ΡΕΜΒΑΣΜΟΣ ΤΟΥ ΔΕΚΑΠΕΝΤΑΥΓΟΥΣΤΟΥ ΜΕ ΤΟΝ ΚΥΡ-ΑΛΕΞΑΝΔΡΟ

ΔΕΚΑΠΕΝΤΑΥΓΟΥΣΤΟ ΣΤΗ ΣΚΙΑΘΟ
ἤ, Συνεορτάζοντας μέ τόν Ἀλέξανδρο Παπαδιαμάντη τό Πάσχα τοῦ καλοκαιριοῦ

Οἱ εὐφρόσυνες ἡμέρες τοῦ Δεκαπενταυγούστου, παρ᾿ ὅλο ὅτι ἀπό πολλοὺς ἀντιμετωπίζονται μέ ἀπρέπεια, ἐν τούτοις εἶναι τόσο κατανυκτικές καί τόσο μυσταγωγικές, ὥστε δικαίως ὁ λαός τοῦ Θεοῦ τίς ἔχει ὀνομάσει, Πάσχα τοῦ Καλοκαιριοῦ. Εἶναι, μάλιστα, ξέχωρη ἡ χαρά, καθώς μέσα σέ τοῦτο τό ἑλληνικό καλοκαίρι ἡ Γιορτή τῆς Παναγίας «κάνει τήν πατρίδα μας νά εὐωδιάζει πνευματικά»1, γιατί, ὅπως λέει κι ὁ Φώτης Κόντογλου, «ἡ Παναγία εἶναι ἡ Μητέρα τῆς Ὀρθοδοξίας. Ἀπό τό πνευματικό της μῦρο εὐωδιάζει, ὄχι μονάχα ἡ Ἐκκλησία μας, ἀλλά καί ὁλόκληρη ἡ ζωή μας»2.

Ἔτσι, μέσα στόν αἰσθητά πνευματικό καί σωματικό καύσωνα, τόν ὁποῖο διερχόμασε κατά τίς ἱερές τοῦ Δεκαπενταυγούστου ἡμέρες, καθολικά ἡ σκέψη, ὁ νοῦς, ἡ ψυχή καί οἱ αἰσθήσεις βιώνουν ἐκεῖνο τό ἀπαράμιλλο » Νενίκηνται τῆς φύσεως οἱ ὅροι ἐν σοί Παρθένε Ἄχραντε. Παρθενεύει γάρ τόκος καί ζωή προμνηστεύεται θάνατον. Ἡ μετά τόκον Παρθένος καί μετά θάνατον ζῶσα. Σώζοις ἀεί Θεοτόκε τήν κληρονομίαν σου»3. Πού σημαίνει, πώς οἱ φυσικές καταστάσεις τίς ὁποῖες ζοῦμε, ξεπεράστηκαν στό Πρόσωπο τῆς Παναγίας Παρθένου. Κι αὐτό εἶναι πού μᾶς χαρίζει ἐλπίδα, μᾶς γεμίζει φῶς καί κατευθύνει τό εἶναι μας πρός τήν ἁγιότητα. Γιατί ἀπό τήν ἱερά Κοίμηση τῆς Παναγίας μας ἀπόκομίζουμε, ἐκτός ἀπό τήν εὐλογία, τήν αἴσθηση, πώς στό πανίερο Πρόσωπό Της βρίσκουμε τήν καταφυγή, τήν εἰρήνη καί τόν δρόμο, ὁ ὁποῖος, μέσῳ τοῦ θείου ἐλέους, μᾶς ὁδηγεῖ πρός μιά συνάντηση μέ τόν Κύριο Υἱό Της καί Θεό μας.
