Σ Χ Ι Σ Μ Α (Ιω.Καρδάση)

1001858_10151731048299630_244101571_n

Εισαγωγικά

Βασικά, υπήρχαν ανέκαθεν διαφορετικές προσεγγίσεις ανάμεσα στο Ανατολικό και Δυτικό μισό του Χριστιανικού κόσμου. Η ανατολική Χριστιανοσύνη αναπτύχθηκε σε χώρες διαποτισμένες από το Ελληνιστικό πνεύμα, το πολιτιστικό υπόβαθρο, την κοινή ελληνική γλώσσα και την αρχαία ελληνική τέρψη του φιλοσοφικού στοχασμού. Οι ανατολικές επαρχίες της Ρωμαϊκής αυτοκρατορίας είχαν ανέκαθεν πολύ υψηλότερο μορφωτικό επίπεδο, από τις αντίστοιχες δυτικές και εκεί η Εκκλησία αναπτύχθηκε σε μια ατμόσφαιρα όπου όλοι, κληρικοί και λαϊκοί, ενδιαφέρονταν για θεολογικές συζητήσεις. Η προσπάθεια κάθε στοχαστή να αποτιμήσει κατά τον δικό του ιδιαίτερο τρόπο την πλήρη φιλοσοφική σημασία της χριστιανικής Αποκάλυψης έγινε αιτία ατέλειωτων συζητήσεων και αντιπαραθέσεων, κατέστη δε απολαυστική η ενασχόληση με την απόδειξη, ότι τα φιλοσοφικά συμπεράσματα είχαν διαστρέψει τη χριστιανική Αποκάλυψη. Κανένας δεν ήταν διατεθειμένος να αποδεχτεί ως ορθόδοξες τις απόψεις οποιουδήποτε άλλου θεολόγου, χωρίς μια πλήρη επιχειρηματολογία και επομένως υπήρχε η αίσθηση, ότι η ορθή πίστη μπορούσε να επιβεβαιωθεί μονάχα από μια γενική σύναξη, όπου θα αντιπροσωπεύονταν όλα τα μέλη της Εκκλησίας σε μια Οικουμενική Σύνοδο, διάδοχο της σύναξης των Αποστόλων, μετά την Πεντηκοστή.

Οι συνάξεις αυτές ήταν συχνά καταιγιστικές και η σωματική βία δεν ήταν φαινόμενο άγνωστο, ορισμένες δε φορές δύσκολα θα μπορούσε να πιστέψει κανείς, ότι το άγιο Πνεύμα ήταν όντως παρόν. Η μειοψηφία σπανίως ήταν διατεθειμένη να αποδεχτεί την απόφαση της πλειοψηφίας και από αυτές τις διαφωνίες προέκυπταν οι διάφορες αιρέσεις. Από τη διαφωνία απόψεων, μέχρις αυτές να θεωρηθούν αιρετικές μεσολαβούσε ικανό χρονικό διάστημα (π.χ. δυο αιώνες στην περίπτωση του Μονοφυσιτισμού). Στην Ανατολή, όπου υπήρχε συνήθεια στη διαφορετικότητα, εξασκούσαν επίσης την «Οικονομία», που σήμαινε το έλεος, την αγάπη, την καταλλαγή.

Όταν ο αυτοκράτορας αποδέχτηκε τον Χριστιανισμό, έγινε δεκτός ως η κεφαλή της χριστιανικής κοινότητας και μπορούσε για την προσφορά του προς την Εκκλησία να ανακηρυχθεί άγιος, ακόμη και εάν παρέκλινε της ορθής πίστης (όπως ο Μ. Κωνσταντίνος στον αρειανισμό ή ο Ιουστινιανός Α΄ στον αφθαρτοδοκητισμό, θεοπασχιτισμό και μονοθελητισμό). Καθήκον του αυτοκράτορα ήταν η σύγκλιση των Οικουμενικών Συνόδων και η προεδρία αυτών, η δε τελετή ενθρόνισης μεταβλήθηκε σε θρησκευτικό μυστήριο, αλλά πάντα με την έννοια του διαδόχου του Καίσαρα. Ουδείς ήταν ανώτερος του αυτοκράτορας, ακόμη και οι μεγάλοι εκκλησιαστικοί ιεράρχες ή οι Πατριάρχες, οι οποίοι ήταν δεύτεροι «τη τάξει» μετά από αυτόν. Τους τελευταίους διόριζε ή καθαιρούσε κατά το δοκούν (π.χ. Ιουστινιανός Α΄ με τους πάπες Βιγίλιο και Πελάγιο Α΄). Γενικά, ο αυτοκράτορας, ως πηγή του νόμου, ήταν υπεύθυνος για τα πολιτικά θέματα και ο Πατριάρχης για τα εκκλησιαστικά, σε ορισμένες δε περιπτώσεις ο Πατριάρχης αντιδρούσε σε θέματα πίστεως ή ηθικής στον αυτοκράτορα (π.χ. ο Πατριάρχης Ευφήμιος αρνήθηκε να στέψει τον αυτοκράτορα Αναστάσιο Α΄ το 491 για θέμα πίστεως ή ο Πατριάρχης άγιος Πολύευκτος αρνήθηκε να στέψει τον Ιωάννη Α΄ Τσιμισκή το 969 για παράνομη σχέση).

Στην Ανατολή, η ορθόδοξη «άποψη» δεν ήταν πάντα ξεκάθαρη και οι θεολόγοι, ενώ μπορούσαν να υποστηρίζουν την ίδια θέση σε μια διαμάχη, συχνά επικαλούνταν επιχειρήματα τελείως αντιφατικά μεταξύ τους. Η ορθή λατρεία ήταν πολύ σημαντικότερη της Πίστης και υπήρχε βαθειά αφοσίωση στη λειτουργία, που διαμορφώθηκε οριστικά μετά την Εικονομαχία, η δε μετάφραση της λειτουργίας στις τοπικές διαλέκτους ήταν αποδεκτή.

Αντίθετα, στη Δύση η θεώρηση των πραγμάτων ήταν τελείως διαφορετική. Ο Χριστιανισμός εξαπλώθηκε πιο αργά στη Δύση απ’ ότι στην Ανατολή και έτσι ο παγανισμός επιβίωσε πολύ περισσότερο στην πρώτη, ιδιαίτερα στους καλλιεργημένους κύκλους. Στη Δύση οι θεολογικές διαμάχες ήταν περιορισμένες, η δε γλώσσα η λατινική δεν ήταν το ίδιο εύκαμπτη και με λεπτά νοήματα όπως η ελληνική, αλλά ικανή για τη νομική επιστήμη. Τελικά, η λατινική κουλτούρα και γλώσσα τέθηκαν στην υπηρεσία της Εκκλησίας.

Όταν η αυτοκρατορική εξουσία κατέρρευσε στη Δύση, υπό την πίεση της βαρβαρικής επέλασης, ο μόνος οργανισμός που επιβίωσε ήταν η Εκκλησία. Οι διάφοροι κυβερνήτες και εκπρόσωποι του αυτοκράτορα εξαφανίστηκαν, αλλά ο Πάπας και η δυτική Εκκλησία παρέμειναν. Αυτοί διαπραγματεύθηκαν με τους βαρβάρους κατακτητές και συνέχισαν να διοικούν τις πόλεις και σε ορισμένες περιπτώσεις οι Πάπες ήταν οι εκπρόσωποι του αυτοκράτορα στη Δύση του οποίου η εξουσία τυπικά υπήρχε, ο δε αυτοκρατορικός ρωμαϊκός νόμος διατηρήθηκε από την Εκκλησία. Αργότερα, τη θέση του αυτοκράτορα στη Δύση την πήρε ο Πάπας, ο οποίος κληρονόμησε τη θέση του μοναδικού ηγέτη, από τον οποίον πήγαζε ο νόμος.

Το πολιτιστικό επίπεδο στη Δύση ήταν γενικά πολύ χαμηλότερο απ’ ότι στην Ανατολή και η παιδεία, λόγω των επιδρομών ήταν σχετικά ανύπαρκτη, η δε μόνη εκπαίδευση που παρέμεινε, κυριολεκτικά για τους κληρικούς, ήταν η εκκλησιαστική. Παράδειγμα, ελάχιστοι λαϊκοί ήξεραν ανάγνωση και έτσι, η δυτική λατινική λειτουργία ήταν ακατανόητη στους πιστούς, ενώ στην Ανατολή η λειτουργία ήταν κατανοητή στο μέσο πιστό. Ως εκ των ανωτέρω, η ανάμειξη ενός λαϊκού στη Δύση σε θρησκευτικά ζητήματα ήταν εξαιρετικά περιορισμένη, ενώ αντιστρόφως ο μορφωμένος κλήρος παρενέβαινε όλο και περισσότερο στα κρατικά ζητήματα.

