«Βιολογικός» άνθρωπος, «θεολογικός» άνθρωπος και πρόσωπο,σύμφωνα με τους Πατέρες της Εκκλησίας.

 Lord Adam4

Υπάρχει μια σοβαρή παρανόηση από πολύ κόσμο στο θέμα της δημιουργίας του Αδάμ. Επειδή δεν γίνεται κατανοητή η θεολογική έννοια των λέξεων: «άνθρωπος» και «πρόσωπο», άλλοι εμμένουν σε παρερμηνείες της Γένεσης και άλλοι απορρίπτουν την ιστορία του Αδάμ ως παραμύθι (κυρίως οι άθεοι).  Έτσι, τον τελευταίο καιρό όλο και περισσότερες φωνές ακούγονται στην Εκκλησία, να ζητούν τη διευκρίνιση κάποιων πραγμάτων, που θα επιτρέψουν στους πιστούς να συμβιβάσουν την Ορθόδοξη πίστη, με τα πορίσματα της Επιστήμης.

               Ξεκινάμε, από τη σωστή έννοια του «εμφυσήματος», του Θεού στον Αδάμ. Η Γένεση δεν μιλάει ούτε για «ψυχή», ούτε για «ανάσα» απλή, ούτε για βιολογικό «ζωντάνεμα». Μιλάει για το Άγιο Πνεύμα που του δόθηκε και τον έκανε «ψυχή ζώσα» πνευματικά, ανεβάζοντάς τον από το «κατ’ εικόνα» στο «καθ’ ομοίωσιν». Λέγει ο Ιω. Χρυσόστομος: «Και εποίησεν ο Θεός τον άνθρωπον, χουν λαβών από της γης. και ίνα μη δείξη το Πνεύμα το άγιον αλλότριον της δημιουργίας, ενεφύσησεν εις το πρόσωπον αυτού πνοήν ζωής, και εγένετο ο άνθρωπος εις ψυχήν ζώσαν» (Λόγος εις την αρχήν της αγίας Τεσσαρακοστής, και εις εξορίαν του Αδάμ, και περί πονηρών γυναικών, PG 56. 530).  Τις ίδιες ακριβώς θέσεις εκφράζουν και οι άγιοι: Ειρηναίος Λουγδούνου, Μ. Βασίλειος, Κύριλλος Αλεξανδρείας, Αναστάσιος Σιναϊτης, Συμεών νέος Θεολόγος, Γρηγόριος Παλαμάς, Σεραφείμ του Σάρωφ, Νικόδημος αγιορείτης. Από την άλλη, δεν υπάρχει καμία αντίφαση της Αγίας Γραφής και της Επιστήμης, που μας μιλάει για παλαιοντολογικά ευρήματα πολιτισμών, πριν από την εποχή του Αδάμ. Εάν λοιπόν η Αγία Γραφή ΔΕΝ παρουσιάζει τον Αδάμ ως βιολογικό πατέρα της ανθρωπότητας, γιατί τον ονομάζουμε «πρωτόπλαστο»;

Το θέμα είναι ποια είναι η αρχή και η αιτία, δηλαδή αυτό που κάνει τον άνθρωπο ένα συγκεκριμένο ον, αν δεν είναι η ουσία του; Το θέμα συζητείται και σε μια από τις επιστολές του Μ. Βασιλείου σε διάλογο με τον Αμφιλόχιο. Σε μια απ’ αυτές τις επιστολές αναλύεται όλο αυτό το πρόβλημα και ο Μ. Βασίλειος συμφωνεί με την άποψη, ότι εφ’ όσον δεν υπάρχει ποτέ ουσία γυμνή ανθρώπινη ως αρχή του ανθρώπου, το πρωταρχικό οντολογικό κατηγόρημα του ανθρώπου δεν είναι η ουσία του. Αλλά πρέπει να είναι οπωσδήποτε ένα συγκεκριμένο ον και αυτό είναι ο Αδάμ. Δηλαδή, ενώ οι αρχαίοι Έλληνες έλεγαν ότι έλκουμε την καταγωγή μας, την ύπαρξή μας, ως επί μέρους όντα, από την κοινή φύση την ανθρώπινη, πρέπει ως Χριστιανοί να πούμε ότι έλκουμε την ύπαρξή μας ο καθένας από ένα πρόσωπο, τον Αδάμ. Η αιτία του «είναι» μας, δεν είναι η φύση μας, αλλά ένα πρόσωπο.

