Μόνον ο Θεός γνωρίζει πόσους κρυφούς δούλους έχει!

 

Ανέβηκε ο αββάς Δανιήλ από τη Σκήτη, μαζί με τον μαθητή του, στην άνω Θηβαΐδα, όταν γιόρταζαν τη μνήμη του αββά Απολλώ. Εκεί έτρεξαν να τον συναντήσουν οι πατέρες που απείχαν μέχρι και εφτά μίλια και ήταν περίπου πέντε χιλιάδες. Και μπορούσε να τους δει κανείς να προσκυνούν πεσμένους πάνω στην άμμο, σαν να ήταν τάγματα αγγέλων, τα οποία με φόβο υποδέχονται τον Χριστό, γιατί άλλοι έστρωναν τα ρούχα τους μπροστά του, άλλοι τα κουκούλλια τους, και έβλεπες τα δάκρυά τους να τρέχουν σαν πηγές που ανάβλυζαν. Βγήκε ο προϊστάμενος του κοινοβίου και πριν πλησιάσει τον γέροντα τον προσκύνησε εφτά φορές και αφού ασπάστηκε ο ένας τον άλλο, κάθησαν. Τότε παρακάλεσε τον γέροντα να πει κάτι, γιατί δεν μιλούσε εύκολα στον καθένα. Καθώς λοιπόν κάθησαν έξω πάνω στην άμμο, γιατί δεν τους χωρούσε η εκκλησία, λέγει ο αββάς Δανιήλ στον μαθητή του· «Γράψε·  Αν θέλετε να σωθείτε, να επιδιώκετε την ακτημοσύνη και την σιωπή, γιατί απ’ αυτές τις δύο αρετές κρέμεται όλη η ζωή του μοναχού». Ο μαθητής του παρέδωσε αυτά που έγραψε σε κάποιον από τους αδελφούς, ο οποίος τα μετέφρασε στα αιγυπτιακά. Όταν διαβάστηκαν στους πατέρες, έκλαψαν όλοι και ξεπροβοδούσαν τον γέροντα. Κανένας δεν τολμούσε να του πει «Μείνε μαζί μας».

Όταν έφτασε στην Ερμόπολη λέγει στον μαθητή του· «Πήγαινε και χτύπα την πόρτα σ’ εκείνο το γυναικείο μοναστήρι». Υπήρχε εκεί ένα γυναικείο μοναστήρι, που ονομαζόταν του αββά Ιερεμία, και κατοικούσαν εκεί περίπου τριακόσιες μοναχές. Πήγε ο μαθητής του και χτύπησε την θύρα. Του λέγει η θυρωρός ευγενικά· «Καλώς ήλθες. Τί προστάζεις;». Απαντά· «Φώναξέ μου την μητέρα, την ηγουμένη, γιατί θέλω μ’ αυτή να μιλήσω». Αυτή απάντησε· «Δεν συναντά ποτέ κανέναν, όμως πες μου τι θέλεις και θα το διαβιβάσω». Αυτός είπε· «Πες της· «Κάποιος μοναχός θέλει να σου μιλήσει». Η θυρωρός πήγε και το είπε αυτό και αφού ήλθε η ηγουμένη ευγενικά λέει στον αδελφό· «Η αμμάς μ’ έστειλε να σε ρωτήσω· «Τί ζητάς;»». Λέει ο αδελφός· «Να δείξετε αγάπη και να επιτρέψτε να κοιμηθούμε εδώ εγώ κι ένας γέροντας, γιατί είναι βράδυ και έξω θα μας φάνε τα θηρία». Του λέγει η αμμάς· «Ποτέ άνδρας δεν μπαίνει εδώ· συμφέρει να φαγωθείτε από τα έξω θηρία κι όχι από αυτά που βρίσκονται μέσα στην ψυχή». Της απαντά ο αδελφός· «Ο αββάς Δανιήλ είναι από τη Σκήτη». Αυτή μόλις τ’ άκουσε αυτό, άνοιξε και τις δύο θύρες και βγήκε τρέχοντας καθώς κι όλες οι άλλες μοναχές, και αφού έστρωναν τα μαφόριά τους από την είσοδο μέχρι το σημείο που βρισκόταν ο γέροντας έπεφταν στα πόδια του και φιλούσαν τα ίχνη των ποδιών του.

Όταν μπήκαμε μέσα στο μοναστήρι, έφερε η προϊσταμένη μια λεκάνη και τη γέμισε με χλιαρό νερό και βότανα και χώρισε σε δύο ομάδες τις αδελφές και έπλυναν τα πόδια του γέροντα και του μαθητή του. Αφού πήρε ένα ποτήρι έφερε τις αδελφές και έπαιρνε νερό από τη λεκάνη και το έριχνε πάνω από τα κεφάλια τους και ύστερα το έριχνε πάνω της και στο κεφάλι της. Όλες αυτές φαίνονταν σαν ακίνητες πέτρες, αμίλητες, και κάθε απάντησή τους δινόταν μ’ ένα χτύπημα κι αυτή η κίνησή τους ήταν αγγελική. Λέγει λοιπόν ο γέροντας στην ηγουμένη· «Εμάς σέβονται οι αδελφές ή έτσι είναι πάντοτε;». Αυτή είπε· «Πάντοτε έτσι είναι οι δούλες σου δέσποτα, όμως προσευχήσου γι’ αυτές». Λέει ο γέροντας· «Πες στο μαθητή μου ότι αυτή τη στιγμή αισθάνομαι άσχημα».

