Διηγήσεις από την Ορθόδοξη παράδοση για την αίρεση των Μονοφυσιτών

13615440_1131393553586123_6833206786406661523_nΟ Μέγας Ευθύμιος, βασίλισσα Ευδοκία, αίρεση των Μονοφυσιτών

Ο Μέγας Ευθύμιος, βασίλισσα Ευδοκία, αίρεσι των Μονοφυσιτών

Πώς ο Μέγας Ευθύμιος επέστρεψε την βασίλισσα Ευδοκία από την αίρεσι των Μονοφυσιτών.

Η μακαρία Ευδοκία εξαπατήθηκε από τον Θεοδόσιο και ακολούθησε τις δοξασίες του. Γι’ αυτό και αποχωρίσθηκε από την εκκλησιαστική κοινωνία της καθολικής ορθοδόξου  Εκκλησίας. Κατέβαλε και κάθε προσπάθεια για να επικρατήσουν και οργανωθούν οι Αποσχίται και αγωνιζόταν κατά των ορθοδόξων. Γι’ αυτό κι’ όλοι οι μοναχοί της αγίας πόλεως και της ερήμου των Ιεροσολύμων ακολούθησαν την αποστασία, μολονότι ο Θεοδόσιος είχε διωχθή και στο θρόνο βρισκόταν ο Ιουβενάλιος. Αυτή, λοιπόν, έλαβε πολλές επιστολές και από τον αδελφό της Ουαλέριο και από τον άνδρα της θυγατέρας της να απομακρυνθή από την αίρεσι των Ευτυχιανιστών και να συνταχθή με την πίστι της Ορθοδόξου Εκκλησίας. Το ετόνιζαν δε αυτό ιδιαίτερα και λόγω των θλιβερών γεγονότων που είχαν συμβή στην οικογένειά της, δηλαδή τον φόνο του γαμπρού της στη Ρώμη και στη συνέχεια την αιχμαλωσία της κόρης της και των εγγονών της στην Αφρική. Εκείνη όμως στενοχωριόταν κι’ εδίσταζε και δεν ήθελε να παραβιάση τη συνείδησί της ένεκα των συγγενών της και να προδώση την ορθή, όπως νόμιζε, πίστι της. Γι’ αυτό σκέφθηκε να επικοινωνήση με θεοφόρους άνδρες και από αυτούς να μάθη καλά την ορθή πίστι. Προς τον σκοπό αυτό στέλνει τον πολύ ενάρετο χωρεπίσκοπο Αναστάσιο μαζί με μερικούς άλλους στην Αντιόχεια στον άγιο Συμεών το στυλίτη, που ήταν ονομαστός σ’ όλην την οικουμένη κι’ έλαμπε με τις αρετές του. Αφού του έγραφε τις δικές της σκέψεις γύρω από το θέμα της ορθής πίστεως, τον παρακαλούσε να λάβη τη θεάρεστη γνώμη του. Ο άγιος Συμεών της απάντησε τα εξής:

Γνώριζε ότι ό διάβολος βλέποντας τον πλούτο των αρετών σου, ζήτησε να σε κοσκινίση σαν το σιτάρι. Κι’ εκείνος ο Θεοδόσιος, ο διαφθορεύς της ορθής πίστεως, που έγινε δοχείο και όργανο του πονηρού, σου θόλωσε το νου και διατάραξε την ψυχή σου, που αγαπά και αγαπάται από τον Θεό. Αλλά έχε θάρρος, γιατί η πίστι σου δεν χάθηκε. Εγώ όμως απόρησα για τούτο: Ενώ έχεις κοντά σου την πηγή, την αγνοείς. Κι’ έτρεξες τόσο μακρυά για ν’ αντλήσης πνευματικό νερό. Κοντά σου, λοιπόν, έχεις τον θεοφόρο Ευθύμιο. Ακολούθησε τις δικές του διδασκαλίες και νουθεσίες και θα σωθής.

Αφού άκουσε αυτά η μακαριστή Ευδοκία, δεν έδειξε καμμιά αμέλεια. Πρώτα απ’ όλα έμαθε ότι ο μέγας Ευθύμιος δεν δέχεται να πάη σε καμμία πόλι. Έπειτα πήγε στο ψηλότερο μέρος της ανατολικής ερήμου, τριάντα περίπου στάδια (5.500 μ. περίπου) νοτιώτερα από τη Λαύρα του αγίου και εκεί οικοδόμησε έναν πύργο, επειδή επιθυμούσε ν’ απολαμβάνη από εκεί πιο συχνά τις διδαχές του αγίου. Έστειλε δε τον σταυροφύλακα Κοσμά και τον χωρεπίσκοπο Αναστάσιο να τον αναζητήσουν. Αυτοίήλθαν στη Λαύρα, αλλά δεν τον βρήκαν. Αφού έμαθαν ότι βρισκόταν στον Ρουβά, πήραν μαζί τους τον μακαριστό Θεόκτιστο και πήγαν να τον συναντήσουν εκεί. Και αφού τον παρακάλεσαν πολύ και με πολλά λόγια, τον έπεισαν και τον έφεραν προς την Ευδοκία, στον πύργο που εκείνη έκτισε και σήμερα έχει ιδρυθή εκεί η μονή του Σχολαρίου.

