Άγιοι Πατέρες ομιλούν για την κριτική, για θέματα πίστεως

en_kairo_kindinou_pistis

Advertisements

Η “ομολογιακή” και η “διομολογιακή” κοινή προσευχή.

Εισαγωγικά
Στο τρίτο μέρος του υπομνήματος «ΠΕΡΙ ΤΗΣ ΣΥΜΜΕΤΟΧΗΣ ΤΗΣ ΣΥΜΜΕΤΟΧΗΣ ΤΗΣ ΟΡΘΟΔΟΞΟΥ ΕΚΚΛΗΣΙΑΣ ΣΤΟ ΠΑΓΚΟΣΜΙΟ ΣΥΜΒΟΥΛΙΟ ΤΩΝ ΕΚΚΛΗΣΙΩΝ» που συνέταξε το Φεβρουάριο του 2007 η «επί των δογματικών Ιεροκοινοτική Επιτροπή του Αγίου Όρους,αναπτύσσονται τα εξής θέματα.

ΙΙΙ. Η ΘΕΟΛΟΓΙΚΗ ΤΑΥΤΟΤΗΣ ΤΟΥ Π. Σ. Ε. ΣΗΜΕΡΑ

1. Η Εκκλησιολογία

α. Η ενότης της Εκκλησίας (η έννοια Μία Εκκλησία)

β. Η καθολικότης της Εκκλησίας

γ. Η αποστολικότης και η αγιότης της Εκκλησίας

δ. Η πίστις, η ζωή και η ελπίδα της Εκκλησίας

2. Το Βάπτισμα

3. Η ιεραποστολή

4. Ο στόχος της ορατής ενότητος

5. Η “ομολογιακή” και η “διομολογιακή” κοινή προσευχή

6.Η έλλειψις προσανατολισμού προς την Ορθόδοξο Εκκλησία

7.Ηθικά και κοινωνικά θέματα

8.Η στάσις έναντι των άλλων θρησκειών

Από το κεφάλαιο αυτό δημοσιεύουμε την πέμπτη παράγραφο του τρίτου μέρους,που έχει ως θέμα  την «ομολογιακή» και ¨διαμολογιακή προσευχή».Εδώ αναπτύσσεται διεξοδικά η άποωη της Ορθοδόξου Εκκλησίας για τις λεγόμενες συμπροσευχές.

——————————————————————————————————————————————

συμπροσευχες αγιοι τοιποι

Μία ακόμη ένδειξις ότι το Π. Σ. Ε. δεν προσανατολίζεται προς την κοινωνία της Ορθοδόξου Εκκλησίας, είναι και οι προτάσεις της «Ειδικής Επιτροπής» για “ομολογιακή κοινή προσευχή” και “διομολογιακή κοινή προσευχή” που υιοθετήθηκαν από την Θ΄ Συνέλευσι. Η πρότασις έχει ως εξής:

«Προτείνεται μία σαφής διάκρισις μεταξύ “ομολογιακής” και “διομολογιακής” κοινής προσευχής στις συγκεντρώσεις του Π. Σ. Ε. “Ομολογιακή κοινή προσευχή” είναι η προσευχή μιας ομολογίας, μιας κοινότητος ή μιας ομάδος μέσα στην ομολογία. Ο εκκλησιακός της χαρακτήρας είναι σαφής. Προσφέρεται ως δώρο στην συναθροισμένη κοινότητα από μια ιδιαίτερη αντιπροσωπεία εξ αυτών, καθώς μάλιστα τους καλεί να μπούν στο πνεύμα της προσευχής. Επιτελείται και έχει προεστώτα σύμφωνα με τον τρόπο που την κατανοεί και την τελεί η [συγκεκριμένη] εκκλησία. Η «διομολογιακή κοινή προσευχή» συνήθως προετοιμάζεται για ειδικά οικουμενικά γεγονότα. Αποτελεί μία ευκαιρία για μια κοινή τελετή, χρησιμοποιώντας στοιχεία από τον πλούτο μιας ποικιλίας παραδόσεων. Μία τέτοια προσευχή έχει τις ρίζες της στην μέχρι τώρα εμπειρία της οικουμενικής κοινότητος, καθώς και σ’ αυτό που κερδίζουν οι εκκλησίες από την μεταξύ τους ανταλλαγή εμπειριών. Πάντως δεν αξιώνει να γίνη η λατρεία μιας δεδομένης εκκλησίας-μέλους ή ενός είδους υβριδικής εκκλησίας ή μιας υπερ-εκκλησίας. Όταν κατανοηθή και εφαρμοσθή κατάλληλα, η διάκρισις αυτή μπορεί να καταστήση ελεύθερες τις παραδόσεις να εκφρασθούν είτε με πιστότητα στην ιδιαιτερότητά τους είτε συνδυάζοντας παραδόσεις, εφ’ όσον είναι αληθές ότι οι Χριστιανοί δεν βιώνουν ακόμη την πλήρη ενότητά τους και ότι τα οικουμενικά σώματα στα οποία μετέχουν δεν αποτελούν εκκλησίες»55.

Και επίσης,

«Σύμφωνα με την διάκρισι ομολογιακής και διομολογιακής κοινής προσευχής, μπορεί να τελούνται ομολογιακές Ευχαριστιακές συνάξεις κατά τις Γεν. Συνελεύσεις ή άλλες μεγάλης σημασίας ευκαιρίες. Η εκκλησία που θα τελεί την Ευχαριστία [hosting church](ή οι εκκλησίες που μπορούν να την τελούν από κοινού) πρέπει να δίνουν σαφή την ταυτότητά τους»56.

Το όλο πλαίσιο αυτής της προτάσεως (περισσότερες από 20 σελίδες κειμένου) φανερώνει μία ομολογουμένως ευγενεστάτη διευθέτησι του προβλήματος της κοινής προσευχής, ώστε να αποφεύγεται η δυσφορία από τις λατρευτικές εκδηλώσεις με τις οποίες πολλοί στο Π. Σ. Ε. δεν συμφωνούν. Είναι εν τούτοις χαρακτηριστική η επιμονή της «Ειδικής Επιτροπής» στην κοινή προσευχή παρά τα πολλά προβλήματα που δημιουργεί. Αναγνωρίζει μεν την σημασία του κανόνος lex orandi – lex credendi, την σημασία της κοινής πίστεως στην κοινή προσευχή, αλλά παρά ταύτα θεωρεί ότι αυτοί οι παράγοντες «δεν μειώνουν την ανάγκη τέτοιας [κοινής] προσευχής, ούτε την καθιστούν αδύνατη» (Τελική Έκθεσις της Ειδικής Επιτροπής. . . , Παράρτημα Α, παράγρ. 13-14)57. Προφανώς στο όραμα του Π. Σ. Ε. προέχουσα θέσι έχει η κοινή πορεία των εκκλησιών-μελών (το stay together), και αυτήν καλείται να υπηρετήση και η κοινή προσευχή. «Η δυνατότης να προσευχόμαστε από κοινού σε οικουμενικές συγκεντρώσεις είναι επίσης μία νέα πρόκλησις με συγκεκριμένη και ιδιαίτερη αποστολή να συνδράμη και ενισχύση τους Χριστιανούς στην πορεία τους προς την ενότητα» (ένθ’ ανωτ. , παράγρ. 37)58, λέγουν οι συντάκται της «Τελικής Εκθέσεως της Ειδικής Επιτροπής. . . » και βεβαιώνουν για τα αγαθά αποτελέσματα της πολυετούς ασκήσεως της κοινής προσευχής (ένθ’ ανωτ. , παράγρ. 39)59.

Για το Π. Σ. Ε. λοιπόν η “κοινή προσευχή” είναι πηγή ζωής. Είτε ομολογιακή, είτε διομολογιακή, πάντως να είναι κοινή προσευχή, επειδή αυτό εκπηγάζει από την εκκλησιολογία των προτεσταντών-μελών του. Για τους Ορθοδόξους όμως το ζήτημα είναι εντελώς διαφορετικό, επειδή είναι διαφορετική και η εκκλησιολογία μας. Η συμπροσευχή απαγορεύεται ρητώς υπό των ιερών Κανόνων. Ωρισμένοι Ορθόδοξοι θεολόγοι σχετικοποιούν την σημασία των Κανόνων αυτών ή τους παραθεωρούν, ωσάν να είναι γραμμένοι για άλλες εποχές ή ωσάν να μη διαπνέωνται από αγάπη. Άλλοι πάλι τους παρερμηνεύουν, ότι δήθεν απαγορεύουν μόνο την ευχαριστιακή συμπροσευχή. Όλοι όμως συμφωνούν στην ποιμαντική διάστασι των ιερών Κανόνων, ότι δηλαδή αποσκοπούν στην διαφύλαξι καθαρής της δογματικής συνειδήσεως του πληρώματος της Εκκλησίας60.

Αυτή η τελευταία όμως, η ποιμαντική διάστασις των Ιερών Κανόνων, δίνει νόημα και στην εφαρμογή τους τόσο στην εποχή που γράφθηκαν όσο και σήμερα. Κανείς μας δεν προσφεύγει στους ιερούς αυτούς Κανόνας, αν δεν βλέπη να κινδυνεύη η δογματική συνείδησις της Εκκλησίας από κάποια αιρετική εκκλησιολογία. Και σήμερα, όσο ποτέ άλλοτε, η δογματική συνείδησις του πληρώματος της Εκκλησίας κινδυνεύει να αλλοιωθή από την εκκλησιολογία που καλλιεργείται στο Π. Σ. Ε.

Οι συμπροσευχές είναι ένα μόνο σημείο εκκλησιολογικής αλλοιώσεως. Όσοι νομίζουν ότι επικαλούμεθα την ισχύ των συγκεκριμένων ιερών Κανόνων από συντηρητισμό ή φονταμενταλισμό, σφάλλουν. Αγνοούν ότι η Εκκλησία προέβαλλε τέτοιους Κανόνες, οσάκις έβλεπε αλλοιουμένη την εκκλησιολογική συνείδησι των μελών της. Σήμερα υπάρχει ανάγκη να τονισθούν οι υπάρχοντες σχετικοί Κανόνες και, αν χρειασθή, να δημιουργηθούν νεώτεροι με το ίδιο πνεύμα, για τον ίδιο σκοπό και με ειδική αναφορά στο Π. Σ. Ε.

Δεν είναι υπερβολή τα λεγόμενα. Ορθόδοξοι θεολόγοι, τα μισά από τα μέλη της «Ειδικής Επιτροπής», προτείνουν διευθετήσεις στο πρόβλημα των κοινών προσευχών στο Π. Σ. Ε. Αυτό είναι το πρώτο λάθος. 

Η Ορθόδοξος εκκλησιολογία δεν προβλέπει κοινές προσευχές, προβλέπει μόνο Κανόνες που απαγορεύουν τις συμπροσευχές για τον λόγο που προαναφέρθηκε. Εάν οι θεολόγοι της «Ειδικής Επιτροπής» ήθελαν να είναι συνεπείς με την Ορθόδοξο Εκκλησιολογία, έπρεπε να θέσουν ως αδιαπραγμάτευτο όρο περαιτέρω συμμετοχής στο Π. Σ. Ε. την κατάργησι των κοινών προσευχών,επειδή ακριβώς οι κοινές προσευχές στο Π. Σ. Ε. έχουν την αποκλειστική έννοια να προαγάγουν την ορατή ενότητα των εκκλησιών-μελών του με προτεσταντικές εκκλησιολογικές προϋποθέσεις. Επειδή αυτή είναι η αιτία, για την οποία επικαλούμεθα την τήρησι των ιερών Κανόνων στην προκειμένη περίπτωσι, η επίκλησις του γεγονότος ότι ο άγιος Μάρκος ο Ευγενικός συμμετείχε στην εναρκτήρια τελετήπροσευχή στην Φερράρα ή η αναφορά στην συμμετοχή ετεροδόξων του 12ου αιώνος στις Ορθόδοξες λειτουργικές συνάξεις στους Αγίους Τόπους, στο Σινά ή αλλού61, δεν προσφέρονται για να υπερασπίσουν την σημερινή πρακτική των συμπροσευχών. Ο άγιος Μάρκος μετέσχε της εναρκτηρίου προσευχής62, όχι όμως για να προαγάγη την ενότητα υπό παπικές προϋποθέσεις. Απόδειξις τούτου ο σθεναρός του αγώνας, η αποχώρησίς του κατόπιν από τον διάλογο, και εν τέλει η απουσία του από το συλλείτουργο με τον Πάπα, οπότε οι Ορθόδοξοι υποχώρησαν σε όλες τις παπικές απαιτήσεις και υπέγραψαν τον ταπεινωτικό Όρο της Συνόδου63. Επίσης οι προσκυνηταί των Αγίων Τόπων δεν εκινούντο από διάθεσι προβολής μιας αιρετικής εκκλησιολογίας, όπως φαίνεται από την απάντησι του Πατριάρχου Γενναδίου. Στο Π. Σ. Ε. όμως προβάλλεται – όπως αποδεικνύουν τα γεγονότα και τα κείμενα– η προτεσταντική εκκλησιολογία.

