται για τη γνώση και επίγνωση του χριστιανού.

Όταν όμως ρώτησα τον Άχμεντ γιατί έχουν σημασία για τη σωτηρία η περιτομή, οι πέντε στύλοι του Ισλάμ και τα άλλα στοιχεία της μουσουλμανικής θρησκευτικότητας, με αιφνιδίασε απαντώντας: «Είναι έτσι γιατί ο Θεός το θέλησε. Το Κοράνι λέει «ακούτε και υπακούτε, όχι να ακούτε και να παρακούτε» κι εμείς κλείνουμε τα μάτια και εμπιστευόμαστε το Θεό».

Η απάντηση αυτή δεν συνάδει με την επιμονή του ότι πρέπει «να ερευνούμε τη θρησκεία ορθολογικά» και με την ψευδαίσθησή του, ότι ο ίδιος είναι ορθολογιστής.

Ο ίδιος ο Άχμεντ και αργότερα κάποιος από το ακροατήριο προσπάθησαν να υποστηρίξουν την περιτομή, λέγοντας ότι «ιατρικά έχει αποδειχθεί ότι είναι ό,τι πιο υγιεινό μπορεί να κάνει ο άνθρωπος, γιατί τον προστατεύει μέχρι και από καρκίνο» κ.τ.λ. Αυτό όμως δεν είναι κάτι που σχετίζεται με τη σωτηρία του ανθρώπου. Και η θρησκευτική ζωή του μουσουλμάνου δεν περιλαμβάνει μόνο την περιτομή.

Η «τυφλή υπακοή στο Θεό» είναι αξιέπαινη, αλλά ενέχει τον κίνδυνο παραπλάνησης. Όταν δε γνωρίζεις, γιατί «ο Θεός σου ζητάει» αυτό που σου ζητάει, κινδυνεύεις από δήθεν πνευματικούς αρχηγούς, που με πρόφαση το θέλημα του Θεού, μπορούν να στρέψουν το λαό προς το δικό τους θέλημα.

Σχετικό με τα παραπάνω είναι και αυτό: κάποια χριστιανή ακροάτρια ρώτησε τον Άχμεντ αν το Ισλάμ διδάσκει την ταπείνωση. Απάντησε ότι αυτό είναι φανερό ακόμη και από τον τρόπο που προσεύχονται οι μουσουλμάνοι. Δεν παρενέβην τότε, για να μην παραβώ τους κανόνες της συζήτησης (άμεσος διάλογος ομιλητή-ακροατή), τώρα όμως προσθέτω το εξής: το Ισλάμ διδάσκει καταφανώς την ταπείνωση του ανθρώπου μπροστά στο Θεό, όμως ο χριστιανισμός διδάσκει την ταπείνωση μπροστά στο συνάνθρωπο. Ο Χριστός δεν ζητάει από τον άνθρωπο υποταγή, αλλά αγάπη. Ως χριστιανός, δεν καλούμαι να υποταχθώ στο Χριστό, αλλά να συνταχθώ με Αυτόν, και αυτή την υπόσχεση δίνουμε κατά το βάπτισμα.

Το προσκυνηματικό γονάτισμα κατά την προσευχή το έχουμε και στο χριστιανισμό (προαιρετικό, όχι υποχρεωτικό), αν και σε διαφορετικό «ύφος» από το ισλαμικό. Ο ιερέας γονατίζει κατά την τέλεση της θείας Μετάληψης, όλοι γονατίζουμε ενώπιον του Σώματος του Χριστού κατά την προηγιασμένη θεία λειτουργία (τη Μεγάλη Σαρακοστή, δηλ. την περίοδο νηστείας που μας οδηγεί στο Πάσχα), γονατίζουμε την ημέρα της Πεντηκοστής κ.τ.λ., καθώς και όποιος θέλει γονατίζει κατά την προσωπική του προσευχή ή και κάνει «μετάνοιες» (γονατίζει και ξανασηκώνεται). Σημαντικό: δεν γονατίζουμε στην προσευχή μας κάθε Κυριακή και από την ημέρα του Πάσχα μέχρι την Πεντηκοστή, για να θυμόμαστε ότι ο Χριστός μας ελευθέρωσε (από το διάβολο, που μας είχε υποχείριους με την αμαρτία και τον αιώνιο θάνατο χωρίς ανάσταση – που καταργήθηκε με την ανάσταση του Χριστού). Αυτό δίνει ένα ανεκτίμητο μήνυμα, ιδίως σε περιόδους δουλείας: ο χριστιανός καλείται από την ίδια την Εκκλησία σε συγκεκριμένες περιόδους να μη γονατίζει ενώπιον του Θεού, αλλά να στέκεται όρθιος απέναντί Του, για να θυμάται ότι είναι ελεύθερος.

«Ο Χριστός μας ελευθέρωσε. Μείνετε λοιπόν ελεύθεροι και μην ξαναπέσετε στο ζυγό της δουλείας» γράφει ο απόστολος Παύλος. Ο Θεός κάλεσε τους ανθρώπους «επ’ ελευθερία» και η ελευθερία αυτή πραγματοποιείται όταν υπηρετούμε (όχι το Θεό αλλά) ο ένας τον άλλον διά της αγάπης (προς Γαλάτας, κεφ. 5, στίχ. 1, και από το στ. 13 και κάτω). Πόσο χαίρομαι που είμαι χριστιανός! Δόξα τω Θεώ…

  1. Το πεπρωμένο

Ρώτησα τον Άχμεντ για το κισμέτ. Τον όρο μάλλον δεν τον θεώρησε δόκιμο, ως τουρκικό, αλλά συμβιβαστήκαμε με τον ελληνικό όρο «πεπρωμένο».

Ο Θεός λοιπόν, κατά το Ισλάμ, έχει γράψει τι θα συμβεί στη ζωή σου κατά το θέλημά του. Εσύ όμως θα αξιοποιήσεις κάθε τι που σου στέλνει ο Θεός (π.χ. πλούτο) είτε ενάρετα είτε αμαρτωλά.

Καλά ως εδώ. Όμως, κατά το Ισλάμ, ο Θεός έχει επίσης γράψει και την ώρα και τον τρόπο θανάτου σου. Αυτό, είπα στον Άχμεντ, συνεπάγεται ότι ο φονιάς σου δεν αμαρτάνει, αλλά εκπληρώνει το θέλημα του Θεού. Διότι δεν μπορεί ο Θεός να θέλει να πεθάνεις από φόνο, αλλά να μη θέλει να σε σκοτώσει κάποιος. Αφού λοιπόν θέλει να σε σκοτώσει κάποιος, πως τιμωρεί αυτόν που σε σκοτώνει και έτσι εκπληρώνει το θέλημά του;

Επίσης, προφανέστατα, αν κανείς δεν επιθυμούσε να σε σκοτώσει, αλλά ο Θεός επιθυμούσε να πεθάνεις από φόνο, θα παρακινούσε ο ίδιος, κάποιος να σε σκοτώσει. Αυτόν στη συνέχεια θα τον τιμωρούσε ή όχι;

Ο Άχμεντ έδειξε να μην καταλαβαίνει το λογικό και ηθικό άτοπο. Στην εκδήλωση δεν επέμεινα περισσότερο, γιατί ήδη είχαμε χρονοτριβήσει. Τώρα όμως θα δώσω ένα παράδειγμα (η παροχή πρόσθετου υλικού εδώ δεν είναι «ύπουλη» έναντι του Άχμεντ, γιατί είχαμε συμφωνήσει να συνεχίσουμε τη συζήτηση στο διαδίκτυο – μπορεί να απαντήσει ο ίδιος, είτε εδώ είτε στο μπλογκ του).

Ο Μωάμεθ, απ’ όσο ξέρω, δίδαξε την περί πεπρωμένου διδασκαλία μετά την τραγική ήττα του στρατού του στη μάχη του Οχόντ το 625 μ.Χ. Τότε ενθάρρυνε τους πολεμιστές του, διακηρύσσοντας, ότι καθένας πεθαίνει την ώρα που είναι γραμμένο, είτε βρίσκεται στη μάχη είτε στο κρεβάτι του. Επομένως ήταν θέλημα του Θεού να θανατωθούν τόσες εκατοντάδες μουσουλμάνοι σ’ εκείνη τη μάχη. Οι άνθρωποι επομένως, που θανάτωσαν τους μουσουλμάνους με τα όπλα τους, τους θανάτωσαν επειδή ο Θεός ήθελε να πεθάνουν κι όχι επειδή το ήθελαν οι ίδιοι (οι αντίπαλοι του Μωάμεθ). Εξάλλου, αν τους θανάτωσαν επειδή το ήθελαν οι ίδιοι, τότε πρέπει να παραδεχτούμε ότι κατά το Ισλάμ ο Θεός «δεν ελέγχει τα πάντα», όπως μου καταμαρτυρεί ο Άχμεντ, ότι ισχυρίζομαι για το χριστιανικό Θεό.

Άρα αυτοί οι φονείς μουσουλμάνων (αν όχι και κάθε φονέας μουσουλμάνου) εκπλήρωσαν θέλημα του Θεού τη στιγμή που τους φόνευσαν. Επομένως ο Θεός δεν θα τους τιμωρήσει, ούτε εδώ ούτε στον άλλο κόσμο.