Μία απ’ αυτές κείτονταν κοιμισμένη στην εσωτερική αυλή, φορώντας σχισμένα παλαιά ρούχα. Λέει ο γέροντας· «Ποιά είναι αυτή που κοιμάται:». Του απαντά μία από τις αδελφές· «Είναι μέθυση και δεν ξέρουμε τι να την κάνουμε. Να την πετάξουμε έξω από το μοναστήρι φοβόμαστε το κρίμα· αν την αφήσουμε όμως σκανδαλίζει τις αδελφές». Λέει ο γέροντας στον μαθητή του· «Πάρε τη λεκάνη και άδειασέ την πάνω της». Όταν τόκανε, αμέσως αυτή σηκώθηκε σαν από μεθύσι. Του λέει η αμμάς· «Δέσποτα έτσι είναι πάντοτε».

Αφού πήρε η ηγουμένη τον γέροντα τον έφερε στην τραπεζαρία, όπου παρέθεσε δείπνο στις αδελφές λέγοντας· «Ευλόγησε τις δούλες σου, ώστε μπροστά σου να γευματίσουν». Αυτός τις ευλόγησε και η ηγουμένη μαζί με τη δεύτερη μετά απ’ αυτήν κάθησαν μαζί του. Παρέθεσαν στον γέροντα ένα πιάτο με βρεγμένα και ωμά χορταρικά, χουρμάδες και νερό, στον μαθητή του πρόσφεραν βρασμένη φακή και λίγο ψωμί και εύκρατο, ενώ στις αδελφές παρέθεσαν πολλά φαγητά, ψάρια και κρασί άφθονο.    Έφαγαν πολύ καλά και κανείς δεν μίλησε. Όταν σηκώθηκαν λέει ο γέροντας στην ηγουμένη· «Τί είναι αυτό που έκανες; Εμείς έπρεπε να φάμε καλά, αλλά τελικά εσείς φάγατε τα καλά φαγητά». Του λέει η αμμάς· «Εσύ είσαι μοναχός, γι’ αυτό τροφή μοναχού σου πρόσφερα, ο μαθητής σου είναι μαθητής μοναχού και τροφή μαθητή του πρόσφερα. Εμείς είμαστε αρχάριες και τροφή αρχαρίων φάγαμε». Της λέει ο γέροντας· «Είναι αξιομνημόνευτη η αγάπη, πράγματι ωφεληθήκαμε».

Ενώ πήγαιναν να αναπαυθούν, λέει ο άββάς Δανιήλ στον μαθητή του· «Πήγαινε και δες πού κοιμάται η μέθυση· κάπου στην εσωτερική αυλή βρισκόταν». Αυτός πηγαίνει, βλέπει και του λέει·«Είναι κοντά στα αφοδευτήρια». Λέει ο γέροντας στον μαθητή του· «Μείνε άγρυπνος αυτή τη νύχτα μαζί μου». Όταν αναπαύθηκαν όλες οι αδελφές, παίρνει ο γέροντας τον μαθητή του και πηγαίνει πίσω από ένα χώρισμα. Τότε βλέπουν τη μέθυση να σηκώνεται και να υψώνει τα χέρια της στον ουρανό, και τα δάκρυά της να τρέχουν σαν ποτάμι, να κινούνται τα χείλη της, να κάνει μετάνοιες και όταν αντιλαμβανόταν καμμιά αδελφή να πηγαίνει στα αφοδευτήρια, έπεφτε στο έδαφος ροχαλίζοντας.

Έτσι περνούσε όλες τις μέρες της. Λέει λοιπόν ο γέροντας στον μαθητή του· «Φώναξέ μου την ηγουμένη διακριτικά». Πήγε και τη φώναξε καθώς και τη δεύτερη στη σειρά και ολόκληρη τη νύχτα έβλεπαν αυτά που έκανε. Η ηγουμένη άρχισε να λέει κλαίγοντας· «Αχ, για πόσα κακά δεν την κατηγόρησα». Κι όταν ακούστηκε το εγερτήριο, διαδόθηκε γι’ αυτήν στην αδελφότητα. Αυτή κατάλαβε τι έγινε και φεύγει κρυφά και πηγαίνει εκεί που κοιμόταν ο γέροντας και κλέβει το ραβδί του και την κάπα του και ανοίγει με προσοχή τη θύρα του μοναστηριού και γράφει ένα σημείωμα, το οποίο τοποθετεί στην κλειδαριά της θύρας, λέγοντας· «Να προσεύχεσθε για μένα και να μου συγχωρήσετε για όσα σας έφταιξα» και εξαφανίστηκε.