Έτσι εξηγείται, γιατί στη Γένεση ο Θεός λέει: «Ποιήσωμεν άνθρωπον (Εβραϊκά Αδάμ) κατ’ εικόνα και καθ’ ομοίωσιν…» (Γένεση 1/α΄ 26). Γιατί ο Θεός, δεν βλέπει την ανθρωπότητα ως μάζα, αλλά ως πρόσωπα. Και επειδή δεν υπάρχει «ουσία γυμνή» κατά τη Χριστιανική θεολογία, προ της δημιουργίας του ανθρώπου, συνόψισε την ανθρωπότητα στο πρόσωπο του Αδάμ, ως υπόσταση της ανθρώπινης φύσης.

Ο Αδάμ ως ο πρώτος «θεολογικός» άνθρωπος

Γιατί όμως τον Αδάμ και όχι κάποιον άλλον; Αυτό δεν σημαίνει, ότι ήταν ο πρώτος άνθρωπος; Θα μπορούσε να αναφερθεί πληθώρα πατερικών χωρίων, στα οποία φαίνεται ότι οι Πατέρες, όταν μιλούν για την κορωνίδα της δημιουργίας, το τελειότερο έργο του Θεού, το αποκαλούν άνθρωπο. Θα πρέπει όμως να σημειωθεί ότι, όταν τον αποκαλούν άνθρωπο, δεν το εννοούν με την βιολογική του απλώς υπόσταση, αλλά με την παρουσία και του Αγίου Πνεύματος μέσα του. Ο άγιος Ιωάννης ο Χρυσόστομος λέγει: «άνθρωπος γαρ εστίν, ουχ όστις απλώς χείρας και πόδας έχει ανθρώπου, ουδ’ όστις εστι λογικός μόνον, αλλ’ όστις ευσέβειαν και αρετήν μετά παρρησίας ασκεί» (PG 49. 232). Δεν φθάνει να γεννηθεί κάποιος βιολογικά, για να ονομασθεί άνθρωπος, αλλά πρέπει να έχει μέσα του και το Άγιο Πνεύμα. Και αυτό είναι σημαντικό, γιατί όποια σχέση υπάρχει μεταξύ ψυχής και σώματος, τέτοια σχέση υπάρχει μεταξύ της ψυχής και του Αγίου Πνεύματος. Έτσι, ζωντανός και πραγματικός άνθρωπος είναι εκείνος που «χαριτώνεται» από την Χάρη του Θεού. Διαφορετικά, είναι μεν άνθρωπος, αλλά είναι νεκρός για τον Θεό, και, κυριαρχούμενος από διάφορα πάθη, μοιάζει με τα ζώα.

Σύμφωνα λοιπόν με την Ορθόδοξη πίστη, εφ’ όσον άνθρωπος είναι μόνο όποιος λαμβάνει μέσα του το Άγιο Πνεύμα, και ο Αδάμ ήταν ο πρώτος που έλαβε το Άγιο Πνεύμα, ήταν Ο ΠΡΩΤΟΣ ΑΝΘΡΩΠΟΣ. Γι’ αυτό και ο Θεός, θεώρησε τον Αδάμ ως την υπόσταση εκείνη που έγινε φορέας της ανθρώπινης φύσης και του έδωσε έτσι την πνευματική πατρότητα της ανθρωπότητας ολόκληρης. Με την έννοια αυτή, τον ονομάζουμε ΠΡΩΤΟΠΛΑΣΤΟ. Γιατί ήταν ο πρώτος, που πλάσθηκε (εκτός από κατ’ εικόνα), και καθ’ ομοίωσιν του Θεού.