Ας διευκρινίσω μερικά πράγματα: στο χριστιανισμό δεν υπάρχει διδασκαλία περί πεπρωμένου. Ο Θεός «προγνωρίζει αλλά δεν προορίζει», κατά τη φράση κάποιου παλαιότερου συγγραφέα. Υπάρχει όμως στην Αποκάλυψη η εξής αναφορά: κατά το όραμα του αγίου προφήτη Ιωάννη, μετά την τελική κρίση ρίχτηκαν στην κόλαση εκείνοι «που το όνομά τους δεν βρέθηκε γραμμένο στο βιβλίο της ζωής» (Αποκ. 20, 15). Για να προλάβω τυχόν αντιρρήσεις αδελφών, το γράφω από τώρα: στο βιβλίο της ζωής δεν έχει «γράψει από πριν» ο Θεός τα ονόματα κάποιων που τους έχει προορίσει ο Ίδιος για τη σωτηρία, αλλά κάθε άνθρωπος «γράφει το όνομά του» ο ίδιος, μεταφορικά μιλώντας βέβαια (δεν υπάρχει κάποιο πραγματικό τέτοιο βιβλίο), ανάλογα με τις επιλογές του. Αυτό φαίνεται και από το στίχ. 12, κατά τον οποίο, αφού ανοίχτηκαν «τα βιβλία» και «ένα άλλο βιβλίο, αυτό της ζωής», οι άνθρωποι κρίθηκαν «κατά τα έργα τους, σύμφωνα με όσα ήταν γραμμένα σ’ αυτά τα βιβλία». Τα βιβλία λοιπόν, και το «βιβλίο της ζωής», γράφουν έργα ανθρώπων, δεν είναι κατάλογος εκλεκτών του Θεού, προορισμένων από πριν για τη σωτηρία.

  1. Η παραβολή του ασώτου

Ο Άχμεντ επίσης με ρώτησε: γιατί στην παραβολή του ασώτου και σε άλλα σημεία των ευαγγελίων (παρέθεσε ένα δυο) φαίνεται να αρκεί η πίστη και η μετάνοια του ανθρώπου για τη σωτηρία του και δεν γίνεται καμία αναφορά στην αναγκαιότητα του θανάτου του Χριστού γι’ αυτήν;

Απάντησα ότι η θυσία του Χριστού προϋποτίθεται ούτως ή άλλως και ότι δεν υπάρχει λόγος μια παραβολή ή ένας στίχος του ευαγγελίου να περιλαμβάνει ολόκληρη τη χριστιανική διδασκαλία περί σωτηρίας. Τώρα πρέπει να προσθέσω κάποια πράγματα:

Α) Αν ο Άχμεντ δέχεται ότι ο Χριστός είπε όντως την παραβολή του ασώτου και τα υπόλοιπα, στα οποία παραπέμπει, θα πρέπει να δεχτεί και τις αναφορές του Ίδιου του Χριστού στη σταύρωση και την ανάστασή Του, π.χ. Ματθ. 16, 21-28, Λουκ. 18, 31-33, Ιω. 10, 15, Ιω. 12, 23-24, κ.α. Αλλιώς καταλήγουμε στη μέθοδο του σαλαμιού: δεχόμαστε από την Καινή Διαθήκη (και μάλιστα προσπαθούμε να ερμηνεύσουμε μουσουλμανικά) όποιο απόσπασμα μας εξυπηρετεί και όποιο ανατρέπει το Ισλάμ το απορρίπτουμε εύκολα ως «νόθο» ή «ψευδές».

Β) Υπενθυμίζω ότι υπάρχει και παραβολή, όπου ο Χριστός μιλάει για το θάνατό Του: η παραβολή «των κακών γεωργών», Ματθ. 21, 33-44, διαχειριστών ενός αμπελιού, που θανάτωσαν όχι μόνο τους απεσταλμένους του ιδιοκτήτη του αμπελιού (προφήτες), αλλά και τον ίδιο το γιο του. Εκεί ο Κύριος εξηγεί γιατί Τον θανάτωσαν: οι άνθρωποι Τον θανάτωσαν από φθόνο και ιδιοτέλεια (δεν αναφέρει την υποκίνησή τους από το μεγάλο εχθρό, το διάβολο, προφανώς διότι σκοπός της παραβολής ήταν να θέσει τους ακροατές Του προ των ευθυνών τους – το προείπε, σημειωτέον, ενώ ΔΕΝ είχε θανατωθεί ακόμη, όπως είναι αυτονόητο).

Ο Θεός δεν έστειλε το Χριστό ΜΕ ΣΚΟΠΟ να θανατωθεί. Ο Χριστός ήρθε για να ενώσει Θεότητα και ανθρωπότητα και να γίνει η γέφυρα ενότητας του (κάθε) ανθρώπου με το Θεό, όπως είπαμε και στην ομιλία μας. Ο διάβολος σκότωσε το Χριστό, προσπαθώντας να σταματήσει το έργο Του (βλ. Λουκ. 22, 3-4, και Ιω. 14, 30-31). Είχε προσπαθήσει και άλλες φορές, όπως με τη σφαγή των νηπίων και τους πειρασμούς, που έθεσε στον Ιησού στην έρημο.

Όμως το να παραμείνει ο Χριστός στη θέση του, άοπλος και ανυπεράσπιστος, εύκολο θύμα των εχθρών Του, υπακούοντας έτσι ελεύθερα στη θέληση του Πατέρα (που είναι ίδια με τη θέληση ολόκληρου του Τριαδικού Θεού, διότι η θέληση των τριών Θείων Προσώπων είναι μία, ελεύθερα φυσικά και όχι «καταναγκαστικά» ή «νομοτελειακά»), ανατρέπει εντελώς την ανυπάκουη πράξη του πρώτου Αδάμ στην Εδέμ. Ο έσχατος Αδάμ (Ιησούς) παρέμεινε υπάκουος «μέχρι θανάτου, θανάτου δε σταυρού» (Παύλος) και έτσι έφτασε στην τέλεια αποκατάσταση της ενότητας Θεού και ανθρώπου, που είχε σπάσει με την ανυπακοή του πρώτου Αδάμ. Έτσι, στο πρόσωπο του Κυρίου η ανθρώπινη φύση «νίκησε όλα αυτά που την αρρώσταιναν. Νίκησε την αμαρτία, το διάβολο και το θάνατο. Επειδή «από όποιον νικάται κάποιος, αυτού γίνεται δούλος» (Β΄ Πέτρου, 2, 19)».

Επίσης, με την ανάσταση του Χριστού, του νέου Αδάμ, άνοιξε ο δρόμος για την τελική κοινή ανάσταση όλου του ανθρώπινου γένους (όπως με το θάνατο του πρώτου Αδάμ, λόγω της αποκοπής του από την Πηγή της Ζωής, το Θεό, άνοιξε ο ποταμός των θανάτων όλων των ανθρώπων). Κατ’ αυτή την έννοια το αίμα του Χριστού απολυτρώνει τον άνθρωπο και όχι κατά τη δικανική έννοια της διδασκαλίας των παπικών «περί απολυτρώσεως»

  1. «πάντα τα έθνη»

Συζητώντας με τον Άχμεντ κατ’ ιδίαν, μετά την εκδήλωση, μου είπε ότι με το «μαθητεύσατε πάντα τα έθνη» του Ματθ. 28, 19, ο Ιησούς δεν εννοεί όλους τους λαούς της γης, αλλά μόνο τις φυλές του Ισραήλ.

Επειδή αυτό προφανώς είναι πεποίθηση των μουσουλμάνων, πρέπει να το σχολιάσω. Λοιπόν, δεν είναι έτσι, για λόγους όπως οι παρακάτω:

Α) Ο Κύριος είχε στείλει ήδη τους μαθητές Του να κηρύξουν, αλλά και να θεραπεύσουν ασθενείς και δαιμονισμένους με τη δύναμη που ο Ίδιος τους έδωσε, στις πόλεις και τα χωριά του Ισραήλ (Ματθ. 10, 1-31). Το έκανε, προετοιμάζοντάς τους για τη μεγάλη τους αποστολή. Αυτό είχε συμβεί κατά την επίγεια δράση του, κατά την οποία ο Ίδιος είχε παραμείνει αυστηρά στα όρια της εβραϊκής χώρας (βλ. Ματθ. 15, 24 – όπου μιλάει δοκιμάζοντας τη Χαναναία, για να αναδειχθεί η πίστη της σε όλο το λαό, και όχι γιατί την απορρίπτει στ’ αλήθεια). Η παραμονή Του εκεί φανερώνει για άλλη μια φορά ότι Εκείνος είναι ο Προφήτης του Δευτερονομίου 18, 18-19, που θα σταλεί «στους Ισραηλίτες» («υμίν»). Μετά όμως την ανάσταση και ανάληψή Του, καθώς έρχεται η εποχή του Αγίου Πνεύματος, το κήρυγμα εξαπλώνεται σε όλους τους λαούς.

Β) Ως γνωστόν, «έθνη» και «εθνικοί» στην Αγία Γραφή ονομάζονται οι ειδωλολάτρες και όχι οι φυλές του Ισραήλ. Ήδη ο Ιησούς έχει πει στους αποστόλους, κατά την πρώτη αποστολή τους, να μην πορευτούν «εις οδόν εθνών» (Ματθ. 10, 5). Τώρα όμως είχε έρθει η ώρα να πορευτούν στην οδό «όλων των εθνών».

