Αγίου Μαξίμου του Γραικού.Κανών Παρακλητικός εις το Θείον και Προσκυνούμενον,Πανάγιον και Παράκλητον Πνεύμα.

ΚΑΝΟΝΑΣ ΑΓ.ΜΑΞΙΜΟΥ-ΡΩΣΙΚΟ -page-1

Γιά πρώτη φορά τό ἄγνωστο κείμενο τοῦ Ἁγίου Μαξίμου τοῦ Γραικοῦ ἀπό τή Ρωσοσλαβονική γλῶσσα στήν Ὀρθόδοξη Ἑλληνική ὑμνογραφική γλῶσσα!

ΧΑΙΡΕΤΙΣΜΟΣ ΜΗΤΡΟΠΟΛΙΤΗ ΚΥΡΗΝΗΣ-page-001

 

Εμπροσθόφυλλο 001

Βιβλιοπαρουσίαση

Πρωτοπρεσβυτέρου Δημητρίου Ἀθανασίου.

Πρεσβυτέρας Χαρούλας Τσουλιάη.

 Ἰδιαίτερες εὐχαριστίες ὀφείλουμε στόν «ἐν Τριάδι  δωρεοδότην Θεόν», πού  μᾶς ἀξίωσε, νά φέρουμε σέ πέρας τήν προσπάθεια ἔκδοσης τοῦ Παρακλητικοῦ Κανόνα στό Πανάγιο Πνεῦμα τοῦ  Ὁσίου Πατρός ἡμῶν Μαξίμου τοῦ Γραικοῦ, στήν ἑλληνική  ὑμνογραφική γλῶσσα, μέ σκοπό νά συνεχίσουμε τήν προβολή τοῦ ἄγνωστου «ἐν πολλοῖς» ἔργου τοῦ Ἁγίου.

Ἡ συγκεκριμένη ἔκδοση τοῦ Παρακλητικοῦ Κανόνα στό Πανάγιο Πνεῦμα ἔχει πολύ μεγάλη σημασία καί γιά τούς παρακάτω κυρίως λόγους.

Α. Εἶναι ὁ μοναδικός Παρακλητικός Κανόνας πρός τό Πανάγιο Πνεῦμα, πού ὑπάρχει στήν Ἐκκλησιαστική ὑμνογραφία. Ὁ  Ἅγιος Μάξιμος ὁ Γραικός εἶναι ὁ πρῶτος πού συνέθεσε, ὡς μοναχός στή Μονή Βατοπαιδίου, Παρακλητικό Κανόνα στόν Τίμιο Πρόδρομο, ἀλλά καί ὁ   πρῶτος πού συνέθεσε παρακλητικό κανόνα στό Πανάγιο Πνεῦμα, ὡς ἔγκλειστος στή Μονή  Βολοκολάμσκ.

Β. Τό ὑμνογραφικό κείμενο δίνεται γιά πρώτη φορά στό Χριστεπώνυμο πλήρωμα στήν ἑλληνική ὀρθόδοξη ὑμνογραφική γλῶσσα, γιά προσευχητική χρήση, μετά ἀπό 462 χρόνια ἀπό τή σύνθεσή του στή ρωσοσλαβονική.

 «.Ὁ Κανών εἰς τό Ἅγιον Πνεῦμα – γραφείς ἀρχικῶς κατά τήν πρώτη φυλάκισί του στήν Μονή Βολοκολάμσκ ὑπό τοῦ ἐγκλείστου Μοναχοῦ Μαξίμου, κάτω ἀπό πολύ αὐστηρές συνθῆκες, μέ κάρβουνο στόν τοῖχο τοῦ κελλίου του στήν ἑλληνική γλῶσσα, μετά τήν ἀπελευθέρωσί του καί τήν ἐν τῷ μεταξύ ἐκμάθησι τῆς Ρωσικῆς γλώσσης, μεταγλωττισθείς στήν Ρωσική του μορφή – εἶναι πρωτότυπος καί περισπούδαστος διά τά ὑψηλά θεολογικά του νοήματα..» (Ἀπό τόν πρόλογο τοῦ Μητροπολίτη  Κυθήρων κ.Σεραφείμ)

Τό ἔργο εἶναι συλλογικό καί ἡ ἔκδοση ἔγινε «προνοίᾳ, κόποις καί συνδρομῇ», τοῦ πρωτοπρεσβυτέρου Δημητρίου Ἀθανασίου, Καθηγητοῦ Χημικοῦ, καί τῆς Πρεσβυτέρας Χαρούλας Τσουλιάη, Καθηγητρίας Φιλολόγου (Ἄρτα 2014).

Ἡ μετάφραση τοῦ κειμένου ἀπό τή Ρωσοσλαβονική στή νέα ἑλληνική γλῶσσα ἔγινε ἀπό εἰδικό μεταφραστικό κέντρο. Ὁ ἔλεγχος τῆς μετάφρασης ἔγινε ἀπό Ρώσους Ἑλληνιστές καθηγητές «προνοίᾳ τοῦ Σεβασμιωτάτου Μητροπολίτου Κυρήνης κ.κ. Ἀθανασίου» μετά ἀπό παράκλησή μας καί ἡ μετατροπή τοῦ νεοελληνικοῦ κειμένου στήν  Ὀρθόδοξη  ὑμνογραφική γλῶσσα εἶναι ἔργο τοῦ καθηγητῆ καί ὑμνογράφου  κ. Ἀντωνίου  Μάρκου στό πλαίσιο τῶν δραστηριοτήτων τοῦ Κέντρου Ἁγιολογικῶν μελετῶν «Ὅσιος Συμεών ὁ μεταφραστής».

Ὁ μουσικολογικός ἔλεγχος τοῦ Κανόνα ἔγινε ἀπό τόν Πρωτοψάλτη καί Μουσικοδιδάσκαλο κ.Γεώργιο Χρονόπουλο καί ἡ φιλολογική ἐπιμέλεια τῶν κειμένων ἔγινε ἀπό τήν πρεσβυτέρα Χαρούλα Τσουλιάη, καθηγήτρια φιλόλογο.

Ὁ Σεβασμιώτατος Μητροπολίτης Κυθήρων κ.κ.Σεραφείμ, πού προλογίζει τό βιβλίο σημειώνει:

« …Τόσον ἡ ἐπανασύνθεσις τοῦ ἀρχικοῦ Κανόνος, ὅσον καί ἡ σύνθεσις τοῦ προσφάτου, ἀποτελοῦν πνευματικά ἐπιτεύγματα εἰς δόξαν τοῦ Εὐλογητοῦ Θεοῦ καί τοῦ Προσκυνητοῦ Ἁγίου Πνεύματος. Ἡ ἀποκατάστασις τοῦ Κανόνος τοῦ Ἁγίου μετρικῶς καί τονικῶς, παρά τάς δυσχερείας τοῦ πράγματος, θεωρεῖται λίαν φιλότιμος καί ἐπιτυχής».

Χαρακτηριστικά τοῦ βιβλίου

 Σχῆμα: 17χ24
Ἀριθμός σελίδων 144
IBSN 978-960-93-6214-6
Ἐκτύπωση Ἐσωτερικό 4 χρώματαἘξωτερικό 4 χρώματα
Χαρτί σαμουά 120 γραμμαρίωνἘξώφυλλο μέ αὐτιά, velvet 350 γραμμαρίων.
   

 

Στό βιβλίο ὑπάρχουν καί  οἱ  ἑξῆς εἰκόνες:

1. Ἐμπροσθόφυλλο: ἡ περίφημη εἰκόνα τῆς Ἁγίας Τριάδος, ἔργο τοῦ ὁσ. Ἀνδρέου Ρουμπλιώφ (15ος αι.). Μόσχα, Πινακοθήκη Τρετιακώφ.

