Η φοβερή προφητεία του αββά Παμβώ!

 αρχείο λήψης

http://yiorgosthalassis.blogspot.com

Ερώτησε κάποτε ένας μοναχός τον αββά Παμβώ:

«Αλήθεια γέροντα, θα αλλάξουν οι συνήθειες και οι παραδόσεις των χριστιανών και δεν θα υπάρχουν ιερείς στις εκκλησιές;
Και ο Γέροντας απάντησε: «Εκείνο τον καιρό θα ψυχραθεί η αγάπη των πολλών και θα πέσει μεγάλη θλίψη. Θα γίνουν επιδρομές εθνών. Μετακινήσεις λαών, αστάθεια στους βασιλείς, ανωμαλία στους κυβερνήτες, οι ιερείς θα γίνουν άσωτοι και οι μοναχοί θα ζουν με αμέλεια. Οι ηγούμενοι θα αδιαφορούν για τη δική τους σωτηρία αλλά και του ποιμνίου τους. Θα είναι όλοι τους πρόθυμοι και πρώτοι στα τραπέζια και εριστικοί. Οκνηροί στις προσευχές αλά πρόθυμοι στην καταλαλιά, έτοιμοι για κατηγορία. Δεν θα θέλουν ούτε να μιμούνται ούτε αν ακούνε βίους και λόγους Γερόντων, αλλά κυρίως θα φλυαρούν και θα λένε «αν ζούσαμε κι εμείς στις μέρες τους, θα αγωνιζόμασταν και εμείς».
Οι επίσκοποι πάλι των καιρών εκείνων θα δείχνουν δουλικότητα προς τους ισχυρούς, θα βγάζουν τις αποφάσεις ανάλογα με τα δώρα που θα παίρνουν και δεν θα υπερασπίζονται τους φτωχούς, όταν θα κρίνονται. Θα θλίβουν τις χήρες και θα καταταλαιπωρούν τα ορφανά.
Ακόμη θα εισχωρήσει και στον λαό απιστία, ασωτία, μίσος, έχθρα, ζήλεια, φιλονικία, κλεψιά, μέθη, έξαλλες διασκεδάσεις, μοιχεία, πορνεία, φόνοι και διαρπαγές.»
Είπε τότε ο αδελφός: «Και τί θα μπορεί να κάνει κανείς σε τέτοιους δύσκολους καιρούς;»
Και ο Γέροντας απάντησε: «Παιδί μου, σε τέτοιες ημέρες θα σωθεί εκείνος που θέλει και προσπαθεί να σώσει την ψυχή του και αυτός θα ονομαστεί μέγας στη Βασιλεία των Ουρανών».

http://agapienxristou.blogspot.ca/2012/11/blog-post_7544.html 
http://logia-tou-aera.blogspot.gr/2014/12/blog-post_711.html

http://yiorgosthalassis.blogspot.com

 

Η μοναξια των πολλών.(Του Ρ.Μ.)

180740-loneliness

(απομαγνητοφώνηση/δακτυλογράφηση: Δ.Θ)
——————————-
Ο Χριστός δεν Σταυρώθηκε για να έχουμε παρέα και ζεστασιά. Οχι πως είναι κάτι κακό να έχουμε αυτά. Και ανθρώπινο είναι και ευκτέο. Αλλά δεν είναι ο στόχος μας. Είναι ανθρώπινες παρηγοριές.

Αν για να τα αποκτήσεις αυτά πρέπει να ξεφτιλιστείς ως προσωπικότητα (και δεν εννοούμε την ταπείνωση, αλλά το να κάνεις παραχωρήσεις στις αρχές σου ως Χριστιανός και να γίνουν κλωτσοσκούφι) και να λες πράγματα που μπορεί να χαροποιούν τον κόσμο, απλά για να είσαι ο γελωτοποιός τους , για να νοιώθουν όμορφα , ευχάριστα, χαρούμενα. Τότε δεν κάνεις τίποτα. Δεν είναι show business. Μπορεί να είσαι ανάποδος, γκρινιάρης και απαιχθής τύπος και να έχεις δίκιο και μπορεί να είσαι αγαπητός , δημοφιλής και πράος και να βρεθείς στα σκουπίδια της ιστορίας. Ο Χριστιανισμός δεν είναι ηθική. Δεν είναι αυτοδικαίωση. Δεν είναι η γνώμη των άλλων. Ο Ντοστογιέφσκι δεν ήταν «καλός άνθρωπος» . Καθαρματάκι ήταν. Αλλά υπηρέτησε τον Χριστό. Και άλλοι πολλοί στην ιστορία.

Το να μην ακολουθήσεις το μάρκετινγκ τελικά σε διώχνει μακριά. Μένεις μόνος. Φταις και εσύ που έχεις μείνει μόνος ; Αναμφίβολα. Αλλά και τι έγινε; Καλύτερα να περάσεις την κόλαση εδώ παρά μετά. Δεν δικαιωνόμαστε αναμεταξύ μας με ψηφο όπως στα καλλιστεία. Πρέπει όμως και εσύ να μην ενδιαφέρεσαι αν σε αγαπούν . Πράγμα δύσκολο. Αν σε νοιάζει να σε αγαπούν ,τότε είσαι εγωϊστής (Γερ. Πορφύριος) .

Αν υψωθούν πολλοί εναντίων σου τότε δεν πρέπει να θελεις γίνεις δημοφιλής γιατί θα περάσεις κόλαση. Αλλά και πάλι, τι έγινε; Ξέρετε πόσοι περνάνε πραγματική κολαση ; Τι είναι η μοναξια μπροστά σε φριχτούς πόνους η σε μια ζωή τυρρανισμένη; Τιποτα. Δεν είμαστε εδώ για να περνάμε καλά, ούτε για να κάνουμε «χαρούμενες προτεστάντικες παρέες» τραγουδώντας σε οργανώσεις Ειμαστε εδώ για να μάθουμε. Και ολοι δεν μαθαίνουμε με τον ίδιο τρόπο. Ολους όμως μας αγαπάει ο Θεός. Και τα στραβοξυλα. ΚΥΡΙΩΣ τα στραβόξυλα, γιατί αυτά το χρειάζονται περισσότερο.

Γι’αυτό η αποδοχή της μοναξιάς, μπορεί να είναι θεραπευτική αδελφέ και να σε δυναμώσει. Και ενώ οι άλλοι σε οικτίρουν , εσύ περνάς καλύτερα και αυξάνεσαι. Και νομίζουν πως είσαι στην κόλαση, ενώ κόλαση ζουν εκείνοι, που έχουν ανταλλάξει για λίγη επίγεια «παρέα» ολα οσα είναι αγαθά. Και αντάλλαξαν τον πόνο, που είναι πηγή της πραγματικής χαράς με την κοσμική χαρά και νομίζουν πως αυτό είναι ταπείνωση. Και χτυπούν χωρίς να κοιτούν, και πάλι νομίζονται ταπεινοί. Και κρίνουν χωρίς να ξέρουν και πάλι κάνουν τον δάσκαλο. Και ελέγχουν -νομίζουν εμμέσως- ενώ είναι ένοχοι. Ενώ δεν το καταλαβαίνουν.

Γιατί περιμένουν απο τον άλλον μια συμπεριφορά σε κουτάκι. Και αν δεν μπαίνει στο κουτάκι, νομίζουν πως είναι αμαρτωλός. Και είναι -όπως όλοι- αμαρτωλός. Αλλά αυτό δεν δίνει δικαίωμα στους «φιλους» να τον χτυπούν επειδή είναι διαφορετικός. Επειδή εκείνοι νομίζουν πως έχουν δικαίωμα να χτυπούν. Γιατί στο τέλος, ο πληγωμένος εγωϊσμός είναι κακός δάσκαλος. Και βαπτίζει την αμαρτία αρετή και αυτοπροστασία, κάτω απο τα μάτια σου. Γιατί αν δεν σου αρέσει η διαφορετικότητα του άλλου -του κάθε άλλου- απλά ασε τον στην ησυχία του. Αλλά δεν μπορείς. Θες «να τον βοηθήσεις» και στην πραγματικότητα του ανοίγεις τον λάκο.