Γ) Και σε άλλα σημεία του ευαγγελίου φαίνεται ότι ο χριστιανισμός προορίζεται για όλους τους λαούς, π.χ. Ματθ. 24, 14 («το ευαγγέλιο θα κηρυχθεί σε όλη την οικουμένη» κ.τ.λ.).

Δ) Οι μαθητές του Χριστού, άνθρωποι που ζούσαν εντός της θείας χάριτος, που άκουγαν τη φωνή του Χριστού και του Αγίου Πνεύματος, έκαναν θαύματα κ.τ.λ., και τελικά έδωσαν τη ζωή τους για το Θεό, είναι αφελές να πιστεύουμε ότι παρανόησαν τόσο φρικτά τις τελευταίες παραγγελίες του Δασκάλου Τους. Μην ξεχνάμε, ότι ο Ίδιος ο Χριστός τους είχε διαλέξει. Δεν τους διάλεξε προφανώς για να πλανηθούν τόσο φρικτά – και μάλιστα όλοι, όλοι, όλοι – και χωρίς ο Θεός να κάνει τίποτε για να τους σταματήσει ή να τους συνετίσει.

Για να προλάβω τυχόν ένσταση, διευκρινίζω, ότι για μας ο Μωάμεθ δεν ήταν άνθρωπος του Θεού, γι’ αυτό και δεν είναι παράξενο ο Θεός να τον αφήσει να διδάσκει και να πράττει έως τέλους, ακόμη κι αν ήταν πλανημένος. Ο Χριστός όμως, κατά κοινή ομολογία (ακόμη και των μουσουλμάνων), ήταν απεσταλμένος του Θεού και δε μπορεί να έμεινε ανυπεράσπιστο το έργο Του να διαστρεβλωθεί εντελώς από όλους τους μαθητές Του.

  1. Το «ευαγγέλιο του Βαρνάβα»

Κάποιος ακροατής ρώτησε τη γνώμη μου για το απόκρυφο «Ευαγγέλιο του Βαρνάβα», που, όπως θα γνωρίζετε ασφαλώς, προωθεί τη μουσουλμανική θεωρία περί του Χριστού: ότι «προανάγγειλε έναν προφήτη, τον Άχμεντ», είπε ότι θα έρθει ο «Περικλυτός» αντί «ο Παράκλητος» κ.τ.λ. Γράφει επίσης ότι δε σταυρώθηκε αλλά «μεταφέρθηκε στον ουρανό», ενώ αντί γι’ Αυτόν σταυρώθηκε ο Ιούδας ο Ισκαριώτης.

Το κείμενο αυτό ωστόσο δεν είναι αρχαίο. Αναφορές για κάποιο «κατά Βαρνάβα ευαγγέλιο» μαρτυρούνται πρώτη φορά τον 6ο και 7ο αιώνα μ.Χ., δηλαδή ήδη πολύ αργά, και πιθανόν δεν αναφέρονται στο ομότιτλο κείμενο που έχουμε σήμερα. Το σημερινό «ευ. του Βαρνάβα» φαίνεται να έχει γραφτεί το νωρίτερο κατά το μεσαίωνα, αφού το λεξιλόγιο και το ύφος του προδίδει δάνεια από την ποίηση του Δάντη (1265-1321). Τα αρχαιότερα χειρόγραφά του είναι του 16ου αιώνα και είναι δύο, ένα στα ισπανικά και ένα στα ιταλικά.

Για να καταλάβετε ότι είναι αδύνατο να αποδώσουμε το ευαγγέλιο στον ίδιο τον άγιο απόστολο Βαρνάβα (γιατί αυτό είναι το θέμα), ας αναφέρουμε μια σειρά από εμφανείς αναχρονισμούς και ιστορικές ανακρίβειες που περιέχει:

  • Το «Ευαγγέλιο του Βαρνάβα» αναφέρει το Βαρνάβας ως ένα από τους 12 αποστόλους του Ιησού, ενώ δεν ήταν. Τι ήταν; Κατά την παράδοσή μας, ήταν ένας από τους 70 (πάντως δεν ήταν από τους 12). Αυτό το λάθος και μόνο αρκεί για να αποκαλύψει ότι το συγκεκριμένο βιβλίο δεν είναι γνήσιο.
  • Παρουσιάζει τον Ιησού να πηγαίνει στη Ναζαρέτ διαπλέοντας τη Θάλασσα της Γαλιλαίας, ενώ στην πραγματικότητα η Ναζαρέτ είναι στην ενδοχώρα και όχι παραθαλάσσια. Και από τη Ναζαρέτ «ανεβαίνει» στην Καπερναούμ – η οποία στην πραγματικότητα είναι παραλίμνια (κεφάλαια 20-21).
  • Λέει ότι ο Ιησούς γεννήθηκε κατά το διάστημα που διοικούσε ο Πόντιος Πιλάτος, το οποίο ξεκίνησε μετά το έτος 26 μ.Χ..
  • Ο συγγραφέας δεν φαίνεται να συνειδητοποιεί ότι «Χριστός» και «Μεσσίας» είναι μεταφράσεις της ίδιας λέξης (Χριστός), κι έτσι ενώ περιγράφει τον Ιησού ως «ο Ιησούς Χριστός» υποστηρίζει ακόμη ότι «ο Ιησούς ομολόγησε και είπε την αλήθεια, «Δεν είμαι ο Μεσσίας» » (κεφ. 42).
  • Υπάρχει αναφορά σε Ιωβηλαίο έτος το οποίο έρχεται κάθε εκατό χρόνια (κεφάλαιο 82), και όχι κάθε πενήντα χρόνια, όπως περιγράφεται στο Λευιτικόν: 25. Αυτός ο αναχρονισμός φαίνεται να συνδέει το «Ευαγγέλιο του Βαρνάβα» με τη διακήρυξη του 1300 ως ιωβηλαίου έτους από τον Πάπα Βονιφάτιο. Ένα Ιωβηλαίο που τότε αποφασίστηκε ότι θα πρέπει να επαναλαμβάνεται κάθε εκατό χρόνια. Το 1343 ο Πάπας Κλήμης VI μείωσε το διάστημα μεταξύ των «Αγίων Ετών» από εκατό σε πενήντα χρόνια.
  • Ο Αδάμ και η Εύα τρώνε ένα μήλο (κεφ. 40). Λαμβάνοντας υπόψη ότι η παραδοσιακή σύνδεση του καρπού του Δέντρου της Γνώσης του Καλού και του Κακού (Γένεσις: 2) με το μήλο, στηρίζεται στην μετάφραση της Εβραϊκής Βίβλου στα Λατινικά, όπου και η λέξη «μήλο» και η λέξη «κακό» αποδίδονται ως «Malum», καταλαβαίνουμε ότι το «Ευαγγέλιο του Βαρνάβα» δεν μπορεί παρά να γράφτηκε μετά από αυτή τη μετάφραση.
  • Το «Ευαγγέλιο του Βαρνάβα» μιλά για κρασί που αποθηκεύεται σε ξύλινα βαρέλια (κεφάλαιο 152). Τα ξύλινα βαρέλια ήταν χαρακτηριστικό της Γαλατίας και της Βόρειας Ιταλίας και δεν χρησιμοποιούνταν συνήθως για το κρασί στην ρωμαϊκή αυτοκρατορία μέχρι μετά από το 300 μ.Χ., ενώ το κρασί στην Παλαιστίνη του 1ου αιώνα ήταν πάντοτε αποθηκευμένο σε ασκούς και κανάτες (αμφορείς). Η αγγλική δρυς (Quercus robur) δεν φύεται στην Παλαιστίνη και το ξύλο από άλλα είδη δέντρων δεν είναι επαρκώς στεγανό για να χρησιμοποιηθεί σε βαρέλια κρασιού.
  • Στο κεφάλαιο 91, το «σαρανταήμερο» αναφέρεται ως ετήσια νηστεία. Αυτό αντιστοιχεί στη χριστιανική παράδοση της νηστείας για σαράντα ημέρες Σαρακοστή. Όμως αυτή η πρακτική δεν καταγράφεται νωρίτερα από την Πρώτη Οικουμενική Σύνοδο (325 μ.Χ.). Επίσης δεν υπάρχει σαρανταήμερη νηστεία στον Ιουδαϊσμό εκείνη την περίοδο (βλ. Mishnah, Tractate: Taanith «Days of Fasting»).
  • Όπου το «Ευαγγέλιο του Βαρνάβα» περιλαμβάνει αποσπάσματα από την Παλαιά Διαθήκη, αυτά αντιστοιχούν σε αποσπάσματα της Λατινικής Βουλγκάτα και όχι σε αυτά της ελληνικής μετάφρασης των Ο΄ ή του εβραϊκού Μασοριτικού κειμένου. Ωστόσο, θα πρέπει να σημειωθεί ότι η μετάφραση της Λατινικής Βουλγκάτα ήταν ένα έργο που ο άγιος Ιερώνυμος άρχισε το 382 μ.Χ., αιώνες μετά το θάνατο του Βαρνάβα.
  • Το κεφ. 91 αναφέρει τρεις εβραϊκές στρατιές από 200.000 άνδρες η καθεμιά στη Mizpeh, δηλαδή 600.000 άνδρες στο σύνολο, σε μια χρονική στιγμή που η συνολική ισχύς του Ρωμαϊκού στρατού σε ολόκληρη την αυτοκρατορία υπολογίζεται σε 300.000 άνδρες.
  1. Κοράνι και σταυρός, ή: Το Κοράνι ως «απόδειξη»

Ο Άχμεντ δήλωσε εξ αρχής ότι «ο κ. Ρηγινιώτης παρουσίασε τη χριστιανική διδασκαλία χωρίς αποδείξεις».