Το δεύτερο λάθος είναι η επιβεβαίωσις του “εκκλησιακού χαρακτήρος” των προτεσταντικών Ομολογιών. Εφ’ όσον οι κοινές προσευχές γίνονται εκ προοιμίου αποδεκτές, οι Ορθόδοξοι οφείλουν να μετάσχουν στην “ομολογιακή κοινή” προσευχή ή λειτουργία κάποιας εκ των ποικίλων προτεσταντικών Ομολογιών, στην οποία είναι μάλιστα προσκεκλημένοι. Μία τέτοια συμμετοχή σαφώς και κατηγορηματικώς δεν σημαίνει μετοχή σε κοινό Ποτήριο, είναι όμως επιβεβαίωσις εκ μέρους των Ορθοδόξων του “εκκλησιακού χαρακτήρος” της συγκεκριμένης Ομολογίας.

Το τρίτο λάθος είναι η θεσμοθέτησις (αν και με δυνατότητα βεβαίως αναθεωρήσεως στο μέλλον) “ομολογιακών κοινών” προσευχών ή λειτουργιών, στις οποίες θα προίσταται το πρόσωπο που καθορίζεται από τα θέσμια της συγκεκριμένης Ομολογίας (βλ. «Τελική Έκθεσι της Ειδικής Επιτροπής. . . », παράγρ. 42). Εδώ πρόκειται για επιβεβαίωσι της χειροτονίας των γυναικών, ενδεχομένως και ομοφυλοφίλων. Η «Τελική Έκθεσις της Ειδικής Επιτροπής. . . » (Παράρτημα Α, παράγρ. 30) ορίζει χωρίς περιστροφές: «Όταν η κοινή προσευχή προσφέρεται από συγκεκριμένη ομολογία, η πρακτική αυτής της ομολογίας, αναφορικά με την ηγεσία των γυναικών, θα πρέπει να ισχύει κανονικά. Για την διομολογιακή κοινή προσευχή, καλό θα είναι να υιοθετείται ένα είδος αποκεντρωμένης ηγεσίας και ισότητας στην συμμετοχή, που θα επιτρέπει σε όλους τους συμμετέχοντες, άνδρες ή γυναίκες, κληρικούς ή λαϊκούς, να διαδραματίσουν οποιοδήποτε ρόλο»64.

Ήδη ανοίγει το κουτί της Πανδώρας, όπως ευφυώς παρετήρησε ο επίσκοπος Ιλαρίων Αλφέγιεφ λέγοντας: «Η Ειδική Επιτροπή ολοκλήρωσε τις εργασίες της και έλυσε πολλά προβλήματα, τα οποία, για τις ορθόδοξες εκκλησίες αποτελούσαν εμπόδια για τη συμμετοχή τους ως μέλη του Π. Σ. Ε. Αυτό σημαίνει ότι όλες οι δυσκολίες είναι τώρα πια πίσω μας; Επιπλέον, ποιά θα είναι τα συνεπακόλουθα των συμπερασμάτων της Επιτροπής για την ορθόδοξη συμμετοχή στην ευρύτερη οικουμενική κίνηση; Πρίν από οτιδήποτε άλλο, θέλω να δώσω έμφαση στο γεγονός ότι η Επιτροπή σκόπιμα περιορίσθηκε στη συζήτηση εκείνων των θεμάτων που σχετίζονται άμεσα με τις σχέσεις ορθοδόξωνπροτεσταντών μέσα στο Π. Σ. Ε. Η εντολή της δεν περιελάμβανε συζήτηση του εύρους των θεμάτων σε σχέση με την παρούσα κρίση του Συμβουλίου και της Οικουμενικής κινήσεως γενικότερα. Επιλύνοντας ορισμένα θέματα, ταυτόχρονα άνοιξε το “κουτί της Πανδώρας” βασικών διαφωνιών που υπάρχουν μεταξύ των ορθοδόξων εκκλησιών και των οικουμενικών εταίρων»65.

ΠΑΡΑΠΟΜΠΕΣ

55 «. . . A clear distinction is proposed between “confessional” and “interconfessional” common prayer at WCC gatherings. “Confessional common prayer” is the prayer of a confession, a communion, or a denomination within a confession. Its ecclesial identity is clear. It is offered as a gift to the gathered community by a particular delegation of the participants, even as it invites all to enter into the spirit of prayer. It is conducted and presided over in accordance with its own understanding and practice. “Interconfessional common prayer” is usually prepared for specific ecumenical events. It is an opportunity to celebrate together drawing from the resources of a variety of traditions. Such prayer is rooted in the past experience of the ecumenical community as well as in the gifts of the member churches to each other. But it does not claim to be the worship of any given member church, or of any kind of a hybrid church or super-church. Properly understood and applied, this distinction can free the traditions to express themselves either in their own integrity or in combination, all the while being true to the fact that Christians do not yet experience full unity together, and that the ecumenical bodies in which they participate are not themselves churches» (9th Assembly of WCC, Assembly Documents, Final report of the Special Commission on Orthodox Participation in the WCC, 42).

56 «. . . Following the pattern of distinguishing between confessional and interconfessional common prayer, confessional celebrations of the Eucharist at assemblies and other major events can be accommodated. The hosting church (or group of churches which are able to host together) should be clearly identified. . . » (9th Assembly of WCC, Assembly Documents, Final report of the Special Commission on Orthodox Participation in the WCC, 44).

57 9th Assembly of WCC, Assembly Documents, Final report of the Special Commission on Orthodox Participation in the WCC, Appendix Α § 13-14. Βλ. και ΟΡΘΟΔΟΞΗ ΘΕΟΛΟΓΙΑ ΚΑΙ ΟΙΚΟΥΜΕΝΙΚΟΣ ΔΙΑΛΟΓΟΣ, ένθ’ ανωτ. , σελ. 238.

58 9th Assembly of WCC, Assembly Documents, Final report of the Special Commission on Orthodox Participation in the WCC, 37. Βλ. και ΟΡΘΟΔΟΞΗ ΘΕΟΛΟΓΙΑ ΚΑΙ ΟΙΚΟΥΜΕΝΙΚΟΣ ΔΙΑΛΟΓΟΣ, ένθ’ ανωτ. , σελ. 220.

59 9th Assembly of WCC, Assembly Documents, Final report of the Special Commission on Orthodox Participation in the WCC, 39. Βλ. ΟΡΘΟΔΟΞΗ ΘΕΟΛΟΓΙΑ ΚΑΙ ΟΙΚΟΥΜΕΝΙΚΟΣ ΔΙΑΛΟΓΟΣ, ένθ’ ανωτ. , σελ. 221.

60 Για όλες αυτές τις απόψεις βλ. το άρθρο του Peter Bouteneff, Η πρόκληση και η αναγκαιότητα της κοινής προσευχής, και το άρθρο του Θεοδώρου Γιάγκου, Η συμπροσευχή με τους ετεροδόξους, αμφότερα στον τόμο ΟΡΘΟΔΟΞΗ ΘΕΟΛΟΓΙΑ ΚΑΙ ΟΙΚΟΥΜΕΝΙΚΟΣ ΔΙΑΛΟΓΟΣ, ένθ’ ανωτ. , σελ. 128-134 και 143-153 αντίστοιχα, καθώς και το άρθρο του Constantine Scouteris, Common prayer, περιοδ. Ecumenical Review, Jan. -April 2002.

61 Θεοδώρου Γιάγκου, ένθ’ ανωτ. , σελ. 151-153.

62 Πρακτικά Συνόδου Φερράρας-Φλωρεντίας, στήλες 475-478.

63 Ένθ’ ανωτ. , στήλες 1025 και 1040.

64 Τελικό κείμενο της Ειδικής Επιτροπής για τη συμμετοχή των Ορθοδόξων στο Π. Σ. Ε. , στον τόμο ΟΡΘΟΔΟΞΗ ΘΕΟΛΟΓΙΑ ΚΑΙ ΟΙΚΟΥΜΕΝΙΚΟΣ ΔΙΑΛΟΓΟΣ, ένθ’ ανωτ. σελ. 245.

65 Ιλαρίωνος Αλφέγιεφ, ένθ’ ανωτ. , σελ. 81-82.

…………………………………………………………………………………………

Εν Αγίω Όρει τη 18η Φεβρουαρίου 2007

Τα μέλη της Επιτροπής

Ο της Ι. Μ. Βατοπαιδίου Καθηγούμενος + Αρχιμ. Εφραίμ

Ο της Ι. Μ. Φιλοθέου Γέρων Λουκάς

Ο της Ι. Μ. Γρηγορίου Καθηγούμενος + Αρχιμ. Γεώργιος

Ιστορική αναδρομή του Παγκοσμίου Συμβουλίου των Εκλησιών (Π.Σ.Ε).

article_13252

Εισαγωγικά

Αρχίζουμε από σήμερα να δημοσιεύουμε αποσπάσματα από το υπόμνημα της Αγιορείτικης επιτροπής επί των δογματικών θεμάτων «περί της συμμετοχής της Ορθοδόξου Εκκλησίας στο Παγκόσμιο Συμβούλιο Εκκλησιών.(Π.Σ.Ε)»,που συντάχθηκε τον Φεβρουάριο του  2007  στο Άγιο Όρος. Τα  μέλη της επιτροπής που υπογράφουν το υπόμνημα είναι:

– Ο της Ι. Μ. Βατοπαιδίου Καθηγούμενος + Αρχιμ. Εφραίμ

-Ο της Ι. Μ. Φιλοθέου Γέρων Λουκάς

-Ο της Ι. Μ. Γρηγορίου Καθηγούμενος + Αρχιμ. Γεώργιος (Καψάνης)

Πρόκειται για ένα αξιόλογο ομολογιακό και εκκλησιολογικό κείμενο, που αξίζει να μελετηθεί και που  δυστυχώς έχει αποσυρθεί από αρκετές ιστοσελίδες στο διαδίκτυο.

 Στην εισαγωγή του υπομνήματος γράφονται τα παρακάτω αξιόσημείωτα»…

«…Ο πιστός Ορθόδοξος λαός έχει υποχρέωσι να διατηρή γρηγορούσα εκκλησιαστική συνείδηση και δογματική ευαισθησία, ιδίως οι Μοναχοί, οι οποίοι από την φύση της μοναχικής μας κλήσεως έχουμε αυξημένη ευαισθησία για την ακεραιότητα της Ορθοδόξου Πίστεως και της εκκλησιαστικής Παραδόσεως, εφ’ όσον «έργον Μοναχού το μηδέ το τυχόν ανέχεσθαι καινοτομείσθαι το Ευαγγέλιον». Η καλή αυτή ανησυχία σημαίνει την επαγρύπνησι απέναντι σε κάθε νεωτεριστική γνώμη ή ενέργεια, που δεν είναι σύμφωνη προς την ευσέβεια της Εκκλησίας (Εφ. 4, 14). Αυτή είναι η λειτουργία του υγιούς εκκλησιαστικού αισθητηρίου και κριτηρίου, όπως το βεβαιώνει η μακραίων Παράδοσις της Εκκλησίας και το τονίζει με πολλή έμφασι η Πατριαρχική Εγκύκλιος του 1848. Ο λαός, το σώμα της Εκκλησίας, πράγματι «εθέλει το θρήσκευμα αυτού αιωνίως αμετάβλητον και ομοειδές τω των πατέρων αυτού», γι’ αυτό «παρ’ ημίν ούτε Πατριάρχαι ούτε σύνοδοι εδυνήθησάν ποτε εισαγαγείν νέα».

π.Δ.Αθανασίου.

————————————————————————————————

ΙΣΤΟΡΙΚΗ ΑΝΑΔΡΟΜΗ.

Μία ιστορική αναδρομή στις ενωτικές πρωτοβουλίες με τον προτεσταντικό κόσμο κατά το απώτερο και το πρόσφατο παρελθόν βοηθεί στο να αξιολογηθή σωστά η σημερινή σχέσις της Ορθοδόξου Εκκλησίας με το Π. Σ. Ε.