Και ισως κάποιος δεν απαντά στις επικρίσεις και απομονώνεται γιατί δεν είναι Χριστιανικό. Γιατί δεν πρέπει. Γιατί αν το κάνει, θα στεναχωρηθεί ο Χριστός. Ενώ μπορεί, δεν είναι αδύναμος. Δεν είναι οτι δεν μπορεί να απαντήσει. Μπορεί να τους συντρίψει αν θέλει, αλλά κάθεται και «τις τρώει» και τον εμπαίζουν και τον απομονώνουν και αφήνει και διαδίδονται ένα σωρό -νομίζουν- πίσω απο την πλάτη του.

Αλλά δεν τον νοιάζει πλέον. Γιατί τον έχει ενδυναμώσει Εκεινος. Τοτε αυτός ο άνθρωπος αν και φαίνεται μόνος, δεν είναι. Είναι ολοι οι υπολοιποι μόνοι τους. Αλλά δεν θέλουν να το παραδεχτούν. Και τότε τον παρακαλούν να αλλάξει στάση για να μην είναι μόνος. Αλλά δεν μπορείς να ανταλλάξεις την παρέα που ήδη έχεις για μία ψεύτικη , ανθρώπων που είναι έτοιμοι να σε κατασπαράξουν .

Γιατί δεν είσαι μόνος, αδελφέ. Ποτέ δεν ήσουν. Κανένας μας δεν είναι. Απλά δεν θέλουμε να δούμε Εκείνον που είναι πάντα δίπλα μας.

Σε αυτή την ζωή δεν ήρθαμε ούτε για ζεστασιά, ούτε για αποδοχή απο την κοινωνία. Μπορεί να είσαι κάθαρμα της Γης. Αξίζεις γιατί είσαι εικόνα Χριστού. Μπορεί να είσαι το χειρότερο κατακάθι, αλλά δεν είναι θέμα ΗΘΙΚΗΣ. Δεν θα σωθείς γιατί πέτυχες ηθικά η κοινωνικά. Θα σωθείς γιατί επέλεξες τον Χριστό και όχι τις δημόσιες σχέσεις. Θα σωθείς γιατί δεν απάντησες οταν σε κατέκριναν, θα σωθείς γιατί εδειξες συγχώρεση ενώ δεν έπρεπε. Θα σωθείς, επειδή Ο ΧΡΙΣΤΟΣ ΕΙΝΑΙ ΜΑΓΚΑΣ, οχι επειδή είσαι εσύ. Αυτό είναι κάτι που το ξεχνάμε και πέφτουμε σε ψυχαναλύσεις και ψυχοθεραπείες και αντι να βοηθηθεί ο άλλος εν Χριστώ, προσπαθούμε να τον κάνουμε λειτουργικό κοινωνικό στοιχείο. Αλλά αυτό είναι αηδίες.

Γι’αυτό και η ψυχοθεραπεία και ψυχανάλυση μπορεί να είναι κάτι πολύ επικίνδυνο. Οχι επειδή είναι πλάνη, οχι απαραίτητα. Αλλά επειδή είναι ΣΟΦΙΑ. Κοσμική σοφία όμως. Και η κοσμική σοφία είναι όμορφη φιλοσοφία και χρήσιμη. Και ΛΕΙΤΟΥΡΓΙΚΗ. Θα είμασταν ανόητοι αν δεν το αποδεχόμασταν. Αλλά το να γίνει κάποιος «λειτουργικός» δεν είναι ο σκοπός του Χριστιανισμού. Είναι υποπροϊόν του. Ενώ στην φιλοσοφία είναι σκοπός. Και ανταλάσσουμε το εφήμερα ομορφο , για το αιώνιο, πολλές φορές.

Η ζωή αυτή δεν είναι καλλιστεία. Κερδίζει όποιος αντέξει να αντικρύσει την ασχήμια της ψυχής του και να πει «ετσι είμαι, αλλά με αγαπάει ο Χριστός» . Και να την αγγαλιάσει και να πορευτεί με αυτήν και αν θέλει ο Χριστός να την μετατρέψει σε λουλουδι. ΑΝ θέλει και ΑΝ πρέπει. Γιατί μπορεί να ΜΗΝ θέλει ο Χριστός και να ΜΗΝ πρέπει, για λόγους που αγνοούμε. Οπότε θα παραμείνουμε αγωνιζόμενοι μέχρι τέλους. Ακόμα και λάθος να αγωνιζόμαστε (και ποιος είναι σωστός;) ο αγώνας μετράει. Γιατί το λάθος ο Χριστός μπορεί να το διορθώσει. Απο εμάς ζητάει ΠΡΟΑΙΡΕΣΗ και μονο. Και τότε θα βάλει την μονάδα μπροστά και τα μηδενικά μας θα γίνουν…περιουσια.

ΠΗΓΗ.https://www.facebook.com/oode.admin/posts/883382358361886

 

Ἀλέξανδρος Παπαδιαμάντης: Ὁ κόσμος του, ὁ κόσμος μας ( Μαρία Σαμλίδου)

PAPADIMANTHS

«Ἐβαπτίσθη τῇ Δευτέρᾳ ἡμέρα τοῦ Πάσχα καί ὠνομάσθη Ἀλέξανδρος· ἔτυχε δέ τότε, ἐνῷ ὁ βαπτίζων αὐτόν παπά – Νικόλαος ἔρριπτε τό ἔλαιον εἰς τήν κολυμβήθραν, νά σχηματισθῇ αὐτομάτως ἐπί τοῦ ὕδατος αὐτῆς σταυρός διά τοῦ ἐλαίου· τό δέ περίεργον τοῦτο συμβεβηκός ἐξήγησεν ὁ παπά – Νικόλαος εἰπῶν ὅτι αὐτό τό παιδί θά γίνῃ μεγάλο».

 

(Ἀπό γράμμα τοῦ παπά – Γιώργη Ρήγα τοῦ Σκιάθιου στόν ἐκδότη Δικαίο).

 

Ὅσοι ξυπάζονται μέ κάθε τί πού δέν εἶναι γέννημα αὐτοῦ τοῦ τόπου, ἀλλά ἔρχεται ἀπό ἔξω καί εἶναι φράγκικο, λογαριάσανε τόν Παπαδιαμάντη ὡς ἠθογράφο.

Εἶναι ἠθογράφος ὁ Παπαδιαμάντης, γιατί ὁ κόσμος του κινεῖται μέσα στά ἔθιμα, τά ὀρθόδοξα καί ἑλληνικά. Αὐτό, ὅμως, δέ σημαίνει πώς οἱ ἄνθρωποι πού ἔστησε δέν εἶναι βαθύτατα ἀνθρώπινοι.Ὁ κόσμος του εἶναι γεμᾶτος ἀπό ἀνθρώπους ὁλοκλη-ρωμένους, εἴτε εἶναι ἄνθρωποι τοῦ Θεοῦ, εἴτε εἶναι ἄνθρωποι τοῦ διαβόλου, εἴτε, τέλος, ταλαντεύονται ἀνάμεσα στό καλό καί στό κακό. Εἶναι ἄνθρωποιΠΡΑΓΜΑΤΙΚΟΙ. Καί πραγμα-τικός εἶναι ὁ ἄνθρωπος πού δέν πασχίζει νά παρουσιαστῇ διαφορετικός ἀπό ἐκεῖνον πού εἶναι. Εἴτε καλοί, εἴτε κακοί, εἴτε δίκαιοι ἤ ἄδικοι, εἴτε ἅγιοι ἤ δαιμονικοί, δέν εἶναι ἀντίγραφα ἀπό ξένα πρότυπα. Δέν εἶναι μασκαρεμένοι. Εἶναι ἄνθρωποι ριζωμένοι βαθιά στή γῆ πού τούς γέννησε. Ὁ κόσμος του γεννιέται, ζεῖ καί πεθαίνει μέσα στό κλῖμα τῆς παράδοσης.