2. Ὀπισθοφύλλο: Μόσχα, Σερκίγιεβ Ποσάντ, Λαύρα Ἁγίας Τριάδος – ἁγ. Σεργίου  (1345 κ.ε.)· ὁ Ναός τοῦ Ἁγίου Πνεύματος (1476/77), ὅπου καί ὁ τάφος τοῦ ἁγ. Μαξίμου τοῦ Γραικοῦ (+  1556).

3. Ὁ Ἅγιος Μάξιμος γράφει μέ κάρβουνο στόν τοῖχο τῆς φυλακῆς τόν Κανόνα στό  Ἅγιο Πνεῦμα. (Ἔργο καί εὐγενική προσφορά τοῦ ἠπειρώτη  ἁγιογράφου κ.Κ.Τάμπη).

4. Ἄγγελος μεταλαμβάνει στή φυλακή τόν Ἅγιο Μάξιμο τόν Γραικό. (Ἔργο καί εὐγενική προσφορά τοῦ ἠπειρώτη ἁγιογράφου κ.Κ.Τάμπη).

5. Ἄγγελος παρηγορεῖ  στή φυλακή τόν Ἅγιο Μάξιμο τόν Γραικό. (Ἔργο καί εὐγενική  προσφορά τοῦ ἁγιογράφου κ. Γ.Κόρδη)

6. Ἡ λάρνακα μέ τά λείψανα τοῦ Ἁγ. Μαξίμου στή Ρωσία, ὅπου ὑπάρχει γραμμένο τό ἀπολυτίκιο τοῦ Ἁγίου στή Ρωσική γλῶσσα.

7. Δύο ακόμα πρωτότυπες Ρωσικές εἰκόνες τοῦ Ἁγίου καί εἰκόνες τῶν μονῶν Volokolamsk καί Otroch.

Περιεχόμενα τοῦ βιβλίου

Τό βιβλίο διαιρεῖται σέ πέντε μέρη, μέ περιεχόμενα ὅπως φαίνονται στή συνέχεια:

ΜΕΡΟΣ – Α –

Περιλαμβάνει:

-Χαιρετισμό τοῦ Μητροπολίτου Κυρήνης κ.κ. Ἀθανασίου, Ἐξάρχου τοῦ Πατριαρχείου Ἀλεξανδρείας στή Μόσχα.

-Πρόλογο  τοῦ Σεβασμιωτάτου Μητροπολίτου Κυθήρων κ.κ.Σεραφείμ.

-Εἰσαγωγικό σημείωμα γιά τό βίο, τίς διώξεις καί τό ἔργο τοῦ Αγ.Μαξίμου τοῦ Γραικοῦ καθώς καί φιλολογικό σχολιασμό τοῦ κανόνα, τοῦ ὁμοτίμου καθηγητοῦ  Βλασίου Σαββίδη, τοῦ Ca.S.University τῆς Σχολῆς Ἑλληνικῶν Σπουδῶν, στήν ἕδρα τῆς Κλασσικῆς Φιλολογίας .

-Ἀπόσπασμα τοῦ Κανόνα στή Ρωσοσλαβονική γλῶσσα.

ΜΕΡΟΣ – Β –

Περιλαμβάνει τά παρακάτω ἄρθρα τοῦ πρωτοπρεσβυτέρου Δημητρίου Ἀθανασίου:

-Σύντομα ἱστορικά στοιχεῖα τοῦ Κανόνα πρός τό Ἅγιο Πνεῦμα τοῦ  Ἁγ.Μαξίμου τοῦ Γραικοῦ.

-Ὑμνογραφικά χαρακτηριστικά τοῦ Κανόνα.

-Θεολογικό σχολιασμό τοῦ Κανόνα.

-Τήν πνευματική προσωπογραφία τοῦ  Ἁγ. Μαξίμου τοῦ Γραικοῦ, μέσα ἀπό ἕνα ὑμνογραφικό ποίημα τοῦ Γέροντος Ἰωσήφ τοῦ Βατοπαιδινοῦ.

ΜΕΡΟΣ – Γ –

Περιλαμβάνει τόν Κανόνα στό Παράκλητο Πνεῦμα τοῦ Ἁγ. Μαξίμου τοῦ Γραικοῦ, Ποίημα τοῦ καθηγητῆ  κ. Ἀντωνίου Μάρκου.

Στό σχετικό εἰσαγωγικό σημείωμα ὁ ὑμνογράφος Καθηγητής κ. Ἀντώνιος Μάρκου μεταξύ τῶν ἄλλων σημειώνει καί τά ἑξῆς:

«Μελετῶντας  τήν νεοελληνική  μετάφραση τοῦ Ρωσικοῦ  κειμένου, διαπιστώσαμε ὅτι ἡ παράθεση ἀπό τόν ἅγ. Μάξιμο τῶν Εἱρμῶν τοῦ  ἰαμβικοῦ Κανόνος τῆς ἑορτῆς τῆς Πεντηκοστῆς, ποιήματος Ἰωάννου τοῦ Ἀρκλᾶ («Θείῳ καλυφθείς ὁ βραδύγλωσσος γνόφῳ…» κ.λ.π.), σέ ἦχο Τέταρτο, μᾶς ὑποχρέωνε νά  συνθέσουμε  καί  τά  Τροπάρια  βάσει τῶν Εἱρμῶν, ὁπότε  προέκυπτε ἕνας νέος ἰαμβικός Κανόνας, σέ «ἐν πολλοῖς»  ἄγνωστο ὅμως  μέλος  στό  εὐρύ κοινό. Γιά τοῦτο ὁδηγηθήκαμε  στήν  ἀπόφαση  τῆς  συνθέσεως  καί  ἑνός  δευτέρου  Κανόνος, κατά  τό  παγκοίνως  γνωστό μέλος  τοῦ  Μικροῦ  Παρακλητικοῦ  Κανόνος  στήν Ὑπεραγία  Θεοτόκο («Ὑγράν  διοδεύσας…» κ.λ.π.), σέ ἦχο πλάγιο τοῦ Τετάρτου.  Ὁ δεύτερος  αὐτός  Κανόνας παρατέθηκε κατά  Ὠδή, ἀμέσως  μετά  τήν  ἀντίστοιχη  Ὠδή  τοῦ  πρώτου  Κανόνος (ὅπως  συνήθως  συμβαίνει στόν Ὄρθρο, σέ μνῆμες  Ἁγίων ἤ Ἑορτές  πού  τιμῶνται  μέ  δύο  Κανόνες).  Καί  στίς  δύο περιπτώσεις διατηρήθηκε  τό  ὕφος  καί  τό  πνεῦμα  τοῦ  ἁγ. Μαξίμου  καί  καταβλήθηκε  προσπάθεια  νά  χρησιμοποιηθοῦν οἱ  βασικές  λέξεις (ρήματα, ἐπίθετα)  τοῦ Ρωσικοῦ  κειμένου.

Ὁ ὁμότιμος καθηγητής κ.Βλάσιος Σαββίδης σχολιάζοντας τό σχετικό ποίημα γράφει :

«..Τό  ὑπό παρουσίασιν νέον ἔργον τοῦ  ἀγαπητοῦ συναδέλφου, ἐδικαίωσεν πλήρως τάς προσδοκίας μας. Πρόκειται περί  ἔργου μεγάλου, διότι  ἐπέτυχεν  εἰς  τήν  προσπάθειαν  τῆς  μεταφορᾶς  τοῦ  ἀσκητικοῦ πνεύματος, τοῦ μοναχικοῦ ἤθους, τοῦ  γλαφυροῦ ὕφους  καί  τῆς  θεολογικῆς  σκέψεως  τοῦ  πρώτου  ποιητοῦ  του ἁγ. Μαξίμου τοῦ Γραικοῦ. Μάλιστα ὁ Κανών, ἀποτελούμενος  εἰς  τήν  νέαν  του  μορφήν ἀπό  δύο  νέους  Κανόνας, ἀναδεικνύει τόν μεγάλον βαθμόν δυσκολίας τοῦ ἐγχειρήματος.

