Καινή Διαθήκη και αίρεση.(Ιω.Καρδάση)

     

category2

 Eισαγωγικά.

Ως αίρεση χαρακτηρίζεται τόσο στη Χριστιανική Δογματική, όσο και στο Κανονικό Δίκαιο, κάθε απόκλιση από βασική και θεμελιώδη δογματική διδασκαλία της Εκκλησίας από πιστό ή ομάδα πιστών, παρά την αναμφισβήτητη ασάφεια της εκκλησιαστικής παραδόσεως ως προς τα όρια της αιρέσεως και του σχίσματος

Ο όρος αίρεση, που είχε χρησιμοποιηθεί στην κλασική και στην ελληνιστική αρχαιότητα για να δηλώσει κάποια φιλοσοφική ή πολιτική σχολή ή μερίδα ή κόμμα, πέρασε στην καινοδιαθηκική γραμματεία για να δηλώσει διάφορες θρησκευτικές μερίδες ή και εκείνους που νόθευαν τη χριστιανική διδασκαλία και την αποστολική παράδοση (Γαλ. 5. 20, Πέτρου Β΄ 2. 1, κ.ά).

Με την έννοια αυτή πέρασε ο όρος στη μεταποστολική γραμματεία και τη γενικότερη εκκλησιαστική παράδοση, γι’ αυτό και καθιερώθηκε γενικά η σημασία του, σύμφωνα με την οποία ως αίρεση χαρακτηρίζεται κάθε διδασκαλία που αποδεδειγμένα νοθεύει τη γνήσια αποστολική παράδοση και πίστη της Εκκλησίας με παρεκκλίσεις, προσθήκες, αφαιρέσεις, υπερτονισμούς ή μονομέρειες ως προς τη γενικά παραδεκτή, συγχρονικά και διαχρονικά, εκκλησιαστική παράδοση.

Με το πνεύμα αυτό ο αρχιεπίσκοπος Καισαρείας Βασίλειος, έγραψε ότι: «οι παλαιοί ωνόμασαν αιρέσεις τους παντελώς απερρηγμένους και κατ’ αυτήν την πίστιν απηλλοτριωμένους»

Με τις παραδοχές αυτές οριοθετήθηκε το περιεχόμενο της αιρέσεως, γι’ αυτό και ως αιρετικοί χαρακτηρίστηκαν πάντοτε μόνο οι συνειδητά αποκλίνοντες ή νοθεύοντες τη διδασκαλία της Εκκλησίας σε ένα ή περισσότερα δόγματα και παρά την εκκλησιαστική προτροπή ή νουθεσία εμμένοντες στις απόψεις τους και αποσχιζόμενοι από την εκκλησιαστική ενότητα. Έτσι ο διαπρεπής νομικός και κανονολόγος Ιωάννης Ζωναράς χαρακτήρισε ως αιρετικούς: «τους παρά την ορθόδοξον πίστιν δοξάζοντας, καν παλαιαίς αιρέσεσι κοινωνώσι, καν νέαις».

Είναι πολύ χαρακτηριστικό, ότι η αίρεση αποτελούσε αδίκημα στο Ελληνορωμαϊκό Δίκαιο, οριζόταν δε αυστηρά και ανάλογα με τη σχετική κανονική παράδοση: «Πας ος και μικρώ υποδείγματι παρά το της Καθολικής Εκκλησίας δόγμα ή της ευθείας εφάνη τραπείας» (Ιουστινιάνειος Κώδικας) και υπόκειται σε αυστηρότατες ποινές από την πολιτειακή δικαιοσύνη (ατιμία, ανικανότητα για δικαιοπραξία ή ανάληψη δημοσίων αξιωμάτων, εξορία, δήμευση της περιουσίας κ.ά.).

Η κανονική παράδοση της Εκκλησίας προβλέπει επίσης αυστηρές εκκλησιαστικές ποινές για τους αιρετικούς, που με την τήρηση όλων των κανονικών δικονομικών τύπων, υποβάλλονται οι μεν κληρικοί στην ποινή της καθαιρέσεως, οι δε λαϊκοί στην ποινή του αφορισμού ή αναθέματος.