Δεκαπενταύγουστο λοιπόν, μέ τούς ποιητικούς Παρακλητικούς Κανόνες νά θωπεύουν εὐκατάνυκτα τή ψυχή μας με τροπάρια πού ψάλλονται καθ᾿ ὅλο τό δεκαπενθήμερο τά δροσερά θερινά ἀπόβραδα, τά μοσχομυρισμένα ἀπό τίς εὐωδίες πού κομίζει τό μελτέμι καί πού στά Ελληνικά νησιά φέρνει, μαζί μέ τίς ποικίλες εὐωδιές ἀπό βασιλικό, ματζουράνα, γιασεμί, καί τήν ἁρμύρα τῆς θάλασσας, ὥστε νά ταιριάξει μέ τό ἀθωνικό τό μοσχολίβανο, τό ὁποῖο ἀνεβαίνει μέ τήν ἑσπερινή τή δέηση. Ἤ, ὅπως λέει κι ὁ ποιητής,
Νά τραγουδεῖ τό μελτέμι στό χαμηλό καμπαναριό
νά τραγουδοῦν κι οἱ Ἄγγελοι
στά μυστικά της ἀπόβραδα.
(Ι.Μ.Παναγιωτόπουλος)
Δεκαπενταύγουστο· κι οἱ μνῆμες ἀνεβαίνουν μυστικά μέσα μας, ὡσάν τίς δεητικές τῶν τροπαρίων τοῦ Παρακλητικοῦ Κανόνα φράσεις. Μνῆμες χρόνων ἀρχαίων, πού δίνουν ὡστόσο τό στίγμα τους: τήν ἀποφόρτιση τῆς ψυχῆς ἀπό τά περιττά πράγματα, τά ὁποῖα ἔχουν συσωρευτεῖ στά μυστικά της ἐρμάρια, ὅπως δηλαδή ἕνα πλῆθος ἀνούσιων προβληματισμῶν, ἀγχωτικές ἀνασφάλειες καί ληστές λογισμοί, κατά τήν Ὀρθόδοξη νηπτική ἀνθρωπολογία. Ἤ κατά τόν λόγο τοῦ ποιητῆ, νά φωτιστεῖ, καταυγαστεῖ ἡ ψυχή, πού ἔχει καταστεῖ «σπήλαιο τῶν κτηνῶν καί τῶν θηρίων»4.
Ὅμως περ᾿ ἀπ᾿ ὅλ᾿ αὐτά ἐπιμένει νά ὑπάρχει ἡ Γιορτή, ἡ Πανήγυρις. «Μυστήριον ἡ παροῦσα πανήγυρις,» μᾶς διδάσκει ὁ ἅγιος Ἀνδρέας. Καί καθώς ἐνεοί τόν ἀκοῦμε, ἄλλος Πατέρας μᾶς πιστοποιεῖ: «σημειοφόρος καί θαυματοποιός μετάστασις» εἶναι αὐτό πού γιορτάζουμε, σ’ αὐτό πού συμμετέχουμε καί πού ἁγιαζόμεθα. Ἀρκεῖ τήν «πενιχράν μας δέησιν» νά Τῆς τήν προσφέρουμε μέ συντετριμμένη καρδία κι ἐμπιστοσύνη, γιατί ἄν καί ἀπό τή ζωή μετέστη, δέν κατέλιπε τόν κόσμο ποτέ. Μόνο πού ὁ κόσμος κατέλιπε Αὐτήν ἀκόμη καί τίς σεπτές, χαριτωμένες καί εὐλαβικές αὐτές ἡμέρες τοῦ Δεκαπενταυγούστου, πού εἶναι πλήρως ἀφιερωμένες στή Χάρη Της.
Γι᾿ αὐτό, ἐπειδή στά χρόνια μας οἱ μέρες αὐτές ἔχουν πιά καταστεῖ μέρες παραλύσεων κι ὄχι παρακλήσεων, ζοφερῆς ἁμαρτίας κι ὄχι λυτρωτικῆς νηστείας, προκαλεῖται καί προσκαλεῖται ὁ κάθε εὐλαβής ἑορταστής πού τιμᾶ καί βιώνει τήν Ὀρθόδοξη λειτουργική παράδοση καί ζωή, νά καταφύγει ἐκεῖ πού θά κατορθώσει νά ζήσει ἥσυχα, ἀπλᾶ καί κατανυκτικά τή Γιορτή5, ὥστε νά τιμήσει τήν Κυρία τῶν Ἀγγέλων, τό Πανάγιο Πρόσωπο τοῦ θερινοῦ τοῦ Πάσχα: τήν Παναγία μας 6.