Τό  ὑμνογραφικόν  ἔργον  τοῦ  συναδέλφου Ἁγιολόγου  καί Ὑμνογράφου, διακρίνεται  γενικῶς διά τήν  κομψότητα  τοῦ  ποιητικοῦ  λόγου, τήν πυκνότητα  τῶν νοημάτων, τήν εὑρηματικότητα  τῶν  ἰδεῶν  καί  τήν  ἐν  συντομίᾳ περιεκτικότητα (ἡ ὁποία εἶναι τό κύριον – κατά  τήν γνώμην μου – χαρακτηριστικόν  του).

Τά φιλολογικά  στοιχεῖα  εἰς τό  ὅλον ἔργον  (προσφωνήσεις εὐλαβείας,  μεταφορικά σχήματα,  παρομοιώσεις, ποιητικά ἐπίθετα, εἰκόνες,  ἀποστροφές, ἀντιθέσεις, κ.λ.π.) εἶναι  ἐμφανέστατα  καί πυκνά. Κατά τήν μεταφοράν  τοῦ Κανόνος  τοῦ  ἁγ. Μαξίμου εἰς  τούς  δύο  νέους  Κανόνας, ὁ νέος Ὑμνογράφος  ἐπέτυχεν τόν  σεβασμόν  εἰς  τό  ὅλον  πνεῦμα  τοῦ  ἁγίου  Ποιητοῦ.»

ΜΕΡΟΣ – Δ –

Περιλαμβάνει σχετικό μουσικό παράρτημα τοῦ Πρωτοψάλτου καί Μουσικοδιδασκάλου κ.Γεωργίου Χρονόπουλου.

ΜΕΡΟΣ – Ε –  (Παράρτημα)

Περιλαμβάνει Χαιρετισμούς στόν  Ἅγιο Μάξιμο τόν Γραικό. Ἔργο καί αὐτό τοῦ καθηγητῆ  Ἀντωνίου Μάρκου, πού γιά πρώτη φορά δημοσιεύονται!

Ἡ κεντρική διάθεση τοῦ βιβλίου γίνεται:

Εκδόσεις Νεκτάριος Παναγόπουλος
Τηλέφωνο: +30 210 32 24 819
Fax: +30 210 32 24 820
E-mail: hi@npanagopoulos.gr

 

 

 

Οπισθόφυλλο 001
Ἀντί ἐπιλόγου.

«…Συγχαίροντες ἀπό καρδίας τόσον τούς ἐλλογιμωτάτους κ. κ. Καθηγητάς Ἀντώνιον Μάρκου, Διευθυντήν τοῦ Ἁγιολογικοῦ Κέντρου «ΟΣΙΟΣ ΣΥΜΕΩΝ Ο ΜΕΤΑΦΡΑΣΤΗΣ» καί χαρισματικόν Ἁγιολόγον – Ὑμνογράφον καί Βλάσιον Σαββίδην, διά τό ἄρτιο καί ἐμπεριστατωμένο Εἰσαγωγικό Σημείωμα τῆς παρούσης Ὑμνογραφικῆς ἐκδόσεως, ὅσον καί τόν Αἰδεσιμολ. Πρωτοπρεσβύτερο π. Δημήτριο Ἀθανασίου μετά τῆς εὐλαβεστάτης Πρεσβυτέρας του, διά τήν θεοφιλῆ πρόνοια καί τήν συνεργασία των μετά τοῦ εἰρημένου Ὑμνογράφου, εὐχόμεθα διαπύρως ὅπως τό Πανάγιον καί Ζωοποιόν καί Παντοδύναμον Πνεῦμα, ὁ εἷς τῆς Τριάδος Θεός, τό ὁμότιμον καί ὁμόδοξον τῷ Πατρί καί τῷ Υἱῷ, τό φωτίζον καί στηρίζον καί ἁγιάζον τάς ψυχάς ἡμῶν, εἰρηνεύῃ καί ποδηγετῇ τήν Μίαν Ἁγίαν Καθολικήν καί Ἀποστολικήν τοῦ Χριστοῦ Ἐκκλησίαν, πρός τόν εὔδιον ἐν οὐρανοῖς λιμένα καί τούς πιστούς εἰς «νομάς χαρισμάτων».

                                                                                                                 

                                                                          † Ὁ Κυθήρων Σεραφείμ

 

ΑΝΑΚΟΙΝΩΣΗ ΙΣΤΟΛΟΓΙΟΥ.

Γίνεται γνωστό στους αγαπητούς αναγνώστες ότι, λόγω της σπουδαιότητας της παραπάνω έκδοσης, δεν θα γίνονται αναρτήσεις  στο συγκεκριμένο ιστολόγιο μέχρι τέλος Αυγούστου 2014.

Οι προγραμματισμένες δημοσιεύσεις και άλλα άρθρα θα αναρτώνται στα παρακάτω ιστολόγιά μας.

Α.e-ΘΕΟΤΟΚΑΡΙΟ.e-theotokario.blogspot.com

Β.ΠΑΡΑΚΑΤΑΘΗΚΗ.fdathanasiou-parakatathiki.blogspot.com

π. Δ. Α

 

Advertisements

Ο Άθως και το Θαβώρ (Γέροντος Αιμιλιανού Σιμωνοπετρίτου)

IMG_0876

Από αιώνες, κάθε χρόνο, την παραμονή της Μεταμορφώσεως, αρκετοί μοναχοί αναχωρούν από την Μεγίστη Λαύρα με ζώα φορτωμένα με τρόφιμα, σκεπάσματα και λειτουργικά σκεύη και ανεβαίνουν προς την «’Αγίαν κορυφήν» του Άθωνα, σε ύψος 2.033 μέτρων, επάνω από τα σύννεφα, όπου βρίσκεται ένα μικρό παρεκκλήσι της Μεταμορφώσεως του Σωτήρος. Εκεί, την άλλη μέρα το βράδυ, θα κάνουν την ολονύχτιον αγρυπνίαν με τρόπο παρόμοιο προς όλα τα μοναστήρια του Αγίου Όρους. Ανεβαίνοντας σιγά-σιγά, όπως τότε, οι Απόστολοι ανέβαιναν με τον Ίησούν «εις όρος υψηλόν» (Ματθ. 17, 1), ψάλλουν τους προεόρτιους ύμνους στο ρυθμό των κωδωνίσκων των μουλαριών: «Δεύτε συνανέλθωμεν τω Ιησού αναβαίνοντι εις το όρος το άγιον…».

Στον δρόμο, μοναχοί από διάφορα μέρη του Όρους και προσκυνηταί ποικίλων εθνοτήτων, συνάπτονται μαζί τους, και αυτή η πομπή που συναποτελείται ομοιάζει τότε με τους Εβραίους που συγκεντρώνονταν από όλα τα μέρη της Παλαιστίνης μαζί με τους προσήλυτους για να εορτάσουν εις τον οίκον Κυρίου εις την Σιών (βλ. Β΄ Παραλ, 30,25). «Εκεί γαρ ανέβησαν αι φυλαί, φυλαί Κυρίου, μαρτύριον τω Ισραήλ, του εξομολογήσασθαι τω ονόματι Κυρίου» (Ψ. 121,4).

gallery_file_1628_b

Αυτή η «αγία Κορυφή», η οποία τακτικά ενδύεται με λαμπρό χιόνι, που άλλοτε αντανακλά τις ακτίνες του ηλίου και άλλοτε κρύβεται υπό την νεφέλη, ήταν προορισμένη να γίνη «Όρος του φωτός»· διότι η αρχαία λέξις «αίθων» σημαίνει: πυρώδης, αναλαμπών, αστράπτων…

mqdefault
Η κορυφή κατέχει μια ιδιαίτερη θέση στην καρδιά των αγιορειτών. Βλέπουν αυτό το όρος σαν τον άξονα του κόσμου, που ενώνει τον ουρανό και την γη, σαν τον στύλον διά του οποίου οι προσευχές τους αναβαίνουν προς τον Θεόν, σαν το υποπόδιον του Θεού, σαν την εκλεκτήν κατοικίαν της Παντανάσσης, της «Μητρός του Φωτός».