Το μικρό πόνημα που ακολουθεί αναφέρεται στα τμήματα εκείνα της Καινής Διαθήκης, που αναφέρονται τα σημεία εκείνα, όπου καταγράφεται παρέκκλιση από τη Χριστιανική διδασκαλία, την τιμωρία των αιρετικών και την αποκοπή των από την Εκκλησία, και την προσοχή που οφείλουν να έχουν τα μέλη της Εκκλησίας από τις σειρήνες της αίρεσης.

————————————————————————————————————————————-

ΚΑΙΝΗ ΔΙΑΘΗΚΗ ΚΑΙ ΑΙΡΕΣΗ

Α/ Η διδασκαλία του Χριστού είναι διδασκαλία του Θεού Πατέρα:

1.- «Η εμή διδαχή ουκ έστιν εμή, αλλά του πέμψαντός με» (Ιω. 7. 16).

2.- «αλλά, καθώς εδίδαξέ με ο πατήρ μου, ταύτα λαλώ» (Ιω. 8. 28).

3.- «ότι εγώ εξ εμαυτού ουκ ελάλησα, αλλ’ ο πέμψας με πατήρ αυτός μοι εντολήν έδωκε τι είπω και τι λαλήσω» (Ιω. 12. 49).

Β/ Η διδασκαλία του Χριστού είναι αναλλοίωτη και διαχρονική:

1.- «αμήν γαρ λέγω υμίν, έως αν παρέλθη ο ουρανός και η γη, ιώτα εν ή μία κεραία ου μη παρέλθη από του νόμου έως αν πάντα γένηται» (Ματθ. 5. 18).

2.- «ο ουρανός και η γη παρελεύσονται, οι δε λόγοι μου ου μη παρέλθωσι» (Ματθ. 24. 35).

3.- «ο ουρανός και η γη παρελεύσονται, οι δε λόγοι μου ου μη παρελεύσονται» (Μάρκ. 13. 31).

4.- «ευκοπώτερον δε εστίν τον ουρανόν και την γην παρελθείν ή του νόμου μίαν κεραίαν πεσείν» (Λουκ. 16.17).

5.- «ο ουρανός και η γη παρελεύσονται, οι δε λόγοι μου ου μη παρέλθωσι» (Λουκ. 21. 33).

Γ/ Η Εκκλησία διδάσκει, ό, τι ακριβώς δίδαξε ο Χριστός:

α/ Ο Χριστός έδωσε εντολή στους Αποστόλους να διδάξουν όλα όσα δίδαξε:

1.- «διδάσκοντες αυτούς τηρείν πάντα όσα ενετειλάμην υμίν» (Ματθ. 28. 20).

β/ Όποιος διδάξει όσα ο Χριστός δίδαξε, θα ανταμειφθεί:

1.- «ος δ’ αν ποιήση και διδάξη, ούτος μέγας κληθήσεται εν τη βασιλεία των ουρανών» (Ματθ. 5. 19).

γ/ Οι Απόστολοι διδάσκουν, ό, τι δίδαξε ο Χριστός:

1.- «α και λαλούμεν ουκ εν διδακτοίς ανθρωπίνης σοφίας λόγους, αλλ’ εν διδακτοίς Πνεύματος Αγίου» (Κορ. Α΄ 2. 13).

2.- «παρέδωκα γαρ υμίν εν πρώτοις, ό και παρέλαβον» (Κορ. Α΄ 15. 3).

3.- «Γνωρίζω δε υμίν, αδελφοί, το ευαγγέλιον το ευαγγελισθέν υπ’ εμού ότι ουκ έστι κατ’ άνθρωπον. ουδέ γαρ εγώ παρά ανθρώπου παρέλαβον αυτό ούτε εδιδάχθην, αλλ’ δι’ αποκαλύψεως Ιησού Χριστού» (Γαλ. 1. 11-12).  

4.- «το δε ρήμα Κυρίου μένει εις τον αιώνα. τούτο δε εστι το ρήμα το ευαγγελισθέν εις υμάς» (Πέτρ. Α΄ 1. 25).  