Η μονοκρατορική δομή της Δυτικής Εκκλησίας υπό τον Πάπα ήταν η αναπότρεπτη συνέπεια των ιστορικών δεδομένων, αντλώντας την θεωρητική της κατοχύρωση από Πέτριες αξιώσεις: ο απόστολος Πέτρος ήταν ο ηγέτης των Αποστόλων, η πέτρα επί της οποίας οικοδομήθηκε η Εκκλησία, σ’ αυτόν είχαν δοθεί τα κλειδιά του Παραδείσου και η εξουσία του δεσμείν και λύειν. Έτσι, οι Επίσκοποι της Ρώμης θεωρούσαν, ότι είχαν κληρονομήσει αυτές τις εξουσίες. Ο Πάπας δεν ήταν μόνο ο ανώτατος κυβερνήτης της Εκκλησίας, αλλά και ο ανώτατος κριτής επί δογματικών ζητημάτων, η δε Οικουμενική Σύνοδος θα είχε ως ρόλο να επιδοκιμάσει και να διακηρύξει τις παπικές ανακοινώσεις. Η πίστη έγινε μια σειρά άρθρων που περιείχαν το θείο νόμο. Ορισμένα δόγματα θεωρήθηκαν ορθά και νόμιμα, άλλα ήταν εσφαλμένα και παράνομα, επιπλέον δε ο Πάπας ταυτιζόταν με την Εκκλησία. Προσβολή στο πρόσωπο του Πάπα θεωρείτο προσβολή προς σύνολη τη δυτική Εκκλησία, το δε αλάθητο θεωρείτο αποκλειστικό προνόμιο του Πάπα. Στην Ανατολή, αυτά τα ανωτέρω κατατιθέμενα ήταν απλώς αδιανόητα. Η Οικουμενική Σύνοδος ήταν η έκφραση της Εκκλησίας, η δε προσβολή προς τον Πατριάρχη αφορούσε προς το πρόσωπό του και μόνο. Ένας ανατολικός Πατριάρχης δεν είχε κληρονομήσει αποστολικές εξουσίες ενός μόνον αποστόλου, ούτε θεωρείτο ποτέ αλάθητος, μάλιστα μπορούσε κάλλιστα να καταδικαστεί και για αίρεση ακόμη.

Η δυτική Εκκλησία έτεινε να γίνει ένας συγκεντρωτικός φορέας με ηγέτη μια μονοκρατορική και θεόπνευστη κεφαλή, η δε διεύθυνση βρισκόταν στα χέρια έμπειρων διοικητών και νομικών, των οποίων η θεολογία αντανακλούσε μια τέτοια θεώρηση. Η τάση αυτή γνώρισε την πλήρη πραγμάτωσή της στο πρόσωπο του πάπα Γρηγόριου Ζ΄ και του Ιννοκέντιου Γ΄, αλλά η τάση αυτή ήταν πάντα παρούσα και εάν δεν συνέβαινε αυτό, η Εκκλησία της Ρώμης δεν θα είχε επιβιώσει στον ταραγμένο και σκοτεινό μεσαίωνα.

 

Με την πάροδο των αιώνων, η συνεννόηση μεταξύ Ανατολής και Δύσης γινόταν όλο και πιο δύσκολη. Στη θεωρία, λίγο πολύ πλησίαζαν, αλλά σε επίπεδο πρακτικής υπήρχε μεγάλη απόκλιση στα μυστήρια και τη λειτουργική ζωή. Η Ανατολή στηριζόταν περισσότερο στην Πίστη, η Δύση περισσότερο στο Νόμο. Και οι δυο υποστήριζαν ασύμβατες απόψεις περί της εκκλησιαστικής εξουσίας. Στην Ανατολή, η διοίκηση ανήκε στον αυτοκράτορα και η Πίστη στις Οικουμενικές Συνόδους, στη Δύση ο Πάπας ήταν ο διάδοχος του αυτοκράτορα, αλλά και του αγίου Πέτρου. Τον διχασμό των δυο κλάδων επέτεινε η γλωσσική διαφοροποίηση, η οποία πολλές φορές ήταν η αιτία αντιδικιών, που οφείλονταν σε αθέλητα μεταφραστικά λάθη. Με τον καιρό δημιουργήθηκε έχθρα, παρ’ όλον ότι αποτελούσαν τη Μία, Αγία, Καθολική και Αποστολική Εκκλησία.

 

Μετά από όλους αυτούς του λόγους η διάσπαση Ανατολής και Δύσης υπήρξε θέμα χρόνου, η δε θρυαλλίδα για την διάσπαση αυτή απετέλεσε η διαφορετική αντίληψη για την εκπόρευση του αγίου Πνεύματος εκ μόνου του Πατρός ή εκ του Πατρός και του Υιού.

——————————————————-

Σ Χ Ι Σ Μ Α  ΑΝΑΤΟΛΗΣ – ΔΥΣΗΣ

             ΙΣΤΟΡΙΚΗ ΑΝΑΔΡΟΜΗ-  ΑΙΤΙΑ ΚΑΙ ΕΛΠΙΔΕΣ ΕΠΑΝΕΝΩΣΗΣ

 

 

            ΕΙΣΑΓΩΓΙΚΑ

 Το Σχίσμα του 1054, ήταν το γεγονός που διαίρεσε τον Χαλκηδόνιο Χριστιανισμό σε Δυτικό ΡΚαθολικισμό και Ανατολική Ορθοδοξία. Αν και εντοπίζεται χρονολογικά στο έτος 1054, όταν ο Πάπας Λέων Θ΄ και ο Πατριάρχης Μιχαήλ Α΄ Κηρουλάριος αντάλλαξαν μεταξύ τους Αναθέματα, το Σχίσμα μεταξύ Ανατολής και Δύσης ήταν στην πραγματικότητα το αποτέλεσμα μιας εκτεταμένης περιόδου αποξένωσης μεταξύ των δύο εκκλησιών. Οι αρχικές αιτίες του σχίσματος ήταν οι διαφωνίες σχετικά με την παπική αρχή — ο Πάπας απαιτούσε να έχει εξουσία ανώτερη των τεσσάρων Πατριαρχών της Ανατολής και να ασκεί δικαιοδοσία πάνω τους, ενώ οι τέσσερις Πατριάρχες υποστήριζαν, ότι η πρωτοκαθεδρία του Πατριάρχη Ρώμης ήταν μόνο τιμητική, και έτσι είχε εξουσία μόνο πάνω στους Χριστιανούς της Δύσης — καθώς και η εισαγωγή του όρου filioque στο Σύμβολο της Νικαίας. Υπήρχαν και άλλοι, λιγότερο σημαντικοί καταλύτες για το Σχίσμα, συμπεριλαμβανομένης της διαφοράς στη λειτουργική πρακτική και των συγκρουόμενων αξιώσεων περί της αρμοδιότητας.

Η διάσπαση των Εκκλησιών έγινε με βάση δογματικά, θεολογικά, γλωσσικά, πολιτικά και γεωγραφικά σύνορα και το θεμελιώδες ρήγμα δεν θεραπεύτηκε ποτέ. Αν και θεωρείται, ότι οι δύο εκκλησίες επανασυνδέθηκαν το 1274 (με τη Β΄ Σύνοδο της Λυών) και το 1439 (με τη Σύνοδο της Φερράρας – Φλωρεντίας), αυτές οι σύνοδοι αποκηρύχθηκαν από τον Ορθόδοξο κόσμο συνολικά, δεδομένου ότι οι ιεράρχες είχαν υπερβεί την αρμοδιότητά τους, με τη συγκατάθεσή τους σε αυτές τις αποκαλούμενες «ενώσεις». Οι περαιτέρω προσπάθειες να συμφιλιωθούν οι δύο οργανισμοί έχουν αποτύχει, εν τούτοις, διάφορες εκκλησιαστικές κοινότητες, που πλαισίωσαν αρχικά την Ανατολική Ορθόδοξη Εκκλησία, έπειτα προσκολλήθηκαν στο Βατικανό και καλούνται τώρα Ελληνόρυθμες Καθολικές εκκλησίες (Ουνία). Ως επί το πλείστον, όμως, οι δυτικές και ανατολικές εκκλησίες βρίσκονται σε διάσταση. Καθεμία υποστηρίζει ότι είναι η «Μια, Αγία, Καθολική και Αποστολική Εκκλησία», υπονοώντας, ότι ήταν η άλλη ομάδα που άφησε την αληθινή Εκκλησία κατά τη διάρκεια του Σχίσματος (Βικιπαίδεια).