Όταν ξημέρωσε, την αναζήτησαν, αλλά δεν την βρήκαν. Πηγαίνουν στην πύλη και βρίσκουν ανοιχτή τη θύρα και το σημείωμα εκεί και γίνεται μεγάλος θρήνος στο μοναστήρι. Και λέει ο γέροντας· «Εγώ γι’ αυτήν ήλθα εδώ, γιατί τέτοιους μεθύστακες αγαπά ο Θεός». Όλες οι μοναχές εξομολογούνταν στον γέροντα τι είχαν κάνει σε βάρος της. Και αφού ευλόγησε ο γέροντας τις αδελφές, αναχώρησε μαζί με τον μαθητή του για το κελλί τους, δοξάζοντας και ευχαριστώντας τον Θεό, ο οποίος μόνον αυτός γνωρίζει πόσους κρυφούς δούλους έχει.

 

(Δημ. Γ. Τσάμη, «Μητερικόν», εκδ. Αδελφ. Η Αγία Μακρίνα, Θεσ/νίκη, σ. 55-61)

Advertisements

Η ακτημοσύνη των μοναχών (Αγ. Ιγνατίου Μπριαντσιανίνωφ)

1. Ο κάθε άνθρωπος, που μπήκε σε μοναστήρι και ανέλαβε τον ζυγόν του Χριστού, που είναι χρηστός, πρέπει οπωσδήποτε να ζήσει με ακτημοσύνη αρκούμενος στα πιο απαραίτητα και αποφεύγοντας κάθε τι περιττό σε ενδυμασία, σε είδη που χρειάζεται το κελλί του, σε χρήματα.

2. Περιουσία, πλούτος και θησαυρός του μοναχού πρέπει να είναι ο Κύριος Ιησούς Χριστός.

  • Σ’ Αυτόν πρέπει να στρέφωνται τα βλέμματα του νου και της καρδιάς του·
  • Σ’ Αυτόν πρέπει να συγκεντρώνωνται οι ελπίδες του·
  • Σ’ Αυτόν πρέπει να αναθέτωμε την πάσαν ελπίδα μας·
  • Σ’ Αυτόν πρέπει να στηρίζωμε την πίστη μας.

Μα ο μοναχός πολύ δύσκολα μπορεί να κρατήσει τέτοια ψυχική διάθεση, όταν έχει πολλά αγαθά.

Λοιπόν;

1. Την εντολή μας την έδωσε ο ίδιος ο Κύριος. Μη θησαυρίζετε υμίν θησαυρούς επί της γης – μας συνιστά- όπου σης και βρώσις αφανίζει και όπου κλέπται διορύσσουσι και κλέπτουσι. Θησαυρίζετε δε υμίν θησαυρούς εν ουρανώ, όπου ούτε σης ούτε βρώσις αφανίζει και όπου κλέπται ου διορύσσουσι ουδέ κλέπτουσι.

       Και αφού πρώτα έδωσε την εντολή, μετά εξήγησε και την αιτία. Είπε: «Όπου γαρ εστίν ο θησαυρός υμών, εκεί και η καρδία υμών έσται» ( Ματθ. 6, 21). «Ου δύνασθε Θεώ δουλεύειν και μαμωνά» ( Ματθ. 6, 24).

2. Αν ο μοναχός έχει χρήματα ή πολύτιμα ακριβά πράγματα, τότε και χωρίς να το θέλει, σύμφωνα με ένα απαράβατο νόμο και μια ανυπέρθετη αναγκαιότητα, η ελπίδα του θα μετατοπισθεί, από τον Θεό στα αγαθά του!

  • Στα αγαθά του αναθέτει την ελπίδα του.
  • Στα αγαθά του βλέπει τη δύναμή του.
  • Στα αγαθά του βλέπει μέσα, για να αποφύγει το κακό που μπορεί να συναντήσει στον αγώνα της ζωής.
  • Στα αγαθά του συγκεντρώνεται η αγάπη του, η καρδιά του, ο νους του, όλο το είναι του!

Έτσι η καρδιά του γίνεται φιλόϋλη και τόσο σκληρή και ξένη σε κάθε πνευματική αίσθηση, όσο σκληρή και αναίσθητη είναι η ύλη.

3. Η απόκτηση και διατήρηση χρημάτων ή άλλων αγαθών είναι -όπως λέει ο απόστολος-  ειδωλολατρεία ( Εφ. 5, 5).