Η έννοια του προσώπου

Εδώ εισέρχεται και η έννοια της σχέσης. Γιατί δίνοντάς του ο Θεός το Άγιο Πνεύμα, δημιούργησε μαζί του μια προσωπική σχέση. Και αυτό ήταν που έκανε τον Αδάμ «το πρώτο πρόσωπο» της ανθρώπινης φύσης και την υποστατική αιτία της. Παρά το ότι οι άγιοι Πατέρες ομιλούντες για τον Θεό τον ονομάζουν Πρόσωπο και ομιλούντες για τον άνθρωπο, τον αποκαλούν, κυρίως, άνθρωπο, εν τούτοις τον όρο πρόσωπο, σε μερικές περιπτώσεις, τον αποδίδουν και στον άνθρωπο. Και, βέβαια, αυτό γίνεται με συγκατάβαση, γιατί γνωρίζουν, ότι υπάρχει τεράστια διαφορά μεταξύ Θεού και ανθρώπου, μεταξύ δημιουργού και δημιουργήματος. Ο Θεός είναι άκτιστος, ενώ ο άνθρωπος είναι κτιστός….

…Σε άλλη περίπτωση, ο άγιος Ιωάννης ο Δαμασκηνός αποδίδει στον άνθρωπο τους όρους υπόσταση και πρόσωπο. Γράφει: «Επειδή δε πολλοί εισιν οι άνθρωποι, ο καθένας άνθρωπος υπόστασις εστίν, οίον Αδάμ υπόστασίς εστι, και η Εύα άλλη υπόστασις, και ο Σηθ ετέρα υπόστασις. Ομοίως και επί των λοιπών. Έκαστος άνθρωπος υπόστασις ετέρα παρά τους λοιπούς ανθρώπους εστί, και έκαστος βους υπόστασίς εστι, και έκαστος άγγελος υπόστασίς εστίν. Ώστε φύσις και μορφή και ουσία εστί το κοινόν και περιέχον τας ομοουσίους υποστάσεις, υπόστασις δε και άτομον και πρόσωπον το μερικόν ήγουν έκαστος των υπό το αυτό είδος περιεχομένων» Από αυτό το χωρίο φαίνεται ότι και ο άνθρωπος είναι υπόσταση, και, επειδή η υπόσταση ταυτίζεται με το πρόσωπο, γι’ αυτό και ο όρος πρόσωπο αποδίδεται και στον άνθρωπο.

Μια τέτοια συσχέτιση μεταξύ του ανθρώπου και του προσώπου μπορούμε να δούμε αμυδρώς και σε μερικά χωρία της Αγίας Γραφής. Ο Απόστολος Παύλος, μιλώντας για την ένωση και την κοινωνία του ανθρώπου με τον Θεό, χρησιμοποιεί την έκφραση «πρόσωπον προς πρόσωπον». Λέγει: «βλέπομεν γαρ άρτι δι’ εσόπτρου εν αινίγματι, τότε δε πρόσωπον προς πρόσωπον» (Α΄ Κορινθίους 13/ιγ΄ 12). Αν σκεφθούμε ότι το χωρίο αυτό αναφέρεται στην νοερά προσευχή, δηλαδή στον φωτισμό του νου («δι’ εσόπτρου εν αινίγματι») και την θεώση, δηλαδή την θεωρία του Θεού («πρόσωπον προς πρόσωπον»), τότε μπορούμε να καταλάβουμε ότι ο άνθρωπος μπορεί να χαρακτηρισθεί πρόσωπο, όταν ενωθεί με τον Θεό δια της θεώσεως και στην κατάσταση της θεώσεως. Αυτός, άλλωστε, είναι και ο πραγματικός άνθρωπος. Επίσης, ο ίδιος ο Απόστολος αναφερόμενος σε μια μεγάλη θλίψη στην Ασία και στην απαλλαγή του με τη βοήθεια του Θεού και τις προσευχές των Χριστιανών, λέγει: «ος εκ τηλικούτου θανάτου ερρύσατο ημάς και ρύεται, εις ον ηλπίκαμεν ότι και έτι ρύσεται, συνυπουργούντων και υμών υπέρ ημών τη δεήσει, ίνα εκ πολλών προσώπων εις το εις ημάς χάρισμα δια πολλών ευχαριστηθή υπέρ ημών» (Β΄ Κορ. 1/α΄ 10,11).