Ο νεοπαγής Προτεσταντισμός του 16ου αιώνος, αμυνόμενος έναντι της παπικής αντιμεταρρυθμίσεως, είχε κατ’ αρχάς φιλικές –αλλά όχι αθώες ούτε ανιδιοτελείς ούτε ανώδυνες– σχέσεις με την Ορθόδοξο Εκκλησία (Φίλιππος Μελάγχθων και Πατριάρχης Ιωάσαφ Β΄, Βιττεμβέργιοι θεολόγοι και Πατριάρχης Ιερεμίας ο Β΄, Καλβινισταί θεολόγοι της Γενεύης και Πατριάρχης Κύριλλος Λούκαρις, Μητροφάνης ο Κριτόπουλος και οι τρεις πτέρυγες της Διαμαρτυρήσεως)1. Τον 18ο και 19ο αιώνα όμως οι προτεσταντικές Ομολογίες ανέπτυξαν ανεπίτρεπτες προσηλυτιστικές ενέργειες κατά των εμπεριστάτων Ορθοδόξων. Εν τούτοις Ορθόδοξοι Πατριάρχαι καλλιέργησαν πνεύμα ενωτικό με κοινότητες των Διαμαρτυρομένων, οσάκις αυτές διετύπωναν την πρόθεσί τους για ένωσι (Άγγλοι Ανώμοτοι -Κωνσταντινουπόλεως Ιερεμίας Γ΄, Αλεξανδρείας Σαμουήλ, Αντιοχείας Αθανάσιος Γ΄, Ιεροσολύμων Χρύσανθος)2. Κατά την διάρκεια τριών αιώνων εγράφησαν αξιόλογα ομολογιακά και αντιρρητικά κείμενα. Στόχος των αοιδίμων Πατριαρχών και όρος ενώσεως ήταν η επάνοδος των προτεσταντικών κοινοτήτων στην Ορθόδοξο Πίστι και την πλήρη ενότητα με την Ορθόδοξο Εκκλησία. Η τακτική τους απαρεγκλίτως ήταν να διακόπτουν τις ενωτικές επαφές, εφ’ όσον διεπίστωναν απροθυμία των Διαμαρτυρομένων να αποδεχθούν τον όρο αυτό.

Μετά τα μέσα του 19ου αιώνος οι Αγγλικανικές εκκλησίες κατεδίκασαν τυπικά τον προτεσταντικό προσηλυτισμό και ανέπτυξαν φιλόφρονες σχέσεις υψηλού επιπέδου με το Οικουμενικό Πατριαρχείο και την Εκκλησία της Ελλάδος3, καθώς και “ποιμαντικό” ενδιαφέρον για τις παροικίες των Ορθοδόξων στις αγγλικές αποικίες4. Ταυτόχρονα η μερίδα των Παλαιοκαθολικών (1870) έδειξε ιδιαίτερο ενδιαφέρον για την Ορθοδοξία5. Έτσι δημιουργήθηκαν οι συνθήκες για να τεθή αφ’ ενός θέμα εκκλησιαστικής επικοινωνίας των Ορθοδόξων με την Διαμαρτυρομένη Δύσι, και αφ’ ετέρου ζήτημα περί τα εκκλησιολογικά όρια αυτής της επικοινωνίας. Στο κλίμα αυτό εντάσσονται η Εγκύκλιος του Οικουμενικού Πατριάρχου Ιωακείμ του Γ΄ (1902) και οι έγγραφες επιφυλάξεις των Ορθοδόξων Εκκλησιών στην πρότασι της Εγκυκλίου. Η τραγωδία του Α΄ Παγκοσμίου πολέμου έδωσε το έναυσμα για το όραμα της παγχριστιανικής ενότητος. Οι Ορθόδοξοι ανταποκρίθηκαν με το «Διάγγελμα» του Οικουμενικού Πατριαρχείου (1920) για την ίδρυσι «Κοινωνίας των Εκκλησιών». Πρέπει να υποσημειωθή στο σημείο αυτό η διαφορά στην εκκλησιολογία των δύο εγκυκλίων του Οικουμενικού Πατριαρχείου. Η Εγκύκλιος του Πατριάρχου Ιωακείμ του Γ΄ ορίζει ότι η Μία Αγία Καθολική και Αποστολική Εκκλησία «μία εστί πράγματι εν ταυτότητι πίστεως και ομοιότητι ηθών και εθίμων, συνωδά ταις αποφάσεσι των επτά Οικουμενικών Συνόδων, και μία οφείλει είναι, αλλ’ ου πολλαί και διαφέρουσαι προς αλλήλας κατά τε τα δόγματα και τους θεμελιώδεις θεσμούς της εκκλησιαστικής διακυβερνήσεως»6. Το «Διάγγελμα» του 1920 αντιθέτως προτρέπει τις χριστιανικές εκκλησίες να θεωρούν αλλήλας όχι «ως ξένας και αλλοτρίας, αλλά συγγενείς και οικείας εν Χριστώ και “συγκληρονόμους και συσσώμους της επαγγελίας του Θεού εν τω Χριστώ”»7.

Βάσει του «Διαγγέλματος» Ορθόδοξες Εκκλησίες μετέσχον επισήμως στις προτεσταντικής εμπνεύσεως οργανώσεις «Πίστις και Τάξις» (των Αγγλικανικών εκκλησιών) και «Ζωή και Εργασία» (των Λουθηρανικών εκκλησιών) κατά την περίοδο του μεσοπολέμου. Το ρηξικέλευθο «Διάγγελμα» με την εκκλησιολογική του καινοτομία και τις δέκα καταστατικές του προτάσεις εχάραξε την μέχρι σήμερα κρατούσα γενικώς γραμμή στις σχέσεις των Ορθοδόξων Εκκλησιών με τις ετερόδοξες. Πρέπει όμως να σημειωθή ότι οι Ορθόδοξοι θεολόγοι, που μετείχαν στα Συνέδρια των ανωτέρω οργανώσεων (Γενεύη 1920, Στοκχόλμη 1925, Λωζάννη 1927, Εδιμβούργο 1937), έδιναν ομολογουμένως ορθή μαρτυρία της Ορθοδόξου Εκκλησίας ως της μόνης Μιάς Αγίας Καθολικής και Αποστολικής Εκκλησίας.ΣτηνΛωζάννη π. χ. εδήλωσαν ότι «αι τεθείσαι βάσεις προς διατύπωσιν κοινών προτάσεων και επιψήφισιν αυτών υπό του Συνεδρίου αποκλίνουσιν εν πολλοίς των αρχών της Ορθοδόξου Εκκλησίας, την οποίαν αντιπροσωπεύομεν· εντεύθεν και θεωρούμεν έργον συνειδήσεως, όπως απόσχωμεν της επιψηφίσεως των γενομένων εκθέσεων». Και επίσης ότι«αδυνατούμεν να εννοήσωμεν ένωσιν περιοριζομένην εις ελάχιστα κοινά σημεία, διότι, κατά την Ορθόδοξον Εκκλησίαν, όπου ελλείπει ολοκληρία της πίστεως, εκεί ουδεμία δύναται να υπάρξη κοινωνία εν τοις μυστηρίοις»8.

Το Παγκόσμιο Συμβούλιο Εκκλησιών (Π. Σ. Ε. ) ιδρύθηκε το 1948 για να συνενώση τις αυτοτελώς μέχρι τότε εργαζόμενες προτεσταντικές οργανώσεις «Πίστις και Τάξις» και «Ζωή και Εργασία» και να αποτελέση μία πιο δυναμική παρουσία στον κόσμο. Προσκληθείσα η Ορθόδοξος Εκκλησία ανταποκρίθηκε θετικώς υπό τον όρον ότι πρόκειται περί συνεργασίας επί πρακτικών θεμάτων και όχι συμμετοχής σε δογματικές συζητήσεις του Τμήματος «Πίστις και Τάξις» και ότι οι εκπρόσωποί της δεν θα συμμετέχουν σε συμπροσευχές και άλλες λατρευτικές εκδηλώσεις που απαγορεύονται από τους ιερούς Κανόνας9.

Η στάσις των Ορθοδόξων αντιπροσώπων στα πρώτα Συνέδρια του Π. Σ. Ε. και των ιδιαιτέρων τμημάτων του ήταν αξιοθαύμαστα ομολογιακή. ΣτηνΛούνδη (πρώτη σύσκεψις του «Πίστις και Τάξις» εντός των πλαισίων του Π. Σ. Ε. , 1952), εδήλωσαν: «. . . η Ιεραρχία της όλης Ελληνικής Ορθοδόξου Εκκλησίας επιφυλάσσει δι’ εαυτήν και μόνην το δικαίωμα να ορίζη τι είναι σφαλερόν εις θρησκευτικά ζητήματα και τι είναι σύμφωνον ή ασύμφωνον προς την πίστιν αυτής. . . ούτω συνέβαινε πάντοτε, διότι η Ορθόδοξος Εκκλησία γνωρίζει και διακηρύττει, ότι το περιεχόμενον της πίστεώς της δεν είναι ανθρώπινος διδασκαλία και ανθρώπινα εντάλματα, αλλά θεία τοιαύτα, και ουδείς έχει το δικαίωμα να συγχέη αυτά με ατομικάς γνώμας περί αυτών. Αύτη είναι η όλη και μόνη Εκκλησία, το σώμα του Χριστού, ο εντολοδόχος των Αποστόλων»10.

Παρομοία δήλωσις έγινε στην Γεν. Συνέλευσι του Π. Σ. Ε. στο Έβανστον (1954).ΣτηνΓεν. Συνέλευσι μάλιστα του Νέου Δελχί (1961) οι Ορθόδοξοι αντιπρόσωποι εδήλωσαν τα εξής αξιομνημόνευτα: «. . . η Ορθόδοξος Εκκλησία δεν είναι μία Ομολογία, μία εκ των πολλών, μία μεταξύ των πολλών. Δια τους Ορθοδόξους η Ορθόδοξος Εκκλησία είναι “η” (καθαυτό) Εκκλησία. Η Ορθόδοξος Εκκλησία έχει την αντίληψιν και συνείδησιν, ότι η εσωτερική της δομή και η διδασκαλία της συμπίπτουσι προς το αποστολικόν κήρυγμα και την παράδοσιν της αρχαίας αδιαιρέτου Εκκλησίας . . . εκ της οποίας προέρχονται δια της οδού της ελαττώσεως (υποβιβάσεως, Reduction) και του αποχωρισμού (Separation) όλαι αι υφιστάμεναι χριστιανικαί ομολογίαι. Εξ Ορθοδόξου επόψεως δύναται η παρούσα οικουμενική προσπάθεια να χαρακτηρισθή ως “οικουμενικότης εν χώρω”, η οποία αποσκοπεί εις συμφωνίαν μεταξύ των χριστιανικών ομολογιών, όπως αύται υφίστανται επί του παρόντος. Η προσπάθεια αύτη είναι εξ Ορθοδόξου επόψεως πλήρως ανεπαρκής και ατελής. . . »11.

Είναι άξιον επισημάνσεως ότι, ενώ όλες σχεδόν οι Ορθόδοξες Εκκλησίες είχαν επιδείξει προθυμία για την συμμετοχή στα συνέδρια των οργανώσεων «Πίστις και Τάξις» και «Ζωή και Εργασία», έδειξαν επιφυλακτικότητα για την συμμετοχή τους στο Π. Σ. Ε. Στο Άμστερνταμ (1948) εκπροσωπήθηκαν μόνο το Οικουμενικό Πατριαρχείο και οι Εκκλησίες της Κύπρου και της Ελλάδος. Εν μέρει βεβαίως δικαιολογεί την επιφυλακτικότητα η κατάστασις, στην οποία περιήλθαν οι σλαβόφωνες Ορθόδοξες Εκκλησίες με την επικράτησι του Κομμουνισμού στις σλαβικές χώρες, και η απόφασις του Συνεδρίου της Μόσχας, κατά την οποία «απεκρούετο η συμμετοχή εις την οικουμενικήν κίνησιν κατά το παρόν στάδιον αυτής»12. Εν τούτοις δεν είναι άνευ λόγου η παρατήρησις, ότι στα συνέδρια των ανωτέρω οργανώσεων είχαν επισημανθή υπό των Ορθοδόξων βασικές και μάλλον ανυπέρβλητες θεολογικές διαφορές προς τις προτεσταντικές θέσεις, μεταξύ των οποίων: «α) περί ορατής και αοράτου Εκκλησίας· β) περί του πολιτεύματος της Εκκλησίας· γ) περί του τις των υφισταμένων Εκκλησιών είναι η γνησία· δ) περί του ιερατείου (εκκλησιαστικού αξιώματος)· ε) περί της ιεράς Παραδόσεως. . . · στ) περί του Συμβόλου της πίστεως, ότι ως τοιούτον είναι μόνον το της Νικαίας-Κωνσταντινουπόλεως, άνευ της προσθήκης του Filioque· ζ) περί των μυστηρίων. . . »13. Το αδύνατον της υπερβάσεως των διαφορών αυτών και επομένως το αλυσιτελές της συμμετοχής στην Οικουμενική κίνησι επί τω τέλει της εν τη πίστει ενώσεως, υπήρξε εν τινι μέτρω η αιτία της αποχής πολλών Ορθοδόξων Εκκλησιών από τα πρώτα συνέδρια του Π. Σ. Ε. (Άμστερνταμ, Λούνδη). Άλλωστε το πνεύμα του «Διαγγέλματος» του 1920, καθώς και η προηγηθείσα και η ακολουθήσασα προωθημένη «επικοινωνία» ωρισμένων Ορθοδόξων εκκλησιαστικών ανδρών με τις αγγλικανικές εκκλησίες, είχαν δημιουργήσει αντιδράσεις στο πλήρωμα της Ορθοδόξου Εκκλησίας και γι’ αυτό από πλευράς επισκόπων και θεολόγων τάσεις αυτοκριτικής14.