Απορώ πώς μπορεί να το λέει αυτό, όταν αναφέρθηκα στη μεταμόρφωση του ανθρώπου εντός του χριστιανισμού, η οποία εκδηλώνεται έμπρακτα και εμφανώς στην ίδια τη ζωή του, στον ίδιο τον τρόπο ύπαρξής του (ένωση με το Θεό). Τι άλλη απόδειξη θέλεις, όταν και σήμερα ακόμη υπάρχουν χριστιανοί σε κατάσταση θέωσης;

Αντίθετα, μουσουλμάνοι σε κατάσταση θέωσης προφανώς δεν υπάρχουν, αφού το ίδιο το Ισλάμ δεν αναγνωρίζει ότι αυτό μπορεί να συμβεί. Αυτό λοιπόν φανερώνει, ότι οι χριστιανοί έχουμε κάτι, που οι μουσουλμάνοι και δεν το έχουν και το αγνοούν εντελώς. Το «απορρίπτουν» χωρίς να το εξετάζουν – απλώς δεν το ζουν και το κρίνουν μόνο με ένα κριτήριο: το ότι δεν συμφωνεί με το Κοράνι. Αν το Κοράνι λέει αλήθεια, έχει καλώς – αν όχι, την πάτησαν, γιατί αυτό είναι ουσιαστικά το μόνο κριτήριο της θεολογίας τους.

Σχετικό απόσπασμα της ομιλίας μου:

«Καθώς ο χριστιανός προοδεύει στην αγάπη και πλησιάζει προς το Θεό, η πνευματική του πρόοδος περνάει από τρία βασικά στάδια:

Το πρώτο στάδιο είναι η κάθαρση της καρδιάς από τα πάθη – ο άνθρωπος τότε τους αγαπά όλους, και τους εχθρούς του, και προσεύχεται με αγάπη, αγωνία και πόνο ψυχής γι’ αυτούς.

Το δεύτερο στάδιο είναι ο φωτισμός του νου (από το Άγιο Πνεύμα). Σ’ αυτό το στάδιο ο άνθρωπος νιώθει ξεκάθαρα το Άγιο Πνεύμα να ενεργεί μέσα του. Οι άγιοι διδάσκαλοι του χριστιανισμού, που ερμηνεύουν αυθεντικά την αγία Γραφή και διαμορφώνουν τη θεολογία μας, έχουν φτάσει τουλάχιστον σε αυτό το στάδιο. Εμείς, που απλά «σπουδάζουμε θεολογία», είμαστε μόνο μαθητές των αγίων Πατέρων και Μητέρων, όχι δάσκαλοι του χριστιανισμού. Άγιοι δάσκαλοι του χριστιανισμού είναι άνθρωποι κάθε μορφωτικού επιπέδου, φύλου και κοινωνικής τάξης, όχι μόνο ιερείς ή επίσκοποι, αλλά και μοναχοί και λαϊκοί (και άντρες και γυναίκες, όπως είπα), και υπάρχουν σε όλες τις εποχές, και στη δική μας.

Το τρίτο στάδιο είναι η θέωση. Ο άγιος πλέον βλέπει τον Τριαδικό Θεό (ως Φως), σύμφωνα με τα λόγια του Χριστού «όποιον τηρεί τις εντολές μου… θα τον αγαπήσω και θα του εμφανίσω τον εαυτό μου» (Ιω. 14, 21 – «θα τον αγαπήσω»: όχι ότι αλλιώς δεν τον αγαπάει, υπονοείται ότι αυτός ο άνθρωπος επιτρέπει στην αγάπη του Θεού να ενεργήσει μέσα του). Τότε δε χρειάζεται λόγια προσευχής (αρκεί η «νοερά προσευχή», που λειτουργεί συνεχώς μέσα στην καρδιά του). Νιώθει τη χαρά και τον πόνο κάθε ανθρώπου, ανάλογα με τις πληροφορίες που του παραχωρεί ο Θεός. Κάνει θαύματα. «Είναι θεός σε όλα εκτός από τη θεϊκή ουσία» (άγ. Ισαάκ ο Σύρος), παραμένοντας άνθρωπος. Τότε η θεία χάρη του προκαλεί ανέκφραστη χαρά, που δεν είναι «ιδέα του», αλλά πρόγευση του μελλοντικού πλήρους παραδείσου.

Σε κάθε γενιά υπάρχουν άνθρωποι που έχουν φτάσει στο φωτισμό και τη θέωση. Οι πιο πολλοί ίσως δε γίνονται ποτέ γνωστοί. Και στη δική μας: Πορφύριος, Παΐσιος, Σωφρόνιος Σαχάρωφ, Κλεόπας Ελίε και πολλοί άλλοι είναι οι άγιοι της δικής μας γενιάς. Ας αναφέρω και το μεγάλο ορθόδοξο διδάσκαλο των ημερών μας (έναν από τους πολλούς) Εφραίμ Φιλοθεΐτη, που ζει στην Αριζόνα.»

Μετά την ομιλία του, τον ρώτησα τι αποδείξεις παρέθεσε αυτός. Μου απάντησε ότι ακολούθησε το δικό μου τρόπο (μόνο παρουσίαση). Πιστεύω, ότι απλώς δε μπορούσε να κάνει αλλιώς: δεν μπορείς να «αποδείξεις» ότι υπάρχει παράδεισος και κόλαση (ή ότι θα υπάρξουν σε κάποιο μέλλον) και ότι κάποιοι άνθρωποι έχουν σωθεί, εκτός αν παραθέσεις μαρτυρίες αυτόπτων μαρτύρων. Αν δεν έχεις τέτοιες μαρτυρίες, δεν έχεις και απόδειξη. Εμείς έχουμε πάρα πολλές.

Είπε λοιπόν κάτι, που για μένα είναι εντελώς αβάσιμο: ότι απόδειξη θεωρεί την ίδια την ύπαρξη του Κορανίου, το οποίο γράφει, ότι προκαλεί όποιον θέλει να φέρει μια σούρα ή δέκα στίχους ή έστω ένα στίχο που να υπολείπεται σε τελειότητα.

Δεν το σχολίασα τότε δημόσια, λόγω χρόνου, αλλά είχαμε πει ότι για τα επιπλέον σχόλια θα γράψουμε στο Ίντερνετ. Το κάνω λοιπόν εδώ και ενημερώνω το μπλογκ του Άχμεντ.

Μετά την εκδήλωση, είπα στον Άχμεντ ότι ένα «τέλειο βιβλίο» θα μπορούσε να το γράψει εύκολα κι ο διάβολος. Το παραδέχτηκε. Όμως είπε ότι το Κοράνι δεν είναι έργο του διαβόλου, επειδή μέσα μιλάει ενάντια στο διάβολο. Αυτό, κατά τη γνώμη του, είναι ένα χριστιανικό κριτήριο, αφού ο Ιησούς, όταν Τον κατηγόρησαν ότι με τη δύναμη του διαβόλου διώχνει τα δαιμόνια, είπε ότι δε γίνεται ένα βασίλειο να επιτεθεί στον εαυτό του.

Επιπλέον, είπε, το Κοράνι διώχνει τα δαιμόνια σε εξορκισμούς (ιδίως κομμάτια της σούρας 2, όπως μου είχε γράψει παλαιότερα στο μπλογκ του).

Τότε, του λέω, δέχεσαι το σταυρό ως θεϊκό; Διότι και ο σταυρός διώχνει τα δαιμόνια.

Απάντησε: δεν πιστεύω ότι ο σταυρός το κάνει αυτό, αλλά ότι οι χριστιανικοί εξορκισμοί είναι άλλοτε στημένοι κι άλλοτε εσφαλμένοι: εξορκίζουν ψυχοπαθείς ως δήθεν δαιμονισμένους.

Δεν απάντησα (δεν υπήρχε χρόνος) αλλά απαντώ τώρα:

Με το ίδιο σκεπτικό, μπορώ εύκολα να πω ότι οι ισλαμικοί εξορκισμοί είναι στημένοι. Πώς θα μου αποδείξει ένας μουσουλμάνος ότι κάνω λάθος;

Από πλευράς μου, ξέρω ότι οι χριστιανικοί εξορκισμοί δεν είναι στημένοι. Αν κάποιος μουσουλμάνος θέλει να το πιστεύει αυτό, είναι δικαίωμα του, αλλά κάνει λάθος.

