Π ρ ά γ μ α   ἢ   π ρ ό σ ω π ο; (π.   Δ η μ η τ ρ ί ο υ   Μ π ό κ ο υ)

images

Ἡ ἀν­τι­κει­με­νι­κό­τη­τα εἶ­ναι βα­σι­κὴ ἀρ­χὴ κά­θε ἐ­πι­στή­μης καὶ δὲν θὰ μπο­ροῦ­σε νὰ  ἀ­που­σιά­ζει ἀ­πὸ τὴ σχο­λὴ τοῦ Φρό­υντ, τοῦ πα­τέ­ρα τῆς ψυ­χα­νά­λυ­σης. Ο Viktor Frankl, κα­θη­γη­τὴς τῆς  ψυ­χι­α­τρι­κῆς στὴ Βι­έν­νη καὶ ἱ­δρυ­τὴς τῆς  σχο­λῆς τῆς λο­γο­θε­ρα­πεί­ας, κρι­τι­κά­ρον­τας τὴ σχο­λὴ τῆς ψυ­χα­νά­λυ­σης, γρά­φει:

«Ἡ ψυ­χα­νά­λυ­ση δὲν υἱ­ο­θέ­τη­σε ἁ­πλῶς τὴν ἀν­τι­κει­με­νι­κό­τη­τα – ὑ­πο­τά­χτη­κε σ’ αὐ­τήν. Ἡ ἀν­τι­κει­με­νι­κό­τη­τα ὁ­δή­γη­σε σὺν τῷ χρό­νῳ στὴν ἀν­τι­κει­με­νο­ποί­η­ση, ἢ τὸν ὑ­πο­βι­βα­σμὸ τοῦ ἀν­θρώ­που σὲ πράγ­μα. Μὲ ἄλ­λα λό­για, με­τέ­τρε­ψε τὸ ἀν­θρώ­πι­νο πρό­σω­πο σὲ ἀν­τι­κεί­με­νο, τὸ ἀν­θρώ­πι­νο πλά­σμα σὲ πράγ­μα. Ἡ ψυ­χα­νά­λυ­ση θε­ω­ρεῖ τὸν ἄρ­ρω­στο ὡς κά­τι τὸ κυ­βερ­νώ­με­νο ἀ­πὸ “μη­χα­νι­σμού­ς”, καὶ ἀν­τι­λαμ­βά­νε­ται τὸν θε­ρα­πευ­τὴ ὡς τὸ πρό­σω­πο ποὺ ξέ­ρει πῶς νὰ χει­ρί­ζε­ται αὐ­τοὺς τοὺς μη­χα­νι­σμούς. Εἶ­ναι ἐ­κεῖ­νος ποὺ ξέ­ρει τὴν τε­χνι­κὴ τῆς δι­ορ­θώ­σε­ως τῶν δι­α­τα­ρα­χθέν­των μη­χα­νι­σμῶν.

Πί­σω ὅ­μως ἀ­πὸ μί­α ἑρ­μη­νεί­α τῆς ψυ­χο­θε­ρα­πευ­τι­κῆς ὡς ἁ­πλῆς τε­χνι­κῆς κα­ρα­δο­κεῖ ὁ κυ­νι­σμός. Ἡ ἀ­λή­θεια εἶ­ναι πὼς μπο­ροῦ­με νὰ δοῦ­με τὸν θε­ρα­πευ­τὴ ὡς ἁ­πλὸ τε­χνι­κό, μό­νο ἂν δοῦ­με πρῶ­τα τὸν ἄρ­ρω­στο ὡς ἕ­να εἶ­δος μη­χα­νῆς. Μό­νο ἕ­νας ἄν­θρω­πος μη­χα­νή, θὰ ἔ­λε­γα, χρει­ά­ζε­ται ἕ­να για­τρὸ τε­χνι­κό».