Όταν είδε τον άγιο Ευθύμιο η Ευδοκία, εγέμισε από χαρά. Έτρεξε, τον προσκύνησε και του είπε. Τώρα γνωρίζω ότι με επισκέφθη­κε την ανάξια ο Θεός με τη δική σου παρουσία. Και ο άγιος γέροντας, αφού την ευλόγησε, της είπε: Πρόσεχε, παιδί μου, τον εαυτό σου από δω και πέρα. Για να παρασυρθής και ν’ ακολουθήσης την πονηρή δοξασία του Θεοδοσίου, σου συνέβησαν τα κακά και ολέθρια γεγονότα της Ιταλίας. Απομακρύνσου από την κακοδοξία. Και όπως δέχεσαι την πίστι των τριών Οικουμενικών Συνόδων, της Νικαίας που συνήλθε κατά του Αρείου, της Κωνσταντινουπόλεως κατά του Μακεδονίου και της Εφέσου κατά του Νεστορίου, έτσι να δεχθής και τον όρο που διακήρυξε η Σύνοδος που συνήλθε στη Χαλκηδόνα. Αφού απομακρυνθής από την επικοινωνία του Διοσκούρου, να συνταχθής με το μέρος του Αρχιεπισκόπου Ιεροσολύμων Ιουβεναλίου και να έχης μαζί του εκκλησιαστική επικοινωνία.

Αφού είπε αυτά και προσευχήθηκε γι’ αυτήν και της έδωσε διάφορες συμβουλές,αναχώρησε. Εκείνη εθαύμασε πολύ την αρετή του αγίου. Και όσα της είπε, αμέσως και έμπρακτα τα εφάρμοσε, με τη συναίσθησι ότι τα άκουσε από το στόμα του Θεού. Αμέσως πήγε στα Ιεροσόλυμα και διά μέσου των πρεσβυτέρων Κοσμά και Αναστασίου επικοινώνησε με τον Αρχιεπίσκοπο και συντάχθηκε με την πίστι της Ορθοδόξου Εκκλησίας και απέκτησε την εκκλησιαστική κοινωνία. Το παράδειγμά της ακολούθησαν και πολλοί άλλοι, ένα πλήθος από λαϊκούς και μοναχούς, που είχαν πλανηθή από τον Θεοδόσιο1.

1. Κυρίλλου Σκυθοπολίτου, Βίος και πολιτεία του οσίου πατρός ημών Ευθυμίου του Μεγάλου, Άνθη της ερήμου 3, Εκδόσεις «Ζύμη», σ. 87-91

“ΑΓΙΟΡΕΙΤΙΚΗ ΜΑΡΤΥΡΙΑ
«ΤΡΙΜΗΝΙΑΙΑ ΕΚΔΟΣΙΣ
ΙΕΡΑΣ ΜΟΝΗΣ ΞΗΡΟΠΟΤΑΜΟΥ – ΤΕΥΧΗ 12-13

————————————————————————

Διηγήσεις  από το Λειμωνάριο

 

Α.Μονοφυσίτης ή Ορθόδοξος; …

Μονοφυσίτης ή Ορθόδοξος; ... Διήγηση από το Λειμωνάριο

Άγγελος Κυρίου ζητά από έναν απλοϊκό γέροντα, που είχε 
κοινωνία με τους Σεβηριανούς, να ξεκαθαρίση την πίστι του, 
προτού πεθάνη.

