Βιβλική Κοσμολογία (Ιω.Καρδάση)

 Εισαγωγικά

Από τις περί δημιουργίας βιβλικές διηγήσεις ανιχνεύονται απλώς μυθικά κίνητρα, τα οποία όχι μόνο δεν παραβλάπτουν τον ηθικό μονοθεϊσμό, αλλ’ απεναντίας συντελούν στην ανάδειξη των αποκεκαλυμένων αληθειών του. Δεν πρόκειται επ’ ουδενί για οικειοποίηση ή υιοθέτηση της μυθολογικής σκέψης και πολύ περισσότερο για αποδοχή ή χρήση αυτούσιων και πλήρως αναπτυγμένων μύθων. Εδώ, όπως και σε άλλα σημεία της Βίβλου, η βιβλική ιστορική διήγηση μοιάζει με μύθο και η γλώσσα που την φιλοξενεί, δείχνει μυθοπλαστική. Αυτό συμβαίνει, γιατί αντανακλά μια μη επιστημονική ή προεπιστημονική γνώση περί του κόσμου και της ζωής. Ο μύθος όμως αυτός στη θεολογική γλώσσα της Π. Διαθήκης δεν είναι κάποιο παιγνίδι της ανθρώπινης φαντασίας, όπως κακώς εκλαμβάνεται, αλλ’ η έκφραση της ιστορικής πραγματικότητας. Είναι η δια μέσου εικόνων και συμβολισμών έκθεση των θρησκευτικών αληθειών.

Συνεπώς, οι βιβλικές διηγήσεις, που φαίνονται ότι περιέχουν μυθολογικά και κοσμογονικά στοιχεία ειλημμένα από τον εξωβιβλικό κόσμο, μαρτυρούν για την προσπάθεια που καταβάλλουν οι βιβλικοί συγγραφείς τους να εκφράσουν πνευματικές αλήθειες με παραδοσιακές εικόνες. Διότι εκείνο, που τους ενδιαφέρει, είναι οι αλήθειες καθ’ εαυτές και όχι οι φορείς τους, δηλ. οι μύθοι, οι οποίοι ούτως ή άλλως με την πρόσληψή τους αποκαθαίρονται από κάθε ξένο προς την ηθική μονοθεΐα της Π. Διαθήκης στοιχείο. Έτσι μετασχηματίζονται απολύτως και αποβάλλουν εντελώς το χονδροειδές και οχληρό πολυθεϊστικό περιεχόμενό τους, για να καταστούν όχημα υψηλής θρησκευτικής διδασκαλίας.

Ο σύγχρονος αναγνώστης της Γένεσης, για να προσεγγίσει ευχερώς και να κατανοήσει ορθώς τις σχετικές με τη δημιουργία διηγήσεις της πρέπει να τις απομυθοποιήσει. Ν’ αποβάλει δηλ. το μυθικό τους περίβλημα, για ν’ αποκαλύψει το βαθύτερο θεολογικό τους πυρήνα. Έτσι μόνο θα εκτιμήσει σωστά τη θεολογική, ανθρωπολογική και κοσμολογική αλήθεια του θείου λόγου τους και θα αναγνωρίσει την υπεροχή τους έναντι των αναλόγου φύσεως εξωβιβλικών διηγήσεων. Αυτή η προσέγγιση θα τον βοηθήσει περαιτέρω να δει τη Δημιουργία μέσα από τις διηγήσεις της όχι ως έργο του Θεού, που επιχειρεί να ικανοποιήσει την ανθρώπινη περιέργεια, λύνοντας το πρόβλημα της αρχής του κόσμου και το υπαρξιακό του ανθρώπου, αλλ’ ως αφετηρία της θείας Οικονομίας.

ΙΚ

ΒΙΒΛΙΚΗ ΚΟΣΜΟΛΟΓΙΑ

EPSON scanner image

 

                                                ΣΤΕΡΕΩΜΑ

 

«Και είπεν ο Θεός. γενηθήτω στερέωμα εν μέσω του ύδατος και έστω διαχωρίζον ανά μέσον ύδατος και ύδατος. Και εγένετο ούτως» (Γέν. 1. 6).

«Γενηθήτω στερέωμα εν μέσω του ύδατος». Μετά τη διάκριση του φωτός από το σκότος και την εμφάνιση της ημέρας και της νύκτας, ακολουθεί, με δεύτερη δημιουργική εντολή του Θεού, ο χωρισμός της μάζας των υδάτων του χάους. Αυτός συντελείται με τη δημιουργία του στερεώματος, το οποίο, όπως και το φως ενωρίτερα, λαμβάνει αυτομάτως ύπαρξη με το θείο πρόσταγμα «γενηθήτω». Πρόκειται άλλως, για τη δημιουργία της ατμόσφαιρας.

«Στερέωμα». Η λέξη στερέωμα  σημαίνει στερεό σώμα, έρεισμα. Στη μετάφραση των Ο΄ εννοείται μια στερεά υλική επιφάνεια, που διέρχεται από το κέντρο της μάζας των χαωτικών υδάτων και τη σχίζει οριζοντίως σε δυο επίπεδα, τα οποία κείνται το ένα πάνω στο άλλο και χωρίζουν τα ύδατα σε ουράνια και επίγεια.

Σύμφωνα με τις επικρατούσες τότε κοσμολογικές αντιλήψεις των Εβραίων και άλλων αρχαίων λαών, το σύμπαν θεωρούνταν γεωκεντρικό και επίπεδο (δισδιάστατο). Το στερέωμα ήταν μια υλική κατασκευή με τοξοειδή θόλο, στερεά, συμπαγής και στεγανή για να συγκρατεί δίκην δεξαμενής τα ουράνια ύδατα, τα ύδατα του ανώτερου κοσμικού ωκεανού. Ήταν κάτι σαν «υπερώον», το οποίον έφερε πόρτες και παράθυρα –«θύρας» ή «πύλας»- και -«θυρίδας ή καταρράκτας», όπως τις αποκαλεί η Π. Διαθήκη- που άνοιγαν και έκλειναν κατά βούληση του Θεού και προς αγαλλίασή του, για να πέσει η βροχή ή το χιόνι στη γη και να πνεύσει ο άνεμος στη φύση. Σχετικές παραπομπές: «αύτη η πύλη του ουρανού» (Γέν. 28. 17), «θύρας ουρανού ανέωξεν» (Ψ. 77. 23), «ότι θυρίδες εκ του ουρανού ηνεώχθησαν» (Ησ. 24. 18), «οι καταρράκται του ουρανού ηνεώχθησαν» (Γέν. 7. 11), «ιδού ποιήσει Κύριος καταρράκτας εν ουρανώ» (Βασ. Δ΄  7. 2), «ποτίζων όρη εκ των υπερώων αυτού» (Ψ. 103. 3).

Η θολωτή αυτή κατασκευή, που ήταν ευρέως γνωστή στους πρωτόγονους λαούς, ως σταθερός θόλος του ουρανού, είχε κίονες («στύλους» Ιώβ 26. 11), οι οποίοι ήταν θεμελιωμένοι στα άκρα της γης, ενώ άλλοι κίονες στερέωναν τη γη πάνω στα ύδατα της αβύσσου, του κατωτέρου κοσμικού ουρανού: «τω στερεώσαντι την γην επί των υδάτων» (Ψ. 135. 6). Σχετικές παραπομπές: «εγώ εστερέωσα τους στύλους αυτής (της γης)» (Ψ. 74. 4). «αυτός επί θαλασσών εθεμελίωσεν αυτήν (την γην) και επί ποταμών ητοίμασεν αυτήν» (Ψ. 23. 2). «ο στεγάζων εν ύδασιν τα υπερώα αυτού» (Ψ. 103. 3).