Οἱ ἄνθρωποί του δέ σαλεύουνε στό κενό. Δέν ἀρμενίζουν στά…κουτουροῦ. Δέν ἀκολουθοῦν τό φύσημα τοῦ ἀέρα. Θεός τους δέν εἶναι ἡ μίμηση καί ἡ μόδα. Καί ὅταν λέω μόδα, δέν ἐννοῶ τό περίβλημα, τό ἐφήμερο, τό διακοσμητικό, ἀλλά αὐτό πού σφραγίζει τήν τέχνη, τή μουσική, τήν ἐπιστήμη, τή λογο-τεχνία, τή φιλοσοφία, γιατί ὄχι καί αὐτήν ἀκόμη τή θεολογία.

Καί τό χειρότερο καί πιό καταπληκτικό εἶναι ὅτι ἐμείς οἱ σύγχρονοι ἄνθρωποι μέ φλάμπουρο δύο ξόανα, τό νέο – ποιός μπορεῖ νά ὁρίσῃ, τελικά, τί εἶναι νέο – καί τήν πρόοδο – τήν ταλαιπωρημένη καί καθυστερημένη – πέφτουμε ἀπό ψευδαίσ-θηση σέ ψευδαίσθηση. Τό ἄθροισμά τους συνεπάγεται μοντερνισμό.

Οἱ ἔχοντες καί κατέχοντες εἶναι μοιραῖα οἱ πρῶτοι καί οἱ μόνιμα «μοντέρνοι» κάθε ἐποχῆς. Ὁ ἐκσυγχρονισμός εἶναι τό τερτίπι τους. Μόνον ὁ λαός ἔχει ἔθιμα καί μόνον ὁ λαός ἔδινε στόν Παπαδιαμάντη τήν εἰκόνα τοῦ ἀνθρώπου πού δέν ξεριζώθηκε. Αὐτοί οἱ ἄνθρωποι εἶχαν τήν ἔγνοιά του καί τήν ἀγάπη του.

Ὁ κόσμος του εἶναι ἕνα πλῆθος ἀνθρώπων ἀδύνατων, πού ἀγαπούσανε, πού πονούσανε, πού ἁμαρτάνανε, πού μετανοι-ώνανε, πού πεθαίνανε, ὅπως πεθαίνουμε ὅλοι μας. Ἦταν ἄν-θρωποι φτιαγμένοι ἀπό κάποια διαφορετική πάστα, ἀπό τούς ἐκσυγχρονισμένους.

Ὁ κόσμος του ἦταν πάντα σέ ἀντιπαράθεση πρός τόν κόσμο τόν πλούσιο, τόν ἐξευρωπαϊσμένο μέ τίς ἀνέσεις του καί τίς ἀστικές του μικροφιλοδοξίες, πού ἔχουν γιά ἰδανικό τή σταδιοδρομία, τήν κοινωνική προβολή καί καταξιώση, τήν ἄνεση. Αὐτόν τόν κόσμο τῶν δουλοπάροικων πού ἔχουν στραμμένες τίς αἰσθήσεις τους καί τίς ζωές τους στά πρότυπα τῆς Φραγκιᾶς.

Στό διήγημά του «Λαμπριάτικος Ψάλτης» γράφει: «Τά πλεῖστα τῶν ὑπ’ ἐμοῦ γραφέντων ἐορτασίμων διηγημάτων ἔχουσιν, ἀς μοῦ ἐπιτραπῇ ὁ λατινικός ὅρος a priori τήν ὑπόθεσιν, εἶναι δηλαδή μᾶλλον θρησκευτικά». Αὐτός ὁ χαρακτηρισμός τῶν διηγημάτων του, ἀπό τόν ἴδιο τόν Παπαδια-μάντη λύνει πολλές ἀπορίες. Οἱ δρόμοι τῆς εὔκολης φιλολογίας ἤ λογοτεχνίας εἶναι ξώ-πετσοι, ὅπως καί οἱ ἀνατριχίλες τῆς ἐπιδερμίδας.

Ἡ ψυχή τοῦ ἀνθρώπου, ὅμως, ἡ ὁποία ἀνασκάφτει προσε-κτικά ὁ Παπαδιαμάντης, εἶναι ἄλλο πρᾶγμα.   Ἡ ἀγωνία καί ἡ λαχτάρα γιά τό Θεό – γνωρίσματα κι ἐπιθυμίες τῆς ψυχῆς τοῦ καθενός μας, ἀκόμα καί ἐκείνων πού τό ἀρνοῦνται ἤ προ-σπαθοῦν νά ξεχάσουν – εἶναι ξάνοιγμα σέ ἀνοιχτά πέλαγα, εἶναι σύλληψη ζωῆς στό πιό βαθύ της νόημα, εἶναι περιοχή πνευματική, ὅπου δέν εἶναι γιά τόν καθένα. Εἶναι ὅμως, γιά τούς ἀθώους τῆς γνώσης, τούς ταπεινούς, τούς ἁπλούς.

Ἔτσι ἁπλός, φτωχός καί ὄχι θεολόγος μέ διπλώματα εἶναι ὁ παπά-Διανέλλος. Φτωχές καί ἀπλοϊκές εἶναι καί οἱ γυναῖκες πού τόν συνοδεύουνε τρεῖς ὧρες δρόμο, ἔως τό ἐκκλησάκι τοῦ Ἅη-Γιάννη τοῦ Προδρόμου. Δέν παριστάνουν πώς τάχα ἔχουνε ἀνησυχίες, οὔτε θεολογοῦνε, οὔτε συζητᾶνε ἀνούσια καί κομπαστικά. Καταφέρνον, ὅμως, νά στήσουνε ἕνα διάλογο, πού εἶναι μεστός ἀπό οὐσία καί πνεῦμα.

Μιά ἁπλῆ γυναίκα ρωτᾶ τόν παπᾶ γιά ἕναν ἄνθρωπο πού ὅλοι τόν λογαριάζουνε γιά πεθαμένο, καθώς τόν εἶχε πλακώσει μάγγανος. Τοῦ κάνανε μνημόσυνα καί ἕνας ἄγγελος ἔπαιρνε τό πιάτο μέ τά κόλλυβα καί τά πήγαινε στόν πλακωμένο κι ἔτρωγε. Ἐπί μέρες ἀνάσαινε ἀπό μία τρύπα. Ἐπιτέλους κατάφερε νά σηκώσῃ τό μάγγανο καί να λευθερωθῇ. Ποιά ἦταν τώρα ἡ ἀπορία τῆς γυναίκας; Γιατί ὁ ἄγγελος Κυρίου, ἀφοῦ τοῦ κουβαλοῦσε τά κόλλυβα γιά νά τρέφεται, δέν ἔ-κανε κάτι πιό ἁπλό, πιό γρήγορο καί πιό πρακτικό. Γιατί δέ σήκωνε τό μάγγανο ἀπό τήν ἀρχή γιά νά λευθερωθῇ ὁ ἄνθρωπος;

Καί ὁ παπά-Διανέλλος ἀποκρίνεται:

