Ο ΑΓΙΟΣ ΔΗΜΗΤΡΙΟΣ Ο ΜΥΡΟΒΛΥΤΗΣ ΚΑΙ ΟΙ ΔΙΑ ΜΕΣΟΥ ΑΥΤΟΥ ΣΧΕΣΕΙΣ ΘΕΣΣΑΛΟΝΙΚΗΣ ΚΑΙ ΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΟΥΠΟΛΕΩΣ (Παταπίου μοναχοῦ Καυσοκαλυβίτου)

 ΑΓ, ΔΗΜΗΤΡΙΟΣ. ΦΟΡΗΤΗ ΕΙΚΟΝΑ 18 ου ΑΙΩΝΟΣ. ΜΟΝΗ ΞΗΡΟΠΟΤΑΜΟΥ ΑΓΙΟΝ ΟΡΟΣ

Ὁ ἅγιος Δημήτριος ὁ Μυροβλύτης καί οἱ, διά μέσου αὐτοῦ, σχέσεις Θεσσαλονίκης καί Κωνσταντινουπόλεως κατά τήν πρωτοβυζαντινή καί μεσοβυζαντινή περίοδο.*

( Μέρος Α΄)

βυζαντινή Θεσσαλονίκη, ἡ λαμπρά καί ἐπιφανής πόλη τῆς Μακεδονίας, ἡ «κορυφή τῆς Θεσσαλίας», ἡ «ὑπεριδρυμένη καί ὑπερέχουσα πάσης ἄλλης», συγκέντρωνε ἀνέκαθεν πολλά προτερήματα. Σέ κάθε ἐποχή, ὁπότε καί κατά τήν πρωτοβυζαντινή καί μεσοβυζαντινή περίοδο στίς ὁποίες ἀναφερόμαστε, ἡ Θεσσαλονίκη, δεύτερη πόλη τῆς αὐτοκρατορίας καί πρωτεύουσα τοῦ Ἰλλυρικοῦ, διακρινόταν ὡς σημαντικό ἐμπορικό, οἰκονομικό, πολιτιστικό καί καλλιτεχνικό κέντρο.

Σπουδαιότατη πνευματική ἑστία καί ἁγιοτόκος πόλη, ἡ Θεσσαλονίκη, διακρίθηκε ἐπίσης γιά τή μεγάλη εὐσέβεια τῶν πολιτῶν της καί τό ὑψηλό πνευματικό της ἐπίπεδο. Χαρακτηριστική ἔκφανση τῆς πνευματικότητας τῆς Θεσσαλονίκης ἦταν ἡ ἄνθηση τοῦ ἀστικοῦ μοναχισμοῦ, μιά πού ἡ πόλη ὑπῆρξε πόλος ἔλξης γιά τούς μοναχούς ὁλόκληρης τῆς Βυζαντινῆς αὐτοκρατορίας. Ἔτσι, ἀπέβη μέ τό πλῆθος τῶν μονῶν, ἐντός καί ἐκτός τῶν τειχῶν της, ἕνας δεύτερος Ἄθως[1] καί ἀπέσπασε τόν χαρακτηρισμό «φιλομόναχος πόλις».

Τά παραπάνω, ἀλλά καί τό θαυμαστό φαινόμενο τῆς μυροβλυσίας τοῦ ἁγίου Δημητρίου καθώς καί οἱ ἰάσεις πού ἐπιτελοῦνταν στό ναό του στή Θεσσαλονίκη, συνιστοῦν τούς καθοριστικούς παράγοντες πού συνέβαλαν ὥστε τήν πόλη νά ἐπισκεφθοῦν ἤ νά διέλθουν ἀπ᾿ αὐτήν κατά τίς ἱεραποδημίες ἤ τά ταξίδια τους, μεγάλες ἐκκλησιαστικές προσωπικότητες, κυρίως μοναχοί· ἀνάμεσά τους καί ἀρκετές ὁσιακές μορφές καί ἅγιοι τῆς Ἐκκλησίας μας πού σχετίζονται μέ τήν πρωτεύουσα τῆς βυζαντινῆς αὐτοκρατορίας, τήν Κωνσταντινούπολη.