Αυτή η αντίληψη της στερέωσης της γης πάνω σε ύδατα, υπό μία έποψη, αντανακλά σύγχρονες επιστημονικές απόψεις της Γεωφυσικής και της Γεωλογίας, των επιστημών δηλ. που ασχολούνται με τη φυσική διαμόρφωση της γης και γενικά με τη νομοτέλεια του φυσικού περιβάλλοντος. Σύμφωνα μ’ αυτές, κατά τα πρώτα στάδια της δημιουργίας της γης (του εδάφους δηλ.), η διάπυρη ρευστοποιημένη μάζα (το μάγμα), από την οποίαν συνίστατο, ψύχεται προοδευτικά και σχηματίζει τον αρχικό στερεό φλοιό της. Αυτός ο φλοιός εδράζεται ή ακριβέστερα επιπλέει επί του ρευστού εσωτερικού της γης, δηλ. επί του υγρού στοιχείου, αφού και το νερό είναι ρευστό. Υπ’ αυτή την έννοια η γη στερεώνεται όντως επί των υδάτων κατά τη βιβλική αντίληψη, όπως την εκφράζει και το αντίφωνον: «σήμερον κρεμάται επί ξύλου ο εν ύδασιν την γην κρεμάσας», στην ακολουθία της Μ. Πέμπτης. Και εδώ, η θεία αποκάλυψη επαληθεύεται από τα επιστημονικά δεδομένα.

Βέβαια, η ανωτέρω ταύτιση του ύδατος με τη διάπυρη ρευστοποιημένη μάζα θεωρείται ακραία και δύσκολα μπορεί να γίνει πιστευτή, αν ακολουθήσει κανείς τη σύγχρονη Κοσμολογία, που και αυτή μπορεί να εξηγήσει με σχετικά μεγάλη ακρίβεια τις έξη ημέρες της Δημιουργίας. Έτσι, την 1η δημιουργική ημέρα έχουμε την έκλυση φωτός, ενέργειας και μεγάλης διαστολής του δημιουργουμένου σύμπαντος με τρομακτικά υψηλές θερμοκρασίες. Δηλ. έχουμε τη μετατροπή του χωροχρόνου σε ενέργεια, χωρίς δημιουργία ύλης. Πότε όμως αρχίζει η ενέργεια να μετατρέπεται σε ύλη;

Τα πρώτα 300 εκ. χρόνια από τη μεγάλη Έκρηξη δεν υπάρχει ύλη. Στα 13.4 δις χρόνια πίσω αρχίζουν να σχηματίζονται τα πρώτα άτομα ύλης, όταν τα ελεύθερα ηλεκτρόνια άρχισαν να δεσμεύονται από τους πυρήνες πρωτονίων και νετρονίων, οπότε αυτά τα πρώτα άτομα με συντήξεις και συσσωματώσεις άρχισαν να δημιουργούν την ακατασκεύαστη ύλη μέσα σ’ ένα χάος συγκρούσεων, εξαερώσεων, ατμών, αερίων και συνεχών εκρήξεων και άρχισε να μορφοποιείται το στερέωμα και να διαχωρίζονται τα ουράνια σώματα με συσσωρεύσεις και απομακρύνσεις, με σκόνη και αέρια, οπότε και έχουμε τη δημιουργία των πρώτων ουρανίων σωμάτων, αστέρων, αστεροειδών, κομητών σε συσσωματώσεις Γαλαξιών και υποομάδων, όπως τα πλανητικά συστήματα, μέσα στα οποία υπάρχει και το δικό μας πλανητικό σύστημα. Έτσι, 3.7 δις χρόνια μετά την Έκρηξη έχουμε την δημιουργία των πρώτων αστέρων. 10 δις χρόνια πίσω λοιπόν αρχίζουν να εμφανίζονται οι πρώτοι αστέρες, 5 δις χρόνια πίσω το ηλιακό μας σύστημα, 4.6 δις χρόνια πίσω δημιουργείται η γη που πατάμε και 4.5 δις χρόνια πίσω η Σελήνη, που μας φωτίζει τη νύκτα. Η Σελήνη δημιουργείται από πρόσκρουση τεραστίου ουρανίου σώματος επί της Γης, κομμάτι δε από αυτήν αποσπάται και δημιουργεί ιδιαίτερο σώμα, τη Σελήνη. Η πρόσκρουση αυτή ήταν ευεργετική για τη Γη, γιατί παρέσυρε και μεγάλο τμήμα της ατμόσφαιράς της, το οποίον εάν διατηρείτο, τότε η Γη θα είχε την τύχη του Άρη, που είναι ένας νεκρός πλανήτης με εχθρική ατμόσφαιρα για τη ζωή. Αυτή είναι η 2η ημέρα της Δημιουργίας, που κράτησε (μαζί με την επόμενη 3η) περίπου 8.9 δις χρόνια, με τη δημιουργία της ύλης, αλλά χωρίς την εμφάνιση κάποιας ζωής.

Την 2η λοιπόν δημιουργική ημέρα έχουμε την έναρξη σχηματοποίησης της ύλης και διαχωρισμού των ρευστών καταστάσεων (είτε νερών, είτε υγρών, είτε αερίων), οπότε αυτός ο διαχωρισμός συνεχίζεται πιο ξεκάθαρα την 3η ημέρα, όπου διαχωρίζονται σαφώς τα στερεά από τα υγρά και αποκαλύπτεται πλέον και η ξηρά και προκειμένου για τη γη, αυτός ο διαχωρισμός εμφάνισε αφ’ ενός το στέρεο έδαφος και αφ’ ετέρου τη θάλασσα, τους ωκεανούς και τα ποτάμια. Ο Θεός τα είδε όλα αυτά και διαπίστωσε, ότι ήταν καλά (όχι βέβαια πολύ καλά).

Στην Π. Διαθήκη το στερέωμα περιγράφεται, με βάση την οπτική παρατήρηση, ως λαμπερό ζαφείρι (Έξ. 24. 10), ως χυτό χάλκινο στιλπνό κάτοπτρο (Δευτ. 28. 23, Ιώβ 37. 18), ως δερμάτινο κάλυμμα (τέντα) και ως καμάρα: «Ο εκτείνας τον ουρανόν ωσεί δέρριν» (Ψ. 103. 2) και «ο στήσας ως καμάραν τον ουρανόν» (Ησ. 40. 22). Πρόκειται όμως περί απλών ποιητικών εκφράσεων και εικόνων, οι οποίες δεν απέχουν πολύ από την αντίληψη των αρχαίων Ελλήνων, οι οποίοι ομοίως εξελάμβανον ποιητικώς τον ουρανό ως στερεό σώμα («στερέμνιον»), ως συμπαγή μεταλλική μάζα, σιδηρά («σιδήρεον»), χάλκινη («χάλκεον») ή ορειχάλκινη («πολύχαλκον»), που έφερε στους ώμους του ο μυθικός γίγαντας Άτλας (Ομήρου Ιλιάδα, ε΄ 504, ρ΄ 425, Οδύσσεια, Α 54, Γ 2, Ο 329).