       Αυτό ισχύει απόλυτα για τον μοναχό. Και η ειδωλολατρεία, οπωσδήποτε θα καταλήξει σε πλήρη χωρισμό από τον Θεό. Και τότε ο σκοτισμένος φιλόϋλος άνθρωπος δεν θα αργήσει, να δώσει τον καρπό της πλάνης του. Θα έλθει ο θάνατος , που μέσα στον σκοτισμό του και την στήριξη της ελπίδας του στα επίγεια αγαθά τον ξεχνάει εντελώς και θα τον αρπάξει από μέσα από τα πλούτη του! Τα κεφάλαια και τα γεμάτα αμπάρια, στα οποία είχε στηρίξει την ελπίδα του, θα περάσουν στα χέρια άλλων, χωρίς πια να μπορούν να προσφέρουν σ’ αυτόν καμιά απολύτως ωφέλεια, αφού πρώτα τον αποξενώσουν από τον Θεό (Λουκ. 12, 15-22).

4. Το Άγιο Πνεύμα ελεεινολογεί την κατάσταση του ανθρώπου, που γοητεύθηκε από την απάτη του επίγειου πλούτου και πηγαίνει στην αιωνιότητα με τη φοβερή και ολέθρια κατάσταση της πνευματικής φτώχειας. Λέγει: « Ιδού άνθρωπος, ος ουκ έθετο τον Θεόν βοηθόν αυτού, αλλ’ ήλπισεν επί τω πλήθει του πλούτου αυτού και ενεδυναμώθη εν τη ματαιότητι αυτού» (Ψαλμ. 51, 9). Δηλαδή. Να, άνθρωπος, που δεν εμπιστεύθηκε τον εαυτόν του στον Θεόν και στην βοήθειά του, αλλά στήριξε την ελπίδα του στα πολλά πλούτη· και εθεώρησε δύναμή του και εξασφάλισή του πράγματα μάταια, πράγματα απατηλά, πράγματα που τα εφαντάζετο δικά του!

Όποιος θέλει να συγκεντρώσει την ελπίδα του στον Θεό και στην αγαθότητά του, πρέπει να μη παύσει ποτέ να προσπαθεί να έχει ακτημοσύνη. Και όταν τυχαίνει και του δίνουν χρήματα ή πολύτιμα πράγματα, να τα χρησιμοποιεί, για να αποκτήσει θησαυρούς εν ουρανώ ( Λουκ. 16, 9).

 

( Προσφορά στον σύγχρονο Μοναχισμό, τ. Γ΄, Έκδοσις Ι.Μ. Νικοπόλεως σ. 43)

 

Αγία Αναστασία η Ρωμαία.(29 Οκτωβρίου)

Ὀνυχας, οδόντας τε και μαστούς, χείρας τε και πόδας, εκκοπείσα ανηλεώς, όνυξιν εξέσθης, πυρί καταφλεχθείσα, Αναστασία μάρτυς οσιοπάρθενε
(από την παράκληση) 

Σήμερα είναι η γιορτή της αγίας Αναστασίας της Ρωμαίας. Θα θέλαμε να γράψουμε δυό λόγια για την σχετικά άγνωστή αυτή Aγία της εκκλησίας μας, και είμαι σίγουρος, ότι θα μπεί και στην δικιά σας καρδιά, όταν μάθετε τι ζήτησε από Τον Κύριο, τελειώνοντας την ζωή της.
Ότι διαβάσετε, είναι παρμένα από το συναξάρι της Αγίας που εκδίδει η Ιερά Μονή Οσίου Γρηγορίου Αγίου Ορους, το οποίο ήδη μετράει πέντε εκδόσεις, από το1992.
Πρίν μπούμε στον βίο της, σας μεταφέρω μερικά λόγια του ηγουμένου π. Γεωργίου (Καψάνη) ο οποίος προλογίζει το συναξάρι.

«.. η Αγία Αναστασία κατά την μοναχική της ζωή και κατά την διάρκεια του φρικτού μαρτυρίου της μαρτυρίου της παρεκλήθη, δηλαδή παρηγορήθηκε και ενδυναμώθηκε, από τον « Πατέρα των οικτιρμών και Θεόν πάσης παρακλήσεως» Με αυτήν την θεία παράκληση παρηγορεί σήμερα τις πονεμένες ψυχές, είτε με τις θεραπείες της που ενεργεί είτε με την πνευματική ενίσχυση που προσφέρει..»