«Γιατί ὁ σκοπός δέν ἦτανε νά δειχθῇ ἡ παντοδυναμία τοῦ Θεοῦ, ὅπου εἶναι ἀποδεδειγμένη δι’ ἀπείρων θαυμάτων, ἀλλά νά φανερωθῇ μόνον ἡ δύναμη τῶν μνημοσύνων καί τῶν διά τοῦς νεκρούς προσφορῶν, καί ὅτι τίποτε, τό ὁποῖον θυσιάζει ὁ ἄνθρωπος, τίποτε τό ὁποῖον προσφέρει εἰς τόν θεόν, εἰς τούς φτωχούς, καμμία καλή πράξις, καμμία ἀρετή, καμμία ὑπομονή, κανέν μαρτύριον, κανέν δάκρυ, τίποτε δέ χάνεται. Ὅλα σπείρονται εἰς γῆν ἀγαθήν, ὡς ὁ κόκκος τοῦ σίτου, εἶπεν ὁ Κύριος, ὅπου δέ πέσῃ εἰς τήν γῆν καί ἀποθάνει (καί τοιαῦτα εἶναι τά κόλλυβα, οἰούτοι καί οἱ νεκροί) πολύν καρπόν φέρει. Οἱ σπείροντες ἐν δάκρυσι, ἐν ἀγαλλιάσει θεριοῦσιν»

«Τό λέγει αὐτό τό Εὐαγγέλιον; Ρωτά ἡ γυναίκα»

«Τό λέγει τό ψαλτήρι, εἶναι λόγος Θεοῦ καί ἐμπνευσμένον ἀπό τό Πνεύμα τό Ἅγιον…»

Ὁ κόσμος τοῦ Παπαδιαμάντη εἶναι οἱ ὁρίζοντες του τόπου του. Οἱ περισσότεροι ἀπό ἐμᾶς πιστεύουμε πῶς οἱ ὁρίζοντες τοῦ «ἔξω ἀπό τόν τόπο μας» εἶναι πολύ μεγαλύτεροι. Οἱ τάχα μου δῆθεν εὐρύτεροι ὁρίζοντες εἶναι ἀποτέλεσμα μιᾶς ξαναμμένης φαντασίας και ψευδαίσθησης.Ὁ τόπος μας μέ τούς ἀνθρώπους του εἶναι μιά οὐσιαστική δειγματοληψία τῆς ἀνθρωπότητας. Καί κάτι περισσότερο: Εἶναι ὁ ΑΛΛΟΣ ΑΝΘΡΩΠΟΣ.Αὐτός, λοιπόν, ὁ ἄλλος ἄνθρωπος, δέν εἶναι, οὔτε τυφλός, οὔτε κουφός, οὔτε χωρίς αἰσθητήριο, οὔτε ἠλίθιος, ἀλλά ἀνοι-χτομάτης, μέ κρίση καί ἔνστικό, ἄρα ἐνόχληση μαζί και περι-πέτεια. Καί αὐτή ἡ περιπέτεια εἶναι πολύ πιό ἔντονη ἀπ’ ὅ,τι ἡ ἀδιαφορία πού χαρακτηρίζει τούς ὁρίζοντες τῆς Φραγκιᾶς.

Ἄλλο ὁ πλησίον, ἄλλο ἡ ἀνθρωπότητα. Ὁ πλησίον εἶναι ἐδῶ, δίπλα μας, παρέκει μας. Ἡ ἀνθρωπότητα εἶναι ἔννοια ἀφηρημένη καί ἄπιαστη. Οἱ σημερινοί ἄνθρωποι μετράνε μεγάλες ἰδέες, μεγάλες ἀγορές, μεγάλους πολιτισμούς, μεγάλες ἠπείρους, σ’ ἕνα καζάνι, αὐτός τῆς παγκοσμιοποί-ησης. Αὐτοί οἱ κόσμοι μέ τούς «εὐρεῖς ὁρίζοντες», ὅμως, στήν πραγματικότητα εἶναι πολύ πιό στενοί ἀπό ἕνα σοκκάκι τοῦ τόπου τῆς Σκιάθου.

Στίς μεγάλες πόλεις ἤ μητροπόλεις, ἀφοῦ εἶναι πρακτικά ἀδύνατο νά συνευρίσκωνται ὅλοι οἱ ἄνθρωποι μαζί, ἐπινόησαν μια πρακτική καί βολική διάσπαση: Οἱ ἄνθρωποι πού ἔχουν κοινά γούστα ἤ σκοπούς ἤ ἰδέες, φτιάξανε κλειστές ὁμάδες, πού στήν οὐσία δέν εἶναι τίποτε ἄλλο, παρά κλίκες. Αὐτός, ὅμως, ὁ χωρισμός, ὄχι μονάχα δέν πλαταίνει τόν ὁρίζοντα, ἀλλά τόν στενεύει.Μία πεζότατη σύνθεση, ἀπ’ ὅπου λείπει τό βασικό γνώρισμα τῆς ζωῆς: ὁ ἀντίλογος καί ἡ ποικιλία.Στενά καί ἀποπνιχτικά, μία πλήξη ἀπό Ἅδη. Ἕνας κοσμικός ἀναχωρητισμός, ὅπου οἱ ἄνθρωποι θέλουν νά εἶναι ἀθέατοι, ὄχι ἐπειδή προτιμοῦν τήν προσευχή καί τήν ἐπικοινωνία     μέ τό Θεό, ἀλλά ἐπειδή προσπαθοῦν ν’ ἀποφύγουν τόν πλησίον.Ὁ Μολιέρος πού ἤξερε αὐτήν τήν ἀλήθεια, γνώριζε πώς μέσα στό σπίτι του κιόλας, ὑπῆρχε μια καλή δειγματοληψία τῆς ἀνθρωπότητας, γι’ αὐτό καί κάθιζε ἀντίκρυ του τήν ὑπηρέτριά του καί τῆς διάβαζε τίς κωμωδίες του. Ὁ Παπαδιαμάντης ἔχει ἀπόλυτη συνείδηση, ὅτι τό γνήσιο φαίνεται παράδοξο καί τό φτιαχτό γίνεται πιστευτό.

Πῶς ν’ ἀντικρύσουμε τήν ἁπλῆ ἀλήθεια ἐμεῖς, οἱ ἐκσυγχρονισμένοι, ὅταν κάθε τί νέο γίνεται ἐπιτακτική ἀνάγκη; Χάνουμε κάθε μέρα πού περνάει τήν αἴσθηση τῆς πληρότητας τοῦ «τετελεσμένου», νομίζοντας ὅτι βλέπουμε καθαρά τό αὔριο. Φουτουρισμός στή λογοτεχνία καί στήν τέχνη. Νά κυνη-γᾶμε τά ἀφηρημένα, τά ἀσύλληπτα, τά ἀκατανόητα.

Ὁ Ζάχος καί τό μπουζούκι του στή «Στρίγγλα Μάννα», δέν ἐκφράζει πανανθρώπινες ἰδέες, ἀλλά πράγματα ἀνθρώπινα καί συγκεκριμένα.Ὁ τόπος του, ὁ κόσμος του, οἱ ἄνθρωποι. Δε λιποταχτοῦν στούς εὐρεῖς ὁρίζοντες τῆς «Ἑσπερίας», παρά κάνοουν ἀκατόρ-θωτα πράγματα. Μπορεῖς νά εἶσαι ὁ παπά-Γιάννης πού, παρά τά χρόνια του, στέκεται ὄρθιος καί τήν ἴδια μέρα ὑποδέχεται τό Δεσπότη, θάβει τό ἔγγονι του, δέχεται τό συμπεθεριό τῆς νιόπαντρης κόρης του καί δέχεται ταυτόχρονα μιά κοινοποίηση πού τοῦ γνωστοποιεῖ τήν ἀπόφαση γιά ἕνα χρέος δύο χιλιάδων δραχμῶν. Καί ὅλα αὐτά μ’ ἐγκαρτέρηση καί ὑπομονή καί μέ δοξολογία στόν Παντοδύναμο. Ποῦ νά βρῆ κανείς εὐρύ-τερο ὁρίζοντα ἀπό αὐτόν;

Ὅταν σαρκάζῃ τόν «πολιτισμόν εἰς τό χωρίον», ὅταν λογαρι-άζῃ τούς κακούς ἀντιγραφεῖς τῶν τάχα μου ἀντιπροσω-πευτικῶν πολιτικῶν κομμάτων, ὡς χαλασοχώρηδες, ὅταν μᾶς δίνῃ ἀνάγλυφα τήν ἀποκρουστική εἰκόνα στίς ἐκλογές, ἀπό τή μιά τό τέρας τῆς ὀχλοκρατίας καί ἀπό τήν ἄλλη τό τέρος τῆς πλουτοκρατίας, τό κάνει μέ πόνο ψυχῆς, γιατί ὅλα αὐτά γί-νονται δῆθεν για τό λαό. Ἐνῷ ξέρει πώς, οὔτε ἀπό τό λαό πηγάζουνε ὅλα αὐτά, οὔτε γιά τό καλό του γίνονται.

