Ιστορική αναδρομή του Παγκοσμίου Συμβουλίου των Εκλησιών (Π.Σ.Ε).

article_13252

Εισαγωγικά

Αρχίζουμε από σήμερα να δημοσιεύουμε αποσπάσματα από το υπόμνημα της Αγιορείτικης επιτροπής επί των δογματικών θεμάτων «περί της συμμετοχής της Ορθοδόξου Εκκλησίας στο Παγκόσμιο Συμβούλιο Εκκλησιών.(Π.Σ.Ε)»,που συντάχθηκε τον Φεβρουάριο του  2007  στο Άγιο Όρος. Τα  μέλη της επιτροπής που υπογράφουν το υπόμνημα είναι:

– Ο της Ι. Μ. Βατοπαιδίου Καθηγούμενος + Αρχιμ. Εφραίμ

-Ο της Ι. Μ. Φιλοθέου Γέρων Λουκάς

-Ο της Ι. Μ. Γρηγορίου Καθηγούμενος + Αρχιμ. Γεώργιος (Καψάνης)

Πρόκειται για ένα αξιόλογο ομολογιακό και εκκλησιολογικό κείμενο, που αξίζει να μελετηθεί και που  δυστυχώς έχει αποσυρθεί από αρκετές ιστοσελίδες στο διαδίκτυο.

 Στην εισαγωγή του υπομνήματος γράφονται τα παρακάτω αξιόσημείωτα»…

«…Ο πιστός Ορθόδοξος λαός έχει υποχρέωσι να διατηρή γρηγορούσα εκκλησιαστική συνείδηση και δογματική ευαισθησία, ιδίως οι Μοναχοί, οι οποίοι από την φύση της μοναχικής μας κλήσεως έχουμε αυξημένη ευαισθησία για την ακεραιότητα της Ορθοδόξου Πίστεως και της εκκλησιαστικής Παραδόσεως, εφ’ όσον «έργον Μοναχού το μηδέ το τυχόν ανέχεσθαι καινοτομείσθαι το Ευαγγέλιον». Η καλή αυτή ανησυχία σημαίνει την επαγρύπνησι απέναντι σε κάθε νεωτεριστική γνώμη ή ενέργεια, που δεν είναι σύμφωνη προς την ευσέβεια της Εκκλησίας (Εφ. 4, 14). Αυτή είναι η λειτουργία του υγιούς εκκλησιαστικού αισθητηρίου και κριτηρίου, όπως το βεβαιώνει η μακραίων Παράδοσις της Εκκλησίας και το τονίζει με πολλή έμφασι η Πατριαρχική Εγκύκλιος του 1848. Ο λαός, το σώμα της Εκκλησίας, πράγματι «εθέλει το θρήσκευμα αυτού αιωνίως αμετάβλητον και ομοειδές τω των πατέρων αυτού», γι’ αυτό «παρ’ ημίν ούτε Πατριάρχαι ούτε σύνοδοι εδυνήθησάν ποτε εισαγαγείν νέα».

π.Δ.Αθανασίου.

————————————————————————————————

ΙΣΤΟΡΙΚΗ ΑΝΑΔΡΟΜΗ.

Μία ιστορική αναδρομή στις ενωτικές πρωτοβουλίες με τον προτεσταντικό κόσμο κατά το απώτερο και το πρόσφατο παρελθόν βοηθεί στο να αξιολογηθή σωστά η σημερινή σχέσις της Ορθοδόξου Εκκλησίας με το Π. Σ. Ε.