5.- «ου γαρ σεσοφισμένοις μύθοις εξακολουθήσαντες εγνωρίσαμεν υμίν την του Κυρίου ημών Ιησού Χριστού δύναμιν και παρουσίαν, αλλ’ επόπται γενηθέντες της εκείνου μεγαλειότητος». (Πέτρ. Β΄ 1. 16).

6.- «ό εωράκαμεν και ακηκόαμεν, απαγγέλομεν υμίν» (Ιω. Α΄ 1. 3).

δ/ Οι Απόστολοι απαιτούν, καμία αλλαγή στη διδασκαλία:

1.- «και καθώς παρέδωκα υμίν τας παραδόσεις κατέχετε» (Κορ. Α΄ 11. 2).

2.- «μη μετακινούμενοι από της ελπίδος του ευαγγελίου ου ηκούσατε» (Κολ. 1. 23).

3.- «Ως ουν παρελάβετε τον Χριστόν Ιησούν τον Κύριον, εν αυτώ περιπατείτε, ερριζωμένοι και εποικοδομούμενοι εν αυτώ και βεβαιούμενοι εν τη πίστει καθώς εδιδάχθητε» (Κολ. 2. 6-7).

4.- «καθώς παρελάβετε παρ’ ημών το πώς δει υμάς περιπατείν και αρέσκειν Θεώ» (Θεσ. Α΄ 4. 1).

5.- «Άρα ουν, αδελφοί, στήκετε, και κρατείτε τας παραδόσεις ας εδιδάχθητε είτε δια λόγου είτε δι’ επιστολής ημών» (Θεσ. Β΄ 2. 15).  

6.- «Υμείς ουν ο ηκούσατε απ’ αρχής, εν υμίν μενέτω» (Ιω. Α΄ 2. 24).

7.- «επαγωνίζεσθαι τη άπαξ παραδοθείση τοις αγίοις πίστει» (Ιούδ. 3).

ε/ Όλοι πρέπει να έχουν την ίδια πίστη:

1.- «το αυτό φρονείν εν αλλήλοις κατά Χριστόν Ιησούν» (Ρωμ. 15. 5).

2.- «ίνα το αυτό λέγητε πάντες, και μη η εν υμίν σχίσματα» (Κορ. Α΄ 1. 10).

3.- «το αυτό φρονείτε» (Κορ. Β΄ 13. 11).

4.- «εις Κύριος, μία πίστις, εν βάπτισμα» (Εφ. 4. 5).

5.- «ίνα το αυτό φρονήτε, την αυτήν αγάπην έχοντες, σύμψυχοι, το εν φρονούντες» (Φιλιπ. 2. 2).

Δ/ Ο ανυπάκουος στη διδασκαλία αιρετικός, τιμωρείται:

α/ Ο επιφέρων αλλαγή στη διδασκαλία τιμωρείται:

1.- «ος εάν ουν λύση μίαν των εντολών τούτων των ελαχίστων και διδάξη ούτω τους ανθρώπους, ελάχιστος κληθήσεται εν τη βασιλεία των ουρανών» (Ματθ. 5. 19).

β/ Η Εκκλησία νουθετεί και προσπαθεί να επαναφέρει τους αιρετικούς:

1.- «Παρακαλούμεν δε υμάς αδελφοί, νουθετείτε τους ατάκτους» (Θεσ. Α΄ 5. 14).

2.- «ίνα παραγγείλης τισί μη ετεροδιδασκαλείν» (Τιμ. Α΄ 1. 3).

3.- «εν πραότητι παιδεύοντα τους αντιδιατιθεμένους, μήποτε δω αυτοίς ο Θεός μετάνοιαν εις επίγνωσιν αληθείας» (Τιμ. Β΄ 2. 25).

4.- «έλεγξον, επιτίμησον, παρακάλεσον, εν πάση μακροθυμία και διδαχή» (Τιμ. Β΄ 4. 2).

5.- «υπομνήσω αυτού τα έργα α ποιεί, λόγοις πονηροίς φλυαρών ημάς» (Ιω. Γ΄ 10).