Είναι φανερό, ότι εδώ ο βιβλικός συγγραφέας δεν χρησιμοποιεί το στερέωμα με μια κοσμολογική προοπτική, για να περιγράψει ένα κύριο συστατικό του υπό διαμόρφωση σύμπαντος. Ούτε αναφέρεται ασφαλώς σε μια νοητή επιφάνεια, πέραν της οποίας δεν υπάρχει η έλξη της γης και η οποία, καθώς εκτείνεται σφαιρικά γύρω από τη γη και στηρίζεται κυκλικά στην περιφέρειά της, προσδιορίζει το θόλο του ουρανού ή γενικότερα την ατμόσφαιρα ως συμπυκνωμένο σώμα (στιβάδα) αερίων και ατμών, που περιβάλλει τη γη. Με το στερέωμα απλώς περιγράφεται αυτό που ήταν τότε κοινώς γνωστό στον άνθρωπο από την καθημερινή εμπειρία του φυσικού κόσμου και συνδέονταν με τη θέση των αστέρων, το πέταγμα των πουλιών και τη βροχή. Είναι σαφές λοιπόν, ότι εκφράζεται κατά τον τρόπο του σκέπετεσθαι της εποχής του, χωρίς να έχει την πρόθεση να απαιτήσει πίστη σ’ αυτά (αν και κάποιοι Προτεστάντες, αλλά και Ορθόδοξοι το θεωρούν δόγμα Πίστεως). Σκοπός του δεν είναι να κάνει μάθημα αστρονομίας στον άνθρωπο, αλλά να τον διαβεβαιώσει ότι αυτό, που θεωρούσε τότε ως στερέωμα, δημιουργήθηκε από το Θεό. Αν έγραφε σήμερα, θα χρησιμοποιούσε ασφαλώς τη σύγχρονη επιστημονική ορολογία, αλλ’ η σωτηριώδης αλήθεια που θα μετέδιδε δεν θα άλλαζε ουσιαστικά. Φυσικά, ο Θεός μπορούσε να του αποκαλύψει πως ακριβώς δημιουργήθηκε το σύμπαν, ακόμη και με τη σύγχρονη ορολογία, κάνοντας λόγο για άτομα, άστρα, πλανήτες, έτη φωτός κ.τ.ό. κανείς όμως δεν θα ήταν σε θέση να καταλάβει έστω και μια συλλαβή απ’ αυτά.

ΓΕΩΚΕΝΤΡΙΚΟΤΗΤΑ

            Η γεωκεντρικότητα, δηλ. η αντίληψη, ότι η γη αποτελεί το κέντρο του Σύμπαντος αναφέρεται από τον βιβλικό συγγραφέα, αποτελούσε δε επί αιώνες (17 αιώνες μετά Χριστόν) θέση της Εκκλησίας. Αυτή η θέση άρχιζε να αλλάζει κυρίως, μετά την ψευδή ομολογία του Γαλιλαίου (για να σώσει τη ζωή του), το 1633, μπροστά στην Ι. Εξέταση, ότι αποκηρύσσει μετά βδελυγμίας την αιρετική θέση, ότι η γη κινείται!

                              ΘΕΣΗ ΤΗΣ ΟΡΘΟΔΟΞΗΣ ΕΚΚΛΗΣΙΑΣ

  ΣΧΕΤΙΚΑ ΜΕ ΤΟ ΠΛΑΝΗΤΙΚΟ ΣΥΣΤΗΜΑ, ΤΗΝ ΑΚΙΝΗΣΙΑ ΤΗΣ ΓΗΣ ΚΑΙ ΤΗΝ ΘΕΣΗ ΤΗΣ

      ΣΤΟ ΚΕΝΤΡΟ ΤΟΥ ΣΥΜΠΑΝΤΟΣ

  

Η Ορθόδοξη Εκκλησία δεχόταν την άποψη, ότι ο ουράνιος θόλος περιστρέφεται, ενώ

η Γη ως το κέντρο του σύμπαντος μένει ακίνητη. Τούτο μαρτυρούν, η Π. Διαθήκη και έξη (6) τουλάχιστον Μεγάλοι Πατέρες της Εκκλησίας.

Π. Διαθήκη

 

            Περιφορά του ήλιου γύρω απ’ τη γη:

1/ «Πράγματι, ο ήλιος στάθηκε καταμεσής του ουρανού και δεν πήγαινε να δύσει, κι’ αυτό κράτησε σχεδόν μια μέρα» (Ιησ. Ναυή 10. 13).

2/ «κι ο ήλιος γρήγορος στην τροχιά του, κάνει τον κύκλο του ουρανού και ξαναγυρίζει στη θέση του σε μια μέρα» (Α΄ Έσδρας 34).

Μ. Αθανάσιος (4ος αιώνας)

 

«γη δε ουκ αφ εαυτής ερήρεισται, αλλ’ επί μεν την των υδάτων ουσίαν συνέστηκεν, εμπεριέχεται δε και αύτη κατά το μέσον συνδεθείσα του παντός»

(Λόγος κατά ειδώλων)

Μ. Βασίλειος (4ος αιώνας)

 

«Κυκλόσε περιτρέχει τα κατ’ ουρανόν κινούμενα»

 

(Β.Ε.Π. τ. 51, σελ. 187)

Αγ. Γρηγόριος Νύσσης (4ος αιώνας)

 

«….. Της τε κυκλοφορουμένης ουσίας δια της οξείας κινήσεως το νάστον της γης εν κύκλω περισφιγγούσης, του τε στερρού και ανενδότου δια της αμεταθέτου παγιότητος αδιαλείπτως επιτείνοντος των περί αυτήν κυκλουμένων την δίνησιν, ίση δε καθ’ εκάτερον των ταις ενεργείαις διεστηκότων η υπερβολή εναπειργάσθη, τη τε στασίμω φύσει και τη αστάτω περιφορά. Ούτε γαρ η γη της βάσεως μετατίθεται, ούτε ο ουρανός ποτε το σφοδρόν ενδίδωσι και υποχαλά της κινήσεως».

 

            (Περί κατασκευής ανθρώπου. Κεφ. α΄, παρ. 1).

Αγ. Ιωάννης Δαμασκηνός (8ος αιώνας)

«Ημέρα εστίν ηλίου υπέρ γης φορά ή χρόνος, εν ω ο ήλιος υπέρ γης φέρεται. νυξ εστί σώματος της γης σκιά ή χρόνος, εν ω ο ήλιος υπό γην φέρεται. Νυχθήμερόν εστι  κόσμου περιστροφή»

 

(Διαλεκτικά, κεφ. 68. Όροι διάφοροι).

 

           

Αγ. Γρηγόριος Παλαμάς (14ος αιώνας)

 

«Και τη μεν ακινήτω γη καθάπερ τινί κέντρω περιτιθείς ανωτάτω κύκλω, και συνδών πανσόφως δια των μέσων του αεικινήτου ουρανού, ίνα ο αυτός διαμένη κόσμος εστώς ομού και κινούμενος».

 

            (P. G. 151, 80)

 

Αγ. Συμεών Θεσσαλονίκης (15ος αιώνας)

 

«Ποιητήν ουρανού και γης, ορατών τε πάντων και αοράτων. Με αυτή τη φράση – η Εκκλησία – αποβάλλει κάθε επινόηση της αθεΐας. Καταργεί τη θρασύτητα εκείνων που πρεσβεύουν ότι ο ουρανός είναι προαιώνιος και ακόμη, ότι η ύλη είναι χωρίς αρχή, και ότι υπάρχουν στο Θεό κάποιες ιδέες, όπως έλεγε ο Πλάτωνας. Καταργεί δε και την πλάνη εκείνων που θεοποιούν τα άστρα και όσα βρίσκονται γύρω από τη γη, οι οποίοι αυτή τη γη και τα άλλα στοιχεία τα θεωρούν θεούς καταντώντας έτσι στην πολυθεΐα και πλανώντας και γύρω από τα υπόλοιπα κτίσματα»

(Ερμηνεία εις το Σύμβολον της Πίστεως, P.G. 155, 757B).