Ο νεοπαγής Προτεσταντισμός του 16ου αιώνος, αμυνόμενος έναντι της παπικής αντιμεταρρυθμίσεως, είχε κατ’ αρχάς φιλικές –αλλά όχι αθώες ούτε ανιδιοτελείς ούτε ανώδυνες– σχέσεις με την Ορθόδοξο Εκκλησία (Φίλιππος Μελάγχθων και Πατριάρχης Ιωάσαφ Β΄, Βιττεμβέργιοι θεολόγοι και Πατριάρχης Ιερεμίας ο Β΄, Καλβινισταί θεολόγοι της Γενεύης και Πατριάρχης Κύριλλος Λούκαρις, Μητροφάνης ο Κριτόπουλος και οι τρεις πτέρυγες της Διαμαρτυρήσεως)1. Τον 18ο και 19ο αιώνα όμως οι προτεσταντικές Ομολογίες ανέπτυξαν ανεπίτρεπτες προσηλυτιστικές ενέργειες κατά των εμπεριστάτων Ορθοδόξων. Εν τούτοις Ορθόδοξοι Πατριάρχαι καλλιέργησαν πνεύμα ενωτικό με κοινότητες των Διαμαρτυρομένων, οσάκις αυτές διετύπωναν την πρόθεσί τους για ένωσι (Άγγλοι Ανώμοτοι -Κωνσταντινουπόλεως Ιερεμίας Γ΄, Αλεξανδρείας Σαμουήλ, Αντιοχείας Αθανάσιος Γ΄, Ιεροσολύμων Χρύσανθος)2. Κατά την διάρκεια τριών αιώνων εγράφησαν αξιόλογα ομολογιακά και αντιρρητικά κείμενα. Στόχος των αοιδίμων Πατριαρχών και όρος ενώσεως ήταν η επάνοδος των προτεσταντικών κοινοτήτων στην Ορθόδοξο Πίστι και την πλήρη ενότητα με την Ορθόδοξο Εκκλησία. Η τακτική τους απαρεγκλίτως ήταν να διακόπτουν τις ενωτικές επαφές, εφ’ όσον διεπίστωναν απροθυμία των Διαμαρτυρομένων να αποδεχθούν τον όρο αυτό.

Μετά τα μέσα του 19ου αιώνος οι Αγγλικανικές εκκλησίες κατεδίκασαν τυπικά τον προτεσταντικό προσηλυτισμό και ανέπτυξαν φιλόφρονες σχέσεις υψηλού επιπέδου με το Οικουμενικό Πατριαρχείο και την Εκκλησία της Ελλάδος3, καθώς και “ποιμαντικό” ενδιαφέρον για τις παροικίες των Ορθοδόξων στις αγγλικές αποικίες4. Ταυτόχρονα η μερίδα των Παλαιοκαθολικών (1870) έδειξε ιδιαίτερο ενδιαφέρον για την Ορθοδοξία5. Έτσι δημιουργήθηκαν οι συνθήκες για να τεθή αφ’ ενός θέμα εκκλησιαστικής επικοινωνίας των Ορθοδόξων με την Διαμαρτυρομένη Δύσι, και αφ’ ετέρου ζήτημα περί τα εκκλησιολογικά όρια αυτής της επικοινωνίας. Στο κλίμα αυτό εντάσσονται η Εγκύκλιος του Οικουμενικού Πατριάρχου Ιωακείμ του Γ΄ (1902) και οι έγγραφες επιφυλάξεις των Ορθοδόξων Εκκλησιών στην πρότασι της Εγκυκλίου. Η τραγωδία του Α΄ Παγκοσμίου πολέμου έδωσε το έναυσμα για το όραμα της παγχριστιανικής ενότητος. Οι Ορθόδοξοι ανταποκρίθηκαν με το «Διάγγελμα» του Οικουμενικού Πατριαρχείου (1920) για την ίδρυσι «Κοινωνίας των Εκκλησιών». Πρέπει να υποσημειωθή στο σημείο αυτό η διαφορά στην εκκλησιολογία των δύο εγκυκλίων του Οικουμενικού Πατριαρχείου. Η Εγκύκλιος του Πατριάρχου Ιωακείμ του Γ΄ ορίζει ότι η Μία Αγία Καθολική και Αποστολική Εκκλησία «μία εστί πράγματι εν ταυτότητι πίστεως και ομοιότητι ηθών και εθίμων, συνωδά ταις αποφάσεσι των επτά Οικουμενικών Συνόδων, και μία οφείλει είναι, αλλ’ ου πολλαί και διαφέρουσαι προς αλλήλας κατά τε τα δόγματα και τους θεμελιώδεις θεσμούς της εκκλησιαστικής διακυβερνήσεως»6. Το «Διάγγελμα» του 1920 αντιθέτως προτρέπει τις χριστιανικές εκκλησίες να θεωρούν αλλήλας όχι «ως ξένας και αλλοτρίας, αλλά συγγενείς και οικείας εν Χριστώ και “συγκληρονόμους και συσσώμους της επαγγελίας του Θεού εν τω Χριστώ”»7.