Καὶ συ­νε­χί­ζει ὁ V. Frankl: «Τὴν ἀν­θρώ­πι­νη ψυ­χή, ποὺ εἶ­ναι ἕ­να ὅ­λο, ἡ ψυ­χα­νά­λυ­ση τὴ βλέ­πει κομ­μα­τι­α­σμέ­νη, για­τί τὴν ἀν­τι­λαμ­βά­νε­ται ὡς κά­τι ποὺ ἀ­πο­τε­λεῖ­ται ἀ­πὸ χω­ρι­στὰ μέ­ρη, δη­λα­δὴ δι­ά­φο­ρες ὁρ­μές, οἱ ὁ­ποῖ­ες μὲ τὴ σει­ρά τους ἀ­πο­τε­λοῦν­ται ἀ­πὸ τὰ λε­γό­με­να “­συ­στα­τι­κὰ τῶν ὁρ­μῶ­ν’’… Μὲ τὸν ἴ­διο τρό­πο, ἡ ἀ­κε­ραι­ό­τη­τα τοῦ ἀν­θρώ­πι­νου προ­σώ­που κα­τα­στρέ­φε­ται κα­τὰ κά­ποι­ο τρό­πο. Μπο­ρεῖ ἀ­κό­μα νὰ λε­χθεῖ πὼς ἡ ψυ­χα­νά­λυ­ση ἀ­πο­προ­σω­ποποι­εῖ τὸν ἄν­θρω­πο­» (V. Frankl, O Θε­ὸς τοῦ Ἀ­συ­νει­δή­του, ἐκδ. ΤΑΜΑΣΟΣ, σ. 20-21).

Ἀ­λή­θεια πό­σος κυ­νι­σμὸς χρει­ά­ζε­ται γιὰ νὰ με­τα­βά­λου­με τὸν «­κα­τ’ εἰ­κό­να Θε­οῦ­» ἄν­θρω­πο σὲ πράγ­μα; Ἤ­δη τὸν κα­ταν­τή­σα­με ἁ­πλὸ ἀν­τι­κεί­με­νο πολ­λα­πλῆς χρή­σης, μιὰ ἀ­πρό­σω­πη ὀν­τό­τη­τα. Ἕ­να σύ­νο­λο ὁρ­μῶν, ἐν­στί­κτων, χη­μι­κῶν δι­ερ­γα­σι­ῶν, «­μη­χα­νι­σμῶ­ν», τὰ ὁ­ποῖ­α ὁ εἰ­δι­κὸς τε­χνι­κὸς μπο­ρεῖ νὰ προ­γραμ­μα­τί­σει, γιὰ νὰ φτιά­ξει μη­χα­νὲς κα­τάλ­λη­λες γιὰ τὸ δι­κό της σκο­πὸ τὴν κα­θε­μιά. Ἔ­τσι ἔ­χου­με τὸν ἄν­θρω­πο-φο­νι­κὴ μη­χα­νή, κα­τάλ­λη­λο γιὰ τὰ ἀ­πάν­θρω­πα ὁ­λο­κλη­ρω­τι­κὰ συ­στή­μα­τα, τὴ γυ­ναί­κα-μη­χα­νὴ τοῦ σέξ, τὸν ἄν­θρω­πο-γρα­νά­ζι στὶς τε­ρά­στι­ες ἁ­λυ­σί­δες πα­ρα­γω­γῆς, τὸν ἄν­θρω­πο-πι­ό­νι στὰ παγ­κό­σμια κυ­κλώ­μα­τα δι­α­φθο­ρᾶς. Τὸν ἄν­θρω­πο χω­ρὶς ταυ­τό­τη­τα. Ἕ­να ἀ­πρό­σω­πο νού­με­ρο στὶς ἀ­να­λώ­σι­μες ἀν­θρώ­πι­νες μά­ζες.

Τί τρα­γω­δί­α!

