Κυριακή Β’ Λουκά: Η τέλεια αγάπη (Αγ. Νικόλαος Βελιμίροβιτς)

Hristos-invatatorul1

(Λουκ. στ’ 31-36)

Όταν οι άνθρωποι έχουν παντοτινή επίγνωση της φιλανθρωπίας του Θεού προς αυτούς, θα είναι φιλάνθρωποι κι ο ένας προς τον άλλον. Δεν υπάρχει τίποτ’ άλλο που να κάνει τους ανθρώπους άσπλαχνους προς τους άλλους, όσο η πεποίθηση πως κανένας δε θέλει να δώσει και στους ίδιους. Κανένας; Και πού είναι ο Θεός τότε; Δε μας αποζημιώνει κάθε μέρα και κάθε νύχτα ο Θεός με την ευσπλαχνία Του, σε αντίθεση μ’ εμάς που είμαστε άσπλαχνοι; Δεν είναι πιο σπουδαίο για μας να μας ευεργετήσει ο Βασιλιάς στην αυλή Του με την ευσπλαχνία Του, αντί να μας ευεργετούν οι δούλοι Του; Τί μας ωφελεί αν μας ευεργετούν όλοι οι δούλοι Του, αλλά ο Βασιλιάς είναι συγκρατημένος απέναντι μας;

Οι άνθρωποι γίνονται ανελεήμονες όταν περιμένουν από τους άλλους να τους ελεήσουν, ενώ οι άλλοι περιμένουν το ίδιο απ’ αυτούς. Σ’ αυτήν τηναμοιβαία αναμονή, στο να περιμένει δηλαδή ο ένας από τον άλλον να τον ελεήσει, όλοι οι άνθρωποι, σαν ένας γενικός κανόνας, γίνονται άσπλαχνοι κι ανελεήμονες. Η ελεημοσύνη όμως δεν είναι παθητική αρετή, αλλά ενεργητική. Πώς θα γνώριζαν οι άνθρωποι τη φιλανθρωπία, αν ο Θεός δεν την είχε πρώτος ασκήσει σ’ αυτούς; Η φιλανθρωπία του Θεού απαιτεί τη φιλανθρωπία των ανθρώπων. Αν ο Θεός δεν είχε πρώτος δείξει τη φιλανθρωπία Του, ο κόσμος δε θα ήξερε τι ήταν.

Εκείνος που κατανοεί πως η φιλανθρωπία είναι ενεργητική αρετή κι όχι παθητική, κι αρχίσει να την εφαρμόζει μ’ αυτόν τον τρόπο, σύντομα θα διαπιστώσει πως ο ουρανός κι η γη αποκαλύπτονται μπροστά του με νέα χρώματα. Σύντομα θα κατανοήσει τόσο του Θεού τη φιλανθρωπία όσο και του ανθρώπου.

Η φιλανθρωπία είναι όπως η θραύση πέτρας με πέτρα, που πάντα παράγει σπινθήρα. Αυτός που παράγει το σπινθήρα αυτόν κι ο άλλος που τον δέχεται, νιώθουν κι οι δυο τους την παρουσία του Θεού. Τη στιγμή εκείνη νιώθουν το χέρι του Θεού να θωπεύει τις καρδιές τους. Γι’ αυτό είπε ο Κύριος: «Μακάριοι οι ελεήμονες, ότι αυτοί ελεηθήσονται» (Ματθ. ε’ 7).

Η ευσπλαχνία είναι ανώτερη από τη συμπόνια, που οι ινδουιστές θεωρούν ως τη μεγαλύτερη αρετή. Ο άνθρωπος μπορεί να νιώσει συμπόνια για έναν επαίτη, αλλά και να τον προσπεράσει. Ο φιλάνθρωπος όμως θα νιώσει συμπάθεια για τον επαίτη και θα τον βοηθήσει. Το να δείξεις φιλανθρωπία στον επαίτη δεν είναι ούτε το πιο δύσκολο ούτε το ανώτερο πράγμα στο Νόμο του Χριστού. Μεγάλο πράγμα είναι να δείξεις αγάπη στους εχθρούς σου. Η ελεημοσύνη είναι ανώτερη από τη συχώρεση των προσβολώνΗ συχώρεση των προσβολών είναι το πρώτο μισό του δρόμου προς το Θεό. Η τέλεση έργων αγάπης είναι το δεύτερο μισό.

Είναι απαραίτητο να το πούμε πως η αγάπη είναι ανώτερη από την κοσμική δικαιοσύνη; Αν δεν υπήρχε η αγάπη, όλοι οι άνθρωποι θα ήταν θύματα της κοσμικής νομικής δικαιοσύνης. Χωρίς αγάπη ο νόμος δεν μπορεί να περιφρουρήσει αυτό που ήδη υπάρχει. Η αγάπη όμως δημιουργεί καινούργια και μεγάλα έργα στον κόσμο. Ολόκληρο τον κόσμο τον δημιούργησε η αγάπη. Γι’ αυτό και είναι καλλίτερο στους ανθρώπους ν’ ασκούνται από τη παιδική τους ηλικία στη γνώση της γλυκύτητας που προσφέρει η αγάπη κι η φιλανθρωπία, παρά να μάθουν τη σκληρότητα του νόμουΤο νόμο τον μαθαίνει κανείς οποτεδήποτεΌταν όμως η καρδιά σκληρυνθεί, είναι δύσκολο να ξαναγυρίσει και να γίνει σπλαχνικήΌταν οι άνθρωποι είναι ελεήμονες δε θ’ αμαρτήσουν ενάντια στο νόμο. Όταν όμως τηρούν το νόμο αλλά τους λείπει η φιλανθρωπία, διακινδυνεύουν να χάσουν το στεφάνι της δόξας που υποσχέθηκε ο Κύριος στους φιλάνθρωπους.

***

Το σημερινό ευαγγέλιο μιλάει για την ύψιστη μορφή αγάπης: την αγάπη για τους εχθρούς. Ο Κύριος Ιησούς έδωσε την εντολή – όχι συμβουλή αλλά εντολή — ν’ αγαπάμε τους εχθρούς μας. Η εντολή Του αυτή δεν είναι περιστασιακή και σποραδική, όπως είχε γίνει πριν από την έλευσή Του σε κάποιες σπάνιες περιπτώσεις. Η εντολή της αγάπης για τους εχθρούς μαςτοποθετείται στην ύψιστη θέση στο ευαγγέλιο.

Είπε ο Κύριος: «Και καθώς θέλετε ίνα ποιώσιν υμίν οι άνθρωποι, και υμείς ποιείτε αυτοίς ομοί­ως» (Λουκ. στ’ 31). Αυτά είναι τα λόγια του σημερινού ευαγγελίου που μας εισάγουν στην αγάπη για τους εχθρούς μας. Αν δε θέλετε να γίνουν εχθροί σας οι άνθρωποι, πρώτ’ απ’ όλα φροντίστε να μη γίνετε εσείς εχθροί τους. Αν είναι αλήθεια πως κάθε άνθρωπος σ’ αυτόν τον κόσμο έχει εχθρούς, αυτό σημαίνει πως είσαι εχθρός κάποιου. Πώς τότε απαιτείς από έναν άνθρωπο να γίνει φίλος σου, αφού είσαι εχθρός του;Πρώτα λοιπόν ξερίζωσε την έχθρα από την καρδιά σου κι υστέρα να μετρήσεις τους εχθρούς σου στον κόσμο. Στο μέτρο που θα ξεριζώσεις από την καρδιά σου την πονηρή αυτή ρίζα κι αποκόψεις όλα τα κλαδάκια που πετούν απ’ αυτήν, θα βρεις και λιγότερους εχθρούς να μετρήσεις. Αν μετά θελήσεις να γίνουν φίλοι σου οι άνθρωποι, πρέπει εσύ πρώτα να πάψεις να είσαι εχθρός τους και να γίνεις φίλος τους. Όσο γίνεσαι φίλος με τους άλλους, τόσο ο αριθμός των εχθρών σου θα μειώνεται και στο τέλος θα μηδενιστεί.

Αυτό όμως δεν είναι το κύριο θέμα. Το κύριο θέμα είναι πως σ’ αυτήν την περίπτωση θα έχεις φίλο σου το Θεό. Είναι πολύ πιο σπουδαίο για τη σωτηρία σου να μην είσαι εχθρός κανενός, να μην έχεις καθόλου εχθρούς. Αν είσαι εχθρός άλλων, τόσο εσύ όσο κι οι άλλοι είστε εμπόδια στη σωτηρία σου. Όταν είσαι φίλος με τους άλλους, τότε οι εχθροί σου, έστω και ασυνείδητα, βοηθούν στη σωτηρία σου. Ας σκεφτόταν αλήθεια κάθε άνθρωπος τον αριθμό των ανθρώπων τους οποίους εχθρεύεται ο ίδιος, κι όχι εκείνους που είναι εχθροί του. Τότε το σκοτεινό πρόσωπο αυτού του κόσμου θα άστραφτε μέσα σε μια μέρα σαν τον ήλιο.

Η εντολή του Χριστού πως πρέπει να κάνουμε στους άλλους αυτό που ζητάμε κι εμείς απ’ αυτούς είναι τόσο φυσική και τόσο σαφής και καλή, που είναι να θαυμάζει και ν’ απορεί κανείς πως δεν έχει γίνει από παλιά μια καθημερινή συνήθεια στους ανθρώπους. Κανένας άνθρωπος δε θέλει να τον βλάψουν οι άλλοι. Επομένως ας μη βλάψει κι αυτός τους άλλους. Κάθε άνθρωπος θέλει να του φέρονται καλά. Επομένως ας φέρεται κι αυτός καλά στους άλλους. Κάθε άνθρωπος θέλει να του συχωρούν τις αμαρτίες του. Ας συγχωρεί κι αυτός τις αμαρτίες των άλλων. Κάθε άνθρωπος θέλει να συμπάσχουν οι άλλοι στις λύπες του και να χαίρονται στη χαρά του. Ας συμπάσχει κι αυτός με τις λύπες των άλλων κι ας χαίρεται με τις χαρές τους. Κάθε άνθρωπος θέλει ν’ ακούει καλά λόγια από τους άλλους. Θέλει να τον τιμούν, να τον ταΐζουν όταν πεινάει, να τον επισκέπτονται όταν είναι άρρωστος και να τον προστατεύουν όταν τον κυνηγούν. Ας κάνει κι αυτός τα ίδια στους άλλους.

Αυτό ισχύει τόσο για τους ανθρώπους ατομικά, όσο και για ομάδες ανθρώπων, γειτονικές φυλές, έθνη και κράτη. Αν την εντολή αυτή την υιοθετούσαν σαν κανόνα όλες οι τάξεις, τα έθνη και τα κράτη, θα έπαυε αμέσως κάθε κακία και σύγκρουση ανάμεσά τους, θα εξαλειφόταν κάθε έχθρα και πόλεμος. Αυτό είναι το φάρμακο για κάθε παρόμοια αρρώστια, δεν υπάρχει κανένα άλλο.

