Ο σύγχρονός κόσμος και η σχέση του προς τον άνθρωπο. (Γερ. Σωφρονίου)


 

  Τί συμφορά να ζούμε σε παρόμοιες μεταβατικές εποχές! Πολλά εκατομμύρια ανθρώπων υποφέρουν σε όλη τους τη ζωή. Όλη η ιστορία της ανθρωπότητας είναι εφιαλτική με αδιάκοπους αδελφοκτόνους πολέμους. Και μέχρι σήμερα -συγχωρήστε με για την έκφραση- η ανθρωπότητα παραμένει, όπως και προηγουμένως, άγρια και αιμοδιψής, βίαια και εγκληματική. Τα άγια λόγια, «οι πραείς κληρονομήσουσι την γην», αναμφίβολα θα πραγματοποιηθούν σε κάποια απροσδιόριστη ακόμη στιγμή, αλλά για την ώρα τρόμος και φρίκη. Η φρίκη αυτή αυξήθηκε στην εποχή μας, γιατί σε κάθε στιγμή ολόκληρη η Γη γνωρίζει λίγο πολύ όλα τα γεγονότα που είναι στη συντριπτική τους πλειοψηφία εγκληματικά και ζοφώδη.

Ωστόσο θα ελπίζουμε πέρα από κάθε ελπίδα ότι θα διευθετηθεί η συνάντησή μας πριν από το τέλος της εδώ παραμονής μας…

Η συνάντησή σου με την Ν., από όσο μπορώ να κρίνω. ήταν και ευχάριστη και σημαντική για όλους σας. Ασφαλώς αυτή γνώριζε ότι ζεις φτωχικά, και από αυτήν την άποψη δεν περίμενε τίποτε. Το κύριο είναι η ειρηνική επικοινωνία ανοικτών ψυχών με αγάπη και εμπιστοσύνη. Για τον καιρό μας αυτό είναι μεγάλο πράγμα. Ήδη κατά τη δεκαετία του 1930 ο Μπερντιάγιεφ έλεγε ότι κατά το μέτρο της τελειοποιήσεως του κοινωνικού συστήματος η προσωπική επικοινωνία μεταξύ των ανθρώπων γίνεται ολοένα σπανιότερη, και συνεπώς πιο πολύτιμη. Η επικοινωνία σχεδόν παντού οικοδομείται πάνω σε πολιτική ή επαγγελματική βάση (εμπόριο, βιομηχανία και τα όμοια), σπανιότερα πάνω σε βάση κοινών πνευματικών ενδιαφερόντων, και ακόμη σπανιότερα είναι απλώς επικοινωνία ανθρώπου με άνθρωπο. Γράφεις ότι η Ν. είναι «εξαιρετικός άνθρωπος. Σε όλους αρέσει, έχει την ασυνήθιστη ικανότητα να δημιουργεί κάποια ιδιαίτερη ψυχική επαφή με τους ανθρώπους από την πρώτη συνάντηση. Τους κατακτά όλους».

Το μυστικό των «κατακτητικών δυνάμεών» της έγκειται στο ότι καλλιέργησε στον εαυτό της, από τον καιρό της εμβαθύνσεώς της στη χριστιανική έννοια των πραγμάτων, τη συμπεριφορά προς τον κάθε άνθρωπο ως προς ανεπανάληπτη αιώνια αξία, απολύτως αναντικατάστατη με την πιο σοβαρή έννοια του λόγου αυτού. Ο άνθρωπος δεν είναι απλώς η «κορωνίδα» του ζωικού βασιλείου, γι’ αυτό και δεν επιτρέπεται, είναι εγκληματικό να τον αριθμοποιούμε (ένας, δύο, τρεις, χίλιοι, εκατομμύρια κλπ.). Ο άνθρωπος δεν πεθαίνει με την έννοια της πλήρους εκμηδενίσεως. Το πνεύμα του μεταβαίνει σε άλλη σφαίρα του Είναι. Μετάβαση από τη μία μορφή υπάρξεως σε άλλη, ατε­λεύτητα μεγαλειωδέστερη. Να τί είναι ο θάνατος.