Πῶς νὰ μὴν εἶ­ναι λοι­πὸν ἀ­να­τρε­πτι­κὴ ἡ στά­ση καὶ ὁ λό­γος τῆς Ἐκ­κλη­σί­ας, ποὺ ἀν­τὶ γιὰ πράγ­μα, θε­ω­ρεῖ τὸν ἄν­θρω­πο, ἀ­κό­μα καὶ τὸν πιὸ ἁ­μαρ­τω­λό, μο­να­δι­κὸ καὶ ἀ­νε­πα­νά­λη­πτο;  Δι­α­χω­ρί­ζει ὀ­ξέ­ως τὸν ἄν­θρω­πο ἀ­πὸ τὴν ἁ­μαρ­τί­α του. Ἀ­πορ­ρί­πτει τὴν ταύ­τι­σή του μὲ τὸ σφάλ­μα του. Κα­τα­δι­κά­ζει τὴν ἁ­μαρ­τί­α του, ἀλ­λὰ θε­ω­ρεῖ

πο­λύ­τι­μον αὐ­τὸν ποὺ τὴ δι­α­πράτ­τει. Καὶ ἀ­γω­νί­ζε­ται νὰ τὸν ἀ­να­πλά­σει. Δὲν τὸν βλέ­πει πο­τὲ σὰν ξο­φλη­μέ­νη ὑ­πό­θε­ση. Τὸν ἀ­να­συν­θέ­τει, τὸν ἀ­να­σταί­νει, τὸν ἀ­να­δει­κνύ­ει και­νὴ κτί­ση, νέ­ον ἄν­θρω­πο. Ἀν­τὶ γιὰ ἀ­πρό­σω­πο, ψυ­χρὸ ἀν­τι­κεί­με­νο, τὸν βλέ­πει πάν­τα σὰν εἰ­κό­να τοῦ Θε­οῦ, προι­κι­σμέ­νο μὲ δι­κή του ταυ­τό­τη­τα, μὲ ὑ­πεύ­θυ­νη ἐ­λευ­θε­ρί­α.

Μὰ καὶ ὁ ἴ­διος ὁ Θε­ὸς κα­τε­βαί­νει, παίρ­νει τὴν ἀν­θρώ­πι­νη μορ­φή, σταυ­ρώ­νε­ται καὶ γιὰ τὸν πιὸ ἀ­σή­μαν­το ἄν­θρω­πο, τὸν τι­μᾶ στὸ ἔ­πα­κρο κά­νον­τάς τον μέ­λος τοῦ ἴ­διου τοῦ σώ­μα­τός Του. Μί­α ζη­λευ­τὴ ἀλ­λη­λο­πε­ρι­χώ­ρη­ση λαμ­βά­νει χώ­ρα: Ὁ ἄν­θρω­πος σε­μνύ­νε­ται νὰ εἶ­ναι εἰ­κό­να τοῦ Θε­οῦ, ἀλ­λὰ καὶ ὁ Θε­ὸς δὲν ντρέ­πε­ται κα­θό­λου νὰ παίρ­νει γιὰ δι­κή του μορ­φὴ τὴν εἰ­κό­να τοῦ ἀν­θρώ­που. Τί με­γα­λεῖ­ο!

Συ­νή­θι­ζε κά­ποι­ος ἅ­γιος ἀ­σκη­τής, ὁ ἀββᾶς Ἀπολλώ, νὰ κά­νει με­τά­νοι­α, νὰ προ­σκυ­νά­ει δη­λα­δὴ κά­θε ἄν­θρω­πο, ἄν­δρα ἢ γυ­ναί­κα ἀ­δι­α­κρί­τως, ποὺ τὸν ἐ­πι­σκε­πτό­ταν. Κι ὅ­ταν κά­ποι­οι τοῦ ἔ­κα­μαν πα­ρα­τή­ρη­ση, πὼς εἶ­ναι ἀ­νάρ­μο­στο σὲ μο­να­χὸ νὰ προ­σκυ­νά­ει ἁ­πλοὺς λα­ϊ­κούς, τοὺς ἀ­πο­στό­μω­σε λέ­γον­τας:

–  Ἐγὼ τὴν εἰ­κό­να τοῦ Θε­οῦ προ­σκυ­νῶ. Εἶ­δες τὸν ἀ­δελ­φό σου; Εἶ­δες Κύ­ριον τὸν Θε­όν σου (Γεροντικό).