Σήμερα, χρησιμοποιείται κατά κόρον ο όρος πρόσωπο και «προσωπικότης», για τον άνθρωπο… στην ορθόδοξη, όμως, διδασκαλία η οντολογία του ανθρώπου, βρίσκεται στο Αρχέτυπό του, στον Θεό που τον δημιούργησε, αφού ο άνθρωπος είναι κατ’ εικόνα Θεού πλασμένος. Έτσι «η βιολογική ύπαρξη δεν εξαντλεί τον άνθρωπο. Ο άνθρωπος κατανοείται οντολογικά από τους Πατέρες μόνο ως ον θεολογικό. Η οντολογία του είναι εικονική» (Παν. Νέλλα: Ζώον θεούμενον, εκδ. Εποπτεία, Αθήνα 1979, σελ. 33, 34).

Μπορούμε να χρησιμοποιήσουμε τον όρο πρόσωπο και για τον άνθρωπο με μεγάλη προσοχή και αφού κάνουμε μερικές διευκρινίσεις. Μια από αυτές είναι ότι, όπως τον όρο άνθρωπο, κατά τους Πατέρες δεν μπορούμε να τον αποδώσουμε μόνον σε όλους εκείνους που ζουν, αλλά κυρίως σε όσους μετέχουν της καθαρτικής, φωτιστικής και θεοποιού ενεργείας του Θεού, έτσι και τον όρο πρόσωπο, μπορούμε να χρησιμοποιούμε γι’ αυτούς που πορεύονται προς την κατά Χάριν θέωση και είναι θεούμενοι. Όπως το «κατ’ εικόνα» είναι δυνάμει ομοίωσις και η ομοίωσις ενεργεία «εικόνα», έτσι και ο άνθρωπος με την βιολογική του ύπαρξη είναι δυνάμει άνθρωπος και πρόσωπο. Θα γίνει πραγματικά άνθρωπος, όταν μεθέξει της ακτίστου ενεργείας του Θεού. Εφόσον ο Θεός είναι Πρόσωπο σημαίνει, πως ο άνθρωπος γίνεται πρόσωπο, όταν ενωθεί με τον Θεό.

Σύμφωνα λοιπόν με τα παραπάνω, ο Αδάμ δεν είναι ένας απλός συμβολισμός, όπως θέλουν πολλοί να τον θεωρούν, αλλά ένα πραγματικό ΠΡΟΣΩΠΟ, το πρώτο ανθρώπινο πρόσωπο, και ο πρώτος άνθρωπος, με τη θεολογική έννοια των όρων αυτών. Είναι αυτός στον οποίον ο Θεός έδωσε για πρώτη φορά το Άγιο Πνεύμα Του, και δημιούργησε μαζί του ΠΡΟΣΩΠΙΚΗ ΣΧΕΣΗ. Έτσι, ο Αδάμ καθίσταται ο πρώτος που έγινε ΑΛΗΘΙΝΟΣ ΑΝΘΡΩΠΟΣ ΚΑΙ ΠΡΟΣΩΠΟ, και όχι «δυνάμει» που είναι κάθε άλλος που πλάσθηκε «κατ’ εικόνα του Θεού». Με την ιδιότητα αυτή, ο Αδάμ καθίσταται επίσης ΠΡΩΤΟΠΛΑΣΤΟΣ, και όχι με τη βιολογική έννοια, που νομίζουν πολλοί.

Δεν έχουμε λοιπόν καμία αντίφαση μεταξύ Αγίας Γραφής και Επιστήμης. Ούτε θεολογική ή ανθρωπολογική αντίφαση με τα πορίσματα της Παλαιοντολογίας, που αποδεικνύει, ότι υπήρχαν «δυνάμει» άνθρωποι πριν ακόμα από τον Αδάμ.

 