Η ίδια η Ν. εκφράζεται ως εξής: «Η φιλία πρέπει να είναι σαν χάρη. όχι απαιτητική, απλή, με σταθερή ετοιμότητα να δίνει και με την ίδια απλότητα να λαμβάνει…». «Η προσέγγιση του ανθρώπου πρέπει να γίνεται έξω από κάθε ιδιοτέλεια κατωτέρου επιπέδου, ώστε να διεγείρει σε αυτόν την έκφραση των καλυτέρων ποιοτήτων του και όχι των χειρότερων. Η εμπιστοσύνη, η φιλία, η αγάπη οδηγούν σε αυτό το είδος επικοινωνίας. Η δυσπιστία, η καχυ­ποψία, η δυσαρέσκεια, η επιδίωξη καριέρας, η ιδιοτέλεια προκαλούν αντιθέτως την αλλοτρίωση και σε τελική ανάλυση τους πολέμους. Αυτά είναι η μακραίωνη κατάρα, που βαραίνει ολόκληρη την ανθρωπότητα». Αυτή προσευχήθηκε πολύ και προσεύχεται. Αγωνίζεται να ζήσει χριστιανικά και όχι σύμφωνα με τον ζωώδη νόμο της γήινης υπάρξεως. Τέτοια προσέγγιση των ανθρώπων στον κόσμο μας συνδέεται με την διακινδύνευση να γίνει κάποιος θύμα της εμπιστοσύνης και να «χάσει». Αλλά κατά τη χριστιανική προσέγγιση προς τους ανθρώπους η ζωή παίρνει άλλον χαρακτήρα, ανθρώπινο, ακόμη και ανώτερο από αυτόν, θεϊκό. Συνεπώς το κέρδος είναι ασυγκρίτως μεγαλειωδέστερο από την απώλεια.

Τον τελευταίο καιρό ασχολήθηκα με τη μετάφραση του βιβλίου «Ο Γέρων Σιλουανός» στα ελληνικά. Και πάλι έπρεπε να ζω τον κάθε λόγο προσεκτικά. Η διδαχή του πραγματικά στρέφεται προς τον άνθρωπο, την ομοίωση με τον Θεό, δηλαδή είναι αυθεντικά χριστιανική. Η Ν. αγαπά τον Γέροντα Σιλουανό.

Και εσύ να στρέφεσαι συνεχώς προς τον λόγο του, για να εννοήσεις πραγματικά τον λόγο αυτό της ζωής. Τότε οι ασθένειές σου θα λάβουν άλλον χαρακτήρα και θα τις εκμεταλλευθείς για «κρείττονα ανάβασιν». Οι άνθρωποι δεν μπορούν να αγαπήσουν με πραγματική αγάπη τον Χριστό. Αυτοί, σαν τα ζώα, αγαπούν μόνο εκείνους που τους πλησιάζουν με τα ίδια ζωώδη «αισθήματα». Αυτή λοιπόν η «ζωώδης» αγάπη υπαγορεύεται από την προκαθορισμένη κοσμική διαδικασία της φυσικής ζωής. Η αγάπη όμως του Χριστού αγκαλιάζει όλο τον κόσμο σε όλες τις διαστάσεις του μέσα στον χώρο και τον χρόνο του, δηλαδή στους αιώνες που πέρασαν και σε αυτούς που ακόμη έρχονται. Για την αγάπη αυτή είναι απόλυτα αναγκαίο να νικήσουμε την υπερηφάνεια που μας «εμποδίζει να αγαπάμε». Και όταν ταπεινωνόμαστε, καταδικάζοντας τον εαυτό μας και μόνο τον εαυτό μας, τότε δεν υπάρχει σε μας αμαρτία, και με τον τρόπο αυτό παρέχεται η δυνατότητα στο Άγιο Πνεύμα να ενεργήσει μέσα μας. Και αν αυτό το Άγιο Πνεύμα έρθει στην ψυχή, τότε η νίκη επάνω στον θάνατο γίνεται οφθαλμοφανέστερη από την υλική πραγματικότητα του φθαρτού αυτού κόσμου. Τότε όλα όσα φαίνονται στον άνθρωπο-ζώο αδύνατα, ανόητα, ολέθρια κλπ. παρουσιάζονται ως το αληθινό νόημα, η σοφία, η δικαιοσύνη, ως ενιαία αυθεντική ζωή, έξω από τη φθορά, από το σκοτάδι, και απ’ όλα εκείνα τα κακά, με τα οποία καταστρέφεται η ανθρωπότητα.

