29 ΜΑΪΟΥ 1453…ΕΙΣ ΜΝΗΜΟΣΥΝΟΝ

                         ΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΟΣ  ΙΑ΄ ΠΑΛΑΙΟΛΟΓΟΣ

cebacf89cebdcf83cf84ceb1cebdcf84ceb9cebdcebfcf83-cf80ceb1cebbceb1ceb9cebfcebbcebfceb3cebfcf83                                                        

Έτσι καθώς εστέκονταν ορθός μπροστά στην Πύλη κι άπαρτος μες στη λύπη του

Μακριά του κόσμου, που η ψυχή του γύρευε να λογαριάσει στο φάρδος του Παραδείσου.

Και, σκληρός πιο κι απ’ την πέτρα, που δεν τον είχανε κοιτάξει τρυφερά ποτέ, κάποτε τα στραβά δόντια του άσπριζαν παράξενα.
Κι όπως περνούσε με το βλέμμα του λίγο πιο πάνω απ’ τους ανθρώπους
κι έβγανε απ’ όλους Έναν που του χαμογελούσε, τον Αληθινόν, που ο χάρος δεν Τον έπιανε.

Πρόσεχε, να προφέρει καθαρά τη λέξη θάλασσα, έτσι που να γυαλίσουν μέσα της όλα τα δελφίνια.
Κι η ερημιά πολλή που να χωρά ο Θεός κι η κάθε μια σταγόνα σταθερή στον ήλιο ν’ ανεβαίνει!

ΙΙ

Νέος ακόμα, είχε δει στους ώμους των μεγάλων, τα χρυσά να λάμπουν και να φεύγουν.
Και μια νύχτα θυμάται, σ’ ώρα μεγάλης τρικυμίας, βόγκηξε ο λαιμός του πόντου τόσο,
που θολώθη, μα δεν έστερξε να του σταθεί!

Βαρύς ο κόσμος να τον ζήσεις, όμως για λίγη περηφάνια το άξιζε.

ΙΙΙ

Θεέ μου και τώρα τι; που ‘χε με χίλιους να παλέψει, χώρια με τη μοναξιά του,
ποιος; αυτός που ‘ξερε μ’ ένα λόγο του να δώσει ολάκερης της γης να ξεδιψάσει. Τι;

Που όλα του τα ‘χαν πάρει, και τα πέδιλά του τα σταυροδετά και το

τρικράνι του το μυτερό και το τοιχίο που καβαλούσε κάθε απομεσήμερο,
να κρατάει τα γκέμια ενάντια στον καιρό, σαν ζόρικο και πηδηχτό βαρκάκι.

ΙV

Μεσημέρι από νύχτα και μήτ’ ένας πλάι του. Μονάχα οι λέξεις του οι πιστές,

που ‘σμιγαν όλα τους τα χρώματα ν’ αφήσουν μες στο χέρι του μια λόγχη από άσπρο φως!

Και αντίκρυ σ’ όλο των τειχών το μάκρος μυρμηκιά οι χυμένες μες στο γύψο κεφαλές όσο έπαιρνε το μάτι του…

«Μεσημέρι από νύχτα – όλ’ η ζωή μια λάμψη!» φώναξε κι όρμησε μες στο σωρό,
σύρνοντας πίσω του χρυσή γραμμή ατελεύτητη.

Και αμέσως ένιωσε ξεκινημένη από μακριά η στερνή χλωμάδα να τον κυριεύει…

V

Τώρα καθώς του ήλιου η φτερωτή, ολοένα γυρνούσε και πιο γρήγορα,
οι αυλές βουτούσαν μέσα στο χειμώνα κι έβγαιναν πάλι κατακόκκινες απ’ τα γεράνια

Κι οι μικροί δροσεροί τρούλοι όμοια μέδουσες γαλάζιες, έφταναν κάθε φορά
και πιο ψηλά στ’ ασήμια, που τα ψιλοδούλευε ο αγέρας γι’ άλλων καιρών πιο μακρινών το εικόνισμα.

Κόρες παρθένες φέγγοντας η αγκαλιά τους ένα θερινό ξημέρωμα
φρέσκα βαγιόφυλλα και της μυρσίνης της ξεριζωμένης των βυθών,
σταλάζοντας ιώδιο τα κλωνάρια

Του ‘φερναν, ενώ κάτω απ’ τα πόδια του άκουγε στη μεγάλη καταβόθρα, να καταποντίζονται
πλώρες μαύρων καραβιών, τ’ αρχαία και καπνισμένα ξύλα, όθε με στυλωμένο μάτι
ορθές ακόμη Θεομήτορες επιτιμούσανε

Αναποδογυρισμένα στις χωματερές αλόγατα, σωρός τα χτίσματα
μικρά μεγάλα, θρουβαλιασμός και σκόνης άναμμα μες στον αέρα!

Πάντοτε με μια λέξη μες στα δόντια του άσπαστη κειτάμενος

Αυτός, ο τελευταίος Έλληνας!

Οδυσσέας Ελύτης

«ΘΑΝΑΤΟΣ ΚΑΙ ΑΝΑΣΤΑΣΙΣ ΤΟΥ ΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΟΥ ΠΑΛΑΙΟΛΟΓΟΥ»

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s