Αναρίθμητες εικόνες ή χαλκογραφίες δείχνουν την Παναγίαν στον ουρανό, πάνω από την χιονισμένη κορυφή του Άθωνος, που εξαπλώνει στον κόσμο το Μαφορίον της, την «αγίαν Σκέπην» της προσευχής της.

afon

Εκεί επίσης, κατά μια αρχαία και αδιάρρηκτη παράδοση, οι μοναχοί αναβαίνουν μερικές φορές για ένα προσωπικό προσκύνημα, για να προσευχηθούν πλησιέστερα προς τον ουρανό και για να λάβουν από τον θεόν μια πληροφορία για τις αποφασιστικές στιγμές της ζωής τους.

Εκεί, στον δέκατο αιώνα, εν ημέρα Μεταμορφώσεως, ο κτίτωρ της μονής των Ιβήρων, όσιος Ευθύμιος, είδε το φως του Θεού να εξαστράπτει ως πυρ φλέγων ενώ λειτουργούσε: «αίφνης φως αμέτρητον περιήστραψεν άπαντας και σεισμός εγένετο και όλοι έπεσαν πρυνείς κατά γης. Μόνος δε ο μακάριος Ευθύμιος ίστατο, φαινόμενος ως στύλος πυρός και μένων ακίνητος προ του ιερού θυσιαστηρίου».

Τέσσερεις αιώνες αργότερα, η Παναγία εμφανίστηκε στον άγιον Μάξιμον τον Καυσοκαλυβίτην μέσα σε άφθονο θείο φως και αρώματα, κρατώντας στην αγκαλιά της τον Κύριον, που ευλόγησε τον άγιον και τον γέμισε με θείαν αγαλλίασιν. Εκεί ακόμα, υστέρα από αιώνες τέτοιων γεγονότων που έμειναν κρυφά, ο Γέρων Ιωσήφ (+ 1959), ο μέγας ησυχαστής και πραγματικός πατήρ της σημερινής αναγεννήσεως της παραδόσεως της νοεράς προσευχής στο Άγιον Όρος, συνάντησε τον συνασκητή του, τον Γέροντα Αρσένιον (+1983) και άρχισε την ζωή σκληρού αγώνος και περιπλανήσεως στις κλιτύς του Άθωνος. Και από την κορυφήν αυτήν, μία μέρα, που είχε φθάσει στην απελπισία, μια λαμπρή ακτίνα φωτός εξήστραψε και μπήκε στην καρδιά του. Και από τότε, όπως σ’ ένα Θαβώρ, ο νους του δεν σταμάτησε να μένει διαρκώς με τον Ιησούν ενωμένο μέσα στην καρδία του.

Υπάρχει επίσης η διήγησις ότι επτά ασκηταί ζουν σ’ αυτά τα ύψη γυμνοί και άγνωστοι και διατηρούν διά μέσου των αιώνων, από γενεά σε γενεά, την μυστική παράδοση της ασκήσεως και της θεωρίας.

Μύθος ή αλήθεια η διήγησις αυτή δείχνει ακριβώς πόσο κεντρική είναι η θέσις της «Αγίας Κορυφής» στην συνείδηση και στην ζωή των αγιορειτών. Γι’ αυτό το μικρό παρεκκλήσι της Μεταμορφώσεως και δίπλα του ο πελώριος σιδερένιος σταυρός, που στέκονται σ’ αυτόν τον στενό βράχο, έχουν μια ιδιαίτερη συμβολική αξία και δείχνουν, σαν δύο σημεία, στον ουρανό και στον κάτω κόσμο, τα δύο χαρακτηριστικά της μοναστικής πολιτείας, η οποία είναι βίωσις του σταυρού, εκουσία και αδιάλειπτη συμμετοχή στο πάθος του Κυρίου, και είναι ταυτόχρονα η οδός της θεώσεως, μια ζωή μέσα στο φως της εσχατολογικής δόξης, που απεκάλυψε ο Χριστός, για μια στιγμή, στους Αποστόλους του, πάνω στο όρος Θαβώρ. Όπως ο Κύριος ανέβηκε στο όρος «κατ’ ιδίαν» με τους εκλεκτούς Μαθητές για να προσευχηθεί (Λουκ. 9, 28), έτσι και οι μοναχοί, απαρνούμενοι τον κόσμο, ζουν στον Άθωνα «εν ησυχία και προσευχή», ζουν εδώ και τώρα, μέσα στο φως της Μεταμορφώσεως. Ο Άθως είναι για αυτούς Θαβώρ, προτύπωσις της βασιλείας των ουρανών.

Στην δύση του Βυζαντίου, όταν ο άγιος Γρηγόριος ο Παλαμάς, ο αγιορείτης και μέγας διδάσκαλος του θείου φωτός, αγωνίστηκε εναντίον των ουμανιστών για την υπεράσπιση των ησυχαστών και την υποστήριξη της ορθοδόξου διδασκαλίας περί της θεώσεως του ανθρώπου — δηλαδή της πραγματικής συμμετοχής του στην ζωή του Θεού διά μέσου της ακτίστου χάριτος— το θέμα της Μεταμορφώσεως και της φύσεως του Θαβωρίου φωτός βρισκόταν στο κέντρο της διαμάχης. Σ’ όλα τα έργα τους, ο άγιος Γρηγόριος και οι ομόφρονές του, κάνουν αναρίθμητες αναφορές σ’ αυτό το θείο γεγονός και δείχνουν ότι η Μεταμόρφωσις του Κυρίου, ως πρότυπον της δικής μας θεώσεως, είναι κατ’ εξοχήν η εορτή του μοναχισμού, η πανήγυρις του Αγίου Όρους. Για χρόνια ο άγιος Γρηγόριος είχε ζήσει στους πρόποδες του Άθω, στην Μ. Λαύρα, και ως ησυχαστής στο υψηλότερα ευρισκόμενο κελλίον του αγίου Σάββα. Γι’ αυτόν όπως και για κάθε σύγχρονο αγιορείτη, ο Άθως ταυτίζεται με το Θαβώρ και με κάθε «όρος του Θεού», όπου ό Θεός αποκαλύφτηκε στους ανθρώπους. Γιά αυτούς είναι και Όρος Σιών, και όρος Σινά, όρος Κάρμελ, όρος των Ελαιών και όρος του Γολγοθά. Είναι επίσης παρόμοιο με όλα τα «άγια όρη» όπου ο Κύριος κατοίκησε «εν τοις αγίοις αυτού» (Ψ. 150,1) «εν αυναγωγή θεών» (Ψ.81,1), όμοιο με το όρος του Ολύμπου της Βιθυνίας, από το οποίο προήλθαν οι πρώτοι αγιορείτες, με το όρος του Λάτρου, με το όρος του Γάνου, με το βουνό του Αγίου Αυξεντίου και με όλα τα ένδοξα μοναστικά Κέντρα της Μικράς Ασίας• με τα άγια όρη της Ελλάδος, και παραλληλίζεται τέλος με το όρος του Ολύμπου – της αρχαίας κατοικίας του δωδεκαθέου. Συγγενεύει με τους ιερούς βράχους των Μετεώρων, όπου στον πιο ψηλό βράχο βρίσκεται κτισμένο μοναστήρι της Μεταμορφώσεως, με τα όρη της Πελοποννήσου, της Μακεδονίας, των Καρπαθίων, της Σερβίας, της Αρμενίας με το σεβαστό Αραράτ, τα Καυκάσια όρη· με τα όρη της Ρωσσίας και με το μικρό «Άγιον όρος» του αγίου Σεραφείμ στο δάσος του Σαρώφ· με το Μοnte Cassino του αγίου Βενεδίκτου, με το όρος του Μερκουρίου —φρούριο των βυζαντινών ασκητών στην Καλαβρία—, και με όλα τα άγια όρη της ορθοδόξου Δύσεως. Ο Άθως ταυτίζεται λοιπόν με όλ’ αυτά τα όρη που έγιναν Θαβώρ, για τους μοναχούς όλων των αιώνων, και που «μεταναστεύουν εκεί ως στρουθία» (Ψ. 10,11).