  1. 4.15

 

Ι. ΚΑΡΔΑΣΗΣ

Advertisements

2 thoughts on “Βιβλική Κοσμολογία (Ιω.Καρδάση)

  1. ΕΝΑ ΠΟΛΥ ΚΑΛΟ ΚΕΙΜΕΝΟ, ΑΝΑΦΟΡΑ ΣΤΗΝ «ΓΕΩΚΕΝΤΡΙΚΟΤΗΤΑ» ΤΗΣ ΟΡΘΟΔΟΞΟΥ ΚΑΘΟΛΙΚΗΣ ΚΑΙ ΑΠΟΣΤΟΛΙΚΗΣ ΕΚΚΛΗΣΙΑΣ, ΠΡΟΣ ΠΕΡΑΙΤΕΡΩ ΣΥΜΠΛΗΡΩΣΗ ΤΩΝ ΠΑΡΑΠΑΝΩ – ΟΡΘΩΣ- ΑΝΑΦΕΡΟΜΕΝΩΝ, ΘΑ ΗΘΕΛΑ ΝΑ ΠΑΡΑΘΕΣΩ, ΑΠΟ ΤΟ ΙΣΤΟΛΟΓΙΟ : ΡΟΪΔΗ ΚΑΙ ΛΑΣΚΑΡΑΤΟΥ ΕΜΜΟΝΕΣ ( https://roides.wordpress.com/2008/05/19/kineitai/ )

    ΜΕΣΑ ΑΠΟ ΑΥΤΟ, ΜΠΟΡΕΙ ΚΑΠΟΙΟΣ ΝΑ ΚΑΤΑΛΑΒΕΙ ΟΤΙ Η «ΕΠΙΣΤΗΜΗ» ΗΤΑΝ «ΤΟ ΚΑΚΟ ΠΑΙΔΙ», ΚΑΙ ΤΗΣ ΟΡΘΟΔΟΞΙΑΣ…., ΑΝΕΚΑΘΕΝ ΚΑΙ ΙΣΩΣ -ΓΙΑ ΠΟΛΛΟΥΣ ΖΗΛΩΤΕΣ- ΚΑΙ ΜΕΧΡΙ ΣΗΜΕΡΑ!

    ΤΟ ΝΑ ΜΗ ΜΠΟΡΕΙ ΚΑΠΟΙΟΣ ΝΑ «ΚΑΤΑΝΟΗΣΕΙ» ΚΑΠΟΙΑ ΠΡΑΓΜΑΤΑ, ΔΕΝ ΣΗΜΑΙΝΕΙ ΟΤΙ ΑΥΤΑ ΔΕΝ ΥΠΑΡΧΟΥΝ!…. ΚΑΙ ΤΟ ΑΝΤΙΘΕΤΟ ΒΕΒΑΙΩΣ!

    ΔΥΣΤΥΧΩΣ, Ο ΣΚΟΤΑΔΙΣΜΟΣ, ΓΙΑ ΠΟΛΛΟΥΣ ΑΝΘΡΩΠΟΥΣ, ΕΙΝΑΙ ΣΥΜΦΥΤΟΣ…

    ΔΙΑΒΑΖΟΥΜΕ ΛΟΙΠΟΝ, ΓΙΑ ΤΗΝ ΙΣΤΟΡΙΑ, ΟΤΙ ΠΡΑΓΜΑΤΙ, ΕΤΣΙ ΕΙΝΑΙ ΜΕΡΙΚΑ ΠΡΑΓΜΑΤΑ.

    «Γράμμα από το Ληξούρι: Αναγνώστης Λασκαράτος

    Kύριε Ροΐδη,
    Με το πρόσφατο δημοσίευμά σας για τον Δαρβίνο και την εκτεταμένη συζήτηση που επακολούθησε με τη συμμετοχή εκλεκτών ορθόδοξων Απολογητών (Θ.Β.κλπ), επαναφέρατε το πάντα επίκαιρο θέμα της σύγκρουσης της Εκκλησίας με την Επιστήμη. Στο θέμα της καταγωγής του ανθρώπου η Ορθοδοξία (ορθώς) διατείνεται πως δεν υπήρξε ποτέ ο άνθρωπος του Νεάντερταλ (όσο κι αν πολλοί σεβάσμιοι ασκηταί της του μοιάζουν). Τα ανθρωπολογικά ευρήματα είναι δαιμονικά κατασκευάσματα, αφού οι πρώτοι άνθρωποι Αδάμ και Εύα κατασκευάστηκαν από λάσπη την 6η ημέρα της Δημιουργίας εξ αρχής με την μορφή που έχουμε σήμερα κατ’ εικόνα του Θεού και μάλιστα με δυνατότητα εκφοράς λόγου τέτοια που να μιλούν και με το κακό φίδι (Στα Μίκυ Μάους και στην Βίβλο μιλούν και τα ζώα), πράγμα που μέχρι σήμερα πληρώνουμε κουβαλώντας το αμάρτημα της γιαγιάς Εύας. Ο Αμερικανός ορθόδοξος Δημιουργιστής καλόγερος Σεραφείμ Ρόουζ (υποψήφιος για αγιοποίηση) παραδέχεται (δυστυχώς) πως «Η μοντέρνα επιστήμη, γνωρίζει περισσότερα από τους Πατέρες, που θα μπορούσαν εύκολα να κάνουν λάθος, πάνω σε επιστημονικά δεδομένα». (Αλληλογραφία του με τον Ορθόδοξο Εξελικτή γιατρό Αλέξανδρο Καλόμοιρο που στις «6 αυγές» του, για να προλάβει την επελαύνουσα δαρβινική θεωρία, προσπάθησε να συμβιβάσει τη Γένεση με την Εξέλιξη). Πολλοί ορθόδοξοι συμβατιστές όπως ο επίσκοπος Αλέξανδρος (Mileant) του Μπουένος Άϊρες («On the Appearance«), προσπαθούν να στριμώξουν τη Βίβλο στην θεωρία της Εξέλιξης πριν επέλθει το μοιραίο. Τους αποκηρύσσομε μετά βδελυγμίας και προσθέτουμε: Ένα άλλο ζήτημα στο οποίο η Επιστήμη έχει κάνει φοβερό λάθος (θα αποδειχθεί την Ημέρα της Κρίσεως) είναι αυτό της περιστροφής της Γης.

    Στήτω ο Ήλιος κατά Γαβαών…
    Aν η Γη κινείται, αυτό σημαίνει πως Π.Διαθήκη, όπως τουλάχιστον την ερμήνευσαν επίμονα και ομόφωνα μέχρι και τον 19ο αιώνα άγιοι και θεοφώτιστοι Πατέρες δεν είναι θεόπνευστη. Μια τέτοια παραδοχή όμως τινάζει στον αέρα το θεμέλιο της Ορθόδοξης Πίστης. Αυτό θα έπρεπε να έχει συμβεί ήδη από τον 20ο αιώνα, όταν τα πορίσματα της Επιστήμης έγιναν κτήμα των λαών, αλλά η Ορθοδοξία που μέχρι τότε διατεινόταν πως η Γη είναι ακίνητη, δεν βγήκε όπως ο πάπας να ανακαλέσει, ούτε της ζητήθηκε κάτι τέτοιο, απλώς το θέμα αποσιωπήθηκε. Την λήθη ευνοήσε και το περιβάλλον της Ανατολής όπου (με εξαίρεση τις κομμουνιστικές χώρες) δεν αναπτύχθηκε ποτέ οργανωμένο αντικληρικαλιστικό κίνημα όπως έγινε στη Δύση. Ασφαλώς αν κάποιος θεολόγος ερωτηθεί σήμερα, θα μας πει πως οι φράσεις της Π.Διαθήκης είναι συμβολικές και πως η Εκκλησία δεν επλανήθη απλώς επλανήθηκαν μεμονωμένοι λειτουργοί της, που όσο ψηλά κι αν βρίσκονταν δεν εκπροσωπούσαν την επίσημη άποψή της, η οποία δεν εκφράστηκε ποτέ. Οι εκπρόσωποι του Δημιουργού δεν ξέρουν τίποτα για την Δημιουργία. Ίσως μάλιστα να επικαλεστούν και ιερείς τους που σπούδασαν στην αιρετική και άθεη Δύση, που τόλμησαν να πουν πως η Γη κινείται και υπέστησαν γι’αυτό επίθεση από την εκκλησιαστική ηγεσία. Η Εκκλησία έχει το μοναδικό προνόμιο να επικαλείται και τα θύματά της, να κάνει μνημόσυνα με ξένα κόλλυβα. Ο ζάπλουτος πάπας αγιοποιεί τον ρακένδυτο φτωχούλη της Ασίζης για άλλοθι. .

