Η αλληλογραφία των στρατιωτών το 1940

 

Γράμμα πρός γονείς
Γράφει ένας πρός τούς γονεις του:
«Γιά κρύο καί κακουχίες μή φοβασθε. Εδώ τά νεύρα μας γίνονται ατσαλένια. Σείς θά φαντάζεσθε πράγματα φοβερά καί τρομερά, ενώ εμάς δέν μάς νοιάζει καθόλου. Γι’ αυτό νά μή στενοχωριέσθε. Αλλως τε, γιά όλα τά Έλληνόπουλα τού μετώπου φροντίζει ή Μεγαλόχαρη … ».
Καί ένας άλλος, αφηγούμενος κάποιο περιστατικόν τού πολέμου, κατά τό όποιον ως εκ θαύματος, εσώθη από τόν θάνατον ένας στρατιώτης σύντροφός του, καταλήγει:
«Ευτυχώς η χειροβομβίδα δέν εσκασε, καί ο λυτρωμένος πιά συνάδελφός μας έχει τάξει μιά λαμπάδα σάν τό μπόϊ του στήν Παναγία τής Τήνου, τήν όποία έχουμε όλοι γιά προστάτιδά μας».
(«Μαρτυρίες ’40-’41» τών Κ. Χατζηπατέρα & Μ. Φαφαλιού, σελ. 27)
Γράμμα από γονέα
Η αυτή δέ πεποίθησις επικρατεί καί εις τά μετόπισθεν.
«Ό Θεός νά είναι μαζί σου» γράφει ένας πατέρας πρός τό μαχόμενον παιδί του, «ο Θεός νά είναι μαζί σου καί μαζί μέ τήν Πατρίδα μας. Τά χωράφια θά τά οργώσουμε εμείς μέ κάθε τρόπο … Μή στενοχωριέσαι. Η Μεγαλόχαρη τής Τήνου θά κάνη τό θαύμα της καί θά σας δώση μεγάλη δόξα».
Περ. Η Ζωή, αρ. 1443, 10.12.1940
(«Μαρτυρίες ’40-’41» τών Κ. Χατζηπατέρα & Μ. Φαφαλιού, σελ. 27)

———————————————————————–
Γράμμα σέ αδελφή
Κάπου στό Μέτωπο 29/11/40
Αδελφούλα μου,
Ο Θεός σέ φώτισε καί μέσα στό δέμα πού μού στείλατε, έβαλες τά πέντε κείνα μανταρίνια … Μόλις τάνοιξα κι’ αντίκρυσα τόν κίτρινο θησαυρό τού νησιού μας, δάκρυσα … Τά καθάρισα, τά χώρισα σέ φέτες καί τά φάγαμε μέ τ’ άλλα φανταράκια τής διμοιρίας μου.
Σέ βεβαιώ πώς ούτε τά τσοφλάκια δέν πετάξαμε …
Αδελφούλα μου, σωστό βάλσαμο ήταν γιά τίς διψασμένες ψυχές μας. Λές καί πήραμε νέες δυνάμεις … Αδελφούλα μου, νικούμε παντού! Η Παναγία, ολοζώντανη, μάς ακολουθεί. .. Παρακαλείτε καί σείς όσο μπορείτε γιά τήν σύντομη τελική νίκη!
Γειά σου Αδελφούλα μου
(Τό παρόν είναι ένα μέρος τής επιστολής)
Εφ. Η Πρόοδος, 17.12.1940
(«Μαρτυρίες ’40-’41» τών Κ. Χατζηπατέρα & Μ. Φαφαλιού, σελ. 27)
Κάτω από μίαν αλβανική εληά
Σάς γράφω κάτω από μίαν αλβανική εληά. Κάνω στρατηγικά σχέδια, πώς θά μπώ στά Τίρανα γρηγορώτερα. Διέκοψα τό γράμμα μου γιά 20 λεπτά, γιατί τρία ιταλικά αεροπλάνα μάς έρριξαν μερικές εληές (βόμβες) καί μάς σκότωσαν, ώ! τού θαύματος, ένα μουλάρι άρρωστο! Παναθεμά τους τί θόρυβο κάνουν’ σφυρίζουν δαιμονισμένα. Εάν πήτε καί γιά τίς βόμβες τους’ ευτύχημα είναι πώς σκοπεύουν εμάς καί πέφτουν 500 μέτρα μακρυά μας. Μακρυά, σέ 2-3 χιλιάδες μέτρα, γίνεται αερομαχία, ωραίο θέαμα, μά τήν αλήθεια. Αλλά ο Ιταλός εχάθη στά σύννεφα.
Πότε θά σάς στείλω τό γράμμα μου, δέν ξεύρω. Έχετε γειά, γιά σήμερα.
Σάς φιλώ όλους.
Ο υιός σας ΝΙΚΟΣ
Εφ. Η Νίκη, 14.12 .. 1940
(«Μαρτυρίες ’40-’41» τών Κ. Χατζηπατέρα & Μ. Φαφαλιού, σελ 82)
Τ.Τ. 152 Τετάρτη
1 Ιανουαρίου 1941 ώρα 0.5!
Αγαπημένες µου,
Χρόνια πολλά. Μέ τό καλό ο καινούργιος χρόνος …
Είναι η πρώτη χρονιά, έπειτα από τόσα χρόνια, πού κάνω Πρωτοχρονιά μακρυά Σας …
Πάντα, αυτή τήν στιγµή, κάθε χρόνο, µέ αξίωνε ο Θεός νά κρατώ τό µαυροµάνικο µαχαίρι τού σπιτιού γιά νά κόψω από τήν πήττα πού φιλοτεχνούσαν δυό αγαπηµένα χεράκια, τό κοµµάτι τού Χριστού, τής Παναγίας, τού Σπιτιού, … γύρω από τό στολισµένο τραπέζι µας. Κι’ ερχόταν τότε η αγωνία τής τύχης τού νοµίσµατος. Ποιός θά είναι ο τυχερός τής χρονιάς; Σέ ποιανού κοµµάτι θά βρεθη τό νόµισµα; Α! όχι, εφέτος τήν ωραία Πρωτοχρονιά τού 41, εγώ, παιδιά µου, είμαι ο τυχερός!
Σέ µένα έπεσε τό ανεκτίµητο νόµισµα νά έλθω εδώ επάνω στά Αλβανικά βουνά, νά ακούω, κι’ αυτή τήν στιγµή ακόµη, τό Βαρύ Πυροβολικό µας νά κτυπά αλύπητα τόν δρόµο πού ακολουθούν, φεύγοντας πανικόβλητοι οι κατακτηταί τής Ρώµης, πού νόµισαν πώς µπορούσαν νά ποδοπατήσουν τήν Ελλάδα µας.
Σ’ εµένα έλαχε νά ιδώ τά µέρη όπου τό Σύν/µά µας τού Ιππικού απεδεκάτισε τήν Μεραρχία τους, τήν περίφηµή τους «Τζούλια».