Ο Βίος τηςΗ Αγία γεννήθηκε στην Ρώμη, και σε ηλικία είκοσι ετών εγκατέλειψε τον κόσμο για να ντυθεί το μοναχικό ράσο, κάνοντας υπακοή στην γερόντισσα Σοφία. Η νεαρή μοναχή αντιμετώπισε επιτυχώς τις πανουργίες του Διαβόλου ό οποίος της κήρυξε μεγάλο σαρκικό πόλεμο. Το επόμενο όμως στάδιο των δοκιμασιών της, ήταν τα απάνθρωπα βασανιστήρια στα οποία υποβάλλονταν οι χριστιανοί επί εποχής Διοκλητιανού.
Η Αγία λοιπόν κατηγορήθηκε ως Χριστιανή, και κατά την πάγια τακτική της εποχής, της ζητήθηκε να θυσιάσει στα είδωλα, να δεχθεί στην ουσία, ως θεούς τα δαιμόνια. Πιστεύω ότι θα της ζητήθηκε να θυσιάσει και στον αυτοκράτορα, στον οποίο θυσίαζαν ως Θεό όλοι οι λαοί της αυτοκρατορίας.
Η Αγία αρνήθηκε, έχοντας την ευλογία της γερόντισσας της, από την οποία ζήτησε να προσεύχεται για να μπορέσει ν΄αντέξει τις δοκιμασίες.
Αρχικά την παρουσίασαν σ΄ έναν αξιωματούχο ονόματι Πρόβο.
Ο Πρόβος προσπάθησε να την πείσει να θυσιάσει πότε τάζοντας την δόξα και μεγαλεία, πότε απειλώντας την. Η αγία ήταν ανένδοτη λέγοντας:– Εγώ ξύλινους και πέτρινους θεούς δεν θα προσκυνήσω ποτέ.» 
Το μαρτύριο τηςΤότε άρχισαν τα – ομολογουμένως φριχτά- μαρτύρια της.
Αρχικά την γύμνωσαν τελείως και την περιέφεραν ανάμεσα σε άνδρες.. Την έκαιγαν, και αφού της διέλυσαν τα μέλη με το φοβερό βασανιστήριο του τροχού,(υπάρχουν στο διαδίκτυο περιγραφές για το απάνθρωπο αυτό βασανιστήριο), της απέκοψαν τους μαστούς. Η Αγία όμως δεν εγκατέλειπε τον αγώνα. Τα βασανιστήρια συνεχίστηκαν, ξερριζώνοντας της τα δόντια και τα νύχια. Τι άλλο έμενε πια να κάνουν οι ειδωλολάτρες , στο βασανισμένο κορμί αυτής της νέας κοπέλλας; Θα της ξερίζωναν την γλώσσα!. Η Αγία πάλι δεν δείλιασε, και

ζήτησε να προσευχηθεί και να δοξάσει Τον Κύριο με το όργανο της γλώσσας.
 
Αφού ευχαρίστησε Τον Κύριο, ξέρετε τι ζήτησε; Γράφει το συναξάρι:
…Τον παρακάλεσε (τον Κύριο) να την αξιώση να τελεἰώση καλώς το μαρτύριο, και όσοι άρρωστοι την επικαλεσθούν σε βοήθεια, να τους θεραπεύη ως ιατρός κάθε αρρώστειας. Την ώρα που η Αγία είπε την προσευχή, ακούσθηκε φωνή από τον ουρανό που μαρτυρούσε την πραγματοποίηση των αιτημάτων, δηλαδή να γίνη το θέλημα της όπως το ζήτησε»

Αγαπητέ επισκέπτη, αυτή η μοναδικότητα του αιτήματος της Αγίας προς Τον Κύριο, μόνο στους αγίους την συναντάμε ως έκφραση αγάπης προς τον κόσμο, (θυμίζω τον γέροντα Παίσιο που μεσίτευε στον Κύριο για τις αρρώστειες του κόσμου και όχι για τον δικό του καρκίνο, γιατί ντρεπότανε ) κάνει την αδελφότητα της μονής του Γρηγορίου, όπου βρίσκεται τεμάχιο των λειψάνων της, να την θεωρεί «προστάτιδα και ιατρό»
Την Αγία λυπήθηκε ένας παρευρισκόμενος στο μαρτύριο της – Κύριλλος λεγόμενος -και θέλησε να την δροσίσει με λίγο νερό. Αμέσως ο Πρόβος έκοψε τα κεφάλια και τον δύο. Το τίμιο λείψανο της Αγίας αποδόθηκε στην πνευματική της μητέρα Σοφία, και τάφηκε στην Ρώμη.
Το συναξάρι της, που μπορείτε να το αναζητήσετε σε κάθε χριστιανικό βιβλιοπωλείο είναι γεμάτο από θαύματα της Αγίας, και σας συστήνω να το προμηθευτείτε. Κοστίζει λιγότερο από πέντε ευρώ.
Τεμάχιο του ιερού λειψάνου της βρίσκεται στο ¨Αγιο Ορός στην Οσίου Γρηγορίου όπως προαναφέραμε, και ένα μικρό τεμάχιο στο παρεκλήσι της Αγίας, που βρίσκεται στον Άγιο Γεώργιο Νέας Ευκαρπίας Θεσσαλονίκης, όπου κάθε εβδομάδα ψαλλεται η παράκληση της.
Ένας ναός της υπάρχει στην Ρόδο και είναι κοιμητηριακός, ενώ όπως μάθαμε προς τιμήν της Αγίας, χτίσθηκε ένα μεγάλο εξωκλήσσι στην περιοχή της Κομοτινής από έναν πιστό ο οποίος έτυχε των πρεσβειών της σε θέματα υγείας.
Γνωρίζω δε περίπτωση κατα την οποία, «καθαρή» διάγνωση νοσοκομείου ( με την χρήση ιατρικών μηχανημάτων ) για πάθηση καρδιάς, έκανε καρδιολόγο να πετάξει απ΄ το γραφείο του προηγούμενη διάγνωση από το ίδιο νοσοκομείο, και το ίδιο μηχάνημα, διάγνωση η οποία παρουσίαζε προβλήματα για τον ενδιαφερόμενο. Πώς έγινε αυτό; Ο ασθενής επισκέφθηκε την μονή Γρηγορίου στο Άγιο Όρος, και προσκύνησε προσευχητικά το τίμιο λείψανο της Αγίας. Και αυτή, μέ την Χάρη Του Κυρίου έκανε το θαύμα της
Η Άγία Αναστασία περιμένει τις αιτήσεις μας, όποιος την έχει ανάγκη, ας μήν διστάσει, ας προστρέξει στήν Χάρη της. Η Αγία περιμένει……