Τά ἱστορικά συμβάντα πού ἀναφέρονται ἤ ἐπηρεάζουν καί τίς δύο πόλεις, ἡ πολιτική καί ἐκκλησιαστική διοίκηση, οἱ πνευματικές καί πολιτιστικές ἀλληλεπιδράσεις, ἀκόμη καί ἡ θαλάσσια καί χερσαῖα ἐπικοινωνία μεταξύ τους, εἶναι μερικά ἀπό τά θέματα πού καλύπτονται ἀπό τό φάσμα τῶν εἰδικῶν σχέσεων μεταξύ Κωνσταντινουπόλεως καί Θεσσαλονίκης, τό ὁποῖο διαμορφώνεται ἀπό τή ζωή καί τή δράση ἁγίων ἤ ὁσιακῶν μορφῶν τῆς Ἐκκλησίας, μέ πρωτεύοντα χῶρο δράσης εἴτε τήν βασιλεύουσα εἴτε τή συμβασιλεύουσα πόλη.

Μέσα στά πλαίσια αὐτά, μεγάλη ἱστορική ἀξία ἀποκτοῦν ὁρισμένα ἀπό τά ἁγιολογικά κείμενα τῆς πρωτοβυζαντινῆς καί μεσοβυζαντινῆς περιόδου, καθώς παρέχουν πληροφορίες γιά τίς διάφορες πτυχές τῶν διά τῶν ἁγίων σχέσεων τῆς Θεσσαλονίκης μέ τήν Κωνσταντινούπολη.

Μέσα ἀπό τήν πλούσια ἁγιολογική γραμματεία περί τοῦ ἁγίου Δημητρίου[2], πού παράγεται στήν Κωνσταντινούπολη, ἀλλά καί ἀπό ἀναφορές, στή συνέχεια τῆς μελέτης μας, στά προσκυνηματικά ταξίδια ἁγίων τῆς μεσοβυζαντινῆς, κυρίως, περιόδου, ἀναδύεται ὁ πλέον καίριος παράγοντας πού διαμορφώνει τίς διά τῶν ἁγίων σχέσεις πού ἀναπτύσσονται μεταξύ τῶν δύο πόλεων. Προσκυνητές, κυρίως μοναχοί, πού πραγματοποιοῦσαν ταξίδια ἀπό τή Βασιλεύουσα πρός τά μεγάλα βυζαντινά προσκυνήματα, κατέφθαναν στή Θεσσαλονίκη μέ σκοπό νά προσκυνήσουν τόν μυροβλύζοντα τάφο τοῦ ἁγίου Δημητρίου, τοῦ ὁποίου ὁ ναός εἶχε ἐξελιχθεῖ, ἀπό τήν περίοδο τῆς Εἰκονομαχίας καί ἐντεῦθεν, σ᾿  ἕναν ἀπό τούς σπουδαιότερους χριστιανικούς προσκυνηματικούς προορισμούς.

ΑΓ, ΔΗΜΗΤΡΙΟΣ. ΦΟΡΗΤΗ ΕΙΚΟΝΑ ΣΤΟ ΝΑΟ ΚΟΙΜΗΣΕΩΣ ΘΕΟΤΟΚΟΥ ΕΥΑΣ ΜΕΣΣΗΝΙΑΣ. ΕΡΓΟ ΑΝΤΩΝΙΟΥ ΜΟΝΑΧΟΥ ΠΙΕΡΡΟΠΟΥΛΟΥ ΚΑΥΣΟΚΑΛΥΒΙΤΟΥ. 1901.