Σ’ εµένα έλαχε νά ακούσω άλλον αξιωµατικόν νά διηγείται πώς µέ 187 άνδρες εκράτησε έξ χιλιάδες Ιταλούς.
Εγώ είµαι ο τυχερός πού βλέπω κάθε µέρα τά κατσάβραχα, τά απρόσιτα καί στά γίδια ακόµη, όπου σκαρφάλωσαν οι θρυλικοί φαντάροι µας µέ τήν λόγχη, αψηφώντας τούς παντοειδείς όλµους καί ολµάκια πού διέθεταν αυτοί οι τσαρλατάνοι, πού έβαλαν τούς χάρτες κάτω καί εκοβαν τήν Ελλάδα σάν πρωτοχρονιάτικη πήττα.
Εγώ, έχω τόν µεγάλο κλήρο νά υπηρετώ τήν Ελλάδα µαζί µέ τά άλλα παιδιά της.
Νά µέ συµπαθάτε όµως … Όταν µιλά κανείς γιά τόν αφάνταστο καί ανυπέρβλητο ηρωισµό τού Ελληνικού Στρατού παρασύρεται αθελά του …
……………………………………………. ~ .
Ήλθε, Πάκι µου, ο Άγιο-Βασίλης εφέτος; Γουρλώσανε πάλι τά δυό σου γαλανά µατάκια, όταν άναψαν τά φώτα, µπροστά στά δώρα πού σού έφερε ο καλός Άγιος; Γιά µένα, είναι η καλλίτερη Πρωτοχρονιά τής ζωής µου, σείς πώς υποδεχθήκατε τόν καινούργιο Χρόνο;
Πολλά φιλιά
Ευάγγελος
Γράµµα Ευάγγελου Νοµικού
(«Μαρτυρίες ’40-’41» τών Κ. Χατζηπατέρα & Μ. Φαφαλιού, σελ. 150)
Ο ενθουσιασμός τών Ελλήνων γιά τήν νίκη,
µέσα από τίς επιστολές τους
Πόπη Χατζηιωάννου, Σπυρίδωνος Τρικούπη, Πειραιεύς,
πρός τόν Αντώνιον Χατζηιωάννου, 11/68 Τ. Τ. 345.
«Αντώνη µου,
Αυτήν τήν στιγµήν, µάθαµε τήν νέα νίκη µας, δηλαδή τήν κατάληψι τής Κλεισούρας. Δέν µπορείς νά φαντασθής τί κακό πού γίνεται. Δάκρυα χαράς καί υπερηφανείας τρέχουν από µικρούς καί µεγάλους στά φλογισµένα τους µάτια.
Αντρούλη µου, κοντεύοµε νά φτάσωµε στόν αντικειµενικό µας σκοπό. Τώρα, περιµένοµε µέ αγωνία νά πάρωµε τό Ελσαβάν καί τόν Αυλώνα, καί τότε κατ’ ευθείαν στήν θάλασσα. Καί ύστερα, θά σάς περιµένωµε στούς δρόµους, στά λιµάνια, στά παράθυρα, στίς αυλές, στίς εξώπορτες, µέ λαχτάρα καί δάκρυα στά µάτια νά σάς στεφανώσουµε µέ τό αµάραντο στεφάνι τής Δόξης …»
Εφ. Ελεύθερον Βήµα, 21.2.1941
(«Μαρτυρίες ’40-’41» τών Κ. Χατζηπατέρα & Μ. Φαφαλιού, σελ. 155)
«…Ψώνιζα ότε ακούµε τίς καµπάνες. Δέν ξέρεις, γυιόκα µου, τί γίνεται όταν ακούµε τίς καµπάνες. Ανάστασις. Τήν χαρά τού κόσµου. Εγώ δέ, τόσο πολύ αισθάνοµαι καί χαίροµαι πού αρχίζω νά κλαίω…».

Συλλογή Κυρ. Ντελοπούλου
Από τό Λεύκωμα «Κορόϊδο, Μουσσολίνι»
« … Καλή µου µαννούλα, ετραυµατίσθηκα στήν Κλεισούρα καί µέ µετέφεραν στόν Πειραιά. Φθάσαµε, στίς 28 τό πρωί στίς 10 η ώρα, στό λιµάνι’ πρίν πλησιάσουµε γιά νά βγουµε, βγήκαµε στήν ταράτσα καί είδαµε τήν Εθνική Οργάνωση Νεολαίας µέ µουσική παρατεταγµένη καί µέ χίλια πράγµατα. Αυτή η οργάνωσις είνε τό χέρι τού εθνικού µας κυβερνήτου κ. Ι. Μεταξά. Είνε ο στρατός τών µετόπισθεν. Όταν κατεβαίναµε, µαννούλα µου, άρχισε νά παίζη η µουσική, καί νά χαλά ο κόσµος, δέν µπόρεσα νά κρατηθώ καί έκλαψα µέ τήν ψυχή µου. Πόσο ωραία περνώ στό νοσοκοµείο, καί πόσος κόσµος περνά καί µάς ευγνωµονεί, δέν µπορώ νά σού περιγράψω. Όταν έλθω, θά σού τά διηγηθώ όλα. Τό τραύµα µου δέν είνε τίποτε …
… Όταν νοιώθουµε ότι, πίσω µας, υπάρχει ένας ολόκληρος κόσµος πού φροντίζει γιά τά σπίτια µας, γιά τίς απροστάτευτες οικογένειές µας, γιά τίς εγκαταλελειµµένες υποθέσεις µας, Όταν βλέπωµεν ότι τά αισθήµατα τής αλληλεγγύης πληµµυρίζουν τίς καρδιές όλου τού Ελληνισµού, η ψυχή µας γεµίζει συγκίνησι καί ορκιζόµεθα καθένας στήν συνείδηση τού ότι δέν θά αφήσωµε ποτέ εχθρικό ποδάρι νά µολύνη τήν ένδοξόν µας γή.
Αψηφούµε τά χιόνια καί τίς παγωνιές, αγνοούµεν τούς κόπους καί τίς κακουχίες. Εξάπτεται η ατοµική µας φιλοδοξία καί µάς καθιστά τροµερούς, ικανούς νά επιτελέσωµεν καί τούς δυσκολώτερους άθλους … »
Εφ. Ο Τύπος, 20.1.1941
(«Μαρτυρίες ’40-’41» τών Κ. Χατζηπατέρα & Μ. Φαφαλιού, σελ. 155)
Αντωνόπουλος Κωνσταντίνος
πρός Χαρίκλειαν Χριστίδου
«Αγαπηµένη µου. Η πατρίδα εκινδύνευε καί έπρεπε γι’ αυτήν νά τά θυσιάσουµε όλα. Όνειρα, καί τόν εαυτό µας ακόµη. Έχυσα αρκετό αίµα στόν βωµό τής δοξασµένης πατρίδος, καί είµαι υπερήφανος γι’ αυτό. Έχουµε δοξασµένη καί τόσο µεγάλη πατρίδα, γι’ αυτό καί η θυσία µας πρέπει νά είνε ανάλογη. Μή λυπάσαι λοιπόν γιά τήν αναβολή τής πραγµατοποιήσεως τών ονείρων µας. Όταν ο καπνός τής µάχης διαλυθή καί τά κλαδιά τής δάφνης µάς στεφανώνουν νικητάς, τότε τά όνειρά µας θά πραγµατοποιηθούν καί νά είσαι βεβαία πώς η µέρα αυτή θά είναι πολύ κοντινή.
Καί όταν, αγαπηµένη µου, στό ύψωµα τής Κλεισούρας εξωρµούσα κρατώντας περήφανα τήν τιµηµένην ελληνικήν λόγχην, δέν τό έκανα γιά τόν εαυτόν µου, γιά τήν πατρίδα. Οβίδες, όλµοι καί χειροβοµβίδες πέφτουν τριγύρω µας βροχή, τό χιόνι βαθύ µάς χώνει µέχρι τά γόνατα, η οµίχλη µάς κρύβει τούς Ητταλούς, η θύελλα µάς τυφλώνει, καί όµως τά παιδιά τής Ελλάδος προχωρούν, τρέχουν, κάνουν φτερά. Τό όνοµα τής Ελλάδος µας µάς φωτίζει τόν δρόµο, η αντάρα τής µάχης µάς µεθά, τίποτα δέν µπορεί νά µάς σταµατήση … Μά ξάφνου, νά! Νοιώθω πώς τό ποδάρι µου πέταξε στόν αέρα. Η γρήγορη όµως µατιά πού τού ερριξα, µέ πείθει πώς είναι στήν θέση του. Τό αίµα αρχίζει πιά νά τρέχη! Βιάζεται γιά νά γράψη πάνω στό χιόνι λίγες γραµµές τής νεοελληνικής δόξας! Η Ελλάδα µας είναι τόσο µεγάλη, τόσο δοξασµένη καί η δόξα της γράφεται µόνο µέ αίµα! Είµαι πολύ περήφανος γιατί προσέφερα καί λίγο αίµα γιά τήν δόξα της. Υπεράνω όλων η Πατρίς…
Άπειρα φιλιά,
δικός σου, Κώστας».
Εφ. Ελεύθερον Βήµα, 23.1.1941
(«Μαρτυρίες ’40-’41» τών Κ. Χατζηπατέρα & Μ. Φαφαλιού, σελ. 156)
‘Ο «πόλεµος» εναντίον τής λάσπης
Ό χειµώνας κεί πάνω στά αλαανικά αουνά ηταν πολύ ψυχρός καί κρύος. Χιόνιζε σχεδόν κάθε µέρα. Ειχαµε από µιά κουαέρτα καί µισό αντίσκηνο, δηλαδή 2 στρατιώτες δηµιουργούσαµε ενα µικρό αντίσκηνο. Πηγαίνοντας σ’ ενα χωριό, πού λεγόταν Καφέσκια, γιά νά ξεκουραστούµε συναντήσαµε τροµερή λάσπη. Σέ κάθε αηµα µας αουλιάζαµε όλοένα έµείς καί τά µουλάρια.
Χωνόµαστε µέχρι τήν κοιλιά γιά νά µήν χάσοµε τά µουλάρια πού αούλιαζαν, µέ απεγνωσµένες προσπάθειες προσπαθούσαµε νά τά σώσουµε. Μετά από διάστηµα 4 ήµερών φτάσαµε στά στενά της Κλεισούρας. Παράλληλα µέ τό δρόµο µας κυλούσε τά νερά του ό ποταµός’ Αώος. Δεξιά από

