Για το βάπτισμα ενός Εβραίου με άμμο.

 

Μας διηγήθηκε ο αββάς Παλλάδιος: «Άκουσα κάποιον από τους πατέρες στο όνομα Ανδρέα να διηγείται κάτι τέτοιο: «Όταν ήμουν νέος, υπήρξα πολύ άτακτος. Κι όταν έγινε πόλεμος και αταξία, φύγαμε από την Παλαιστίνη εγώ κι άλλοι εννιά, από τους οποίους ένας μεν ήταν φιλόπονος κι ένας άλλος Εβραίος. Όταν λοιπόν φτάσαμε στην έρημο, αρρώστησε θανάσιμα ο  Εβραίος και βρισκόμασταν σε πολύ δύσκολη θέση μην ξέροντας τι να του κάνουμε. Όμως δεν τον εγκαταλείψαμε, αλλά όλοι μας, κατά τη δύναμή του ο καθένας, τον σηκώναμε. Θέλαμε να τον πάμε σε κάποια πύλη ή σε κανένα εμπορικό σταθμό, για να μην πεθάνει στην έρημο.  Επειδή όμως ο νέος, από την ασιτία και το σφοδρό πυρετό και τον άμετρο κόπο και τη δίψα που προκαλεί ο καύσωνας, εξασθένησε τελείως και επρόκειτο να αφήσει τη ζωή (πλησίαζε πια προς το τέλος κι ούτε άντεχε πια να τον σηκώσουμε), αποφασίσαμε με πολλά δάκρυα να τον αφήσουμε στην έρημο και να φύγουμε, επειδή προβλέπαμε ότι κι εμείς θα βρούμε το θάνατο από τη δίψα. Μόλις λοιπόν τον ακουμπήσαμε στην άμμο κλαίγοντας και μας είδε έτοιμους να φύγουμε, άρχισε να μας εξορκίζει λέγοντας: «Για το Θεό, τον «μέλλοντα κρίναι ζώντας και νεκρούς», μη μ’ αφήσετε να πεθάνω Ιουδαίος, αλλά σαν χριστιανός. Κάντε μου λοιπόν έλεος και βαφτίστε με, για να εγκαταλείψω κι εγώ σαν χριστιανός τη ζωή τούτη και να πάω προς τον Κύριο».  Εμείς τότε του λέγαμε: «Ειλικρινά, αδελφέ, δεν μας επιτρέπεται να κάνουμε κάτι τέτοιο, επειδή είμαστε κοσμικοί, γιατί αυτό το έργο είναι αρμοδιότητα των επισκόπων και των πρεσβυτέρων. Αλλ’ ούτε νερά υπάρχουν εδώ». Αυτός επέμενε να μας εξορκίζει με δάκρυα με τους ίδιους όρκους και να λέει: «Μη με αποστερήσετε από την τόσο σπουδαία δωρεά, χριστιανοί». Καθώς λοιπόν βρισκόμασταν σε μεγάλη αμηχανία, παρακινήθηκε από το Θεό ο φιλόπονος και μας λέει: «Σηκώστε τον και γδύστε τον». Και με πολύ κόπο τον στήσαμε όρθιο και τον γδύσαμε. Τότε ο φιλόπονος γέμισε άμμο τα χέρια του και περίχυσε τρεις φορές το κεφάλι του και είπε: «βαπτίζεται ο Θεόδωρος εις το όνομα του Πατρός και του Υιού και του Αγίου Πνεύματος», ενώ εμείς αποκρινόμασταν το «αμήν» σε κάθε ένα όνομα της αγίας και ομοουσίου και προσκυνητής Τριάδος. Και στο όνομα του Κυρίου, αδελφοί, τόσο τον ενδυνάμωσε και τον γιάτρεψε ο Χριστός, ο Υιός του Θεού του ζώντος, ώστε δεν φαινόταν πια σ’ αυτόν ούτε υπόλειμμα αρρώστιας, αλλ’ έτρεχε μπροστά μας με υγεία και δύναμη και πολλή προθυμία στο υπόλοιπο της ερήμου. Κι όταν φτάσαμε στην Ασκάλωνα, αναφέραμε την ιστορία του στο μακάριο και άγιο Διονύσιο, τον επίσκοπό της και το τι συνέβη στον αδελφό στο δρόμο. Τότε ο όσιος πράγματι Διονύσιος, αφού άκουσε αυτά, έμεινε εμβρόντητος από τούτο το παράδοξο θαύμα.

Συγκάλεσε λοιπόν όλο τον κλήρο κι αναφέρει σ’ αυτόν την υπόθεση κι αν άραγε έπρεπε να λογιστεί βάπτισμα η επίχυση της άμμου ή όχι. Κι άλλοι μεν έλεγαν ότι έπρεπε να του λογιστεί, για το παράδοξο του θαύματος, άλλοι όμως αποφάνθηκαν όχι.  Επειδή ο θεολόγος Γρηγόριος απαριθμεί όλα τα βαπτίσματα: Βάπτισμα μωσαϊκό, αλλά σε νερό και πριν απ’ αυτό βάπτισμα στη νεφέλη και στη θάλασσα· και το βάπτισμα του Ιωάννη όχι πια Ιουδαϊκό, δηλαδή όχι μόνο σε νερό, αλλά και προς μετάνοια. Βαπτίζει κι ο Ιησούς, αλλ’ «εν Πνεύματι»· αυτό είναι το τέλειο. Γνωρίζω και τέταρτο βάπτισμα, το διά μαρτυρίου και αίματος, γνωρίζω και πέμπτο ακόμα, το των δακρύων. Με ποιό λοιπόν απ’ αυτά βαπτίστηκε για να το επικυρώσουμε; Και μάλιστα όταν ο Κύριος λέει προς το Νικόδημο: «Εάν μη τις γεννηθή εξ ύδατος και Πνεύματος, ου μη εισέλθη εις την βασιλείαν των ουρανών». Σ’ αυτούς αντέλεγαν άλλοι: «Τί λοιπόν;»   Επειδή δεν έχει γραφεί για τους αποστόλους ότι βαφτίστηκαν, δεν εισέρχονται στη βασιλεία των ουρανών;» Κι αυτούς όμως άλλοι αντέκρουαν κι έλεγαν: «Ναι, πράγματι βαφτίστηκαν, καθώς μνημονεύει ο Κλήμης, ο συγγραφέας των «Στρωματέων» στον πέμπτο τόμο των «Υποτυπώσεων», Λέει λοιπόν εξηγώντας το εξής αποστολικό ρητό: «Ευχαριστώ ότι ουδένα υμών εβάπτισα»: Ο Χριστός λέγεται ότι τον Πέτρο μόνο βάφτισε, ο Πέτρος δε τον Ανδρέα, ο Ανδρέας τον Ιάκωβο και τον Ιωάννη κι εκείνοι τους υπόλοιπους. Αφού ακούστηκαν αυτά και πολλά άλλα, φάνηκε καλό στο μακάριο Διονύσιο τον επίσκοπο να αποστείλει τον αδελφό στον άγιο Ιορδάνη κι εκεί να βαφτιστεί. Κι εκείνο το φιλόπονο χειροτόνησε διάκονο».

 

(Ιωαν. Μόσχου, «Λειμωνάριον», εκδ. Ι.Μ. Σταυρονικήτα, Αγ. Όρος)

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Google

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Σύνδεση με %s