    Ο Μ.Ι.Γεδεών, Μέγας Χαρτοφύλακας και Χρονογράφος της Μεγάλης Εκκλησίας, άνθρωπος συντηρητικός μεν αλλά ειλικρινής, γνώστης των σκοτεινών εκκλησιαστικών μηχανισμών αλλά έντιμος ερευνητής αρχείων του οικουμενικού πατριαρχείου, από απολογητής του μετατρέπεται άθελά του σε μοχλό αποκάλυψης μιας ζοφερής πραγματικότητας. Aποδίδοντας την εχθρότητα του λαού και της Εκκλησίας κατά των επιστημών στην αποκήρυξη από τον πατριάρχη Παϊσιο το 1744 της στοάς των ελευθέρων τεκτόνων του Γαλατά, τους οποίους ο μοναχός Καισάριος Δαπόντες αποκαλούσε «κονιάτας» (=σοβατζήδες), συμπεραίνει. «Έκτοτε παρά τώ καθ’ημάς λαώ, εγεννήθη η ιδέα ότι οι σοφοί και λόγιοι, οίοι ήσαν οι ούτως αποκηρυχθέντες ως άθεοι, εισίν όλοι ασεβείς και κατά των επιστημόνων εν γένει ηγέρθη διωγμός ως τοιούτων». Ο Γεδεών ομολογεί ότι τα ίδια συνέβαιναν και στους βυζαντινούς χρόνους: «να νομίζη τους τοιούτους του πολιτισμού μύστας ο λαός, πνεύματα δραπετεύσαντα εκ της κολάσεως και υιούς του διαβόλου».

    Η Π.Διαθήκη ήταν σαφής «Και γαρ εστερέωσε την οικουμένην ήτις ου σαλευθήσεται» (Ψαλμός 92,1). Ασάλευτη λοιπόν η Οικουμένη, δηλαδή η Γη, αλλά κινούμενος ο Ήλιος: «Στήτω ο Ήλιος κατά Γαβαών…» («Ιησούς του Ναυή»). Αλλά πέρα από τη στενή έστω ερμηνεία Γραφικών χωρίων, πως ήταν δυνατόν το μυαλό ενός Θεολόγου να χωρέσει το πως η Γη, που ήταν το κέντρο της Δημιουργίας και κατοικία της εικόνας του Θεού, μπορούσε να είναι δορυφόρος του Ήλιου; Σε πείσμα όμως της ορθής πίστης, έχει και η Ανατολή τους μικρούς Γαλιλαίους της. Ο ιερέας Βενιαμίν ο Λέσβιος κλήθηκε από το πατριαρχείο σε απολογία επειδή δίδασκε πως η Γη κινείται. Το 1805, ο απαίδευτος πατριάρχης Καλλίνικος ο Ε΄, ξεσηκωμένος από αναφορές του αγ.Αθανάσιου Πάριου, του Μεγάλου Ιεροκήρυκα του θρόνου Δωρόθεου Βουλησμά και των μοναχών Σαμουήλ και Ιακώβου, συγκάλεσε Σύνοδο από 7 αρχιερείς, η οποία βασισμένη σε τετράδια μαθητών που υπεξαίρεσε ο άγιος Αθανάσιος, σε γράμμα της προς τους κατοίκους των Κυδωνιών στην σχολή των οποίων δίδασκε ο Βενιαμίν, τον καλούσε να ομολογήσει εγγράφως την πλάνη του, απειλώντας τον με απομάκρυνση από την θέση του. Ο Βενιαμίν, προσποιήθηκε πως αντιλήφθηκε την εναντίον του κατηγορία ως δογματισμό υπέρ των πορισμάτων της Φυσικής, πράγμα που απέρριψε εύκολα γράφοντας μια διφορούμενη κοινοτοπία: «άπασαι αι της Φυσικής έννοιαι…ουκ εισίν έτερον τι ει μή απλή πιθανολογία» (Α.Αγγέλου «Των Φώτων»-1988). Δεν πρόκειται για τυχαίο συμβάν, προηγήθηκαν πολλά παρόμοια. Ο Νικηφόρος Θεοτόκης το 1766 στην Φυσική του αναφέρει το σύστημα του Κοπέρνικου. Τo έσκασε νύχτα από το σχολείο του Ιασίου όπου δίδασκε, και αργότερα μεταστράφηκε στην συντήρηση. Το 1781 ο διάκος Ιώσηπος Μοισιόδακας εκθέτει τις απόψεις του Ηλιοκεντρικού συστήματος, αλλά αποφεύγει να το υιοθετήσει, φοβούμενος τις αντιδράσεις, έχοντας κι αυτός την πικρή εμπειρία του διωγμού του το 1777 από τη Σχολή του Ιασίου. Ο Κοδρικάς που το 1794 μετέφρασε το «De la pluralite des mondes» του εκλαϊκευτή της Επιστήμης Fontenelle όπου ο συγγραφέας υπερασπίζεται τον οπαδό του ηλιοκεντρισμού Κοπέρνικο, είδε το βιβλίο του να καταδικάζεται από την Εκκλησία. Το 1797 ο καθηγητής της πατριαρχικής Σχολής Σέργιος Μακραίος δημοσίευσε το βαρύγδουπο «Τρόπαιον της Ελλαδικής πανοπλίας κατά των οπαδών του Κοπέρνικου». Ο γεωγράφος πατριάρχης Ιεροσολύμων Χρύσανθος Νοταράς (΄Εμπορος συγχωροχαρτιών που κληρονόμησε τον πατριαρχικό θρόνο από το θείο του Δοσίθεο: «Στέλλομεν…….είκοσι συγχωροχάρτια,…» -Πρακτ.Β’ Διεθ. Συνεδ. Πελοπον. Σπουδών, τ. Γ’, Αθ. 1981-1982, σ. 290) παρ’όλο που είχε σοβαρές αστρονομικές γνώσεις, υποτάσσει την αλήθεια στην θρησκευτική σκοπιμότητα, είτε συνειδητά είτε τυφλωμένος από την πίστη του και γράφει στην «Εισαγωγή εις τα Γεωγραφικά και Σφαιρικά»-Παρίσι 1716: «..η Γη …είναι αληθινόν…να είναι…Κέντρον του Παντός….χρεία είναι να αποδειχθή, ότι είναι και ακίνητος…πως είναι και ακίνητος δείκνυται πρώτον από την Θείαν Γραφήν». Οπαδός του γεωκεντρικού συστήματος ήταν και ο λόγιος μητροπολίτης Αθηνών Μελέτιος, όπως προκύπτει από την ανέκδοτη «Επιτομή της Αστρονομίας» («η Γη….ουδεμίαν κίνησιν ποιείται») και την «Γεωγραφία» του (1728). Ακόμη και ένας εκπρόσωπος του Διαφωτισμού ο φιλόσοφος Βικέντιος Δαμοδός (18ος αι.), μη μπορώντας να ξεπεράσει την ιδιότητα του ορθόδοξου θεολόγου υποστηρίζει το συμβιβαστικό σύστημα του Tycho Brahe, (16ος αι.) επειδή «συμφωνεί τη θεία γραφή». Ο Μπράχε ήθελε στάσιμη τη Γη και τον Ήλιο να περιφέρεται γύρω της, αλλά δεχόταν πως οι υπόλοιποι πλανήτες περιφέρονταν γύρω απ’ τον Ήλιο. Ο αρχιεπίσκοπος Ευγένιος Βούλγαρις, αν και αντιλαμβάνεται ότι ο Κοπέρνικος έχει δίκιο, απορρίπτει το σύστημά του επειδή «αντίκειται ταις ιεραίς σελίσιν». Ο αγ.Αθανάσιος ο Πάριος, στην «Αντιφώνησή» του, γράφει πως οι επιστήμες είναι μάταιες, η «επιθυμία του μανθάνειν» είναι «τυραννική» αφού «αναγκάζει τον άνθρωπον να αναβή και είς τους πλανήτας». Ο μοναχός Κύριλλος Λαυριώτης ο Πατρεύς, επιτίθεται στον ιερέα Άνθιμο Γαζή που «τόσον ερρόφησε την αθεϊαν της πολυκοσμίας», ώστε τόλμησε να αναφέρει σε κάποια υποσημείωση της «Γραμματικής των Φιλοσοφικών Επιστημών», τους «νοήσαντας την ακινησίαν του ηλίου». (Γ.Καράς Οι θετικές επιστήμες στον ελλ. Χώρο. Εκδ.Δ.Ι.Ζαχαρόπουλος-1991). Στον δάσκαλο ιερέα του Τύρναβου Ιωάννη Δημητριάδη Πέζαρο (1806), που στη Σχολή του («Ελληνομουσείον») δίδασκε Μαθηματικά, Φυσική, Χημεία, Φιλοσοφία ενώ ήταν και οπαδός του ηλιοκεντρικού συστήματος, απαγορεύτηκε από τον Λαρίσης Ραφαήλ το 1805, το κήρυγμα στον ναό.