Συνεπώς, να δώσει σε σένα ο Κύριος από το Πνεύμα Αυτό, ώστε όλοι να φθάσουμε στο τέλος της ζωής μας Εκείνον, που αγάπησε η ψυχή από τα νεανικά χρόνια. Εκείνο το Φως, έξω από το οποίο υπάρχει η αδιέξοδη τραγωδία του εξώτερου σκότους.

 

(Αρχ. Σωφρονίου Σαχάρωφ, «Γράμματα στη Ρωσία» – επιστολή 47, αποσπάσματα. Εκδ. Ι.Μ.Τιμίου Προδρόμου –Έσσεξ, σ.216-219)

 

 

 

«… τολμάν επικαλείσθαι Σε τον επουράνιον Θεόν Πατέρα και λέγειν» εκφώνηση του ιερέα, πριν από το «Πάτερ ημών»

 
του Μητροπολίτη Λεμεσού Αθανασίου
Λέει λοιπόν η προσευχή «Πάτερ ημών ο εν τοις ουρανοίς»: Πατέρα μας που κατοικείς στους ουρανούς. Απλή προσευχή, πατέρα μας που είσαι στους ουρανούς, αλλά για να σκεφθούμε καμιά φορά το πόσο μεγάλο πράγμα είναι, ο άνθρωπος να επικαλείται το Θεό «Πατέρα του». Και βλέπετε και κάτι άλλο που θα πούμε μετά, δεν είπε ο Χριστός «Πάτερ μου ο εν τοις ουρανοίς» αλλά «Πάτερημών ο εν τοις ουρανοίς» για να μας δείξει ότι δεν είμαστε άτομα μέσα στην εκκλησία, δεν είμαστε μόνοι μας, αλλά είμαστε όλοι μαζί και ο Θεός δεν είναι ο πατέρας μου, αλλά είναι ο Πατέρας μας και μεις δεν είμαστε εγώ, αλλά είμαστε εμείς, όλοι, είμαστε ένα σώμα οι πολλοί, εν σώμα οι πολλοί, λέει η γραφή και ο Θεός είναι πατέρας μας και είναι ο Πατέρας μας που είναι στον ουρανό.
Θυμάμαι το γέρο Παΐσιο που συχνά έλεγε και ονόμαζε το Θεό, Ουράνιο Πατέρα και έλεγε και για τα παιδάκια που έχουν δυσκολίες στη ζωή τους και χάνουν τους γονείς τους, τον πατέρα τους και έλεγε «πόσο αναλαμβάνει ο Ουράνιος Πατέρας τη φροντίδα αυτών των παιδιών, που χάνουν τον επίγειο πατέρα και πόσο σπουδαίο πράγμα είναι να έχουμε μαζί μας τον Ουράνιο Πατέρα, ο οποίος είναι αθάνατος και ο οποίος είναι αιώνιος. Και όταν ο άνθρωπος έχει αυτή την αίσθηση ότι ο Θεός είναι πατέρας του, τότε μπορεί να κινείται μέσα στον κόσμο, μέσα στη κτίση, μέσα στη φύση, μεσ’ στη δημιουργία, παντού οπουδήποτε, οποτεδήποτε και με οποιεσδήποτε συνθήκες μπορεί να κινείται μέσα σε μεγάλη άνεση, όπως κάποιος που κινείται μέσα στο σπίτι του πατέρα του, γιατί το σπίτι του πατέρα του είναι και σπίτι δικό του και έτσι αισθάνεται ασφάλεια μέσ’το δικό του σπίτι, αισθάνεται άνεση, δεν αισθάνεται καμιά δυσκολία. Αφού λοιπόν ο Θεός είναι πατέρας μας και εμείς αισθανόμαστε τον Θεό σαν πατέρα μας τότε λοιπόν καταργούνται όλα τα δύσκολα πράγματα που στέκονται μπροστά μας, καταργείται κι’ο φόβος, καταργείται κι’ ανησυχία, καταργείται το άγχος, καταργείται η αγωνία, καταργείται η καχυποψία για τον άλλο άνθρωπο και όλα κυλούν τόσον όμορφα και τόσον ωραία. Γιατί; Γιατί είναι μαζί μας ο Ουράνιος Πατέρας ο