 

 

Μέσα ἀπό τίς παραπάνω διαδρομές, ἡ τιμή τοῦ πολιούχου τῆς Θεσσαλονίκης διαδίδεται καί ἐξαπλώνεται πανηγυρικά πέρα ἀπό τά ὅρια τῆς γενέτειράς του ὡς τήν Κωνσταντινούπολη καί σ’ ὅλη τήν χριστιανική οἰκουμένη, κάτι ἄλλωστε πού  ἐπιβεβαιώνεται ἀπό τήν ἀντικατάσταση τῆς λέξης «Θεσσαλονίκη» μέ τή λέξη «οἰκουμένη» στό Ἀπολυτίκιο τοῦ ἁγίου Δημητρίου, ἀπό τόν 11ο αἰώνα καί ἐντεῦθεν. Μέ τήν ἀνάληψη δέ τῶν βυζαντινῶν σκήπτρων ἀπό τούς Μακεδόνες αὐτοκράτορες, ἡ τιμή τοῦ μυροβλύτου ἁγίου προσλαμβάνει οἰκουμενικές διαστάσεις, μέ τήν ἀφιέρωση στήν Κωνσταντινούπολη δύο ναῶν στή μνήμη του, ἀπό τόν Βασίλειο τόν Α΄ καί τό διάδοχό του Λέοντα ΣΤ΄ τό Σοφό. Ὅπως μάλιστα προκύπτει ἀπό τήν ἐκτενή ἀναφορά τοῦ Κωνσταντίνου Ζ΄ τοῦ Πορφυρογέννητου στό ΚΑ΄ κεφάλαιο τοῦ γνωστοῦ ἔργου τουἜκθεσις περί τῆς βασιλείου τάξεως, ὑπό τόν τίτλο: «Ὅσα δεῖ παραφυλάττειν τῇ ἑορτῇ καί προελεύσει τοῦ ἁγίου Δημητρίου», τό τυπικό τῆς ἑορτῆς τοῦ ἁγίου Δημητρίου εἶχε ἐνσωματωθεῖ στό τυπικό τῶν βασιλικῶν ἀνακτόρων. Δέν θά πρέπει ἐπίσης νά παραλείψουμε ἐδῶ νά προσθέσουμε, ὅτι ὁ Πορφυρογέννητος εἶχε συνθέσει ἕνα γλαφυρό κανόνα «εἰς τόν ἅγιον μεγαλομάρτυρα, μυροχεύμονα καί θαυματουργόν Δημήτριον», μέ τόν ὁποῖο ἐξυμνοῦσε τό μαρτύριο τοῦ ἁγίου, ἐνῶ στή σημαντικότερη συναξαριακή συλλογή τῆς βυζαντινῆς περιόδου, τό Συναξάριον τῆς Ἐκκλησίας Κωνσταντινουπόλεως, τό ὁποῖο συγκροτήθηκε περί τά μέσα τοῦ 10ου αἰώνα μέ πρωτοβουλία τοῦ λογίου αὐτοῦ αὐτοκράτορα, περιλήφθηκε καί ἕνα ἐκτενές Συναξάριο τοῦ ἁγίου, ὑπό τόν τίτλο, «Ἄθλησις τοῦ ἁγίου μεγαλομάρτυρος Δημητρίου»[3].

Παρενθετικά ἐδῶ ἀναφέρουμε ὅτι στόν περίφημο χειρόγραφο κώδικα Vaticanus graecus 1613, γνωστό ὡςΜηνολόγιο τοῦ αὐτοκράτορα Βασιλείου τοῦ Β΄, κώδικα πού φιλοτεχνήθηκε (γύρω στό 985) σέ ἐργαστήριο τῆς Κωνσταντινουπόλεως, συναντᾶται σέ μικρογραφία τοῦ ζωγράφου Παντολέοντος, ἡ ἀρχαιότερη ἀπεικόνιση τοῦ διά λογχισμοῦ μαρτυρίου τοῦ ἁγίου στή βυζαντινή εἰκαστική τέχνη[4]. Ὁ ἅγιος Δημήτριος εἶχε εἰσέλθει πλέον στή ζωή τοῦ κέντρου τῆς αὐτοκρατορίας, μέ τήν ὁποία εἶχε ἄρρηκτα συνδεθεῖ.