Και συνεχίζει ο Κύριος: «Και ει αγαπάτε τους αγαπώντας υμάς, ποία υμίν χάρις εστί; και γαρ οι αμαρτωλοί τους αγαπώντας αυτούς αγαπώσι. και εάν αγαθοποιήτε τους αγαθοποιούντας υμάς, ποία υμίν χάρις εστί; και γαρ οι αμαρτωλοί το αυτό ποιούσι. και εάν δανείζητε παρ’ ων ελπίζετε απολαβείν, ποία υμίν χάρις εστί; και γαρ αμαρ­τωλοί αμαρτωλοίς δανείζουσιν ίνα απολάβωσι τα ίσα» (Λουκ. στ’ 32-34). Αυτό πάει να πει: Αν περιμένετε από τους άλλους να σας κάνουν καλό και την καλοσύνη αυτή να την ανταμείψετε και σεις με καλό, δεν κάνετε κάτι επαινετό. Περιμένει ο Θεός ανταμοιβή για τη θερμότητα του ηλίου, για να δώσει εντολή στον ήλιο να λάμψει; Ή μήπως ενεργεί από ευσπλαχνία κι αγάπη; Το ξαναλέμε πως η ευσπλαχνία είναι ενεργητική αρετή, όχι παθητική. Αυτό το έκανε σαφές ο Θεός από τότε που δημιούργησε τον κόσμο. Μέρα με τη μέρα από την αρχή του κόσμου ο Κύριος μοίραζε απλόχερα τα πλούσια τα δώρα Του σ’ όλα τα πλάσματά Του. Αν περίμενε πρώτα από τα πλάσματά Του να του ανταποδώσουν κάτι, ούτε ο κόσμος ούτε ένα μοναδικό πλάσμα δε θα υπήρχε σ’ αυτόν. Αν αγαπάμε μόνο αυτούς που μας αγαπάνε, είμαστε έμποροι και κάνουμε ανταλλαγές. Αν κάνουμε το καλό μόνο στους ευεργέτες μας, είμαστε οφειλέτες και επιστρέφουμε το χρέος μαςΗ ευσπλαχνία δεν είναι κάποια αρετή που απλά αποπληρώνει τις οφειλές της, αλλά που πάντα δανείζει. Η αγάπη είναι αρετή που δανείζει συνέχεια χωρίς να ελπίζει σε επιστροφή της οφειλής. Αν δανείζουμε εκείνους που ελπίζουμε πως θα μας τα επιστρέψουν, ποία ημίν χάρις εστί; Τί καλό κάνουμε; Μεταφέρουμε τα χρήματά μας από μια κάσα σε μιαν άλλη, αφού αυτό που δανείζουμε το θεωρούμε δικό μας, όπως κι όταν ήταν στα δικά μας χέρια.

Θα ήταν παραφροσύνη να σκεφτούμε πως με τα παραπάνω λόγια ο Θεός μας διδάσκει να μην αγαπάμε εκείνους που μας αγαπάνε, να μην κάνουμε το καλό σ’ αυτούς που μας ευεργετούν. Θεός φυλάξοι! Αυτό που θέλει να πει, είναι πως αυτή είναι μια κατώτερη αρετή, που μπορούν να την ασκήσουν ακόμα κι οι αμαρτωλοί. Είναι το ελάχιστο μέτρο του καλού, που φτωχαίνει τον κόσμο αυτόν και περιορίζει τους ανθρώπους, τους κάνει στενόμυαλους. Ο Θεός θέλει ν’ αναβιβάσει τον άνθρωπο στα ανώτερα ύψη των αρετών, απ’ όπου θεωρεί κανείς όλα τ’ αγαθά του Θεού, όλους τους κόσμους Του, εκεί που η τρομοκρατημένη και περιορισμένη καρδιά του δούλου γίνεται απεριόριστη κι ελεύθερη καρδιά του υιού και κληρονόμου. Η αγάπη προς αυτούς που μας αγαπάνε είναι μόνο το πρώτο μάθημα στο απέραντο βασίλειο της αγάπης. Η ανταπόδοση του καλού σ’ αυτούς που μας αγαπάνε, είναι μόνο το στοιχειώδες σχολείο, μπροστά στη μακρά σειρά σπουδών στα καλά έργα. Ο δανεισμός σ’ εκείνους που θα ξεπληρώσουν το χρέος τους δεν είναι ούτε καλό ούτε κακό. Είναι μόνο το πρώτο δειλό βήμαπρος το μέγιστο καλό, που δίνει χωρίς να περιμένει επιστροφή.

Ποιοί είναι εκείνοι που εδώ αποκαλεί αμαρτωλούς ο Θεός; Πρώτα είναι οι ειδωλολάτρες, στους οποίους δεν έχει αποκαλυφθεί η πληρότητα του μυστηρίου της αλήθειας και της αγάπης του Θεού. Είναι αμαρτωλοί επειδή αποστράφηκαν την πρωταρχική αλήθεια και την αγάπη Του. Επειδή στη θέση του Θεού έχουν προσλάβει ως νομοθέτη αυτόν τον κόσμο, που τους διδάσκει πως πρέπει ν’ ανταποδίδουν αγάπη μόνο σ’ αυτούς που τους αγαπάνε, να ευεργετούν μόνο εκείνους από τους οποίους δέχονται το καλό. Το μέγα μυστήριο της αλήθειας και της αγάπης του Θεού αποκαλύπτεται μέσω του Κυρίου Ιησού Χριστού, τώρα μάλιστα με πολύ μεγαλύτερη ενάργεια και λαμπρότητα απ’ ότι στην αρχή της δημιουργίας. Αρχικά αποκαλύφθηκε μέσω του Ιουδαϊκού λαού. Απ’ αυτούς, αν κι όχι μόνο γι’ αυτούς, αλλά για όλους τους λαούς της γης.

Όπως ο Θεός προετοίμασε τους Ιουδαίους χιλιάδες χρόνια για να κατανοήσουν και να δεχτούν την πλήρη αποκάλυψη του μυστηρίου, με το Νόμο και τους προφήτες Του, έτσι κι ο Κύριος χρησιμοποιεί εδώ τη λέξη «αμαρτωλοί» για άλλους λαούς, που έχουν βυθιστεί στην ειδωλολατρεία. Με την λέξη «αμαρτωλοί» όμως και μάλιστα μεγαλύτεροι αμαρτωλοί από τους ειδωλολάτρες, εννοεί κι όλους εκείνους στους οποίους αποκαλύφθηκε το μέγα μυστήριο της αλήθειας και της αγάπης αλλά δεν έμειναν πιστοί σ’ αυτό, παρά ξαναγύρισαν στο κατώτερο επίπεδο του αγαθού, «ώσπερ κύων επιστρέψας επί το ίδιον εξέραμα» (Β’ Πέτρ. β’ 22). Κι υπάρχουν πολλοί τέτοιοι ανάμεσά μας, χριστιανοί κατ’ όνομα, που με τα έργα τους φανερώνονται οι πιο πρωτόγονοι ειδωλολάτρες.

Τί όφελος έχουμε αν αγαπάμε αυτούς που μας αγαπούν και κάνουμε το καλό σ’ εκείνους που μας ευεργετούν; Δεν επιστρέφουμε στη θέση του αυτό που λάβαμε; Την ανταπόδοσή μας την λάβαμε. Έπαινος αξίζει στα έργα που, σε μικρή κλίμακα, μοιάζουν στα έργα της αγάπης του Θεού.

«Πλην αγαπάτε τους εχθρούς υμών και αγαθοποιείτε και δανείζετε μηδέν απελπίζοντες, και έσται ο μισθός υμών πολύς, και έσεσθε υιοί υψίστου, ότι αυτός χρηστός εστιν επί τους αχαρίστους και πονηρούς, γίνεσθε ουν οικτίρμονες, καθώς και ο πατήρ υμών οικτίρμων εστί» (Λουκ. στ’ 35-36). Αυτά είναι τα ύψη στα οποία θέλει ο Θεός να εξυψώσει τους ανθρώπους. Αυτή ήταν μια διδαχή ανήκουστη πριν από την έλευσή Του. Αυτό είναι το ύψος της αξίας του ανθρώπου, που ούτε κι ο μεγαλύτερος σοφός στην ιστορία του κόσμου δεν είχε ονειρευτεί ως τότε. Κι αυτή είναι η αγάπη του Θεού για τον άνθρωπο, που αλλοιώνει την καρδιά του ανθρώπου και την μετατρέπει σε ποταμό δακρύων.

Αγαπάτε τους εχθρούς υμώνΔε λέει «μην ανταποδίδετε κακό στο κακό». Αυτό δεν είναι σπουδαίο πράγμα. Αυτό είναι απλά ανοχή. Ούτε και λέει «αγαπάτε εκείνους που σας αγαπούν».

Αυτή είναι μόνο παθητική αγάπη. Ο Χριστός λέει αγαπάτε τους εχθρούς υμών. Όχι απλά να τους ανέχεστε, όχι να είστε παθητικοί, αλλά να τους αγαπάτε. Το ξαναλέμε και πάλι, πως η αγάπη είναι ενεργητική αρετή.

Η αγάπη για τους εχθρούς δεν είναι αφύσικη; Η αντίρρηση αυτή προβάλλεται πολύ έντονα από τους μη χριστιανούςΔε βλέπουμε πως πουθενά στη φύση δεν υπάρχει παράδειγμα αγάπης για τους εχθρούς, παρά μόνο αγάπης για τους φίλους; Αυτή είναι λοιπόν αιτία αμφισβήτησηςΤι έχουμε ν’ απαντήσουμε σ’ αυτό;

Πρώτ’ απ’ όλα η πίστη μας αναγνωρίζει δύο φύσεις: μία άφθαρτη, φωτεινή και άτρεπτη στο κακό από την αμαρτία, σαν κι αυτήν που είχε ο Αδάμ στον παράδεισο· κι άλλη μια διεστραμμένη, σκοτεινή κι επιρρεπή στο κακό και την αμαρτία, σαν κι αυτήν που αντιμετωπίζουμε διαρκώς σ’ αυτόν τον κόσμο.

Στον κύκλο της πρώτης φύσης, η αγάπη για τους εχθρούς είναι απόλυτα φυσική. Στη φύση αυτή η αγάπη είναι σαν τον αέρα που ανασαίνουν όλα τα πλάσματα και ζουν. Αυτή είναι η αληθινή φύση που δημιούργησε ο Θεός. Απ’ αυτήν η θεϊκή αγάπη λάμπει στη φύση μας όπως οι ακτίνες του ήλιου μέσα από τα σύννεφα. Οτιδήποτε στη γη έχει αληθινή αγάπη, προέρχεται από την αγάπη αυτή.

Στον κύκλο της δεύτερης, της επίγειας φύσης, η αγάπη για τους εχθρούς είναι σπάνια και θα μπορούσε να θεωρηθεί αφύσικηΔεν είναι πραγματικά αφύσικη. Σε σχέση με την επίγεια φύση μας είναι στην ουσία υπερφυσική ή, καλύτερα, προ-φυσική, καθώς η αγάπη φτάνει στην αμαρτωλή φύση μας από την πρωταρχική, αναμάρτητη κι αθάνατη φύση που προϋπήρχε της δικής μας.

Η αγάπη για τους εχθρούς είναι τόσο σπάνια ώστε θα μπορούσε να κληθεί αφύσικη, λένε άλλοι αντιρρησίες. Αν τα πράγματα είναι έτσι, τότε και το μαργαριτάρι είναι αφύσικο, όπως και το διαμάντι κι ο χρυσός. Αυτά είναι όλα σπάνια αντικείμενα. Ποιός όμως μπορεί να τα ονομάσει αφύσικα; Όπως υπάρχουν φυτά που ευδοκιμούν μόνο σε μία περιοχή, έτσι γίνεται και με το σπάνιο αυτό φυτό, τη σπάνια αυτή αγάπη. Φυτρώνει κι αναπτύσσεται μόνο στην Εκκλησία του Χριστού. Για να πειστεί κάποιος από τα πολυάριθμα παραδείγματα του φυτού αυτού και του κάλλους του, πρέπει να διαβάσει τους βίους των αποστόλων του Χριστού, των πατέρων και των ομολογητών της χριστιανικής πίστης, των μαρτύρων της μεγάλης αλήθειας κι αγάπης του Χριστού.