τό δρόµο µας ορισκόταν τό πυροοολικό µας ενώ αριστερά καί µετά τόν ‘Αώο ορισκόταν ενα έλληνικό τάγµα πού µαχόταν µέ ‘Ιταλούς. Θυµάµαι στι ερχόταν ιταλικά τάνκς από τά στενά της Κλεισούρας αλλά τό δικό µας πυροοολικό τά είχε επισηµάνει. Σέ κάθε εµφάνιση τάνκς µιά Μίδα, πού εφευγε από τά δυνατά χέρια τού έλληνικού πυροοολικού, iµαν αρκετή γιά τήν καταστροφή.
ΟΙ ‘Ιταλοί επιµένουν. Άναγκάστηκε τότε ό 1Ο0ς λόχος, ό δικός µας, νά τρέξει γιά ενίσχυση. Φθάσαµε στό πεδίο της µάχης στίς 10 τό Οράδυ. Kάν~µε ενα κλοιό γύρω από τό τάγµα πού ηταν εκεί καί αφήσαµε ενα ιταλικό σύνταγµα νά εισχωρήσει στό κενό τού κλοιού καί τούς κάναµε επίθεση φωνάζοντας «ΑΕΡΑ». ‘Όσοι δέ σκοτώθηκαν πιάστηκαν αιχµάλωτοι. ‘Αφού σταθεροποιήσαµε τό µέτωπο, µετά από 2 µέρες, πηρε ό λόχος 612 αιχµαλώτου ς καί τούς παραδώσαµε στήν µεραρχία. Μετά εµείς ξεκινήσαµε γιά τήν Τρεµπεσίνα. Κάναµε τό σταυρό µας πού γλυτώσαµε από τόν «πόλεµο» εναντίον της λάσπης …
Στέργιος Μυλωνάς
(«Μαρτυρίες ’40-’41» τών Κ. Χατζηπατέρα & Μ. Φαφαλιού, σελ. 156)
Εν. Τ.Τ. 790 17/1/41
Σεβαστή µου µητέρα καληµέρα.
Χθές, πήρα τήν από 9/1/41 επιστολήν σας καί χάρηκα πού είσθε όλοι καλά, ως καί εγώ υγειαίνω. Επίσης προχθές, πήρα τήν φωτογραφία τής Ελενίτσας µου’ πόσο χαριτωµένο είναι τό χρυσό µου καί πόσο µεγάλωσε µέσα σέ 2 1/2 µήνες’ δέν χορταίνω νά τήν βλέπω αλλά από τήν φωτογραφία φαντάζοµαι τί γούστο θά έχη τώρα µέ τίς κουβέντες της.
Τά σέβη µου στόν Μπαµπά, Απόστολον, Λίτσαν καί Παιδιά.
Σάς φιλώ
Ν. Παντελοδήµος
Νά µου γράψουν τά παιδιά τί δώρον πήραν µέ τά λεπτά πού τά εστειλα.
(«Μαρτυρίες ’40-’41» τών Κ. Χατζηπατέρα & Μ. Φαφαλιού, σελ. 197)
… έπεσεν ηρωικώς υπέρ τής ελευθερίας …
Μέτωπον 13/1/41
Αγαπητέ αδελφέ Μανώλη
Γειά σου
Πήρα δύο γράµµατά σου καί ευχαριστήθην πού είσθε καλά. Καί τώρα, θά σού γράψω σχετικώς διά τόν στρατιώτην µου Μάρκον Δισακιάν ο οποίος έπεσεν ηρωικώς εις τήν πρώτην µας µάχην.
Έπεσε ηρωικώς τήν στιγµήν όπου µέ τά χέρια του έβγαλε τούς πασσάλους τού συρµατοπλέγµατος διά νά ανεβούµε εις τά χαρακώµατα τών ατίµων. Έπεσε πολύ κοντά µου. Σού τό γράφω τώρα, διότι θά τό διαβάσατε εις τάς εφηµερίδας.
Λοιπόν, αγαπητέ Μανώλη, νοµίζω ότι η γυναίκα του ήτο έγκυος, καί εάν τό παιδί παραµένει αβάπτιστο, λέγεις εις τούς δικούς του ότι γράφω, εάν θέλουν, νά τό βαπτίσης εξ ονόµατός µου καί νά ξοδεύσης από τά ιδικά µου λεπτά.
Εάν είναι αγόρι, νά βγάλης τού ηρωικού πατρός του τό όνοµα, εάν δέ πάλι είναι κορίτσι, νά προτιµήσης Νίκη ή Ελευθερία, διότι δι’ αυτά έπεσεν ενδόξως ο πατήρ του.
Καί εάν ευρίσκεται η οικογένεια τού συγχωρεμένου οικονοµικώς στενοχωρηµένη, νά τήν βοηθήσης εκ των ιδικών µου χρηµάτων, καί νά φροντίσετε νά τήν βοηθήτε πάντοτε, διότι είναι αξία πάσης βοηθείας µία τέτοια οικογένεια, αφού ο αρχηγός της έπεσε ηρωικώς υπέρ τής ελευθερίας τής γλυκειάς µας Πατρίδος.
Ακόµη, νά φροντίσητε νά τού γίνη καί µνηµόσυνον ξεχωριστόν, εκτός από εκείνο πού θά κάµη η Πατρίς µας διά τούς ηρωικώς πεσόντες.
Εφ. Παγχιακή, Χίου, 5.2.1941
(«Μαρτυρίες ’40-’41» τών Κ. Χατζηπατέρα & Μ. Φαφαλιού, σελ. 193)
Τώρα τά πράγµατα αλλάξανε
18.2.41
Αγαπητέ µου Τάσο,
Μέ πολλή χαρά πήρα τό δελτάριό σου. Πίστεψέ µε ότι πρό πολλού ήθελα νά σού γράψω, µά δέν ήξερα µήτε πού βρισκόσουν καί υπηρετούσες, µήτε τήν δ/ση τού σπιτιού σου. Τώρα, µέ ευχαρίστησιν επικοινωνώ µαζύ σου καί ξαναθυµούµαι τίς τόσο ευχάριστες στιγµές πού περάσαµε µαζύ, τίς τελευταίες πρό παντός ηµέρες τού καλοκαιριού, όταν, πίνοντας στού Λαΐνη, συζητούσαµε γιά τόν πόλεµο καί τήν θέση τής Ελλάδας µας. Τώρα, τά πράγµατα αλλάξανε. Η παρέα µας, κατά τό πλείστον, σκόρπισε καί µόνο η φοβερή νοσταλγία µάς αλληλοσυνδέει. Εσένα, δέν ξέρω πώς νά σέ πώ, ευτυχή ή δυστυχή πού δέν δοκίµασες ακόµη τήν νοσταλγία της; Μάλλον ευτυχισµένο. Καί σού εύχοµαι νά µήν διακόψει τίποτα τήν ευτυχία σου, εκτός από τήν τελική νίκη µας, οπότε θά είσαι διπλά ευτυχισµένος. Ασχέτως όµως πρός αυτά τά υποκειµενικά, νοµίζω πώς ένας πνευµατικός άνθρωπος, καί πρό παντός ένας πεζογράφος, πολλά θά είχε νά κερδίσει, ζώντας µέσα στήν ατµόσφαιρα τής εκστρατείας καί τού πολέµου. Αυτά γιά σήµερα, αγαπητέ Τάσο. Θά έµαθες, βέβαια, τόν θάνατο τού Παλαιοδηµόπουλου. Λυπήθηκα φοβέρά.
Σέ φιλώ
Ανδρέας
Επιστολή τού Ανδρέα Καραντώνη πρός τόν Τάσο Αθανασιάδη
(«Μαρτυρίες ’40-’41» τών Κ. Χατζηπατέρα & Μ. Φαφαλιού, σελ. 198)
Σού στέλνω κάρταν, αδελφή,
καί άν θές, ευχαριστήσου,
ίσως καί βρεθούµε σύντοµα
καί σύ, Αµήν! ευχήσου.
Πάρ’ τήν φωτογραφίαν µου
καί βάρτην εις τόν τοίχο,
καί κάτσε καί περίµενε
πότε θά σού µιλήσω.
Στέλνω κορµίν χωρίς ψυχήν
καί σώµαν δίχως αίµαν
καί τήν φωτογραφίαν µου
νά θυµάσαι µέναν.
Συλλογή Κυριάκου Ντελόπουλου
(«Μαρτυρίες ’40-’41» τών Κ. Χατζηπατέρα & Μ. Φαφαλιού, σελ. 198)
Στήν αγαπηµένη µου
Πώς ήθελα, µικρούλα µου, νά εισ’ εδώ κοντά µου
ν’ ακούσης τήν καρδούλα µου, νά δής τά βάσανά µου.
Γιά στρώµα βάζουµε κλαριά, γιά µαξιλάρι πέτρα
καί γιά κλινοσκεπάσµατα, µία µονή κουβέρτα.
Νάσουν εδώ στό γρέκι µου, νάσουν εδώ στήν ράχη,
νά πάρης τό ντουφέκι µου νά πάς εµπρός στήν µάχη.
Κι’ άν τύχη σφαίρα εχθρική καί κόψη τόν ανθό σου …
Η Δόξα η Ελληνική στέφει τό µέτωπό σου.
Στρατιώτης Γιώργης Κομπόρης, 584 Τάγμα Πεζικού
Αρχείο Λάμπρου Κορομηλά