Απολυτίκιο.

Το απολυτίκιο της που ψάλλεται κατά το, «την ωραιότητα..»

Την Οσιόαθλον και καλλιπάρθενον, Ρώμης το βλάστημα και μέγα καύχημα, της αναστάσεως Χριστού, αξίως την επόμενον, δεύτε ευφημήσωμεν, Αναστασίαν την πάνσεμνον, βρύει γαρ ιάσεων, ακεσώδυνα φάρμακα, τοις των λειψάνων αυτής την θήκην, προσπτυσσομένοις μετά πίστεως.
Από την παράκληση:

«Ιάσεων χάριν παντοδαπών, και δύναμιν πάσαν, διασώζειν εκ συμφορών, λαβούσα Σεμνή παρά Κυρίου…»
«Όγκοι φοβεροί, λευχαιμία, νεφροπάθεια, αιμορραγίαι, αρθρίτις, καιπληγαί, τη ση φρον΄τιδι και αγάπη θεραπεύονται»
«Πάντες οι εν νόσοις χαλεποίς, και ταις τρικυμίαις του βίου, εκταρασσόμενοι νύν, δεύτε δή προσδράμωμεν και προσκυνήσωμεν, την εικόνα την πάντιμον, της Αναστασίας, ταύτην ικετεύοντες , εν κατανύξει πολλή, σπεύσον, εξεγέρθητι όπως, πάντας εκ παθών αναστήσης, Μάρτυς Αναστάσεως φερώνυμε»
Ανάρτηση για την Αγία, έκανε και το ιστολόγιο ΦΛΟΓΑ

Δείτε επίσης ομιλία του π. Καψάνη για την Αγία.

http://www.youtube.com/watch?v=Gw4l-E4I5-k

ΠΗΓΗ.Cummulus στον ουρανό της Μακεδονίας

Το τέλος της ευχής«Και έσται τα ελέη του μεγάλου Θεού και Σωτήρος ημών Ιησού Χριστού μετά πάντων ημών».

 

(Κι  ας είναι όλα τα καλά του μεγάλου Θεού και Σωτήρα μας Ιησού Χριστού μαζί με όλους σας.)

Η μεγάλη ευχή προς το Θεό Πατέρα, η ευχή της αναφοράς, που άρχισε με το «Άξιον και δί­καιον…», έφτασε τώρα προς το τέλος. Η θεία Λειτουργία και η αγία Γραφή δεν έχουν τέλος και δεν εξαντλούνται ποτέ. Γι’ αυτό κανένας δεν μπορεί να πει πως, ερμηνεύοντας τη θεία Λειτουργία, είπε τάχα την τελευταία λέξη. Κάνει ο καθένας μας ό,τι μπορεί μπροστά στο μεγάλο χρέος που έχομε να οικοδομήσουμε την Εκκλησία και να οικοδομηθούμε.

*

Είναι πολύ στοργικό το ενδιαφέρον της Εκκλησίας στο σημείο αυτό της θείας Λειτουργίας. Μπροστά στο σώμα και το αίμα του Κυρίου, που είναι επάνω στην αγία Τράπεζα, η ιερή σύναξη θέλει να τους θυμηθεί όλους και να μην ξεχάσει κανέναν. Μέσα στη γενική πρόσκληση των προσώπων με τα ονόματά τους, ο λειτουργός ξεχώρισε το πρόσωπο και το όνομα του επισκόπου, μα του μένει η έγνοια πως ακόμα θα ξέχασε πολλούς. Γι’ αυτό προσθέτει· «Και ων έκαστος κατά διάνοιαν έχει και πάντων και πασών»· θυμήσου, Κύριε, μαζί με όλους που μνημονέψαμε κι όσους ακόμα ο καθένας έχει στο νου του. Εδώ ο κάθε πιστός μ’ έναν πιο ζωντανό τρόπο συμμετέχει και λειτουργεί μαζί με τον ιερέα· θυμάται όλους τους δικούς του και ψιθυρίζει τα ονόματά τους. Στη Λειτουργία του Μεγάλου Βασιλείου υπάρχουν ακόμα στην ευχή αυτά τα πολύ ζεστά και φιλάνθρωπο λόγια· «Και ων ημείς ουκ εμνημονεύσαμεν δι’ άγνοιαν ή λήθην ή πλήθος ονομάτων, αυτός μνημόνευσαν, ο Θεός, ο ειδώς εκάστου την ηλικίαν και την προσηγορίαν, ο ειδώς εκάστου εκ κοιλίας μητρός αυτού». Τόση στοργή και τόση αγάπη μόνο η Εκκλησία έχει για τους ανθρώπους, όταν μπροστά στο σώμα και το αίμα του Χριστού ο λειτουργός συνεχίζει και ικετεύει· «Αυτός τοις πάσι τα πάντα γενού, ο ειδώς εκάστου και το αίτημα αυτού, οί­κον και την χρείαν αυτού».