Μια τρίτη ομάδα αντιρρησιών ισχυρίζεται πως αν δεν είναι αδύνατη, η αγάπη αυτή είναι τουλάχιστο εξαιρετικά δύσκολη. Είναι αλήθεια πως δεν είναι εύκολη, κυρίως για εκείνον που διδάσκεται την αγάπη μακριά από το Θεό, από τον οποίο ενισχύεται και τροφοδοτείται η αγάπη αυτήΠώς όμως δεν μπορούμε ν’ αγαπήσουμε αυτούς που αγαπάει ο Θεός; Ο Θεός δεν αγαπά περισσότερο εμάς απ’ όσο αγαπά τους εχθρούς μας και μάλιστα όταν είμαστε εχθροί άλλων. Ποιός από μας μπορεί να ισχυριστεί πως δεν υπάρχει κανένας στον κόσμο που να τον αποκαλεί εχθρό του; Αν ο ήλιος του Θεού ζέσταινε κι η βροχή έπεφτε μόνο σ’ εκείνους που κανένας δεν τους λογάριαζε εχθρούς του, δύσκολα θά ‘φτανε κάποια ακτίνα στη γη ή θά ‘πεφτε κάποια σταγόνα βροχής στο χώμα. Ο άνθρωπος φορτώνεται από μόνος του μεγάλο φορτίο έχθρας. Η αμαρτία δημιουργεί φόβο στον άνθρωποΚι ο φόβος αυτός με τη σειρά του τον κάνει να υποπτεύεται εχθρούς σ’ όλα τα πλάσματα γύρω του. Ο Θεός όμως είναι αναμάρτητος κι άφοβος κι επομένως δεν υποπτεύεται κανέναν, αλλά τους αγαπά όλους. Μας αγαπά τόσο πολύ ώστε, όταν μας κυκλώνουν εχθροί χωρίς να φταίμε σε τίποτα, πρέπει να πιστεύουμε πως αυτό γίνεται σε γνώση Του και για το καλό μας.

Ας είμαστε δίκαιοι. Ας ομολογήσουμε πως οι εχθροί μας μάς βοηθούν πολύ στην πνευματική μας πορεία. Αν δεν υπήρχε έχθρα στους ανθρώπους, πάρα πολλοί από εκείνους που ευαρέστησαν στο Θεό δε θα είχαν γίνει φίλοι Του. Ακόμα κι η έχθρα του σατανά μπορεί να βοηθήσει εκείνους που είναι ζηλωτές των ιερών πραγμάτων του Θεού και της ψυχικής τους σωτηρίας. Ποιός ήταν περισσότερο ζηλωτής των ιερών του Θεού πραγμάτων ή είχε μεγαλύτερη αγάπη για το Χριστό από τον απόστολο Παύλο; Ο ίδιος απόστολος όμως λέει πως επέτρεψε ο Θεός στο διάβολο να τον πειράξει, όταν του αποκαλύφθηκαν πολλά μυστήρια: «Και τη υπερβολή των αποκαλύψεων ίνα μη υπεραίρομαι, εδόθη μοι σκόλοψ τη σαρκί, άγγελος σατάν, ίνα με κολαφίζη ίνα μη υπεραίρομαι» (Β’ Κορ. ιβ’ 7).

Όταν ο διάβολος ο ίδιος χωρίς να το θέλει βο­ηθάει τον άνθρωπο, πώς δεν μπορούν οι άνθρωποι να βοηθούν το συνάνθρωπό τους, που είναι οπωσδήποτε λιγότερο εχθρός από τους δαίμονες; Θα τολμούσε να πει κανείς πως οι φίλοι του ανθρώπου ζημιώνουν περισσότερο την ψυχή του από τους εχθρούς του. Ο ίδιος ο Κύριος είπε πως «εχθροί του ανθρώπου οι οικιακοί αυτού» (Ματθ. ι’ 36). Εκείνοι που ζουν κάτω από την ίδια στέγη μαζί μας, που ενδιαφέρονται πολύ για τις σωματικές ανάγκες και τις ανέσεις μας, συχνά γίνονται εχθροί της σωτηρίας μας. Η αγάπη κι η φροντίδα τους δε στοχεύει στην ψυχή αλλά στο σώμα μας. Πόσοι γονείς δεν έχουν κάνει ανυπολόγιστη ζημιά στις ψυχές των γιων τους κι αδέρφια στ’ αδέρφια τους, καθώς και σύζυγοι στους συζύγους τους; Κι όλ’ αυτά από αγάπη!

Η πραγματικότητα αυτή που διαπιστώνεται καθημερινά είναι μια ακόμα αιτία για να μας κάνει να μη δοθούμε ολοκληρωτικά στην αγάπη προς τους συγγενείς και τους φίλους μας, ούτε και να μειώσουμε την αγάπη προς τους εχθρούς μας. Είναι ανάγκη να το ξαναπούμε, πως συχνά, πολύ συχνά, οι εχθροί μας είναι στην ουσία πραγματικοί φίλοι; Οι τρόποι που χρησιμοποιούν για να μας αναστατώσουν, μας βοηθούνΟι τρόποι με τους οποίους μας απορρίπτουν, υπηρετούν τη σωτηρία μαςΟι τρόποι με τους οποίους πιέζουν την εξωτερική, τη φυσική ζωή μας, μας ωθεί ν’ αποσυρθούμε μέσα μας, στον εαυτό μας, να βρούμε την ψυχή μας και να ζητήσουμε από το Θεό να τους σώσειΟι εχθροί μας είναι πραγματικά εκείνοι που μας σώζουν από την καταστροφή που μας ετοιμάζουν αθέλητα οι οικείοι μας, που φροντίζουν το σώμα μας σε βάρος της ψυχής μας και χαλαρώνουν το χαρακτήρα μας.

Αγαθοποιείτε και δανείζετε μηδέν απελπίζοντες, λέει ο Κύριος. Αγαθοποιείτε, κάνετε το καλό σ’ όλους τους ανθρώπους αδιάκριτα, είτε σας αγαπούν είτε όχι. Ακολουθήστε το παράδειγμα του Θεού που τους ευεργετεί όλους, είτε φανερά είτε κρυφά. Αν η ευεργεσία σας δε θεραπεύει το μίσος του εχθρού σας, πολύ λιγότερο θα το θεραπεύσει η έχθρα σας. Γι’ αυτό κάνετε το καλό ακόμα και σε κείνους που ούτε το ζητούν ούτε το περιμένουν από σας. Δανείζετε όλους εκείνους που σας ζητούν. Δανείζετε όμως σα να δίνετε, σα να επιστρέφετε κάτι που ανήκει σε άλλον, όχι κάτι δικό σας. Λέει ο όσιος Πέτρος ο Δαμασκηνός: «Ελεήμων άνθρωπος είναι εκείνος που δίνει, χαρά στους άλλους μ’ αυτά που ο ίδιος έλαβε από το Θεό: ψωμί, φαγητό, εξουσία, ένα λόγο προσευχής· που λογαριάζει τον εαυτό του οφειλέτη, αφού έλαβε παραπάνω απ’ όσα χρειάζεται. Μέσω του αδελφού του είναι σα να του ζητάει ο Θεός και γίνεται έτσι οφειλέτης του».

Αν ο εχθρός δε δεχτεί την ευεργεσία σου, δε σ’ εμποδίζει μ’ αυτό από το να συνεχίσεις να του δίνεις. Ο Κύριος είπε, «προσεύχεσθε υπέρ των επηρεαζόντων υμάς και διωκόντων υμάς» (Ματθ. ε’ 44). Κάνε και συ λοιπόν προσευχή για τους εχθρούς σου, ευεργέτησέ τους. Αν ο εχθρός σου δε δεχτεί κάποιο είδος καλοσύνης ή εξυπηρέτησης από μέρους σου, ο Θεός θα δεχτεί την προσευχή που θα κάνεις γι’ αυτόνΟ Θεός θα μαλακώσει την καρδιά του και θ’ αλλάξει τη διάθεσή του για σένα. Δεν είναι τόσο δύσκολο στο Θεό να κάνει έναν εχθρό φίλο, όσο φαίνεται στους ανθρώπους. Αυτό είναι ίσως αδύνατο στους ανθρώπους, μα δυνατό στο Θεό. Εκείνος που ξανακάνει την παγωμένη γη εύφορη κοιλάδα, όπου αναπτύσσονται πανέμορφα λουλούδια, μπορεί να λιώσει και τον πάγο της έχθρας της ανθρώπινης καρδιάς και να κάνει να ευδοκιμήσουν σ’ αυτήν τα ευωδιαστά λουλούδια της φιλίας.

Βέβαια, το σπουδαιότερο πράγμα δεν είναι να γυρίσει ο εχθρός σου και να γίνει φίλος σου χάρη στην καλοσύνη σου, αλλά να μη χάσει την ψυχή του λόγω του μίσους του για σένα. Περισσότερο πρέπει να προσεύχεται κανείς γι’ αυτό το τελευταίο, παρά για το πρώτο. Για τη δική σου σωτηρία δεν παίζει κανένα ρόλο αν σ’ αυτή τη ζωή έχεις περισσότερους φίλους ή εχθρούς. Παίζει πολύ σπουδαίο ρόλο όμως το να μην είσαι εχθρός κανενός, αλλά να είσαι φίλος με όλους με την καρδιά σου, με τις προσευχές και τις σκέψεις σου.

Αν το κάνεις αυτό, η ανταπόδοσή σου θα είναι μεγάλη. Από ποιόν; Σε κάποιο βαθμό ίσως από τους ανθρώπους, κυρίως όμως από το Θεό. Τί είδους ανταπόδοσή θα έχεις; «Έσεσθε υιοί του Υψίστου», θ’ αξιωθείτε ν’ αποκαλέσετε το Θεό «Πατέρα», «και ο πατήρ σου ο βλέπων εν τω κρύπτω, αποδώσει σοι εν τω φανερώ» (Ματθ. στ’ 6). Αν δε γίνει σήμερα αυτό, θα γίνει αύριο. Αν όχι αύριο, τότε στο τέλος του κόσμου, ενώπιον αγγέλων και ανθρώπων. Ποιά μεγαλύτερη ανταπόδοση θα μπορούσαμε να περιμένουμε από το να κληθούμε παιδιά του Υψίστου, να ονομάζουμε τον Ύψιστο Πατέρα μας;

Προσέξτε. Ο ένας και μοναδικός Υιός του Υψί­στου είναι ο Κύριος Ιησούς. Έως τώρα μόνο Αυτός ονόμαζε το Θεό Πατέρα Του. Και τώρα την ίδια τιμή υποσχέθηκε ο Θεός σ’ εμάς, τους αμαρτωλούς και παραστρατημένουςΤί σημαίνει η τιμή αυτή για μας; Πώς θα είμαστε μαζί Του στην αιωνιότητα (βλ. Ιωάν. ιδ’ 3), κοντά στη δική Του δόξα, όπου βασιλεύει χαρά χωρίς τέλος. Σημαίνει πως η αγάπη του Θεού Πατέρα θα είναι πάντα μαζί μας. Ακόμα κι όταν διερχόμαστε όλες τις δοκιμασίες και τις δυσκολίες σ’ αυτή τη ζωή, όλα θ’ αντιστραφούν και θα καταλήξουν στο καλό μας. Σημαίνει πως όταν πεθάνουμε δε θα παραμείνουμε στον τάφο, αλλά θ’ αναστηθούμε, όπως Εκείνος αναστήθηκε εκ νεκρών. Σημαίνει πως σ’ αυτή τη γη τοποθετηθήκαμε προσωρινά. Στο σπίτι του ουράνιου Πατέρα μας όμως μας περιμένει κάλλος αθάνατο, τιμή και δόξα.

Θα μπορούσαμε ν’ απαριθμήσουμε όλα τ’ αγαθά που περιμένουν έναν ορφανό αν τον υιοθετήσει κάποιος επίγειος βασιλιάς; Είναι αρκετό να πούμε πως το ορφανό αυτό το υιοθέτησε ένας βασιλιάς κι όλοι θα καταλάβουν πόσα αγαθά θ’ απολαύσει το ορφανό αυτό. Η δική μας υιοθεσία δεν έγινε από ανθρώπους αλλ’ από το Θεό, αφού θα γίνουμε υιοί του Υψίστου, του Οποίου Υιός είναι ο ίδιος ο Κύριος Ιησούς. Θα γίνουμε υιοί του αθάνατου Βασιλιά, του Βασιλιά των βασιλιάδων. Μας υιοθετεί ο Θεός όχι για χάρη μας, αλλά για χάρη του Μονογενούς Του Υιού, όπως λέει ο απόστολος: «Πάντες γαρ υιοί Θεού εστε διά της πίστεως εν Χριστώ Ιησού» (Γαλ. γ’ 26). Ο Χριστός μας υποδέχεται σαν αδελφούς Του. Ο Θεός Πατέρας επομένως μας δέχεται σαν υιούς Του.