(«Μαρτυρίες ’40-’41» τών Κ. Χατζηπατέρα & Μ. Φαφαλιού, σελ. 198)
Μέ τέτοιο λαό …
Από κάπου, 21-11-40
Από χθές, βρίσκοµαι στόν τιµηµένο δρόµο πού οδηγεί στήν µάχη τών αδελφών µας.
Τίποτα µή σκέφτεσαι, µή λογαριάζης. Η Παναγία µάς σκεπάζει όλους µέ τά άγια φτερά τής προστασίαc της. Όσο πλησιάζοµε, τόσο βρίσκοµαι πιό κοντά στήν πραγµατικότητα.
Ο ενθουσιασμός καί η παλληκαριά τού στρατού µας είναι αφάνταστη. Τά τραίνα διαρκώς επιστρέφουν από τό Μέτωπο γεµάτα Ιταλούς αιχμαλώτους. Νά τούς δήτε, θά τούς λυπηθήτε, σέ τέτοια ψυχική καί σωµατική κατάπτωσιν ευρίσκονται.
Φιλήσατέ µου όλους. Στόν αδελφό µου νά πήτε πώς πρέπει νά είναι υπερήφανος πού είναι φαλαγγίτης. Τό τί προσφέρουνε σήμερα στόν Εθνικόν αγώνα, Φαλαγγίτες καί Φαλαγγίτισσες δέν λέγεται. Μάς γεµίζουν δώρα σέ κάθε σταθμό όπου περνούµε, µάς τραγουδούν, µάς διασκεδάζουν, µάς εξυπηρετούν σέ βαθµόν αφάνταστο, µάς ραίνουν µέ λουλούδια, µάς κατευοδώνουν µέ ευχές. Πιστέψατέ µε, πώς πιότερα ρούχα µού δώρησαν παρά πού εΙχα. Τέτοια συγκινητική ενότητα τών αγνώστων αυτών κοριτσιών καί αγοριών, πού η µόνη µας επαφή είναι η ΕΛΛΑΣ … δέν µαταγίνεται, γιά όλους µας καί υπεράνω όλων, είναι πρωτοφανής, τουλάχιστον στά µάτια τής δικής µας γενεάς. Μία άγνωστη κοπέλλα µού δώρισε, κάπου καθ’ οδόν, ένα σκούφο πού ούτε κουρσούµι δέν τόν περνά. Σκεπάζει τό κεφάλι, τά αυτιά, τόν λαιµό, τό στήθος καί τήν πλάτη. Τέτοια δίδουν σ’ όλους τούς στρατιώτες. Γάντια, φανέλλες, κάλτσες, περιοδικά, βιβλία, τσιγάρα, μπισκότα, κονιάκ, απαραιτήτως σέ κάθε σταθμό, οι Φαλαγγίτισσες θά κεράσουν όλο τόν στρατό. Μέ τέτοιο λοιπόν λαό, µέ τέτοια αδελφοσύνη Εθνική, πώς µπορεί ποτέ νά µή νικήσωµε;
Απόδειξις είναι ότι νικούµεν καί θά νικούµεν συντριπτικά τούς απειραρίθµους Ιταλούς καί θά νικούµεν πάντοτε γιατί ο Θεός καί η Παναγία είναι µαζύ µας.
Οι στρατιώτες µας πολεµούν τώρα, στήν πρώτη γραµµή.
Τιµή καί δόξα στό νησί µας.
Υπογραφή
Υ.Γ. Στήν αδελφή µου, νά πήτε νά πλέκη, νά πλέκη, νά πλέκη, από τό πρωί ώς τό βράδυ.
Εφ. Η Πρόοδος, Χίου, 6.12.1940
(«Μαρτυρίες ’40-’41» τών Κ. Χατζηπατέρα & Μ. Φαφαλιού, σελ. 200)
22.12.1940
Αγαπητή μου Κική,
Είναι δύο-τρείς μέρες πού δέν έλαβα γράμμα σας. Είμαι πολύ καλά, εδώ έχουμε χιόνι σάν Ελβετία’ τό περίεργο είναι πώς δέν κρυώνω. Τό φαΐ μας είναι πολύ καλό, τώρα μάλιστα πού έλαβα καί τά συμπληρώματα πού μού στείλατε, είμαι θαυμάσια. Μέλι δέν μού στείλατε. Καί μπογιές πού σού έχω γράψει, καθώς καί δύο-τρία άλλα πράγματα πού τά χρειάζομαι, πιστεύω νά τά στείλετε μ’ άλλα δέματα. Εάν ήσουν εδώ, θά σού άρεσε πολύ. Τά τοπία είναι πολύ ωραία, καί τό λέω εγώ πού ξέρεις πώς δέν αγαπώ τά χιόνια. Πώς διασκεδάζεις εσύ; Νά μήν ανησυχείς ούτε νά λυπάσαι πού δέν είμαι κοντά σας. Είμαι καλά εδώ. Σάς τό λέω ειλικρινώς.
Σάς φιλώ πολύ
Γιάννης.
Γράμμα τού Γιάννη Τσαρούχη στήν οικογένειά του.
(«Μαρτυρίες ’40-’41» τών Κ. Χατζηπατέρα & Μ. Φαφαλιού, σελ. 201)
Πρέπει νά δώσουμε κάτι πιό πολύ από τόν εαυτό μας.