 

ΑΙΤΙΑ

Το κυριότερο λοιπόν από τα αίτια του Σχίσματος (1054) είναι η απαίτηση της Ρώμης, για την υποταγή της καθόλου Εκκλησίας σ’ αυτήν. Όλες οι άλλες δογματικές και κανονικές διαφορές είναι δευτερεύοντα αίτια (άγιος Νεκτάριος. Τα αίτια του Σχίσματος). Αυτή η απαίτηση της υποταγής ξεκινάει ήδη από τον 1ο αιώνα με κύριο εκπρόσωπο τον ίδιο τον απόστολο Πέτρο, ο οποίος πρόβαλε τη δική του ηγεμονία σ’ όλη της Εκκλησία, κατά τη Σύνοδο των Ιεροσολύμων, το 50 («……. υμείς επίστασθε ότι αφ’ ημερών αρχαίων ο Θεός εν ημίν εξελέξατο δια του στόματός μου ακούσαι τα έθνη τον λόγον του ευαγγελίου και πιστεύσαι.» (Πράξ. 15. 6-11) και του οποίου ο εγωισμός και η ανάδειξη του προσώπου του πάνω από τους άλλους μαθητές καταγράφεται στην Πανορθόδοξη Σύνοδο του 1848 («Η προσευχή του Κυρίου μας έγινε, διότι ο Σατανάς είχε ζητήσει να σκανδαλίσει την πίστη όλων των Αποστόλων, αλλά ο Κύριος του επέτρεψε μόνο τον Πέτρο, και μάλιστα ακριβώς διότι έλεγε λόγια εγωιστικά και αναδείκνυε τον εαυτό του περισσότερο από τους άλλους». Απάντηση των Ορθοδόξων Πατριαρχών της Ανατολής στον Πάπα Πίο Θ΄ (1848). Ι. Καρμίρη: «Τα δογματικά και συμβολικά…..» τ. Β΄, σελ. 902-925). Τη στάση αυτή του Πέτρου κληρονόμησαν και ανέδειξαν, με ιδιαίτερο πάθος, όλοι σχεδόν οι Πάπες της Ρώμης, από τον Λίνο (67) και μετά, η δε προσπάθεια εξάσκησης πρωτείου εξουσίας υπήρξε ιδιαιτέρως έντονη και από πολλούς αγίους Πάπες, έγινε δε δεκτή και από πολλούς Πατριάρχες της Ανατολής, εξ ων ορισμένοι άγιοι της Εκκλησίας μας (Ράνσιμαν: Δύση και Ανατολή σε Σχίσμα).

Είναι αλήθεια, ότι ο ηγεμονισμός της Ρώμης εκδηλώθηκε σε πολλές περιπτώσεις και καταστάθηκε συνοδικά από πολλές Συνόδους, όπως στη Σύνοδο Σαρδικής με το έκκλητο, τη Σύνοδο της Καρθαγένης, την Ιγνατιανή Σύνοδο και  τις Δ΄, ΣΤ΄ και Ζ΄ Οικουμενικές Συνόδους με τον θρίαμβο του Παπισμού (Πισιδίας Μεθόδιος. Έλληνες και Λατίνοι) και με τη σχετική νομοθετική κατοχύρωση του πρωτείου εξουσίας του Πάπα από τον Ιουστινιανό Α΄ (131 νεαρά), καθώς και με άλλες πράξεις και παραδοχές, κυρίως από αυτοκράτορες, αλλά και από Πατριάρχες. Σ’ αυτή την κατοχύρωση του πρωτείου, που βασίζεται στην πρωτοκαθεδρία του Πέτρου, συνέβαλαν και πολλοί άγιοι της Εκκλησίας μας (πάνω από 20), με χαρακτηριστικά:

            α/ του Μ. Βασιλείου: «Απ’ το Χριστό διδασκόμαστε και το εξής, όταν όριζε τον Πέτρο ποιμένα της Εκκλησίας μετά τον εαυτό του: «Πέτρο του λέει, μ’ αγαπάς περισσότερο απ’ αυτούς; Βόσκησε τα πρόβατά μου. Και δίνει σ’ όλους τους μεταγενέστερους ποιμένες και διδασκάλους την ίδια εξουσία. Και απόδειξη αυτού είναι ότι όλοι μπορούν να δεσμεύουν με όμοιο τρόπο και να συγχωρούν (αμαρτίες) όπως εκείνος» (Μ. Βασιλείου. Ασκητικαί διατάξεις, κεφ. ΚΒ΄ PG. 31, σελ. 1408),

 

            β/ του αγίου Ιω. Χρυσοστόμου, ότι: «Ο Πέτρος ήταν ο κορυφαίος του χορού, το στόμα όλων των αποστόλων, η κεφαλή της ομάδας εκείνης, ο προστάτης όλης της οικουμένης, το θεμέλιο της Εκκλησίας, ο θερμός εραστής του Χριστού, διότι λέγει «Πέτρο, με αγαπάς περισσότερο από αυτούς;». Γι’ αυτό αναφέρω τους επαίνους, για να μάθετε ότι πραγματικά αγαπάει το Χριστό, διότι η φροντίδα για τους δούλους είναι μεγίστη απόδειξις της αγάπης προς τον Κύριο. Και δεν τα λέγω εγώ αυτά, αλλ’ ο ίδιος ο αγαπώμενος Κύριος. «Αν με αγαπάς», λέγει, «ποίμαινε τα πρόβατά μου»» (Ιω. Χρυσοστόμου, «Εν εσχάταις ημέραις», ΕΠΕ 27, 621). Αλλά και: «Διατί και το αίμα εξέχεεν; Ίνα τα πρόβατα κτήσηται ταύτα, ά τω Πέτρω και τοις μετ’ εκείνον ενεχείρησεν» (Περί Ιερωσύνης, λόγος 2. 1 PG 48. 632),

            γ/ του αγίου Ειρηναίου Λουγδούνου, ο οποίος ονομάζει την Εκκλησία της Ρώμης «μεγίστην, αρχαιοτάτην και τοις πάσι γνωστήν…..» και ως εκ τούτου: «προς ταύτην δια το διαφέρον αυτής πρωτείον ανάγκη πάσαν συμβαίνειν Εκκλησίαν, τουτέστιν τους απανταχού πιστούς, εν η δια παντός υπό των οπουδήποτε συνετερήται παρά των Αποστόλων παράδοσις» (Περί αιρέσεων, Γ΄ 3, 2-3), δηλ. όλοι οι χριστιανοί απανταχού στον κόσμο βρισκόμενοι πρέπει να ομονοούν (συμφωνούν) με αυτή την Εκκλησία (δηλ. τη Ρώμη), διότι σ’ αυτήν ανέκαθεν διατηρήθηκε ανέπαφη η παράδοση, η ριζωμένη στους Αποστόλους.

            δ/ του αγίου Κυρίλλου Αλεξανδρείας: Στον Πέτρο, επρόκειτο να θεμελιώσει την Εκκλησία του ο Κύριος: «επ’ αυτώ γαρ έμελλε την αυτού θεμελιούν Εκκλησίαν» (PG 73, 220 AB). Όχι επ’ αυτής της πέτρας της πίστης, αλλ’ επ’ αυτώ, δηλ. τω Πέτρω. (Παπαδόπουλου Στυλ. Κύριλλος Αλεξανδρείας, σελ. 370). Και: Ο Κύριος τοποθέτησε τον Πέτρο ως ποιμένα της Εκκλησίας: «….. ως αυτός υπάρχων των δυνάμεων Κύριος και ταύτη (τη Εκκλησία) ποιμένα τον Πέτρον εφίστησιν» (PG 72, 424 B). (ως ανωτέρω, σελ. 370),

            ε/ του αγίου Θεοδώρου Στουδίτη: «Επειδήπερ Πέτρω τω μεγάλω δέδωκε Χριστός ο θεός μετά τας κλεις της βασιλείας των ουρανών και το ποιμνιαρχίας αξίωμα, προς Πέτρον ήτοι τον αυτού διάδοχον οτιούν καινοτομούμενον εν τη καθολική εκκλησία παρά των αποσφαλλομένων της αληθείας αναγκαίον αναφέρεσθαι…..» (Επιστολή προς Λέοντα Γ΄, Φατούρος, σελ. 91, 5) και: «Άκουε, αποστολική κάρα, θεοπρόβλητε ποιμήν των Χριστού προβάτων, κλειδούχε της ουρανών βασιλείας, πέτρα της πίστεως, εφ’ η ωκοδόμηται η καθολική εκκλησία. Πέτρος γαρ συ, τον Πέτρου θρόνον κοσμών και διέπων…..» (Επιστολή προς Πασχάλη Α΄, Φατούρος, σελ. 400, 17),

            ς/ πολλών άλλων αγίων (Κλήμης Α΄, Ανίκητος, Στέφανος Α΄, Αυγουστίνος, Κελεστίνος Α΄, Λέων Α΄, Αγαπητός Α΄, Μαρτίνος Α΄, Αγάθωνας, ΚΠόλεως Ιγνάτιος, Γεώργιος αθωνίτης, Θεοφύλακτος Βουλγαρίας, Συμεών Θεσ/νίκης, κ.ά.). Έτσι, η ηγεμονία του Ρώμης, όπως οικοδομήθηκε, σήμαινε πολλά περισσότερα από ένα απλό πρωτείο τιμής, χωρίς να υπάρχει σαφής ορισμός ή κάποια νομική κατοχύρωση (de jure), κάτι το οποίον όμως έγινε παραδεκτό από πολλούς ανατολικούς Πατέρες (de facto), οι οποίοι όχι μόνο δέχτηκαν, αλλά και υποστήριξαν το αυξημένο αυτό πρωτείο του Ρώμης. Χαρακτηριστικό παράδειγμα: Ο Πάπας Ρώμης μέχρι το 1054 απακαλείτο από τους Πατριάρχες «άγιε πατέρα». Ο πρώτος, που τόλμησε να γράψει «άγιε αδελφέ» (Μιχαήλ Α΄ Κηρουλάριος) είχε τα γνωστά επακόλουθα (Ράνσιμαν, ως ανωτέρω).