Βάσει του «Διαγγέλματος» Ορθόδοξες Εκκλησίες μετέσχον επισήμως στις προτεσταντικής εμπνεύσεως οργανώσεις «Πίστις και Τάξις» (των Αγγλικανικών εκκλησιών) και «Ζωή και Εργασία» (των Λουθηρανικών εκκλησιών) κατά την περίοδο του μεσοπολέμου. Το ρηξικέλευθο «Διάγγελμα» με την εκκλησιολογική του καινοτομία και τις δέκα καταστατικές του προτάσεις εχάραξε την μέχρι σήμερα κρατούσα γενικώς γραμμή στις σχέσεις των Ορθοδόξων Εκκλησιών με τις ετερόδοξες. Πρέπει όμως να σημειωθή ότι οι Ορθόδοξοι θεολόγοι, που μετείχαν στα Συνέδρια των ανωτέρω οργανώσεων (Γενεύη 1920, Στοκχόλμη 1925, Λωζάννη 1927, Εδιμβούργο 1937), έδιναν ομολογουμένως ορθή μαρτυρία της Ορθοδόξου Εκκλησίας ως της μόνης Μιάς Αγίας Καθολικής και Αποστολικής Εκκλησίας.ΣτηνΛωζάννη π. χ. εδήλωσαν ότι «αι τεθείσαι βάσεις προς διατύπωσιν κοινών προτάσεων και επιψήφισιν αυτών υπό του Συνεδρίου αποκλίνουσιν εν πολλοίς των αρχών της Ορθοδόξου Εκκλησίας, την οποίαν αντιπροσωπεύομεν· εντεύθεν και θεωρούμεν έργον συνειδήσεως, όπως απόσχωμεν της επιψηφίσεως των γενομένων εκθέσεων». Και επίσης ότι«αδυνατούμεν να εννοήσωμεν ένωσιν περιοριζομένην εις ελάχιστα κοινά σημεία, διότι, κατά την Ορθόδοξον Εκκλησίαν, όπου ελλείπει ολοκληρία της πίστεως, εκεί ουδεμία δύναται να υπάρξη κοινωνία εν τοις μυστηρίοις»8.

Το Παγκόσμιο Συμβούλιο Εκκλησιών (Π. Σ. Ε. ) ιδρύθηκε το 1948 για να συνενώση τις αυτοτελώς μέχρι τότε εργαζόμενες προτεσταντικές οργανώσεις «Πίστις και Τάξις» και «Ζωή και Εργασία» και να αποτελέση μία πιο δυναμική παρουσία στον κόσμο. Προσκληθείσα η Ορθόδοξος Εκκλησία ανταποκρίθηκε θετικώς υπό τον όρον ότι πρόκειται περί συνεργασίας επί πρακτικών θεμάτων και όχι συμμετοχής σε δογματικές συζητήσεις του Τμήματος «Πίστις και Τάξις» και ότι οι εκπρόσωποί της δεν θα συμμετέχουν σε συμπροσευχές και άλλες λατρευτικές εκδηλώσεις που απαγορεύονται από τους ιερούς Κανόνας9.

Η στάσις των Ορθοδόξων αντιπροσώπων στα πρώτα Συνέδρια του Π. Σ. Ε. και των ιδιαιτέρων τμημάτων του ήταν αξιοθαύμαστα ομολογιακή. ΣτηνΛούνδη (πρώτη σύσκεψις του «Πίστις και Τάξις» εντός των πλαισίων του Π. Σ. Ε. , 1952), εδήλωσαν: «. . . η Ιεραρχία της όλης Ελληνικής Ορθοδόξου Εκκλησίας επιφυλάσσει δι’ εαυτήν και μόνην το δικαίωμα να ορίζη τι είναι σφαλερόν εις θρησκευτικά ζητήματα και τι είναι σύμφωνον ή ασύμφωνον προς την πίστιν αυτής. . . ούτω συνέβαινε πάντοτε, διότι η Ορθόδοξος Εκκλησία γνωρίζει και διακηρύττει, ότι το περιεχόμενον της πίστεώς της δεν είναι ανθρώπινος διδασκαλία και ανθρώπινα εντάλματα, αλλά θεία τοιαύτα, και ουδείς έχει το δικαίωμα να συγχέη αυτά με ατομικάς γνώμας περί αυτών. Αύτη είναι η όλη και μόνη Εκκλησία, το σώμα του Χριστού, ο εντολοδόχος των Αποστόλων»10.