Μέ τήν πιό μεγάλη συγκίνησι, μέ τήν πιό μεγάλη χαρά διάβασα τό δελτάριο σας. Μέ τίς συνεχείς μετακινήσεις μας αργούμε πάντοτε νά λάβωμε τά γράμματά μας καί νά απαντήσωμε, μά πάντα δίδομεν τήν πιό γρήγορη απάντησι προχωρούντες στόν πιό γρήγορο δρόμο τής νίκης, πού γεμίζει τήν ψυχή μας κάθε λεπτό μέ τίς γλυκές συγκινήσεις. Καθένας ξέρει καλά πώς κάθε τί μεγάλο δέν επιτυγχάνεται μέ μικροϋπολογισμούς καί λίγες θυσίες. Ξέρουμε όλοι ότι πρέπει νά δώσουμε κάτι πιό πολύ από τόν εαυτό μας. Η σκέψι γιά τό σπίτι, γιά τήν μητέρα μας, γιά κάθε τί δικό μας, φεύγει, χάνεται ολότελα γιά νά προσθέσει δυνάμεις σέ ένα δημιούργημα πού φθάνει γιά μάς τά όρια τού θείου καί έρχεται σέ στιγμές αναπαύσεως νά διώξη κάθε κούρασι καί κόπο, νά μάς δώση δυνάμεις νέας, ανεξαντλήτους γιά τόν τελικό μας θρίαμβο. Πόσο λυπάμαι πού σταματώ. Τό κεράκι πού μού φέγγει, φθάνει στό τέλος του καί δέν βλέπω πιά νά συνεχίσω.
Μετά μεγάλου σεβασμού
Δεκανεύς Ιωάννης Ζαχαρόπουλος
(«Μαρτυρίες ’40-’41» τών Κ. Χατζηπατέρα & Μ. Φαφαλιού, σελ. 205)
Μέ προέτεινε γιά προαγωγή επ’ ανδραγαθία
Επιστολή αξιωματικού:
Σεβαστή μου μητέρα,
Ο Συνταγματάρχης μου μέ προέτεινε γιά προαγωγή στόν ανώτερο βαθμό επ’ ανδραγαθία, διότι ενεργήσας εξ ιδίας πρωτοβουλίας αντεπίθεσιν εναντίον υπερτέρου εχθρού, εξηνάγκασα αυτόν εις άτακτον υποχώρησιν, συλλαβών αιχμαλώτους καί κυριεύσας μίαν πολεμικήν σημαίαν τού εχθρού, ως καί άλλα λάφυρα,
Τώρα, μητέρα μου, ήθελα νά ζούσε ο πατέρας μου, γιά νά έβλεπε, αυτός πού σκοτώθηκε δοξασμένος στό πεδίο τής μάχης, ότι ήλθε τώρα η σειρά τού γυιού του νά εξακολουθήσει τόν ίδιο δρόμο. Ελπίζω νά κάμω πιό πολλά ακόμη.
Εφ. Ο Τύπος,19.11.40
(«Μαρτυρίες ’40-’41» τών Κ. Χατζηπατέρα & Μ. Φαφαλιού, σελ. 205)
Πόλεμος είναι καί, πρώτα απ’ όλα, πρέπει νά σώσουμε τήν Πατρίδα
Αδελφέ Κώστα,
Μή στενοχωρείσαι πού μάς επήρε η επίταξι τό αυτοκίνητο. Πόλεμος είνε καί, πρώτ’ από όλα, πρέπει νά σώσουμε τήν Πατρίδα μας, από τά βρωμερά ιταλικά νύχια, κ’ ύστερα έχει ό Θεός. Θά ξαναφτειάξουμε τίς δουλειές μας καί θά ζήσουμε ελεύθεροι καί υπερήφανοι. Άλλωστε όλες τίς ζημίες μας θά μάς τίς πληρώση ο Μουσσολίνι, όταν θά τού επιβάλλουμε μέ τήν λόγχη μας, τούς όρους τής ειρήνης.
Εφ. Ο Τύπος, 19.11.1940
(«Μαρτυρίες ’40-’41» τών Κ. Χατζηπατέρα & Μ. Φαφαλιού, σελ. 205)
Έτρεξα ‘δώ πάνω, νά πολεμήσω
(Απόσπασμα από τό γράμμα ενός πολεμιστού μας, πρώην κρατουμένου τών Φυλακών Χατζηκώστα)
«… Κι’ όταν έπεσα στήν φυλακή, διερωτήθηκα άν αυτό ήταν τό τέλος μου. Άν δηλαδή, πάν ό,τι είχα ν’ απολαύσω τό απήλαυσα, πάν ό,τι είχα νά προσφέρω, τό ‘χα δώσει … Κι’ όμως κάτι μού ‘λεγε μέσα μου, πώς ο ρόλος μου δέν είχε τελειώσει, πώς ο προορισμός μου ήταν άλλος. Κι’ έδωσε ο Θεός καί βγήκα, κ’ η Πατρίδα χρειάσθηκε τίς υπηρεσίες μου. Κι’ έτρεξα ‘δώ πάνω, νά πολεμήσω γι’ αυτήν τήν αιώνια πατρίδα τών ανδρείων, πού συχαμερά όντα, σαύρες φαρμακερές βάλθηκαν νά καθυποτάξουν … Πόσο εξαγνίζεται κανείς εδώ απάνω, όταν πολεμά νά διώξη τό σκοτάδι πού θέλει νά σκεπάσει τήν φωτοβόλο, τήν καθάρια, τήν άσπιλη ΕΛΛΑΔΑ ΜΑΣ.
«ΠΡΟΣΠΑΘΕΙΑ ΠΡΟΣ ΤΟ ΚΑΛΟ», Αθήναι, 14 Φεβρ. 1949.
(Συντάσσεται καί εκδίδεται από τούς κρατουμένους Φυλακών Συγγρού).
(«Μαρτυρίες ’40-’41» τών Κ. Χατζηπατέρα & Μ. Φαφαλιού, σελ. 206)