Οι Επίσκοποι Ρώμης ανέκαθεν υπήρξαν οι εκπρόσωποι του Ρωμαίου αυτοκράτορα στη Δύση και έτσι θεωρούντο εκεί τόσον ως διάδοχοι του αυτοκράτορα, όσον και ως διάδοχοι του αγίου Πέτρου. Από την άλλη, οι Ρωμαίοι αυτοκράτορες θεωρούσαν τον Ρώμης, ως την κεφαλή της Εκκλησίας, υποχρέωναν δε τους ανατολικούς Πατριάρχες σε υποταγή σ’ αυτόν (Ράνσιμαν, ως ανωτέρω). Έτσι, υπήρχε μια αλληλεξάρτηση μεταξύ του αυτοκράτορα και του Επισκόπου Ρώμης, οι δε πλείστοι των αυτοκρατόρων δεν φημίζοντο για την Ορθοδοξία τους. Εξ άλλου, από τους 88 αυτοκράτορες (μετά το 325), οι 44 δεν ήσαν Ορθόδοξοι (αιρετικοί αρειανοί, μακεδονιανοί, μονοφυσίτες, μονοθελήτες, ουνίτες, ακόμη και γνήσιοι ΡΚαθολικοί!), από δε τους υπόλοιπους, η πλειονότητα υπηρετούσε αυτή την αλληλεξάρτηση και ως εκ τούτου θεωρούντο τουλάχιστον παπόφιλοι, αν όχι παπόδουλοι και χρησιμοποιούσαν την Ορθοδοξία, για τις όποιες επιδιώξεις τους.

Αυτή η ιδιότυπη μοναρχία του Πάπα στη Δύση, από τη μια του απέδιδε Ορθόδοξη αυθεντία, από την άλλη δε θεωρείτο, ως ο ανώτατος κριτής επί δογματικών ζητημάτων (όρα: επιστολές αγίου Θεόδωρου Στουδίτη προς τους πάπες Λέοντα Γ΄ και Πασχάλη Α΄), ταυτίζετο με την Εκκλησία και το αλάθητό του θεωρείτο αποκλειστικό του προνόμιό ήδη από τον 6ο αι. με τον πάπα άγιο Αγαπητό Α΄, το 535, (άγιος Νεκτάριος, ως ανωτέρω), αναφερόταν δε πάντοτε η Ρώμη, ως η πρώτη (και μοναδική) αποστολική καθέδρα. Μετά δε την πτώση της Ρωμαϊκής αυτοκρατορίας, τον ρόλο του αυτοκράτορα στη Δύση τον πήρε ο Πάπας, ο οποίος κληρονόμησε τη θέση του μοναδικού (και πολιτικού) ηγέτη, από τον οποίον πήγαζε ο νόμος (Ράνσιμαν, ως ανωτέρω). Αυτή η διπλή ιδιότητα του Πάπα, ως εκκλησιαστικού και πολιτικού ηγέτη, που ξεκίνησε ανεπίσημα με τον Πάπα άγιο Γρηγόριο Α΄ Διάλογο, το 600, σταθεροποιήθηκε το 730 με τον Πάπα Γρηγόριο Β΄ και εδραιώθηκε επίσημα το 754, με τον Πάπα Στέφανο Γ΄, έγινε δεκτή σιωπηρώς από την καθόλου Εκκλησία, για 300 χρόνια μέχρι το Σχίσμα, αλλά και μετά από αυτό. Από την άλλη, αν δεν εκδηλωνόταν αυτή η μονοκρατορία του Πάπα στη Δύση, όπως εκδηλώθηκε, η Εκκλησία της Ρώμης δεν θα είχε επιβιώσει στον ταραγμένο και σκοτεινό μεσαίωνα (ποιος άραγε να την βοηθήσει ενάντια στους βαρβάρους επιδρομείς;).

Αυτή ακριβώς η ιδιότυπη μονοκρατορία του Πάπα στη Δύση, η απόλυτη εκκλησιαστική και πολιτική εξουσία στο πρόσωπό του (παραδεκτή και από την Εκκλησία, όπως παραδεκτή από την Εκκλησία είναι και η ταυτόχρονη πολιτική και εκκλησιαστική εξουσία του Αρχιεπισκόπου Κύπρου, με το διάταγμα του Ζήνωνα, το 488) και το αδιανόητο της προσβολής του προσώπου του ήταν η γενεσιουργός αιτία της ηγεμονίας του στα εκκλησιαστικά πράγματα, μέχρι του σημείου να θεωρείται η εκκλησιαστική αυθεντία του υπεράνω και των Οικουμενικών Συνόδων (άγιος Νεκτάριος, ως ανωτέρω). Αυτή ακριβώς η αυθεντία είναι και η κύρια αιτία της παρέκκλισης από το Ορθόδοξο Δόγμα, την Πίστη και την Παράδοση σε τέτοιο βαθμό, που η αλλοίωση αυτή να γίνει τελικά απίστευτη.

 

ΙΣΤΟΡΙΚΑ

            Εάν ο Κηρουλάριος είναι αξιοκατάκριτος, για ό,τι επακολούθησε, ίση αν όχι μεγαλύτερη μομφή θα πρέπει να αποδοθεί στον Ουμβέρτο. Ήταν άνθρωπος μιας κάποιας κατάρτισης και γνήσιας –αν και στενόμυαλης ευλάβειας-, αλλά ήταν ευέξαπτος και σκαιός και αντιπαθούσε τους Έλληνες. Αποφάσισε ότι έπρεπε να σταλούν στην ΚΠολη αντιπρόσωποι και συνέταξε δυο ακόμη επιστολές εξ ονόματος του Πάπα (τον φυλακισμένο από τους Νορμανδούς  Λέοντα Θ΄), για να τις πάρουν μαζί τους. Η πρώτη απευθυνόταν στον Κηρουλάριο και επαναλάμβανε τα επιχειρήματα για την ανωτερότητα της αγίας Έδρας, αποδοκίμαζε τον πατριάρχη για τη χρήση του τίτλου του οικουμενικού, έθετε εν αμφιβόλω την κανονικότητα της εκλογής του και τον κατηγορούσε ότι παραβίαζε τα ιδιαίτερα προνόμια των Εκκλησιών της Αλεξάνδρειας και της Αντιόχειας (ίσως δίκαια για την τελευταία), επεσήμανε την απρέπεια κριτικής από μέρους του των Λατινικών εθίμων και κατέληγε με την ευχή, ότι οι αντιπρόσωποι, που ο Πάπας έστελνε στην ΚΠολη θα τον έβρισκαν ειλικρινά μετανοημένο. Η δεύτερη επιστολή απευθυνόταν στον αυτοκράτορα (Κων/νο Θ΄ Μονομάχο) και διατύπωνε παράπονα για τη συμπεριφορά του πατριάρχη και τον προειδοποιούσε, ότι αν δεν τον χαλιναγωγούσε, θα ακολουθούσαν αντίποινα. Οι αντιπρόσωποι που διορίστηκαν ήταν: ο Καρδινάλιος Ουμβέρτος, ο Φρειδερίκος της Λορραίνης, σύμβουλος της αγίας Έδρας και ο Πέτρος Αρχιεπίσκοπος Αμάλφι (επισκοπής της αυτοκρατορίας).

 

Η αντιπροσωπεία έφτασε στην ΚΠολη τον Απρίλιο του 1054 με τις δυο επιστολές (αλλά και προγενέστερες), καθώς και μια αναφορά από το πατριαρχείο Ιεροσολύμων, που καταδείκνυε, ότι οι εκεί συνήθειες διέφεραν από αυτές της ΚΠολης. Οι αντιπρόσωποι του Πάπα, δυσαρεστημένοι από την κακή υποδοχή πέταξαν την επιστολή του Πάπα στον Πατριάρχη. Ο Πατριάρχης εξέτασε την επιστολή και διέγνωσε ότι είχε ανοιχτεί και ξανασφραγιστεί και αρνήθηκε τη νομιμότητα της αντιπροσωπείας. Στις 15 Απριλίου, ο Πάπας πέθανε, νέο που έφθασε 2 μήνες αργότερα στη ΚΠολη, και σύμφωνα με το Κανονικό Δίκαιο δεν θα μπορούσε να υπάρχει εκπροσώπηση νεκρού Πάπα. Ο νέος Πάπας Βίκτωρ Β΄ (διορισμένος από τον Ερρίκο Γ΄) έφτασε στη Ρώμη πολύ αργότερα από το Σχίσμα (3 Απριλίου 1055) και αποδοκίμασε την τακτική του προκατόχου του, για συμμαχία με το Βυζάντιο.