Παρομοία δήλωσις έγινε στην Γεν. Συνέλευσι του Π. Σ. Ε. στο Έβανστον (1954).ΣτηνΓεν. Συνέλευσι μάλιστα του Νέου Δελχί (1961) οι Ορθόδοξοι αντιπρόσωποι εδήλωσαν τα εξής αξιομνημόνευτα: «. . . η Ορθόδοξος Εκκλησία δεν είναι μία Ομολογία, μία εκ των πολλών, μία μεταξύ των πολλών. Δια τους Ορθοδόξους η Ορθόδοξος Εκκλησία είναι “η” (καθαυτό) Εκκλησία. Η Ορθόδοξος Εκκλησία έχει την αντίληψιν και συνείδησιν, ότι η εσωτερική της δομή και η διδασκαλία της συμπίπτουσι προς το αποστολικόν κήρυγμα και την παράδοσιν της αρχαίας αδιαιρέτου Εκκλησίας . . . εκ της οποίας προέρχονται δια της οδού της ελαττώσεως (υποβιβάσεως, Reduction) και του αποχωρισμού (Separation) όλαι αι υφιστάμεναι χριστιανικαί ομολογίαι. Εξ Ορθοδόξου επόψεως δύναται η παρούσα οικουμενική προσπάθεια να χαρακτηρισθή ως “οικουμενικότης εν χώρω”, η οποία αποσκοπεί εις συμφωνίαν μεταξύ των χριστιανικών ομολογιών, όπως αύται υφίστανται επί του παρόντος. Η προσπάθεια αύτη είναι εξ Ορθοδόξου επόψεως πλήρως ανεπαρκής και ατελής. . . »11.

Είναι άξιον επισημάνσεως ότι, ενώ όλες σχεδόν οι Ορθόδοξες Εκκλησίες είχαν επιδείξει προθυμία για την συμμετοχή στα συνέδρια των οργανώσεων «Πίστις και Τάξις» και «Ζωή και Εργασία», έδειξαν επιφυλακτικότητα για την συμμετοχή τους στο Π. Σ. Ε. Στο Άμστερνταμ (1948) εκπροσωπήθηκαν μόνο το Οικουμενικό Πατριαρχείο και οι Εκκλησίες της Κύπρου και της Ελλάδος. Εν μέρει βεβαίως δικαιολογεί την επιφυλακτικότητα η κατάστασις, στην οποία περιήλθαν οι σλαβόφωνες Ορθόδοξες Εκκλησίες με την επικράτησι του Κομμουνισμού στις σλαβικές χώρες, και η απόφασις του Συνεδρίου της Μόσχας, κατά την οποία «απεκρούετο η συμμετοχή εις την οικουμενικήν κίνησιν κατά το παρόν στάδιον αυτής»12. Εν τούτοις δεν είναι άνευ λόγου η παρατήρησις, ότι στα συνέδρια των ανωτέρω οργανώσεων είχαν επισημανθή υπό των Ορθοδόξων βασικές και μάλλον ανυπέρβλητες θεολογικές διαφορές προς τις προτεσταντικές θέσεις, μεταξύ των οποίων: «α) περί ορατής και αοράτου Εκκλησίας· β) περί του πολιτεύματος της Εκκλησίας· γ) περί του τις των υφισταμένων Εκκλησιών είναι η γνησία· δ) περί του ιερατείου (εκκλησιαστικού αξιώματος)· ε) περί της ιεράς Παραδόσεως. . . · στ) περί του Συμβόλου της πίστεως, ότι ως τοιούτον είναι μόνον το της Νικαίας-Κωνσταντινουπόλεως, άνευ της προσθήκης του Filioque· ζ) περί των μυστηρίων. . . »13. Το αδύνατον της υπερβάσεως των διαφορών αυτών και επομένως το αλυσιτελές της συμμετοχής στην Οικουμενική κίνησι επί τω τέλει της εν τη πίστει ενώσεως, υπήρξε εν τινι μέτρω η αιτία της αποχής πολλών Ορθοδόξων Εκκλησιών από τα πρώτα συνέδρια του Π. Σ. Ε. (Άμστερνταμ, Λούνδη). Άλλωστε το πνεύμα του «Διαγγέλματος» του 1920, καθώς και η προηγηθείσα και η ακολουθήσασα προωθημένη «επικοινωνία» ωρισμένων Ορθοδόξων εκκλησιαστικών ανδρών με τις αγγλικανικές εκκλησίες, είχαν δημιουργήσει αντιδράσεις στο πλήρωμα της Ορθοδόξου Εκκλησίας και γι’ αυτό από πλευράς επισκόπων και θεολόγων τάσεις αυτοκριτικής14.