Σ’ αυτήν την νύχτα, μέσα στο στενό παρεκκλήσι, όπου μόνον λίγα πρόσωπα μπορούν να χωρέσουν, ενώ οι άλλοι προσπαθούν να ζεσταθούν λιγάκι δίπλα στη μεγάλη φωτιά που καίγεται απ’ έξω, οι φωνές των ψαλτών γίνονται σάλπιγγες της Εκκλησίας, που ανακηρύττουν στον κόσμο το μήνυμα του αϊδίου φωτός.

ΠΗΓΕΣ. (“Η βίωσις της Μεταμορφώσεως στη ζωή του αγιορείτου μοναχού”. -απόσπασμα- από τον Τόμο, «Μεταμόρφωση», εκδ. Ακρίτας, σ. 121-125)-ΙΕΡΑ ΜΟΝΗ ΠΡΟΦΗΤΗ ΗΛΙΑ ΘΗΡΑΣ

Ἡ   Μ ε τ α μ ό ρ φ ω σ η (π. Δ η μ η τ ρ ί ο υ   Μ π ό κ ο υ)

2290

Στὶς ἰ­δι­αί­τε­ρα λαμ­πρὲς ἑ­ορ­τὲς τοῦ κα­λο­και­ριοῦ ἀ­νή­κει καὶ ἡ Με­τα­μόρ­φω­ση τοῦ Σω­τῆ­ρος, στὶς 6 Αὐ­γού­στου. Εἶ­ναι ἑ­ορ­τὴ Δε­σπο­τι­κή, τοῦ Χρι­στοῦ δη­λα­δή, γι’ αὐ­τὸ καὶ τρῶ­με ψά­ρι, ἂν καὶ βρι­σκό­μα­στε μέ­σα στὴν αὐ­στη­ρὴ νη­στεί­α τῆς Πα­να­γί­ας.

Ἡ Με­τα­μόρ­φω­ση συ­νέ­βη λί­γο πρὶν ἀ­πὸ τὸ πά­θος τοῦ Κυ­ρί­ου, τὴ Σταύ­ρω­ση δη­λα­δὴ καὶ τὴν Ἀ­νά­στα­ση. Ἐ­πει­δὴ ἀ­κρι­βῶς ἐ­πρό­κει­το νὰ δο­κι­μα­σθεῖ σκλη­ρὰ ἡ πί­στη τῶν ἀ­πο­στό­λων, ὅ­ταν θὰ ἔ­βλε­παν νὰ πε­θαί­νει μὲ τὸν χει­ρό­τε­ρο τρό­πο ὁ δά­σκα­λός τους, ὁ Χρι­στὸς θέ­λη­σε νὰ τοὺς στε­ρε­ώ­σει κα­λά, «πλη­ρο­φο­ρῶν αὐ­τοὺς» ὅ­τι δὲν εἶ­ναι μό­νο ὅ,τι φαι­νό­ταν, ἄν­θρω­πος δη­λα­δὴ ἁ­πλός, ἀλ­λὰ καὶ Θε­ὸς τέ­λει­ος, «Κύ­ριος καὶ Βα­σι­λεὺς τῶν αἰ­ώ­νων». Ὥ­στε οἱ μα­θη­τὲς βλέ­πον­τας «τὰ θαυ­μά­σιά του», νὰ μὴ δει­λιά­σουν μπρὸς στὰ πα­θή­μα­τά του.

Ἔ­τσι λοι­πὸν πα­ρα­λαμ­βά­νει ὁ Ἰ­η­σοῦς «τοὺς προ­κρί­τους τῶν μα­θη­τῶν», Πέ­τρο, Ἰ­ά­κω­βο καὶ Ἰ­ω­άν­νη, τοὺς ἀ­νε­βά­ζει «εἰς ὄ­ρος ὑ­ψη­λόν», τὸ Θα­βώρ, καὶ με­τα­μορ­φώ­νε­ται μπρο­στά τους. Τὸ πρό­σω­πό του ἔ­λαμ­ψε σὰν ἥ­λιος καὶ τὰ ἐν­δύ­μα­τά του ἔ­γι­ναν λευ­κὰ σὰν τὸ φῶς. Ταυ­τό­χρο­να ἐμ­φα­νί­στη­καν ὁ Μω­υ­σῆς καὶ ὁ Ἠ­λί­ας καὶ συ­νο­μι­λοῦ­σαν μα­ζί του, προ­λέ­γον­τας τὴν ἔ­ξο­δό του, δη­λα­δὴ τὸν σταυ­ρι­κό του θά­να­το καὶ τὴν Ἀ­νά­στα­ση. Χω­ρὶς νὰ κα­τα­λα­βαί­νει κα­λὰ-κα­λὰ ὁ Πέ­τρος τί γί­νε­ται, συ­νε­παρ­μέ­νος ἀ­πὸ τὸ θέ­α­μα, εἶ­πε: «Κύ­ρι­ε, κα­λὰ εἶ­ναι νὰ μεί­νου­με ἐ­δῶ γιὰ πάν­τα. Νὰ κά­νου­με, ἂν θέ­λεις, τρεῖς σκη­νές, μί­α γιὰ σέ­να, μί­α γιὰ τὸν Μω­υ­σῆ καὶ μί­α γιὰ τὸν Ἠ­λί­α». Μὰ ἐ­νῷ μι­λοῦ­σε ἀ­κό­μα, μί­α νε­φέ­λη, ἕ­να σύν­νε­φο δη­λα­δὴ φω­τει­νό, τοὺς σκέ­πα­σε καὶ μέ­σα ἀ­π’ αὐ­τὸ μιὰ φω­νὴ ἀ­κού­στη­κε νὰ λέ­ει: «Αὐ­τὸς εἶ­ναι ὁ Υἱ­ός μου ὁ ἀ­γα­πη­τός. Αὐ­τὸν νὰ ἀ­κοῦ­τε». Οἱ τρεῖς μα­θη­τὲς τρό­μα­ξαν τό­σο πο­λύ, ποὺ ἔ­πε­σαν πρη­νεῖς, μὲ τὸ πρό­σω­πο στὴ γῆ. Τό­τε ὅ­μως τοὺς πλη­σί­α­σε ὁ Ἰ­η­σοῦς, τοὺς ἄγ­γι­ξε καὶ τοὺς λέ­ει: «Ση­κω­θεῖ­τε! Μὴ φο­βά­στε». Οἱ μα­θη­τές του σή­κω­σαν τὰ μά­τια, μὰ δὲν εἶ­δαν κα­νέ­να ἄλ­λον, πα­ρὰ μο­νά­χα τὸν Ἰ­η­σοῦ (Ματθ. 17, 1-8).

Μ’ αὐ­τὸ τὸ συγ­κλο­νι­στι­κὸ γε­γο­νὸς ὁ Χρι­στὸς ἔ­δει­ξε «τὸ ἀρ­χέ­τυ­πον κάλ­λος τῆς εἰ­κό­νος», τὴν ἀ­λη­θι­νὴ δη­λα­δὴ ὀ­μορ­φιὰ ποὺ μπο­ρεῖ νὰ ἔ­χει ὁ ἄν­θρω­πος, ἀ­φοῦ πλά­σθη­κε «κα­τ’ εἰ­κό­να» τοῦ Θε­οῦ. Ἡ ἀν­θρώ­πι­νη φύ­ση τοῦ Χρι­στοῦ εἶ­χε ἤ­δη τὸ κάλ­λος αὐ­τό, ἐ­πει­δὴ εἶ­χε ἐ­νω­θεῖ ἀ­π’ τὴ στιγ­μὴ τῆς συλ­λή­ψε­ώς του τέ­λεια καὶ ἀ­δι­άρ­ρη­κτα μὲ τὴ θε­ϊ­κὴ φύ­ση του.