 

Ενώ ο Πατριάρχης αγνόησε τους αντιπροσώπους, ο αυτοκράτορας τους καλοδέχτηκε και παρέλαβε τα κείμενά τους. Τις αιτιάσεις της αντιπροσωπείας, ειδικά για τα ρωμαϊκά έθιμα, αντέκρουσε ο Στουδίτης μοναχός Νικήτας Στηθάτος, ενός μοναστηριού που υπερασπιζόταν τα παπικά δικαιώματα. Ο αυτοκράτορας ανάγκασε το Στηθάτο να αποσύρει την αντίκρουση του αυτή και να ζητήσει συγγνώμη από την αντιπροσωπεία. Ο Κηρουλάριος παρέμενε αμέτοχος, αγνοώντας την αντιπροσωπεία και τότε είναι που ο Ουμβέρτος έθεσε το θέμα του Filioque, υποθέτοντας ότι ο Πάπας θα ήθελε κάτι τέτοιο.

 

Η υπομονή του Ουμβέρτου εξαντλήθηκε, οπότε το Σάββατο, 16 Ιουλίου 1054, λίγο πριν την έναρξη της απογευματινής ακολουθίας (του εσπερινού της αγίας Μαρίνας), ο ίδιος και οι άλλοι δυο εισήλθαν επισήμως στον Ι. Ναό της αγίας Σοφίας και άφησαν στο Ιερό μια βούλλα αφορισμού του ΚΠόλεως Μιχαήλ Α΄ Κηρουλάριου, του Οχρίδας Λέοντα, του πατριαρχικού συμβούλου Μιχαήλ Κωνσταντίνου και των ακολούθων αυτών. Στη συνέχεια, αποχώρησαν από τον Ι. Ναό, τινάζοντας με επισημότητα τη σκόνη από τα υποδήματά τους. Ένας διάκονος έτρεξε πίσω τους ικετεύοντας να πάρουν τη βούλλα πίσω. Αυτοί αρνήθηκαν και τότε την πέταξε στο δρόμο. Κατόπιν, τη μάζεψαν και τελικά έφτασε στα χέρια του Κηρουλάριου. Στην επιστολή υπήρχε άρνηση του τίτλου του πατριάρχη στον Κηρουλάριο και όσοι τον υποστήριζαν ήταν ένοχοι σιμωνίας, ένοχοι ευνουχισμών (πρακτική που ακολουθείτο), ένοχοι αναβαπτισμού των Λατίνων, για το γάμο των κληρικών, για βάπτισμα γυναικών κατά την ώρα του τοκετού (που πράγματι συνέβαινε), για εγκατάλειψη του Μωσαϊκού νόμου (πράγμα ψευδές), για άρνηση της θ. κοινωνίας σε άνδρες ξυρισμένους και την παράλειψη του όρου «και εκ του Υιού» στο σύμβολο πίστης. Ακολουθούσαν παράπονα για το κλείσιμο Λατινικών ναών στην ΚΠολη και για ανυπακοή στον Πάπα. Η βούλλα τελείωνε με τον αναθεματισμό ΜΑΡΑΝΑΘΑ και δήλωση, ότι από εδώ και στο εξής ο Κηρουλάριος και οι οπαδοί του, θα ήταν γνωστοί ως αιρετικοί, που υποστήριζαν τη χρήση ένζυμου άρτου στη θ. ευχαριστία.

 

ΠΑΡΕΠΟΜΕΝΑ

 

Μετά το συμβάν αυτό, ο Κηρουλάριος έσπευσε στον αυτοκράτορα, ο οποίος μόλις είχε κατευοδώσει την αντιπροσωπεία, με την ελπίδα, ότι είχε επιτύχει το σχέδιό του, για συμμαχία. Ο Κων/νος διάβασε το κείμενο με την ελληνική μετάφραση της βούλλας, συγκλονίστηκε, αλλά επειδή υποπτευόταν τον Κηρουλάριο, δεν συμφώνησε για την επιστροφή της αντιπροσωπείας και έστειλε αγγελιαφόρο, για παραλαβή του λατινικού κειμένου. Παραβάλλοντας τα δυο κείμενα, δικαίωσε τον πατριάρχη και τότε έστειλε μήνυμα για επιστροφή της αντιπροσωπείας και δόσιμο εξηγήσεων ενώπιον συνόδου. Οι αντιπρόσωποι αρνήθηκαν και συνέχισαν το ταξίδι τους.

 

Το περιεχόμενο της βούλλας έγινε γνωστό στην ΚΠολη και επέφερε δυσφορία στο λαό σε τέτοιο βαθμό που ξέσπασαν σε διαδηλώσεις και ταραχές κατά του αυτοκράτορα και υπέρ του Κηρουλάριου. Ο αυτοκράτορας ανησύχησε και διέταξε το κάψιμο της προσβλητικής βούλλας. Την επόμενη Κυριακή 24 Ιουλίου συγκλήθηκε η σύνοδος για εξέταση του θέματος και η οποία απεφάνθη, ότι οι αντιπρόσωποι ήταν ανεύθυνοι και είχαν αφορίσει τον Πατριάρχη και εκείνους που αρνούνταν να συμμορφωθούν με τη διδασκαλία περί αγίου Πνεύματος, την πρακτική του ξυρίσματος και της αγαμίας του κλήρου. Παρετίθεντο τα κείμενα, η βούλλα και οι επιστολές και συμπεραινόταν, ότι η όλη υπόθεση ήταν δάκτυλος του Αργυρού, ενός διακεκριμένου Λομβαρδου ΡΚαθολικού, τον οποίον ο αυτοκράτορας είχε διορίσει διοικητή των αυτοκρατορικών δυνάμεων στην Ιταλία και φιλικά διακείμενου στην αγία Έδρα. Οι τρεις αντιπρόσωποι αναθεματίσθηκαν. Το κείμενο είχε συνταχθεί προσεκτικά, ώστε να μην εμπλέκει κατ’ ουδένα τρόπο τον Πάπα ή την Εκκλησία της Ρώμης, στο σύνολό της..

 

Τα γεγονότα του 1054 σηματοδοτούν την τελική ρήξη μεταξύ Ρώμης και Ανατολής, αν και η επαφή μεταξύ τους δεν εξέλειπε Η αποτυχία του 1054 δεν περιελάμβανε αναγκαστικά τη ρωμαϊκή Εκκλησία, αφού οι αντιπρόσωποί της δεν ήταν νομικά κατοχυρωμένοι και επομένως, ένας επόμενος Πάπας θα μπορούσε να αποκηρύξει τις ενέργειές τους, χωρίς διόλου να χάσει το γόητρό του. Γιατί λοιπόν ένα τέτοιο επεισόδιο υπερτιμήθηκε; Στη ΚΠολη ελάχιστη σημασία έδωσαν στο γεγονός και το εξέλαβαν, ως μια εσωτερική κρίση, στην οποίαν νικητής υπήρξε ο Πατριάρχης έναντι του αυτοκράτορα. Στη Ρώμη όμως, το πήραν στα σοβαρά, δεδομένου ότι η επίθεση στις Λατινικές συνήθειες πήραν αρνητική δημοσιότητα, που αντιστρατευόταν τις μεταρρυθμίσεις της Ρώμης. Ο Ουμβέρτος θεώρησε ότι έπραξε σωστά και επηρέασε την Κούρια μέχρι το θάνατό του (1061). Ένας από τους αντιπροσώπους, ο Φρειδερίκος της Λορραίνης, υπήρξε ο μεθεπόμενος πάπας Στέφανος Θ΄ και ο πιο στενός του φίλος, ο Χιλδεβράντος, υπήρξε ο μετέπειτα πάπας Γρηγόριος Ζ΄. Ως εκ τούτου, η Ρώμη αρνήθηκε να αποκηρύξει τις ενέργειες της αντιπροσωπείας και αντίθετα διακήρυξε με έμφαση την ορθότητα των ενεργειών της με συνέπεια να θεωρείται, ως ορθός και θεμιτός, ο αφορισμός του Κηρουλάριου, πόσο μάλλον που κανείς διάδοχός του δεν είχε ζητήσει συγγνώμη, άρα ήταν συνεπώς σε κατάσταση σχίσματος. Ο Ουμβέρτος είχε προσεκτικά αποφύγει να συμπεριλάβει την Εκκλησία της ΚΠολης στον αφορισμό του Επισκόπου της, αλλά αφού συνέχιζε να εκλέγει και να στηρίζει σχισματικούς επισκόπους, ήταν και η ίδια σχισματική. Πάντως, μέχρι το 14ο αι. και οι ίδιοι οι Έλληνες πίστευαν ότι το σχίσμα είχε ξεκινήσει με τον Κηρουλάριο, για τον οποίον λεγόταν ότι είχε απαντήσει στην παπική επίθεση, αφορίζοντας τον Πάπα και λέγοντας στους άλλους Πατριάρχες της Ανατολής να αναγνωρίζουν εκείνον, ως τον ανώτερο Πατριάρχη.