(συνεχίζεται)

  * Ἀπόσπασμα μελέτης τοῦ γέροντος Παταπίου, ὑπό τόν γενικότερο τίτλο: Θεσσαλονίκη καί Κωνσταντινούπολη. Οἱ σχέσεις τους, διά μέσου τῶν ἁγίων, κατά τήν πρωτοβυζαντινή καί μεσοβυζαντινή περίοδο κατά τό Κ΄ Διεθνές Ἐπιστημονικό Συμπόσιο, Χριστιανική Θεσσαλονίκη καί Κωνσταντινούπολις μέχρι καί τοῦ Δεκάτου αἰῶνος, Ἱερά Μονή Βλατάδων 9-11 Νοεμβρίου 2006.

  [1] Πασχαλίδη Σ., Ὁ Βίος τῆς ὁσιομυροβλύτιδος Θεοδώρας τῆς ἐν Θεσσαλονίκῃ, Θεσσαλονίκη 1991, σ. 25.

  [2] Τήν πολύ πλούσια βιβλιογραφία περί τοῦ ἁγίου Δημητρίου βλ. στά ἔργα: Ἡ γραμματεία τῶν Δημητρίων Α΄. Διηγήσεις περί τῶν θαυμάτων τοῦ ἁγίου Δημητρίου (ἐπιμ. Π. Χρήστου), Θεσσαλονίκη 1993, σ. 487-492. Ἡ γραμματεία τῶν Δημητρίων Β΄.  Μαρτύρια, Συλλογές θαυμάτων καί Ἐγκώμια στόν ἅγιο Δημήτριο. Πρωτοβυζαντινή-Μεσοβυζαντινή περίοδος (εἰσαγωγή-ἐπιμέλεια Σ. Πασχαλίδη), Θεσσαλονίκη 2005, σ. 377-382.

  [3] H. Delehaye, Propylaeum ad Acta Sanctorum Novembris. Synaxarium Ecclesiae Constantinopolitanae, Bruxxeles 1902, στ. 163-166.

  [4]  Παζαρᾶ Ν., «Εἰκονογραφικοί τύποι τοῦ ἀγίου Δημητρίου», Ὁ ἅγιος Δημήτριος στήν τέχνη τοῦ Ἁγίου Ὄρους, ἔκδ. Ἁγιορειτικῆς Ἐστίας, Θεσσαλονίκη 2005, σ. 46.

 

Ὁ ἅγιος Δημήτριος ὁ Μυροβλύτης καί οἱ, διά μέσου αὐτοῦ, σχέσεις Θεσσαλονίκης καί Κωνσταντινουπόλεως κατά τήν πρωτοβυζαντινή καί μεσοβυζαντινή περίοδο.*

( Μέρος Β΄)

(συνέχεια ἀπό τό Α΄ μέρος)