Ξέρει ὅτι τό Προπατορικό ἁμάρτημα συνεχίζεται, ὅτι ἡ μίμησις Χριστοῦ ἔχει λησμονηθεῖ. Ξέρει, ἐπίσης, περισσότερο ἀπό κάθε ἄλλον, πώς ἡ Ἐκκλησία δέν εἶναι ἡ ἰδανική ἀποστολική Ἐκκλησία, ἀλλά μιά Ἐκκλησία στά χέρια ἀνθρώπων που σκανδαλίζουν. Δέν εἶναι ἡ ἀκτημοσύνη, ἡ ὑπακοή καί ἡ παρθενία τῶν μοναχῶν πού δέν ἀρέσουν στόν λαό, ἀλλά ἡ ἰδιοκτησία, ἡ ἀνυπακοή καί οἱ σεξουαλικές ἁμαρτίες, πού ρίχνουνε τό μοναστικό βίο στά μάτια του. Δέν εἶναι ἡ ταπεινοφροσύνη, ἀλλά ἡ ἔλλειψη ταπει-νοφροσύνης, ἡ ἀλαζονεία καί ἡ προκλητικότητα πού κάνει τούς Χριστιανούς ἀποκρουστικούς. Ἄν ἡ Ἐκκλησία δέν ἔφτασε στούς ἀντικειμενικούς στόχους πού τῆς ἔταξε ὁ Χριστός, αὐτό σέ πολύ μεγάλο μέρος ὀφείλεται στά λάθη τῶν ἀνθρώπων τῆς Ἐκκλησίας.

Ὁ κόσμος του πασχίζει νά βρίσκεται πιο κοντά στό Θεό. Εἶναι ὀργανικά δεμένος μέ τή δημιουργία τοῦ Δημιουργοῦ του. Τή γῆ καί τή θάλασσα. Ὁ κόσμος του δέν εἶναι ἀποκομμένος ἀπό τό Θεό. Ἡ Γραφή, τό συναξάρι, ἡ λειτουργία, οἱ ἀκολουθίες εἶναι ὁ ἴδιος ὁ Χριστός, ὁ ἄνθρωπος. Ὅλα τ’ ἄλλα, τά θεωρη-τικά περισσεύουνε.

Στό διήγημα του «Ρεμβασμός τού Δεκαπενταύγουστου» περιγράφει ἕναν ὀργίλο, ἀλλά ἄκακο γέρο, τό γέρο – Φραγκούλα, ἔτσι ἀκριβῶς: «Ὁ γέρο – Φραγκούλας ἐπίστευε καί ἔκλαιγεν, ναί ἤτον ἄνθρωπος ἀσθενής, ἠγάπα καί ἡμάρτανε καί μετενόει». Σ’ αὐτόν τό χαρακτηρισμό – περιγραφή του γιά τό γέρο – Φραγκούλη, συνοψίζεται ἡ γνώμη τού Παπαδιαμάντη γι’ αὐτόν τόν κόσμο.

Στό διήγημά του «Μιά ψυχή» φανερώνει ποιοί εἶναι ζωντα-νοί κρίκοι στήν ἀλυσίδα τῆς πνευματικῆς ζωῆς καί ποιοί εἶναι οἱ σπασμένοι κρίκοι τῆς φυσικῆς, τῆς σαρκικῆς, τῆς ὑλικῆς ζωῆς.

Ὅταν ἡ Εὐφροσύνη, ἡ πληγωμένη μητέρα τῆς μικρῆς Ἀγγελικούλας βλέπῃ τή νύχτα πάνω στό κρεβάτι τῆς πεθαμένης κόρης τής μια πεταλούδα νά γυροφέρνῃ τή φλόγα τῆς ἀναμμένης καντήλας πού ἔκαιγε πάνω στό προσκέφαλο του κρεβατιού πού πάνω ξεψύχισε ἡ Ἀγγελικούλα, πιστεύει ὅτι εἶναι ἡ ψυχή τῆς Ἀγγελικούλας. Αὐτή ἡ πίστη τῆς Εὐφροσύνης, δέν εἶναι πρόληψη, ὅπως θά τήν χαρακτήριζαν οἱ ὀρθολογιστές, ἀλλά ἀγωνιώδης σύνδεση τοῦ ὁρατοῦ μέ τό ἀόρατο, τῆς ζωῆς τοῦ ἐπίγειου βίου μέ τήν αἰώνια πνευματική ζωή. Ἡ Εὐφροσύνη θλίβεται καί πονάει, ἐπειδή τό ὁρατό ἔγινε ἀόρατο, ἀλλά δέν ἀμφιβάλλει, οὔτε μιά στιγμή, πώς αὐτό τό ἀόρατο εἶναι καί αἰώνιο καί δέ γνωρίζει θάνατο, ἐνῷ τό ἄλλο, τό ὁρατό, μόνο προς τό θάνατο ὀδηγεῖ.

Ὁταν γυρίσανε ἀπό τό κοιμητήριο ἡ Εὐφροσύνη καί ἡ γριά ἡ μάνα της, ἡ γιαγιά τῆς πεθαμένης Ἀγγελικούλας, φανερώνουνε τή θεμελιακή τους ἀντίθεση. Κι ἡ γριά τήν πόνεσε τήν Ἀγγελικούλα, καί τήν ἔκλαψε, καί τήν μοιρολόγησε, ἐνῷ ἡ Εὐφροσύνη, πού τήν γέννησε, σώπαινε. Ἡ γριά εἶναι ἐκεῖνο πού ἐκφράζει ἡ πρόληψη. Ἐπικαλεῖται τά ἔθιμα γιά νά φάῃ και νά θρέψη τή σάρκα της. Ἔφαγε τηγανιτό ψάρι καί αὐγά. Μασάει ἀμύγδαλα καί ζητάει νά πιῇ μαστίχα, ἐπειδή δέν εἶχε κρασί καί ὄταν τῆς λένε πώς δέν πίνουνε μετά τό κρασί μαστίχα ἡ γριά μέ τή λαίμαργη καί ἀνυπάκουη σάρκα, λέει πώς οἱ Ρώσοι πού εἶναι καλοί Χριστιανοί, πίνουνε ρακί. Καί κατεβάζει τρία ποτήρια μαστίχα. Ὁ Τάσος καί ὁ Μήτσος, τ’ ἀδέλφια της πεθαμένης κοιμόνταν. Ὁλόκληρος χορός νεκρῶν πού εἶχαν θάψει τό νεκρό τους. Ἡ μόνη πού κρατοῦσε ζωντανὴ τήν ἐπαφή τῆς μιάς ζωής μέ τήν ἄλλη, ἦταν ἡ μάνα τῆς Ἀγγελικούλας. Οὔτε μιλούσε, οὔτε μοιρολογοῦσε, οὔτε ἔτρωγε, οὔτε ἔπινε μαστίχα. Ἄναβε μοναχά τό καντήλι στό προσκέ-φαλο τοῦ κρεβατιοῦ. Κί ἐκεῖ βλέπει τή μικρή, χρυσόφτερη πεταλούδα νά γυροφέρνῃ τή φλόγα τοῦ καντηλιοῦ. Τήν εἶδε νά πετᾷ γύρω ἀπό τή φλόγα γιά ἕνα ὀλόκληρο λεπτό καί ὕστερα νά χάνεται. Τήν εἶδε τή δεύτερη νύχτα καί μέ δάκρυα στά μάτια νομίζει πώς εἶναι ἡ ψυχή τῆς Ἀγγελικούλας. Μιά εὐχή φεύγει τότε ἀπό τά χείλη της: Νά ‘ναι γλυκά τά ὄνειρα τῆς Ἀγγελικούλας ἐκεῖ πού κοιμᾶται. Τήν βλέπει νά πετᾷ πρός τήν ὀροφή κι ὕστερα νά κατεβαίνῃ καί νά πίνῃ ἀπό τό λάδι τῆς καντήλας.