    Ίσως μερικοί αντιτάξουν: Μπορεί η ηγεσία της Εκκλησίας να ήταν σκοταδιστική, υπήρχαν όμως φωτισμένοι ιερείς, έστω και στα υπόγεια της ηγετικής πυραμίδας. Η ιερωσύνη προσέφερε την οικονομική δυνατότητα και την επαγγελματική αποκατάσταση για να σπουδάσει ένα φτωχόπαιδο στη Δύση. Ο Κούμας επισημαίνει την κατηγορία των «πεπαιδευμένων», «οίτινες διά τους πατριαρχικούς μισθούς εσυνάζοντο εις την Κωνσταντινούπολιν διά να αναλάβωσιν κληρικού αξίαν» («Ιστορία ανθρωπίνων πράξεων», τ.ΙΒ΄). Για πολλούς αυτό σηματοδότησε τις μετέπειτα περιπέτειές τους με την Εκκλησία, για μερικούς μάλιστα, όπως τον διάκο οπαδό του Βολταίρου Ιώσηπο Μοισιόδακα, διερωτάται κανείς αν δεν ένιωθαν το ράσο σαν φυλακή. Είχαν να αντιμετωπίσουν αγροίκους δεσποτάδες όπως τους περιγράφει ο Ανώνυμος ο Έλλην: «Ο πατριάρχης αφού ηξεύρει να αναγνώση δυο κατεβατά από το ψαλτήριον του Δαβίδ, κρίνεται άξιος τοιαύτης αρχής από την Σύνοδον, αυτή δε ηξεύρει να αναγνώση περισσότερον από αυτόν και τας Πράξεις των Αποστόλων». Ο Κων.Κούμας αποκαλύπτει: » Γράμματα με βαρβαρικήν σύνταξιν, με ανορθογραφίαν απίθανον και εις αυτάς των μητροπολιτών τας υπογραφάς…αι υπογραφαί μητροπολιτών, επισκόπων και κληρικών μαρτυρούν την προκοπήν των υπογραψάντων…….». Ο λόγιος Χριστόδουλος Παμπλέκης, αντιμετώπισε τις κατηγορίες του Πλαταμώνος Διονυσίου, ο οποίος έγραψε και υβριστική σάτιρα κατά του σοφού δασκάλου «Ακολουθία ετεροφθάλμου και αντιχρίστου Χριστόδουλου του εξ Ακαρνανίας». Ακόμη και ο δάσκαλός του, ο Ευγένιος Βούλγαρης, υποχρεώθηκε να τον αποκηρύξει, αποκαλώντας το βιβλίο του «Περί φιλοσόφου» (Βιέννη-1786) που περιείχε την Νευτώνεια αντίληψη του κόσμου, «συμπίλημα αποτρόπαιων βιβλιαρίων».Ο πατριάρχης Νεόφυτος, τον αφόρισε το 1793.

    Ο Ηρακλείδης ο Ποντικός τον 4ο π.Χ αι. και ο Αρίσταρχος ο Σάμιος, τον 3ο π.Χ. αι. εισηγήθηκαν το ηλιοκεντρικό σύστημα και την περιστροφή της γης περί τον άξονά της και γύρω από τον ήλιο, οι Δικαίαρχος και Ερατοσθένης μέτρησαν την διάμετρό της, ενώ ο Ίππαρχος υπολόγιζε τις αποστάσεις της από τα αστέρια. Ο Αριστοτέλης πρόσφερε το λογικό επιχείρημα πως η Γη είναι σφαιρική αφού στην έκλειψη της Σελήνης, η Γη της ρίχνει την καμπύλη σκιά της. Η Ζ΄ Οικ. Σύνοδος όμως φρόντισε να καταραστεί «την μωράν των έξωθεν φιλοσόφων λεγομένην σοφίαν»: «Τοις λέγουσιν ότι οι των Ελλήνων σοφοί………κρείττονες εισί…των ευσεβών…ορθοδόξων ανδρών…ανάθεμα τρίς».
    Έτσι λοιπόν στην απέναντι χριστιανική όχθη, ο απολογητής Θεόφιλος Αντιόχειας κατηγορεί τους συγγραφείς που από άγνοια που «βούλονται τον κόσμον σφαιροειδή λέγειν» («Προς Αυτόλυκον», Βιβλ.Β΄, 32). Ο μοναχός Κοσμάς Ινδικοπλεύστης τον 6ο μ.Χ αιώνα γράφει στην «Χριστιανική Κοσμογραφία» του πως η Γη είναι επίπεδη και τετράγωνη περιβαλλόμενη από τείχη που σμίγουν και φτιάγνουν τον ουρανό, ενώ η Κόλαση τοποθετείται «κάτω περι την γην». Ο Κοσμάς, μεταφράστηκε και επηρέασε τους Σλάβους ορθόδοξους αλλά και τον Σύρο άγιο Ιωάννη Δαμασκηνό στα «Ιερά παράλληλα» (8ος αι.). Είχε προηγηθεί ο απολογητής Λακτάντιος (4ος αι.) που κοροϊδεύει όσους πιστεύουν στην σφαιρικότητα της Γης, την θεωρεί επίπεδη, και προκαλεί την ειρωνία του Κοπέρνικου στο «De revolutionibus orbium coelestium»-1543. Οι αστείες απόψεις των δυο ανδρών βασιζόντουσαν στον Ησαϊα 40-22, όπου αναφέρεται «…επί τον κύκλον της Γης» και όπως όλοι ξέρουν ο κύκλος είναι επίπεδος. Σύγχρονοι απολογητές του Χριστιανισμού, βλέπουν στον «κύκλο» την περιστροφή της Γης, αλλά δεν μας εξηγούν γιατί ούτε ένας φωτισμένος πατέρας δεν έδωσε αυτήν την ερμηνεία. Στην ουσία δεν υπάρχει πάντα σοβαρή σχέση της χριστιανικής Γεωγραφίας με τη λογική, τουλάχιστον στα σημεία που διασταυρώνεται με την Αγία Γραφή. Για παράδειγμα μερικοί συγγραφείς όπως ο Ινδικοπλεύστης και ο Φιλοστόργιος στην «Εκκλησιαστική Ιστορία» (III,10), σε απόσπασμα που διέσωσε ο αγ. Φώτιος, θεωρούσαν πως ο Νείλος, είναι ο βιβλικός Γαιών, που πηγάζει από τον Παράδεισο (βλ. παρακάτω Εικ. χάρτη).