Βυζαντινοί αὐτοκράτορες ὅπως ὁ Ἰουστινιανός καί ὁ Μαυρίκιος (582-602) πιστεύουν βαθειά, ὅτι τό κράτος τους θά ἦταν περισσότερο ἀσφαλές, ἐάν εἶχαν καί τήν προστασία τοῦ μυροβλύτη ἁγίου Δημητρίου, μέσα ἀπό τήν παρουσία στήν Κωνσταντινούπολη τῶν ἱερῶν του λειψάνων. Στό πέμπτο Θαῦμα τοῦ Πρώτου Βιβλίου τῶν Θαυμάτων τοῦ ἁγίου Δημητρίου, «Περί τῆς αἰτήσεως τῶν λειψάνων τοῦ μάρτυρος», καταγράφονται οἱ ἄκαρπες προσπάθειες τῶν δύο αὐτοκρατόρων, οἱ ὁποῖοι ζητοῦν εὐλαβικά μέρος τῶν λειψάνων τοῦ ἁγίου. Ὁ συντάκτης μάλιστα τοῦ Συναξαρίου τοῦ ἁγίου Δημητρίου στόΚωνσταντινουπολιτικό Συναξάριο, μᾶς πληροφορεῖ γιά τούς λόγους τῆς αὐτοκρατορικῆς ἀποστολῆς τῆς παραλαβῆς τῶν λειψάνων, συνδέοντάς τους μέ τά ἐγκαίνια τοῦ ναοῦ τῆς Ἁγίας Σοφίας: «Ἰουστινιανός ὁ ἀοίδιμος βασιλεύς τόν ἐπ᾿ ὀνόματι τῆς τοῦ Θεοῦ Σοφίας κτίσας ναόν καί μέλλων καθιερῶσαι αὐτόν καί ἁγίων μαρτύρων συνάγων λείψανα, ἠβουλήθη καί ἐκ τῶν τοῦ μάρτυρος Δημητρίου ἀναγαγεῖν· καί δή στείλας ἐν Θεσσαλονίκῃ τούς εἰς τοῦτο ὑπηρετήσοντας, ἤλπιζε τοῦ ποθουμένου τυχεῖν»[1]· κάτι ὅμως πού ὁ ἅγιος δέν ἐπέτρεψε, ἐπιθυμῶντας νά διατηρηθεῖ τό λείψανό του ἀκέραιο. Ἡ Θεσσαλονίκη εἶχε ἀποκτήσει, ὅπως ἡ Κωνσταντινούπολη ὡς ὑπέρμαχο στρατηγό της τήν Θεοτόκο, τόν δικό της ὑπέρμαχο. Παρ᾿ ὅλ᾿ αὐτά ὁ Ἰουστινιανός ἐκδήλωσε τήν εὐλάβειά του στόν ἅγιο μέ τήν ἀνάθεση στό στενό του φίλο καί μεγάλο ὑμνογράφο τῆς Κωνσταντινουπόλεως ἅγιο Ρωμανό τόν Μελωδό, τῆς συνθέσεως τριῶν Κοντακίων πρός τιμήν τοῦ ἁγίου Δημητρίου. Μέ τήν εὐκαιρία αὐτή, νά προσθέσουμε ὅτι ἀργότερα, ἕτερος ὑμνογράφος τῆς Βασιλεύουσας, ὁ μοναχός Στέφανος Στουδίτης, ἀφιέρωσε, μετά τόν σεισμό τοῦ 740, μεταγενέστεροΚοντάκιο στόν ἅγιο.

Ἄλλοι πάλι αὐτοκράτορες, ὅπως ὁ Ἰουστινιανός ὁ Β΄, τόν τιμοῦν μέ δωρεές, ἀποδίδοντας τίς νίκες τους κατά τῶν ἐχθρῶν τῆς αὐτοκρατορίας στόν ἅγιο Δημήτριο. Εἶναι γνωστό ὅτι ὁ Βασίλειος Α΄ ὁ Μακεδόνας, ταπείνωσε τούς Βουλγάρους, ἀφοῦ προηγουμένως ἦλθε στή Θεσσαλονίκη καί ζήτησε τήν βοήθεια τοῦ μεγαλομάρτυρος (1014). Ἄλλοι πάλι, ὅπως ὁ Ἰσαάκιος Β΄ Ἄγγελος (1185-1195), τοῦ ἀφιερώνουν ἐπιγράμματα, ἐνῶ ἡ ἱερή εἰκόνα τοῦ «φιλοπόλιδος» καί «φιλοπάτριδος» ἁγίου μεταφέρεται στά τείχη τῆς Κωνσταντινουπόλεως γιά τήν ἀσφάλεια τῆς πόλης.

Ἀπό τά εὐάριθμα περί τοῦ ἁγίου Δημητρίου κείμενα τῆς ἐποχῆς πού ἐξετάζουμε, τρία ἁγιολογικά ἔργα τοῦ Λέοντος ΣΤ΄ τοῦ Σοφοῦ, ἐπισημαίνουν ἰδιαίτερα τήν σχέση τῶν βυζαντινῶν βασιλέων μέ τόν ἅγιο. Πρόκειται γιά δύο Ἐγκώμια στόν ἅγιο Δημήτριο, ὁ ὁποῖος ἀπό τόν  αὐτοκράτορα ἀποκαλεῖται «ὁ ἐμός Δημήτριος», καί μία Ὁμιλία πού ἐξεφώνησε ὁ ἴδιος «ὅτε τῷ ἀοιδίμῳ τῆς εὐσεβείας ἀγωνιστῇ καί τά οὐράνια περιπολοῦντι ἀνάκτορα Δημητρίῳ, ὁ οἶκος ἐν τοῖς βασιλείοις ἀνιερώθη». Ὁ σοφός αὐτοκράτορας, νά σημειώσουμε ἐδῶ, θεωροῦσε τόν πολιοῦχο τῆς Θεσσαλονίκης προσωπικό του προστάτη, μετά τό περιστατικό πού ἐξιστορεῖται στόν Βίο τῆς ἁγίας Θεοφανοῦς, τῆς πρώτης του συζύγου. Γι᾿ αὐτό ἄλλωστε καί ἀνήγειρε ναό στή μνήμη του.