 

Ο Κηρουλάριος προσπάθησε να εξασφαλίσει τη στήριξη των Ανατολικών Πατριαρχών και έτσι έστειλε επιστολή στο φίλο του, Αντιοχείας Πέτρο Β΄, που άφηνε να εννοηθεί (ψευδώς βέβαια), ότι είχε αφοριστεί το σύνολο της Ορθόδοξης Εκκλησίας και παραθέτοντας παρατυπίες των Λατίνων πραγματικές, αλλά και άλλες εντελώς φανταστικές. Η απάντηση του Αντιοχείας δεν εκδήλωνε αισθήματα συμπάθειας, για την ενέργεια του Κηρουλάριου. Ο Πατριάρχης Μιχαήλ Κηρουλάριος ήταν άνθρωπος οξύς, πολυπράγμονας, φίλαρχος και φιλόδοξος (αγ. Νεκταρίου, τα αίτια του Σχίσματος, τ. Β΄, σελ. 22). Δεν συνεκροτήθη Οικουμενική Σύνοδος το 1054, ούτε η Σύνοδος υπό τον Μιχαήλ Κηρουλάριο πολυπληθής ήταν, ούτε αναθεμάτισε τον Πάπα, ούτε βεβαιώνεται, ότι παρέστησαν οι άλλοι Πατριάρχες (ως ανωτέρω, σελ. 39 και 82-84), τον δε πάπα δεν αναθεμάτισε η Σύνοδος (σελ. 44). Αξιολογείται η επιστολή του Αντιοχείας Πέτρου προς τον ΚΠόλεως Μιχαήλ, εις την οποίαν συνιστάται από τον Πέτρο μετριοπάθεια και μετριοφροσύνη, κακίζεται η προσθήκη στο Σύμβολο, αλλά φρονεί ότι, «ένθα μη Θεός ή πίστις το κινδυνευόμενον, νεύειν αεί προς το ειρηνικόν τε και φιλάδελφον». Αλλά αξίζει και η παρατήρησή του: «ότι των παρά τοις ημετέροις πεπλημμελημένων περιφρονούντες ή και παραθεωρούντες, εμμελέστερον σπερμολογούμεν και πολυπραγμονούμεν τα αλλότρια», αλλά επί πλέον συνιστούσε στον Μιχαήλ «να μην εμμείνη ων άγαν ακριβής, αλλά συνέλθη τοις πράγμασι» (σελ. 78-79). Ο Κηρουλάριος, μετά τον θάνατο του αυτοκράτορα Κων/νου και το μεσοδιάστημα της βασιλείας της Θεοδώρας (κουνιάδας του Κων/νου) συνωμότησε κατά του επόμενου αυτοκράτορα Μιχαήλ ΣΤ΄ Στρατιωτικού, τον οποίον κατάφερε να εκθρονίσει υπέρ του αρχιστρατήγου Ισαάκιου Α΄ Κομνηνού. Άρχισε πάλι να παρεμβαίνει στις κρατικές υποθέσεις και έφθασε μέχρι του σημείου να ενδύεται τα πορφυρά υποδήματα, σύμβολο της αυτοκρατορικής τάξης και ως εκ τούτου έχασε τη δημοτικότητά του, γιατί κανείς δεν ήταν διατεθειμένος να ανεχθεί Πατριάρχη, που θεωρούσε τον εαυτό του αυτοκράτορα. Έτσι, το 1058, ο αυτοκράτορας τον εκθρόνισε (Ράνσιμαν, Δύση και Ανατολή σε σχίσμα). Το 1058 ο Μιχαήλ Ψελλός (φιλόσοφος και μετέπειτα μοναχός) μήνυσε επίσημα τον τότε πατριάρχη Μιχαήλ Κηρουλάριο για την αποστασία από τον Χριστιανισμό, καταγγέλοντάς τον ότι μυήθηκε στον Μιθραϊσμό, ότι έλαβε μέρος σε νέα Ελευσίνια μυστήρια και σε οργιαστικές Διονυσιακές τελετές………. Ο Κηρουλάριος μυήθηκε στη φιλοσοφία των Χαλδαίων με όλα τα συνεπακόλουθά της, δηλαδή την πίστη σε πνεύματα, ξόρκια, μαντείες και μια ιεραρχία θεοτήτων……….. Αλλά ο Κηρουλάριος πέθανε από άγχος πριν αρχίσει η ανάκριση για την υπόθεση αυτή και έτσι δεν θα μάθουμε ποτέ τα αντεπιχειρήματα που θα πρόβαλλε ο πατριάρχης για να υπερασπισθεί τον εαυτό του» (Ιστ. του Ελλ. Έθνους, τ. Η΄, σελ. 273).

 

ΕΠΙΠΤΩΣΕΙΣ

 

Το ερώτημα είναι τι έκανε η Ανατολή μπροστά σ’ αυτή την κατάσταση; Δυστυχώς, η αυθεντία του Πάπα, που εμφανίστηκε ήδη από τους πρώτους αιώνες και εδραιώθηκε κατά τους μετέπειτα αιώνες συνεχίσθηκε και μετά το λεγόμενο Σχίσμα. Το Σχίσμα αυτό, που ξεκίνησε με τη διαγραφή από τα δίπτυχα του Πάπα Σέργιου Δ΄ (1009), για την παραδοχή του Φιλιόκβε, συνεχίστηκε με τον αφορισμό του Λέοντα Θ΄ προς τον Μιχαήλ Α΄ Κηρουλάριο προσωπικά και όχι προς την Εκκλησία της ΚΠολης. Η οριοθέτηση του Σχίσματος το 1054 αφορά μόνο τις σχέσεις μεταξύ Ρώμης – ΚΠολης και όχι με τα άλλα τρία Πατριαρχεία, τα οποία αντέδρασαν αρχικά στη ρήξη αυτή, κατακρίνοντας τον Κηρουλάριο (επιστολή Αντιοχείας Πέτρου Β΄ προς Κηρουλάριο), ο οποίος, όντας υπερβολικά αλαζόνας, έφθασε να εκθρονίσει τον αυτοκράτορα Μιχαήλ ΣΤ΄, εμφανίζοντας τον εαυτό του ως αυτοκράτορα ενδεδυμένο με τα ανάλογα ενδύματα (Ράνσιμαν, ως ανωτέρω). Έτσι, ενώ το Σχίσμα με την ΚΠολη εκδηλώθηκε τον 11ο αι., με την Αντιόχεια και τα Ιεροσόλυμα τον 13ο και με την Αλεξάνδρεια τον 14ο, πολύ μετά από την κατάληψη της ΚΠολης από τους Φράγκους το 1204 και τούτο, γιατί υπέβοσκε σ’ αυτά τα Πατριαρχεία η καταπίεση, που ασκούσε η ΚΠολη σ’ αυτά (Ράνσιμαν, ως ανωτέρω). Είναι δε όντως εκπληκτικό το πόσο συνήργησε η Ανατολή ακόμη και στην παραχάραξη διατάξεων (π.χ. ψευδοϊσιδώρειες, τον 8ο αι.), για να βοηθήσει τον Πάπα Ρώμης και να εδραιώσει τη θέση του (π. Ι. Ρωμανίδης. Φραγκία).

 

Η σχέση Ανατολής και Δύσης ουδέποτε διεκόπη ακόμη και μετά το Σχίσμα και μάλιστα σε δυο Συνόδους (1274) και (1439) επιτεύχθηκε η «ένωση Ανατολής και Δύσης», την οποίαν επιδίωξαν κυρίως οι Ρωμαίοι αυτοκράτορες, οι οποίοι για να σώσουν την καταρρέουσα αυτοκρατορία έφθασαν να «πουλήσουν» ακόμη και την Πίστη. Αυτή όμως η ψευδοένωση ξεσήκωσε θύελλα διαμαρτυριών από τον θρησκευόμενο λαό, που στην πράξη την απέρριψε, παρά τις προσπάθειες αυτοκρατόρων, αλλά και Πατριαρχών, να την εδραιώσουν. Αυτές οι ψευδοενώσεις είχαν σαν αποτέλεσμα να δημιουργηθεί η εκκλησιολογική παρέκκλιση της Ουνίας. Όσον αφορά δε τις συμπροσευχές και τα συλλείτουργα (μετά το Σχίσμα), αυτά δεν σταμάτησαν ποτέ, ακόμη και μετά τις καταδικαστικές αποφάσεις των Πανορθοδόξων Συνόδων για τον Παπισμό, τον 17ο-19ο αι (Βακαλόπουλος Α. Ιστορία του νέου Ελληνισμού).