Μετά τό τρίτο βράδυ ἡ πεταλούδα δέν ξαναφάνηκε. Αὐτό, ὅμως, δέν ἐμπόδισε τήν Εὐφροσύνη νά πηγαίνῃ κάθε νύχτα πρός ἀντάμωσή της. Ἀγρυπνούσε, γύρευε ἐναγώνια νά εἶναι ὁ ζωντανός κρίκος ἀνάμεσα στίς δύο ζωές. Δέ λησμονοῦσε τό θάνατο, ὅπως ἡ ἐβδομηνταπεντάρα γριά, μάνα της, παραδο-μένη στό φαΐ καί τό ποτό. Πασχίζει νά ξεπεράσῃ τό θάνατο. Πῶς, ὅμως; Πιστεύοντας στήν ἄλλη, τήν αἰώνια ζωή. Οἱ ἄλλοι κλάψανε, μοιρολογήσανε, σκούξανε καί ὕστερα ξεχάσανε καί τό ρίξανε στό φαΐ, στή λογομαχία καί τόν ὕπνο. Ἡ Εὐφροσύνη, ὅμως, κράτησε ὄρθιο τό πνεύμα της. Δέν ἄφησε τίποτε νά θολώσῃ τή μνήμη της. Ζούσε, γιατί ἀγαποῦσε. Κι ἀγάπη σημαίνει θύμηση, σημαίνει πάθος πρός ἕνωση, σημαίνει λαχτάρα γιά τήν οὐσία πού εἶναι τό αἰώνιο καί τό ἀόρατο. Ζούσε ἡ Εὐφροσύνη, ἐπειδή, ἀκριβῶς, εἶχε μνήμη θανάτου.

Θάνατος δέν εἶναι τό τέλος. Μία φαινομενική ζωή, ὅμως, εἶναι θάνατος. Θάνατος πνευματικός… Ἡ γέννηση καί ὁ θάνατος τοῦ σώματος εἶναι μία εἴσοδος καί μιά ἔξοδος. Καί ἔξοδος δέ σημαίνει τέλος, ἀλλά μετάσταση ἀπό ἐδῶ πρός τά ἐκεῖ.

Πρίν τελειώσω, ἀξίζει, νομίζω, ν’ ἀναφέρω ἕνα κομμάτι ἀπό τό γράμμα πού στείλανε οἱ τρεῖς ἀδερφές τοῦ Παπαδιαμάντη στό Γιάννη Βλαχογιάννη, γιά τίς τελευταίες μέρες καί ὧρες τῆς ζωῆς του.

«Ἀξιότιμε κύριε Βλαχογιάννη…

Τοῦ Ἁγίου Ἀνδρέα τόν ἐκτύπησε πόνος στήν ὠμοπλάτην του· μετά τρεῖς ἡμέρας ἐλιποθύμησε καί ὅταν συνῆλθε: «Τί μοῦ συνέβη; Τόσων ἐτῶν δέν ἐλιποθύμησα! Δέν βλέπετε ὅτι εἶναι προοίμια τοῦ θανάτου μου;». Ἦλθεν ὁ ἰατρός: Μπά, τί θέλεις ἐσύ, ἐδῶ; Θά κάνω πρῶτα τά χριστιανικά· Αὔριο θά ἔλθης» «Εἶχε ἐνύπνιον, εἶχε συγκοπάς. Τρεῖς φορές ἐκοινώνησε, τρεῖς τοῦ διάβασαν τήν μεγάλην εὐχήν, ἐν εἴδε ἐξομολογήσεως… μία μετά τό μεσονύκτιον ἐσηκώθη καί εἶπε: «Νά πάγω μιά εἰς τοῦ Ζιμπλοῦ», γειτονικόν παντοπωλεῖον καί ἐπειδή εκλονίζετο, τόν καθίσαμεν εἰς τήν καρέκλαν, καί ἄρχισε νά κλαίῃ σά μικρό παιδί. Τόν βάλαμε δίπλα καί μέσα σέ πέντε λεπτά ἐξέπνευσε. Ἔκλεισε μόνος του τά μάτια, χωρίς να τά πιάσῃ ἄλλος. Τήν Δευτέραν τόν θάψαμε καί χάσαμε τήν τελευταία ἐλπίδαν μας,… 3 Ἰανουαρίου 1911..

Ὅσο καί ἄν φαίνεται ὑπερβολικό, οἱ νεκροί σφραγίζουνε τή ζωή μας, εἴτε μᾶς ἀρέσει, εἴτε ὄχι. Καί κάποτε τά κοιμητήρια, πού τόσο φοβᾶται ὁ δυτικός πολιτισμός καί πού δέ φοβοῦνται οἱ ἁπλοῖ ἄνθρωποι στόν κόσμο τοῦ Παπαδιαμάντη, δέν εἶναι ἀσήμαντη ἀφετηρία ζωῆς.

 

Χριστός Ἀνέστη                    Ἄνθρωπος Ἀνέστη.

 

Περιοδικό ΄΄Λυχνάρι΄΄, ΑΡΙΔΑΙΑ, ΑΝΟΙΞΗ 2013

ΕΚΔΟΤΗΣ, Παρασίδης Χαράλαμπος

Ε.ΡΩ.

ΙΣΤΟΛΟΓΙΟ.ΙΕΡΕΑΣ ΤΗΣ ΑΝΑΤΟΛΙΚΗΣ ΕΚΚΛΗΣΙΑΣ

 

Τα Χριστούγεννα του Παπαδιαμάντη.(Κώστα Βάρναλη)

 papadiamantis

Ὁ οὐρανὸς ἔβρεχε διαρκῶς λεπτὸν νερόχιονον, ὁ γραῖγος ἀδιάκοπος ἐφύσα καὶ ἦτο ψῦχος καὶ χειμὼν τὰς παραμονὰς τῶν Χριστουγέννων τοῦ ἔτους…

Ὁ κυρ-Ἀλέξανδρος εἶχε νηστεύσει ἀνελλιπῶς ὁλόκληρον τὸ Σαρανταήμερον καὶ εἶχεν ἐξομολογηθεῖ τὰ κρίματά του (παπα-Δημήτρη τὸ χέρι σου φιλῶ!). Καὶ ἀφοῦ ἐγκαίρως παρέδωσε τὸ χριστουγεννιάτικον διήγημά του εἰς τὴν «Ἀκρόπολιν» καὶ διέθεσεν ὁλόκληρον τὴν γλίσχρον ἀντιμισθίαν του πρὸς πληρωμὴν τοῦ ἐνοικίου καὶ τῶν ὀλίγων χρεῶν του, γέρων ἤδη κεκμηκὼς ὑπὸ τῶν ἐτῶν καὶ τῆς νηστείας, ἀποφεύγων πάντοτε τὴν πολυάσχολον τύρβην, ἀλλὰ φιλακόλουθος πιστός, ἔψαλεν, ὡς συνήθως, μὲ τὴν βραχνὴν καὶ σπασμένην φωνήν του, πλήρη ὅμως ἐνθέου πάθους, ὡς δεξιὸς ψάλτης, εἰς τὸ παρεκκλήσιον τοῦ Προφήτου Ἐλισσαίου τὰς Μεγάλας Ὥρας, σχεδὸν ἀπὸ στήθους, καὶ ὄτε ἐπανῆλθεν εἰς τὸ πτωχικόν του δωμάτιον, δὲν εἶχεν ἀκόμη φέξει!