Ὑ­πάρ­χει ἐ­πα­νά­στα­ση ἀ­να­τρε­πτι­κό­τε­ρη ἀ­π’ αὐ­τήν; Κι ἐ­σύ; Εἶ­σαι ἀ­νά­με­σα σὲ  τέ­τοι­ους ἐ­πα­να­στά­τες;

 

(ΛΥΧΝΙΑ ΝΙΚΟΠΟΛΕΩΣ, ἀρ. φ. 350, Σεπτ. 2012)

 

 

Συγχωρώ σημαίνει: Αρνούμαι να ζήσω την υπόλοιπη ζωή μου με μίσος!

Συγχωρώ σημαίνει: Αρνούμαι να ζήσω την υπόλοιπη ζωή μου με μίσος!

Κάποτε κάλεσαν μια γυναίκα στη Φλόριντα να μιλήσει για την προσωπική της ιστορία. Τη γυναίκα αυτή τη βίασαν, την πυροβόλησαν στο κεφάλι, την ακρωτηρίασαν βάναυσα και την άφησαν να πεθάνει.

Κατά περίεργο τρόπο η γυναίκα αυτή άντεξε το μαρτύριο και επιβίωσε. Η πληγή στο κεφάλι της προκάλεσε μόνιμη τύφλωση! Η δημοσιογράφος που ανέλαβε να την παρουσιάσει περιέγραψε την πίκρα που έπρεπε να νιώθει αυτή η γυναίκα όπως και τις ανεπούλωτες πληγές που θα τη συνόδευαν στην υπόλοιπη ζωή της.

-Όχι ,όχι! διαμαρτυρήθηκε η γυναίκα μέσα σε γενική κατάπληξη. Τον έχω συγχωρέσει.Αυτός ο άνθρωπος μπορεί να αφαίρεσε μια νύχτα από τη ζωή μου. Αρνούμαι όμως να του δώσω ολόκληρη τη ζωή μου!~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~Είναι αλήθεια!!!!! Έχεις πληγωθεί κι εσύ; Κι εγώ έχω πληγωθεί στη ζωή μου και ποιος δεν έχει άλλωστε. Με έχουν προδώσει, με έχουν ποδοπατήσει, με έχουν πονέσει!

Επιλέγω όμως να συγχωρώ… Και συγχωρώ σημαίνει: ΑΡΝΟΥΜΑΙ ΝΑ ΖΗΣΩ ΤΗΝ ΥΠΟΛΟΙΠΗ ΖΩΗ ΜΟΥ ΜΕ ΒΑΡΙΑ ΚΑΡΔΙΑ, ΜΕ ΜΙΣΟΣ, ΜΕ ΚΑΚΙΑ, ΜΕ ΕΚΔΙΚΗΤΙΚΗ ΔΙΑΘΕΣΗ…

Η συγχώρεση λυτρώνει τις καρδιές μας, τις καθαρίζει!

Άλλωστε κανείς δεν είναι τέλειος. Όλοι είμαστε άνθρωποι, ικανοί να κάνουμε λάθη και να αδικήσουμε κι εμείς πρώτοι τους ανθρώπους δίπλα μας!

Σε καταλαβαίνω όταν λες πως οι πληγές κάποιες φορές είναι πραγματικά ανεπούλωτες, κι οι αναμνήσεις ακόμα μπορεί να πονούν. Όταν όμως δεν συγχωρείς, το ζεις ξανά και ξανά! Δεν ξεχνάς!!! Δεν προχωράς παρακάτω! Δεν επιτρέπεις στον εαυτό σου να χαρεί και να ζήσει!

Η συγχώρεση είναι μια πράξη θέλησης….

Δεν είναι μια εύκολη διαδικασία.