Καὶ πά­λι δὲν ἔ­δει­ξε ὅ­λη τὴ λαμ­πρό­τη­τά του ὁ Χρι­στός, ἀλ­λὰ μό­νο ὅ­ση μπο­ροῦ­σαν νὰ ἀν­τέ­ξουν τὰ μά­τια τῶν μα­θη­τῶν του, καὶ ἀ­φοῦ προ­η­γου­μέ­νως τὰ εἶ­χε δυ­να­μώ­σει καὶ εἶ­χε δι­ευ­ρύ­νει τὴ φυ­σι­κή τους δυ­να­τό­τη­τα. Για­τὶ κα­νέ­νας δὲν μπο­ρεῖ νὰ δεῖ τὸ πρό­σω­πο τοῦ Θε­οῦ, τὴν πραγ­μα­τι­κή του δό­ξα, καὶ νὰ ζή­σει. Ὁ ἄν­θρω­πος φυ­σι­ο­λο­γι­κὰ πε­θαί­νει, δι­α­λύ­ε­ται, ὅ­πως τὸ κε­ρὶ στὴ φω­τιά, ὅ­ταν βρε­θεῖ μπρο­στὰ στὸ φο­βε­ρὸ με­γα­λεῖ­ο τοῦ Θε­οῦ. Γι’ αὐ­τὸ καὶ ὁ Χρι­στὸς ἐ­νί­σχυ­σε τοὺς μα­θη­τές του, ὥ­στε τὸ ἄυ­λο πῦρ τῆς θε­ό­τη­τάς του νὰ μὴν κα­τα­φλέ­ξει τὰ ὑ­λι­κά τους σώ­μα­τα. Καὶ τοὺς ἔ­δει­ξε κα­θα­ρὰ ὅ­τι, ἂν καὶ ἦ­ταν ἕ­να πρό­σω­πο, ὁ Υἱ­ὸς καὶ Λό­γος τοῦ Θε­οῦ, ὅ­μως εἶ­χε πά­νω του δύ­ο φύ­σεις, θε­ϊ­κὴ καὶ ἀν­θρώ­πι­νη, ἑ­νω­μέ­νες καὶ ἀ­δι­αί­ρε­τες, ἀλ­λὰ ἀ­σύγ­χυ­τες καὶ δι­α­κρι­τὲς μέ­σα του (ὅ­ρος Δ΄ Οἰ­κουμ. Συ­νό­δου). Ἦ­ταν ὁ ἀ­λη­θι­νὸς Θε­άν­θρω­πος.

Τὰ τρο­πά­ρια τῆς ἑ­ορ­τῆς συν­δέ­ουν ἄ­με­σα τὴ Με­τα­μόρ­φω­ση μὲ κά­ποι­α πε­ρι­στα­τι­κὰ τῆς Πα­λαι­ᾶς Δι­α­θή­κης. Αὐ­τὸ εἶ­ναι γε­νι­κὸς κα­νό­νας στὴν Ἱ­ε­ρὰ Ἱ­στο­ρί­α. Ὅ­σα δη­λα­δὴ συμ­βαί­νουν κα­τὰ τὴν πρὸ Χρι­στοῦ ἐ­πο­χή, εἶ­ναι σύμ­βο­λα, εἰ­κό­νες καὶ προ­τυ­πώ­σεις γιὰ ὅ­σα θὰ λά­βουν χώ­ρα κα­τὰ τὴν ἐ­ναν­θρώ­πη­σή του.

Τὸ φῶς, ἡ δό­ξα καὶ ἡ λαμ­πρό­τη­τα τοῦ Χρι­στοῦ ποὺ ἄ­στρα­ψαν στὸ Θα­βώρ, προ­τυ­πώ­θη­καν μὲ ἀρ­κε­τὰ γε­γο­νό­τα κυ­ρί­ως ἀπ΄ τὴ ζω­ὴ τῶν προ­φη­τῶν Μω­υ­σῆ καὶ Ἠ­λί­α. Θὰ δοῦ­με μί­α μό­νο ἀ­π’ τὶς προ­ει­κο­νί­σεις αὐ­τές, τὸν στύ­λο τῆς νε­φέ­λης καὶ τοῦ πυ­ρός. Τί ἦ­ταν ὁ στύ­λος αὐ­τός;

Με­τὰ τὶς δέ­κα πλη­γὲς τῆς Αἰ­γύ­πτου ὁ Μω­υ­σῆς πῆ­ρε ἀ­π’ τὸν φα­ρα­ὼ τὴν ἄ­δεια νὰ φύ­γουν καὶ ὁ­δή­γη­σε τοὺς Ἰσ­ρα­η­λί­τες, δυ­ὸ πε­ρί­που ἑ­κα­τομ­μύ­ρια ψυ­χές, στὴν Ἐ­ρυ­θρὰ Θά­λασ­σα. Ὁ Κύ­ριος μὲ ἀ­πε­σταλ­μέ­νο του ἄγ­γε­λο προ­πο­ρευ­ό­ταν τὴν ἡ­μέ­ρα σὰν στή­λη νε­φέ­λης, ποὺ τοὺς ἔ­ρι­χνε σκιὰ καὶ τοὺς ἔ­δει­χνε τὸν δρό­μο. Τὴ νύ­χτα γι­νό­ταν στύ­λος πυ­ρὸς γιὰ νὰ τοὺς φέγ­γει. Ἔ­τσι μπο­ροῦ­σαν νὰ ὁ­δοι­πο­ροῦν, ἂν ἦ­ταν ἀ­νά-γκη, καὶ μέ­ρα καὶ νύ­χτα. Σα­ράν­τα ὁ­λό­κλη­ρα χρό­νια ποὺ οἱ Ἰσ­ρα­η­λί­τες ἦ­ταν στὴν ἔ­ρη­μο, ἡ νε­φέ­λη τὴν ἡ­μέ­ρα καὶ ὁ πύ­ρι­νος στύ­λος τὴ νύ­χτα δὲν ἔ­φυ­γαν πο­τὲ ἀ­πὸ κον­τά τους.

Με­τα­νοι­ω­μέ­νοι ὅ­μως οἱ Αἰ­γύ­πτιοι τοὺς κα­τα­δί­ω­ξαν καὶ τοὺς ἔ­φτα­σαν μπρο­στὰ στὴ θά­λασ­σα. Τό­τε ὁ προ­πο­ρευ­ό­με­νος ἄγ­γε­λος τοῦ Θε­οῦ ἔ­φυ­γε ἀ­πὸ μπρο­στὰ καὶ πῆ­ρε θέ­ση πί­σω ἀ­π’ τοὺς Ἰσ­ρα­η­λί­τες. Ὁ στύ­λος τῆς νε­φέ­λης ἔ­φυ­γε κι αὐ­τὸς ἀ­πὸ μπρο­στά τους καὶ στά­θη­κε πί­σω τους. Μπῆ­κε ἀ­νά­με­σα στὰ δυ­ὸ στρα­τό­πε­δα. Πρὸς τοὺς Αἰ­γυ­πτί­ους δη­μι­ουρ­γοῦ­σε σκο­τά­δι, ἐ­νῷ φώ­τι­ζε τὴν πλευ­ρὰ τῶν Ἰσ­ρα­η­λι­τῶν. Ἐν συ­νε­χεί­ᾳ ὁ λα­ὸς τοῦ Θε­οῦ πέ­ρα­σε τὴ θά­λασ­σα ποὺ χω­ρί­στη­κε στὰ δύ­ο μὲ θαῦ­μα, ὅ­ταν ὁ Μω­υ­σῆς τὴ χτύ­πη­σε σταυ­ρο­ει­δῶς μὲ τὸ ρα­βδί του, ἐ­νῷ οἱ Αἰ­γύ­πτιοι πνί­γη­καν, κα­θὼς ξα­να­ε­νώ­θη­καν τὰ νε­ρὰ (Ἐξ., κεφ. 14).