Συνεορτάζοντας μὲ τὸν Παπαδιαμάντη

Εἶναι, πιστεύω, ἀπαραίτητο νά βροῦμε τή δυνατότητα νά γιορτάσουμε μέ ὅσο γίνεται εὐπρεπέστερο καί εὐλαβέστατο τρόπο, τήν Πάνσεπτό Της Κοίμηση. Πέρα ἀπό βέβηλες καί ἀπέλπιδες καταστάσεις θεμελιωμένοι στήν πίστη καί στή παράδοση τῶν Πατέρων μας: αὐτή δηλαδή τή δυναμική ὅπου πάνω της στηρίζεται ἡ περεταίρω βιοτή μας. Γι᾿ αὐτό καί ἀπαιτεῖται νά καταφύγουμε, στή Μυστηριακή ζωή τῆς Ἐκκλησίας μας, ἀλλά καί γιά πνευματική ἀναψυχή, σέ κείμενα εὐλογημένα τῶν Πατέρων τοῦ Γένους μας, ὅπως εἶναι ὀ κύρ Ἀλέξανδρος τῆς Σκιάθου, ὁ Παπαδιαμάντης. Καταφεύγουμε λοιπόν στίς σελίδες τοῦ διηγήματός του, «Ρεμβασμός τοῦ Δεκαπενταυγούστου», πού μοσχοβολοῦν Ὀρθόδοξη Παράδοση καί ζωή καί νοερά ἀνηφορίζουμε, παραμονή τῆς γιορτῆς, πρός τό Κάστρο, «τήν παλαιάν τῆς νήσου Σκιάθου πολίχνην», σωρό ἐρειπίων σήμερα, ἡ ὁποία, ὡστόσο, ἀποπνέει μνῆμες ἱστορίας καί παράδοσης, γιά νά ζήσουνε τό Ὀρθόδοξο πανηγύρι στίς ἀληθινές του διαστάσεις μέ τήν πρέπουσα εὐλάβεια καί τήν εἰρηνική, φιλόθεη σύναξη τῆς ἐνοριακῆς κοινότητας, στήν Παναγία τήν Πρέκλα, ἑορτάζοντας τήν «ἔνδοξον τῆς Παναγίας μας Κοίμησιν». Ἔστω καί κάτω ἀπό τήν αὐστηρή καί φιλόπρωτη ματιά τοῦ κύρ Φραγκούλη Φραγκούλα 7. «Τό πάλαι ἐδῶ, σημειώνει ό Ππδ., οἱ χριστιανοί, ὄσοι ἤρχοντο τάς ἡμέρας αὐτάς νά εὕρωσι, διά τῆς ἐγκρατείας καί τῆς προσευχῆς καί τοῦ ἱεροῦ ἄσματος ἀναψυχήν καί παραμυθίαν…. Τόν παλαιόν καιρόν, πρό τοῦ εἰκοσιένα, ὅταν τό σήμερον ἔρημον καί καταερειπωμένον χωρίον ἐκατοικεῖτο ἀκόμη, ὅλοι οἱ κάτοικοι καί τῶν δύο ἐνοριῶν8ἤρχοντο εἰς τόν ναόν τῆς Πρέκλας, ὅστις ἦτο Ἁπλοῦν παρεκκλήσιον, ν᾿ ἀκούσωσι τάς ψαλλομένας παρακλήσεις, καθ᾿ ὅλον τόν Δεκαπενταύγουστον».