Απαιτεί μεγάλο ψυχικό υπόβαθρο, κουράγιο και τσαγανό!

Δεν μπορούμε να αποφύγουμε τον πόνο που μας προκάλεσαν κάποιοι στη ζωή μας . Μπορούμε όμως να τον αντιμετωπίσουμε!

Μπορεί να μας πόνεσαν πολύ. Μπορεί να μας έκλεψαν μια μέρα ή ακόμα και τη μισή ζωή μας. Ας μην τους δώσουμε όμως και την υπόλοιπη απλόχερα!!!!!

Ο Τάσος Λειβαδίτης είπε κάποτε: »Τὸ βράδυ ἔχω βρεῖ ἕναν ὡραῖο τρόπο νὰ κοιμᾶμαι. Τοὺς συγχωρῶ ἕναν-ἕναν, ὅλους.»

~~~~~~~~~~~~~~~~~~~

Ας μην ξεχνάμε πως η συγχώρεση είναι προτροπή του ίδιου του Θεού μέσα στη Γραφή:

«Η δύση του ηλίου να μη σας προφθάνει οργισμένους», λέει ο Απόστολος (Εφεσ. δ΄ 26).

«…ἄφες ἡμῖν τὰ ὀφειλήματα ἡμῶν, ὡς καὶ ἡμεῖς ἀφίεμεν τοῖς ὀφειλέταις ἡμῶν…» (Ματθ. στ΄ 12) μας δίδαξε να λέμε στην προσευχή μας ο ίδιος ο Κύριος.

Και μας το εξηγεί ο άγιος Ιωάννης ο Χρυσόστομος: Βλέπεις; Ο Θεός εσένα τον ίδιο έβαλε κριτή της συγχωρήσεως των αμαρτημάτων σου. Αν συγχωρήσεις λίγα, λίγα θα σου συγχωρεθούν. Αν συγχωρήσεις πολλά, θα σου συγχωρηθούν πολλά. Αν τα συγχωρήσεις με ειλικρίνεια και με όλη σου την καρδιά, με τον ίδιο τρόπο θα συγχωρήσει και τα δικά σου λάθη ο Θεός.

 

“Οι τσέπες σας πρέπει να είναι ανοιχτές…” (Γέροντας Παΐσιος )

Paisios_Gerontas

Όταν καλοπερνάς στη γη, κάτι δεν πάει καλά με τον εαυτό σου

Παρά τα φαινόμενα και την αναξιότητα των μοναχών και κληρικών, η Εκκλησία είναι ακένωτη πηγή θαυμάτων. Παίρνει νερό και το κάνει Αγιασμό· παίρνει ψωμί και κρασί και το κάνει Θεία Ευχαριστία· παίρνει τον άνθρωπο χώμα και τον κάνει Θεό! Αλλά τα θαύματα πολλοί δεν τα βλέπουν. Γιατί, αν τα έβλεπαν, δεν θα
περιφρονούσαν ή μισούσαν την Εκκλησία του Χριστού, αλλά θα την αγαπούσαν, θα την τιμούσαν και δεν θα μιλούσαν γι’ αυτή με περιφρόνηση, όπως μιλούν.

Ο χριστιανός έχει προορισμό να σηκώνει βαρύ σταυρό στη ζωή του. Είναι δύσκολο πράγμα να λες ότι πιστεύεις στον Κύριο και καλοπερνάς σ’ αυτήν εδώ τη ζωή. Γιατί, όταν καλοπερνάς στη γη, κάτι δεν πάει καλά με τον εαυτό σου, ενδιαφέρεσαι για το χρυσάφι της γης και όχι για τους θησαυρούς του ουρανού. Αλλά όταν σκέφτεσαι έτσι, βρίσκεσαι μακριά από το θέλημα του Θεού. Χριστιανική ζωή και καλοπέραση δεν πηγαίνουν μαζί, είναι διαφορετικά πράγματα

Κάποτε ήλθε εδώ ένας πολύ γνωστός γιατρός για να μιλήσουμε. Ήταν και η γυναίκα του γιατρός, θρησκευόμενοι άνθρωποι και οι δύο. Παραπονιόταν ότι τα παιδιά του ζούσαν κοσμική ζωή και όχι μόνο δεν τηρούσαν τις εκκλησιαστικές παραδόσεις της οικογένειας τους, αλλά και τις ειρωνεύονταν.