Ὁ Πατριάρχης Κωνσταντινουπόλεως Νικόλαος Α΄ Μυστικός, σέ Ὁμιλία του πρός τόν «ἀκριβή φρουρό» τῆς Θεσσαλονίκης ἀναδεικνύει μέσα ἀπό τό ρητορικό σχῆμα τοῦ διαλόγου πού ἐπιλέγει, τήν σωτήρια ταύτιση τῆς «θεοφρουρήτου», «θεοφυλάκτου» καί «θεοσώστου» πόλεως τῆς Θεσσαλονίκης μέ τήν παρουσία τοῦ ἁγίου Δημητρίου στόν οἶκο του.

Ο ΑΓΙΟΣ ΔΗΜΗΤΡΙΟΣ. ΤΟΙΧΟΓΡΑΦΙΑ ΣΤΟ ΝΑΟ ΤΟΥ ΧΡΙΣΤΟΥ ΣΤΗ ΒΕΡΟΙΑ

Ὁ καθηγητής κ. Συμεών Πασχαλίδης ἐντόπισε μία ἐξαιρετικά σημαντική, ἀλλά καί ἀναξιοποίητη, μαρτυρία γιά τήν ἰδιαίτερη τιμή πού ἀπέδιδαν οἱ πιστοί τῆς Κωνσταντινουπόλεως στό Θεσσαλονικέα ἅγιο, στό ἔργο τοῦ Ἰωάννου διακόνου καί μαΐστορος (11ος αἰ.), «πρός τούς ἐπιδοιάζοντας τῇ τῶν ἁγίων τιμῇ καί λέγοντας μή δύνασθαι αὐτούς ὠφελεῖν ἡμᾶς, μάλιστα δέ μετά τήν ἐντεῦθεν ἐκδημίαν καί ἀποβίωσιν»[2]. Στό πολύ ἐνδιαφέρον ἁγιολογικό αὐτό κείμενο μάλιστα, οἱ πολλές εὐεργεσίες τοῦ μεγαλομάρτυρα πρός τούς Κωνσταντινουπολίτες συνδέονται ἄμεσα μέ τή Θεσσαλονίκη. Μεταξύ τῶν μεγάλων ἁγίων, τῶν ὁποίων τά λείψανα θαυματουργοῦσαν στή Βασιλεύουσα, ὁ συντάκτης συγκαταλέγει καί τόν ἅγιο Δημήτριο. Ἄλλωστε, ὅπως γράφει, ἀπό μία εἰκόνα του εἶχε θεραπευθεῖ καί ὁ ἴδιος. Διαβάζουμε σχετικά: «Ἄλλο πάλιν τοῦτο τῆς τοῦ Θεοῦ καί τῶν ἁγίων δεῖγμα δυνάμεως καί μάρτυς ἔλεγχος ὁ ἀθλοφόρος Δημήτριος, τοῖς Θεσσαλονικεῦσι πηγάζων τό μύρον τουτί τό πνευματικόν καί ἀείρρυτον ἔχων τόν ποταμόν τῆς χάριτος. Ἐγώ δέ καί εἰκόνι τοῦ μάρτυρος τό θαῦμα τεθέαμαι καί τήν ἐκεῖθεν ἀπόρροιαν φρίκης ῥιγώδους ἔσχον ἐλατήριον καί πυρετοῦ φυγαδευτήριον καύσωνος καί ὀφθαλμίας ζοφερᾶς φωτιστήριον».