γ/ Στους αδιόρθωτους, αυστηρότερη αντιμετώπιση:

1.- «ους δει επιστομίζειν, οίτινες όλους οίκους ανατρέπουσι διδάσκοντες ά μη δει αισχρού κέρδους χάριν» (Τίτ. 1. 11).

2.- «δι’ ην αιτίαν έλεγχε αυτούς αποτόμως, ίνα υγιαίνωσιν εν τη πίστει» (Τίτ. 1. 13).

δ/ Οι αμετανόητοι αφορίζονται της Εκκλησίας:

1.- «εάν δε και της εκκλησίας παρακούση, έστω σοι ώσπερ ο εθνικός και ο τελώνης» (Ματθ. 18. 17).

2.- «αλλά και  εάν ημείς ή άγγελος εξ ουρανού ευαγγελίζηται υμίν παρ’ ό ευαγγελισάμεθα υμίν, ανάθεμα έστω» (Γαλ. 1. 8).

3.- «ους παρέδωκα τω Σατανά, ίνα παιδευθώσι μη βλασφημείν» (Τιμ. Α΄ 1. 20).

4.- «αιρετικόν άνθρωπον μετά μιαν και δευτέραν νουθεσίαν παραιτού» (Τίτ. 3. 10).

Ε/ Οι αιρετικοί δεν είναι Χριστιανοί:

α/ Οι αιρετικοί είναι αρνητές του αληθινού Θεού:

1.- «Ο ακούων υμών εμού ακούει, και ο αθετών υμάς εμέ αθετεί. ο δε εμέ αθετών αθετεί τον αποστείλαντά με» (Λουκ. 10. 16).

2.- «ει τις ετεροδιδασκαλεί και μη προσέρχεται υγιαίνουσι λόγοις τοις του Κυρίου ημών Ιησού Χριστού και τη κατ’ ευσέβειαν διδασκαλία, τετύφωται, μηδέν επιστάμενος» (Τιμ. Α΄  6. 3-4).

3.- «εξέστραπται ο τοιούτος και αμαρτάνει ων αυτοκατάκριτος» (Τίτ. 3. 11).

4.-«οίτινες παρεισάξουσιν αιρέσεις απωλείας, και τον αγοράσαντα αυτούς δεσπότην αρνούμενοι» (Πέτρ. Β΄  2. 1).

5.- «εξ ημών εξήλθον, αλλ’ ουκ ήσαν εξ ημών. ει γαρ ήσαν εξ ημών, μεμενήκεισαν αν μεθ’ ημών. αλλ’ ίνα φανερωθώσιν ότι ουκ εισί πάντες εξ ημών» (Ιω. Α΄  2. 19).

6.- «πας ο παραβαίνων και μη μένων εν τη διδαχή του Χριστού Θεόν ουκ έχει» (Ιω. Β΄ 9).

7.- «παρεισέδυσαν γαρ τινές άνθρωποι, οι πάλαι προγεγραμμένοι εις τούτο το κρίμα, ασεβείς, την του Θεού ημών χάριν μετατιθέντες εις ασέλγειαν και τον μόνον δεσπότην και Κύριον ημών Ιησούν Χριστόν αρνούμενοι» (Ιούδ. 4).

8.- «Ούτοι εισίν οι αποδιορίζοντες, ψυχικοί, Πνεύμα μη έχοντες» (Ιούδ. 19).

9.- «και επείρασας τους λέγοντας εαυτούς αποστόλους είναι, και ουκ εισί, και εύρες αυτούς ψευδείς» (Απκ. 2. 2).   

β/ Οι αιρετικοί είναι κομμένα, ξεραμένα κλαδιά δέντρου:

1.- «Ει δε τινες των κλάδων εξεκλάσθησαν, συ δε αγριέλαιος ων ενεκεντρίσθης εν αυτοίς και συγκοινωνός της ρίζης και της ποιότητος της ελαίου εγένου, μη κατακαυχώ των κλάδων. ει δε κατακαυχάσαι, ου συ την ρίζαν βαστάζεις, αλλ’ η ρίζα σε. ερείς ουν. εξεκλάσθησαν οι κλάδοι, ίνα εγώ εγκεντρισθώ. καλώς. τη απιστία εξεκλάσθησαν, συ δε τη πίστει έστηκας. μη υψηλοφρόνει, αλλά φοβού. ει γαρ ο Θεός των κατά φύσιν κλάδων ουκ εφείσατο, μήπως ουδέ σου φείσεται» (Ρωμ. 11. 17-21).