Χαρακτήριζαν τους χριστιανούς καθυστερημένους, βολεμένους, ανειλικρινείς, υποκριτές και θεομπαίχτες, επειδή η ζωή τους -έλεγαν- δεν συμβαδίζει με τα λόγια τους και τα έργα τους δεν είναι χριστιανικά.

Ακόμη και στο ευχέλαιο, που οι γονείς κάνουν μία φορά το χρόνο στο σπίτι τους και τα παιδιά, όσο ήταν μικρά συμμετείχαν, τώρα αντιδρούν και δεν παρευρίσκονται.

Ο γιατρός έδειχνε πολύ κουρασμένος και απελπισμένος για την πνευματική αδράνεια των παιδιών του. Και νόμιζε ότι όλες οι προσπάθειες, οι δικές του και της γυναίκας του πήγαν χαμένες, δεν έπιασαν τόπο, δεν άγγιξαν τα παιδιά.

Σε κάποια στιγμή ο γιατρός, βάζοντας το κεφάλι μέσα στις δυό του παλάμες, σαν να ήθελε να καλύψει το πρόσωπό του από ντροπή, μου είπε: Φοβάμαι πως το πολύ χρήμα μας έχει κάνει ζημιά.

Τον ρώτησα να μου πει, τί εννοούσε και εκείνος με απόλυτη ειλικρίνεια παραδέχτηκε ότι είχαν ξεφύγει από το μέτρο κι είχαν αποκτήσει περιουσιακά στοιχεία απολύτως μη αναγκαία. Έχουμε τρία μεγάλα σπίτια, μου είπε. Ένα για μας και από ένα για το κάθε παιδί. Επίσης, δυό εξοχικά, τέσσερα ακριβά αυτοκίνητα, ένα σκάφος, καταθέσεις, πολλά υλικά.

Και συνέχισε: τα παιδιά κακόμαθαν και τώρα μας κατηγορούν ότι προκαλούμε. Επίσης, μας λένε ότι έχουμε παντρέψει πολύ όμορφα τον πλούτο και τον Χριστιανισμό. Και με παρακάλεσε να του πω τί πρέπει να κάνει για να βρουν πάλι την ειρήνη και την ενότητα στην οικογένεια τους.

Του είπα να τα δώσουν όλα στους φτωχούς και να κρατήσουν μόνο ένα σπίτι, ένα εξοχικό και τους μισθούς τους. Τρόμαξε, άλλαξε χρώμα, φοβήθηκε, απογοητεύθηκε από την απάντηση που του έδωσα.

Έφυγε και δεν ξαναήλθε. Είχε δεθεί με τα εδώ, όχι τα Άνω. Γι’ αυτό και τα παιδιά του αναζήτησαν άλλο τρόπο ζωής, διαφορετικό από αυτόν που οι γονείς τους είχαν προτείνει.

Όταν ακούω ότι υπάρχει μεγάλη φτώχεια, ανέχεια, πονάω πολύ και δεν μπορώ να προσευχηθώ.

Δεν λέω, όταν έχεις δυό χιτώνες να δώσεις τον ένα. Αυτό είναι ασυνήθιστο και δύσκολο για τους πολλούς. Αλλά, αν θέλεις να λέγεσαι χριστιανός και κατέχεις όλα τα αγαθά του Θεού, γιατί ιδρώνεις και αγωνιάς για το παραπάνω και δεν κάνεις ελεημοσύνες και καλά έργα; Να ξέρεις, ότι θεμελιώνει στην άμμο, όποιος έχει πολλά χρήματα και τα διαχειρίζεται εγωιστικά, αδιαφορώντας για τη φτώχεια και τη δυστυχία των συνανθρώπων του. Είδες ποτέ σάβανο με τσέπες; Όλα εδώ μένουν. Μόνο οι αγαθοεργίες πηγαίνουν στον ουρανό. Ξέρεις γιατί γίνονται οι πόλεμοι; Για το χρήμα… Γιατί οι πλούσιοι δεν μπορούν να βάλουν χαλινάρι στη λαιμαργία τους και οι φτωχοί δεν εύχονται να αποκτήσουν τα αναγκαία, αλλά ζηλεύουν τα πλούτη και τη δόξα των πλουσίων.