οποίος είναι στον ουρανό και είναι στον ουρανό και είναι και μαζί μας ταυτόχρονα και είναι στον ουρανό για ν’ ανεβάζει και μας εις τον ουρανό, να μη μας κρατά κάτω στη γη με τις πολυποίκιλες περιπέτειες της καθημερινότητας, αλλά να μας βγάζει πάνω από την τροχιά των γήινων πραγμάτων. Αλλά πότε μπορούμε να πούμε ότι είμαστε παιδιά του Θεού, γιατί για να λέμε τον Θεό Πατέρα, σημαίνει και μεις πρέπει να αισθανόμαστε παιδιά του Θεού. Είπαμε πολλές φορές, ότι στη πνευματική ζωή υπάρχουν τρεις καταστάσεις πνευματικής σχέσης με το Θεό ας τις πω έτσι, και θα το επαναλάβω για όσους δεν το θυμούνται.Η πρώτη πνευματική κατάσταση της σχέσης του ανθρώπου με τον Θεό, είναι όταν ο άνθρωπος αισθάνεται σαν δούλος του Θεού, δηλαδή όπως ένας δούλος κάμνει κάτι γιατί φοβάται επειδή το λέει ο αφέντης του, το λέει ο διευθυντής του, το λέει αυτός που τον έχει αγορασμένο και κάμνει αυτό το οποίο διατάσσει ο αφέντης, γιατί φοβάται.
Το κάμνει μεν αλλά φοβάται, φοβάται ότι θα τιμωρηθεί, φοβάται ότι θα θυμώσει το αφεντικό του, φοβάται ότι θα πάθει κάτι κακό, γι’ αυτό το λόγο κάμνει τις διαταγές του αφέντη του, αλλά αυτή η υπακοή βγαίνει από φόβο. Αυτός είναι ο δούλος και δούλον ονομάζουν οι πατέρες τον άνθρωπο ο οποίος φοβάται το Θεό και κάμνει αυτά που κάμνει γιατί φοβάται μήπως πάθει κάτι, μήπως του συμβεί κάτι ή μήπως πάει στην κόλαση και λέει να μη κάμω αυτό το πράμα γιατί φοβούμαι μήπως πάω στη κόλαση, μήπως χάσω την ψυχή μου. Καλό είναι κι αυτό, δεν είναι κακό, είναι καλό, αλλά είναι νηπιώδες φρόνημα, είναι ατελές φρόνημα, όμως χρειάζεται πολλές φορές, χρειάζεται γιατί είμαστε τόσο νήπια πνευματικά που δεν έχουμε άλλο αισθητήριο και η ψυχή μας δεν καταλαβαίνει τίποτα και μόνο με την απειλή και το φόβο κάπως συνέρχεται. Αν απειλήσουμε τον εαυτό μας ότι, κοίταξε άμα κάμεις αυτό το πράμα θα πας στη κόλαση, θα καταστραφείς αιώνια, θα έχεις αντιμέτωπο τον Θεό, φοβάται η ψυχή του ανθρώπου μαζεύεται και κάπως συναισθάνεται ότι δεν πρέπει να κάμει αυτό το πράμα, τουλάχιστον γλυτώνει από μιαν έμπρακτη αμαρτία, είναι ένας τρόπος κι’ αυτός αποφυγής της αμαρτίας και τηρήσεως της εντολής του Θεού. Αλλά δεν είναι ο τέλειος τρόπος, είναι ο νηπιώδης τρόπος όμως είναι κι’ αυτός χρήσιμος όπως και τα μαθήματα του δημοτικού σχολείου, ναι μεν είναι νηπιακά μαθήματα, είναι το άλφα και το βήτα, αλλά άμα δεν μάθεις το άλφα και το βήτα δεν θα πας και στα υπόλοιπα και στο πανεπιστήμιο, πρέπει να πας από το δημοτικό και αρχίζει και από το νηπιαγωγείο ακόμα. Αυτός ο τρόπος λοιπόν είναι του δημοτικού σχολείου, όμως είναι χρήσιμος και χρειάζεται.