γ/ Οι αιρετικοί είναι παγιδευμένοι απ’ τον διάβολο:

1.- «οι γαρ τοιούτοι ψευδαπόστολοι, εργάται δόλιοι, μετασχηματιζόμενοι εις αποστόλους Χριστού. και ου θαυμαστόν. αυτός γαρ ο Σατανάς μετασχηματίζεται εις άγγελον φωτός. ου μέγα ουν ει και οι διάκονοι αυτού μετασχηματίζονται ως διάκονοι δικαιοσύνης, ων το τέλος έσται κατά τα έργα αυτών» (Κορ. Β΄  11. 13-15).

2.- «μήποτε δω αυτοίς ο Θεός μετάνοιαν εις επίγνωσιν αληθείας, και ανανήψωσιν εκ της του διαβόλου παγίδος, εζωγρημένοι υπ’ αυτού εις το εκείνου θέλημα» (Τιμ. Β΄ 2. 25-26).

δ/ Οι αμετανόητοι αιρετικοί οδηγούνται στην κόλαση:

1.- «παν δένδρον μη ποιούν καρπόν καλόν εκκόπτεται και εις πυρ βάλλεται» (Ματθ. 7. 19).

2.- «ων το τέλος έσται κατά τα έργα αυτών» (Κορ. Β΄ 11. 15).

3.- «ων το τέλος απώλεια, ων ο θεός η κοιλία, και δόξα εν τη αισχύνη αυτών» (Φιλιπ. 3. 19).

4.- «επάγοντες εαυτοίς ταχινήν απώλειαν» (Πέτρ. Β΄  2. 1).

5.- «κρείττον γαρ ην αυτοίς μη επεγνωκέναι την οδόν της δικαιοσύνης ή επιγνούσιν επιστρέψαι εκ της παραδοθείσης αυτοίς αγίας εντολής» (Πέτρ. Β΄ 2. 21).

ε/ Η Εκκλησία επιθυμεί επιστροφή και σωτηρία των αιρετικών:

1.- «και εκείνοι δε, εάν μη επιμείνωσι τη απιστία, εγκεντρισθήσονται. δυνατός γαρ εστίν ο Θεός πάλιν εγκεντρίσαι αυτούς» (Ρωμ. 11. 23).

2.- «και μη ως εχθρόν ηγείσθε, αλλά νουθετείτε ως αδελφόν» (Θεσ. Β΄ 3. 15).

3.- «εν πραότητι παιδεύοντα τους αντιδιατιθεμένους, μήποτε δω αυτοίς ο Θεός μετάνοιαν εις επίγνωσιν αληθείας» (Τιμ. Β΄ 2. 25).

4.- «Αδελφοί, εάν τις εν υμίν πλανηθή από της αληθείας και επιστρέψη τις αυτόν, γινωσκέτω ότι ο επιστρέψας αμαρτωλόν εκ πλάνης οδού αυτού σώσει ψυχήν εκ θανάτου και καλύψει πλήθος αμαρτιών» (Ιακ. 5. 19-20).

ΣΤ/ Προσοχή στους αιρετικούς:

α/ Ο Χριστός ζήτησε προσοχή, να μην παρασυρθούμε από αιρετικούς:

1.- «Προσέχετε δε από των ψευδοπροφητών, οίτινες έρχονται προς υμάς εν ενδύμασι προβάτων, έσωθεν δε εισί λύκοι άρπαγες» (Ματθ. 7. 15).

2.- «βλέπετε μη τις υμάς πλανήση. πολλοί γαρ ελεύσονται επί τω ονόματί μου λέγοντες, εγώ ειμί ο Χριστός, και πολλούς πλανήσουσι» (Ματθ. 24. 5).