Τό 11ο θαῦμα τοῦ ἁγίου Δημητρίου στή συλλογή τοῦ Ἰωάννη Σταυράκιου πού εἶναι καί τό ἕκτο στό Β΄ βιβλίο τῶν θαυμάτων τοῦ ἁγίου Δημητρίου, ὑπογραμμίζει τήν οἰκουμενική διάσταση τῆς τιμῆς στόν ἅγιο Δημήτριο τόν ὁποῖο συνδέει πάλι μέ τήν Κωνσταντινούπολη καί ἀφορᾶ στόν Κυπριανό, ἐπίσκοπο Θηνῶν τῆς Βυζακηνῆς τῆς Ἀφρικῆς, ὁ ὁποῖος κατά τό ταξίδι του πρός τήν Κωνσταντινούπολη γιά ἐκκλησιαστικές ὑποθέσεις, αἰχμαλωτίστηκε ἀπό πειρατές. Στόν αἰχμάλωτο ἐπίσκοπο παρουσιάστηκε ὁ ἅγιος Δημήτριος ὁ ὁποῖος τόν βοήθησε νά ἀποδράσει, ὁδηγῶντας τον στό ναό του, στή Θεσσαλονίκη. Ὁ Κυπριανός, μετά τήν ἀπελευθέρωσή του ἀπό τούς πειρατές, ἀφοῦ ἐπισκέφθηκε τόν Ἀρχιεπίσκοπο Θεσσαλονίκης καί πέρασε τό χειμῶνα στήν πόλη, μετέβη τελικά στήν Κωνσταντινούπολη, ὅπου τακτοποίησε τήν ὑπόθεσή του καί κατόπιν ἐπέστρεψε στήν ἐπισκοπή του στήν Ἀφρική[3]. Ἐκεῖ ἀνήγειρε ναό πρός τιμήν τοῦ ἁγίου Δημητρίου, χρησιμοποιῶντας μάρμαρα καί λοιπά ἀρχιτεκτονικά μέλη, τά ὁποῖα μέ θαυμαστό καί παράδοξο τρόπο ἔφθασαν μέ πλοῖο ἀπό τήν Κωνσταντινούπολη.

Ο ΑΓΙΟΣ ΔΗΜΗΤΡΙΟΣ ΚΑΙ Ο ΑΓΙΟΣ ΝΕΣΤΩΡ. ΦΟΡΗΤΗ ΕΙΚΟΝΑ ΤΟΥ 18 ου ΑΙΩΝΑ. ΚΑΛΥΒΗ ΑΓ. ΠΑΧΩΜΙΟΥ ΣΚΗΤΗΣ ΚΑΥΣΟΚΑΛΥΒΙΩΝ

Ἕνα ἁγιολογικό κείμενο ἀπό τήν Κωνσταντινούπολη τοῦ 10ου αἰώνα, ἡ Ἀποκάλυψη τοῦ ἁγίου Ἀνδρέα τοῦ διά Χριστόν σαλοῦ[4], ἀπηχεῖ ἀσφαλῶς τήν ἀντίληψη πού εἶχαν οἱ κάτοικοι τῆς Βασιλεύουσας γιά τή συμβασιλεύουσα πόλη, ὡς «μαρτυροφύλακτης», ὅπως εὔστοχα τήν χαρακτηρίζει ὁ Ἀρχιεπίσκοπος Θεσσαλονίκης Ἰωάννης στό πρῶτο βιβλίο τῶν Διηγήσεων τῶν Θαυμάτων τοῦ ἁγίου Δημητρίου (τέλη 6ου-ἀρχές 7ου αἰ.). Στό κωνσταντινουπολίτικο αὐτό κείμενο ἐκφράζεται μέ τόν καλύτερο τρόπο ἡ σύνδεση καί προστασία τῆς Θεσσαλονίκης ἀπό τόν ἅγιο Δημήτριο καί τούς ἄλλους Θεσσαλονικεῖς ἁγίους, καθώς μάλιστα γράφηκε σέ μία περίοδο, πού ἡ δεύτερη πόλη τῆς αὐτοκρατορίας δοκιμαζόταν σκληρά: «Θεσσαλονίκη, σύ νικήσεις τούς ἐχθρούς σου, καύχημα γάρ ἁγίων σύ εἶ καί ἡγίασέν σε ὁ Ὕψιστος».