Οι τσέπες σας πρέπει να είναι ανοιχτές, ώστε να φεύγουν τα χρήματα για φιλανθρωπίες. Είναι σκάνδαλο να υπάρχουν τσέπες γεμάτες λεφτά και να είναι ραμμένες.
Πηγή:  agapienxristou.blogspot.ca

 

«Ο αναμάρτητος πρώτος τον λίθο βαλέτω», του Δημήτρη Καραγιάννη (παιδοψυχίατρου)

images

Ο αναμάρτητος πρώτος τον λίθον βαλέτω

 

Η απουσία κατάκρισης αποτελεί το κριτήριο που επιτρέπει στον άνθρωπο να γνωρίζει την αυθεντικότητα των επιλογών του ή την μίζερη καταναγκαστική εφαρμογή κάποιων ηθικών κανόνων, η οποία στοχεύει στην αποφυγή κάποιας τιμωρίας.

Αν κάποιοι «θρησκευόμενοι» πληροφορούνταν ότι ο Θεός μέσα στο άπειρο έλεος Του δεν θα επέτρεπε την τιμωρία κανενός, θα ήσαν σίγουροι ότι αδικήθηκαν . Γιατί δήθεν στερήθηκαν κάποιες απολαύσεις. Θα αναρωτιόντουσαν για την αξία της πίστης τους. Είναι τότε που ο φόβος της τιμωρίας αποτελεί το κριτήριο των επιλογών και όχι η πεποίθηση ότι η πίστη συνιστά μια ευλογία για την ύπαρξη, μια κατευθυντήρια δυνατότητα που δεν εμποδίζει την ζωή, αλλά που επιτρέπει την ευχαριστιακή βίωση της.

Η κατάκριση αποτελεί την προστασία των δειλών. Η προβολή όλων των κακών σε κάποιον άλλο, σ’ έναν αποδιοπομπαίο τράγο, δίνει τη δυνατότητα στους άλλους, που δεν τολμούν, να λυτρώνονται από την παρόρμηση να παρανομήσουν. Η κατάκριση συνιστά κατάρα, ευχή θανάτου, και επομένως είναι τραγική ειρωνία κάποιος να κηρύσσει την αγάπη και ταυτόχρονα να κρίνει τον συνάνθρωπο του.

Η κατάκριση είναι μια στάση που δηλώνει την εσωτερική μιζέρια αυτού που την ασκεί. Ένας άνθρωπος που νιώθει την ανεπάρκεια του να πλαισιώνεται από την χάρη και το έλεος του Θεού δεν μπορεί  να στέκεται ανελέητα απέναντι στις αδυναμίες των άλλων.

Η κατάκριση αποτελεί μια μυωπική και επιφανειακή ματιά στις πράξεις των άλλων, καθώς αδυνατεί να ξεχωρίσει το πρόσωπο από την συμπεριφορά, την πράξη από τα αίτια, την επώδυνη στιγμή του παρελθόντος από την έκπληξη του μέλλοντος.

Η κατάκριση είναι μια πράξη ανωριμότητας και ανευθυνότητας, καθώς θεωρεί τον άλλο ως ξεχωριστό από τον κρίνοντα. Δεν συνειδητοποιεί ότι η όποια ανεπάρκεια του κρινομένου σχετίζεται με την αδυναμία του κρίνοντας να τον συναντήσει ουσιαστικά.