Στη Λειτουργία του αγίου Χρυσοστόμου, την οποία ερμηνεύουμε, σε τρεις προτάσεις και σε χαμηλότερο τόνο της φωνής, ο λειτουργός μνημονεύει ακόμα και παρακαλεί. Πρώτα για την πόλη και για τους πιστούς που μένουν σ’ αυτήν. «Μνήσθητι, Κύριε, της πόλεως, εν η· παροικούμεν και πάσης πόλεως και χώρας και των πίστει οικούντων εν αυταίς». Έπειτα για όσους βρίσκονται σε ειδικές συνθήκες του βίου. «Μνήσθητι, Κύριε, πλεόντων, οδοιπορούντων, νοσούντων, καμνόντων, αιχμαλώ­των και της σωτηρίας αυτών». Τελευταία για όσους υπηρετούν στην Εκκλησία και για εκείνους που φροντίζουν για τους ενδεείς και φτωχούς. «Μνήσθητι, Κύριε, των χαρποφορούντων και καλλιεργούντων εν ταις αγίαις σου Εκκλησίαις και των μεμνημένων των πενήτων». Τελευταία κλείνει το λόγο με μια γενική δέηση, που αφορά σε όλη τη σύναξη· «και επί πάντας ημάς τα ελέη σου εξαπόστειλον». Τις ίδιες λέξεις και τις ίδιες δεήσεις τις ακούσαμε και στα Ειρηνικά και στην Εκτενή ικεσία, το ίδιο θέμα, σαν μέσα σε μια μουσική σύνθεση, που έρχεται και ξανάρχεται ως το τέλος· στην αρχή σε προεξαγγελτικές εκφωνήσεις και τώρα σε θερμή δέηση και ικεσία μπροστά στο σώμα και το αίμα του Κυρίου.

Η μεγάλη ευχή της αναφοράς όπως όλες οι ευχές, καταλήγει σε δοξολογική εκφώνηση. Μεγαλόφωνα ο λειτουργός ιερέας λέει· «Και δες ημίν εν ενί στόμιτι και μιά καρδία δοξάζειν και ανυμνείν το πάντιμον και μεγαλοπρεπές Όνομά σου, του Πατρός και του Υιού και του Αγίου Πνεύματος, νυν και αεί και εις τους αιώνας των αιώνων»· και δώσε μας μ’ ένα στόμα και με μια καρδιά να δοξάζουμε και να ανυμνούμε το ολοτίμητο και μεγαλόπρεπο όνομά σου, του Πατέρα και του Υιού και του Αγίου Πνεύματος, και τώρα και πάντα και στους ατελεύτητους αιώνες. Όλα καταλήγουν εδώ στην ενότητα της Εκκλησίας, στην ορθή πίστη και το κοινό φρόνημα των ανθρώπων, για να δοξάζεται έτσι και να υμνείται το υπερύμνητο όνομα της Αγίας Τριάδος.

*

Ο λαός επισφραγίζει την εκφώνηση του λειτουργού με το «Αμήν», που πάντα θέλει να πει πως είμαστε όλοι σύμφωνοι και επιβεβαιώναμε τα λόγια του ιερέα. Εκείνος τότε στρέφεται προς εμάς και παρουσιάζεται στην ωραία πύλη. Είναι η πρώτη φορά που τον βλέπουμε κατά πρόσωπο, μετά από το «Ευχαριστήσωμεν τω Κυρίω». Το πρόσωπό του πρέπει να μας φαίνεται, σαν που έβλεπαν οι Ισραηλίτες το πρόσωπο του Μωϋσή, όταν κατέβηκε από το βουνό. Ύστερα απ’ όσα έ­γιναν μέσα στην Εκκλησία, επάνω στην αγία Τράπεζα και στη σύναξη των πιστών, και τα τίμια δώρα και οι άνθρωποι «υπέστησαν την ευπρεπεστάτην αλλοίωσιν», την ωραιότατη μεταβολή που φέρνει όπου αγγίξει τό Άγιο Πνεύμα. Φωτισμένος λοιπόν και λάμποντας μέσα στο άκτιστο φώς της θείας μεταμόρφωσης, ο λειτουργός ιερέας σηκώνει το χέρι του και ευλογεί· είναι το ίδιο χέρι που πριν λίγο ευλόγησε τα τίμια δώρα επάνω στην   αγία Τράπεζα· «Και έσται τα ελέη του μεγάλου Θεού και Σωτήρος ημών Ιησού Χριστού μετά πάντων υμών».