            Σύμφωνα λοιπόν με τα ανωτέρω εκτεθέντα, η διήγηση της Γένεσης απλοποιείται και γένεται σύμφωνη με τα ευρήματα της Παλαιοντολογίας, Βιολογίας και Ανθρωπολογίας. Έτσι: την 6η ημέρα της Δημιουργίας, ο Θεός εκφράζει την επιθυμία της κατασκευής ανθρώπου, κατ’ εικόνα του και ομοίωσή του. Δημιουργεί λοιπόν άνθρωπο, μόνο κατ’ εικόνα, (όχι τον Αδάμ), άνδρα και γυναίκα, τους ευλογεί και τους προτρέπει να κάνουν πολλά παιδιά. Έτσι, η 1η αυτή κατασκευή δημιουργεί τον «βιολογικό» άνθρωπο. Την 7η ημέρα, ημέρα κατάπαυσης του Θεού από τη Δημιουργία, πλάθει από τον «βιολογικό» άνθρωπο, τον «θεολογικό» άνθρωπο, τον Αδάμ, τον πρώτο άνθρωπο που γίνεται «καθ’ ομοίωσιν», τον τοποθετεί στον Παράδεισο, δεν τον ευλογεί, γιατί είναι ήδη ευλογημένος (αφού ομοιάζει με το Θεό) και δεν τον προτρέπει να κάνει πολλά παιδιά με τη σύντροφό του Εύα, γιατί στον Παράδεισο, «ούτε γαμούσιν, ούτε εκγαμίζονται». Την 6η ημέρα λοιπόν δημιουργείται ο «βιολογικός» άνθρωπος (χωρίς πρόσωπο), κατ’ εικόνα Θεού και την 7η ημέρα, ο «βιολογικός» άνθρωπος μεταβάλλεται σε «θεολογικό» άνθρωπο, καθ’ ομοίωση του Θεού και τότε αποκτά πρόσωπο

 

Ι. ΚΑΡΔΑΣΗΣ                                                                                       1.3.13

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

Σαν τον άσωτο το γιό ήρθα ξανά σε Σένα.(Αγίου Συμεών του Νέου Θεολόγου)

Έφυγα μακριά
                                                                   

Έφυγα μακριά  Φίλε του ανθρώπου, είχα τη σκηνή μου στην έρημο, 
από Σένα, τόν γλυκό μου Κύριο έφυγα και κρύφτηκα, 
κάτω απ τη νύχτα χώθηκα της αγωνίας να επιβιώσω. 
από κει γέμισα πολλές δαγκωματιές και τραύματα. 
Γύρισα, ήρθα σε Σένα, και στην ψυχή μου όμως πολλές οι πληγές. …;Το έλεος της χάρης Σου στάλαξε, Θεέ μου, 
τις πληγές μου άλειψε, εξάλειψε τα έλκη, 
τα μέλη μου συνάρμοσε και σύσφιξε… 
παράλυσαν… 
αφάνισε τις ουλές, μη μείνει ούτε μία, Σωτήρα, 
τέλεια γιάτρεψέ με ολόκληρο, κάνε με όπως πρίν, 
όταν δεν είχα μολυσμό ούτε μώλωπα 
ούτε πληγή να αιμορραγεί, ούτε κηλίδα, Θεέ μου, 
είχα γαλήνη, χαρά, ειρήνη και πραότητα, 
την άγια ταπείνωση και μακροθυμία, 
τον φωτισμό της υπομονής και πράξεις όμορφες, 
σε όλα υπομονή και δύναμη ανίκητη. …Χάζεψα, Κύριε, αποβλακώθηκα, σε μένα ελπίζοντας, 
με πλάκωσε και μ  έσυρε η αγωνία για τα υλικά 
η μέριμνα για τα βιωτικά,

ο ταλαίπωρος, καταξέπεσα, 
ψυχράθηκα σαν το σίδερο κι έγινα μαύρος 
πολύ καιρό, ώσπου έπιασα σκουριά.

Κι έτσι φωνάζω πάλι εσένα, 
Φιλάνθρωπε, θέλω να καθαρίσω 
να υψωθώ στην πρώτη μου Ομορφιά 
το Φώς Σου τέλεια ν  απολαύσω 
Τώρα κι αδιάκοπα  σέ όλους τους αιώνες.

”Ύμνοι Θείων Ερώτων” του Αγίου Συμεών του Νέου Θεολόγου  

[Ύμνος ΜΪΆ, στ. 1-5, 11-21, 41-49]
Μετάφραση: Γ. Βαλσάμης

 

Η παραβολή του Ασώτου στην Βυζαντινή αγιογραφία και στην Ευρωπαϊκή ζωγραφική.

Ο Άσωτος στη βυζαντινή αγιογραφία

Η παραβολή του ασώτου υιού. Νωπογραφία του 1786 στον Ιερό Ναό του Αγίου Νικολάου στο Ζαγόρι Ηπείρου
Η του Ασώτου παραβολή. Φορητή Εικόνα σε ξύλο στον Ελληνικό Ναό του Αγίου. Γεωργίου στη Βενετία.
Έργο πιθανότατα του ζωγράφου Εμπορίου Βενεδίκτο

Η εικόνα (ξύλο, 35,5 Χ 31 εκ.) είναι έργο πιθανότατα του ζωγράφου Εμπορίου Βενεδίκτου και δωρήθηκε στην Αδελφότητα από τον «εκ Τρικάλων» ομογενή Δημήτριο Φιλίππη.