Μετά την Συνέλευσι του Νέου Δελχί (1961) άρχισε νέα περίοδος σχέσεων των Ορθοδόξων με το Π. Σ. Ε. , περίοδος απομακρύνσεως και πάλι από την Ορθόδοξο εκκλησιολογία. Έπαυσαν οι Ορθόδοξοι να καταθέτουν ιδιαιτέρα δήλωσι. Επεκράτησε η πρότασις του καθηγητού Νικ. Νησιώτη, ότι «η ενότητα πραγματώνεται με τις ενέργειες του τριαδικού Θεού. . . Όλος ο κόσμος δυνάμει βρίσκεται σε τούτη την ενότητα· σχισματικές εκκλησίες δεν υπάρχουν, αλλά μονάχα εκκλησίες σε σχισματική κατάσταση μέσα στη μία αδιαίρετη Εκκλησία. . . Η Ορθόδοξη Εκκλησία δεν μπορεί να καλεί τις άλλες να επιστρέψουν στην αρχαία παράδοση και στους οκτώ πρώτους αιώνες (μια συνεχής μνεία των Δηλώσεων), αλλά μονάχα να τις οδηγεί με τη μαρτυρία και τη διακονία. . . Μιά κλήση για επάνοδο στην αρχαία παράδοση μετατρέπει την Ορθοδοξία (που είναι το πλήρωμα της καθολικότητας και της αποστολικότητας) σε μια ομολογιακή ομάδα που κρατάει για τον εαυτό της την αλήθεια»15. Αυτή η γνώμη, που στις λεπτομέρειές της είναι ακόμη πιο προκλητική για το Ορθόδοξο αισθητήριο (περιελάμβανε πρότασι να ιδρυθούν οικουμενικά συμβούλια σε όλες τις κατά τόπους εκκλησίες με αρμοδιότητες εκκλησιαστικής Συνόδου!), σήμαινε την παραίτησι των Ορθοδόξων από το θεμελιωδέστερο στοιχείο της αυτοσυνειδησίας τους, ότι αυτοί μόνοι από όλους τους Χριστιανούς αποτελούν την Μία Αγία Καθολική και Αποστολική Εκκλησία.

Κατά την περίοδο από την έναρξι των Πανορθοδόξων και των Προσυνοδικών Διασκέψεων (1961-1968 και 1976-1986) και εντεύθεν το σύνολο των Ορθοδόξων Εκκλησιών συμμετέχει στο Π. Σ. Ε. Η παράλληλη όμως ανάπτυξις διμερών διαλόγων με ετερόδοξες εκκλησίες και κοινότητες καθιστά το ζήτημα της συμμετοχής της Ορθοδόξου Εκκλησίας στο Π. Σ. Ε. μέρος του όλου προβλήματος των οικουμενικών σχέσεων. Τα αποτελέσματα των διμερών διαλόγων φανερώνουν αφ’ ενός τις θεολογικές βάσεις της εν γένει συμμετοχής της Ορθοδόξου Εκκλησίας στην Οικουμενική κίνησι, αφ’ ετέρου επηρεάζουν θετικά ή αρνητικά και τον πολυμερή διάλογο. Το Π. Σ. Ε. είναι ένα από τα πολλά όργανα που εκφράζουν το δαιδαλώδες πλέγμα των οικουμενικών επαφών.

Ιστορικός βέβαια της ανωτέρω περιόδου συμπεραίνει ότι οι διμερείς διάλογοι «εν μέσω παλινδρομήσεων, απογοητεύσεων και συμφωνιών προσεγγίζουν συνεχώς τον απώτερόν των στόχον, τούτ’ έστιν την ένωσιν πάντων επί τη βάσει της αποστολοπαραδότου πίστεως, ως εκφράζεται αύτη υπό του παγίου της θεματοφύλακος, της Ορθοδοξίας. . . χωρίς ουδαμώς να γίνουν παραχωρήσεις εις τον πειρασμόν του συγκρητισμού και μινιμαλισμού»16. Εν τούτοις τα κατωτέρω στοιχεία είναι αρκούντως πειστικά περί του αντιθέτου. Η ένωσις πάντων επί τη βάσει της αποστολοπαραδότου Πίστεως καθίσταται στόχος όλο και πιο απόμακρος.

Πρώτος από τους διμερείς θεολογικούς διαλόγους ωλοκληρώθηκε ο διάλογος Ορθοδόξων και Αντιχαλκηδονίων. Ο ανεπίσημος διάλογος (1964-1971) πραγματοποιήθηκε με την πρωτοβουλία, την εποπτεία και την οικονομική υποστήριξι του Π. Σ. Ε. και κατέληξε σε συμφωνίες που ουσιαστικά επαναβεβαιώθηκαν από τα συμπεράσματα (Κοινές Δηλώσεις και Προτάσεις) του επισήμου Θεολογικού Διαλόγου (1985-1993). Στο Aarhus π. χ. το 1964 συμφωνήθηκε ότι: «Ανεγνωρίσαμε μεταξύ μας τη μία ορθόδοξη πίστη της Εκκλησίας. Δεκαπέντε αιώνες απομονώσεως δεν μας παραπλάνησαν έξω από την πίστη των Πατέρων μας»· και το 1990 με την Β΄ Κοινή Δήλωσι διακηρύχθηκε ότι: «αμφότεραι αι οικογένειαι διετήρησαν πάντοτε πιστώς την αυτήν αυθεντικήν Ορθόδοξον Χριστολογικήν πίστιν και την αδιάκοπον συνέχειαν της αποστολικής παραδόσεως, καίτοι εχρησιμοποίησαν χριστολογικούς όρους κατά διάφορον τρόπον».

Μέ γνώμονα αυτή την συμφωνία προτάθηκε να αρθούν τα αναθέματα των αιρεσιαρχών Διοσκόρου και Σεβήρου, και μάλιστα το Πατριαρχείο Αντιοχείας προχώρησε σε μερική μυστηριακή διακοινωνία από το 1991 με τους Συροϊακωβίτας. Όμως οι συμφωνίες και οι προτάσεις αυτές βρίσκονται σε πλήρη αντίθεσι προς τις αποφάσεις των Οικουμενικών Συνόδων Δ΄, Ε΄, ΣΤ΄, Ζ΄ και την διδασκαλία εγκρίτων Πατέρων της Εκκλησίας. Μνημονεύουμε αντιπροσωπευτικώς μόνο τον α΄ Κανόνα της Πενθέκτης, κατά τον οποίον η Δ΄ Οικουμενική Σύνοδος «των ιερών της Εκκλησίας περιβόλων εξήλασε . . . Νεστόριον και Διόσκορον, τον μεν της διαιρέσεως, τον δε της συγχύσεως υπερασπιστήν τε και πρόμαχον, τους εκ διαμέτρου της ασεβείας προς εν εκπεπτωκότας απωλείας και αθεότητος βάραθρον».

Ο διμερής διάλογος με τους Αγγλικανούς, που επίσης αναπτύχθηκε διεξοδικώς και με τους καλλίτερους οιωνούς, άφησε πίσω του βαθειά ίχνη ασυμφωνίας. Το τελευταίο κοινώς αποδεκτό κείμενο της Μικτής Επιτροπής, το εν Δουβλίνω Συμφωνηθέν Κείμενον (1984), πέραν της κραυγαλέας διαφοροποιήσεως στο ζήτημα της χειροτονίας γυναικών σε ιερατικούς βαθμούς και της αμφισβητήσεως του κύρους των αγγλικανικών χειροτονιών, τα οποία δεν έχουν επισήμως συζητηθή, επισημαίνει την διάστασι απόψεων όσον αφορά τις έννοιες:

α) της Μιάς Εκκλησίας:

«Οι Αγγλικανοί θεωρούν τας διαιρέσεις των χριστιανών ως υφισταμένας εντός της Εκκλησίας· δεν πιστεύουν ότι μόνοι των αποτελούν την μίαν αληθινήν εκκλησίαν, αλλ’ ότι ανήκουν εις αυτήν [comprehensiveness]. Οι Ορθόδοξοι, απεναντίας, πιστεύουν ότι η Ορθόδοξος Εκκλησία είναι η μία αληθινή Εκκλησία του Χριστού, η οποία, ως το Σώμα Του, δεν δύναται να διαιρεθή»17·

β) της «κοινωνίας» και «διακοινωνίας»:

«Επιτρέπεται δια τους αγγλικανούς ευχαριστιακή διακοινωνία μετά μελών άλλων εκκλησιών εις ειδικάς οικουμενικάς περιπτώσεις, εις περιπτώσεις ανάγκης ή ακόμη και επί τακτικής βάσεως»18 και «η έννοια της “διακοινωνίας” (intercommunion) δεν έχει θέσιν εις την ορθόδοξον εκκλησιολογίαν»19·

γ) του Filioque [ως δογματικής διδασκαλίας, όχι ως προσθήκης]:

«Οι αγγλικανοί αντιπρόσωποι θεωρούν το Filioque ως έγκυρον θεολογικήν διατύπωσιν, αν και δεν το δέχονται ως δόγμα. Οι Ορθόδοξοι αντιπρόσωποι θεωρούν την διδασκαλίαν του Filioque ως απαράδεκτον»20·

δ) των Οικουμενικών Συνόδων:

«Ενώ οι αγγλικανοί αντιπρόσωποι προσέδωσαν μεγαλυτέραν έμφασιν εις τας πρώτας τέσσαρας Οικουμενικάς Συνόδους και ολιγωτέραν εις τας πέμπτην, έκτην και εβδόμην, εφαρμόζοντες εις τας συνοδικάς αποφάσεις την αρχήν της “τάξεως” ή της “ιεραρχίας αληθειών”, οι ορθόδοξοι αντιπρόσωποι θεωρούν την αρχήν ταύτην ως αντικειμένην προς την ενότητα της πίστεως εν γένει»21·

ε) της πρεσβείας των Αγίων:

«Αι πλείσται των Αγγλικανικών Εκκλησιών δεν δέονται των Αγίων, ίνα πρεσβεύωσιν υπέρ αυτών, αι δε δεήσεις των υπέρ των κεκοιμημένων δεν είναι κοιναί εις απάσας»22· και,

στ) της διακρίσεως θείας ουσίας και θείων ενεργειών στον Θεό:

«Η κανονική Ορθόδοξος ορολογία περί ουσίας και ενεργειών του Θεού και περί θεώσεως δεν χρησιμοποιείται από την πλειονότητα των αγγλικανών»23.

Περιττό να λεχθή ότι το ζήτημα της χειροτονίας γυναικών και ομοφυλοφίλων διευρύνει ακόμη περισσότερο το υφιστάμενο χάσμα.

Ενδεικτική επίσης του προαναφερθέντος πνεύματος των διμερών διαλόγων είναι και η πρόσφατος αναγνώρισις του Βαπτίσματος των Λουθηρανών της Γερμανίας (συμφωνία του Οικουμενικού Πατριαρχείου με την Ευαγγελική Εκκλησία της Γερμανίας, Φανάρι 22/9/2004), παρά το ευρύτατο δογματικό και εκκλησιολογικό χάσμα. Λέγεται στο ανακοινωθέν: «Παρότι αι Εκκλησίαι ημών δεν ευρίσκονται εισέτι εις κοινωνίαν, θεωρούμεν εκατέρωθεν τα μέλη ημών ως βεβαπτισμένα και απορρίπτομεν τον επαναβαπτισμόν. Οι συμμετέχοντες εις τον Διάλογον χαιρετίζουν τας προσπαθείας των Εκκλησιών εν Γερμανία (Οικουμενικόν Συμβούλιον των Χριστιανικών Εκκλησιών) δια την προσπάθειαν επιτεύξεως συμφωνίας ως προς την εκατέρωθεν αναγνώρισιν του Βαπτίσματος»24.

Τέλος, ο τόσο αισιόδοξος από πλευράς δογματικής συμφωνίας διμερής διάλογος με τους Παλαιοκαθολικούς συνάντησε σοβαρό εμπόδιο στην εκκλησιολογική του πλευρά λόγω της μυστηριακής διακοινωνίας των Παλαιοκαθολικών με τους Αγγλικανούς και ωρισμένους Λουθηρανούς25.

Συνεκτιμώντας την αρνητική αυτή πλευρά των θεολογικών διαλόγων με την θετική προοπτική που έχει πάντοτε η μέριμνα της Εκκλησίας για την επιστροφή των ετεροδόξων στην ορθοδοξία της και με την θετική επίσης συμβολή πολλών Ορθοδόξων θεολόγων στους διαλόγους, παρατηρεί κανείς ότι δεν αρκούν οι αγαθές τυχόν προθέσεις και οι δηλώσεις των Ορθοδόξων ότι πρέπει να συμμετέχουν στην οικουμενική κίνησι χωρίς «υπέρβασιν ή καταπάτησιν των εκκλησιαστικών ορίων “α έθεντο οι πατέρες ημών”»26. Τα ανωτέρω στοιχεία δείχνουν υπερβάσεις των ορίων· όπως επίσης οι συμπροσευχές και η συμμετοχή σε λειτουργικές εκδηλώσεις μαζί με ετεροδόξους σημαίνουν αθετήσεις της Ορθοδόξου εκκλησιολογίας. Για να εξασφαλισθή η επιστροφή των ετεροδόξων στην Ορθοδοξία απαιτείται προ πάντων πιστότης και συνεχής αναβαπτισμός μας στην Ορθόδοξο Πίστι, που καλλιεργείται με τις καθημερινές ιερές Ακολουθίες, την τιμή των αγίων Ομολογητών Πατέρων, τα συναξάρια των Νεομαρτύρων, την άσκησι των χαριτωμένων Μοναχών, την ταπείνωσι των απλοϊκών αλλά ευσεβών Ορθοδόξων Χριστιανών, γενικώς των μαρτύρων της αγιότητος.