Στην πραγματικότητα δεν υπάρχει περίπτωση να μας αξίζει να λεγόμαστε «υιοί του ζώντος Θεού». Είναι αστείο και να σκεφτούμε ακόμα πως θα μπορούσαμε με οποιοδήποτε έργο μας, ακόμα κι αν ασκούσαμε τη μεγαλύτερη αγάπη για τον εχθρό μας, ν’ αξίζαμε ν’ ανταμειφθούμε με αυτό που υποσχέθηκε ο Κύριος Ιησούς στους πιστούς δούλους Του. Αν δίναμε όλα τα υπάρχοντά μας στους φτωχούς, αν νηστεύαμε όλες τις μέρες της ζωής μας κι αν στεκόμασταν στην προσευχή σαν αναμμένες λαμπάδες ως το τέλος του χρόνου· αν χωρίζαμε πνευματικά το πνεύμα από το σώμα μας, σα νά ‘ταν ψυχρή πέτρα κι αν η ψυχή μας ήταν απαθής προς τον υλικό κόσμο· αν αφήναμε τον εαυτό μας να τον φτύνουν και να τον ποδοπατούν όλοι οι άνθρωποι ή ακόμα κι αν παραδινόμασταν τροφή στα πεινασμένα θηρία·ακόμα κι αν τα κάναμε όλ’ αυτά, δε θα ήταν παρά μια απειροελάχιστη τιμή για όλα τ’ αγαθά, τη δόξα και την ανέκφραστη ευφροσύνη που συνοδεύουν την υιοθεσία του Θεού. Δεν υπάρχει ευσπλαχνία στη γη ούτε αγάπη στο θνητό άνθρωπο που θα μπορούσε να τον αξιώσει να γίνει «υιός Θεού», αθάνατος πολίτης της ουράνιας Βασιλείας. Η αγάπη του Χριστού όμως αναπληρώνει αυτό που δεν μπορεί να κάνει ο άνθρωποςΑς μην ισχυριστεί κανένας μας πως μπορεί με τη δική του αγάπη να σωθεί, με τη δική του αξία ν’ ανοίξει τις πύλες του παραδείσου για να μπει μέσα.

Η εντολή της αγάπης για τον πλησίον επομένως, όσο μεγάλη και δύσκολη κι αν μας φαίνεται, είναι μόλις ένα μικρό νόμισμα που ζητάει ο Θεός από μας για να μας φέρει πιο κοντά Του στην υπέροχη και πανένδοξη βασιλεία Του. Δε μας ζητάει να τηρήσουμε την εντολή αυτή για να κερδίσουμε με την αξία μας τη Βασιλεία και την υιοθεσία Του, αλλά μόνο να επιθυμήσουμε πάνω απ’ όλα τη Βασιλεία και την υιοθεσία Του. Από μας ζητάει μόνο να πιστεύουμε τα λόγια Του και να υπακούμε τον Κύριο Ιησού.

Από ποιά άποψη ο Αδάμ ήταν άξιος για τον Παράδεισο; Από καμία. Ο Παράδεισος του δόθηκε από την αγάπη του Θεού. Τί έκανε τον Αδάμ να παραμείνει στον Παράδεισο ως την πτώση του; Η υπακοή του στο Θεό, μόνο η υπακοή του. Όταν όμως ο ίδιος κι η σύζυγός του άρχισαν ν’ αμφισβητούν την εντολή του Θεού, και μόνο η αμφισβήτηση αυτή παραβίασε την εντολή κι έπεσε στη θανάσιμη αμαρτία της παρακοής.

***

Στη Νέα Κτίση ο Κύριος Ιησούς ζητάει από μας το ίδιο πράγμα που ζήτησε από τον Αδάμ και την Εύα στον Παράδεισο: πίστη και υπακοήΠίστη πως κάθε εντολή που μας έδωσε, είναι για τη σωτηρία μας· απροϋπόθετη υπακοή σε κάθε μία από τις εντολές Του. Μας έδωσε όλες τις εντολές, μαζί κι αυτήν για ν’ αγαπάμε τους εχθρούς μας, για νά ‘χουμε πίστη στα λόγια Του και υπακοή. Αν κάποια από τις εντολές Του δεν ήταν καλή και δεν υπηρετούσε τη σωτηρία μας, δε θα μας την έδινε. Εκείνος ήξερε πολύ καλύτερα αν η εντολή αυτή ήταν φυσική ή αφύσικη, δυνατή ή αδύνατη. Το πιο σπουδαίο πράγμα για μας είναι πως ο Θεός μας έδωσε την εντολή αυτή κι εμείς, αν θέλουμε το καλό μας, πρέπει να την τηρήσουμε. Όπως ο άρρωστος παίρνει το φάρμακο από το χέρι του γιατρού με πίστη και κάνει υπακοή, είτε το φάρμακο είναι γλυκό είτε πικρό, έτσι κι εμείς, αδύναμοι από την αμαρτία και με σκοτισμένο νου, πρέπει να τηρούμε με πίστη κι υπακοή όλες τις εντολές που μας έδωσε ο καλός Ιατρός των ψυχών μας και Κύριος της ζωής μας, Ιησούς Χριστός, ο Υιός του Θεού του ζώντος.

Σ’ Εκείνον πρέπει δόξα και αίνος, μαζί με τον Πατέρα και το Άγιο Πνεύμα, την ομοούσια και αδιαίρετη Τριάδα, τώρα και πάντα και στους αιώνες των αιώνων. Αμήν.

(Απόσπασμα από το βιβλίο «ΚΥΡΙΑΚΟΔΡΟΜΙΟ Β’ – ΟΜΙΛΙΕΣ Ε’ Αγίου Νικολάου Βελιμίροβιτς», Επιμέλεια – Μετάφραση: Πέτρος Μπότσης, Αθήνα 2013)

Η αγάπη προς τους εχθρούς,τό χαρακτηριστικό γνώρισμα τῶν χριστιανῶν.(μακαριστού Μητροπολίτη Νικοπόλεως Μελετίου)

 

 MELETIOS

Σήμερα τό Εὐαγγέλιο μᾶς μίλησε γιά ἕνα μόνο θέμα. Γιά τήν ἀγάπη. Ἡ ἀγάπη εἶναι τό χαρακτηριστικό γνώρισμα τοῦ χριστιανισμοῦ καί τῶν χριστιανῶν. Τοῦ χριστιανισμοῦ εἶναι σίγουρα. Τῶν χριστιανῶν, τοῦ καθενός μας, πρέπει νά γίνει. Γιατί δέν εἶναι δυνατόν νά εἶναι κανείς τοῦ Χριστοῦ, μέλος τῆς Ἐκκλησίας τοῦ Χριστοῦ, πού κύριο χαρακτηριστικό της ἔχει τήν ἀγάπη, καί ὁ ἴδιος νά μήν φροντίζει νά ἔχει ἀγάπη.

Ἅμα θέλαμε νά κάνομε μία παρομοίωση καί νά ποῦμε τί πάνω-κάτω εἶναι τό μήνυμα τῆς ἀγάπης θά λέγαμε: Ὅπως στούς δρόμους, ὑπάρχουν οἱ πινακίδες πού λένε, ἀπό δῶ πάει γιά Ἀθήνα, ἀπό κεῖ πάει γιά Θεσσαλονίκη κ.ο.κ. ἔτσι ὑπάρχει μέσα στό εὐαγγέλιο ἕνας ὁδοδείκτης, ἕνα σῆμα, πού λέει:

«Ἀπ’ ἐδῶ πηγαίνουν πρός τά ἄνω. Ἔτσι πᾶνε πρός τόν Χριστό. Ἔτσι πηγαίνουν σέ μία ἀνώτερη πνευματική ζωή, πού ἔχει ἰδιαίτερη ἀξία».

Ἐάν δέν ὑπῆρχε Θεός, ὁ καθένας θά μποροῦσε νά κάνει ὅ,τι θέλει.

Δέν θά ἔδινε σημασία καί ἀναφορά σέ κανένα. Καί γιά τίποτε. Ἀπό τήν στιγμή ὅμως πού ὁ Θεός ὑπάρχει καί κυβερνάει τόν κόσμο, καί εἴμαστε εἴτε τό θέλομε εἴτε δέν τό θέλομε ὅλοι δικοί του, δέν εἴμαστε ἀνεξέλεγκτοι. Εἴτε τόν ἀναγνωρίζομε τόν Θεό καί τοῦ τό λέμε στίς προσευχές μας, εἴτε τόν ἀρνούμαστε καί τόν ξεγράφομε, αὐτός ὑπάρχει.

Δέν σημαίνει ὅτι ἐπειδή σύ τόν ξέγραψες, ξεγράφτηκε ὁ Θεός.

Ὅποιος λοιπόν θέλει νά εἶναι λογικός, σωστός, ἀπέναντι τοῦ ἑαυτοῦ του πρῶτα καί μετά σωστά τοποθετημένος μέσα σέ αὐτό τό ὄμορφο σύμπαν πού λέγεται «ὁ κόσμος τοῦ Θεοῦ», ἔχει τήν ὑποχρέωση νά φροντίζει, τόν λόγο τοῦ Θεοῦ, νά τόν ἀκούει καί νά τόν τηρεῖ.

«Ἀγάπη λοιπόν», μᾶς λέγει σήμερα ὁ Χριστός στό εὐαγγέλιο. «Μή ξεχνᾶτε ὅτι τό χαρακτηριστικό γνώρισμα τῶν χριστιανῶν εἶναι ἡ ἀγάπη».

Οἱ ἀρχαῖοι Ἕλληνες, δέν ξέρανε τί σημαίνει ἀγάπη.

Οἱ εἰδωλολάτρες ὅλου τοῦ κόσμου, δέν ξέρανε τί σημαίνει ἀγάπη.

Καί κάθε ἄνθρωπος πού φεύγει ἀπό τόν Χριστό, δέν ξέρει τί εἶναι ἀγάπη.

Ἡ ἀγάπη χωρίς Χριστό, εἶναι ἕνα πράγμα ἐντελῶς ἀνθρώπινο.

Γιά νά μᾶς τό περιγράψει ὁ Χριστός, ἀνέφερε τρεῖς κατηγορίες ἀνθρώπων πού λένε ὅτι ἔχουν ἀγάπη, ἀλλά δέν ἔχουν. Εἶναι αὐταπάτη ἀγάπης. Γιατί ἡ ἀγάπη αὐτή τήν ὁποία κηρύττουν εἶναι ἁπλῶς ἕνας συναισθηματισμός δικός τους. Τοῦ καθενός.

Τί σημαίνει συναισθηματισμός; Βλέπω ἕναν πεινασμένο καί λέω: «Ἄ, τόν κακομοίρη. Δῶστε του ἕνα κομματάκι ψωμί νά φάει». Βλέπω ἕνα πού ξεπαγιάζει στό κρύο, μέ πιάνει ὁ συναισθηματισμός καί λέω: «Δῶστε του ἕνα ρουχαλάκι νά φορέσει, ἄνθρωπος εἶναι».

Καί ἄν πεῖς γιά τό παιδί σου… «Ὅλα θυσία γιά τό παιδί μου».

Ἀπό συναισθηματισμό. (*)

Μπορεῖ μιά μάνα νά σκοτώνεται γιά τό παιδί της, καί τόν γείτονά της νά μήν τόν θέλει οὔτε νά τόν δεῖ, οὔτε νά τόν ἀκούσει.