Η όλη σύνθεση επιγράφεται «Η του Ασώτου παραβολή», εκτυλίσσεται σε τρία επίπεδα, με τα αντίστοιχα επεισόδια και παρουσιάζει αρκετές δυτικές επιδράσεις.

Κάτω χαμηλά ο Χριστός καθισμένος σε βράχο αφηγείται στους 11, βεβαίως, μαθητές τη συγκεκριμένη παραβολή, που το κύριο νόημά της υπογράφεται στο ειλητάριο: «Πάτερ ήμαρτον εις τον ουρανόν και ενώπιόν Σου κ’ ουκέτι [ειμί άξιος κληθήναι υιός Σου]».

Στο δεύτερο επίπεδο η δραματική σκηνή της επιστροφής του Ασώτου ιδιαίτερα εύγλωττη στην εξέλιξή της. Δεξιά στην άκρη απεικονίζεται προοπτικά και με αρχαιοπρεπή στοιχεία το διώροφο πατρικό αρχοντικό, από όπου μόλις πετάχτηκε έξω ο ευτυχισμένος πατέρας που κλείνει στην αγκαλιά του τον μετανοημένο γιο, βυθίζοντας το γέρικο κεφάλι στον τράχηλό του και τον φιλά.

Εξαθλιωμένος εκείνος γονατίζει αφήνοντας κάτω την γκλίτσα του χοιροβοσκού.

Πίσω τους, στο κέντρο, τμήμα άλλου κτιρίου με κεραμοσκεπή στέγη και στοά στο ισόγειο, που αφήνει να φαίνονται χορευτές και χορεύτριες κομψές, οι οποίοι μοιάζουν να αιωρούνται με ελληνιστική χάρη υπό τους ήχους λύρας και αυλών. Το γλέντι είναι στο φόρτε του – είναι η χαρά που γίνεται «εν τω ουρανώ επί ενί αμαρτωλώ μετανοούντι» – και θα ολοκληρωθεί με το πλούσιο δείπνο των γλεντοκόπων· ήδη ένας δούλος έχει σφαγιάσει«τον μόσχον τον σιτευτόν», καθώς πρόσταξε ο πατέρας.

Απέναντι και αριστερά, ο αντίλογος: η σκηνή με τον καλό γιο που μόλις γύρισε από τους αγρούς κουρασμένος και πληροφορείται έκπληκτος από νεαρό δούλο τα συμβάντα που βλέπει και ο ίδιος τώρα οργίλος: – Μα πώς; Για αυτόν ούτε ερίφιο δεν θυσίασε ποτέ ο πατέρας ούτε τέτοιο χαροκόπι έκανε όπως για τον άσωτο αδελφό του!

Σε ένα τρίτο υψηλότερο επίπεδο και στο αριστερό άκρο ο ζωγράφος απεικονίζει, σκόπιμα, την κατάντια του μέχρι χθες αρχοντόπουλου, κουρελή και πειναλέου χοιροβοσκού τώρα, που απλώνει το ισχνό του χέρι στον κάδο από όπου ταΐζει τους χοίρους του αφέντη, να πάρει κάτι για να καταλαγιάσει την πείνα του.

Πίσω το φτωχοκάλυβό του, στο άγριο τοπίο με τους απότομους ακανόνιστους βράχους και λίγα δέντρα.

Και στο γαλαζοπράσινο βάθος η μεγάλη πολιτεία όπου κατέφαγε «μετά πορνών» το πατρικό βιος και η θολή θέα και μνήμη της τον κάνει και αποφασίζει: «αναστάς πορεύσομαι προς τον πατέρα μου και ερώ αυτώ· πάτερ ήμαρτον εις τον ουρανόν και ενώπιόν σου…».Ετσι έπραξε, «και είδεν αυτόν ο πατήρ αυτού και εσπλαγχνίσθη ότι νεκρός ήν και ανέζησε και απολωλώς ήν και ευρέθη».