Παραπομπές.

ΠΑΡΑΠΟΜΠΕΣ

Ιω. Καρμίρη, Ορθοδοξία και Προτεσταντισμός, τόμ. Ι, Αθήναι 1937. Του αυτού, Ορθοδοξο-προτεσταντικός διάλογος, περιοδ. ΘΕΟΛΟΓΙΑ, σε συνέχειες από τον τόμο 58 (1987) τεύχ. 54 μέχρι τον τόμο 59 (1988) τεύχ. 4.

Ιω. Καρμίρη, Ορθοδοξία και Προτεσταντισμός, ένθ’ ανωτ. , σελ. 318-328.

Ένθ’ ανωτ. , σελ. 329-347.

Ιερωνύμου Κοτσώνη, Η Κανονική άποψις περί της επικοινωνίας μετά των ετεροδόξων (intercommunio), Αθήναι 1957, σελ. 17-32.

5 Werner Küppers, Θέσεις και προοπτικαί του Διαλόγου μεταξύ των Παλαιοκαθολικών και Ορθοδόξων, στο περιοδ. ΓΡΗΓΟΡΙΟΣ ΠΑΛΑΜΑΣ, τεύχ. 633 (1973) σελ. 8-24 και τεύχ. 634 (1973) σελ. 109-123. Επίσης, Ευαγγελίας Βαρέλλα, Διορθόδοξοι και Οικουμενικαί σχέσεις του Πατριαρχείου Κωνσταντινουπόλεως κατά τον Κ΄ αιώνα, Πατριαρχικόν Ίδρυμα Πατερικών Μελετών, Θεσ/νίκη 1994, σελ. 231-236· και Μητροπολίτου Ελβετίας Δαμασκηνού, Θεολογικοί Διάλογοι – Μία Ορθόδοξος προοπτική, εκδ. αδελφών Κυριακίδη, Θεσ/νίκη 1986, σελ. 27-32 και 241-285.

Ιω. Καρμίρη, Τα Δογματικά και Συμβολικά Μνημεία της Ορθοδόξου καθολικής Εκκλησίας, τόμ. ΙΙ, Graz-Austria 1968, σελ. 946στ.

Ένθ’ ανωτ. , σελ. 958.

Ένθ’ ανωτ. , σελ. 963-965.

Ένθ’ ανωτ. , σελ. 962-3.

10 Ένθ’ ανωτ. , σελ. 970.

11 Ένθ’ ανωτ. , σελ. 978.

12 Ένθ’ ανωτ. , σελ. 951, υποσημ. 1.

13 Ένθ’ ανωτ. , σελ. 393.

14 Ιερωνύμου Κοτσώνη, ένθ’ ανωτ. σελ. 33-46 και 96-101.

15 Νίκου Ματσούκα, Οικουμενική Κίνηση, εκδ. Πουρναρά, Θεσ/νίκη 1986, σελ. 246.

16 Ευαγγελίας Βαρέλλα, Διορθόδοξοι και Οικουμενικαί σχέσεις. . . , ένθ’ ανωτ. , σελ. 253.

17 Μητροπολίτου Ελβετίας Δαμασκηνού, Θεολογικοί Διάλογοι. . . , ένθ’ ανωτ. , σελ. 189.

18 Ένθ’ ανωτ. , σελ. 192.

19 Ένθ’ ανωτ. , σελ. 193.

20 Ένθ’ ανωτ. , σελ. 218.

21 Ένθ’ ανωτ. , σελ. 221.

22 Ένθ’ ανωτ. , σελ. 222.

23 Ένθ’ ανωτ. , σελ. 218.

24 Περιοδ. ΕΠΙΣΚΕΨΙΣ, τεύχ. 640/31. 10. 2004, σελ. 5.

25 Ευαγγελίας Βαρέλλα, ένθ’ ανωτ. , σελ. 235.

26 Μητροπολίτου Ελβετίας Δαμασκηνού, ένθ’ ανωτ. , σελ. 49.

πηγη.

Η ΕΠΙ ΤΩΝ ΔΟΓΜΑΤΙΚΩΝ ΙΕΡΟΚΟΙΝΟΤΙΚΗ ΕΠΙΤΡΟΠΗ ΥΠΟΜΝΗΜΑ ΠΕΡΙ ΤΗΣ ΣΥΜΜΕΤΟΧΗΣ ΤΗΣ ΟΡΘΟΔΟΞΟΥ ΕΚΚΛΗΣΙΑΣ ΣΤΟ ΠΑΓΚΟΣΜΙΟ ΣΥΜΒΟΥΛΙΟ ΕΚΚΛΗΣΙΩΝ

ΑΓΙΟΝ ΟΡΟΣ

Φεβρουάριος 2007

Ο εξ Άρτης κληρικός Ζαχαρίας Γεργανός (Ή Γεργάνος).Πρόσκληση για γνωριμία με μια  άγνωστη  εκκλησιαστική  προσωπικότητα του ΙΖ αιώνα.

 

 bc8d86bb-3276-4d37-a203-27e503b43656_2

(πρεσβ.Δημ. Αθανασίου-εκπαιδευτικού)

«Γεργανέ θεολογίης ερμηνεύ θειοπάτακτε ,χαίρε μοι αμφιχέοι σε κλέος αθάνατον.»(Ιωάχειμος Ρειχάρδος της φιλοσοφίας διδάσκαλος )

Η ΚΑΤΑΓΩΓΗ ΤΟΥ

Για τον   Ζαχαρία Γεργανό( στο εξής Ζ.Γ),έλληνα λόγιο ιερωμένο του ΙΖ αιώνα,  οι ιστορικές πηγές είναι φειδωλές,ασαφείς και αντιφατικές. Δεν γνωρίζουμε ούτε πότε γεννήθηκε  ούτε που και πότε  πέθανε .Ανήκει στην λαμπρή ομάδα των Ελλήνων θεολόγων της εποχής (όπως ο Μητροφάνης Κριτόπουλος,Θεόφιλος Κορυδαλλέας ,Μάξιμος Καλλιπολίτης ,Κύριλλος Λούκαρης ,Νικόδημος Μεταξάς) ,που επηρεασμένοι από το πνεύμα της Δυτικής Μεταρρύθμισης του 16ου αιώνα ,προσπάθησαν να αναμορφώσουν την Εκκλησία .

«Εγεννήθη ο Ζ.Γεργάνος ,εν Άρτη εκ περιφανών γονέων » γράφει ο Σάθας ,χωρίς στην συνέχεια  να δίνει πληροφορίες για το μεγάλο διάστημα από την γέννησή του μέχρι τον ξενιτεμό του στην Δύση.

Στην Καινή Διαθήκη, που με δική του επιμέλεια τυπώθηκε στη Βιττεμβέργη, αναγράφεται στο εξώφυλλό της ότι ο Γεργανός ήταν «ευγενής εκ πόλεως Άρτης», και η Χριστιανική Κατήχηση, που συνέγραψε, μας πληροφορεί ότι ο συγγραφέας της κατάγεται από την «υπέρφημον Άρταν».

Ο Μητροπολίτης Αρτας Σεραφείμ Ξενόπουλος (Βυζάντιος) στο Ιστορικό δοκίμιο περι Άρτης και Πρεβέζης γράφει τα εξής.

«Ζαχαρίας ο επιλεγόμενος Γωργάνος η Γεργανός εν έτει1632 ,υιός περιφανών γονέων εξ Άρτης ,επι της Βασιλείας Αμουράδ Δ΄και Πατριάρχου Κυρίλλου Α΄,του Λουκάρεως .Ούτος περιηγηθείς την Γερμανίαν εποτίσθη με τα νάματα της Λουθηροκαλβινικής αιρέσεως.Εν γαρ Ουτεμβέργη διατρίβων εν έτει 1619 και σπουδάζων εν τω Πανεπιστημιω αυτής την Θεολογίαν ,δαπάνη του ηγεμόνος της Σαξωνίας ,ως αυτός λέγει ,συνέταξεν βιβλίον κληθείσαν «Χριστιανική Κατήχησις»,ήτις εξεδόθη εν Ουιτεμβέργη ,κατά το έτος 1622-ωσαύτως εξεδόθη αυτόθι και η Καινή Διαθήκη .Αλλά επειδή η Κατήχησις ,και τοι κατά του Παπικού Δόγματος ούσα ,περιείχε όμως Λουθηρανικά Δόγματα ,ανέτρεψεν δια μακρών ο Λατινόφρων Ιωάννης Ματθαίος ο Καρυόφυλλος.Τούτου έν έτος Αρχιερατεύσαντος και αποβληθέντος ,διάδοχος εγένετο ο Μητροπολίτης Διδυμοτείχου».

Εξ άλλου στο βιβλίο του «Εξήγησις εις την Αποκάλυψιν του Ιωάννου » που γράφτηκε το 1626,υπογράφοντας αφιερωτική επιστολή προς τον τότε Μητροπολίτη Άρτας Γαβριήλ ,αναφέρει: « Εν Χριστώ δούλος Ζαχαρίας ιερομόναχος και πρωτέκδικος Αρτης» .Αλλά και ο σύγχρονός του  λατινόφρονας κρητικός θεολόγος Ι.Ματθαίος Καρυοφύλης ,σκληρός επικριτής της Κατήχησης του Γεργάνου ,γράφει ότι « ούτος ,ο Γεργάνος ,κατήγετο από την Άρτην».(Λάμπρου Ν.Ε.  Δ΄ και ΙΕ΄).

Αντίθετα σ’ ένα ποίημα, που συνέθεσε προς τιμήν του Γεργανού ο Ιωάννης Καμπάνος ο Λυμβοπολίτης, δάσκαλος στην Ακαδημία της Πάργας, τον παρουσιάζει Ιθακήσιο, «ζευγαρώνοντάς τον με τον άλλον εκείνον γιο της Ιθάκης, τον Οδυσσέα, εξαιτίας των πολλών ταξιδιών, που έκαναν κι οι δύο τους».Πιθανώτερη  όμως εξήγηση  είναι ότι ένα μεγάλο μέρος της νεανικής του ηλικίας πέρασε ο Γεργάνος στην Ιθάκη ,όπου φαίνεται να είχε καταφύγει η οικογένειά του για λόγους ασφαλείας.

Πότε όμως γεννήθηκε ο Ζαχαρίας Γεργανός ,καμμιά από τις πηγές που αναφέρονται σ’αυτόν δεν αναφέρει.

Ιστορικοί μελετητές  υποθέτουν  ,πως γεννήθηκε στην Άρτα το 1590 περίπου, δικαιολογώντας την άποψη αυτή  από το υψηλό αξίωμα του πρωτοδίκη ,που έφερε ευρισκόμενος στην Αρτα και από τον χρόνο εμφάνισής του στην Γερμανία (1619).Παρ’ολο που καταγόταν από αρχοντική οικογένεια ,δεν φαίνεται να είχε παιδεία ελληνική Αυτό το ομολογεί ο ίδιος στον πρόλογο του βιβλίου του « Εξήγηση εις την Αποκάλυψιν του Ιωάννου», όπου γράφει: « Τα λοιπά θέλεις ευρείν ,αγαπητέ αναγνώστα,εν τω παρόντι έργω πολλά εναντία της Γραμματικής και ζητώ παρά σου συγχώρησιν ότι Ρωμαίος είμαι τη πίστει ,Λατίνος δε τη γλώσσα…».

 

ΤΑ ΤΑΞΙΔΙΑ ΤΟΥ ΣΤΗΝ ΕΥΡΩΠΗ ΚΑΙ ΟΙ ΣΠΟΥΔΕΣ ΤΟΥ

Τα ταξίδια του Γεργανού είναι ένα από τα λιγοστά σημεία επαφής, που παρουσιάζει η ζωή του με τον  Κυριλλο Λούκαρη, διότι τα έκανε μαζί με τον Μητροφάνη Κριτόπουλο. Ένας από τους προστατευόμενους του Κυρίλλου Λούκαρη ήταν ο Κριτόπουλος, χάρη στις ενέργειες του οποίου σπούδασε θεολογία στην Οξφόρδη και, όταν περάτωσε τις σπουδές του, περιήλθε κατ’ εντολή του Λούκαρη τα κυριότερα κέντρα της δυτικής Ευρώπης, για να μελετήσει καλύτερα τη διδασκαλία της Μεταρρύθμισης. Μεταγενέστερα ο Μ.Κριτόπουλος έγινε πατριάρχης Αλεξάνδρειας.