Ἔχει ἀγάπη Χριστοῦ; Ὄχι! Φυσική ἀγάπη ἔχει, μόνο.

 

 

Ἀγάπη τῆς γῆς. Ἀγάπη τοῦ οὐρανοῦ

 

Λέει λοιπόν ὁ Χριστός. Προσέχετε. Μήν κάνετε λάθος καί νομίζετε ἀγάπη ἐκεῖνο πού δέν εἶναι. Καί νομίζετε ἔτσι ὅτι εἴσαστε ἐντάξει ἀπέναντι τοῦ Θεοῦ καί τῆς αἰώνιας ζωῆς. Ἀπέναντι τοῦ χρέους τό ὁποῖο ἔχετε, ἐνῶ ἀκόμη δέν ἔχετε ξεχρεώσει τίποτε.

«Ἐάν ἀγαπᾶτε τούς ἀγαπώντας ὑμᾶς, ποία ὑμῖν χάρις ἐστί;»

Ἄν ἀγαπᾶτε μόνο ἐκείνους πού σᾶς ἀγαπᾶνε, τί καλό κάνετε; Ὑπάρχει ἄνθρωπος πού δέν ἀγαπᾶ ἐκείνους πού τόν ἀγαποῦν;

Καί ἐκεῖνοι πού εἶναι στόν ὑπόκοσμο· καί οἱ ἐγκληματίες· καί ὅλοι οἱ συμφεροντολόγοι πού πίνουν τό αἷμα τῶν ἄλλων, ἐκείνους πού τούς ἀγαπᾶνε, τούς ἀγαποῦν.

Ἄς προσθέταμε ἀκόμη: Καί οἱ σατανιστές, πού λατρεύουν τόν διάβολο, ἐκείνους πού τούς ἀγαπᾶνε, τούς ἀγαποῦν. Ἔτσι εἶναι ὁ ἄνθρωπος.

Δεύτερο περίπτωση. «Καί ἄν ἀγαπᾶτε τούς ἀγαθοποιούντας ὑμᾶς», ἄν ἀγαπᾶτε ἐκείνους πού σᾶς κάνουν καλό, «ποία χάρις ὑμῖν ἐστι»;

Οἱ ἁμαρτωλοί ὅλου τοῦ κόσμου, ὁ ὑπόκοσμος ὅλου τοῦ κόσμου, οἱ συμφεροντολόγοι ὅλου τοῦ κόσμου, ἐκείνους πού τούς ἀγαποῦν καί τούς κάνουν καλό, τούς ἀγαπᾶνε. Ἀπό τί κινοῦνται;

Ἀπό τά συναισθήματά τους μόνο.

Μήπως κινοῦνται ἀπό τόν λόγο τοῦ Θεοῦ; Ὄχι!

Ἀπό τό συμφέρον τους, ἀπό τά συναισθήματά τους κινοῦνται. Καταστάσεις ἐντελῶς ἀνθρώπινες.

Τρίτη περίπτωση: Καί ἄν ἀγαπᾶτε ἐκείνους πού σᾶς δανείζουν, σᾶς βοηθοῦν, σᾶς δίνουν γιά προσωρινή χρήση μέ προθυμία καί μέ καλωσύνη ἐκεῖνο πού τούς ζητᾶτε, «ποία ὑμῖν χάρις ἐστι»; Τί σπουδαῖο κάνατε; Τί καλό κάνατε; Ὅλοι οἱ ἄνθρωποι, ὅλου τοῦ κόσμου καί οἱ δαιμονολάτρες ἀκόμη τό κάνουν.

Θέλετε νά εἴσαστε παιδιά τοῦ Θεοῦ; Θέλετε νά ἔχετε ἀγάπη; Θέλετε νά εἴσαστε τοῦ Χριστοῦ;

Ἀγαπᾶτε τούς ἐχθρούς σας. Τί σημαίνει ἐχθρός;

Κάποιος πού ὅταν τόν κοιτάζω, νευριάζω. Ὅταν τόν σκέπτομαι, ἀγανακτῶ. Ὅταν θυμᾶμαι τί μοῦ ἔκανε, τρέμω ἀπό ὀργή καί θά ἤθελα ἁρπάξω μαχαῖρι. Νά ὁρμήσω νά τόν σφάξω.

Λέει ὁ Χριστός: Ἄν θέλετε νά εἴσαστε τοῦ Θεοῦ, νά ἀγαπᾶτε τούς ἐχθρούς σας.

Ἐπιτρέπεται χριστιανός νά ἔχει ἐχθρό; Ἐπιτρέπεται χριστιανός νά μισεῖ κανένα; Ὄχι! Γιατί δέν ἐπιτρέπεται;

Ποιούς ἀγάπησε; Γιά ποιούς θυσιάστηκε;

 

Γιατί εἶπε ὁ Χριστός, ὅτι Ἐκεῖνος πού εἶναι στόν οὐρανό, μᾶς βλέπει καί μᾶς παρακολουθεῖ ὅλους. Τό μάτι του, δέν εἶναι σάν τό δικό μας πού βλέπει πέντε μέτρα μπροστά καί πίσω τίποτε. Τά βλέπει ὅλα ἐκεῖνος, τά παρακολουθεῖ ὅλα, τά καταλαβαίνει ὅλα, τά ξέρει ὅλα. Ἀκόμη καί ἐκεῖνα πού βρίσκονται στήν καρδιά.

Αὐτός λοιπόν ἀπό κεῖ πάνω, «βρέχει ἐπί πονηρούς καί ἀγαθούς. Καί ἀνατέλλει τόν ἥλιο γιά δίκαιους καί ἄδικους». Δέν ξεχωρίζει κανένα.

Θέλετε νά εἴσαστε παιδιά του; Μήν ξεχωρίζετε ποτέ καί σεῖς κανένα. Νά ποῦμε καί κάτι σοβαρότερο; Ὁ Θεός, ὁ Πατέρας μας ὁ ἐπουράνιος, γιά τό δικό μας καλό, γιά τή σωτηρία μας, ἔστειλε στόν κόσμο τόν Κύριό μας Ἰησοῦ Χριστό, γιά νά μᾶς σώσει. Ἀπό τί νά μᾶς σώσει; Ἀπό μιά βέβαιη καταστροφή. Ἀπό ἕνα λάκκο πού τόν εἴχαμε μόνοι μας ἀνοίξει. Καί περιμέναμε νά πέσουμε μέσα. Καί δέν ἦταν ἁπλῶς ἕνας λάκκος πού θά μᾶς σκέπαζε, καί θά πηγαίναμε στό μηδέν, ὅπως ξεκινήσαμε ἀπό τό μηδέν. Ἀπό τήν ἀνυπαρξία στήν ἀνυπαρξία. Ἀλλά θά ἦταν ἕνας λάκκος, πού συνεχίζεται κάτω ἀπό τόν τάφο, μέ ἕνα παράξενο ὄνομα, πού μόλις τό ἀκούομε μᾶς πιάνει κρύος ἱδρώτας. Καί λέγεται αἰώνια κόλαση.

Γιά νά μᾶς σώσει ὁ Χριστός ἀπό τήν αἰώνια κόλαση, ἀπό τά νύχια τοῦ διαβόλου, ἀπό τά λάθη μας, ἀπό τό κακό πού μᾶς περίμενε, κατέβηκε καί ἦλθε στόν κόσμο. Τί εἴμαστε τότε, γιά τόν Χριστό ἐμεῖς; Τότε πού κατέβηκε στή γῆ, τί εἴμαστε;

Δίνει τήν ἀπάντηση ὁ ἀπόστολος Παῦλος:

Εἴμαστε ἁμαρτωλοί. Τί σημαίνει ἁμαρτωλοί; Καταφρονητές τοῦ θελήματος τοῦ Θεοῦ. Ποῦ τό γράφεις τό θέλημα τοῦ Θεοῦ; Στά παλιά μου τά παπούτσια. Καί τί κάνεις; Ὅτι μοῦ καπνίσει κάνω.

Ὅταν σοῦ ποῦν ὅτι ἕνας ἄνθρωπος σέ γράφει στά παλιά του τά παπούτσια, πῶς τόν αἰσθάνεσαι;

Ἅμα ἀφήσω τά συναισθήματά μου ὁδηγό, πῶς νά τόν αἰσθανθῶ;

Οὔτε νά τόν δῶ δέν θέλω, οὔτε νά τόν ἀκούσω, οὔτε νά τόν συναντήσω. Γιά καλό δικό του βέβαια…

Ἔτσι εἴμαστε γιά τόν Χριστό. Καί ὅταν λοιπόν εἴμαστε ἔτσι, ἁμαρτωλοί καί βλάσφημοι, ὁ Χριστός κατέβηκε στόν κόσμο, ἔγινε ἄνθρωπος γιά μᾶς. Ὄχι ἁπλῶς ἔγινε καί μᾶς εἶπε πέντε συμβουλές, ὅπως τό κάνομε καί πρέπει νά τό κάνομε καί ἐμεῖς μερικές φορές, γιά τό καλό αὐτῶν πού μᾶς ἀκοῦνε καί τό δικό μας. Γιατί ὅποτε λέμε τά λόγια τοῦ Θεοῦ καί ὅσο περισσότερο βγάζομε ἀπό τά χείλη μας μέ εὐλάβεια τό ἅγιο ὄνομα τοῦ Κυρίου μας Ἰησοῦ Χριστοῦ, τόσο πιό πολύ ἁγιάζεται ὁ νοῦς καί ἡ καρδιά μας. Γιά ὅλους ἰσχύει αὐτό.

Ὅσο περισσότερο βγάζει κανείς ἀπό τό στόμα του καί ἀπό τήν καρδιά του τό ὄνομα τοῦ Κυρίου μας Ἰησοῦ Χριστοῦ, γιά νά τόν τιμήσει, νά τόν δοξάσει καί νά διδάξει, τόσο πιό πολύ ἁγιάζεται ὁ ἄνθρωπος αὐτός. Ἰσχύει γιά ὅλους.

Κατέβηκε λοιπόν ὁ Χριστός ἀπό τόν οὐρανό γιά μᾶς, ἐνῶ μέ τήν δική μας λογική ἔπρεπε νά τοῦ εἴμαστε μισητοί. Καί ὄχι μόνο μᾶς δίδαξε, μᾶς εἶπε συμβουλές, ἀλλά σταυρώθηκε καί ἀπέθανε γιά μᾶς. Καί ἀναστήθηκε γιά μᾶς. Γιά νά μᾶς δείξει ὅτι πρέπει καί ἐμεῖς νά ξέρομε νά πεθαίνομε γιά τόν κόσμο αὐτό καί γιά τόν ἑαυτό μας, προκειμένου νά πάρομε τόν σωστό δρόμο πρός τήν Βασιλεία τοῦ Θεοῦ.

Τί σημαίνει πεθαίνω γιά τόν ἑαυτό μου;

Σημαίνει, ὅτι δέν ἔχω κριτήριο στή ζωή μου καί στίς ἐνέργειές μου, τό τί μοῦ λέει ἡ ὀρεξούλα μου ἡ σωματική. Νά φάω, νά κοιμηθῶ, νά διασκεδάσω. «Ἄστα στήν ἄκρη αὐτά» λέω. Δέν ἐπιτρέπεται αὐτή ἡ φίλαυτη φύση μας καί τά συναισθήματά μας νά εἶναι ὁδηγός. Ποιός εἶναι ὁδηγός; Τό θέλημα τοῦ Θεοῦ. Ὁ νόμος τοῦ Θεοῦ εἶναι ὁ ὁδηγός.

Γι’ αὐτό λέγει τό Εὐαγγέλιο: «Ἀγαπᾶτε τούς ἐχθρούς σας». Ἄν θέλετε νά ἔχετε τόν νόμο τοῦ Θεοῦ ὁδηγό. Πού μᾶς ἔχει ὅλους ἴσα. Καί εἶναι κοινός Πατέρας, γιά ὅλους μας.