Η κατάκριση είναι εμπόδιο στην πνευματική ανέλιξη, καθώς κρίνοντας τον άλλο ως ανεπαρκή, καθησυχάζεσαι προς την δική σου ανεπάρκεια. Είναι φραγμός στην προσωπική πορεία , γιατί στερεί την δυνατότητα να κερδίζεις από τα θετικά στοιχεία που ο κάθε άνθρωπος διαθέτει, αν  ξέρεις να τα διακρίνεις…

Η κατάκριση στα πλαίσια μιας ομάδας ανθρώπων παρεμποδίζει τον αυθορμητισμό των μελών, την δυνατότητα έκφρασης, την δημιουργία αυθεντικών σχέσεων και την γνήσια επικοινωνία. Ευνοεί την ανάπτυξη αντιμαχόμενων υποομάδων και αποτελεί την βραδυφλεγή βόμβα που θα οδηγήσει νομοτελειακά στην διάλυση της ομάδας.

Η κατάκριση είναι η ταφόπλακα της αυτοσυνειδησίας, καθώς η ενασχόληση με τις αρνητικές πλευρές των άλλων, εμποδίζει παντελώς την προσωπική αυτοσυνειδησία…

…Η άρνηση της κατάκρισης δεν αποτελεί απουσία κρίσης, δηλαδή επεξεργασίας που προϋποθέτει την ύπαρξη συγκεκριμένου κοσμοειδώλου. Δεν σημαίνει δηλαδή άνθρωπο χαμηλών τόνων, με μετριοπάθεια, που αποφεύγει τις συγκρούσεις και προσπαθεί να τα πάει καλά με όλους. Τον άνθρωπο δηλαδή, που μπορεί «μέσα του να βράζει», αλλά δεν εξωτερικεύει την αρνητική άποψη του για τους άλλους, τους οποίους όμως εσωτερικά θεωρεί ως απαράδεκτους.

Η άρνηση για κατάκριση είναι μια συνειδητή επιλογή, λόγω μιας βαθύτερης κατανόησης που γνωρίζει να διακρίνει τις πράξεις και την συμπεριφορά από το ίδιο το ανθρώπινο πρόσωπο. Η μη κατάκριση αφορά το πρόσωπο του άλλου και όχι τις πράξεις ή τις διαμορφωμένες καταστάσεις.

Όταν αρνείσαι να κατακρίνεις τον άλλον, αν και διαφωνείς κάθετα με την στάση και τις ενέργειες του, σημαίνει ότι έχεις κατανοήσει την ανθρώπινη φύση. Έχεις προχωρήσει στη δική σου αυτογνωσία. Σημαίνει ότι έχεις συγχωρήσει όλους τους ανθρώπους που σε έβλαψαν έμμεσα ή άμεσα στην δική σου προσωπική ιστορία.

…Η μόνη ουσιαστική προσβολή του πυρήνα του κακού που ελλοχεύει σε όλους μας, γίνεται μόνο με το άγγιγμα της Αγάπης. Μ ε την παρουσία του φωτός που έξω βάλλει το σκότος. Γιατί το κακό είναι ανυπόστατο και αφάνταστα αδύναμο εμπρός στην παρουσία του αυθεντικού καλού. Ο Χριστός επομένως δεν κατακρίνει. Το αντίθετο! Αναλαμβάνει Αυτός να φορτωθεί το κακό όλων των ανθρώπων, όλων των αιώνων, προσφέροντας την ευκαιρία της σωτηρίας των πάντων.

 

 

Πηγή: Καραγιάννης Δημήτρης (παιδοψυχίατρος), «Ρωγμές και Αγγίγματα» (απόσπασμα), εκδ. Αρμός, Από το περιοδικό «Αρχαγγέλλων Λόγος»-ISTOLOGIO ELEYUERIA