Ἀν προσέξουμε τά τελευταῖα λόγια τοῦ Σκιαθίτη λογογράφου πού ἀπηχοῦν ἀκούσματα καί βιώματά του, τότε θά καταλάβουμε, πώς ἡ Παναγία ἡ Πρέκλα ἔχει συλλέξει ἕνα πλήθος ἀσπασμῶν, ἀλλά καί δακρύων ἀνανεμιγμένων μέ τήν ἀνάλογη πληθύν αἰτήσεων ὑπέρ ὑγείας, βοηθείας, διασώσεως, ἀναρρώσεως, ἀποκαταστάσεως, φωτισμοῦ, κατευοδσεως καί ἄλλων ἀκόμη εὐχῶν καί αἰτήσεων. Φυσικά δέν παραβλέπονται καί οἱ εὐχαριστήριες εὐχές, γιά κάθε τί πού ἡ Χάρη Της εὐλόγησε καί πραγματοποιήθηκε.
Ἡ ἐκκλησία τῆς Παναγίας τῆς Πρέκλας βρισκόταν «λίγα μέτρα πρίν ἀπό τήν ἐκκλησία τοῦ Χριστοῦ στό Κάστρο, κοντά στήν τουρκική διοίκηση καί τό τζαμί»9. Σύμφωνα δέ μέ τίς ἐκτιμήσεις τοῦ καθηγητῆ Ἀλ. Δ.Ἀλεξίου, ἡ Παναγία πρέπει νά ἦταν κτίσμα τοῦ τέλους τοῦ 16ου ἤ ἀρχές τοῦ 17ου αἰ. Πάντως, πρέπει νά ὑπῆρξε περικαλλής ναός, ἀφοῦ καί τοιχογραφίες εἶχε καί γενικότερα ὑπῆρξε ἕνα ἀπό τά πλέον σημαντικά μεταβυζαντινά μνημεῖα τῆς Σκιάθου. Τουλάχιστον, οἱ εἰκόνες καί ό κοσμήτης τοῦ τέμπλου πού διασώθηκαν αὐτό μαρτυροῦν10.
Σ’ αὐτά τά ἐρεἰπια πού εἶναι σιωπηλοί φύλακες μιᾶς ἱστορίας καί μιᾶς παράδοσης, ἐρείπια πού, ὡστόσο, ἀπόμένουν φωτεινό μετέωρο στόν σκοτασμό τῶν καιρῶν μας, νοερά μεταφερόμεθα, μέ πνευματικό συνοδοιπόρο τόν φιλόθεο καί φιλακόλουθο Ἀλ. Παπαδιαμάντη νά συνεορτάσουμε.
Ξαναβλέπουμε, λοιπόν, μέ συγκίνηση τούς φιλεόρτους προσκυνητάς καί πανηγυριστάς νά ἔρχονται μαζί μέ τόν ἱερέα, γιά νά τελέσουν ὅλοι μαζί τό πανηγύρι αὐτή τή χρονιάρα μέρα, τῆς Πανέπτου Κοιμήσεως τῆς Θεοτόκου: ἄνθρωποι νηστεμένοι, ταπεινοί, εὐλαβεῖς καί μέ ἐπίγνωση, ὅτι ζοῦν καί βιώνουν μιά ἀπό τίς κορυφαῖες ἐκφράσεις καί δραστηριότητες τῆς Ελληνορθόδοξης ζωῆς καί παράδοσης: τό πανηγύρι11.