 

Βέβαια, ο ελλαδικός χώρος κατά την μακραίωνα εκκλησιαστική του ιστορία, το πλείστον υπήγετο στη Ρώμη, με τον ένα ή τον άλλο τρόπο. Ο σημερινός Ελλαδικός χώρος (πλην Θράκης) υπήγετο στη δικαιοδοσία του Επισκόπου Ρώμης από το 67 επί Πάπα Λίνου (όρα επέμβαση του Πάπα άγιου Κλήμη Α΄ στην Εκκλησία της Κορίνθου, 88-97) μέχρι το 732 επί Πάπα Γρηγορίου Γ΄, οπότε ο αυτοκράτορας των Ρωμαίων Λέων Γ΄ ο Ίσαυρος απέσπασε με πραξικοπηματικό τρόπο τον Ελλαδικό χώρο από τη δικαιοδοσία του Επισκόπου Ρώμης και τον προσάρτησε στη δικαιοδοσία του Επισκόπου ΚΠόλεως, λόγω της εικονόφιλης πολιτικής του Επισκόπου Ρώμης. Έτσι, ο Ελλαδικός χώρος υπήγετο στη δικαιοδοσία του Ρώμης επί 665 χρόνια, στη δε δικαιοδοσία του Κων/πόλεως επί 472 χρόνια (από το 732-1204) μέχρι την κατάληψη της ΚΠολης το 1204, από τους Σταυροφόρους της Δ΄ Σταυροφορίας επί Πάπα Ιννοκέντιου Γ΄ και την ίδρυση του Λατινικού κράτους. Από το 1204 και έπειτα και μέχρι και μετά το 1821, ο Ελλαδικός χώρος, ενώ τυπικά ανήκει στον ΚΠόλεως, ουσιαστικά τελούσε υπό παπική κατοχή. Κατά την περίοδο αυτή και ειδικά εκείνη της Φραγκοκρατίας, όλος ο κλήρος υπήχθη υπό τον Πάπα Ρώμης, στις επαρχίες τοποθετήθηκαν Λατίνοι επίσκοποι ή Λατινίζοντες Ορθόδοξοι ενωτικοί (Ουνίτες) Επίσκοποι (Ζαχαρόπουλος Ν. Η Εκκλησία στην Ελλάδα κατά τη Φραγκοκρατία).

 

Είναι φυσικό, μετά από ένα τέτοιο συγχρωτισμό με τους Λατίνους, να υπάρξουν αλλοιώσεις στο Δόγμα, την Πίστη, την Λατρεία, τα Μυστήρια, τη Ναοδομία, την Εικονογραφία, την Ψαλτική και ένα σωρό άλλες καταστάσεις (Μαριολατρεία, θρησκευτικός συναισθηματισμός, θρησκειοποίηση του εκκλησιαστικού γεγονότος, μεικτοί γάμου, ενδημούσες Σύνοδοι, Τιτουλάριοι Επίσκοποι, Εθνοφυλετισμός, Οικουμενισμός, Ψυχοχάρτια κ.ά.), ώστε οι παπικές νοοτροπίες, διδασκαλίες και συμπεριφορές να έχουν εισχωρήσει βαθειά στον Ορθόδοξο χώρο. Με όλες αυτές, αλλά και άλλες αλλοιώσεις, είναι πράγματι αξιοθαύμαστο, το πως επιζεί ακόμη στην Ορθόδοξη Εκκλησία το κήρυγμα του Ευαγγελίου και οι Κανόνες της Εκκλησίες (που βέβαια στην πράξη, εν πολλοίς, δεν τηρούνται). Είναι δε χαρακτηριστική, αλλά συνάμα και αποκαρδιωτική η φράση, που έντονα κυκλοφορεί, ότι: «Η εκδυτικοποίηση της Ορθοδοξίας είναι σχεδόν συντελεσμένη».

 

Συμπερασματικά, η πρωτογενής αιτία του Σχίσματος, ο ηγεμονισμός, που πρωτοεμφανίσθηκε από τον απόστολο Πέτρο, εδραιώθηκε από την πρώτη αποστολική καθέδρα, ασκήθηκε έντονα από τους Πάπες και βρήκε υποστήριξη από την Ανατολή, η οποία είτε από σεβασμό, είτε από δέος, είτε από εξαναγκασμό, είτε από πολιτικό σχεδιασμό αναγνώρισε de facto την ηγεμονία αυτή και στήριξε το περίφημο πρωτείο.

 

ΕΠΑΝΕΝΩΣΗ

 

Η κατάσταση μεταξύ Ανατολής και Δύσης μετά το Σχίσμα δεν μπορεί να θεωρηθεί κολακευτική για την Ορθοδοξία, εκτός ελαχίστων περιπτώσεων (Πανορθόδοξοι Σύνοδοι 18ου και 19ου αι.). Μετά τη μελέτη και συλλογή πληθώρας αναφορών σχετικά με τις διαφορές της ορθής από την ψευδή πίστη, διαπιστώνεται το πόσο η Εκκλησία βοήθησε στην εδραίωση της νοοτροπίας του Παπισμού και το πόσο επηρεάσθηκε από αυτή τη νοοτροπία και σε ποιο βαθμό έχει υποστεί την λεγόμενη  εκδυτικοποίηση, η οποία είναι σχεδόν συντελεσμένη.

 

Δυστυχώς, οι επιδράσεις του Παπισμού πάνω στην Ορθοδοξία υπήρξαν έντονες και διαπιστώνεται σε ποιο βαθμό η Εκκλησία βοήθησε ή ανέχθηκε αυτή την επίδραση και το βαθμό διάβρωσής της από τη νοσηρή αυτή νοοτροπία του Παπισμού (άγιος Νεκτάριος), δηλ. τη μετατροπή της σε ιδεολογία, εξουσία, κυριαρχία, επιβολή και όλα τα συμπαραμαρτούντα στον 3ο πειρασμό του Χριστού στο Όρος. Θεωρείται, ότι αυτή η νοοτροπία ξεκίνησε ήδη από τους αποστολικούς χρόνους με την προσπάθεια του κορυφαίου αποστόλου Πέτρου να ηγεμονεύσει στους άλλους 11 μαθητές, όπως καταφανώς καταδεικνύεται στο Πράξεις (15. 6-7), κατά την αποστολική Σύνοδο των Ιεροσολύμων και όπως εμπεριστατωμένα παρουσιάζεται από τους πατέρες της Πανορθοδόξου Συνόδου του 1848, στην επιστολή τους προς τον Πάπα Πίο Θ΄. Άραγε, οι Πάπες της Ρώμης, εκτός όλων των άλλων κληρονόμησαν και αυτόν τον ηγεμονισμό από τον όντως μεγάλο αυτό απόστολο;

 

Στο σημείο αυτό αναφέρονται οι προοπτικές της λεγόμενης «ένωσης» με τους «διαλόγους της αγάπης», που κατά καιρούς διεξάγονται. Αλλά για ποια «ένωση» μιλάμε, για την ένωση των μισών αληθειών από τους μεν και των μισών αληθειών από τους δε σε ένα άθροισμα ετερόκλητων αληθειών, που υποτίθεται εκφράζουν την πάσα αλήθεια, όπως αυτή αποκαλύφθηκε άπαξ στο υπερώο της Πεντηκοστής; Η «ένωση» για την επίτευξη της οποίας προσευχόμαστε προϋποθέτει ενότητα στην Πίστη και κοινωνία του Αγίου Πνεύματος. Αλλά πως μπορεί να υπάρξει ενότητα σε διαφορετικά Πιστεύω και πως μπορεί να υπάρξει κοινωνία του αγίου Πνεύματος, όταν εγώ θεωρώ διαφορετική την πηγή προέλευσης Αυτού από ότι εσύ; Εγώ θα το λέω στα ελληνικά έτσι και εσύ στα λατινικά αλλιώς και όλα αυτά καλώς καμωμένα; Μήπως παιδιαρίζουμε;

 

Από την άλλη βαυκαλιζόμαστε, ότι διενεργούμε «διαλόγους αγάπης». Αλλά αυτοί οι διάλογοι στερούνται «αληθείας», δηλ. δεν είναι «διάλογοι  αγάπης και αληθείας»; Τότε τι είναι; «Διάλογοι αγάπης και ψεύδους» ή «διάλογοι αγάπης και μισών αληθειών»; Όταν η αλήθεια η δική μου είναι διαφορετική από την αλήθεια τη δική σου, τότε τι συζητάμε; Πώς να κόψουμε μερικές αλήθειες από εμένα και μερικές από εσένα και να δημιουργήσουμε μια καινούργια αλήθεια;

 

Η Παπική πλευρά έχει, για παράδειγμα, κάποιες δικές της αλήθειες, όπως καταγράφονται στη «Σύνοψη της κατήχησης της Καθολικής Εκκλησίας»:

 

            1/ «Το καθήκον να ερμηνεύει αυθεντικά την παρακαταθήκη της πίστης ανήκει στο μόνο ζωντανό Διδακτικό Σώμα της Εκκλησίας, δηλαδή στο Διάδοχο του Αποστόλου Πέτρου, ο οποίος είναι ο Επίσκοπος Ρώμης, και στους Επισκόπους που βρίσκονται σε κοινωνία μαζί του. Στο Διδακτικό Σώμα της Εκκλησίας, το οποίο υπηρετώντας το Λόγο του Θεού έχει το βέβαιο χάρισμα της αληθείας, ανήκει επίσης το καθήκον να καθορίζει τα δόγματα, τα οποία είναι οι διατυπώσεις των αληθειών που περιέχονται στη θεϊκή Αποκάλυψη» (παράγραφος 16).

 

            2/ Το άγιο Πνεύμα «είναι το τρίτο Πρόσωπο της Αγιότατης Τριάδας. Είναι Θεός, ένας και ίσος με τον Πατέρα και τον Υιό. Αυτό «εκπορεύεται από τον Πατέρα» (Ιω. 15. 26), ο οποίος, ως αρχή χωρίς αρχή, είναι η προέλευση όλης της τριαδικής ζωής. Εκπορεύεται επίσης από τον Υιό («Filioque»), χάρη στο αιώνιο δώρο που ο Πατέρας κάνει στον Υιό» (παράγραφος 47).