Τά τρία σκαλάκια

 

Τί σημαίνει ἀγαπῶ τόν ἐχθρό μου;

Σημαίνει τρία πράγματα.

• Πρῶτο καί βασικό, ξεπερνῶ τά συναισθήματά μου. Τά πατάω. Τά πετάω στό σκουπιδοντενεκέ. Ὅσο ἄγρια καί ἄν ἔχουν γίνει, τόσο πιό πολύ πρέπει νά τά πολεμήσομε. Μετά κάνω τρεῖς ἐνέργειες πού εἶναι ὁ δείκτης ὅτι ἀρχίζω καί συγχωρῶ τόν ἐχθρό μου.

Πρῶτον: Δέν τόν βρίζω. Τό πιό εὔκολο στό στόμα ἑνός ἀνθρώπου πού ἔχει μίσος, ἔχει ἐχθρό, εἶναι ἡ κακολογία γι’ αὐτόν. Θέλεις νά εἶσαι τοῦ Χριστοῦ; Μή βρίζεις. Μή κακολογεῖς. Μήν καταριέσαι. Μήν ὀργίζεσαι. Ἀλλά λέγε ὅσο τό δυνατόν πιό καλά λόγια. Τά καλύτερα πού μπορεῖς νά βγάλεις ἀπό τήν καρδιά σου. Μά βγαίνουν εὔκολα; Μέ τό τσιγκέλι δέν βγαίνουν; Ναί, ἔτσι εἶναι. Ἀλλά γιά χάρη τοῦ Χριστοῦ καί γιά τήν αἰώνια ζωή πρέπει νά τά βγάλομε τά καλά λόγια καί νά μήν βγάζομε βρισιές καί κατάρες.

• Δεύτερο σημεῖο. Νά συγχωροῦμε. Τί σημαίνει νά συγχωροῦμε; Σβύστο ὅ,τι σου ἔκανε. Ξέγραψέ το. Τί μπορεῖ νά σοῦ ἔκανε; Μέ ἔκλεψε. Μέ ἔβρισε. Μέ κακοποίησε. Συγχώρεσέ τον!

Ἀπό σένα, νά ἔχει συγχώρηση γιά κεῖνο πού ἔκανε. Ἡ αἰώνια ζωή γιά ὅλους μας, εἶναι πολυτιμότερη ἀπό αὐτή.

• Καί τό τελευταῖο ποιό εἶναι; Νά τόν εὐεργετεῖς. Μά τόν ἐχθρό μου θά εὐεργετῶ; Ναί, γιά χάρη τοῦ Χριστοῦ. Αὐτός σταυρώθηκε γιά μᾶς. Δέν ἀξίζει νά κάνομε κάτι γιά χάρη του;

Ὅλα πρέπει νά προσπαθοῦμε νά τά κάνομε γιά χάρη τοῦ Χριστοῦ. Γιά τήν αἰώνια ζωή.

Νά ἀνταποκριθοῦμε λοιπόν στό θέλημά του καί στήν εὐεργεσία πού μᾶς ἔκανε. Αὐτός μᾶς δημιούργησε καί κατέβηκε στόν κόσμο καί σταυρώθηκε γιά μᾶς.

Ἡ ἀπάντησή μας στήν ἀγάπη τοῦ Θεοῦ εἶναι νά τόν εὐεργετοῦμε τόν ἐχθρό μας. Ποιά εἶναι ἡ μεγαλύτερη εὐεργεσία;

— Νά τοῦ δώσεις λίγα χρήματα, καλή πράξη εἶναι;

Καλή εἶναι. Εὐεργεσία εἶναι.

— Νά τοῦ δώσεις λίγο φαΐ, καλό εἶναι!

— Νά τόν μπάσεις στό σπίτι σου; Καί αὐτό καλό.

Γιατί πατᾶς τά δαιμονικά συναισθήματα τοῦ μίσους καί γίνεσαι νικητής.

Ἀλλά ὑπάρχει κάτι πού εἶναι ἀκόμη πιό μεγάλο.

Ἡ μεγαλύτερη εὐεργεσία

 

Μεγαλύτερη εὐεργεσία εἶναι νά προσεύχομαι, καί λέω:

«Κύριε, συγχώρησέ τον. Βᾶλε τον στή Βασιλεία σου. Δῶσε του στή ζωή αὐτή, ὅτι ἀγαθά θέλεις, περισσότερα ἀπό ἐμένα. Εὐεργέτησέ τον, φώτισέ τον, ὁδήγησέ τον στό θέλημά σου τό ἅγιο. Φώτισε καί ἐμένα νά καταλαβαίνω τά λάθη μου καί νά θέλω νά ἀκολουθῶ τόν δρόμο σου».

Αὐτή ἡ προσευχή εἶναι ἡ μεγαλύτερη εὐεργεσία. Ἄν βέβαια πιστεύομε ὅτι τόν κόσμο δέν τόν κυβερνᾶμε ἐμεῖς, ἀλλά ὁ Θεός.

Ἄν αὐτά τά κάνομε, λέει ὁ Χριστός, τότε γινόμαστε παιδιά τοῦ Θεοῦ τοῦ Ὑψίστου.

Δηλαδή; Μιμούμαστε τόν Πατέρα μας. Ἀκολουθοῦμε τόν Πατέρα μας. Τί πιό φυσικό ἀπό τό ἀκολουθεῖ κάποιος τόν πατέρα του καί νά τόν μιμεῖται;

Καί ἅμα γίνομε παιδιά τοῦ Ὑψίστου, τοῦ Πατέρα μας καί τοῦ μοιάζομε, τί φυσικότερο, ἀπό τό νά μᾶς θέλει δεξιά του, κοντά του, στήν ἀγκαλιά του;

Καί τί μεγαλύτερη εὐτυχία, τί μεγαλύτερο κέρδος στή ζωή ἀπό τό νά ἔχομε τήν αἴσθηση ὅτι ὁ Θεός θέλει νά μᾶς ἔχει παιδιά του, νά θέλει νά μᾶς κρατάει στήν ἀγκαλιά του καί νά μᾶς πάρει γιά πάντα κοντά του;

Μερικούς αἰῶνες παλαιότερα ἔγινε στήν Ἀγγλία μία μεγάλη ἀνατροπή. Μία ἐπανάσταση. Καί βρέθηκαν οἱ Ἄγγλοι δυό κόμματα, πού ἀλληλοτρώγωνταν σάν τά σκυλιά. Τό ἕνα κόμμα νίκησε καί οἱ νικητές ἔπιασαν ἀνάμεσα στούς ἄλλους καί ἕναν ἐξαιρετικό ἄνθρωπο, πού λεγόταν Τόμας Μόρ. Αὐτός ἦταν καλός χριστιανός. Ἀλλά καταδικάστηκε μαζί μέ τούς ἄλλους σέ θάνατο. Λίγο πρίν τόν ἐκτελέσουν, τοῦ λένε:

— Θέλεις νά πεῖς καμιά τελευταία σου ἐπιθυμία;

Ἐκεῖνος ἀπάντησε:

— Ἡ μεγάλη μου ἐπιθυμία εἶναι νά μᾶς συγχωρήσει ὁ Θεός ὅλους. Παρακαλῶ τόν Θεό νά συγχωρήσει καί ἐμένα γιά τίς ἁμαρτίες μου καί ἐσᾶς γιά τίς δικές σας ἁμαρτίες. Στόν κόσμο αὐτό βρεθήκαμε ἐχθροί. Βρεθήκαμε σέ σύγκρουση. Ἐγώ δέν ἔχω κανένα ἐχθρό στό ὄνομα τοῦ Χριστοῦ. Ἐκεῖ πάνω δέν ὑπάρχουν ἐχθροί. Ἐσεῖς θά μέ σκοτώσετε τώρα σάν ἐχθρό σας. Λάθος κάνετε. Ἐγώ πηγαίνοντας κεῖ πάνω, εὔχομαι καί ἐγώ νά πάω -ἐπειδή τό θέλω σάν χριστιανός- καί ἐσεῖς νά ρθεῖτε. Ἐκεῖ πάνω θά εἴμαστε ὅλοι μαζί. Ἀγαπημένοι. Γιατί ἐκεῖ, στή Βασιλεία τοῦ Θεοῦ, δέν ὑπάρχουν μίση, δέν ὑπάρχουν πάθη, δέν ὑπάρχουν κακίες ἀλλά βασιλεύει ὁ Θεός καί ἡ ἀγάπη του.

Ἔτσι πρέπει νά κάνομε τά αἰσθήματά μας, ἄν θέλομε νά βλέπομε πού μᾶς ὁδηγεῖ ὁ Χριστός καί τί πρέπει νά κάνομε γιά νά γίνομε λίγο καλύτεροι. Καί νά μήν εἴμαστε χριστιανοί στό ὄνομα. Γιατί χριστιανός χωρίς ἀγάπη καί χωρίς τήρηση τῶν ἐντολῶν τοῦ Θεοῦ εἶναι χριστιανός στό ὄνομα. Νά μᾶς λυπηθεῖ ὁ Θεός. Νά μᾶς φωτίζει, νά μᾶς κατευθύνει καί νά μᾶς δυναμώνει στό ἔργο αὐτό. Ἀμήν.-

 

ΜΗΤΡΟΠΟΛΙΤΟΥ ΝΙΚΟΠΟΛΕΩΣ ΜΕΛΕΤΙΟΥ (†)

 

Διασκευασμένη ὁμιλία του Λυγιά τήν 1/10/2006

 

 

ΘΑΥΜΑΣΤΟ ΠΕΡΙΣΤΑΤΙΚΟ ΙΕΡΕΑ ΓΙΑ ΤΗΝ ΜΕΤΑΘΑΝΑΤΟΝ ΖΩΗ. «ΘΕΕ ΜΟΥ,ΠΑΡΕ ΜΕ!»

 

81105
Θεέ μου, Πάρε με!

 

Πόσοι άνθρωποι σε δύσκολες στιγμές δεν το λένε!

Οι περισσότεροι όμως δε γνωρίζουν ότι είναι αμαρτία κι ότι αποτελεί έλλειψη υπομονής κι ελπίδας στη βοήθεια του Θεού. Το ακόλουθο όμως περιστατικό, το βεβαιώνει ξεκάθαρα. Το διηγήθηκε με πολλή ταπείνωση και συναίσθηση ένας σεβαστός ιερέας, ο οποίος έχει πνευματικά παιδιά και στην επαρχία και στην Αθήνα.

Είπε: «Εγώ, αφ’ ότου έγινα ιερέας, με κυνήγησε η συκοφαντία (το σύγχρονο μαρτύριο). Πότε με τον έναν τρόπο, πότε με τον άλλον, με πίκραιναν και με καταρράκωναν πολλοί, με ψευδείς κατηγορίες. Αυτό γινόταν επανειλημμένα. Τόσο πόνεσα και τόσο κουράστηκα, που λύγισα κι αρκετές φορές είπα: «Θεέ μου, πάρε με!». Και τελικά, με πήρε!»…

Όσοι τον άκουγαν έμειναν κατάπληκτοι να τον κοιτούν, σκεπτόμενοι πόση ενοχή έχουν όσοι κατηγορούν, ιδίως τους ιερωμένους… Πόση αμαρτία συσσωρεύουν στην ψυχή τους, ιδίως όταν σπρώχνουν σε απελπισία τις ψυχές που κατηγορούν! Λες και τους εξουσιοδότησε ο Θεός να κρίνουν τον κόσμο…

Ο σεμνός κληρικός συνέχισε την αφήγησή του, λέγοντας:
«Έπαθα ανακοπή καρδιάς. Μου συνέβη στην Αθήνα. Εκείνη τη στιγμή βρισκόμουν εν μέσω γνωρίμων και πνευματικών τέκνων μου. Αμέσως με μετέφεραν στο νοσοκομείο. Εκεί οι γιατροί προσπάθησαν πολύ να ξεκινήσουν την καρδιά, αλλά δεν έγινε τίποτα. Στο τέλος είπαν: «Δε γίνεται τίποτα με τον παππούλη πάρτε τον στο νεκροτομείο!».