Μετά την Συνέλευσι του Νέου Δελχί (1961) άρχισε νέα περίοδος σχέσεων των Ορθοδόξων με το Π. Σ. Ε. , περίοδος απομακρύνσεως και πάλι από την Ορθόδοξο εκκλησιολογία. Έπαυσαν οι Ορθόδοξοι να καταθέτουν ιδιαιτέρα δήλωσι. Επεκράτησε η πρότασις του καθηγητού Νικ. Νησιώτη, ότι «η ενότητα πραγματώνεται με τις ενέργειες του τριαδικού Θεού. . . Όλος ο κόσμος δυνάμει βρίσκεται σε τούτη την ενότητα· σχισματικές εκκλησίες δεν υπάρχουν, αλλά μονάχα εκκλησίες σε σχισματική κατάσταση μέσα στη μία αδιαίρετη Εκκλησία. . . Η Ορθόδοξη Εκκλησία δεν μπορεί να καλεί τις άλλες να επιστρέψουν στην αρχαία παράδοση και στους οκτώ πρώτους αιώνες (μια συνεχής μνεία των Δηλώσεων), αλλά μονάχα να τις οδηγεί με τη μαρτυρία και τη διακονία. . . Μιά κλήση για επάνοδο στην αρχαία παράδοση μετατρέπει την Ορθοδοξία (που είναι το πλήρωμα της καθολικότητας και της αποστολικότητας) σε μια ομολογιακή ομάδα που κρατάει για τον εαυτό της την αλήθεια»15. Αυτή η γνώμη, που στις λεπτομέρειές της είναι ακόμη πιο προκλητική για το Ορθόδοξο αισθητήριο (περιελάμβανε πρότασι να ιδρυθούν οικουμενικά συμβούλια σε όλες τις κατά τόπους εκκλησίες με αρμοδιότητες εκκλησιαστικής Συνόδου!), σήμαινε την παραίτησι των Ορθοδόξων από το θεμελιωδέστερο στοιχείο της αυτοσυνειδησίας τους, ότι αυτοί μόνοι από όλους τους Χριστιανούς αποτελούν την Μία Αγία Καθολική και Αποστολική Εκκλησία.

Κατά την περίοδο από την έναρξι των Πανορθοδόξων και των Προσυνοδικών Διασκέψεων (1961-1968 και 1976-1986) και εντεύθεν το σύνολο των Ορθοδόξων Εκκλησιών συμμετέχει στο Π. Σ. Ε. Η παράλληλη όμως ανάπτυξις διμερών διαλόγων με ετερόδοξες εκκλησίες και κοινότητες καθιστά το ζήτημα της συμμετοχής της Ορθοδόξου Εκκλησίας στο Π. Σ. Ε. μέρος του όλου προβλήματος των οικουμενικών σχέσεων. Τα αποτελέσματα των διμερών διαλόγων φανερώνουν αφ’ ενός τις θεολογικές βάσεις της εν γένει συμμετοχής της Ορθοδόξου Εκκλησίας στην Οικουμενική κίνησι, αφ’ ετέρου επηρεάζουν θετικά ή αρνητικά και τον πολυμερή διάλογο. Το Π. Σ. Ε. είναι ένα από τα πολλά όργανα που εκφράζουν το δαιδαλώδες πλέγμα των οικουμενικών επαφών.

Ιστορικός βέβαια της ανωτέρω περιόδου συμπεραίνει ότι οι διμερείς διάλογοι «εν μέσω παλινδρομήσεων, απογοητεύσεων και συμφωνιών προσεγγίζουν συνεχώς τον απώτερόν των στόχον, τούτ’ έστιν την ένωσιν πάντων επί τη βάσει της αποστολοπαραδότου πίστεως, ως εκφράζεται αύτη υπό του παγίου της θεματοφύλακος, της Ορθοδοξίας. . . χωρίς ουδαμώς να γίνουν παραχωρήσεις εις τον πειρασμόν του συγκρητισμού και μινιμαλισμού»16. Εν τούτοις τα κατωτέρω στοιχεία είναι αρκούντως πειστικά περί του αντιθέτου. Η ένωσις πάντων επί τη βάσει της αποστολοπαραδότου Πίστεως καθίσταται στόχος όλο και πιο απόμακρος.

Πρώτος από τους διμερείς θεολογικούς διαλόγους ωλοκληρώθηκε ο διάλογος Ορθοδόξων και Αντιχαλκηδονίων. Ο ανεπίσημος διάλογος (1964-1971) πραγματοποιήθηκε με την πρωτοβουλία, την εποπτεία και την οικονομική υποστήριξι του Π. Σ. Ε. και κατέληξε σε συμφωνίες που ουσιαστικά επαναβεβαιώθηκαν από τα συμπεράσματα (Κοινές Δηλώσεις και Προτάσεις) του επισήμου Θεολογικού Διαλόγου (1985-1993). Στο Aarhus π. χ. το 1964 συμφωνήθηκε ότι: «Ανεγνωρίσαμε μεταξύ μας τη μία ορθόδοξη πίστη της Εκκλησίας. Δεκαπέντε αιώνες απομονώσεως δεν μας παραπλάνησαν έξω από την πίστη των Πατέρων μας»· και το 1990 με την Β΄ Κοινή Δήλωσι διακηρύχθηκε ότι: «αμφότεραι αι οικογένειαι διετήρησαν πάντοτε πιστώς την αυτήν αυθεντικήν Ορθόδοξον Χριστολογικήν πίστιν και την αδιάκοπον συνέχειαν της αποστολικής παραδόσεως, καίτοι εχρησιμοποίησαν χριστολογικούς όρους κατά διάφορον τρόπον».