Σ’ αυτού λοιπόν του ανθρώπου τη συντροφιά έκανε τα ταξίδια του στην Ευρώπη ο Γεργανός. Ο χρόνος, που έκανε τη μεγάλη αυτή περιοδεία, ο Κριτόπουλος, συμπίπτει με τη λήξη των δικών του σπουδών στη Βιττεμβέργη ,προστατευόμενος του βασιλιά  της Σαξωνίας.

Πώς βρέθηκε στη Βιττεμβέργη ο Γεργανός; Μας το αποκαλύπτει ο ίδιος. Ήταν για να πάει το 1616 για ανώτερες σπουδές στη Ρώμη. Κάτι όμως συνέβη και το ματαίωσε το σχέδιό του. Τι ακριβώς ήταν αυτό, που συνέβη, δεν ξέρουμε, αλλά όπως ο ίδιος αφηγείται, στη βάση του ήταν η πρόνοια του Θεού, που έστρεψε τα βήματά του, κι αντί για τη Ρώμη πήγε στη Σαξωνία. Εκεί, χάρη στη γενναιοδωρία του ηγεμόνα αυτής της χώρας Ιωάννη Γεωργίου, επιδόθηκε σε πολυχρόνιες κλασικές και θεολογικές σπουδές.

Σ’ αυτό το Πανεπιστήμιο παρακολούθησε θεολογικά και φιλοσοφικά μαθήματα « ικανόν χρόνον » ,παρακολουθώντας τους σοφούς των Καλβινιστών και Λουθηρανών.Σύμφωνα με τον ιστορικό Σάθα μέχρι το 1626 σπούδαζε στην Βυτεμβέργη και σε άλλες πόλεις της Γερμανίας και  εκεί ανακηρύχθηκε « της αγίας θεολογίας διδάσκαλος ».Φαίνεται ακόμα ότι εκεί  απόκτησε μεγάλες γνωριμίες .Ετσι  ξένοι καθηγητές κυρίως της φιλοσοφίας ,σε επιγράμματα που αφιερώνουν στην Κατήχησή του τον αποκαλούν « των Γραικών θεολογώτατον », θεολογίης ερμηνέα θειοπάτακτον» και « άλλον Οδυσσέα». Με την αποπεράτωση των σπουδών του ,μετά το 1626 επανήλθε στην Ελλάδα. Ειχε  φέρει ,προηγουμένως  σε αίσιο πέρας τα  τρία έργα,( Καινή Διαθήκη-Κατήχηση-Εξήγηση της Αποκάλυψης) με τα οποία είναι κατά κύριο λόγο συνδεδεμένο το όνομά του.

Επέστεψε στη Ελλάδα αποφασισμένος να πάρει μέρος στους σκληρούς αγώνες του Λούκαρη και στο πλευρό του για την διάσωση της Ανατολικής Εκκλησίας από την παπική αρπακτικότητα αλλά και για την αναμόρφωση και ανακαίνησή της.Είναι η εποχή που η Ορθοδοξία περνάει δύσκολες μέρες ,καθώς οι Λατίνοι προσπαθούν με κάθε μέσο να επικρατήσουν στην Ελληνική Ανατολή.Ο Σάθας μάλιστα γράφει ότι « επιστρέψας ο Γεργάνος εις την Κων/πολιν προεχειρίσθη Μητροπολίτης Ναυπάκτου…».Πάντως το 1632 ,σύμφωνα με τον Σεραφείμ τον Βυζάντιο ,βρίσκουμε τον Γεργάνο Μητροπολίτη στην Αρτα « έν έτος αρχιερατεύσαντος  και αποβληθέντος» ,χωρίς να γνωρίζουμε από πού αντλεί τα στοιχεία αυτά.Όμως τον ίδιο χρόνο και τον μήνα Φεβρουάριο ,φέρεται Μητροπολίτης Ναυπάκτου και Άρτης ο Γαβριήλ ,που υπογράφει έτσι μεταξύ άλλων Πατριαρχικό επιτίμιο κατά της εκκλησίας Ζακύνθου.Ο Γαβριήλ ακόμα αναφέρεται μητροπολίτης Άρτας και στις αρχές του 1633 και μετά τον θάνατό του στις 8 Ιουνίου 1633 ,εκλέχθηκε Μητροπολίτης ο « ιερώτατος Διδυμοτείχου κύρ Λαυρέντιος».Δηλαδή στους επισκοπικούς καταλόγους Άρτας ,που καταρτήστηκαν με βάση πατριαρχικούς κώδικες ,Ζαχαρίας Γεργάνος Μητροπολίτης ,δεν μνημονεύεται( Ηπειρωτικά χρονικά 1937,σελ.13).Φαίνεται πως μάλλον επίσκοπος μιάς από τις πέντε επισκοπές της χειροτονήθηκε ο Γεργάνος και όχι ΜητροπολίτηςΑρτας.Όσον αφορά την αποβολή του ή  την καθαίρεσή του ,πιθανόν να έγινε από τις συκοφαντίες των άσπονδων εχθρών του καθολικών ,που τον κατηγορούσαν ότι ποτίστηκε από τα νάματα της λουθηροκαλβινικής αίρεσης,μια και ο Γεργάνος ήταν από τους λίγους « λατινομάστιγας» .Απο δώ και πέρα χάνονται οριστικά τα ίχνη του.Ούτε ο Μελέτιος ο Γεωγράφος ,που χρημάτισε Μητροπολίτης Άρτας ,δεν μνημονεύει στην Εκκλησιαστική του Ιστορία τον Γεργάνο ,ενώ αναφέρει τον ομόφρονά του Θ.Κορυδαλλέα ,που και αυτός « επι μακρόν αρχιεράτευσε εκεί»(Μελετίου Εκκλησιαστική Ιστορία Γ΄σελ΄451).

 

ΟΙ ΘΡΗΣΚΕΥΤΙΚΕΣ ΤΟΥ ΠΕΠΟΙΘΗΣΕΙΣ.

Προτεσταντικές ομάδες υποστηρίζουν ότι: « Ο  Ζ.Γ. ποτίστηκε από το κήρυγμα της Μεταρρύθμισης .Και ενώ ο Λούκαρης ,επηρεάστηκε στις θρησκευτικές του πεποιθήσεις από το ποτάμι εκείνο της Μεταρρύθμισης ,που είναι συνδεδεμένο με τον Ιωάννη Καλβίνο ,ο Ζ.Γ.επηρεάστηκε από το άλλο ποτάμι ,του Μαρτίνου Λούθηρου».(περιοδικό Φωνή του Ευαγγελίου).

Βέβαια για τον μεν Κύριλλο Λούκαρη οι ιστορικοί αποδεικνύουν ότι παρέμεινε μέχρι τον τραγικό του θάνατο πιστός στην Ορθοδοξία ,για τον Ζ.Γ.η ιστορία δεν αποφάνθηκε ,λόγω των λιγοστών στοιχείων που διαθέτει .Ομως η γραπτή ομολογία του (στο έργο του « Ερμηνεία στην Αποκάλυψιν του Ιωάννου)                       « Ρωμαίος είμαι τη πίστει( δηλ.Ορθόδοξος) ,Λατίνος δε τη γλώσσα…» καθώς και  σχέση με τον πνευματικό του πατέρα  Μητροπολίτη Άρτας Γαβριήλ και τον  Ορθόδοξο Πατριάρχη Κύριλλο Λούκαρη ,μας οδηγεί στην πεποίθηση ότι παρέμεινε μέλος της Ορθόδοξης Εκκλησίας.Ο Αρχιμανδρίτης Ανδρέας Δημητρακόπουλος στο βιβλίο του « Δοκίμιον περί του βίου και των συγγραμμάτων Μητροφάνους του Κριτόπουλου .»(Λειψία 1872 σελ.15) γράφει: « Κατακρίνει την Κατήχηση ( βιβλίο του Ζ.Γ.) ο Σάθας  ως περιέχουσα Λουθηροκαλβινικά δόγματα ήν ούτε ανέγνω ούτε είδε ποτέ ως αυτός ομολογεί…..Ο Γεργανός εχειροτονήθη μητροπολίτης Αρτας πάντως παρά του Πατριάρχου Κυρίλλου του Λουκάρεως ,περί του οποίου ο Σάθας λέγει ότι ήν Ορθόδοξος…Αλλά πως ο ορθόδοξος Λούκαρης ,ο αναγνούς αναμφιβόλως την περιέχουσαν τα λουθηροκαλβινικά δόγματα Κατήχησιν του Γεργανού ,εχειροτόνησεν τον μη ορθόδοξον Γεργανόν μητροπολίτην Άρτας;Η λοιπόν, καταλήγει ο Δημητρακόπουλος, και Λούκαρις ήν Λουθηροκαλβινιστής η καο ο Γεργανός ορθόδοξος…»Δυστυχώς δεν έχουμε το κείμενο για να εκφέρουμε τεκμηριωμένη άποψη.Θα αρκεστούμε στην άποψη του καθηγητή Ζαχ.Τσιρπανλή ,που σε μελέτη του στην Κατήχηση του Γεργάνου και το περιεχόμενό της γράφει « Κατά πόσο ο Γεργάνος ,που σπούδασε στην Ακαδημία της Βιττεμβέργης με την χρηματική ενίσχυση του εκλέκτορα της Σαξωνίας Γεωργίου Ιωάννου Α΄απηχεί προτεσταντικές ιδέες στο έργο του αυτό ,είναι ένα πρόβλημα που απαιτεί κάποια έρευνα…» ( Οι ελληνικές εκδόσεις της Sacra congregation de propaganda Fide.Τόμος ΙΣΤ σελ.515)

ΤΟ ΣΥΓΓΡΑΦΙΚΟ ΤΟΥ ΕΡΓΟ.

Το πρώτο ήταν μια έκδοση της Καινής Διαθήκης. Όχι βέβαια στη νεοελληνική. Αυτή η τιμή ανήκει στον Λούκαρη. Στο κείμενο την εξέδωσε. Ωστόσο κι αυτό ήταν μια πολύτιμη υπηρεσία, που πρόσφερε ο Γεργανός στο λαό του σ’ εκείνα τα χρόνια, που η κυκλοφορία του Λόγου του Θεού σε έντυπη μορφή ήταν πολύ περιορισμένη. Ήταν αυτό ένα βιβλίο από πεντακόσιες σαράντα οκτώ σελίδες, και το εξώφυλλό του δίνει την πληροφορία ότι εκδόθηκε «προμηθεία μεν του Θεοφιλεστάτου κυρ. Νικηφόρου Θεσσαλονικέως, του της Ιερισσού και του Αγίου Όρους Επισκόπου, και του ευλαβεστάτου κυρ. Δημητρίου Ιερέως της Πόλεως αγίας, Εργοδιώκτου ,του λογιώτ. κυρ. Εράσμου Σχμιδίου Δηλιτιανού Μυσίου των Ελληνικών και Μαθηματικών εν τη πολυθρυλλήτω ΟΥΙΤΕΜΒΕΡΓΙΚΗ Ακαδημία Διδασκάλου επιμελεία δε του Ζαχαρία Γεργανού ευγενούς εκ πόλεως Άρτης».

Το δεύτερο έργο ήταν μια ερμηνεία στο βιβλίο της Αποκάλυψης, που τη συνόδευσε με μια μετάφραση του βιβλίου στη νεοελληνική της εποχής του. Παραπονιέται στον πρόλογο του βιβλίου του ο Γεργανός, ότι την Καινή Διαθήκη «πολλοί την διαβάζουν και δεν εγνωρίζουν ούτε καταλαμβάνουν την των γραμμάτων έννοιαν, και είναι μεγάλη αδολεσχία». Το χειρόγραφό του έργου  βρίσκεται σήμερα στη Βιβλιοθήκη του Πανεπιστημίου της Οξφόρδης.

Στον πρόλογο του βιβλίου γράφει και τα εξής «Χαίρε αγαπητέ αναγνώστη.Η αγάπη όπου έχω προς την του Θεού εκκλησίαν με ηνάγκασεν να εξηγήσω την του μακαρίου Ιωάννου αποκάλυψιν δια να λάβουν οι λαικοί καρπόν τινά παρά αυτής ,ότι πολλοί την διαβάζουν και δεν γνωρίζουν ούτε καταλαμβάνουν την των ρημάτων έννοιαν και είναι μεγάλη αδολεσχία κατά τον άριστον φιλόσοφον τον μακάριον Παύλον.Εαν ούν  μη ιδώ την δύναμιν της φωνής έσομαι τω λαλούντι βάρβαροι. Πλήν πολλοί τετυφωμένοι και εσκοτισμένοι τη διανοία ,καθώς λέγει ο μακάριος Παύλος ,όπου δια την φυσικήν τους κακίαν ή δια να δείξουν εις τους απλούς πως κάτι ηξεύρουν ή και διατί εποτίσθησαν την εν τη Ρώμη καινοτομίαν θέλουν λαλήσει διεστραμμένα και στρεβλά περί του παρόντος έργου ως είναι το ίδιον αυτών.Πλήν των τοιούτων σπερμολογήματα οι συνετοί και θεόφοβοι αντί ουδενός τα έχουν.Πλήν τα λοιπά θέλεις ευρειν αγαπητέ αναγνώστα εν τω παρόντι έργω πολλά εναντία της Γραμματικής και ζητώ παρά σου συγχώρησιν ότι Ρωμαίος είμαι τη πίστει ,Λατίνος δε τη γλώσσα.Έρρωσθε.»