Κατά καιρούς έχουν γίνει τρομεροί εξορκισμοί στην Ορθοδοξία. Στην Κρήτη π.χ., στο νομό Χανίων, έγιναν τα μέσα του 20ού αιώνα μεγάλοι εξορκισμοί στα χωριά Κεραμιά (ομάδα χωριών), όπου υπήρχαν μαζικοί δαιμονισμοί από τουλάχιστον μια γενιά. Σημαντικό ρόλο στους εξορκισμούς έπαιξε ο θαυματουργός σταυρός της Κατίνας Βασιλάκη ή Στεφάναινας, μιας οσίας Ρεθυμνιώτισσας. Ο σταυρός αυτός φυλάσσεται στο ναό του Τιμίου Σταυρού της πόλης του Ρεθύμνου, όπου μπορούν να δοθούν στον ενδιαφερόμενο αρκετά στοιχεία για έρευνα (στη δημόσια βιβλιοθήκη του Ρεθύμνου υπάρχει και το βιβλίο του Κωνσταντίνου Α. Κωστουράκη, Κοινωνικά Θέματα, Ο Εχθρός – Τα Κεραμιανά, Θεσσαλονίκη 1982, (όπου εξιστορούνται τα γεγονότα). Είναι γενικά ένας θαυματουργός σταυρός, όπως και άλλοι σταυροί, π.χ. της Χατζίνας, άλλης οσίας Ρεθυμνιώτισσας, τώρα στη φύλαξη του γιου της, π. Σταύρου Τσαγκαράκη, ο οποίος, ως βρέφος, πέθανε και αναστήθηκε με θαύμα του σταυρού.

Γενικά ο σταυρός περιέχει τη δύναμη του Θεού, όμως, επειδή ο Θεός είναι που θαυματουργεί, όχι το αντικείμενο, μερικοί σταυροί φαίνεται να είναι «ισχυρότεροι». Οι δύο προαναφερόμενοι σταυροί είναι πολύ παλιοί και πιθανόν περιέχουν μικρό τεμάχιο τιμίου ξύλου, δηλαδή από το ξύλο του σταυρού του Χριστού.

Όταν όμως γράφω ότι ο σταυρός διώχνει τα δαιμόνια, δεν εννοώ μόνο σε εξορκισμούς, αλλά γενικά ότι προστατεύει τον άνθρωπο, ο οποίος κάνει το σταυρό του ενάντια σε εμφάνιση κακοποιών δυνάμεων. Τα παραδείγματα είναι αμέτρητα από όλους τους αιώνες. Η δύναμη αυτή του σταυρού είναι κοινό βίωμα των χριστιανών και δεν έχει νόημα να την αμφισβητήσει ένας μουσουλμάνος. Το ίδιο ισχύει και για το βιβλίο του Ευαγγελίου, τις ορθόδοξες εικόνες, τα λείψανα των αγίων και όλα τα αντικείμενα τα καθαγιασμένα μέσω της ορθόδοξης λατρείας.

Αυτό σημαίνει ότι πρέπει να παραδεχτούμε:

α) είτε ότι το επιχείρημα του Κυρίου δεν πρέπει να το απολυτοποιήσουμε και ότι ο διάβολος μπορεί να εξαπατήσει τους ανθρώπους παριστάνοντας, ότι διώχνει το κακό (αυτό γίνεται και με μάγους), όμως βάζοντας από την πίσω πόρτα την κακή του επιρροή,

β) είτε ότι οι «εξορκισμοί» στο Ισλάμ είναι στημένοι, όπως καταμαρτυρεί ο Άχμεντ στους δικούς μας,

γ) είτε ότι και ο σταυρός και το Κοράνι είναι αληθινά ιερά αντικείμενα, με θεϊκή δύναμη.

Εγώ επιλέγω είτε το α είτε το β. Και, για να σας προλάβω, δεν επηρεάζει τη γνώμη μου για τη Θεότητα του Χριστού το να χρησιμοποίησε Εκείνος ένα επιχείρημα που μπορεί να είναι σχετικό. Όμως, αν επιμείνουμε στο β (ότι είναι στημένοι οι εξορκισμοί στο Ισλάμ), μπορεί κανείς μουσουλμάνος να «αποδείξει» το αντίθετο;

Προχωρώντας λοιπόν, καταλήγω στο ότι το επιχείρημα του Άχμεντ δεν είναι ισχυρό, εκτός αν δεχτεί και τη θεία προέλευση του σταυρού και των άλλων ιερών αντικειμένων της ορθοδοξίας. Το Κοράνι δεν αποδεικνύεται ως αληθές επειδή και μόνον φαίνεται να χρησιμοποιείται με επιτυχία σε εξορκισμούς.

***

Μια βασική ιδέα, όπου διαφωνούμε με τον Άχμεντ, είναι ότι, για μένα, η παρουσία των αγίων στην ορθοδοξία (και μάλιστα οι μετά θάνατον εμφανίσεις τους) συνιστά ατράνταχτο επιχείρημα υπέρ του χριστιανισμού. Ο Άχμεντ λέει «όχι, αλλά πρέπει να μελετήσουμε τα κείμενα». Για μένα, όπως γράφω και στην αρχή, το να βασιστείς σε μελέτη κειμένων ενώ έχεις σε κάθε εποχή αυτόπτες μάρτυρες της θεότητας του Χριστού και της Τριαδικότητας του Θεού, είναι κάτι αβάσιμο. Αν ξέρεις κάποιον προσωπικά και εγώ σου λέω «δεν σε πιστεύω ότι αυτός υπάρχει, εκτός αν μελετήσω ένα κείμενο γραμμένο προ πολλών ετών και το βρω αληθές», τότε παραλογίζομαι. Εσύ, που τον ξέρεις και βεβαιώνεις ότι υπάρχει, δε χρειάζεσαι φιλολογικές αποδείξεις.

Ο Άχμεντ το υποστηρίζει λέγοντας: οι εμπειρίες των αγίων (ακόμη και τα υπερφυσικά φαινόμενα στο Ισλάμ) δεν είναι ασφαλής απόδειξη, γιατί μπορεί να προέρχονται και από το διάβολο.

Εδώ λοιπόν απαντώ: Όχι, αυτό το πρόβλημα το έχετε μόνον εσείς, επειδή δεν έχετε τη διάκριση των πνευμάτων. Εμείς το έχουμε λύσει προ πολλού. Ξέρουμε ποια βιώματα είναι από το Θεό και ποια από τον εχθρό. Αν λοιπόν εσείς αμφιβάλλετε ακόμη και για τα δικά σας βιώματα, ελάτε να συζητήσουμε ΑΥΤΟ το θέμα: να εξετάσουμε τα υπερφυσικά βιώματα και να δούμε ποια είναι αληθινά.

Το κριτήριο σε μας υπάρχει. Αν σε σας δεν υπάρχει, αυτό δείχνει απλά ότι δεν έχετε πείρα. Επομένως, δε μπορείτε να αξιολογήσετε ούτε το υπερφυσικό βίωμα του Μωάμεθ, στο οποίο στηρίζεστε! Και απλώς οι απολογητές τύπου Άχμεντ επιχειρούν να αποφύγουν την αποτυχία αξιολόγησης καταφεύγοντας στη φιλολογία. Όμως φιλολογικά μπορείς να βγάλεις ό,τι ερμηνείες θέλεις από όποιο αρχαίο κείμενο θέλεις. Μήπως δε φαίνονται καθαρά πηγές του Κορανίου, όπως τα βιβλία της Καινής Διαθήκης, κάποια απόκρυφα ευαγγέλια κ.τ.λ., ακόμη και η παλιά αραβική θρησκεία και ο ζωροαστρισμός; Εσείς όμως δεν το δέχεστε φυσικά – εδώ λοιπόν δεν επιθυμείτε φιλολογική ανάλυση;

Όταν λοιπόν εσείς καταφεύγετε στη φιλολογία, εμείς αυτό το έχουμε ξεπεράσει προ πολλού. Οι μουσουλμάνοι τον Αλλάχ δεν τον βλέπουν. Εμείς το Χριστό Τον βλέπουμε. Την Παναγία και τους αγίους τους βλέπουμε. Το άκτιστο Φως (το Φως του Θεού, για την ακρίβεια το Θεό ως Φως) το βλέπουμε. Τη θεία χάρη τη βιώνουμε. Εμείς λοιπόν πιστεύουμε αυτό που βλέπουμε, ενώ εσείς πιστεύετε αυτό που δεν βλέπετε. Πώς αξιώνετε να δεχτούμε ότι η πίστη σας είναι αξιόπιστη;

  1. Το Κοράνι ως απόκρυφο χριστιανικό έργο

Ο πατέρας του Άχμεντ, ένας ευγενέστατος κύριος, κατά το πλείστον αραβόφωνος, μου επισήμανε ότι το Κοράνι συμπληρώνει κενά των ευαγγελικών διηγήσεων δίνοντας λεπτομέρειες, όπως η ηλικία της Παναγίας όταν έμεινε έγκυος τον Ιησού, πού ζούσε κατά το διάστημα της εγκυμοσύνης της κ.λπ.

Η επισήμανσή του ενίσχυσε την υποψία μου, ότι πρέπει να κατατάξουμε το Κοράνι στα απόκρυφα χριστιανικά κείμενα.

Τα έργα που ονομάζουμε «απόκρυφα» είναι δύο ειδών:

Α) Ιερά βιβλία αποκρυφιστικών ομάδων (κυρίως παραφυάδων του Γνωστικισμού), που περιείχαν δήθεν «υπερφυσική αποκάλυψη» και ήταν απαγορευμένα για τους αμύητους (τα όντως «απόκρυφα»).