Μέ γνώμονα αυτή την συμφωνία προτάθηκε να αρθούν τα αναθέματα των αιρεσιαρχών Διοσκόρου και Σεβήρου, και μάλιστα το Πατριαρχείο Αντιοχείας προχώρησε σε μερική μυστηριακή διακοινωνία από το 1991 με τους Συροϊακωβίτας. Όμως οι συμφωνίες και οι προτάσεις αυτές βρίσκονται σε πλήρη αντίθεσι προς τις αποφάσεις των Οικουμενικών Συνόδων Δ΄, Ε΄, ΣΤ΄, Ζ΄ και την διδασκαλία εγκρίτων Πατέρων της Εκκλησίας. Μνημονεύουμε αντιπροσωπευτικώς μόνο τον α΄ Κανόνα της Πενθέκτης, κατά τον οποίον η Δ΄ Οικουμενική Σύνοδος «των ιερών της Εκκλησίας περιβόλων εξήλασε . . . Νεστόριον και Διόσκορον, τον μεν της διαιρέσεως, τον δε της συγχύσεως υπερασπιστήν τε και πρόμαχον, τους εκ διαμέτρου της ασεβείας προς εν εκπεπτωκότας απωλείας και αθεότητος βάραθρον».

Ο διμερής διάλογος με τους Αγγλικανούς, που επίσης αναπτύχθηκε διεξοδικώς και με τους καλλίτερους οιωνούς, άφησε πίσω του βαθειά ίχνη ασυμφωνίας. Το τελευταίο κοινώς αποδεκτό κείμενο της Μικτής Επιτροπής, το εν Δουβλίνω Συμφωνηθέν Κείμενον (1984), πέραν της κραυγαλέας διαφοροποιήσεως στο ζήτημα της χειροτονίας γυναικών σε ιερατικούς βαθμούς και της αμφισβητήσεως του κύρους των αγγλικανικών χειροτονιών, τα οποία δεν έχουν επισήμως συζητηθή, επισημαίνει την διάστασι απόψεων όσον αφορά τις έννοιες:

α) της Μιάς Εκκλησίας:

«Οι Αγγλικανοί θεωρούν τας διαιρέσεις των χριστιανών ως υφισταμένας εντός της Εκκλησίας· δεν πιστεύουν ότι μόνοι των αποτελούν την μίαν αληθινήν εκκλησίαν, αλλ’ ότι ανήκουν εις αυτήν [comprehensiveness]. Οι Ορθόδοξοι, απεναντίας, πιστεύουν ότι η Ορθόδοξος Εκκλησία είναι η μία αληθινή Εκκλησία του Χριστού, η οποία, ως το Σώμα Του, δεν δύναται να διαιρεθή»17·

β) της «κοινωνίας» και «διακοινωνίας»:

«Επιτρέπεται δια τους αγγλικανούς ευχαριστιακή διακοινωνία μετά μελών άλλων εκκλησιών εις ειδικάς οικουμενικάς περιπτώσεις, εις περιπτώσεις ανάγκης ή ακόμη και επί τακτικής βάσεως»18 και «η έννοια της “διακοινωνίας” (intercommunion) δεν έχει θέσιν εις την ορθόδοξον εκκλησιολογίαν»19·

γ) του Filioque [ως δογματικής διδασκαλίας, όχι ως προσθήκης]:

«Οι αγγλικανοί αντιπρόσωποι θεωρούν το Filioque ως έγκυρον θεολογικήν διατύπωσιν, αν και δεν το δέχονται ως δόγμα. Οι Ορθόδοξοι αντιπρόσωποι θεωρούν την διδασκαλίαν του Filioque ως απαράδεκτον»20·

δ) των Οικουμενικών Συνόδων:

«Ενώ οι αγγλικανοί αντιπρόσωποι προσέδωσαν μεγαλυτέραν έμφασιν εις τας πρώτας τέσσαρας Οικουμενικάς Συνόδους και ολιγωτέραν εις τας πέμπτην, έκτην και εβδόμην, εφαρμόζοντες εις τας συνοδικάς αποφάσεις την αρχήν της “τάξεως” ή της “ιεραρχίας αληθειών”, οι ορθόδοξοι αντιπρόσωποι θεωρούν την αρχήν ταύτην ως αντικειμένην προς την ενότητα της πίστεως εν γένει»21·