Μας διηγήθηκε ο αββάς Γεώργιος ο πρεσβύτερος του κοινοβίου των Σχολαρίων ότι ησύχαζε στα Μονίδια ένας γέροντας πολύ φιλόπονος, ήταν όμως αφελής κατά την πίστη και μεταλάμβανε αδιάκριτα όπου έβρισκε. Μια μέρα λοιπόν του φανερώθηκε άγγελος Θεού και του είπε; «Πες μου, γέροντα, αν πεθάνεις, πώς θέλεις να σε ενταφιάσουμε; Όπως οι Αιγύπτιοι μοναχοί ενταφιάζουν, ή όπως οι Ιεροσολυμίτες;» Ο γέροντας τότε του αποκρίθηκε και του είπε: «Δεν ξέρω». Τότε του λέει ο άγγελος: «Σκέψου κι έρχομαι μετά τρεις βδο¬μάδες και μου λες». Πήγε τότε ο γέροντας σε κάποιον άλλο και του διηγήθηκε όσα άκουσε από τον άγγελο. Μόλις λοιπόν το άκουσε ο γέροντας, έμεινε εμβρόντητος από το άκουσμα. τον ατένισε για πολύ και του λέει, παρακινημένος από το Θεό: «Πού μεταλαμβάνεις τα άγια μυστήρια;» Αυτός αποκρίνεται και του λέει: «Όπου βρω». Τότε του λέει ο γέροντας: «Μην κρίνεις πια σωστό να κοινωνήσεις έξω από την αγία καθολική και αποστολική Εκκλησία, η οποία μνημονεύει τις τέσσερις άγιες συνόδους, της Νικαίας των 318 (Θεοφόρων Πατέρων), και της Κωνσταντινουπόλεως των 150 και της Εφέσου την πρώτη των 200 και της Χαλκηδόνος των 630. Κι όταν έρθει ο άγγελος, πες του: «Όπως οι Ιεροσολυμίτες θέλω». Μετά τρεις βδομάδες λοιπόν ήρθε ο άγγελος και λέει στο γέροντα: «Τί έγινε, γέροντα; Σκέφτηκες;» Τότε ο γέροντας του λέει: «Όπως οι Ιεροσολυμίτες θέλω». Του λέει ο άγγελος: «Καλά, καλά». Κι ευθύς παράδωσε την ψυχή. Κι όλο αυτό έγινε, για να μη χάσει τους κόπους του ο γέροντας και καταδικαστεί μαζί με τους αιρετικούς.(Ιωάννου Μόσχου, Λειμωνάριον σ. 195-196)

Β.Συμβολικό όνειρο ενός Σύρου τραπεζίτη για την Πνευματική πορνεία του αδελφού του.

Ο αββάς Θεόδωρος, ο ηγούμενος της παλαιάς Λαύρας, μας διηγήθηκε ότι ήσαν στην Κωνσταντινούπολη δυο αδελφοί τραπεζίτες Σύροι. Και λέει ο μεγάλος στο μικρό: «Ας κατεβούμε στη Συρία, να πάρουμε το γονικό μας σπίτι». Του λέει ο μικρότερος: «Και γιατί να αφήσουμε και οι δυο την τράπεζα; Λοιπόν ή κατέβα εσύ και θα μείνω εδώ, ή κατεβαίνω και μείνε εσύ». Συμφώνησαν λοιπόν να κατεβεί ο μικρός. Και μόλις κατέβηκε ο μικρότερος, μετά από λίγο καιρό βλέπει ένα όνειρο αυτός που έμεινε στην Κωνσταντινούπολη, δηλαδή ένα γέροντα ιεροπρεπή που του έλεγε: «Ξέρεις ότι ο αδελφός σου πόρνευσε με τη γυναίκα του καπήλου;» Αυτός, όταν σηκώθηκε, λυπήθηκε και είπε μέσα του: «Εγώ είμαι ο αίτιος. Γιατί λοιπόν τον άφησα μόνο;» Και μετά από λίγο καιρό ξαναβλέπει τον ίδιο να του λέει: «Ξέρεις ότι ό αδελφός σου έπεσε στην αμαρτία με την γυναίκα του καπήλου;» Βλέποντάς τον ξανά, λυπήθηκε. Μετά από λίγο καιρό τον ξαναβλέπει τρίτη φορά και του λέει: «Δεν ξέρεις ότι ο αδελφός σου έχασε την ελευθερία και κυλίστηκε με τη σύζυγο του καπήλου;» Και του γράφει από την Κωνσταντινούπολη στη Συρία: «Αμέσως και στη στιγμή άφησέ τα όλα και γύρισε στο Βυζάντιο». Αυτός, μόλις πήρε τα γράμματα, τα άφησε όλα κι ανέβηκε κοντά στον αδελφό του. Τότε, μόλις τον είδε, τον παίρνει στη Μεγάλη Εκκλησία κι άρχισε με λύπη να τον κατηγορεί και να του λέει: «Ωραία που πόρνευσες με τη γυναίκα του καπήλου;» Ο άλλος όταν το άκουσε, άρχισε να ορκίζεται στο Θεό τον Παντοκράτορα και να λέει: «Δεν ξέρω τί λες, ούτε πόρνευσα ούτε γνώρισα καμιά γυναίκα εν αμαρτία, εκτός από τη νόμιμη». Μόλις λοιπόν τα άκουσε ο αδελφός ο μεγαλύτερος, του λέει: «Λοιπόν μήπως έπραξες τίποτα βαρύτερο;» Αυτός αποκάλυψε τούτο: «Δεν νομίζω ότι διέπραξα τίποτε άπρεπο, εκτός από το ότι βρήκα στο χωριό μας μοναχούς από το δόγμα του Σεβήρου. Κι επειδή δεν ήξερα αν είναι κακό, ερχόμουν σε μυστηριακή κοινωνία μ’ αυτούς. Άλλο τίποτε δεν νομίζω να έπραξα». Τότε κατάλαβε ο μεγαλύτερος αδελφός ότι αυτό ήταν η πορνεία του, το ότι άφησε την αγία Καθολική Εκκλησία κι έπεσε στην αίρεση του Σεβήρου του ακεφάλου, ο οποίος ήταν πράγματι κάπηλος, και καταντροπιάστηκε και μόλυνε την ευγένεια της ορθόδοξης πίστης[(ωάννου Μόσχου, Λειμωνάριον ένθ. αν., σ. 212-213)