ΠΗΓΗ.http://www.greece.org/

Ένα ακόμα άγνωστο θαύμα της Αγίας Σκέπης το 1940

Το χιόνι έπεφτε ασταμάτητα και ο βοριάς σφύριζε μανιασμένα.
Μέσα σ’ αυτή τη χιονοθύελλα, ένας στρατός προχωρούσε αποφασιστικά… σκαρφάλωνε σ’ απότομες πλα­γιές…Κατέβαινε γκρεμούς…βάδιζε ασταμάτητα και κουβαλού­σε στη ράχη του μεγάλο φορτίο.
Ένα μικρό φαρμακείο, μια στρατιωτική κουβέρτα, ένα ζευγάρι κάλτσες, μια φανέλα. Αλλά και τ’ όπλο του με την ξιφολόγχη και τα φυσίγγια… Παρ’ όλο το βάρος, το χιόνι και τις λάσπες… συνέχιζε τη δύσκολη πορεία του και μόνο σαν έβρισκε κάποιο χάλασμα, ή κανένα προφυλαγμένο βράχο, σταμα­τούσε λίγο, για να ξεκουραστεί.
Μέσα σ’ αυτές τις φοβερές συν­θήκες τα παλικάρια στον ιστορικό πό­λεμο του ’40, έγραψαν αθάνατες σελίδες ηρωισμού και θυσίας, πάνω στα Βορειοηπειρωτικά βουνά.
Αυτοί οι ήρωες σκαρφάλωσαν στις κορυφές του Ιβάν, της Μοράβας… κι ήταν η νίκη τους θρίαμβος! Πολε­μούσαν με τις σιδηρόφρακτες στρατιές του εχθρού και… νικούσαν.
Μαζί με τον ένδοξο ελληνικό στρα­τό ήταν και κάποιος σεμνός λευίτης, ο π. Αλέξιος. Ο ευσεβής ιερέας τριγυρνούσε ανάμεσα στους στρατιώτες, πάντα ακούραστος.
Σαν αληθινός πατέρας προ­σπαθούσε συνεχώς να τους συμπαρα­στέκεται, να τους ενισχύει, να διατη­ρεί στις ψυχές τους άσβεστη τη φλό­γα της πίστης στον Θεό και της αγά­πης στην Πατρίδα.
Παντού ο π. Αλέξιος, ακόμα και στην πρώτη γραμμή. Εκεί, που οι αν­δρείοι πολεμιστές, ρίχνονταν στη μάχη με την ξιφολόγχη στα χέρια! Εκεί!
Έτσι και κείνο το πρωί ξεκίνησε ο π. Αλέξιος, να συναντήσει το λόχο, που είχε στρατοπεδεύσει ψηλά, σε μια απόμερη πλαγιά. Σε λίγες μέρες ε­τοιμαζόταν για τη μεγάλη του επίθεση. Το χιόνι έπεφτε πυκνό και σε δυο βήματα απόσταση δε μπορούσες να διακρίνεις άνθρωπο.
-Που, θα πας, παππούλη; του φώ­ναξε ο Συνταγματάρχης. Θα χαθείς μέσα στα χιόνια.
-Έχω, παιδί μου, την Παναγιά μαζί μου, απάντησε. Κι έβγαλε από τ’ αμπέχονο την εικόνα της Παναγιάς.
-Αύριο τα παιδιά θα ριχτούν στη μάχη. Πρέπει να τα ενισχύσω, με τη Χάρη του Θεού.
-Ο Θεός μαζί σου!
Ο ιερέας βάδιζε ώρες μέσα στα χιονοσκέπαστα, δύσβατα μονοπάτια. Τέλος έφτασε εκεί ψηλά, που στρα­τοπέδευε ο λόχος.
Τ’ αντίσκηνα ήταν κρυμμένα κάτω από τα χιονισμένα δέντρα. Σήμανε σωστός συναγερμός, σαν τον αντίκρισαν οι στρατιώτες. Έ­τρεξαν, τον σήκωσαν στα χέρια και τον έφεραν στη σκηνή του λοχαγού.
-Πάτερ μου, φώναξε κατάπληκτος ο λοχαγός, πώς έφτασες ως εδώ πάνω;
-Μην ανησυχείς, παιδί μου, απά­ντησε ήρεμα ο π. Αλέξιος. Η Παναγιά με προστάτευσε.
Ο αξιωματικός θαύμασε την πίστη του σεβάσμιου ιερέα. Πολλές φορές στο Σύνταγμα, μιλούσαν γι’ αυτή και για τα θαύματα, που ζούσαν κοντά του.
Λίγο αργότερα, συγκεντρώνεται όλος ο λόχος. Τους μιλάει μ’ αγάπη και ενδυναμώνει το πατριωτικό τους αίσθημα.
«Σε σας έλαχε η μεγάλη τιμή, να υπερασπίζετε σήμερα τα ιερά και τα όσια της Πατρίδας μας…».
Τους προετοιμάζει ακόμα για την αυριανή Θ. Λειτουργία και Θ. Κοινωνία. Τα παλικάρια αποθέτουν στα πόδια του Εσταυρωμένου ότι βάραινε τη νεανική τους ψυχή.
Την άλλη μέρα πρωί-πρωί, ετοι­μάζονται για το Ιερό Μυστήριο.
-Να πάμε στο ξέφωτο, λέει στο Λοχαγό ο π. Αλέξιος. Εκεί θα είμαστε ασφαλείς.
Ο αξιωματικός τρόμαξε.
-Όχι πάτερ μου, θα γίνουμε στόχος στα αεροπλάνα. Είναι πολύ επικίνδυνο. Να μείνουμε εδώ, ανάμεσα στ’ αντί­σκηνα.
Όμως παράξενο, ο πατήρ Αλέξιος δεν υποχώρησε.
Άρχισε η Θ. Λειτουργία.
Πλησίαζε να τελειώσει. Λίγο πριν τα παλικάρια προσέλθουν στο Ποτήριο της Ζωής, φάνηκε στον ορίζοντα ένα σμήνος από εχθρικά αεροπλάνα.
«Θεέ μου», προσευχήθηκε σιωπηλά ο ιερέας, «πρόλαβε το κακό, μην πάρω στο λαιμό μου τόσα παλικάρια».
Τ’ αεροπλάνα έφτασαν και άρχισαν μανιακά να βομβαρδίζουν τ’ αντίσκηνα. Στο ξέφωτο απλώθηκε ένα λευκό σύν­νεφο, που σκέπασε τα πάντα. Τις στιγμές αγωνίας διαδέχτηκαν στιγμές χαράς
Ένας λόχος ολόκληρος γονατιστός προσευχόταν πάνω στο χιόνι. Τώρα ευχαριστούσε για την ανέλπιστη σω­τηρία του.

Ακόμα ευχαριστούσε θερμά τον Πλάστη και Πατέρα του για τον άγιο αυτό λευίτη που του ‘χε στείλει, σαν θείο δώρο, για να του συμπαρασταθεί στις δύσκολες αυτές στιγμές του πο­λέμου.
Όταν απομακρύνθηκαν τ’ αερο­πλάνα, η Θ. Λειτουργία συνεχίστηκε.
Με απέραντη ευγνωμοσύνη στον Θεό πλησιάζουν τα ηρωικά παλικάρια και κοινωνούν.
Σε λίγο θα χυθούν σαν λιοντάρια στον εχθρό και θα θριαμβεύσουν ακόμα μια φορά!!!
Πηγή: Η ζωή του παιδιού (Μ. ΑΝΘΙΜΟΥ)