Ἀρ­γό­τε­ρα στὸ ὄ­ρος Σι­νὰ ὁ Θε­ὸς ἔ­δω­σε τὶς δέ­κα ἐν­το­λές. Τό­τε ἔ­δω­σε καὶ ἐν­το­λὴ γιὰ τὴν κα­τα­σκευ­ὴ τῆς Σκη­νῆς τοῦ Μαρ­τυ­ρί­ου, ποὺ δὲν ἦ­ταν πα­ρὰ ἕ­νας λυ­ό­με­νος να­ός. Ὁ Μω­υ­σῆς τὴν ἔ­στη­σε μπρο­στά, ἔ­ξω καὶ μα­κριὰ ἀ­π’ τὸ στρα­τό­πε­δο τῶν Ἰσ­ρα­η­λι­τῶν. Ὅ­ταν στὰ Ἅ­για τῶν Ἁ­γί­ων τῆς Σκη­νῆς το­πο­θε­τή­θη­κε ἡ Κι­βω­τὸς τῆς Δι­α­θή­κης μὲ τὶς θε­ό­γρα­φες πλά­κες τοῦ νό­μου, ἡ φω­τει­νὴ νε­φέ­λη κα­τέ­βη­κε στὴ Σκη­νὴ καὶ τὴ σκέ­πα­σε καὶ ἡ δό­ξα Κυ­ρί­ου τὴ γέ­μι­σε. Ὁ Μω­υ­σῆς δὲν μπό­ρε­σε νὰ εἰ­σέλ­θει στὴ Σκη­νὴ ποὺ ἦ­ταν κα­λυμ­μέ­νη καὶ γε­μά­τη ἀ­πὸ τὴ δό­ξα τοῦ Κυ­ρί­ου.

Ὁ Μω­υ­σῆς ἔμ­παι­νε στὴ Σκη­νὴ κά­θε φο­ρὰ ποὺ ἤ­θε­λε γιὰ κά­τι νὰ ρω­τή­σει τὸν Θε­ό. Τό­τε ὅ­λος ὁ λα­ὸς ση­κω­νό­ταν καὶ στε­κό­ταν ὁ κα­θέ­νας μπρο­στὰ στὴ σκη­νή του, κοι­τά­ζον­τας τὸν Μω­υ­σῆ ὥ­σπου νὰ μπεῖ στὴ Σκη­νὴ τοῦ Μαρ­τυ­ρί­ου. Με­τὰ τὴν εἴ­σο­δο τοῦ Μω­υ­σῆ κα­τέ­βαι­νε ὁ στύ­λος τῆς νε­φέ­λης καὶ στε­κό­ταν στὶς θύ­ρες τῆς Σκη­νῆς. Βλέ­πον­τάς το αὐ­τὸ ὁ λα­ὸς ὅ­λος προ­σκυ­νοῦ­σε, κα­θέ­νας ἀ­π’ τὴ θύ­ρα τῆς σκη­νῆς του. Ὁ Κύ­ριος ἐμ­φα­νι­ζό­ταν μέ­σα στὰ Ἅ­για τῶν Ἁ­γί­ων, πά­νω ἀ­π’ τὸ ἰ­λα­στή­ριο, τὸ χρυ­σὸ σκέ­πα­σμα τῆς Κι­βω­τοῦ τῆς Δι­α­θή­κης, μέ­σα σὲ νε­φέ­λη. Ἀ­πὸ ’­κεῖ μι­λοῦ­σε στὸν Μω­υ­σῆ «πρό­σω­πον πρὸς πρό­σω­πον», ὅ­πως μι­λά­ει ὁ κα­θέ­νας μὲ τὸν φί­λο του. Ἡ νε­φέ­λη σκέ­πα­ζε ἐ­πί­σης τὴ Σκη­νὴ καὶ ὅ­σες φο­ρὲς κα­τέ­φευ­γε ἐ­κεῖ ὁ Μω­υ­σῆς, γιὰ νὰ γλυ­τώ­σει ἀ­πὸ τὶς ἀ­πει­λη­τι­κὲς δι­α­θέ­σεις τῶν Ἑ­βραί­ων.

Ὅ­ταν ἡ νε­φέ­λη ση­κω­νό­ταν ἀ­πὸ τὴ Σκη­νή, οἱ Ἰσ­ρα­η­λί­τες ση­κώ­νον­ταν καὶ προ­χω­ροῦ­σαν. Ἂν ὅ­μως δὲν ση­κω­νό­ταν, πε­ρί­με­ναν ὅ­λοι στρα­το­πε­δευ­μέ­νοι, μέ­χρι τὴ στιγ­μὴ ποὺ ἡ νε­φέ­λη θὰ ἀ­νέ­βαι­νε. Στὸν τό­πο ποὺ στα­μα­τοῦ­σε ἡ νε­φέ­λη, στρα­το­πέ­δευ­ε ξα­νὰ ὁ λα­ός. Πα­ρέ­με­ναν στὸ στρα­τό­πε­δο ἀ­κό­μα καὶ πολ­λὲς μέ­ρες, βδο­μά­δες ἢ μῆ­νες. Ἂν δὲν ἔ­δι­νε τὸ σύν­θη­μα ὁ Θε­ὸς διὰ μέ­σου τῆς νε­φέ­λης, δὲν ξε­κι­νοῦ­σαν. Ὅ­ταν ὅ­μως ἀ­νέ­βαι­νε ἡ νε­φέ­λη ἀ­πὸ τὴ Σκη­νή, εἴ­τε μέ­ρα ἦ­ταν εἴ­τε νύ­χτα, ση­κω­νό­ταν ὅ­λος ὁ λα­ὸς καὶ προ­χω­ροῦ­σε μὲ συγ­κε­κρι­μέ­νη τά­ξη καὶ σει­ρά, κα­τὰ φυ­λές. Αὐ­τὰ εἶ­χαν ὁ­ρι­σθεῖ μὲ ἐν­το­λὲς τοῦ Θε­οῦ (Ἐξ., κεφ. 19-40).

Τὰ χρό­νια πέ­ρα­σαν, οἱ Ἰσ­ρα­η­λί­τες ἐγ­κα­τα­στά­θη­καν στὴ Γῆ τῆς Ἐ­παγ­γε­λί­ας, ἔ­γι­ναν με­γά­λο ἔ­θνος μὲ τὸν βα­σι­λιά τους Δαυ­ΐδ. Μό­νο ὅ­μως ὁ Σο­λο­μών, ὁ γιός του καὶ δι­ά­δο­χος, ἔ­λα­βε τὴν ἄ­δεια ἀ­π’ τὸν Θε­ὸ νὰ χτί­σει να­ό. Ἔ­γι­νε τό­τε ὁ πε­ρί­φη­μος να­ὸς τοῦ Σο­λο­μών­τα. Στὰ ἐγ­καί­νιά του ἔ­γι­νε ἡ ἐ­πί­ση­μη με­τα­φο­ρὰ τῆς Κι­βω­τοῦ τῆς Δι­α­θή­κης ἀ­πὸ τὸν λό­φο τῆς Σι­ών, τε­λευ­ταῖ­ο τό­πο ὅ­που εἶ­χε στή­σει τὴ Σκη­νὴ τοῦ Μαρ­τυ­ρί­ου ὁ Δαυ­ΐδ. Μὲ μιὰ με­γα­λό­πρε­πη πομ­πὴ ὁ Σο­λο­μών, οἱ ἱ­ε­ρεῖς, ὁ λα­ὸς ὁ­λό­κλη­ρος, προ­σφέ­ρον­τας ἀ­μέ­τρη­τες θυ­σί­ες στὸν Θε­ό, με­τέ­φε­ραν τὴν Κι­βω­τὸ στὰ Ἅ­για τῶν Ἁ­γί­ων τοῦ να­οῦ.