Β) Ορθόδοξα χριστιανικά κείμενα με ιστορίες (είτε πραγματικές, αντλημένες από την παράδοση και δεκτές από την Εκκλησία, είτε φανταστικές), που «συμπλήρωναν τα κενά» των ευαγγελικών διηγήσεων. Έδιναν δηλ. λεπτομέρειες για τη γέννηση και το βίο της Παναγίας, την παιδική ηλικία του Χριστού, την ταυτότητα των Τριών Μάγων, τι έκαναν οι Μάγοι όταν επέστρεψαν στην πατρίδα τους, τι συνέβη στο μικρό Ιησού και την οικογένειά Του κατά τη φυγή στην Αίγυπτο, πώς ακριβώς έγινε η ανάσταση, ποιους νεκρούς συνάντησε ο Ιησούς στον Άδη, ποιοι νεκροί αναστήθηκαν κατά το θάνατο του Ιησού στο σταυρό (Ματθ. 27, 52-53), τι είδε και άκουσε ο Παύλος όταν «ηρπάγη εις τον παράδεισο» (Β΄ Κορινθ. 12, 2-4), και ένα σωρό τέτοια. Ανάλογα απόκρυφα έχει και η Παλαιά Διαθήκη, όπως π.χ. η Ανάληψις Μωυσέως.            Τα έργα αυτά δεν είναι στην πραγματικότητα «απόκρυφα» (δεν ήταν απαγορευμένα για κάποιους) αλλά οι φιλόλογοι τα ονομάζουν έτσι, γιατί ο όρος έχει γίνει τεχνικός και σημαίνει έργα γραμμένα κατά μίμησιν των κανονικών, είτε της ΠΔ είτε της ΚΔ.

Το Κοράνι συνδυάζει και τα δύο είδη. Περιέχει και «υπερφυσική αποκάλυψη» και διηγήσεις συμπληρωματικές (κατά φαντασίαν βέβαια) των βιβλικών διηγήσεων.

Σημειωτέον ότι η Αγία Γραφή (κατ’ εξοχήν η Καινή Διαθήκη) αποφεύγει να αφηγείται γεγονότα που δεν παίζουν ρόλο στην εκπλήρωση του θείου σχεδίου για την ενανθρώπιση του Χριστού και τη σωτηρία του ανθρώπου. Η ανθρώπινη περιέργεια όμως αναζήτησε τις παραλειπόμενες λεπτομέρειες και, όπου δεν τις βρήκε, τις επινόησε.

Άλλο τέτοιο βιβλίο, που περιέχει και «υπερφυσική αποκάλυψη» και διηγήσεις «συμπληρωματικές» των βιβλικών, είναι ο απόκρυφος «Ενώχ», για τον οποίο υπάρχουν βάσιμες εικασίες, ότι γράφτηκε μετά την Καινή Διαθήκη και αντλεί και απ’ αυτήν, όπως και όλα τα απόκρυφα με καινοδιαθηκικά θέματα.

Οι διηγήσεις του Κορανίου για τον Ιησού περιέχουν ένα κυρίαρχο χαρακτηριστικό των απόκρυφων διηγήσεων: το υπερβολικό υπερφυσικό στοιχείο, που τονίζεται με έμφαση για εντυπωσιασμό των αναγνωστών ή ακροατών. Κατ’ αυτό, ο Ιησούς μίλησε από βρέφος και ανάγγειλε σοφά λόγια του Θεού (σούρα 19, 29-33). Το περιστατικό θυμίζει το απόκρυφο «κατά Θωμάν ευαγγέλιο της παιδικής ηλικίας», που περιγράφει φανταστικά την παντογνωσία και τα θαύματα του Ιησού ως παιδιού (πράγματα που δεν αναφέρονται καθόλου στην ΚΔ) εκτρεπόμενο σε διηγήσεις χωρίς καμία σοβαρότητα (π.χ. ο Ιησούς κάνει θαύματα για παιχνίδι ή ακόμη και για εκδίκηση – θανατώνει ένα άλλο παιδί και μετά το ανασταίνει – προσβάλλει το δάσκαλό του με επίδειξη γνώσεων κ.τ.λ.).

Είναι αξιοσημείωτο ότι το Κοράνι κάνει αναφορές και σε πληροφορίες που περιέχονται σε απόκρυφα κείμενα. Δύο τέτοιες αναφορές είναι η φροντίδα της Μαριάμ από το Ζαχαρία και η διατροφή της απευθείας από το Θεό (αναφέρεται στο «Πρωτευαγγέλιο του Ιακώβου» και στο Κοράνι, 3, 35-37) και το θαύμα των χωματένιων πτηνών, που ο (μικρός) Ιησούς τα φύσηξε και έγιναν αληθινά πουλιά (αναφέρεται στο «κατά Θωμάν ευαγγέλιο της παιδικής ηλικίας του Κυρίου» και στο Κοράνι 3, 49-50).

Με αυτά τα σχόλια, αγαπητοί αδελφοί, σας χαιρετώ και σας ευχαριστώ θερμά για τη φιλοξενία σας. Με τη χάρη και ευλογία του Θεού, ας βγάλει ο καθένας τα συμπεράσματά του. Ευχαριστώ. Ειρήνη και ευλογία σε όλους σας και σε όλο τον κόσμο. Αμήν.

ΠΑΡΑΡΤΗΜΑ

Ο άνθρωπος στο Ισλάμ

«α) Το πρώτο στοιχείο είναι η απουσία της διδασκαλίας για την «κατ’ εικόνα Θεού» δημιουργία του ανθρώπου. «Η ερμηνεία που δίνουμε στη δημιουργία του ανθρώπου ‘κατ’ εικόνα’ Θεού, έχει καίριες συνέπειες για τον προσδιορισμό του ήθους και την Ηθική»[1]. Αν στις Εκκλησίες της Δύσεως η «δυτική λογικοκρατία συνέδεσε το κατ’ εικόνα με τη φύση του ανθρώπου, με τον άνθρωπο ως ‘ον καθόλου’, ως είδος», στο Κοράνιο θεμελιώνεται a priori η διδασκαλία ότι ο άνθρωπος πλάστηκε από το Θεό ως ένα είδος ανάμεσα σε τόσα άλλα, έστω το καλύτερο.

Έτσι δικαιολογείται το ότι η βάση της μουσουλμανικής ηθικής (όπως ακριβώς και της ηθικής των ευρωπαίων διαφωτιστών) είναι η βιολογική σύσταση του ανθρώπου και «το ήθος αναφέρεται στη φυσική ατομικότητα…, δηλαδή στις υποκειμενικές προϋποθέσεις της ατομικής συνέπειας, στις φυσικές απαιτήσεις της ‘αρετής’»[2].

Στο σημείο αυτό κατανοείται ο ρόλος του Νόμου, ως της εντολής του Θεού για υποταγή και συμμόρφωση σύμφωνα με το θέλημά του, πράγμα που θεωρείται ως ατομικό επίτευγμα και αφορμή ατομικής αξιομισθίας και αυτάρκειας[3].

Ο άνθρωπος στο Ισλάμ είναι ένα τμήμα της ανθρώπινης φύσης, γι’ αυτό και στέκει απέναντι στο Θεό, και η μόνη δυνατότητα σχέσης μαζί Του είναι η τυφλή υποταγή στο θέλημά του. Έτσι η πίστη προσλαμβάνει στο Ισλάμ ιδιαίτερη σημασία, όντας η μόνη παραχωρημένη από το Θεό δυνατότητα καταξίωσής του μπροστά στη θεϊκή παντοδυναμία. Sola fides, καθώς τόνιζε ο Λούθηρος.

Η άρνηση του σταυρού, της βάπτισης, της Ευχαριστίας, του κλήρου, της αγαμίας, θα μπορούσαν να είναι λόγοι, λέει ένας σύγχρονος μουσουλμάνος ερευνητής, για τους οποίους το Ισλάμ θα μπορούσε να ονομασθεί ως ένας «μεταρρυθμισμένος Χριστιανισμός». «Φαίνεται ως μία αντίδραση στο Χριστιανισμό». Και προσθέτει την άποψη ότι «τα νεώτερα θεολογικά ρεύματα στη Δύση, τα οποία εκφράστηκαν μέσα από την ‘Ολλανδική Κατήχηση’, δίνουν την εντύπωση ότι το Ισλάμ θα μπορούσε κάλλιστα σήμερα να είχε αναγνωρίσει τους σύγχρονους ρωμαιοκαθολικούς και προτεστάντες θεολόγους»[4]. Σύμφωνα με τον ίδιο αυτόν μουσουλμάνο ερευνητή, αν αυτό αποτελεί κοινό πνεύμα ανάμεσα στο Ισλάμ και το Χριστιανισμό, δεν είναι παράδοξο, που πολλοί μουσουλμάνοι αναρωτιούνται γιατί ο Χριστιανισμός είναι αντίθετος με το Ισλάμ.