[…]  Καταδείχθηκε, ἐλπίζουμε ἐπαρκῶς, ὅτι ἡ Θεσσαλονίκη εἶχε καταστεῖ ἕνα ἀπό τά σημαντικότερα προσκυνηματικά κέντρα τοῦ ὀρθόδοξου κόσμου, ἀφοῦ φιλοξενοῦσε τόν τάφο τοῦ Μεγαλομάρτυρα Ἁγίου Δημητρίου, τοῦ ὁποίου τά θαύματα, ἀπό τήν πρωτοβυζαντινή ἀκόμη περίοδο, εἶχαν γίνει γνωστά στόν πιστό λαό τῆς Βασιλεύουσας πόλης τοῦ Κωνσταντίνου καί εἶχαν προσελκύσει τό ἰδιαίτερο ἐνδιαφέρον καί τήν εὐλάβεια τῶν βυζαντινῶν αὐτοκρατόρων καί ἄλλων ἀξιωματοῦχων τῆς Κωνσταντινουπόλεως.

 

  * Ἀπόσπασμα μελέτης τοῦ γέροντος Παταπίου, ὑπό τόν γενικότερο τίτλο: Θεσσαλονίκη καί Κωνσταντινούπολη. Οἱ σχέσεις τους, διά μέσου τῶν ἁγίων, κατά τήν πρωτοβυζαντινή καί μεσοβυζαντινή περίοδο κατά τό Κ΄ Διεθνές Ἐπιστημονικό Συμπόσιο, Χριστιανική Θεσσαλονίκη καί Κωνσταντινούπολις μέχρι καί τοῦ Δεκάτου αἰῶνος, Ἱερά Μονή Βλατάδων 9-11 Νοεμβρίου 2006.

  [1]  Ἡ Γραμματεία τῶν Δημητρίων Β΄, ὅ.π., σ. 72.

  [2] Πασχαλίδη Σ., «Ἅγιος Δημήτριος ὁ ἀθλοφόρος, τῆς Θεσσαλονίκης καί τῆς Οἰκουμένης», Ὁ Ἅγιος Δημήτριος στήν τέχνη τοῦ Ἁγίου Ὄρους, ὅ.π., σ. 24.

  [3] Τό περιστατικό αὐτό πρέπει νά χρονολογηθεῖ πρό τῆς καταλήψεως τῆς Βυζακηνῆς ἀπό τόν Μωαβία, τό 665. Βλ. Χρήστου Π., Ἡ Γραμματεία τῶν Δημητρίων. Α΄, ὅ.π., σ. 55-56.

  [4] Ἱερέως Νικηφόρου, Βίος ἁγίου Ἀνδρέου τοῦ σαλοῦ (μετάφραση Γιάννη Σούκη), ἔκδ. Ἁρμός, Ἀθήνα 2005. Ἐπίσης, A. Kazhdan-Nancy P. Sevcenko, «Andrew the Fool», Oxford Dictionary of Byzantium 1 [1991], σ. 93. W. Buchwald-A. Hohlweg-O. Prinz Tusculum, Λεξικόν Ἑλλήνων καί Λατίνων συγγραφέων τῆς Ἀρχαιότητας καί τοῦ Μεσαίωνα (μετάφραση Ἀθ. Φούρλα), τ.Α΄, Ἀθήνα 1993, σ. 368. Rydén L, The life of St. Andrew the Fool, τ. I-II (Acta Universitatis Upsaliensis), Uppsala 1995. Μαρτίνη Π., σαλός Ἅγιος Ἀνδρέας καί σαλότητα στήν ὀρθόδοξη Ἐκκλησία, ἐκδ. Τῆνος, Ἀθήνα 1998.

 

 

ΠΗΓΗ.ΑΓΙΟΡΕΙΤΙΚΟΣ ΛΟΓΟΣ

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Google

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Σύνδεση με %s