3.- «βλέπετε μη τις υμάς πλανήση. πολλοί γαρ ελεύσονται επί τω ονόματί μου λέγοντες ότι εγώ ειμί, και πολλούς πλανήσουσιν» (Μάρκ. 13. 6).

4.- «εγερθήσονται γαρ ψευδόχριστοι και ψευδοπροφήται και δώσουσι σημεία και τέρατα προς το αποπλανάν, ει δυνατόν, και τους εκλεκτούς» (Μάρκ. 13. 22).

5.- «βλέπετε μη πλανηθήτε. πολλοί γαρ ελεύσονται επί τω ονόματί μου λέγοντες ότι εγώ ειμί και ο καιρός ήγγικε. μη ουν παρευρεθήτε οπίσω αυτών» (Λουκ. 21. 8).

β/ Οι Απόστολοι ζητούν προσοχή από τους αιρετικούς:

1.- «εγώ γαρ οίδα τούτο, ότι εισελεύσονται μετά την άφιξίν μου λύκοι βαρείς εις υμάς μη φειδόμενοι του ποιμνίου. και εξ υμών αυτών αναστήσονται άνδρες λαλούντες διεστραμμένα του αποσπάν τους μαθητάς οπίσω αυτών» (Πράξ. 20. 29-30).

2.- «Βλέπετε τους κύνας, βλέπετε τους κακούς εργάτας, βλέπετε την κατατομήν» (Φιλιπ. 3. 2).

3.- «βλέπετε μη τις υμάς έσται ο συλαγωγών δια της φιλοσοφίας και κενής απάτης, κατά την παράδοσιν των ανθρώπων, κατά τα στοιχεία του κόσμου και ου κατά Χριστόν» (Κολ. 2. 8).

4.- «μη τις υμάς εξαπατήση κατά μηδένα τρόπον» (Θεσ. Β΄ 2. 3).

5.- «Αγαπητοί, μη παντί πνεύματι πιστεύετε, αλλά δοκιμάζετε τα πνεύματα ει εκ του Θεού εστίν. ότι πολλοί ψευδοπροφήται εξεληλύθασιν εις τον κόσμον» (Ιω. Α΄ 4. 1).

γ/ Οι Απόστολοι ζητούν αποφυγή συναναστροφών με αιρετικούς:

1.- «Παρακαλώ δε υμάς, αδελφοί, σκοπείν τους τας διχοστασίας και τα σκάνδαλα παρά την διδαχήν ην υμείς εμάθετε ποιούντας, και εκκλίνατε απ’ αυτών» (Ρωμ. 16. 17).

2.- «Παραγγέλομεν δε υμίν, αδελφοί, εν ονόματι του Κυρίου ημών Ιησού Χριστού, στέλλεσθαι υμάς από παντός αδελφού ατάκτως περιπατούντος και μη κατά την παράδοσιν ην παρέλαβον παρ’ ημών» (Θεσ. Β΄ 3. 6).

3.- «ει δε τις ουχ υπακούει τω λόγω ημών δια της επιστολής, τούτον σημειούσθε, και μη συναναμίγνυσθε αυτώ, ίνα εντραπή» (Θεσ. Β΄ 3. 14).

4.- «ει τις έρχεται προς υμάς και ταύτην την διδαχήν ου φέρει, μη λαμβάνετε αυτόν εις οικίαν, και χαίρειν αυτώ μη λέγετε. ο γαρ λέγων αυτώ χαίρειν κοινωνεί τοις έργοις αυτού τοις πονηροίς» (Ιω. Β΄ 10-11), αλλά υπάρχει και η περίπτωση αιρετικού, που καλεί σε γεύμα: «ει δε τις καλεί υμάς των απίστων και θέλετε πορεύεσθαι, παν το παρατιθέμενον υμίν εσθίετε μηδέν ανακρίνοντες δια την συνείδησιν» (Κορ. Α΄ 10. 27).

30.10.15

Ι. ΚΑΡΔΑΣΗΣ

One thought on “Καινή Διαθήκη και αίρεση.(Ιω.Καρδάση)

  1. Παράθεμα: Καινή Διαθήκη και αίρεση.(Ιω.Καρδάση) - Orthodoxia

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s