    Ο Βασίλειος στην «Εξαήμερο» δίνει τη χαριστική βολή στο θέμα της αλληγορίας, στην κουτοπόνηρη δηλαδή μέθοδο βάσει της οποίας σήμερα η Εκκλησία ερμηνεύει τη Βίβλο, προσπαθώντας να μπαλώσει μέσω υποτιθέμενων συμβολισμών τους κραυγαλέους μύθους της, όπως π.χ. το χτίσιμο του κόσμου σε 6 ημέρες που δήθεν είναι αιώνες κλπ. Απορρίπτει κάθε μεταφορική ερμηνεία (όπως αυτές που έκανε στη Γένεση ο Ιουδαίος ελληνιστής Φίλων ο Αλεξανδρεύς που προσπαθούσε να συμβιβάσει τη Βίβλο με την ελληνική Φιλοσοφία) και δηλώνει: “Εγώ δε χόρτον ακούσας χόρτον νοώ, και φυτόν και ιχθύν και θηρίον και κτήνος, πάντα ως είρηται, ούτως εκδέχομαι”. Για το θέμα του σχήματος της Γης, μένει πιστός στην αντίληψή του πως δεν μπορεί ο άνθρωπος να γνωρίζει ούτε χρειάζεται να ερευνά διότι αν και πολλοί υποστήριξαν για την γή, ότι είναι σφαίρα ή κύλινδρος, ή δίσκος κλπ εν τούτοις ο Μωϋσής δεν είπε τίποτα για το σχήμα “ου παρά τούτο προαχθήσομαι ατιμοτέραν ειπείν την ημετέραν κοσμοποιίαν, επειδή ουδέν περί σχημάτων ο του Θεού θεράπων Μωϋσής διελέχθη”. Όσα γράφει ο Αγιοβασίλης στηρίζονται αποκλειστικά στις γνώσεις της εποχής του τις οποίες άριστα κατέχει και τις οποίες προσπαθεί να απαξιώσει ή να συγκεράσει αν γίνεται με αυτές της Βίβλου. Καμία θεία φώτιση δεν τον οδηγεί, αντίθετα η δουλεία της πίστης του τον εμποδίζει να προχωρήσει αξιοποιώντας τις γνώσεις του σε απροκατάληπτη έρευνα διατυπώνοντας προσωπικές του σκέψεις, υποθέσεις κλπ.
    Είναι λοιπόν φυσικό το πατριαρχείο και οι κηφήνες αυλικοί του, οπαδοί κάθε ακινησίας σωματικής και πνευματικής και θιασώτες των δυνάμεων της κοινωνικής αδράνειας, να βγάζουν σπυράκια όταν άκουγαν για περιστροφή της γης. Ίσως η αιτία να είναι αυτή που δίνει ο Κοραής: «….φοβούνται μην η περιστροφή της σφαίρας….ανατρέψη την οποίαν αναξίως έλαβαν υπόληψιν». Το Βατικανό αναγνώρισε πρόσφατα (Ιωάννης Παύλος Β΄ ) πως η Γη κινείται. Κάνοντας την ανάγκη φιλοτιμία εγκαθιστά το 1981 στην Αριζόνα, τηλεσκόπιο προχωρημένης τεχνολογίας. Το οικουμενικό πατριαρχείο σφυρίζει αδιάφορα. Απευθύνεται σε πολύ καλόβολο κοινό. Οι δικές του περιπέτειες με την γήϊνη σφαίρα δεν είναι ευρύτερα γνωστές. Στα σχολικά μας βιβλία δεν υπάρχει ούτε νύξη. Η ομερτά έχει ρίξει πέπλο λήθης….

    ….ΚΑΙ ΝΑΙ, ΚΙΝΕΙΤΑΙ……
    ….ΚΑΙ ΝΑΙ, ΙΣΩΣ ΥΠΑΡΧΟΥΝ ΚΙ ΑΛΛΟΙ ΑΝΘΡΩΠΟΙ ΕΚΕΙ ΕΞΩ….
    ΔΕΝ ΕΙΝΑΙ ΟΜΩΣ ΑΥΤΟ ΤΟ ΠΡΟΒΛΗΜΑ ΜΑΣ, ΣΤΟΝ ΧΡΙΣΤΙΑΝΙΣΜΟ. ΤΟ ΠΡΟΒΛΗΜΑ ΜΑΣ -ΝΟΜΙΖΩ – ΕΙΝΑΙ Η ΕΜΜΟΝΗ ΚΑΤΑ ΦΑΝΑΤΙΚΟΝ ΤΡΟΠΟΝ !!!

  2. Και όμως, όσο και εάν φαίνεται παράξενο, οι μεγάλοι Πατέρες της Εκκλησίας (Μ. Βασίλειος, Γρξγόριος Νύσσης, Ιω. Χρυσόστομος, Μάξιμος Ομολογητής, Ιω. Δαμασκηνός) εμφανίζονται, ως εξελικτικοί σε πολλά έργα τους. Δυο παραδείγματα:

    Α/ Γρηγόριος Νύσσης

    Ο Νύσσης Γρηγόριος, που κατά κάποιο τρόπο συμπληρώνει τον Μ. Βασίλειο, όχι μόνο με το έργο του Περί της Εξαημέρου, αλλά και με το Περί κατασκευής του ανθρώπου, κατά τρόπο ρητό δέχεται την εξέλιξη του ανθρώπου. Λέγει χαρακτηριστικά: «Ειπών ο λόγος ότι εποίησεν ο Θεός τον άνθρωπον τω αορίστω της σημασίας άπαν ενδείκνυται το ανθρώπινον. Ου συνωνομάσθη τω κτίσματι νυν ο Αδάμ καθώς εν τοις εφεξής η ιστορία φησίν. Άλλ’ όνομα τω κτισθέντι ανθρώπω ουχ ο τις, αλλ’ ο καθόλου εστιν. ουκούν τη καθολική της φύσεως κλήσει τοιούτον τι υπονοείν εναγόμεθα, ότι τη θεία προγνώσει τε και δυνάμει πάσα η ανθρωπότης εν τη πρώτη κατασκευή περιείληπται. Χρη γαρ Θεώ μηδέν αόριστον εν τοις γεγενημένοις παρ’ αυτού νομίζειν, αλλ’ εκάστου των όντων είναι τι πέρας και μέτρον τη του πεποιηκότος σοφία περιμετρούμενον ώσπερ τοίνυν ο τις άνθρωπος τω κατά το σώμα ποσώς περιείργηται, και μέτρον αυτώ της υποστάσεως η πηλικότης εστίν, η συναπαρτιζομένη τη επιφανεία του σώματος, ούτως οίμαι καθάπερ εν ενί σώματι όλον το της ανθρωπότητος πλήρωμα τη προγνωστική δυνάμει παρά του Θεού των όλων περισχεθήναι και τούτο διδάσκειν τον λόγον τον ειπόντα, ότι και εποίησεν ο Θεός τον άνθρωπον και κατ’ εικόνα Θεού εποίησεν αυτόν………. Πάσα τοίνυν η φύσις η από των πρώτων μέχρι των εσχάτων διήκουσα, μία τις του όντος εστίν εικών, η δε προς το άρρεν και θήλυ του γένους διαφορά προσκατεσκευάσθη τελευταίον τω πλάσματι, δια την αιτίαν, ως οίμαι ταύτην». (PG44, 185BCD). Και σε μετάφραση το σπουδαίο αυτό κείμενο: «Όταν ο λόγος λέγει ότι ο Θεός εδημιούργησε τον άνθρωπο, δηλώνει με αυτή την αοριστία της έννοιας όλο το ανθρώπινο γένος. Γιατί δεν ονομάζεται ο Αδάμ τώρα, ταυτόχρονα με τη δημιουργία, καθώς λέγει στη συνέχεια η διήγηση. Αλλά όνομα για τον άνθρωπο που δημιουργήθηκε δεν ήταν ο τάδε, αλλά είναι όλο το ανθρώπινο γένος. Με αυτό το γενικό όνομα οδηγούμαστε να εννοήσουμε, ότι σύμφωνα με την πρόγνωση και τη δύναμη του Θεού, περικλείεται ολόκληρη η ανθρωπότητα μέσα στην πρώτη δημιουργία. Γιατί δεν πρέπει να νομίζουμε για το Θεό, πως μεταξύ των δημιουργημάτων που υπάρχει κάτι αόριστο, αλλά να πιστεύουμε ότι για καθένα από τα όντα υπάρχει ένα τέλος κι ένα μέτρο, που προσδιορίζεται από παντού με τη σοφία του Δημιουργού. Και όπως ο τάδε άνθρωπος περικλείεται ως προς το μέγεθος από το σώμα, και μέτρο της ύπαρξης γι’ αυτό είναι το πόσο μεγάλος είναι, κάτι δηλαδή που σχετίζεται μαζί με την επιφάνεια του σώματος, έτσι πιστεύω πως περικρατείται σαν σε ένα σώμα, όλο το πλήρωμα του ανθρωπίνου γένους, με την προγνωστική δύναμη από τον Θεό όλων. Κι αυτό πιστεύω πως διδάσκει ο λόγος, που λέγει: κι εδημιούργησε ο Θεός τον άνθρωπο, σύμφωνα με την εικόνα του Θεού τον εδημιούργησε………. Όλη, λοιπόν, η ανθρώπινη φύση, που ξεκινάει από τους πρώτους και φθάνει μέχρι τους τελευταίους, είναι μια εικόνα του Θεού. και η διαφορά του φύλου σε άνδρα και γυναίκα δημιουργήθηκε τελευταία ως προσθήκη στον άνθρωπο, καθώς πιστεύω, για το λόγο, που θα εκθέσω στη συνέχεια».
    Πολύ ξεκάθαρος ο λόγος του αγίου και τόσο λεπτομεριακός και ακριβής. Πράγματι, στο 1ο κεφάλαιο της Γένεσης, βλέπουμε το Θεό να επιθυμεί να δημιουργήσει τον άνθρωπο, σύμφωνα με τη δική του εικόνα και με την προοπτική να του ομοιάσει. Έτσι, δημιούργησε ο Θεός τον άνθρωπο, άνδρα και γυναίκα, ΜΟΝΟ κατ’ εικόνα, τους ευλόγησε και τους παρότρυνε να κάνουν πολλά παιδιά και όλα αυτά την 6η ημέρα της δημιουργίας. Έτσι, την 6η ημέρα δημιουργήθηκε ο άνθρωπος κατ’ εικόνα του Θεού και μόνον. Και μετά, την 7η ημέρα, ο Θεός αναπαύθηκε, οπότε τότε, στην κατάπαυσή του, ένας συγκεκριμένος άνθρωπος, ο Αδάμ, εισήλθε στον Παράδεισο, με την επιθυμία του βέβαια. Ο Θεός το επέτρεψε, ώστε να επιτευχθεί και το «καθ’ ομοίωσιν», πλην όμως υπήρξε αποτυχία, με τα γνωστά αποτελέσματα, για το ανθρώπινο γένος.
    Συμπερασματικά, το ανωτέρω κείμενο λέγει καθαρά και ξάστερα ότι ολόκληρη η ανθρωπότητα περιεχόταν στην πρώτη κατασκευή και ότι στο ένα σώμα περιλαμβανόταν όλο το πλήρωμα της ανθρωπότητας. Επομένως, ο Θεός πήρε λάσπη και έφτιαξε τον πρώτο άνθρωπο, τον ανώνυμο. Όταν αυτός ο άνθρωπος θέλησε να θεωθεί, τότε πήρε το όνομα Αδάμ.

    Β/ Μάξιμος Ομολογητής

    Στο έργο του αγίου Μαξίμου: «Περί διαφόρων αποριών των αγίων Διονυσίου και Γρηγορίου» αναφέρονται οι έννοιες: διαφορά και διαίρεση. Κατά τον άγιο Μάξιμο, άλλο είναι διαφορά, και άλλο διαίρεση. Ο άνθρωπος διαφέρει από τα άλλα ζώα, αλλά δεν είναι διηρημένος από αυτά. Γι’ αυτό και αν ερωτάτο σήμερα ο άγιος Μάξιμος, για τη σχέση ανθρώπου και άλλων ζώων, όπως αυτή προβάλλεται από τη σύγχρονη Βιολογία, θα έλεγε: «Ναι, ο άνθρωπος έχει βιολογικό δεσμό με τα άλλα ζώα, (όπως αποδεικνύει και η σύγχρονη Βιολογία). Αλλά και διαφέρει από αυτά ως προς το αυτεξούσιο και την ελευθερία». Η διαφορά δεν πρέπει να μας οδηγήσει στο να δεχθούμε διαίρεση, ωσάν ο άνθρωπος να μην ήταν ενωμένος με τη λοιπή δημιουργία, οπότε και θα ήταν αδύνατος ο ρόλος του ως μεσίτου μεταξύ Θεού και κόσμου, στον οποίο ρόλο επιμένει ο άγιος Μάξιμος τόσο πολύ. Αλλά και η βιολογική του ένωση με τα λοιπά ζώα, δεν σημαίνει ότι δεν υπάρχει και διαφορά. Γιατί τα ζώα στερούνται του αυτεξουσίου και τής ελευθερίας που έχει ο άνθρωπος. Αν λοιπόν αρνηθούμε τη βιολογική συνέχεια τού ανθρώπου με τα άλλα ζώα, τότε η μεσιτεία τού ανθρώπου μεταξύ υλικού κόσμου και Θεού, καθίσταται αδύνατη. Και αν δεν δεχθούμε τη διαφορά μεταξύ αυτών των δύο, τότε η μεσιτεία αυτή καθίσταται ανελεύθερη και αναγκαστική. Και αυτό έχει πελώρια σημασία, (η φιλοσοφική αυτή θέση τού αγίου Μαξίμου), ότι άλλο διαφορά και άλλο διαίρεση. Η κοσμολογία λοιπόν τού αγίου Μαξίμου, είναι ανθρωποκεντρική. Ο άνθρωπος είναι κεκλημμένος από τον Θεό, να υπηρετήσει την ενότητα της δημιουργίας και την ανύψωσή της σε κοινωνία με τον Θεό. Δεν είναι όμως η κοσμολογία του ανθρωπομονιστική. Ο άνθρωπος δεν μπορεί να νοηθεί αποκομμένος από τη λοιπή υλική δημιουργία. Είναι και αυτός μέρος της. Και ό,τι συμβαίνει στην υλική δημιουργία έχει άμεσες επιπτώσεις και σ’ αυτόν.
    Όπως ο Υιός του Θεού, για να γίνει μεσίτης μεταξύ Θεού και ανθρώπου έπρεπε να γίνει άνθρωπος, έτσι και ο άνθρωπος, για να γίνει μεσίτης μεταξύ Θεού και κόσμου έπρεπε να προέλθει από τον κόσμο και να έχει δεσμό με τα ανώτερα ζώα της Δημιουργίας (Συμπέρασμα του αγίου στο ίδιο έργο).

    ΙΚ

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s