Φανταράκια

Γραμμένο γιά τούς στρατιῶτες μας στήν Ἀλβανία (1940-1941).
Τοῦ Σπύρου Μελᾶ
Ὅταν τό δῇς μπροστά σου ἀδύνατο, ζαρωμένο, ἀξύριστο, συφοριασμένο, ζαλωμένο τό σάκκο νά πηγαίνῃ μονοπάτια καί κουτσαίνοντας, δέ δίνεις οὔτε μιά δεκάρα:
― Αὐτός εἶναι ὁ ἥρωας;
― Ἔ, λοιπόν, ναί… αὐτός εἶναι!
Ὅλοι οἱ ξένοι ἔχουν τήν αὐτή ἔκπληξι στήν πρώτη ἐπαφή: «Ἐμένα, κύρ Φράγκο –σάν νά τούς λέῃ ἄφωνο τό στρατιωτάκι– δέν μπορεῖς νά μ’ ἐξηγήσῃς εὔκολα… Εἶμαι μεγάλο θέμα μελέτης». Εἶναι ἕνας ἥρωας, πού δέν ξέρει τίποτε ἀπό τόν ἑαυτό του· πού δέ νιώθει τόν ἡρωισμό του· πού κινεῖται στήν ἀτμόσφαιρα τῆς ἐποποιΐας, σά νά ἦταν ἡ πιό καθημερινή του πραγματικότης.
Περπάτησα πλάϊ του ὧρες μέ τήν αἰώνια ἀγωνία:
Ποῦ βρίσκεται τό μυστικό τοῦ μεγαλείου του;
Ἔρχονται στιγμές, πού στά μάτια του καῖνε καί φέγγουν ὅλοι οἱ ἥλιοι τῆς Μεσογείου. Βλέπω καθαρά κάτι:
Ὅτι τό φῶς αὐτό κυριαρχεῖ πάνω στή φλόγα· ἡ ἐξυπνάδα ἐξουσιάζει πώς πρέπει νά τό ἀπομακρύνω ἀπό αὐτή τήν ἀπόπειρα ψυχολογίας. Ἡ ἐξυπνάδα στόν πόλεμο δέν χρειάζεται παρά γιά τό τεχνικό μέρος. Ἀλλά δέν ἀποτελεῖ ποτέ τόν ἥρωα. Ὁ Ἕλλην μάχεται πολύ ἐπιδέξια ἴσως ἀπό οἱονδήποτε ἄλλο στρατιώτη.
Ἔρχονται ὧρες, πού καί τό τελευταῖο φανταράκι γίνεται στρατηγός:
― Ἐδῶ σ’ αὐτή τή γράνα νά πέσουμε, συνάδελφε –ἄκουσα στρατιωτάκι νά λέῃ στή μάχη στό σύντροφό του– νά τούς βγοῦμε στό πλευρό!
― Ὁ λοχαγός τραβᾷ ἀπό κεῖ!
― Μωρέ, ἄσ’ τό λοχαγό τώρα, θά τόν ἀπαντήσουμε ψηλότερα.
Ἀλλά μέ τήν ἐξυπνάδα δέν πάει κανείς στή θυσία. Καί τό φανταράκι ἀξίζει, ὅταν βάζῃ τόν ἑαυτό του κάτω· ὅταν ἔρχεται ἡ θεία στιγμή, πού σπάζει ὅλες τίς χορδές τῆς ζωῆς: «Ἐδῶ Βαγγέλη, σώθηκαν τά ψέματα· ἐδῶ θά πεθάνης!».
― Ἀλλά καί πρίν ἀπ’ αὐτή τή στιγμή: Ὅταν δίνῃ τόν ἑαυτό του σ’ ὅλες τίς δεινοπάθειες, σ’ ὅλους τούς ἀφάνταστους μόχθους καί τίς τεράστιες δυσκολίες μέ μιά φοβερή γαλήνη, μιάν ἁπλότητα καταπληκτική. Γι’ αὐτό τό περίεργο πλάσμα, πού θά κάμῃ τή σκούφια πολλῶν ἱστορικῶν νά γυρίσῃ ἀνάποδα, τίποτε δέν εἶναι ἀδύνατο.
Ἀντιμετωπίζει τά πιό τεράστια προβλήματα σάν νά τά ἤξερε, νά τά εἶχε ὑπ’ ὄψιν του ἀπό πρίν. Ἀναπτύσσει ἀμέσως ἀπόλυτη οἰκειότητα μέ τίς μεγαλύτερες δυσκολίες. Ποῦ κρύβουν τ’ ἀνεξάντλητα ἀποθέματα δυνάμεως οἱ ἀσκητικές αὐτές πράξεις, πού νομίζετε, ὅτι κατέθεσαν ἤδη ὅ,τι κι ἄν εἶχαν; Θέλησι –μιά θέλησι χωρίς στόμφο, χωρίς ρητορική, χωρίς θορυβώδεις χειρονομίες.
Γιά νά νιώσωμε τό φανταράκι, πρέπει νά βγάλωμε ἀπό τή μέση κάθε τύπο ἐξωτερικό. Πρέπει νά σβήσωμε καί διατάγματα ἐπιστρατεύσεως καί προσκλήσεις ἡλικιῶν καί κάθε ἰδέα ἐξωτερικῆς ἀνάγκης. Μπορεῖ νά τούς ἀπολύσετε, ἄν θέλετε. Δέ θά φύγῃ κανείς! Θά μείνουν ὅλοι στά βουνά τῆς Ἀλβανίας ἐθελονταί, ὡς πού νά ρίξουν τούς Ἰταλούς στή θάλασσα.
Αὐτό τό φανταράκι, πού δέ δίνετε μιά δεκάρα, ὅταν τό πρωταντικρύζετε, ἔχει τό ἔνστικτο τῆς ἱστορίας. Δέν ξέρει παρά ἄκρες μέσες. Ἀλλά τήν αἰσθάνεται, τή νιώθει. Ἔχει βάλει μέσα του κατάβαθα, ἀκλόνητα, ὅτι αὐτή τή στιγμή παίζεται ἡ τύχη τῆς Ἑλλάδος, ἡ ἐλευθερία της, ἡ τιμή της, ἡ ἐθνική της ὕπαρξι. Αὐτό τό ξέρει καί τό πιό ἀγράμματο στρατιωτάκι, πού ἱδρώνει νά σκαρώσῃ μέ μαγγοῦρες τήν ὑπογραφή του.
― Δέν εἶναι σάν τίς ἄλλες φορές! θ’ ἀκούσετε νά σᾶς λένε ὅλοι. Αὐτοί πᾶνε νά σβήσουν τήν Ἑλλάδα! Μά δέ θά τό φᾶνε.
Ἡ ἀδάμαστη θέλησι τῆς νίκης, αὐτή ἡ ἥσυχη κι ἀλύγιστη ἀπόφασι νά μή γυρίσῃ πίσω κανείς, ἄν δέ ρίξουν τόν ἐχθρό στή θάλασσα, εἶναι τό μυστικό τοῦ ἡρωϊσμοῦ τους, τῆς ἐπιμονῆς, τῆς ἀντοχῆς, τῶν ἀφάνταστων θυσιῶν, πού προσφέρονται μέ τή μεγαλύτερη αὐταπάρνησι. Τό κάθε φανταράκι ἔχει κάμει τήν ἐθνική ὑπόθεσι προσωπικό ζήτημα:
― Μωρέ, ἀκοῦς ἐκεῖ νά τούς περάσῃ ἀπό τό μυαλό νά μᾶς ὑποδουλώσουν!
Φρενιάζει, θηρίο ἀνήμερο γίνεται καί τό πιό ἥσυχο φανταράκι, ὅταν τοῦ τό θυμίσουν. Ἔχει πληγωθῆ βαθύτατα τό φιλότιμό του: Γιά ποιούς μᾶς περάσανε; Εμαστ’ Ἕλληνες! Ξέρεις τί θά πῇ Ἕλληνες;… Ἄν δέν τό ξέρῃς, θά σοῦ τό μάθω τώρα στή στιγμή! Ἔτσι μπαίνει τό στρατιωτάκι στή μάχη: νά τούς δείξῃ ποιός εἶναι.
Αὐτός μπορεῖ νά συγχύζῃ τόν Περικλῆ μέ τό Θεμιστοκλῆ· δέν ἔχει διόλου νά κάμῃ. Τήν Ἑλλάδα καί τήν ἱστορία της δέν τήν ἔχει μέσα του σάν κρύες γνώσεις. Τήν ἔχει σάν ἔννοια, σάν οὐσία, σά ζωντανή πραγματικότητα: Εἶναι αὐτός ὁ ἴδιος ἡ Ἑλλάς αὐτή, γεμᾶτος ἀπό τά κλέη καί τούς θρύλους τριῶν χιλιάδων ἐτῶν, ἀπό τό καθάριο καταστάλαγμά τους, ὑπερήφανος γιά τήν τύχη του, νά εἶναι φορεύς τέτοιας ἀξίας. Κι ἄς μήν μπορῇ νά μετρήσῃ τό θησαυρό σ’ ὅλη τήν ἔκτασί του.
Μ’ ἀνατρίχιασμα κρυφό ἄκουσα μιά μέρα αὐτή τήν κουβέντα, δυό λεπτά πρίν μπῇ ἕνα τάγμα στή μάχη:
― Καί γιατί ἄλλο ἤρθαμε, ρέ συνάδελφε, δῶ πέρα; Ἤρθαμε νά νικήσωμε ἤ νά πεθάνωμε σάν Ἕλληνες!
― Καί πῶς πεθαίνουν οἱ Ἕλληνες, δέ μοῦ λές;…
― Οἱ Ἕλληνες πεθαίνουν σάν Ἕλληνες! Κι ἄν δέν τό ξέρῃς νά πᾷς νά τό μάθῃς. Πεθαίνουν παλληκαρίσια… γιά τήν ἰδέα!…
Πιό ξάστερο ὁρισμό τῆς οὐσίας αὐτοῦ τοῦ ἡρωισμοῦ δέν ἀπάντησα πουθενά. Τήν ἔδωσε μονάχο του τό φανταράκι.
Πηγή: Περιοδικό «ΑΓΙΑ ΛΥΔΙΑ», τεῦχος 368, Ὀκτώβριος 2003.