ε) της πρεσβείας των Αγίων:

«Αι πλείσται των Αγγλικανικών Εκκλησιών δεν δέονται των Αγίων, ίνα πρεσβεύωσιν υπέρ αυτών, αι δε δεήσεις των υπέρ των κεκοιμημένων δεν είναι κοιναί εις απάσας»22· και,

στ) της διακρίσεως θείας ουσίας και θείων ενεργειών στον Θεό:

«Η κανονική Ορθόδοξος ορολογία περί ουσίας και ενεργειών του Θεού και περί θεώσεως δεν χρησιμοποιείται από την πλειονότητα των αγγλικανών»23.

Περιττό να λεχθή ότι το ζήτημα της χειροτονίας γυναικών και ομοφυλοφίλων διευρύνει ακόμη περισσότερο το υφιστάμενο χάσμα.

Ενδεικτική επίσης του προαναφερθέντος πνεύματος των διμερών διαλόγων είναι και η πρόσφατος αναγνώρισις του Βαπτίσματος των Λουθηρανών της Γερμανίας (συμφωνία του Οικουμενικού Πατριαρχείου με την Ευαγγελική Εκκλησία της Γερμανίας, Φανάρι 22/9/2004), παρά το ευρύτατο δογματικό και εκκλησιολογικό χάσμα. Λέγεται στο ανακοινωθέν: «Παρότι αι Εκκλησίαι ημών δεν ευρίσκονται εισέτι εις κοινωνίαν, θεωρούμεν εκατέρωθεν τα μέλη ημών ως βεβαπτισμένα και απορρίπτομεν τον επαναβαπτισμόν. Οι συμμετέχοντες εις τον Διάλογον χαιρετίζουν τας προσπαθείας των Εκκλησιών εν Γερμανία (Οικουμενικόν Συμβούλιον των Χριστιανικών Εκκλησιών) δια την προσπάθειαν επιτεύξεως συμφωνίας ως προς την εκατέρωθεν αναγνώρισιν του Βαπτίσματος»24.

Τέλος, ο τόσο αισιόδοξος από πλευράς δογματικής συμφωνίας διμερής διάλογος με τους Παλαιοκαθολικούς συνάντησε σοβαρό εμπόδιο στην εκκλησιολογική του πλευρά λόγω της μυστηριακής διακοινωνίας των Παλαιοκαθολικών με τους Αγγλικανούς και ωρισμένους Λουθηρανούς25.

Συνεκτιμώντας την αρνητική αυτή πλευρά των θεολογικών διαλόγων με την θετική προοπτική που έχει πάντοτε η μέριμνα της Εκκλησίας για την επιστροφή των ετεροδόξων στην ορθοδοξία της και με την θετική επίσης συμβολή πολλών Ορθοδόξων θεολόγων στους διαλόγους, παρατηρεί κανείς ότι δεν αρκούν οι αγαθές τυχόν προθέσεις και οι δηλώσεις των Ορθοδόξων ότι πρέπει να συμμετέχουν στην οικουμενική κίνησι χωρίς «υπέρβασιν ή καταπάτησιν των εκκλησιαστικών ορίων “α έθεντο οι πατέρες ημών”»26. Τα ανωτέρω στοιχεία δείχνουν υπερβάσεις των ορίων· όπως επίσης οι συμπροσευχές και η συμμετοχή σε λειτουργικές εκδηλώσεις μαζί με ετεροδόξους σημαίνουν αθετήσεις της Ορθοδόξου εκκλησιολογίας. Για να εξασφαλισθή η επιστροφή των ετεροδόξων στην Ορθοδοξία απαιτείται προ πάντων πιστότης και συνεχής αναβαπτισμός μας στην Ορθόδοξο Πίστι, που καλλιεργείται με τις καθημερινές ιερές Ακολουθίες, την τιμή των αγίων Ομολογητών Πατέρων, τα συναξάρια των Νεομαρτύρων, την άσκησι των χαριτωμένων Μοναχών, την ταπείνωσι των απλοϊκών αλλά ευσεβών Ορθοδόξων Χριστιανών, γενικώς των μαρτύρων της αγιότητος.

Παραπομπές.