Το γεγονός ότι στη Δύση, παρά τη θεολογική ανανέωση που κατά καιρούς συμβαίνει και την προβολή ακόμη και της θεολογίας των Πατέρων, δεν έχουν κατανοήσει μέχρι σήμερα τη θεολογία της διακρίσεως ουσίας και ενεργειών, αποτελεί τη βασική αιτία σύγχυσης των δογματικών αληθειών της χριστιανικής πίστεως με αυτήν του Ισλάμ[5].

β) Η ορθόδοξη θεολογία του «κατ’ εικόνα» μας οδηγεί στην απόρριψη της κατανόησης του ανθρώπου ως «βιολογικής ύπαρξης», επειδή «δεν εξαντλεί τον άνθρωπο», και στην αποδοχή της άποψης (που είναι άποψη των Πατέρων), ότι ο άνθρωπος οντολογικά είναι ον θεολογικό. «Η οντολογία του είναι εικονική» κατά τον Π. Νέλλα[6].

Στο ανεικονικό Ισλάμ λείπει ο κίνηση. Ο άνθρωπος μένει σταθερός μπροστά στο Θεό και αναμένει την κρίση του. Καμιά δυνατότητα κίνησης προς Εκείνον, παρά μόνο γνωστική κατανόηση των εντολών του. Η ελευθερία του περιορίζεται στο μέτρο που μπορεί να ενεργοποιήσει το νου του, το λογικό του, για την αφομοίωση των θείων επιταγών. Γι’ αυτό και αδυνατεί να κατανοήσει την κίνηση του Χριστού ως Θεού προς τον άνθρωπο.

Η εικόνα έχει άμεση σχέση με την ενανθρώπηση, την οποία το Ισλάμ απορρίπτει εμφαντικά, το ίδιο και την εικόνα. Αν η εικόνα προϋποθέτει τον διαπροσωπικό διάλογο Θεού και ανθρώπου, αυτό αποτελεί μέγα σκάνδαλο για το Ισλάμ. Δεν είναι τυχαίο ότι ο εικονισμός στο Ισλάμ σταματάει σε ένα είδος συμβολισμού με την καλλιτεχνική απόδοση εδαφίων από το Κοράνιο, ή άλλων σχημάτων που αποτελούν σύμβολα μιας υπερκόσμιας πραγματικότητας, απρόσιτης στον άνθρωπο.

Δεν θα μπορούσαμε να αποκρύψουμε το γεγονός, ότι και αυτή η άποψη έρχεται πολύ κοντά στα γνωστά από το δυτικό χριστιανισμό ορθολογιστικά σχήματα «ενός τυπικού ιδεαλισμού» που «στερούν την πνευματικότητα από τη μετοχή του προσωπικού κάλλους», καθώς παρατηρεί ο Γιανναράς. «Δεν υπάρχει μυστική ζωή στους εικονοκλάστες, μόνο μίμηση και αυτοπειθαρχία. Εξορκίζουν την ηθική διαφθορά της κοινωνίας φτιάχνοντας οπαδούς, που τους στρατωνίζουν σε ομοιόμορφα σχήματα ζωής, σκέψης, ακόμα και εξωτερικής εμφάνισης»[7]. Αυτά ακριβώς που κατά τον Χρ. Γιανναρά ισχύουν για τους Προστεστάντες, τα ίδια ισχύουν και για το Ισλάμ. Να για τι η Δύση μπορεί να κάμει καλύτερο διάλογο με το Ισλάμ, εφ’ όσον στη Δύση, όπως παρατηρεί ο Νησιώτης, «η Εικόνα από εκφραστικό μέσον της θεολογικής θελκτικής, κατάντησε ένα καθαρά αισθητικό και διακοσμητικό αντικείμενο»[8].

γ) Υπάρχει και ένα τρίτο σημείο. Πρόκειται για τις θεοκρατικές αντιλήψεις, που ποτέ δεν έλειψαν και από πολλές χριστιανικές κοινότητες της Δύσεως. Η θεοκρατία που επέβαλε ο Καλβίνος στη Γενεύη, οι αντιλήψεις για την πολιτεία του Θεού, οι μέχρι σήμερα υφιστάμενες θεοκρατικές αντιλήψεις του Παπισμού, εναρμονίζονται με τις θεολογικές απόψεις του Ισλάμ.

Ένας σύγχρονος προτεστάντης θεολόγος και ισλαμολόγος αναφέρει σε μια διήγηση, που σχετίζεται με τα χρόνια της μεταρρύθμισης: Παρουσιάστηκε στο Λούθηρο μια ομάδα καλβινιστών και του εξέθεσαν την πίστη τους, σύμφωνα με την οποία έπρεπε η κυριαρχία του Θεού να πραγματοποιηθεί πάνω στη γη, και εκείνος τους απάντησε ειρωνικά: «Opiones judaici», ιουδαϊκές αντιλήψεις! Αν υπήρχε το Ισλάμ, λέει ο εν λόγω θεολόγος, θα μπορούσε κάλλιστα να πει «opiones islamici», ισλαμικές αντιλήψεις!»[9]

Εδώ τελειώνει το παράθεμα από τη μελέτη του Αλ. Καρυώτογλου. Σχολιάζουμε ως εξής: τα παραπάνω μας κάνουν κατανοητό, το γιατί στο Ισλάμ (όπως και στην αιρετική Δύση) ευδοκίμησαν και ευδοκιμούν αντιλήψεις όπως, ότι ο αμαρτωλός πρέπει να τιμωρείται με νομικές ποινές – ή και να θανατώνεται -, ενώ στην Ορθοδοξία αυτά καταδικάζονται απερίφραστα. Ο αμαρτωλός, κατά την Ορθοδοξία, δεν είναι εγκληματίας που πρέπει να τιμωρηθεί, αλλά ασθενής που πρέπει να βοηθηθεί και να θεραπευτεί, και μάλιστα να ΠΡΟΣΚΑΛΕΣΤΕΙ σε θεραπεία, ΑΝ το θέλει, όχι να του επιβληθεί με βία!!

(Σημ: τα πνευματικά επιτίμια, όπως ο αφορισμός – δηλ. η αποκοπή από τη θεία κοινωνία – «που επιβάλλονται από τους Πνευματικούς Πατέρας κατά την ιερά Εξομολόγηση και από τους Επισκόπους και την Σύνοδο των Επισκόπων, για γνωστά και δημόσια αμαρτήματα», «στην πραγματικότητα είναι φάρμακα για να θεραπευθούν οι άρρωστοι πνευματικά άνθρωποι, ώστε να συναντήσουν τον Χριστό ως θεραπευμένοι και όχι ως αθεράπευτοι. Αυτό θα έχη συνέπεια στο αιώνιο μέλλον τους. Έτσι, τα επιτίμια δεν είναι νομικές ποινές, δεν δίνονται με την νομική και δικανική αντίληψη, αλλά είναι φάρμακα, που δίδονται για την θεραπεία των αρρώστων μελών της Εκκλησίας». Η Ορθοδοξία ΔΕΝ έχει «Ιερά Εξέταση», ούτε σωματικές ή ψυχολογικές τιμωρίες για τους αμαρτωλούς, πράγμα που θεωρείται απαράδεκτο και καταδικάζεται).

Ένα μόνο από τα πολλά χαρακτηριστικά παραδείγματα των συνεπειών που έχει στην πράξη η ανθρωπολογία του Ισλάμ (δηλ. οι αντιλήψεις του για τον άνθρωπο) είναι τα αναφερόμενα στο βιβλίο της Σουδανής Λούμπνα Χουσεΐν «Σαράντα βουρδουλιές για ένα παντελόνι».

Ο άνθρωπος κατά την Ορθοδοξία

Κατά τον άγιο Ιουστίνο Πόποβιτς, «είναι ευαγγέλιο, παναληθινό ευαγγέλιο –όχι δικό μου, αλλά των αγίων του Θεού– ότι ο άνθρωπος είναι ένα μεγάλο μυστήριο, ιερό μυστήριο του Θεού. Τόσο μεγάλο και τόσο ιερό, ώστε ο ίδιος ο Θεός έγινε άνθρωπος για να μας ερμηνεύσει όλο το βάθος του ανθρώπινου μυστηρίου. Η αλήθεια του ευαγγελίου, η παναλήθεια, είναι ότι ο Θεός έγινε άνθρωπος για να κάμει τον άνθρωπο θεό κατά χάριν. […] Κατ’ ουσίαν, ο αγώνας για το Θεάνθρωπο είναι αγώνας για τον άνθρωπο»[10].

Η ιδέα αυτή συναντά την άποψη του π. Νικολάου Λουδοβίκου, που, μελετώντας τον άγιο Μάξιμο τον Ομολογητή και τους λοιπούς αγίους Πατέρες, αναφέρει, ότι μόνο στα έσχατα θα δούμε τι είδους ον είναι πραγματικά ο άνθρωπος. Και προσθέτει:

«Ο Θεός δηλαδή δημιουργεί ακριβώς αυτό που φαίνεται αδιανόητο και αδύνατο: μια πρόθεση απίστευτα και απόλυτα ανεξάρτητα από τη δική Του. Αυτό σημαίνει ότι δεν δημιουργεί έναν αναίσθητο κόσμο αλλά μια απολύτως θεοειδή εικόνα της δικής του ελευθερίας, έναν ίσο εταίρο για μια αιώνια, «επικίνδυνη» συζήτηση. […] (Οι λόγοι των όντων) είναι η θέληση του Θεού ως Λόγου να θέσει τον εαυτό Του σ’ έναν εσχατολογικό διάλογο μ’ έναν πραγματικά θεοειδή συνομιλητή. Όχι να εκπληρώσει την αϊδίως εκπληρωμένη (μέσα στην ενδο-Τριαδική κοινωνία) ουσία Του, αλλά να υπερβεί την ίδια Του την υπερβατικότητα, σε μια διπλή υπέρβαση, η οποία Τον καθιστά πιθανώς ανύπαρκτο μέσα στην ελευθερία του Άλλου: αυτό είναι που ονομάζουμε θεία αγάπη»[11].