Ολο το πολύπτυχο νόημα του χριστιανισμού, άνθρωπος – αμαρτία – μετάνοια – Θεός – Πατέρας – συγγνώμη, σε μια χωρίς θεολογικές φλυαρίες λιτή εικόνα. Μόνη πολυτέλεια το ολοφώτιστο πατρικό αρχοντικό – ο Παράδεισος.

Σκούρο καφετί το βάθος του όλου τοπίου, που το σπάζει η σοφή χρωματική διαβάθμιση στις φορεσιές των προσώπων και οι φωτοσκιάσεις στις πτυχώσεις τους. Ενώ στην πολυπρόσωπη σκηνή του Χριστού με τους μαθητές η μονοτονία αποφεύγεται με τη διαφορετική στάση του καθενός – κάποιοι συζητούν και μεταξύ τους -, την κινητικότητα του βλέμματος και των χειρονομιών για αυτά τα πρωτάκουστα που λέει γαλήνιος ο Χριστός.

Εξοχη η ψηλή φιγούρα του Πατέρα-Θεού με τον μπλε ποδήρη χιτώνα και το πορφυρό ιμάτιο να πτυχώνεται με φυσικότητα, καθώς ανασηκώνεται το χέρι του να αγκαλιάσει τον γονατιστό γιο.

Χαρούμενος πιο ‘κεί ο μικρός δούλος με τον κοντό κόκκινο χιτώνα του, καθώς με το ένα χέρι δείχνει στον θυμωμένο αδελφό το συγκλονιστικό σύμπλεγμα πατέρα – γιου.

Η σπάνια αυτή εικόνα, πιστεύω, δεν είναι τυχαία ούτε για την εποχή ούτε για τον δωρητή. Από τα τουρκοκρατούμενα Τρίκαλα καταγόταν ο δωρητής της και ο 17ος αι. ήταν ο δεύτερος σκληρός αιώνας του σκλαβωμένου στον αλλόπιστο κατακτητή ελληνικού λαού. Ενός λαού που ορφάνεψε από τους λογίους του, οι οποίοι κατέφυγαν στην Ιταλία, και η αγραμματοσύνη και η αμάθεια απειλούσαν ακόμη και αυτή την ελληνορθόδοξη παράδοσή του.

Η εν λόγω εικόνα, όπως βλέπει κανείς, έχει έντονο το αφηγηματικό και το δραματικό στοιχείο, τάση που ξεκινάει από την παλαιολόγειο αγιογραφία και υιοθετείται στο εξής από τη μεταβυζαντινή τέχνη.

Ενδεικτικές οι σκηνές ως προς αυτό της Σταύρωσης, του Επιταφίου Θρήνου, αλλά και των Μαρτυρολογίων και της Δευτέρας Παρουσίας.

Ετσι η εικονογραφία, με την αμεσότητα της εικόνας, συντελούσε όχι μόνο στη διδαχή της ελληνορθόδοξης παράδοσης στον λαό αλλά και στη συντήρησή της κατά τη μακραίωνη Τουρκοκρατία.

Καθώς μάλιστα η θεματική των εικόνων και το «πώς ιστορίζονται αι εκκλησίαι»καθιερώθηκε μέσω της «Ερμηνείας των ζωγράφων» του Διονυσίου του εκ Φουρνά, η εικονογραφία αθόρυβα έπαιζε σωτηριώδη για τον λαό ρόλο, δικαιώνοντας τη ρήση του Αγίου Γρηγορίου Νύσσης: «ζωγραφία σιωπώσα εν τοίχω, λαλεί πλείονα και ωφελιμότερα».

Η κυρία Ειρήνη Πιπερίγκου-Κυριαζή είναι ιστορικός – αρχαιολόγος.

 

Ο  Άσωτος στην τέχνη

Ο Άσωτος υιός του διάσημου ολλανδού ζωγράφου Ρέμπραντ (1606-1669)
Επιστροφή του Ασώτου Υιού του Ιταλού ζωγράφου Πομπέο Μπατονι . Χρονολογείται στο 1773.
Επιστροφή του Ασώτου Υιού. Έργο του Ιταλού ζωγράφου Giovanni Francesco Barbieri Guercino  (1591 – 1666