ΠΑΡΑΠΟΜΠΕΣ

Ιω. Καρμίρη, Ορθοδοξία και Προτεσταντισμός, τόμ. Ι, Αθήναι 1937. Του αυτού, Ορθοδοξο-προτεσταντικός διάλογος, περιοδ. ΘΕΟΛΟΓΙΑ, σε συνέχειες από τον τόμο 58 (1987) τεύχ. 54 μέχρι τον τόμο 59 (1988) τεύχ. 4.

Ιω. Καρμίρη, Ορθοδοξία και Προτεσταντισμός, ένθ’ ανωτ. , σελ. 318-328.

Ένθ’ ανωτ. , σελ. 329-347.

Ιερωνύμου Κοτσώνη, Η Κανονική άποψις περί της επικοινωνίας μετά των ετεροδόξων (intercommunio), Αθήναι 1957, σελ. 17-32.

5 Werner Küppers, Θέσεις και προοπτικαί του Διαλόγου μεταξύ των Παλαιοκαθολικών και Ορθοδόξων, στο περιοδ. ΓΡΗΓΟΡΙΟΣ ΠΑΛΑΜΑΣ, τεύχ. 633 (1973) σελ. 8-24 και τεύχ. 634 (1973) σελ. 109-123. Επίσης, Ευαγγελίας Βαρέλλα, Διορθόδοξοι και Οικουμενικαί σχέσεις του Πατριαρχείου Κωνσταντινουπόλεως κατά τον Κ΄ αιώνα, Πατριαρχικόν Ίδρυμα Πατερικών Μελετών, Θεσ/νίκη 1994, σελ. 231-236· και Μητροπολίτου Ελβετίας Δαμασκηνού, Θεολογικοί Διάλογοι – Μία Ορθόδοξος προοπτική, εκδ. αδελφών Κυριακίδη, Θεσ/νίκη 1986, σελ. 27-32 και 241-285.

Ιω. Καρμίρη, Τα Δογματικά και Συμβολικά Μνημεία της Ορθοδόξου καθολικής Εκκλησίας, τόμ. ΙΙ, Graz-Austria 1968, σελ. 946στ.

Ένθ’ ανωτ. , σελ. 958.

Ένθ’ ανωτ. , σελ. 963-965.

Ένθ’ ανωτ. , σελ. 962-3.

10 Ένθ’ ανωτ. , σελ. 970.

11 Ένθ’ ανωτ. , σελ. 978.

12 Ένθ’ ανωτ. , σελ. 951, υποσημ. 1.

13 Ένθ’ ανωτ. , σελ. 393.

14 Ιερωνύμου Κοτσώνη, ένθ’ ανωτ. σελ. 33-46 και 96-101.

15 Νίκου Ματσούκα, Οικουμενική Κίνηση, εκδ. Πουρναρά, Θεσ/νίκη 1986, σελ. 246.

16 Ευαγγελίας Βαρέλλα, Διορθόδοξοι και Οικουμενικαί σχέσεις. . . , ένθ’ ανωτ. , σελ. 253.

17 Μητροπολίτου Ελβετίας Δαμασκηνού, Θεολογικοί Διάλογοι. . . , ένθ’ ανωτ. , σελ. 189.

18 Ένθ’ ανωτ. , σελ. 192.

19 Ένθ’ ανωτ. , σελ. 193.

20 Ένθ’ ανωτ. , σελ. 218.

21 Ένθ’ ανωτ. , σελ. 221.

22 Ένθ’ ανωτ. , σελ. 222.

23 Ένθ’ ανωτ. , σελ. 218.

24 Περιοδ. ΕΠΙΣΚΕΨΙΣ, τεύχ. 640/31. 10. 2004, σελ. 5.

25 Ευαγγελίας Βαρέλλα, ένθ’ ανωτ. , σελ. 235.

26 Μητροπολίτου Ελβετίας Δαμασκηνού, ένθ’ ανωτ. , σελ. 49.

πηγη.

Η ΕΠΙ ΤΩΝ ΔΟΓΜΑΤΙΚΩΝ ΙΕΡΟΚΟΙΝΟΤΙΚΗ ΕΠΙΤΡΟΠΗ ΥΠΟΜΝΗΜΑ ΠΕΡΙ ΤΗΣ ΣΥΜΜΕΤΟΧΗΣ ΤΗΣ ΟΡΘΟΔΟΞΟΥ ΕΚΚΛΗΣΙΑΣ ΣΤΟ ΠΑΓΚΟΣΜΙΟ ΣΥΜΒΟΥΛΙΟ ΕΚΚΛΗΣΙΩΝ

ΑΓΙΟΝ ΟΡΟΣ

Φεβρουάριος 2007

Advertisements

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s