Ο άγιος Ιουστίνος Πόποβιτς έχει γράψει γι’ αυτό το περίεργο ον, τον άνθρωπο: «Κοιτάζοντας από τον ουρανό, τι είναι εκείνο που διακρίνουμε περισσότερο πάνω στη γη; Όχι τα βουνά ούτε οι θάλασσες ούτε οι πόλεις ούτε οι ουρανοξύστες. Είναι ο άνθρωπος. Διότι η θεοειδής ψυχή του ανθρώπου είναι ένας ήλιος επί της γης. Όσοι είναι οι άνθρωποι, τόσοι είναι οι ήλιοι επί της γης. Και καθένας απ’ αυτούς τους ήλιους είναι ορατός από τον ουρανό. Αγαπημένο θαύμα του Θεού! Η μικρούτσικη γη, ένα αστεράκι από τα πιο μικρά, να χωράει δισεκατομμύρια ήλιους! Μέσα από το χωματένιο σώμα του ανθρώπου λάμπει ο ήλιος! Ο άνθρωπος! Ένας μικρός θεός μέσα στη λάσπη».

Ταξιδεύοντας στη χριστιανική αρχαιότητα αξίζει να σταθούμε σ’ ένα ανθρωπολογικό κρεσέντο του αγίου Γρηγορίου του Θεολόγου: [Ο Θεός] «δημιουργεί τον άνθρωπο ως πλάσμα από δύο στοιχεία, δηλαδή από ορατή φύση και αόρατη. Και, ενώ πήρε το σώμα του από την ύλη που υπήρχε ήδη, έβαλε μέσα πνοή από τον εαυτό του (που η Αγία Γραφή το ξέρει ως «νοερά ψυχή» και «εικόνα Θεού»). Έτσι τον τοποθέτησε στη γη ως άλλον κόσμο [=άλλο από όλο το υπόλοιπο σύμπαν], μικρό και, μέσα στο μικρό, μεγάλο, άλλον άγγελο, προσκυνητή μικτό, επόπτη της ορατής κτίσης και μύστη της νοερής [=δηλ. γνώστη, μέτοχο της νοερής, της αγιότητας, των αγγέλων κ.τ.λ.], βασιλιά της γης, αλλά με βασιλιά δικό του από πάνω, επίγειο και ουράνιο, πρόσκαιρο και αθάνατο, ορατό και νοερό, ανάμεσα στο μεγαλείο και την ταπεινότητα, τον ίδιο πνεύμα και σάρκα… Πλάσμα που τελειοποιείται εδώ, σ’ αυτή τη ζωή, και μεταφέρεται αλλού, στο μέλλοντα αιώνα, και –τέρμα του μυστηρίου– θεοποιούμενο με το να στρέφεται προς το Θεό»[12].

Σημειώσεις

[1] Χ. Γιανναρά, Η ελευθερία του ήθους, Αθήνα 21979, σ. 35.

[2] Στο ίδιο, σ. 38.

[3] Στο ίδιο, σελ. 71.

[4] Smail Balic, «Das Weltverstandnis im Islam», στο Mensh, Welt, Staat im Islam, Granz Wien Koln 1977, σ. 71.

[5] Πατέρες της Εκκλησίας ονομάζουμε τους αγίους διδασκάλους του χριστιανισμού, που γνώρισαν την Αλήθεια του Θεού μέσα από την εμπειρία της ένωσης με αυτόν (θέωσης, αγιότητας) κι όχι μελετώντας βιβλία ή κάνοντας διανοητικές υποθέσεις και συλλογισμούς. Κατά την εμπειρία των αγίων Πατέρων λοιπόν ο άνθρωπος ενώνεται με τις ενέργειες του Θεού, όχι όμως με την ίδια την ουσία του Θεού. Όμως οι ενέργειες του Θεού (θείες δυνάμεις με τις οποίες ο Θεός συνδέεται με τα δημιουργήματά Του, ανάλογα με την περίσταση) είναι άκτιστες, δηλ. κατευθείαν προερχόμενες από το Θεό και όχι απλώς δημιουργήματά Του, γι’ αυτό και η ένωση αυτή είναι ένωση με τον Ίδιο το Θεό και προκαλεί τη μεταμόρφωση του ανθρώπου σε θείο ον (άγιο), όπως ο Θεός τον έχει προσκαλέσει εξ αρχής να γίνει. Όλες οι εντολές του Θεού προς τον άνθρωπο και ο αγώνας του ανθρώπου για την τήρησή τους αποσκοπεί όχι σε κάποια «υπηρεσία προς το Θεό», αλλά στην κάθαρση της καρδιάς του ανθρώπου από τα πάθη και στην ύψιστη τιμή της ένωσής του με το Θεό, αφού ο Χριστός ήδη γεφύρωσε στο πρόσωπό Του την ανθρώπινη φύση με το Θεό (επειδή ο ίδιος είναι Θεός και άνθρωπος) και την ανύψωσε με την ανάληψή Του στον ουρανό και «την κάθισε στα δεξιά του Θεού».

Αντίθετα, η Ρωμαιοκαθολική «Εκκλησία» θεωρεί αυτές τις ενέργειες κτιστές (δημιουργήματα, όπως και ο άνθρωπος και κάθε τι στο σύμπαν), άρα ο άνθρωπος, κατ’ αυτήν, δεν ενώνεται ποτέ με το Θεό, απλώς ανταμείβεται ή τιμωρείται από το Θεό για τις πράξεις του – ό,τι δηλαδή διδάσκει και το Ισλάμ (Θ.Ρ.).

[6] Π. Νέλλα, Ζώον θεούμενον, Αθήνα 1979, σ. 30.

[7] Χ. Γιανναρά, Η κρίση της προφητείας, Αθήνα 21981, Δόμος, σελ. 108.

[8] «Περί εικονογραφίας», Σύναξη 24 (1987), σ. 107.

[9] Αλέξανδρου Καρυώτογλου Ορθοδοξία και Ισλάμ, Δόμος 1994, σελ. 35-39.

[10] Στο βιβλίο του Άνθρωπος και Θεάνθρωπος, εκδ. Αστήρ.

[11] π. Νικ. Λουδοβίκου, Θεοποιΐα – Η μετανεωτερική θεολογική απορία, Αρμός 2007, σελ. 14-15. 17.

[12] «Τοτο δ βουληθες τεχνίτης πιδείξασθαι Λόγος, κα ζον ν ξ μφοτέρων, οράτου τε λέγω κα ρατς φύσεως, δημιουργε τν νθρωπον· κα παρ μν τς λης λαβν τ σμα δη προϋποστάσης, παρ’ αυτο δ πνον νθες ( δ νοερν ψυχν κα εκόνα Θεο οδεν λόγος), οόν τινα κόσμον δεύτερον, ν μικρ μέγαν, π τς γς στησιν, γγελον λλον, προσκυνητν μικτν, πόπτην τς ρατς κτίσεως, μύστην τς νοουμένης, βασιλέα τν π γς, βασιλευόμενον νωθεν, πίγειον κα οράνιον, πρόσκαιρον κα θάνατον, ρατν κα νοούμενον, μέσον μεγέθους κα ταπεινότητος· τν ατν πνεμα κα σάρκα· ζον νταθα οκονομομενον τοτστιν ν τ παρντι βίῳ, κα λλαχο μεθιστμενον ν τ αἰῶνι τ μλλοντι, κα – πρας το μυστηρου – τ πρς Θεν νεσει θεομενον», Λόγος ΜΕ΄, Ες τ γιον Πάσχα, 7, (P.G. 36, 632). Βλ. και αγ. Γρηγορίου Νύσσης Περ κατασκευς του νθρώπου και Ες τ τς Γραφς ρήματα· Ποιήσωμεν νθρωπον κατ’ εκόνα μετέραν καὶ ὁμοίωσιν, Λόγοι Α΄ και Β΄ (P.G. 44, 125-256 και 257-297). Από τη φράση «οἷόν τινα κόσμον δεύτερον, ἐν μικρῷ μέγαν» (βλ. και P.G. 37, 689) πιθανόν έχει εμπνευστεί ο Οδυσσέας Ελύτης τη γνωστή επωδό «Αυτός ο κόσμος ο μικρός ο μέγας».

 

(ΠΗΓΗ: ΟΟΔΕ. Διάλογοι μεταξύ του μουσουλμάνου θεολόγου ΄Αχμεντ Ελντίν και του ορθόδοξου θεολόγου Θ. Ρηγινιώτη).

 

30.11.15

 

            Ι. ΚΑΡΔΑΣΗΣ

 

 

 

 

 

 

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s