 

            3/ «Το προπατορικό αμάρτημα, μέσα στο οποίο όλοι οι άνθρωποι γεννιούνται, είναι η κατάσταση στερήσεως της πρωταρχικής αγιότητας και δικαιοσύνης. Είναι μια αμαρτία την οποίαν εμείς «συνήψαμε», χωρίς να την «διαπράξουμε». Είναι μια κατάσταση γεννήσεως και όχι μια προσωπική πράξη. Εξαιτίας της κοινής προέλευσης όλων των ανθρώπων, η προπατορική αμαρτία μεταδίδεται στους απογόνους του Αδάμ με την ανθρώπινη φύση, «όχι από μίμηση αλλά από μετάδοση»» (παράγραφος 76).

 

            4/ «Η μοναδική Εκκλησία του Χριστού, ως συντεταγμένη και οργανωμένη κοινωνία μέσα στον κόσμο, ενυπάρχει (subsistit in) στην Καθολική Εκκλησία, που κυβερνάται από τον Διάδοχο του Αποστόλου Πέτρου και από τους Επισκόπους που βρίσκονται σε κοινωνία μαζί του» (παράγραφος 162).

 

            5/ «Ο Πάπας, Επίσκοπος Ρώμης και Διάδοχος του Αποστόλου Πέτρου, είναι η διηνεκής ορατή αρχή και το θεμέλιο της ενότητας της Εκκλησίας. Είναι ο αντιπρόσωπος του Χριστού, κεφαλή του συλλόγου των Επισκόπων και ποιμένας όλης της Εκκλησίας, πάνω στην οποία, από θεϊκό ορισμό, έχει εξουσία πλήρη, ύπατη, άμεση και παγκόσμια» (παράγραφος 182).

 

            6/ «Το αλάθητο εφαρμόζεται όταν ο Ρωμαίος Ποντίφηκας, δυνάμει της εξουσίας του ως ύπατου Ποιμένα της Εκκλησίας, ή ο σύλλογος των Επισκόπων σε κοινωνία με τον Πάπα, προπάντων όταν είναι συναθροισμένος σε μια Οικουμενική Σύνοδο, διακηρύττουν με μια οριστική πράξη μια διδασκαλία που αφορά την πίστη ή την ηθική, και επίσης όταν ο Πάπας και οι Επίσκοποι, στην τακτική τους Διδασκαλία, συμφωνούν στο να προτείνουν μια διδασκαλία ως οριστική» (παράγραφος 185).

 

            7/ «Το καθαρτήριο είναι η κατάσταση εκείνων που πεθαίνουν ευρισκόμενοι στη φιλία του Θεού, αλλά, αν και είναι βέβαιοι για την αιώνια σωτηρία τους, έχουν ακόμη ανάγκη καθαρμού, για να μπουν στην αιώνια ευτυχία» (παράγραφος 210).

 

Ας ερωτηθούν αφελώς: όσοι Ορθόδοξοι συμμετέχουν στους θεολογικούς αυτούς  διαλόγους, άραγε γνωρίζουν τα ανωτέρω, αλλά και πολλά άλλα αντορθόδοξα σημεία και συμφωνούν με αυτά; Αν συμφωνούν, τότε καλά κάνουν και συμμετέχουν στους διαλόγους αυτούς, αλλά θα πρέπει να γνωρίζουν ότι αυτόματα θέτουν εαυτούς εκτός Εκκλησίας. Αν όχι, τότε προς τι η συμμετοχή τους σε ένα «διάλογο αγάπης και ψεύδους»; Τι προσπαθούν να κάνουν; Να μεταπείσουν έναν Οργανισμό να αλλάξει το Καταστατικό του; Και προς τι όλα αυτά; Για να ενώσουμε τις μισές αλήθειες εκατέρωθεν και να δημιουργήσουμε μια καινούργια πρωτόγνωρη αλήθεια;

 

Πολλοί ομιλούν, για την επάνοδο της Δύσης στην προ του Σχίσματος κατάσταση και όλα θα είναι καλώς καμωμένα. Αν όμως πρόκειται να γίνει ποτέ επάνοδος της Δύσης στην Εκκλησία, αυτή να γίνει όχι με τις προϋποθέσεις που υπήρξαν κατά την 1η χιλιετία προ του Σχίσματος. Αν είναι να γίνει η επάνοδος με αυτές τις προϋποθέσεις, καλύτερα να μη γίνει ποτέ, γιατί, όπως αντιθέτως νομίζεται, η προ του Σχίσματος περίοδος ήταν περίοδος πλήρους θριάμβου του Παπισμού (Πισιδίας Μεθόδιος), περίοδος που οι Πατέρες ανέχθηκαν πολλά ψέματα της Δύσης (άγ. Νεκτάριος), είτε από σεβασμό στην πρώτη αποστολική καθέδρα, είτε από φόβο προς αυτήν, είτε από εξαναγκασμό των παπόδουλων αυτοκρατόρων, οι οποίοι είχαν τον εκάστοτε Πάπα της Ρώμης τοποτηρητή τους στη Δύση και αντιπρόσωπό τους και εξανάγκαζαν τους Πατριάρχες να υποκλίνονται σε κάθε αυθαιρεσία των Παπών αυτών (Στ. Ράνσιμαν). Από την άλλη, οι Επίσκοποι Ρώμης εκμεταλλευόμενοι την πλεονεκτική τους θέση και τη στήριξη των αυτοκρατόρων, που βοηθούσαν ακόμη και στην πλαστογράφηση διατάξεων (π. Ι. Ρωμανίδης), αλώνιζαν μέσα στο γήπεδο της Εκκλησίας και κατάφερναν να επιβάλουν τις απόψεις τους στις Συνόδους ή να απειθαρχούν στις αποφάσεις των ή να δημιουργούν τετελεσμένα και έτσι να αναγκάζουν τους Πατέρες να υποκύπτουν στις ορέξεις τους και τούτο με την δικαιολογία, ότι «Πίστις το κινδυνευόμενον» (άγ. Νεκτάριος).

 

Όταν η Ανατολή εξασθένιζε και η Δύση ενδυναμούτο, τούτο έδωσε το τελειωτικό κτύπημα στις ανέκαθεν ταραγμένες σχέσεις τους και έκαναν την τελευταία ουσιαστικά να «ξεσαλώσει» και να φέρει τα πάνω κάτω στην Εκκλησία, επιφέροντας τρομακτικές αλλαγές στις αποφάσεις Της και καθιερώνοντας τις δικές της αποφάσεις. Όταν πια δεν ήταν «η Πίστις το κινδυνευόμενον» μιας και δεν υπήρχε πλέον η κοινή Πίστις των Πατέρων και των Συνόδων, το Σχίσμα φάνηκε να είναι αναπόφευκτο.

 

Είθε να μετανοήσει η Δύση και να επανέλθει στην υπακοή, που θέτει η Αγία Γραφή και οι Οικουμενικές Σύνοδοι και κυρίως αποβάλλοντας οριστικά τη νοοτροπία της ηγεμονίας και της εξουσίας σ’ όλη την Εκκλησία. Αν δεν γίνουν τα ανωτέρω, τότε ας παραμείνει η Δύση εκεί που βρίσκεται, ας αποτινάξει η Ανατολή το σύνδρομο του Παπισμού, που την διακατέχει και ας συνεχίσει μόνη την πορεία της, κατέχοντας αυτή και μόνον αυτή την Παρακαταθήκη της Πίστης και την Παράδοση της Εκκλησίας.

 

ΠΗΓΕΣ

 

Αγίου Νεκταρίου Τα αίτια του Σχίσματος, τ. Α΄ και Β΄.

Βακαλόπουλου Α. Ιστορία του νέου Ελληνισμού

Βενέδικτου ΙΣΤ΄ Κατήχηση της Καθολικής Εκκλησίας

Βιδάλη Ν. Οι Ρωμαίοι ποντίφηκες και το έργο τους

Βικιπαίδεια Λήμμα: Σχίσμα

Ελληνική Πατρολογία Migne

Ζαχαρόπουλου Ν. Η Εκκλησία στην Ελλάδα κατά την Φραγκοκρατία

            Ιστορία του Ελληνικού Έθνους Εκδοτική Αθηνών

Καρμίρη Ι. Τα δογματικά και Συμβολικά κείμενα της Ορθοδόξου Καθολικής Εκκλησίας

Παπαδόπουλου Στ. Ο άγιος Κύριλλος Αλεξανδρείας

Πισιδίας Μεθόδιου Έλληνες και Λατίνοι

Ράνσιμαν Στ. Δύση και Ανατολή σε σχίσμα

Ρωμανίδης Ι. Φραγκία

Φατούρου Επιστολές αγίου Θεόδωρου Στουδίτη

 

20.11.15

 

 

Ι. ΚΑΡΔΑΣΗΣ

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

Advertisements

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s