Ἦ­ταν μιὰ λαμ­πρὴ τε­λε­τή. Οἱ λευ­ΐ­τες καὶ οἱ ψάλ­τες μὲ τὶς οἰ­κο­γέ­νει­ές τους, ντυ­μέ­νοι μὲ λε­πτὰ λι­νὰ ἐν­δύ­μα­τα, στέ­κον­ταν πρὸς ἀ­να­το­λὰς τοῦ θυ­σι­α­στη­ρί­ου μὲ κύμ­βα­λα, ἅρ­πες καὶ κι­θά­ρες, δί­πλα σὲ ἑ­κα­τὸν εἴ­κο­σι ἱ­ε­ρεῖς ποὺ σάλ­πι­ζαν μὲ σάλ­πιγ­γες. Σὰν ἕ­νας ἄν­θρω­πος ψάλ­τες καὶ σαλ­πιγ­κτές, «ἐν τυμ­πά­νῳ καὶ χο­ρῷ, ἐν χορ­δαῖς καὶ ὀρ­γά­νῳ, ἐν ψαλ­τη­ρί­ῳ καὶ κι­θά­ρᾳ, ἐν κυμ­βά­λοις εὐ­ή­χοις, ἐν κυμ­βά­λοις ἀ­λα­λαγ­μοῦ», ὑ­μνοῦ­σαν μὲ μιὰ φω­νὴ τὸν Κύ­ριο: «Ἐ­ξο­μο­λο­γεῖ­σθε τῷ Κυ­ρί­ῳ ὅ­τι ἀ­γα­θόν, ὅ­τι εἰς τὸν αἰ­ῶ­να τὸ ἔ­λε­ος αὐ­τοῦ».

Καὶ πά­λι τό­τε ἡ νε­φέ­λη, μὲ τὸ ποὺ οἱ ἱ­ε­ρεῖς βγῆ­καν ἀ­π’ τὰ Ἅ­για τῶν Ἁ­γί­ων, κα­τέ­βη­κε καὶ γέ­μι­σε τὸν να­ὸ τοῦ Κυ­ρί­ου. Οἱ ἱ­ε­ρεῖς δὲν μπο­ροῦ­σαν νὰ στα­θοῦν καὶ νὰ προ­σφέ­ρουν τὴ λα­τρεί­α. Ἡ δό­ξα τοῦ Κυ­ρί­ου εἶ­χε κα­τα­κλύ­σει τὸν να­ό. Ἀ­π’ τὸν οὐ­ρα­νὸ κα­τέ­βη­κε φω­τιὰ κι ἔ­κα­ψε τὰ ὁ­λο­καυ­τώ­μα­τα καὶ τὶς θυ­σί­ες. Οἱ Ἰσ­ρα­η­λί­τες βλέ­πον­τάς τα ὅ­λα αὐ­τά, ἔ­σκυ­ψαν τὰ πρό­σω­πά τους στὴ γῆ, προ­σκύ­νη­σαν τὸν Θε­ὸ καὶ τὸν ὕ­μνη­σαν, ψάλ­λον­τας ὅ­τι εἶ­ναι ἀ­γα­θός, «ὅ­τι εἰς τὸν αἰ­ῶ­να τὸ ἔ­λε­ος αὐ­τοῦ». Ἡ ἑ­ορ­τὴ τῶν ἐγ­και­νί­ων τοῦ να­οῦ γι­ορ­τά­στη­κε ἐ­πὶ ἑ­πτὰ ἡ­μέ­ρες μὲ ἄ­κρα με­γα­λο­πρέ­πεια. Ὁ  Σο­λο­μὼν θυ­σί­α­σε εἴ­κο­σι δύ­ο χι­λιά­δες μο­σχά­ρια καὶ ἑ­κα­τὸν εἴ­κο­σι χι­λιά­δες πρό­βα­τα, για­τὶ ἡ συ­νά­θροι­ση τοῦ λα­οῦ ἀ­πὸ κά­θε γω­νιὰ τοῦ Ἰσ­ρα­ὴλ ἦ­ταν πρω­το­φα­νής (Γ΄ Βασ., κεφ. 8 καὶ Β΄Πα­ρα­λειπ., κεφ. 5-7).

Πα­ρὰ τὴν τό­ση δό­ξα καὶ λαμ­πρό­τη­τα ὅ­μως, ὁ στύ­λος τῆς νε­φέ­λης καὶ τοῦ πυ­ρὸς δὲν ἦ­ταν πα­ρὰ προ­τύ­πω­ση καὶ σύμ­βο­λο γιὰ μελ­λον­τι­κὰ λαμ­πρό­τε­ρα πράγ­μα­τα, ἐν προ­κει­μέ­νῳ γιὰ τὴ Με­τα­μόρ­φω­ση. Οἱ ὕ­μνοι τῆς ἑ­ορ­τῆς τὸ ἀ­να­φέ­ρουν ρη­τά. Ἡ δό­ξα ποὺ ἐ­πι­σκί­α­ζε τὴ σκη­νή, ὁ πυ­ρί­μορ­φος στύ­λος καὶ ἡ νε­φέ­λη στὴν ἔ­ρη­μο τό­τε, «τύ­πος γε­γέ­νη­ται τῆς Με­τα­μορ­φώ­σε­ως». Ὁ πύ­ρι­νος στύ­λος δεί­χνει τὸν Χρι­στὸ καὶ ἡ νε­φέ­λη τὴ χά­ρη τοῦ Ἁ­γί­ου Πνεύ­μα­τος ποὺ ἐ­πι­σκί­α­σε τὸ Θα­βὼρ (α΄, γ΄ καὶ στ΄ ᾠ­δή κα­νό­νος ἑ­ορ­τῆς).

Ἂν λοι­πὸν τὸ σύμ­βο­λο, ὁ τύ­πος καὶ ἡ σκιὰ τῶν μελ­λόν­των, ἕ­να πράγ­μα δη­λα­δὴ προ­σω­ρι­νὸ ποὺ ἔ­μελ­λε νὰ κα­ταρ­γη­θεῖ, εἶ­χε τό­ση λαμ­πρό­τη­τα καὶ δό­ξα, πό­σο λαμ­πρό­τε­ρο εἶ­ναι τὸ ἴ­διο τὸ γε­γο­νὸς γιὰ τὸ ὁ­ποῖ­ο μι­λά­ει ὁ τύ­πος καὶ ποὺ δὲν πρό­κει­ται νὰ κα­ταρ­γη­θεῖ πο­τέ; Γι’ αὐ­τὸ καὶ ἡ Με­τα­μόρ­φω­ση τοῦ Σω­τῆ­ρος Χρι­στοῦ εἶ­ναι ἀ­συγ­κρί­τως λαμ­πρό­τε­ρη ἀ­πὸ τοὺς τύ­πους ποὺ τὴν προ­ει­κό­νι­σαν.

Σ’ αὐ­τὴ τὴ δό­ξα θέ­λει νὰ μᾶς κά­νει με­τό­χους ὁ Θε­ός. Ἂν ἀ­κού­σου­με τὰ προ­στάγ­μα­τα τοῦ Χρι­στοῦ, ὅ­πως μᾶς πα­ράγ­γει­λε ἡ θε­ϊ­κὴ φω­νὴ ἀ­π’ τὴ νε­φέ­λη («αὐ­τοῦ ἀ­κού­ε­τε»), θὰ συ­να­νέλ­θου­με μα­ζί του στὸ Θα­βώρ. Θὰ εἰ­σέλ­θου­με στὴ φω­τει­νὴ νε­φέ­λη. Θὰ λάμ­ψου­με κι ἐ­μεῖς ἀ­πὸ τὸ φῶς του σὰν τὸν ἥ­λιο στὴ Βα­σι­λεί­α του. Μα­κά­ρι νὰ τὸ πε­τύ­χου­με. Ἀ­μήν.

 

Αὔ­γου­στος 2013