Στό διήγημα αὐτό ζοῦμε λοιπόν τό πλέον γνήσιο καί παραδοσιακό πανηγύρι τῆς ἑλληνορθοδοξίας, στό ὁποῖο βιώνουμε τήν ἀλήθεια τῆς Ὀρθοδόξου πίστεως, πού διαφαίνεται μέα στήν ὅλη τυπική διαδικασία τῆς ἱερᾶς ακολουθίας, τῆς ὁποίας οἱ ρίζες ἐντοπίζονται στήν ἁγιορειτική παράδοση καί, πού οἱ Κολλυβάδες ἤ οἱ παλαιότεροι αὐτῶν ἀθωνίτες πατέρες, ἔφεραν καί παγίωσαν στή Σκιάθο. Τό Παπαδιαμαντικό κείμενο εἶναι ἄλλωστε τόσο σαφές. » Ὁ Φραγκούλας ἦτο τόσον εὐδιάθετος ἐκείνην τήν ἑσπέραν, ὥστε ἀπό τοῦ Ἐλέησόν με ὁ Θεός, τῆς ἀρχῆς τοῦ Ἀποδείπνου, μέχρι τοῦ Εἴη τό ὄνομα εἰς τό τέλος τῆς Λειτουργίας-ὅπου ἡ παννυχίς διήρκησεν ὀκτώ ὥρας ἄνευ διαλείμματος- ὅλα τά ἔψαλε καί τά ἀπήγγειλε μόνος του ἀπό τοῦ δεξιοῦ χοροῦ, μόλις ἐπιτρέπων εἰς τόν κύρ Δημητρόν, τόν κάτοχον τοῦ ἀριστεροῦ χοροῦ, νά λέγῃ κι αὐτός κανένα τροπαράκι, διά νά ξενυστάξῃ. Ἔψαλε τό Θεαρχίῳ νεύματι καί εἰς τούς ὀκτώ ἥχους μοναχός του, προφάσει ὅτι ὁ κύρ Δημητρός δέν εὕρισκεν εὔκολα τόν ἦχον, ἤτοι δέν ἠδύνατο νά μεταβῇ ἀβιάστως καί ἄνευ χασμωδίας ἀπό ἤχου εἰς ἦχον. Εἰς τό τέλος τοῦ Ἑσπερινοῦ μοναχός του ἐδιάβασε τό Συναξάρι, καί χωρίς νά πάρῃ ἀνασασμόν, μοναχός του πάλιν ἤρχισε τόν Ἑξάψαλμον. Ἔψαλε Καθίσματα, Πολυελέους, Ἀναβαθμούς καί Προκείμενα, εἶτα ὅλον τό Πεποικιλμένηἕως τό Συνέστειλε χορός καί ὅλον τό Ἀνοίξω τό στόμα μου ἕως τό Δέχου παρ᾿ ἡμῶν. Εἶτα ἔψαλεν Αἴνους, Δοξολογίαν, ἐδιάβασεν Ὥρας καί Μετάληψιν, πρός χάριν ὅλων τῶν ἡτοιμασμένων διά τήν Θείαν Κοινωνίαν, καί εἰς τήν Λειτουργίαν πάλιν ὅλα. Τυπικά, Μακαρισμούς, Τρισάγιον, τό Χερουβικόν, τό Αἱ γενεαί αἱ πᾶσαι, τό Κοινωνικό, κ.τ.λ.»
Ὁ χαρακτήρας τῆς κάθε πανηγύρεως μέσα στήν Ὀρθόδοξη λειτουργική μας παράδοση εἶναι διττός. Τιμᾶται δηλαδή τό Πρόσωπο τοῦ ἁγίου, πρός τιμήν τοῦ ὁποίου εἶναι ἀφιερωμένο τό ἐκκλησάκι, συμμετέχει ἡ μικρή κοινότητα τῶν προσκυνητῶν-πανηγυριστῶν, ἡ ὁποία εἶναι καί ἀποτελεῖ τμῆμα τῆς ἐνοριακῆς κοινότητας, καί μετά τήν πνευματική Τράπεζα, παρατίθεται ἡ κοινή ἑορταστική τράπεζα, ὅπως δηλαδή γίνεται στά Μοναστήρια, μικρογραφία τῶν ὁποίων εἶναι οἱ κάθε τέτοιου εἴδους ἐκδηλώσεις.