Όλη η μεγάλη ευχή της αναφοράς απευθύνεται προς το Θεό Πατέρα, και να τώρα στο τέλος η ευλογία προς το λαό γίνεται από το λειτουργό «εν ονόματι» του Υιού. Αυτό δεν είναι χωρίς σημασία και δεν πρέπει να το περάσουμε απαρατήρητο. Όλες οι δεήσεις μετά τον καθαγιασμό έγιναν, καθώς γράφει ο Καβάσιλας, «μετά χρηστής και βεβαίας ελπίδος», με την καλή και βέβαιη ελπίδα πως θα τις δεχθεί ο Θεός. Όταν έγινε η θυσία, βλέποντας να είναι εμπρός του το ενέχυρο της θείας φιλανθρωπίας, δηλαδή ο αμνός του Θεού, αφού πια πήρε τον μεσίτη κι έχει μαζί του τον παράκλητο, ο ιερέας κάνει γνωστά στο Θεό τα αιτήματα της Εκκλησίας. Ο Χριστός είναι ο μεσίτης, εκείνος που με τη θυσία του άνοιξε το δρόμο που μας φέρνει στο Θεό. Όλα τα καλά της σωτηρίας, που πηγάζουν από τη θυσία του Ιησού Χριστού, αυτά λοιπόν εύχεται ο λειτουργός ιερέας στην ιερή σύναξη της Εκκλησίας, στο τέλος τώρα της μεγάλης ευχής της αναφοράς.

Στην ευλογία και την ευχή του λειτουργού ο λαός απαντά με το γνωστό «Και μετά του πνεύ­ματός σου» ή με το «Αμήν» ή με την ίδια λέξη της ευλογίας· «Έσται και έσται εις αιώνας αι­ώνων», είθε να είναι και θα είναι για πάντα. Θα θέλαμε άλλη μια φορά να μιλήσουμε για το περιεχόμενο των λειτουργικών διαλόγων. Δεν είναι απλώς σχήματα δραματικής πλοκής στη συνέχεια της θείας Λειτουργίας, αλλά τελετουργικοί διάλογοι με ιερό και πραγματικό περιεχόμενο· λόγος «ζων και ενεργής», καθώς γράφει ο Απόστολος για το λόγο του Θεού. Γι’ αυτό, χωρίς να είναι αυτός ο σκοπός μας, επιμένουμε στην πιστή και ευπρεπή εκτέλεση αυτών των διαλόγων. Ενδιαφέρει κυρίως ο τρόπος με τον οποίο αποκρίνονται στον ιερέα οι ψάλτες· όχι αδιάφορα και ψυχρά και πολλές φορές καθόλου, αλλά πάντα με τρόπο, που να φανερώνει τη ζωντανή συμμετοχή του λαού στα τελούμενα.

*

Όπως προσπαθήσαμε να δείξουμε κι όπως είδαμε ως τώρα, η θεία Λειτουργία τελετουργικά  χωρίζεται σε διάφορα μέρη. Πρώτα τα Αντίφωνα, έπειτα η Μικρή Είσοδος, υστέρα τα Αναγνώσματα και πιο έπειτα η Μεγάλη Είσοδος. Όλα αυτά με μία λέξη μπορούμε να τα ονομάσουμε προαναφορά, και είναι το πρώτο μεγάλο μέρος της θείας Λειτουργίας. Το δεύτερο μέρος, που είναι η αναφορά, αρχίζει από το «Άξιον και δίκαιον…» και φτάνει ως το τέλος. Η τελετουργία βέβαια της θείας Λειτουργίας είναι όλη μία συνέχεια, και μόνο τεχνικά την χωρίζουμε σε διάφορες ενότητες, για λόγους που μας βοηθούν και μας ευκολύνουν στην εξήγηση. Ωστόσο, τελειώνοντας σήμερα τήν ευχή της αναφοράς, κλίνουμε με την τελευταία εκφώνηση της ευχής και την ευλογία του λειτουργού· «Και έσται τα ελέη του μεγάλου Θεού και Σωτήρος ημών Ιησού Χριστού μετά πάντων ημών». Αμήν.

(Επισκ. +Διονυσίου Λ. Ψαριανού, Μητροπ. Σερβίων και Κοζάνης, «Η Θεία Λειτουργία», εκδ. Αποστ. Διακονία, σ. 361-368)