Υπάρχει στην συνέχεια αφιερωτική επιστολή  που απευθύνεται : « Τω πανιερωτάτω και πρακτικωτάτω Μητροπολίτη της Αγίας Μητροπόλεως Ναυπάκτου και Άρτης και επιτρόπω Πατριαρχικώ αξιωτάτω κυρίω κυρίω  Γαβριήλ εμώ κατά πνεύμα πατρί και φιλανθρωποτάτω και αγίω λογοθέτη τω Λεονδίτζη και αδελφώ αυτού Νικηφόρω τω σκευοφύλακι και Μανουήλ ρόπτη και Μανουήλη Λεονδίτζη Λεονδάρη Στατώ τω Εκκλησιάρχη ,Αντωνίνω Κοθώνη τω Επιτρόπω ,Δημητρίου τω Στατώ και Πρωτοψάλτη τον εν Χριστόν ασπασμόν» .

« Τα ακριβώτερα είναι και αγαπημενότερα λέγουν έξω οι σοφοί ,πανιερώτατε δέσποτα ενγενέστατοι άρχοντες συνήθεια είναι των διδασκάλων ότι τα βιβλίαόπου βάνουν εις τύπον να αφιερώνουν καλοίς και τιμίοις προσώποις και μάλιστα εδικωτέροις και τούτο δικαίως ότι τα ακριβότερα είναι πλέον αγαπητά.Λοιπόν κατά την συνήθειαν των σιφών δεν ηθέλησα αλλονών ετούτο το θεάρεστον έργον οπού βούλομαι συν θεώ να βάλω εις τον τύπον να προσηλώσω και αφιερώσω άλλοις ανδράσι παρά τη υμετέρα φιλανθρωπία ,ότι επειδή και είμεσθεν με τον σύνδεσμον του αίματος δεν έπρεπεν άλλοις ανθρώποις ξένοις να αφιερωθή το έργον ,δεύτερον ότι επειδή κόπον και αναλώματα δια τον τύπον δίδεται ,πρέπον και δίκαιον να φερθή τη υμετέρα αγάπη ίνα ούτινος χείρας ελθή η της Αποκαλύψεως εξήγησις να έχετε τα αιώνιον μνημόσυνον και να φανερωθή πολλώς η αγάπη όπου έχετε προς την πατρίδα και όλην την του Χριστού εκκλησίαν ,ότι βλέπομεν πολλούς όπου και κάστρα και άλλα σωματικά εκάμαν έργα ,όμως ούτε όνομα πλέον τούτων ακούγεται ότι τόσον μεγάλην ωφέλειαν ήφερον της ψυχής ωσάν η εξήγησις ετούτη οπού και εάν και επιμεληθήτε να βαλθή εις τον τύπον όχι το όνομά σας και το μνημόσυνον είναι παντοτεινόν αλλά και ψυχοφέλειαν θέλετε έχετε μεγάλην.Έρρωσθε.Εν Χριστώ δούλος Ζαχαρίας ιερομόναχος και πρωτέκδικος Άρτης»(3)

Το τρίτο έργο του ήταν η συγγραφή και έκδοση μιας Χριστιανικής Κατήχησης με εντελώς ευαγγελικό περιεχόμενο. Αυτή η Κατήχηση, που μονάχα στις πολύ μεγάλες βιβλιοθήκες του κόσμου μπορεί κανείς σήμερα να τη βρει, είναι διαιρεμένη σε δέκα τμήματα, και είναι συνταγμένη σε μορφή ερωτήσεων και απαντήσεων. Ένα παιδί κάνει ερωτήσεις στον πατέρα του πάνω σε διάφορα σημεία της χριστιανικής πίστης, και ο πατέρας απαντάει. Ο τίτλος του βιβλίου,σύμφωνα με τον ερευνητή Λεγκράν , είναι:
« ΧΡΙΣΤΙΑΝΙΚΗ ΚΑΤΗΧΗΣΙΣ ΕΙΣ ΔΟΞΑΝ ΤΟΥ ΦΙΛΑΝΘΡΩΠΟΥ ΘΕΟΥ ΠΑΤΡΟΣ ΙΗΣΟΥ ΧΡΙΣΤΟΥ ΚΑΙ ΑΓΙΟΥ ΠΝΕΥΜΑΤΟΣ και τιμήν βοήθειά ντε των φιλοθέων Ρωμαίων εγράφη υπο ΖΑΧΑΡΙΑ ΓΕΡΓΑΝΟΥ ευγενούςεκ της υπερφήμου Άρτης.Εν τη Ουιτεμβέργη εν τη του ΑΥΓΟΥΣΤΟΥ ΒΟΡΕΚ ΧΑΛΚΟΓΡΑΦΙΑ ετυπώθη τω της θεανθρωπωγωνίας 1622 έτει.                                                                       Αποστάτα κάρφος τω οφθαλμώ σου έσομαι Πάπα.».

Το βιβλίο  διαπνέεται από « αντιπαπικό μένος» ,όπως φαίνεται και στον υπότιτλό του ,αλλά ξεσήκωσε θύελλα αρνητικών κρητικών από καθολικούς θεολόγους ,Ελληνες στην εθνικότητα  με κυριώτερη του Ιω.Ματθ.Καρυοφύλλη ,αρχιεπισκόπου Ικονίου,που εκδόθηκε στην Ρώμη το 1631 και αριθμεί περίπου 70 «αιρετικές απόψεις » του Ζ.Γ,γράφοντας χαρακτηριστικά .

« Ζήλω πτερωθείς της Οδυσσέως πλάνης εις δώμα Κίρκης ήκεν άφρων Γεργάνος και νούν κλαπείς κύλιξι εκ φαρμάκων τρίμορφον ημίν εξανέστη θηρίον,κύων,δράκων ,σύς και θεώ και τω Πέτρω  βλάσφημα σαπρών εκ φαρύγγων εκχέων».

Στο βιβλίο περιέχονται προσφωνήσεις του Ζ.Γ. στην Λατινική .Η πρώτη απευθύνεται προς τους Γερμανούς πρίγκηπες και ευγενείς και η δεύτερη προς τους βασιλείς της Μόσχας ,τους Ορθόδοξους Πατριάρχες ,πρίγκηπες ,μητροπολίτες ,επισκόπους και ευγενείς κατοίκων πόλεων και χωρών της Ανατολής ,ανάμεσα στους οποίους είναι και οι μητροπολίτες Ναυπάκτου και Άρτας ,Ιωαννίνων,Παραμυθιάς και Πωγωνιανής.

ΚΡΙΤΙΚΗ ΤΩΝ ΕΡΓΩΝ ΤΟΥ ΖΑΧΑΡΙΑ ΓΕΡΓΑΝΟΥ.

Μεγάλη τρικυμία σήκωσε αυτό το βιβλίο της Κατήχησις του Ζ.Γ,  διότι δύο διακεκριμένοι εργάτες των ελληνικών γραμμάτων του περασμένου αιώνα, ο Κωνσταντίνος Σάθας και ο Ανδρόνικος Δημητρακόπουλος, συγκρούστηκαν εξαιτίας του. Ο Σάθας κατηγοράει τον Γεργανό ως «λουθηροκαλβινιστή», και ο Δημητρακόπουλος απαντάει ότι ο Σάθας «ούτε ανέγνω ούτε είδε ποτέ την Κατήχησιν».

Πολύ αγριότερη βέβαια φουρτούνα ξέσπασε όταν ζούσε ακόμα ο συγγραφέας του βιβλίου. Οι δύο κυριότεροι επικριτές του Γεργανού ήταν δύο Έλληνες κληρικοί προσήλυτοι της Ρώμης. Ο ένας ήταν ο Μητροπολίτης Ικονίου Ματθαίος Καρυόφυλλος, που τελικά καθαιρέθηκε λόγω της άσεμνης διαγωγής του. Έγραψε αυτός μια αναίρεση της Κατήχησης, και αραδιάζει εξακόσιες πλάνες και εβδομήντα βλασφημίες, που διέπραξε ο συγγραφέας της. Το βιβλίο τυπώθηκε στη Ρώμη το 1631, και το αφιέρωσε ο συγγραφέας του στον πάπα Ουρβανό Η΄, εκείνον που η επίμονη προσπάθειά του είχε σαν καρπό τον απαγχονισμό του Κύριλλου Λούκαρη από τους Τούρκους.

Ο άλλος επικριτής του Γεργανού ήταν ο  Λέων Αλλάτιος,βιβλιοθηκάριος της βιβλιοθήκης του Βατικανού .

 Ο Ζαχαρίας Γεργανός και  Ευαγγελικοί(Προτεστάντες)

Η  επίδραση, που είχε στη θρησκευτική ζωή της Ελλάδας το έργο ανθρώπων σαν τον Κύριλλο Λούκαρι και τον Ζαχαρία Γεργανό,

αποδεικνύεται από τις γραπτές μαρτυρίες προτεσταντικών ομάδων ,που δρούν  σήμερα στην Ελλάδα και  ομολογούν ότι ο Ζαχαρίας Γεργανός ήταν ένας Έλληνας αναμορφωτής ,που το έργο του έχει καρπούς στις μέρες μας.

Η Ελληνική Ευαγγελική Εκκλησία ,στο ιστορικό της αναφέρει:

« Οι «εκκλησίες»(;) μας  έχουν  τις πνευματικές ρίζες  στην Ευαγγελική Μεταρρύθμιση του 16ου αιώνα των Λούθηρου, Καλβίνου και Ζβιγγλίου, ενώ συντάσσεται με τις θέσεις των Ελλήνων Αναμορφωτών, του μάρτυρα Οικουμενικού Πατριάρχη Κυρίλλου του Λουκάρεως, του μητροπολίτου Ζαχαρία Γεργανού, του Θεόφιλου Κορυδαλλέως, αλλά και των μαρτυρικών αναμορφωτών της Κρήτης του 16ου αιώνος».(Ιστορία της Ευαγγελικής Εκκλησίας της Ελλάδος).

Επίσης  ,σε σχετικό άρθρο της προτεσταντικής αυτής ομάδας  γράφεται:

«Αξιολογώντας  το έργο τους(Λούκαρη και Γεργανού), σε σύγκριση με το έργο των αναμορφωτών του δέκατου έκτου αιώνα στις άλλες χώρες, μπορούμε να το χαρακτηρίσουμε  κάπως μικρό και ασήμαντο. Αυτό οφείλεται στο γεγονός ότι η  αναμορφωτική κίνηση του δέκατου έκτου αιώνα δεν ήταν ένα ιστορικό γεγονός, που ήρθε αναπάντεχα και απροετοίμαστα.

Ήταν μια πολυσύνθετη κίνηση, και διάφοροι παράγοντες συνεργάστηκαν, για να ετοιμάσουν το δρόμο της, πολύ πριν κάνει αυτή την εμφάνισή της στην ιστορία. Ξεχωρίζουν ανάμεσα σ’ αυτούς δύο ­ ο μορφωτικός και ο θρησκευτικός.

Η ώθηση, που έδωσε στη μελέτη της Αγίας Γραφής στα πρωτότυπα κείμενά της,  το κίνημα   των Ελλήνων φιλολόγων ,που ήρθαν στην Δύση  (πριν και μετά την άλωση της Κων/πόλεως), και το πνεύμα της αντίδρασης, που καλλιέργησε εναντίον της προφορικής παράδοσης, και των ποικιλόμορφων διαστρεβλώσεων της χριστιανικής πίστης, για τις οποίες αυτή ήταν υπεύθυνη, ήταν το πρώτο τράνταγμα, που αισθάνθηκε το οικοδόμημα της Εκκλησίας της Ρώμης, πριν το βρει ο  σεισμός της θρησκευτικής  Μεταρρύθμισης. Και όταν η ανακάλυψη της τυπογραφίας έκανε τη γνώση, που για ολόκληρους αιώνες μονάχα σε λίγους ανήκε, κτήμα των πολλών, ετοιμάστηκε η σκέψη των λαϊκών μαζών να προσέξει και να δεχτεί το μήνυμα της Μεταρρύθμισης.