Λόγος στην ημέρα της Αγίας Σκέπης της Υπεραγίας Θεοτόκου.

Οι λουθηρανοί, οι προτεστάντες και όλοι οι άλλοι αιρετικοί δεν τιμούν την Υπεραγία Παρθένο Μαρία. Την θεωρούν μόνο μια ευσεβή γυναίκα και βεβαίως δεν προσεύχονται σ’ αύτη.
Εμείς οι ορθόδοξοι χριστιανοί πώς βλέπουμε την γήινη Μητέρα του Κυρίου και Θεού και Σωτήρος μας Ιησού Χριστού, η οποία υπηρέτησε το μέγα μυστήριο της ενανθρωπίσεως του Υιού του Θεού; Μήπως είμαστε αξιοκατάκριτοι για το ότι την καλούμε «τιμιωτέραν των Χερουβείμ και ενδοξοτέραν ασυγκρίτως των Σεραφείμ»; Για το ότι απευθυνόμαστε με τις θερμές προσευχές μας σ’ Αυτήν, που είναι «η σωτηρία του γένους των Χριστιανών»; Αλλά δεν υπήρχε αυτή ζωντανός Άχραντος Ναός του Σωτήρος, πολύτιμο παλάτι και Παρθένος; Δεν επέλευσε σ’ αυτή το Άγιο Πνεύμα τη στιγμή της ασπόρου συλλήψεως του Υιού του Θεού και δεν έμεινε μαζί της σε όλη την υπόλοιπη ζωή της; Και δεν ήταν η δύναμη του Πνεύματος τόσο ισχυρή, που δεν συναντήθηκε ποτέ ξανά ακόμα και στους πιο μεγάλους αγίους;
Η άφθονη χάρη του Αγίου Πνεύματος, που γέμιζε την καρδιά της Παναγίας, εκχύνεται σε όλους που αγάπησαν με αιώνια αγάπη τον Υιό της και Θεό. Δεν είναι δύσκολο να το καταλάβουμε. Γνωρίζουμε από την πείρα πως από την καρδιά μας εκχύνεται καθαρή και θεία αγάπη στους συγγενείς μας.
Στην πρωινή προσευχή στην Παναγία λέμε: «Υμνώ την χάρη σου, Δέσποινα, σε ικετεύω, φώτισε τον νουν μου με την χάρη σου». Βέβαια η μοναδική πηγή της χάριτος είναι ο Τριαδικός Θεός. Η Παναγία μας δίνει όχι τη δική της χάρη αλλά το περίσσευμα της χάριτος, που λαμβάνει από το Άγιο Πνεύμα. Όμως το περίσσευμα αυτό είναι τόσο μεγάλο που φτάνει για όλους τους χριστιανούς.
Εσείς γνωρίζετε καλά ότι πολλοί μάρτυρες του Χριστού, οι άγιοι ιεράρχες και οι όσιοι, ιδιαίτερα ο άγιος Νικόλαος ο θαυματουργός επισκέπτονταν και επισκέπτονται και σήμερα αυτούς, που με την πίστη τούς καλούν στις προσευχές τους. Όμως όλοι αυτοί οι άγιοι επισκέπτονται τους εκλεκτούς ανθρώπους μόνοι τους, χωρίς να έχουν κάποιον που να τους συνοδεύει. Και η Υπεραγία Θεοτόκος πάρα πολλές φορές επισκεπτόταν τους εκλεκτούς και τους αγαπημένους της, από τους οποίους πιο κοντά στην εποχή μας είναι οι όσιοι Σέργιος του Ραντονέζ και Σεραφείφ του Σαρώφ. Ποτέ όμως μόνη της αλλά συνοδευόμενη από τους αποστόλους του Χριστού, και τις πιο πολλές φορές από τον Πέτρο και τον Ιωάννη.
Σήμερα γιορτάζουμε την αγία Σκέπη της Παναγίας. Ο μακάριος Ανδρέας και ο μαθητής του Επιφάνιος είδαν την Παναγία να περπατά πάνω στον αέρα, συνοδευόμενη από τους Αγγέλους, τους Αποστόλους και τους Αγίους. Η Παναγία κατέβηκε κάτω, μπήκε στο ιερό βήμα και γονάτισε ενώπιον της αγίας τράπεζας. Μετά έστρεψε το βλέμμα της προς τον λαό και άπλωσε πάνω του το ωμοφόριό της, το οποίο έλαμψε με ένα ουράνιο φως. Αυτό το θαύμα στο ναό των Βλαχερνών δεν μαρτυρεί άραγε ότι ο ίδιος ο Θεός και η Παναγία δικαιώνουν εμάς που ονομάζουμε την Υπεραγία Παρθένο Μαρία «τιμιωτέραν των Χερουβείμ και ενδοξοτέραν ασυγκρίτως των Σεραφείμ»; Η συνοδεία των βασιλιάδων και των αρχόντων αποτελείται από πρόσωπα κατώτερα από τους ίδιους. Μεταξύ αυτών που συνόδευαν την Παναγία στο ναό των Βλαχερνών υπήρχαν οι Άγγελοι, οι Αρχάγγελοι, οι Απόστολοι και οι ένδοξοι Άγιοι.
Και τί θα πούμε για το ωμοφόριό της που έλαμψε σαν αστραπή, το οποίο άπλωσε στο λαό, που προσευχόταν γονατιστός στο ναό των Βλαχερνών; Οι αστραπές αυτές δεν δείχνουν το ξεχείλισμα της χάριτος του Αγίου Πνεύματος που εκχύνεται από την καρδιά της;
Όχι βέβαια σε όλους αδιακρίτως απλώνει η Παναγία τη σκέπη της, αλλά μόνο στους ταπεινούς, στους συντετριμμένους τη καρδία και σ’ αυτούς που φοβούνται το Λόγο του Θεού.
Ας είμαστε και εμείς ταπεινοί και να μην έχουμε μεγάλη ιδέα για τον εαυτό μας, για να είμαστε άξιοι να βρισκόμαστε πάντα κάτω από την σκέπη της Υπεραγίας Αχράντου Θεοτόκου και Αειπαρθένου Μαρίας. Διά των αγίων πρεσβειών Της να μας συγχωρήσει ο Πολυέλεος Θεός το πλήθος των αμαρτιών και των αδικιών μας και να μας ελεήσει. Αμήν.

(Αγ. Λουκά, Αρχιεπ. Κριμαίας, «Λόγοι και ομιλίες», τ.Α΄, εκδ. Ορθόδοξος Κυψέλη, σ. 245-247)