Εγώ τώρα, και τι δεν έζησα τις έξι αυτές ώρες που ήμουν νεκρός! Κατ’ αρχάς, ένιωθα τον Άγγελό μου να με συντροφεύει κι να με περιβάλει προστατευτικά σε μια πορεία, που στην αρχή ήταν κάπως δύσκολη, αλλά αμέσως μετά ανοδική, προς ένα θεσπέσιο, γλυκύτατο φως. Κατά τη διαδρομή, πολλά κακά πνεύματα φώναζαν επιθετικά και με κατηγορούσαν. Μια από τις κατηγορίες ήταν η εξής:
– Πού τον πας αυτόν; Ήταν φιλοχρήματος. Ενώ είχε υποσχεθεί ακτημοσύνη, είχε χρήματα δικά του…! Ο άγιος Άγγελος όμως τους απέκρουε κι έλεγε:
– Αυτό δεν είναι αλήθεια! Τα χρήματα που είχε ήταν του Μοναστηριού και τα διαχειριζόταν.

Τελικά φθάσαμε σ’ ένα μέρος που φαινόταν να είναι σύνορο δύο περιοχών. Εκεί άκουσα τον εξής διάλογο που έκανε ο Άγγελός μου με την Υπεραγία Θεοτόκο. Άκουσα μάλιστα και τη γλυκύτατη, αλλά κάπως αυστηρή φωνή Της.

Ο Άγγελός μου έλεγε:
– Υπεραγία Θεοτόκε, να οδηγήσω τον παππούλη στη Βασιλεία του Υιού Σου;

Εκείνη απάντησε:
– Όχι! Γιατί έχει κάνει μια σοβαρή αμαρτία.
– Τι αμαρτία, Δέσποινά μου; Ο παππούλης ήταν καλός (άρχισε να με υπερασπίζει, ενώ ένιωθα τα δάκρυά του να πέφτουν ζεστά πάνω στον τράχηλό μου!), έχτισε Μοναστήρι, βοήθησε ψυχές να σωθούν…
– Αυτό είναι αλήθεια, απάντησε η Θεοτόκος. Αλλά, δεν έκανε υπομονή στον αγώνα που είχε, κι έλεγε στον Υιό μου πάρε με και πάρε με. Λοιπόν, πήγαινέ τον πίσω, να τελειώσει με υπομονή τον αγώνα του και μετά θα εισέλθει στη Βασιλεία του Υιού μου.

Καθώς γυρίζαμε με τον άγιο Άγγελο, είδα τον Παράδεισο και την Κόλαση. Αυτά που γράφουν τα βιβλία του Θεού, είναι αλήθεια! Τα είδα με τα μάτια μου!…

Όταν φθάσαμε στο νοσοκομείο, με αποστροφή μπήκα στο νεκρό παγωμένο σώμα μου. Έκανα οκτώ ώρες για να κινήσω τις πρώτες κλειδώσεις των δαχτύλων των χεριών μου! Απ’ το παίξιμο των βλεφάρων μου αντιλήφτηκε τη νεκρανάσταση μου πρώτη η αδελφή μου, κι αναστατώθηκε όλο το νοσοκομείο.

Σιγά-σιγά συνήλθα κι από τότε προσέχω και κάνω υπομονή αδιαμαρτύρητα σε ό,τι επιτρέπει η αγάπη του Θεού. Πρέπει να κερδίσουμε τον Παράδεισο, αδελφοί μου, πρέπει με την υπομονή μας να κερδίσουμε την ψυχή μας!»
Αυτά είπε ο παππούλης και με τα τελευταία λόγια η φωνή του κόπηκε απ’ τη συγκίνηση…

ΠΗΓΗ.ΑΠΑΝΤΑ ΟΡΘΟΔΟΞΙΑΣ

Καλλίνικος ο Αγιορείτης – ο Ησυχαστής

καλλίνικος ησυχαστης αγιορειτης κατουνακια ρωμαιικο


Του Παναγιώτη Ηλιοπούλου, Καθηγητού-Συγγραφέως

Το ευώδες αυτό άνθος της Αθωνικής ερήμου, ανήκει στις μεγάλες μορφές του σύγχρονου Αγιορείτικου μοναχισμού. Οι ένσαρκοι αυτοί άγγελοι, με την οσιακή βιωτή τους, μετέφεραν με πιστότητα ως τις ημέρες μας, όλο το απόμακρο και απόκοσμο μυστικό μεγαλείο του Ανατολικού Ορθόδοξου Ησυχασμού. Ησυχασμός είναι τρόπος ζωής υψηλής πνευματικότητας Ορθόδοξου μοναστικού βίου, ώστε να καταστεί η ψυχή του ασκούμενου μοναχού πηγή ακτίστου φωτός, πεπληρωμένο από τη χάρη του Αγίου Πνεύματος.

Ο π. Καλλίνικος ο Κατουνακιώτης γαντζωμένος για πενήντα πέντε χρόνια στον απαραμύθητο βράχο των Κατουνακίων του Άθωνα, ανέβηκε πνευματικά σε ύψη δυσθεώρητα, και στάθηκε εκεί μετέωρος, κυριολεκτικά μεταξύ ουρανού και γης.