———————————————-

Ο Πατριάρχης Ιακώβ αποτρέπει αββά από την συγκατοίκηση με Μονοφυσίτη μοναχό

Διηγήσεις από το Λειμωνάριο: Ο Πατριάρχης Ιακώβ αποτρέπει  αββά από την συγκατοίκηση με Μονοφυσίτη μοναχό

Ο Πατριάρχης Ιακώβ αποτρέπει τον αββά Ζωσιμά 
και από την απλή συγκατοίκησι με Μονοφυσίτη μοναχό.

Πρόκειται για μια μαρτυρία και ένα παρόμοιο όραμα που είχε ο θεοφοβούμενος αββάς Ζωσιμάς. Ήταν ξένος και περιπλανώμενος με καθαρή ψυχή και ακέραιο χαρακτήρα. Αξιώθηκε μάλιστα να μονάσει κοντά στον σεβάσμιο Πέτρο και να κρατήσει ανόθευτη την πίστη του. Ο Ζωσιμάς αφού μόνασε στη Ραϊθού και στο όρος του Σινά με τους ορθοδόξους πατέρες, όπως μου διηγήθηκε, έφυγε από κει και ήρθε στα Ιεροσόλυμα. Είχε αγαπήσει πολύ τον τρόπο ζωής σ’ αυτούς τους αγίους τόπους και πηγαινοερχόταν συνεχώς να βρει έναν τόπο ησυχίας.

Ήρθε λοιπόν στη Βαιθήλ, όπου ο πατριάρχης Ιακώβ είδε το όραμα με την Κλίμακα12, και απέκτησε τη συμπάθεια του μοναχού που φρόντιζε τον τόπο αυτόν. Ο μοναχός παρακαλούσε συνεχώς τον Ζωσιμά να μείνει κοντά του και υποσχόταν ότι θα του εξασφάλιζε μια ζηλευτή ησυχία. Τότε ο αββάς Ζωσιμάς του είπε με ειλικρίνεια ότι αυτό θα ήταν αδύνατο, γιατί δεν είχε κοινωνία με τους αποστάτες της Χαλκηδόνας13. Ο άλλος όμως επέμενε και του υποσχόταν ότι σ’ αυτό το ήσυχο μέρος δεν θα του δημιουργούσε κανένα πρόβλημα για το θέμα αυτό και του έλεγε. «Μείνε εδώ. Θα ψάλλεις μαζί μου και θα φροντίζεις τον τόπο αυτό».

Καθώς ο Ζωσιμάς είχε σχεδόν πειστεί από τις προτάσεις αυτές, είδε ένα βράδυ στον ύπνο του τον πατριάρχη Ιακώβ, κατάλευκο, σεβάσμιο και σκεπτικό, ντυμένον με μανδύα και ένα ραβδί στο χέρι να περιφέρεται σ’ εκείνα τα μέρη. Κάποια στιγμή τον πλησίασε και του είπε. «Πώς εσύ, που έχεις κοινωνία με τους ορθοδόξους, σκέπτεσαι να μονάσεις εδώ; Μην παραβείς την πίστη σου για μένα, αλλά γρήγορα φύγε μακριά από τους αποστάτες και δεν θα σου λείψουν ούτε τα αγαθά ούτε η ησυχία ούτε ό,τι σου είναι απαραίτητο».
Έφυγε και έτσι έμεινε μέχρι τέλος αμετακίνητος στα καλά έργα και την ορθόδοξη πίστη14.

12.    βλ. Γεν. κη’ 10-22.
13.    δηλαδή τους Αντιχαλκηδονίους.
14.    Δημ. Τσάμη, Το Γεροντικόν του Σινά, Σιναϊτικά Κείμενα 1, Εκδόσεις Ι. Μονής του Θεοβαδίστου Όρους Σινά, Θεσσαλονίκη, 1988, σελ. 127-129

Advertisements

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s