«Τέλος, σημειώνει ὁ Παπαδιαμάντης, μετά τήν Λειτουργίαν, ὁ παπάς, ὁ Φραγκούλας καί ἡ οἰκογένειά του, καί ὀλίγοι φίλοι, ἐκάθησαν κ᾿ ἔφαγαν ὁμοῦ καί εὐφράνθησαν…»
Τό εὐφράνθησαν παρακαλῶ πολύ, νά ληφθεῖ στήν κυριολεξία του, γιατί ὁ Παπαδιαμάντης δέν βλέπει «τίς ἑορτές ὡς ἁπλές ἀργίες, ἀλλά βιώνει τά γεγονότα καί τή ζωή τῆς Ἐκκλησίας ὡς κέντρο καί ἄξονα τῶν γεγονότων καί ὁλόκληρης τῆς ζωῆς». Γι᾿ αὐτό καί ἐρχομένων αὐτῶν τῶν ἠμερῶν, σκέφτηκα μέ ταπεινή καί φιλάδελφο διάθεση ἑόρτιας προσφορᾶς, νά δώσω τήν εὐκαιρία στόν κουρασμένο καί φορτισμένο μέ πολλές ἔγνοιες καί φροντίδες νεοέλληνα, νά καταφύγει ὑπό τήν παπαδιαμαντικήν εὐσκιόφυλλον βασιλικήν δρῦν, ὥστε κάτω ἀπό τίς ζείδωρες φυλλωσιές τῶν εὐφρόσυνων καί εὐλογημένων ρημάτων του νά βρεῖ τήν εὐκαιρία γιά ἀνασυγκρότηση τοῦ ὅλου του εἶναι καί φυσικά τή δυνατότητα νά ἑορτάσει, νά πανηγυρίσει, νά χαρεῖ τόν ἱερό καί πανάχραντο Δεκαπενταύγουστο.

Κων. Ν. Καλλιανός
πρεσβύτερος

1. Κ.Ε.Τσιρόπουλος, Διάλογος τοῦ Χριστιανισμοῦ μέ τήν ἐποχή μας, ΑΣΤΗΡ, Ἀθῆναι 1970, σελ. 272
2. Τό παράθεμα βλ. Κ.Ε.Τσιρόπουλος, Διάλογος, ὅπ.παρ. σελ. 268
3. Ὡραιότατη θεολογική ἑρμηνεία τοῦ Εἰρμοῦ αὐτοῦ τῆς Θ΄ ὡδῆς, τοῦ Κανόνος τῆς ἑορτῆς τῆς Κοιμήσεως, ἔχει γράψει ὁ Θεοτοκολόγος, ὁ Ἅγιος Νικόδημος ὁ Ἁγιορείτης. βλ. Μοναχός Θεόκλητος Διονυσιάτης, Μαρία ἡ Μητέρα τοῦ Θεοῦ, Ἅγιον Ὄρος 1988, σελ. 341-343.
4. Π.Β.Πάσχος, Αἰχμαλωσία ὕψους, ΑΣΤΗΡ, Ἀθήνα 1975, σελ. 26
5. Γιὰ τὴ θεολογία τῆς γιορτῆς βλ. Παναγιώτη Σκαλτσῆ, Θεολογικὴ προσέγγιση τῆς Χριστιανικῆς γιορτῆς, Θεσσαλονίκη 1990 (ἀνάτυπο ἀπὸ τὸ τεῦχος 734 τοῦ περ. Γρηγόριος ὁ Παλαμᾶς)
6. Γιά τήν ἑορτή τῆς ἡμέρας τῆς Θεοτόκου Μαρίας, τῆς ἐπονομαζομένης ἀργότερα ὡς ἑορτή τῆς Κοιμήσεως τῆς Θεοτόκου, ἡ ὁποία εἶναι ἡ παλαιοτέρα θεομητορική γιορτή-χρονολογεῖται ἀπό τόν 5ο αἰ.-βλ. Ἰω.Μ.Φουντούλης, Λογική Λατρεία, ΑΠΟΣΤΟΛΙΚΗ ΔΙΑΚΟΝΙΑ, Ἀθῆναι 1984 σελ. 188 ἑξ.