Τέτοια από την άποψη της πνευματικής ζωής του λαού ήταν η κατάσταση στη Δύση. Και ήταν η εικόνα της απόλυτης αντίθεσης προς την κατάσταση της Ελληνικής Ανατολής. Ίσης, αν όχι μεγαλύτερης σημασίας, από τον μορφωτικό ήταν ο θρησκευτικός παράγοντας. Πριν από τον Λούθηρο και τους άλλους αναμορφωτές διάφορα θρησκευτικά κινήματα συνεργάστηκαν, ετοιμάζοντας το έδαφος της Μεταρρύθμισης. Όπως εύστοχα περιγράφει την κατάσταση ο ιστορικός J. Mackinnon, «Ο λαός περίμενε τον προφήτη του. Και όταν ο προφήτης ήρθε, βρήκε μια γενεά έτοιμη ν’ ανταποκριθεί και να συγκεντρωθεί στο πλάϊ του». Η Αγία Γραφή είχε κιόλας κυκλοφορήσει στην καθομιλουμένη γλώσσα των περισσότερων χωρών της Ευρώπης. Κάπου δέκα τέσσερις εκδόσεις της Βίβλου ή τμημάτων της στην «υψηλή» γερμανική γλώσσα και άλλες τρεις στη «χαμηλή» είχαν κυκλοφορήσει, πριν ακόμα καταπιαστεί ο Λούθηρος με τη δική του μετάφραση. Ήταν την ίδια περίπου εποχή, που είχε αρχίσει να ξαναζωντανεύει δειλά το κήρυγμα στη λατρευτική ζωή της Εκκλησίας.

Ήταν χωρίς την αρωγή μιας τέτοιας προετοιμασίας που ξεκίνησαν ο Λούκαρης, ο Γεργανός και οι άλλοι στο δρόμο της δικής τους αναμορφωτικής προσπάθειας(;). Η πρώτη έκδοση της Καινής Διαθήκης στη γλώσσα του ελληνικού λαού έκανε την εμφάνισή της το χρόνο που ο Λούκαρης, με το μαρτυρικό του θάνατο, τερμάτιζε πια την αποστολή του. Όσο για το κήρυγμα, αυτό έλειψε τόσο πολύ από το τυπικό της Εκκλησίας, που ο άμβωνας, και σαν τμήμα ακόμα της διαμόρφωσης του εσωτερικού του ναού είχε εξαφανιστεί.

Όταν πάρουμε υπόψη την απουσία από την Ελλάδα αυτών των παραγόντων, που είχαν ετοιμάσει στη Δύση το δρόμο στο έργο της Μεταρρύθμισης, δεν πρέπει να μας εκπλήσσει το γεγονός ότι του Λούκαρη, του Γεργανού και των άλλων Ελλήνων Μεταρρυθμιστών το έργο δε σημείωσε μεγάλη επιτυχία. Στάθηκαν όμως αυτοί οι άντρες ανάμεσα στο λαό μας πρωτοπόροι του αναμορφωτικού κινήματος. Οι πρώτες πέτρες, που τοποθετήθηκαν στο θεμέλιο του οικοδομήματος της θρησκευτικής ζωής της σύγχρονης Ελλάδας, δικές τους ήταν»

Στο ευαγγελικό περιοδικό « Φωνή του Ευαγγελίου »(τεύχος Οκτωβρίου 2003) ο Γ.Α.Χατζηαντωνίου  σημειώνει  τα εξής.

«Δύο σημεία έχουν κοινά και ο Γεργανός και ο Λούκαρης με τους αναμορφωτές στην Δυτική Ευρώπη.Το πρώτο είναι ότι πίστευαν και οι δύο τους στην ανάγκη για εκπαίδευση.Στην Δυτική Ευρώπη της Θρησκευτικής Μεταρρύθμισης  προηγήθηκε η αναγγέννηση των γραμμάτων.Δυστυχώς η Ελλάδα ,που είχε δώσει ,με την κυριολεξία της λέξης ,το αίμα της στη Δυτική Ευρώπη υπο την μορφή της στρατιάς των δασκάλων ,που ήρθαν μετά την άλωση της Πόλης ,την εποχή του Γεργανού και του Λούκαρη η ίδια περνούσε από μεγάλη πνευματική κρίση.Στην Κων/πολη .όταν ανέβηκε στον Οικουμενικό θρόνο ο Λούκαρης ,δεν υπήρχε ελληνικό σχολείο .Μονάχα το σχολείο των Ιησουιτώνυπήρχε ,που είχε,κατά την έκφραση του ίδιου του Λούκαρη ,επιτυχία ανάμεσα στα παιδιά του λαού ανάλογη μ’εκείνη που θα είχε « μια αλεπού μέσα σε ορνιθώνα».Υπήρχαν βέβαια και εξαιρέσεις και ανάμεσά τους δύο ξεχώριζαν.Η Κρήτη ,όπου στο Μοναστήρι της Αγίας Αικατερίνης δίδασκε ο σοφός Μελέτιος Βλαστός ,ο αγαπημένος δάσκαλος του Λούκαρη.Και η Άρτα ,του Γεργανού πατρίδα ,που η φημισμένη σχολή της εξακολούθησε να λειτουργεί μέχρι τις μέρες της Επανάστασης.

Το δεύτερο σημείο είναι ότι σε κάθε χώρα ,χωρίς καμιά εξαίρεση ,πρόδρομος της Θρησκευτικής Αναμόρφωσης ήταν μια πλατειά κυκλοφορία της Αγίας Γραφής στη γλώσσα του λαού.Με μια οικειότερη σχέση με τον λόγο του Θεού προετοιμαζόταν ο λαός ν’ακούσει το απλό κήρυγμα του Ευαγγελίου.Είναι αξιοσημείωτο ότι και οι δύο Ελληνες αναμορφωτές έδωσαν μεγάλη σημασία σ’αυτόν τον παράγοντα .Είναι αλήθεια ότι ο Γεργανός την Καινή Διαθήκη την εξέδωσε στο κείμενο.Έγραψε όμως και μια ερμηνεία στο βιβλίο της Αποκάλυψης ,που τη συνόδευσε με μια μετάφραση αυτού του βιβλίου στην δημοτική γλώσσα της εποχής του.Και παραπονιέται στον πρόλογο του βιβλίου ότι την Καινή Διαθήκη « πολλοί την διαβάζουν και δεν γνωρίζουν ούτε καταλαμβάνουν την των γραμμάτων έννοιαν και είναι μεγάλη αδολεσχία(=πολυλογία,φλυαρία)».Το έργο αυτό καθόσο γνωρίζω ,ποτέ δεν έχει εκδοθεί.Το χειρόγραφό του βρίσκεται στη βιβλιοθήκη του Πανεπιστημίου της Οξφόρδης.Μας δείχνει όμως την πεποίθηση του Γεργανού ότι η πνευματική αναμόρφωση δεν μπορεί να γίνει ξεχωριστά από την κυκλοφορία του Λόγου του Θεού στη ζωντανή γλώσσα του λαου.»( Γ.Α.Χατζηαντωνίου)

ΣΥΜΠΕΡΑΣΜΑΤΑ

Κλείνοντας το παρόν άρθρο ,το αφιερωμένο στον Ζ.Γ.,ομολογούμε την έλλειψη επαρκών και καθαρών ιστορικών πληροφοριών ,ώστε να διαμορφώσουμε μια συνολική και ολοκληρωμένη  εικόνα για την άγνωστη αυτή εκκλησιαστική προσωπικότητα.

Μπορούμε όμως να πούμε ότι ανήκει στους φωτισμένους εκείνους Έλληνες λογίους της « μεσούσης Τουρκοκρατίας» ,που πάσχισαν με επικεφαλής τον Κύριλλο Λούκαρη να αναμορφώσουν την Εκκλησία και  να διαφωτίσουν  τον λαό.Δεν ήταν άνθρωποι αιρετικοί η ανθέλληνες ,όπως τους παρουσιάζουν οι αντίπαλοί τους ,ντόπιοι και ξένοι.Ήταν « λατινομάστιγες και θαραλλέοι πρόμαχοι του Ελληνισμού και της  Ορθοδοξίας».

Αναφέρουμε ,για του λόγου το αληθές   και τα εξής.

« Οι  μηχανορραφίες  των Ιησουϊτών οδήγησαν τον Οικουμενικό Πατριάρχη Κύριλλο Λούκαρη απροστάτευτο, έρημο και προδωμένο να δικασθεί. Καταδικάσθηκε από την Ιερά Σύνοδο για Καλβινισμό και την καταδίκη του υπόγραψε και ο Μητροφάνης Κρητόπουλος ,μαθητής του και Πατριάρχης Αλεξανδρείας  και τη 27η Ιουνίου 1638 στραγγαλίσθηκε. Το σώμα του ρίφθηκε  στον Βόσπορο. Μετά από αρκετό χρονικό διάστημα, καθώς σημειώνει ο Μ. Γεδεών «η θάλασσα, ήτις συμπαθούσα τώ θαυμασιωτάτω της Ορθοδοξίας υπερμάχω, εξέβρασεν αυτό (το πτώμα) παρά την νήσον Χάλκην». Ετάφη με τιμάς από τον Οικουμενικόν Πατριάρχην Παρθένιον τον Α’ (1639-1644) εις τον ναόν του ιστορικού μοναστηρίου της Παναγίας της Καμαριωτίσσης εν Χάλκη.».Πολύ γρήγορα όμως η Ιστορία τον απάλλαξαν απο το στίγμα του Καλβινισμού  ,ο δε μεγάλος Δάσκαλος του Γένους Ευγένιος Γιανούλης ο Αιτωλός « ανήρ άκρος της ορθοδοξίας αγωνιστής »,του αφιέρωσε και ακολουθία σαν Αγίου.

Και ο Ζ.Γ. δεν παραλείπει να διακηρύττει ότι « Ρωμαίος είμαι τη πίστει» ,δηλ.ορθόδοξος.Σαν πιστό τέκνο της Ανατολικής Εκκλησίας ,αφιερώνει σε πατριώτες και ορθοδόξους τα έργα του.Σκοπός του είναι  να φωτίσει  και να φέρει τον πολύ λαό στις πηγές της Χριστιανικής αλήθειας με την απλοποίηση ,την μετάφραση στην απλή γλώσσα των ιερών κειμένων « δια να λάβουν οι λαικοί,καθώς λέει στην Εξήγηση της Αποκάλυψης, καρπόν τινά παρ’αυτής ,’ότι πολλοί την διαβάζουν και δεν εγνωρίζουν ούτε καταλαμβάνουν την των ρημάτων έννοιαν».Και όπως σημειώνουν μελετητές ,-ας μην ξεχνάμε πως στην μικρή αυτή ομάδα των μακρινών προδρόμων του Διαφωτισμού και στις ευρύτερες  διαφωτιστικές και αναγεννητικές επιδιώξεις της ,οφείλεται η εγκατάσταση του πρώτου τυπογραφείου στην Ελλάδα και μάλιστα σ’αυτή τη Βασιλεύουσα»(Στεφ.Μπέττη-Ηπειρωτική Εστία).

Όμως η κίνηση αυτή απέτυχε για δύο κυρίως λόγους.Απο τα πυρά του παπικού επεκτατισμού και από την νοοτροπία της ντόπιας συντήρησης ,που χρησιμοποίησε την συκοφαντία σαν μέσο αντίδρασης.Και   ενώ ο Πατριάρχης Κύριλλος Λούκαρης ,συκοφαντούμενος έπεσε καθαγιάζοντας με το αίμα του το πρώτο χάραμα του Ελληνικού Διαφωτισμού , ο Ζ.Γ. χάθηκε άδοξα από το προσκήνιο της ιστορίας ,αφήνοντας τον Δικαιοκρίτη Θεό να αξιολογήσει το έργο του.

Του Ζαχαρία Γεργανού ο κόπος δεν θα λησμονηθεί ­ ούτε εδώ κάτω, ούτε μπροστά στο Βήμα του Κυρίου.

 

 

ΒΙΒΛΙΟΓΡΑΦΙΑ.

  1. Δοκίμιον Ιστορικόν περί Αρτης και Πρεβέζης .Σεραφείμ Ξενόπουλου .Εκδοση Μ/Φ Συλλόγου Σκουφάς.Άρτα 2003 2.Η Φωνή του Ευαγγελίου .περιοδικό τευχ.9/Οκτώβριος 2003.
  2. Ηπειρωτική Εστία.Τόμος 24/1975.
  3. Το πιστεύω της Β Ευαγγελικής Εκκλησίας Αθηνών.

5.Ιστορία του Ελληνικού Εθνους.Εκδοτική Αθηνών/.1973.

6.Η Ιστορία της Ελληνικής Ευαγγελικής Εκκλησίας.Έκδοση.ΕΕΕΑ .Αθήνα 2006.

Σημειώσεις- Παραπομπές.

Πρωτέκδικος  ήταν αξίωμα εκκλησιαστικό ,που δινόταν κυρίως στους πρεσβυτέρους με καθήκον να εκπροσωπούν την εκκλησία στα δικαστήρια ,να επιβλέπουν την εκτέλεση των εκκλησιαστικών ποινών ,να συνηγορούν υπέρ των αδικουμένων ,να ενεργούν προανακρίσεις  και να δικάζουν « ήσσονος σπουδαιότητος υποθέσεις»

—————————————————————————————————

ΑΝΑΔΗΜΟΣΙΕΥΣΗ ΑΠΟ ΤΟ ΠΕΡΙΟΔΙΚΟ»ΣΚΟΥΦΑΣ»