Ἤναψε τὸ κηρίον του καὶ τῇ βοηθείᾳ τοῦ κηρίου (καὶ τοῦ Κυρίου!) ἔβγαλε τὸ ὑπόδημά του τὸ ἀριστερόν, διότι τὸν ἠνώχλει ὁ κάλος, καὶ ἡμίκλιντος ἐπὶ τῆς πενιχρᾶς στρωμνῆς του, πολλὰ ῥεμβάζων καὶ οὐδὲν σκεπτόμενος, ἤκουε τὰς ὀρυγὰς τοῦ κραταιοῦ ἀνέμου καὶ τοὺς κρότους τῆς βροχῆς καὶ ἔβλεπε νοερῶς τὸν πορφυροῦν πόντον νὰ ῥήγνυται εἰς τοὺς σκληροὺς αἰχμηροὺς βράχους τοῦ νεφελοσκεποῦς καὶ χιονοστεφάνου Ἄθω.

Ἐκρύωνεν. Ἀλλὰ τὸ καφενεῖον τοῦ κυρ-Γιάννη τοῦ Ἀγκιστριώτη ἦτο κλειστόν. Ἀλλὰ καὶ ὀβολὸν δὲν εἶχε νὰ παραγγείλει:

– Πάτερ Ἀβραάμ, πέμψον Λάζαρον! (ἕνα ποτηράκι ῥακὴ ἢ ῥώμι).

Ἐκείνην τὴν χρονιὰν τὰ Χριστούγεννα ἔπεσαν Παρασκευήν. Τόσον τὸ καλύτερον. Θὰ νηστεύσει καὶ πάλιν, ὡς τὸ εἶχε τάμα νὰ νηστεύει διὰ βίου κάθε Παρασκευὴν διὰ νὰ ἐξαγνισθεῖ ὁ ἁμαρτωλὸς δοῦλος τοῦ Θεοῦ ἀπὸ τὸ μέγα κρῖμα τῆς νεότητός του, ποὺ εἶδε τυχαίως ἀπὸ τὴν κλειδαρότρυπαν τὴν νεαράν του ἐξαδέλφην νὰ γδύνεται.

Ἔκαμε τὸν σταυρόν του κι ἐσκεπάσθη μὲ τὴν διάτρητον βατανίαν του, ὅπως ἦτο ντυμένος καὶ μὲ τὰ ὑποδήματα – πλὴν τοῦ ἀριστεροῦ.

Καὶ τότε εὑρέθη εἰς τὴν προσφιλήν του νῆσον τῶν παιδικῶν του χρόνων μὲ τὰ ῥόδιν᾿ ἀκρογιάλια, τὰς ἁλκυονίδας ἡμέρας, τὰς χλοϊζούσας πλαγιάς, μὲ τὰ κρίταμα, τὴν κάππαριν καὶ τὰς ἁρμυρήθρας τῶν παραθαλασσίων βράχων καὶ μὲ τοὺς ἁπλοὺς παλαιοὺς ἀνθρώπους, θαλασσοδαρμένους ἢ ναυαγούς, ζωντανοὺς καὶ κεκοιμημένους.

Καὶ ἦλθεν ὁ Χριστὸς μὲ τὸ τεθλιμμένον πρόσωπον, ἡ Παναγία ἡ Γλυκοφιλοῦσα μὲ τὸ λευκὸν καὶ ἔνθεον Βρέφος της, ὁ Ἅγιος Στυλιανός, ὁ φίλος καὶ φρουρὸς τῶν νηπίων, ἡ Ἁγία Βαρβάρα καὶ ἡ Ἁγία Κυριακὴ μὲ τοὺς σταυροὺς καὶ τοὺς κλάδους τῶν φοινίκων εἰς τὰς χεῖρας, ὁ ὅσιος Ἀντώνιος καὶ Εὐθύμιος καὶ Σάββας μὲ τὰς γενειάδας καὶ τὰ κομβοσχοίνια των· καὶ ἦλθε καὶ ὁ ὅσιος Μωϋσῆς ὁ Αἰθίοψ, «ἄνθρωπος τὴν ὄψιν καὶ θεὸς τὴν καρδίαν», ἡ Ἁγία Ἀναστασία ἡ Φαρμακολύτρια κρατοῦσα εἰς τὰς χεῖρας τὸ μικρόν της ληκύθιον, τὸ περιέχον τὰ λυτήρια ὅλων τῶν μαγγανειῶν καὶ ἐπῳδῶν, ὁ Ἅγιος Ἐλευθέριος, ἡ Ἁγία Μαρίνα καὶ εἴτα ὁ Ἅγιος Γεώργιος καὶ ὁ Ἅγιος Δημήτριος μὲ τὰ χαντζάριά των, μὲ τὰς ἀσπίδας καὶ τοὺς θώρακάς των – ὁλόκληρον τὸ Τέμπλον τοῦ παρεκκλησίου τῆς Παναγίας τῆς Γλυκοφιλούσης ἐκεῖ ἐπάνω εἰς τὸν βράχον τὸν μαστιζόμενον ἀπὸ θυέλλας καὶ λαίλαπας καὶ λικνιζόμενον ἀπὸ τὸ πολυτάραχον καὶ πολυρροιβδον κῦμα…

Φέγγος ἐαρινὸν καὶ θαλπωρὴ διεχύθησαν ἐντὸς τοῦ ὑγροῦ δωματίου καὶ ὁ κυρ-Ἀλέξανδρος λησμονήσας τὸν κάλον του ἀνεσηκώθη νὰ φορέσει καὶ τὸ ἀριστερόν του ὑπόδημα διὰ ν᾿ ἀσπασθεῖ εὐλαβῶς τοὺς πόδας τοῦ Χριστοῦ, τῆς Παναγίας καὶ τῶν ἁγίων.

Ἀλλ᾿ ἡ ὀπτασία ἐξηφανίσθη καὶ ἰδοὺ εὑρέθη εἰς τὸν Ἅη-Γιάννην τὸν Κρυφόν, ποὺ ἐγιάτρευε τοὺς κρυφοὺς πόνους κι ἐδέχετο τὴν ἐξαγόρευσιν τῶν κρυφῶν ἁμαρτιῶν. Πλῆθος πιστῶν εἶχεν ἀνέλθει ἀπὸ τὴν πολίχνην, ζωντανοὶ καὶ συγχωρεμένοι, νὰ παρακολουθήσουν τὴν Λειτουργίαν, τὴν ὁποία ἐτέλει ὁ παπα-Μπεφάνης βοηθούμενος ἀπὸ τὸν μπάρμπ᾿ Ἀναγνώστην τὸν Παρθένην.

Κατὰ περίεργον ἀντινομίαν τῶν στοιχείων, ἦτο καλοκαῖρι κι ἡ Λειτουργία εἶχε τελειώσει καὶ ἦτον δὲν ἦτον τρίτη πρωϊνή, ὅτε ἡ ἀμφιλύκη ἤρχισε νὰ ῥοδίζει εἰς τὸν ἀντικρυνὸν ζυγὸν τοῦ βουνοῦ.