7. «Ὀ κόσμος τοῦ Ππδ., οἱ ἄνθρωποι πού κινοῦνται στό ἔργο του, οὔτε ἄγγελοι εἶναι, οὔτε ἅγιοι. Εἶναι ἄνθρωποι μέ ἁμαρτίες, μέ πάθη, μ᾿ ἐγωϊσμούς, μ᾿ ὀργή καί μέ καλωσύνη κι ἀνθρωπιά πού δέν συναντᾶ εὔκολα ἄνθρωπος. Στό διήγημα Ρεμβασμός τοῦ Δεκαπενταυγούστου, περιγράφοντας τόν δραματικό ὀργίλο, ἀλλά ἄκακο γέρο-Φραγκούλα, γράφει: Ὁ γέρο-Φραγκούλας ἐπίστευε καί ἔκλαιε… ὤ, ναί, ἦτον ἄνθρωπος ἀσθενής, ἠγάπα καί ἡμάρτανε καί μετενόει. Κ. Μπαστιᾶς, Ὁ Παπαδιαμάντης, Δοκίμιο. Ἀθήνα 1962, σελ. 143.
8. Οἱ ἐνορίες τοῦ Κάστρου ἦσαν: Ὁ ναός τῆς Γεννήσεως τοῦ Χριστοῦ καί ὁ ἅγιος Νικόλαος. Ἰω. Ν.Φραγκούλας, , Οἱ ἐνοριακοί ναοί τῆς Σκιάθου, Βόλος 1998, καί Ἀλ.Δ.Ἀλεξίου, Σκιάθος, ἡ ἀρχιτεκτονική τῶν μεταβυζαντινῶν μνημείων, Θεσσσαλονίκη 1996, σελ.
9. Ἀλ.Δ. Ἀλεξίου, Σκιάθος, ὅπ.παρ. σελ. 44
10. Ἀ. Δ.Ἀλεξίου, Σκιάθος, ὅπ.παρ. σελ. 45-47. Ὁ Ἀλ. Παπαδιαμάντης, πού ἀσφαλῶς πρόλαβε τό ναό, μᾶς πληροφορεῖ τά ἀκόλουθα:»Τό ἐκκλησίδιον ἦτο εὐπρεπέστατον, ὡραία στολισμένον καί εἶχε καλάς εἰκόνας».
11. «Τό πανηγύρι εἶναι μιά συνηθισμένη μορφή θρησκευτικοῦ ἑορτασμοῦ σέ ὀλόκληρο τόν ἑλλαδικό χῶρο, ἀλλά καί εὐκαιρία ψυχαγωγίας… Ὁπως σέ ὅλη τήν ἑλληνική ὕπαιθρο, ἔτσι καί στή Σκιάθο τά πανηγύρια ἦταν μέρος τοῦ ἑορτασμοῦ τῆς μνήμης κάποιου ἁγίου. Ἀπό ἄποψη χρόνου, τά περισσότερα πανηγύρια ἐντοπίζονταν ἀπό τήν ἀνατολήν τοῦ ἔαρος ἔως τό βασίλεμα τοῦ θέρους, κ᾿ ἕως τήν στρῶσιν τοῦ θέρους καί πρίν εἰσβάλῃ ὁ χειμών.Μαν.Γ.Βαρβούνης-Νίκη Σουλιωτάκη, Ἡ παραδοσιακή θρησκευτική συμπεριφορά τῶν συγχρόνων του στό ἔργο τοῦ Ἀλ. Παπαδιαμάντη, ΑΡΜΟΣ, Ἀθήνα 1998, σελ. 55
12. Ἀνέστης Γ. Κεσελόπουλος, Ἡ λειτουργική παράδοση στόν Ἀλέξανδρο Παπαδιαμάντη, Πουρναρᾶς, Θεσσαλονίκη 1994, σελ. 19.
– Οι φωτογραφίες της Αγρυπνίας στα ερείπια του ναϊσκου της Πρέκλας και της εικόνας της Κοιμήσεως, είναι από το βιβλίο για το Κάστρο της Σκιάθου του π. Νικολάου Σταματά, εφημερίου στον Ι. Ναό Τριών Ιεραρχών Σκιάθου.
– Η φωτογραφία της Σκιάθου από το χωριό Κλήμα της Σκοπέλου είναι του π. Κ. Καλλιανού.
ΠΗΓΗ.ΙΔΙΩΤΙΚΗ ΟΔΟΣ
Advertisements

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s