Έγινε πολύ γνωστός για την αρετή του και την κατά Θεόν σοφία του. Θεωρείται ως ο τελευταίος νηπτικός ησυχαστής του Αγίου Όρους.
Ο Κωνσταντίνος Θειάσπρης (αυτό ήταν το όνομα του π. Καλλινίκου) γεννήθηκε το 1853 στην Αθήνα από ευσεβείς γονείς, που προήρχοντο από καπεταναίους του 1821. Ο Κωνσταντίνος ήταν ζωηρό και έξυπνο παιδί, με ιδιαίτερη αγάπη για την Εκκλησία και τα χριστιανικά βιβλία μέσα από την μελέτη των οποίων γνώρισε τη θαυμαστή ζωή των ασκητών της ερήμου του Άθωνα.
Μια ημέρα του 1875  ο Κωνσταντίνος (22 ετών) κατεβαίνει στον Πειραιά και ερευνώντας τα καράβια βρήκε κάποιο που έφευγε για το Άγιο Όρος. Παρακάλεσε τον καπετάνιο να τον πάρει και του δήλωσε ότι θα τον βοηθούσε σε ότι μπορούσε. Ο καπετάνιος τον συμπάθησε και τον πήρε.
Έτσι το όνειρο άρχισε να γίνεται πραγματικότητα. Το καΐκι είχε σκοπό την Ι. Μ. Ιβήρων και κράτησε αρκετές ημέρες. Κατά τη διάρκεια του ταξιδιού, με τη σκέψη του, άλλοτε οραματιζόταν τον πολυπόθητο Άθωνα και άλλοτε δεχόταν επιθέσεις λογισμών αμφιβόλων, με τον αποχωρισμό των οικείων και φίλων του.
Όλα αυτά όμως διαλύθηκαν σαν καπνός όταν αντίκρισε τον Άθωνα με τα διάσπαρτα μοναστήρια, σκήτες και κελλιά μέσα στο καταπράσινο αγιορείτικο τοπίο. Το καράβι προσάραξε στην Ι. Μ. Ιβήρων. Χαιρέτησε τον καπετάνιο και με γοργό βήμα έσπευσε στο μοναστήρι. Προσκύνησε με συγκίνηση την θαυματουργή εικόνα της Παναγίας της Πορταίτισσας, που είχε διαβάσει στα βιβλία, και την παρακάλεσε για προστασία και για πού έπρεπε να κατευθυνθεί. Πήρε πληροφορίες για την έρημο των Κατουνακίων και έφθασε εκεί ύστερα από πεζοπορία αρκετών ωρών.
Αναζητώντας ο νεαρός λάτρης της ασκητικής ζωής, έναν ενάρετο γέροντα, βρήκε τον εκλεκτό ησυχαστή π. Δανιήλ.
Ο γέρο Δανιήλ δεν μπορούσε να πιστέψει ότι ο καλομαθημένος αυτός νέος, με την Αθηναϊκή ανατροφή, θα άντεχε την σκληρή ζωή της ερήμου.
Ύστερα από προσευχή δέχθηκε να τον κρατήσει ως δόκιμο.
        Από τον γέροντά του διδάχθηκε την ξυλογλυπτική ως εργόχειρο.
Η όλη διαγωγή του νεαρού δοκίμου έδωσε το δικαίωμα στον γέροντα Δανιήλ να τον κείρει μοναχό με το όνομα Καλλίνικος. Προαισθανόμενος ο γέροντας Δανιήλ την αναχώρησή του εκ του ματαίου αυτού κόσμου δεν είχε την παραμικρή αμφιβολία να εμπιστευθεί την πλούσια ησυχαστική του πείρα στους ώμους του π. Καλλίνικου.
Ο π. Καλλίνικος όσο καιρό εμυείτο στα μυστικά της νοερής προσευχής και του θεωρητικού βίου, αισθανόταν θέρμη εσωτερική, ιερό δέος και βαθιά συγκίνηση. Ο γέροντας Δανιήλ ικανοποιημένος από τον υποτακτικό του, εδέετο στον Κύριο «νυν απολύεις τον δούλον σου Δέσποτα κατά το ρήμα σου εν ειρήνη…». Ακόμα τον διέκρινε υπερβολική έφεση για μελέτη. Ρίχτηκε με ζήλο στην μελέτη της Αγίας Γραφής και των Πατέρων εκ των οποίων τον πρώτο λόγο είχαν οι νηπτικοί πατέρες, Ησύχιος ο πρεσβύτερος, Ισαάκ ο Σύρος, Γρηγόριος ο Παλαμάς κ.α. Προσφιλές του ανάγνωσμα ήταν και η Φιλοκαλία.
Οξύνους και φιλομαθής καθώς ήτο, επιδόθηκε στην εκμάθηση της Ρωσικής Γλώσσας μόνος του. Σε λίγο χρονικό διάστημα κατόρθωσε να ομιλεί και να γράφει τα Ρωσικά.
Εκτός από την μελέτη, τον π. Καλλίνικο τον γοήτευσε πολύ η μοναξιά και η ησυχία. Κάποιες φορές έπρεπε να πάνε στη Δάφνη για τα χρειώδη. Η μετάβαση γινόταν με βάρκα. Όμως εκείνος προτιμούσε την πολύωρη κοπιαστική πεζοπορία για να αποφεύγει τις πολυλογίες στη βάρκα.
Ενώ τα βήματά του αντηχούσαν στις ρεματιές και στα διάσελα, προσευχόταν αδιάλειπτα.
Άλλοτε πάλι, ατενίζοντας την μαγευτική αγιορείτικη φύση, την πλατειά έκταση του Αιγαίου, ύψωνε τα χέρια του για να δοξάσει Εκείνον που «τα πάντα εν σοφία εποίησεν».
        Το πνεύμα της εγκρατείας κυριαρχούσε καθημερινά. Ο ίδιος και οι υποτακτικοί του ζούσαν με λιτότητα. Με ένα τενεκέ λάδι περνούσαν όλη τη χρονιά για το φαγητό και τα καντήλια. Το Σαββατοκύριακο έριχνε στο φαγητό ένα ρακοπότηρο λάδι.Κάποτε που επρόκειτο να γίνει μια αγρυπνία, τον ρώτησαν οι πατέρες αν τους επέτρεπε να πιουν καφέ. Αν είναι να κάνουμε αγρυπνίες με φάρμακα, καλύτερα να πάμε να κοιμηθούμε, ήταν η απάντησή του.
        Η απλότητα και η ταπείνωση ξεχώριζαν από την πρώτη ματιά. Απέφευγε με κάθε τρόπο την προβολή και την κενοδοξία. Την ημέρα που κοινωνούσε κλεινόταν στο κελλί του μέχρι το βράδυ.
        Από τα 55 χρόνια της ασκητικής βιωτής του τα 45 ήταν έγκλειστος στο κελλί του και σε μια μικρή περιοχή γύρω από αυτό. Σ’ αυτόν τον περιορισμένο χώρο έζησε 45 χρόνια! Όταν παρουσιαζόταν σοβαρή ανάγκη ύψωνε σ’ ένα μακρύ κοντάρι ένα πανί σαν σημαία. Το έβλεπαν οι μοναχοί και προσέτρεχαν.
Η ηρωική αυτή απόφαση συνδυάστηκε με ολοκληρωτική αφοσίωση στη θεωρητική ζωή της νήψεως και της νοεράς προσευχής.
Αξίζει εν προκειμένω να σημειώσουμε ότι ο μεταξοσκώληκας δεν κάνει το μετάξι αν δεν γίνει έγκλειστος στο κουκούλι του.
        Στη υψηλή αυτή πνευματική κατάσταση που λίγοι αξιώνονται να φθάσουν, ο πρακτικός βίος υποχωρεί. Η πράξη δίνει θέση στη θεωρία και οι εργασίες, τα διακονήματα και τα εργόχειρα φεύγουν. Ο αββάς Ισαάκ ο Σύρος μακαρίζει όσους έφθασαν σ’ αυτή την κατάσταση.«Μακάριος, (γράφει ο άγιος πατήρ) ο μένων εν τη ησυχία και μη θορυβούμενος εν τω πλήθει των έργων αυτού, αλλά πάσας τας σωματικάς πράξεις μεταστρεψας εις τον κόπον της προσευχής.»    (Ασκητικός Λόγος ΚΓ΄)
Απασχολήσεις με επίγεια ζητήματα, με υποθέσεις του κόσμου, δεν είχαν καμία θέση σ’ αυτόν που ασπάστηκε τη νηψι και την αδιάλειπτη προσευχή.
«Μη τοίνυν, προτρέπει ο Όσιος Νείλος, ο ερημίτης, το της αρετής καθαρόν ταις των κοσμικών πραγμάτων εννοίαις επιθολούσθω, μηδέ το της θεωρίας ειλικρινές σωματικαίς επιταραττέσθω φροντίσιν».
Ουδέποτε άνοιξε το στόμα του να ρωτήσει, ούτε συμβατικά, τους πολυάριθμους επισκέπτες του, «τι νέα από τον κόσμο;». Κάθε φιλοπερίεργη διάθεση και αργολογία έπρεπε να καταπνιγεί και αν ακόμα χανόταν ο κόσμος, ο αγωνιζόμενος δεν έπρεπε να αποσπάσει τον νου του από την πνευματική θεωρία, αναθέτοντας τα πάντα στον προνοητή Θεό.
Η αρετή και η φήμη του ησυχαστού Καλλίνικου οδήγησαν τα βήματα μιας μεγάλης προσωπικότητας της εποχής, τον Σπυρίδωνα Μενάγια, μετέπειτα π. Γεράσιμο, αριστοκράτη, πλούσιο, διάσημο χημικό, πτυχιούχο του Πανεπιστημίου της Ζυρίχης, να εγκαταλείψει τον κόσμο και να γίνει υποτακτικός (1920). Από τους πολλούς που τον επλησίασαν μεταξύ αυτών ήταν και ο περιβόητος Ιωσήφ ο σπηλαιώτης. Ολίγοι όμως έγιναν δεκτοί ως υποτακτικοί.
        Η φήμη του ως διακριτικού και φωτισμένου γέροντος προσείλκυε κοντά του πλήθος ανθρώπων που ζητούσαν μια φωτισμένη απάντηση για τα προβλήματά τους.
        Υποτακτικοί, γέροντες, ερημίτες, κοινοβιάτες, κοσμικοί, νομικοί, στρατιωτικοί, αστυνομικοί, Έλληνες, Ρώσοι, όλο το Άγιον Όρος απευθυνόταν στον έγκλειστο ησυχαστή των Κατουνακίων,  να πάρουν την ευχή του, να ακούσουν τις σοφές νουθεσίες του. Πάμπολλα ήταν και τα γράμματα που λάβαινε από όσους δεν μπορούσαν να τον επισκεφτούν.
        Το άκτιστο φως που ελάχιστοι αξιώθηκαν να αντικρίσουν, το φως αυτό που καταύγασε τον Μωυσή, τους τρεις μαθητές στο Όρος Θαβώρ, τον Παύλο πορευόμενο προς τη Δαμασκό, τον Συμεών το νέο Θεολόγο, τον Αγ. Γρηγόριο τον Παλαμά και πολλούς πατέρες, αξιώθηκε και ο γέρων Καλλίνικος.
Αυτόπται μάρτυρες διηγούνται πως είδαν να λάμπει η μορφή του για τον θεοφόρο και φωτοφόρο γέροντα Καλλίνικο ταιριάζοντας τα λόγια του Αγ. Συμεών Ν. Θεολόγου. «Μεταλαμβάνω του φωτός, μετέχω και της δόξης και λάμπει μου το πρόσωπο ως και του ποθητού μου και άπαντα τα μέλη μου γίνονται φωτοφόρα. Ωραίων ωραιότερος τότε αποτελούμαι.»
Ο γνωστός υμνογράφος π. Γεράσιμος Μικραγιαννίτης, που είχε τον γέροντα Καλλίνικο πνευματικό σύμβουλο, διηγήθηκε πως τον είδε να λάμπει ολόκληρος από κάποιο φως άλλου κόσμου και να εκπέμπει άρρητη ευωδία.
Στον φωτισμένο αυτόν ασκητή, δεν μπορούσαν να διαφύγουν ψευδοδιδασκαλίες, πλάνες, αιρέσεις και καινοτομίες.
Το 1913 εμφανίστηκε στο Άγιο Όρος, μεταξύ των Ρώσων μοναχών η πλάνη των ονοματολατρών η οποία διέλαθε απ’ όλους.(Γαβριήλ Διονυσιάτου, Λαυσαικόν Αγ. Όρος εν Βόλω 1953, σελ.32). Έμεινε μόνος ανταγωνιστής ο γέρων Καλλίνικος. Ο Τσάρος και ο Πατριάρχης συνεχάρησαν και του έστειλαν παράσημα. Δυο απ’ αυτά σώζονται στον Αγ. Γεράσιμο.
        Η μορφή του ησυχαστού Καλλινίκου αποτελούσε για τον Άθωνα ξεχωριστή ευλογία Θεού. Ένας πύρινος στύλος υψωνόταν στην έρημη εκείνη χαράδρα των Κατουνακίων πλάι στη θάλασσα, για να σκορπίζει φως σ’ όσους πλέουν στη θάλασσα του βίου. Πρόσωπα εξέχοντα, αποκαλύπτονταν μπροστά στο πνευματικό του μεγαλείο. O Ρώσος ασκητής παπα Παρθένιος, πρώην στρατηγός του τσαρικού στρατού, και οι ιερομόναχος Θεοδόσιος πρώην πρύτανης Ρωσικού Πανεπιστημίου, τον τιμούσαν ιδιαίτερα και τον επισκέπτονταν συχνά.
        Ο Λαυριώτης λόγιος μοναχός π. Αθανάσιος, περίφημος γιατρός, διάσημος και πολυγραφότατος  συμβουλευόταν τον π. Καλλίνικο.
Όταν ο βασιλεύς Κωνσταντίνος ο Α΄ γοητευμένος από τα έργα του επιφανούς λογοτέχνη Αλεξάνδρου Μωραιτίδη, απεφάσισε να τον παρασημοφορήσει, τότε ο ευσεβής λογοτέχνης εστράφη προς τον γέροντα Καλλίνικο και μόνο όταν ο π. Καλλίνικος συμφώνησε, δέχθηκε το βασιλικό παράσημο.
        Το 1913 στο Ρωσικό θρησκευτικό περιοδικό «ο Χριστιανός» (αρθ.11) δημοσιεύτηκαν εντυπώσεις από το Αγ. Όρος από τον Ρώσο π. Παντελεήμονα, καθηγητή στη θεολογική Ακαδημία του Αγ. Σεργίου (πλησίον της Μόσχας) που το 1912 επί έξι μήνες είχε περιηγηθεί στο Αγ. Όρος.Εκεί ο Ρώσος καθηγητής κάνει μνεία για τον π. Καλλίνικο. «Γνώρισα και κάποιον άλλον ασκητή που κατά τρόπο θαυμαστό συνενώνει πνευματική εμπειρία και περίσκεψη με σπάνια αγάπη και προσήνεια προς τους ανθρώπους. Τον πνευματικό του πλούτο τον σκορπίζει με πολλή αγάπη και προς τους Ρώσους μοναχούς που του ζητούν λόγους παρηγορίας και διδασκαλίας. Όχι απλώς μοναχοί αλλά και Αρχιερείς Ρώσοι έτρεχαν προς τον π. Καλλίνικο.
Ο Τρίκης και Σταγών Διονύσιος γράφει γι’ αυτόν: «Βλέποντάς τον έδινε την εντύπωση ότι ήταν πνευματέμφορος και ότι η χάρις του Θεού επαναπαυόταν σ’ αυτόν. Έβλεπες μια μορφή οσιακή, επιβλητική, αγία. Ήταν ολοκληρωμένος πνευματικός άνθρωπος μετρημένος και σοβαρός στους λόγους του με διαυγή σκέψη. Είναι πραγματικός ασκητής της ερήμου πολίτης και εν σώματι άγγελος».
        Ο Καλλίνικος θεωρείται μεγάλη αναλαμπή του Ησυχασμού. Έφθασε ύψη θεωρίας και ηξιώθει θείων ελλάμψεων κατά την άσκηση της νοεράς προσευχής, γράφει ο Έραστος μοναχός. (Δυο σύγχρονοι Άγιοι, Αθήνα 1961 σελ.48)
        7 Αυγούστου 1930 έμελλε ο έγκλειστος ησυχαστής της ερήμου των Κατουνακίων να αναχωρήσει για τα σκηνώματα του Κυρίου τα αγαπητά.»
Οι τελευταίες ώρες της ζωής του ήταν κατ’ εξοχήν οσιακές, άξιο επιστέγασμα του αγγελικού του βίου. Προαισθανόμενος το τέλος του, λέει στον υποτακτικό του «πήγαινε παιδί μου να ετοιμάσεις την εκκλησία. Ήρθαν οι όσιοι πατέρες και επί 10 λεπτά της ώρας πριν ξεψυχήσει ενατένιζε με θάμβος τις άγιες μορφές που τον καλωσόριζαν. Τότε ακούστηκε να ψελλίζει ήρεμα. «Σ’ ευχαριστώ Θεέ μου που πεθαίνω Ορθόδοξος. Δεν έκανα τίποτα στη ζωή μου» και ξεψύχησε ήρεμα, ταπεινά, οσιακά.
 
ΒΙΒΛΙΟΓΡΑΦΙΑ
–         Αρχιμ. Χερουβείμ, «Καλλίνικος ο ησυχαστής» Ωρωπός Αττικής 2006 Βασικό βοήθημα
–         Έραστος μοναχός «Δυο σύγχρονοι Άγιοι» Αθήνα 1961
–         Μάξιμος ο Αγιοβασιλειάτης «Καταγγελία Αγιορειτών Πατέρων» Αγ. Όρος 1997
–         Αθωική Ηχώ 1924
–         Γαβριήλ Διονυσιάτου «Λαυσαικόν» εν Βόλω 1953
–         Δαμασκηνός μοναχός Αγιοβασιλειάτης – περιοδικό «Αγ. Αγαθάγγελος ο Εσφιγμενίτης» τ.74    1982
–         Αρχιμ. Ιουστίνος Πόποβιτς. «Ορθόδοξος Εκκλησία και Οικουμενισμός» Αθήνα 1974

ΠΗΓΗ.ΕΝ ΤΟΥΤΩ ΝΙΚΑ