Ὅλοι γείτονες, λάλοι καὶ φωνασκοί, ἐκάθηντο κατὰ γὴς πέριξ ἐστρωμένης καθαρᾶς ὀθόνης. Τέσσερ᾿ ἀρνιά, τρία πρόβατα, δύο κατσίκια, ἀστακοουρές, κεφαλόπουλα καπνιστὰ τῆς λίμνης, αὐγοτάραχον καὶ ἐγχέλεις ἁλατισμένοι, πίττες, κουραμπιέδες, μπακλαβάδες, πορτοκάλια καὶ μῆλα – ὅλα τὰ καλούδια, προϊόντα της μικρῆς καὶ ὡραίας νήσου, περιέμενον τοὺς συνδαιτυμόνας.

– Καλῶς ὥρισες κυρ-Ἀλέξαντρε, κάτσε κ᾿ ἡ ἀφεντιά σου, τοῦ εἶπεν ἡ θεία ἡ Ἀμέρσα.

Ἀλλὰ τί βλέπει γύρω του; Ὅλους τους ἥρωας καὶ τὰς ἡρωίδας τῶν Χριστουγεννιάτικων διηγημάτων του. Ἐκεῖ ἦτον ἡ θεία-Ἀχτίτσα, φοροῦσα καινουργῆ μανδήλαν καὶ νέα πέδιλα, ἐπιδεικνύουσα μετ᾿ εὐγνωμοσύνης τὸ συνάλλαγμα τῶν δέκα λιρῶν, τὸ ὁποῖον μόλις ἔλαβε ἀπὸ τὸν ξενητευμένον εἰς τὴν Ἀμερικὴν υἱόν της. Δίπλα της ἐκάθητο κι ὁ Γιάννης ὁ Παλούκας, ὁ προσποιηθεὶς τὸν Καλλικάντζαρον τὴν Παραμονὴν τῶν Χριστουγέννων καὶ ληστεύσας τὸν Ἀγγελῆν, τὸν Νάσον, τὸν Τάσον – ὅλα τὰ παιδία τὰ ὁποῖα κατήρχοντο ἀπὸ τὴν Ἐπάνω ἐνορίαν, ἀφοῦ εἶχαν ψάλει τὰ Κάλανδα. Ἐσηκώθη καὶ παρέδωσεν εἰς τὸν κυρ-Ἀλέξανδρον τὰς κλεμμένας πεντάρας -δὲν εἶχε πῶς νὰ μεθύσῃ καὶ ἑορτάσῃ τὰ Χριστούγεννα ἐκείνην τὴν χρονιὰν (συχωρεμένος ἂς εἶναι!).

Ἰδοὺ κι ὁ Μπαρμπ᾿ Ἀλέξης, ὁ Καλοσκαιρῆς, ποὺ δὲν εἶχεν ἀνάγκην τοῦ πορθμείου τοῦ Χάροντος διὰ νὰ πηδήσει εἰς τὸν ἄλλον κόσμον· εἶχε τὸ ἰδικόν του, ὑπόσαθρον πλοιάριον, αὐτόχρημα σκυλοπνίχτην. Μαζί του ἦτον κι ὁ σύντροφός του ὁ Γιάννης ὁ Πανταρώτας ὁ ναυτολογημένος ὡς Ἰωαννίδης καὶ διατελῶν ἐν διαρκεῖ ἀπουσίᾳ κατὰ τὰς ὥρας τῆς ἐργασίας.

– Νὰ φροντίσῃς, τοῦ εἶπεν ὁ Πανταρώτας, νὰ πάρω τὴν σύνταξή μου!

Καὶ λησμονῶν τὴν ἱερότητα τῆς στιγμῆς ἐμούντζωσε τὸ κενὸν συνοδεύων τὴν ἄσεμνον χειρονομίαν μὲ τὴν ἀσεμνοτέραν βλασφημίαν:

– Ὅρσε, κουβέρνο!

Ἐκεῖ ἦτον κι ὁ Μπαρμπα-Διόμας, εὐτυχὴς διότι ἐγλύτωσεν ἀπὸ τὸ ναυάγιον καὶ ἐρρόφησεν ἀπνευστὶ ἐπὶ τοῦ διασώσαντος αὐτὸν τρεχαντηρίου ὁλόκληρον φιάλην πλήρη ἡδυγεύστου μαύρου οἴνου διὰ νὰ συνέλθει – ὢ πενιχρά, ἀλλ᾿ ὑπερτάτη εὐτυχία τοῦ πτωχοῦ!

Ἀλλ᾿ ἰδοὺ ἔτρεξε νὰ τοῦ σφίξη τὴν χεῖρα καὶ ὁ βοσκὸς ὁ Στάθ᾿ς τοῦ Μπόζα, τοῦ ὁποίου δύο αἶγες εἶχον βραχωθῆ εἰς τὸν κρημνὸν ὑπεράνω της ἀβύσσου, ὅπου ἔχαινεν ὁ πόντος καὶ ἦτο ἀδύνατον νὰ σωθοῦν, ἂν δὲν τὸν κατεβίβαζαν διὰ σχοινίου εἰς τὸν βράχον μὲ κίνδυνον τῆς ζωῆς του.

– Τὴν Ψαρὴ τὴν ἔχω τάξει ἀσημένια στὴν Παναγιά. Τὴ Στέρφα (τὴν ἄλλην αἶγα) θὰ τὴν σφάξω γιὰ σένα, νὰ τὴν φᾶμε.

Καὶ ἡ Ἀσημίνα τοῦ μαστρο-Στεφανῆ τοῦ βαρελᾶ, μὲ τὰς τέσσαρας κακοτυχισμένας θυγατέρας, τὴ Ῥοδαυγή, τὴν Ἑλένη, τὴ Μαργαρὼ καὶ τὴν Ἀφέντρα, ἡ Ἀσημίνα, ποὺ τὴν μίαν ἡμέραν ἑώρτασε τοὺς γάμους τῆς Ἀφέντρας μὲ τὸν Γρηγόρη τῆς Μονεβασᾶς καὶ τὴν ἄλλην ἡμέραν ἐπένθησεν τὸν θάνατον τοῦ υἱοῦ της τοῦ Θανάση.

Τέλος, ὤ! τῆς ἐκπλήξεως, ἐνεφανίσθη καὶ ὁ ἕτερος ἐαυτός του, ὁ Ἀλέξανδρος Παπαδημούλης, ὁ πτωχαλαζών, ὁ ἀσχολούμενος εἰς ἔργα μὴ κοινῶς παραδεδεγμένης χρησιμότητος!
Ὁ κυρ-Ἀλέξανδρος ἠσθάνθη τύψεις, ὅτι ἔπλασεν ὅλους αὐτοὺς τοὺς ἀνθρώπους τοῦ λαοῦ τόσον δυστυχεῖς καὶ ταπεινοὺς ἢ τόσον ἁμαρτωλοὺς (οὐδεὶς ἀναμάρτητος!) καὶ τὸν ἑαυτόν του τόσον ἐπηρμένον!…

Ἀλλὰ τὴν στιγμὴν ἐκείνην τὸν διέκοψεν ἡ ὀκταόκαδος τσότρα, ἡ περιφερομένη ἀπὸ χειρὸς εἰς χεῖρα. Δὲν ἐπρόλαβε νὰ τὴν ἐναγκαλισθῇ καὶ ἤχησαν τὰ λαλούμενα (βιολιτζῆδες ντόπιοι καὶ τουρκόγυφτοι μὲ κλαρινέτα) καὶ … ἐξύπνησεν.

Ποτὲ ὁ κοσμοκαλόγηρος κυρ-Ἀλέξανδρος δὲν ἐξύπνησε τόσον χορτάτος, ὅσον ἐκείνην τὴν ἁγίαν ἡμέραν, ὁ νῆστις τοῦ Σαρανταημέρου καὶ ὁ νῆστις ὅλης της ζωῆς του! – ζωὴν νὰ ἔχει!


Πηγή: Πεζός Λόγος, Εκδόσεις Κέδροςε-orthodox fathers