Ο δεύτερος τρόπος λεν οι Πατέρες, είναι ο μισθωτός άνθρωπος, αυτός ο οποίος κάμνει κάτι γιατί θέλει κάτι. Κάμνει το καλό, κάμνει τις εντολές του Θεού, τηρεί το λόγο του Θεού γιατί θέλει να πάει στο Παράδεισο, γιατί θέλει ο Θεός να του κάμει τα χατίρια του, γιατί θέλει ο Θεός νάναι μαζί του, γιατί θέλει, ξέρω ‘γώ, η ζωή του να είναι ευτυχισμένη σ’ αυτό το κόσμο και μετά που θα φύγει απ’ αυτό τον κόσμο πάλι να είναι καλά, δηλαδή αποβλέπει σε κάτι, σαν κάποιον ο οποίος έρχεται σπίτι σου π.χ. σου σκουπίζει το σπίτι σου, σφουγγαρίζει, αλλά το κάμνει γιατί θέλει από σένα να του δώσεις μιαν αμοιβή, περιμένει να του κάμεις ένα δώρο, περιμένει να του πεις ένα καλό λόγο να τον υποστηρίξεις κι’ εσύ μια μέρα, να τον βοηθήσεις κι’ εσύ κάποτε που θα έχει ανάγκη ή να του δώσεις χρήματα γιατί έκαμε κόπο. Αυτός είναι ο μισθωτός άνθρωπος, είναι κάπως καλύτερα από τον προηγούμενο, από το δούλο είναι καλύτερο, αλλά δεν είναι τέλειο, ούτε είναι σ’ αυτό το οποίο θα πρέπει να φθάσει ο άνθρωπος, είναι όμως κι’ αυτό κάτι καλό τουλάχιστον όταν η ψυχή μας δεν έχει αυτή την τελείαν αγάπη, ας είναι, ας σκεφτόμαστε τ’αγαθά της Βασιλείας του Θεού, ας έχουμε μέσα μας αυτά τα οποία θα επακολουθήσουν στους ανθρώπους που αγαπούν το Θεό, ας σκεφτόμαστε τον Παράδεισο, τη δόξα των Αγίων, τη συγκατοίκηση την αιώνια μαζί με τους Αγίους και τους Αγγέλους, αυτή τη σχέση με τον Θεό, ας σκεφτόμαστε τέλος πάντων όλα τα αγαθά που θα απολαύσουμε αν τηρήσουμε τον λόγο του Θεού και είναι και αυτό καλό, καλό αλλά όχι τέλειο, μεσαίο, έτσι, μέση εκπαίδευση, το τέλειο είναι να κάμνουμε αυτό το οποίο θέλει ο Θεός σαν τέκνα Θεού.

Είναι η πρώτη κατάσταση οι δούλοι, η δεύτερη οι μισθωτοί και τρίτοι οι υιοί του Θεού, τέκνα του Θεού. Και να κάνουμε αυτό το οποίον ο Θεός θέλει, όχι γιατί τον φοβόμαστε, ούτε γιατί θέλουμε να μας πληρώσει, αλλά γιατί τον αγαπούμε τον Θεό και ο Θεός είναι Πατέρας μας και κάνουμε ότι κάνουμε γιατί αυτό είναι μέσα μας, όπως όταν κάνουμε κάτι για τον πατέρα μας, το κάνουμε γιατί είναι πατέρας μας και τον αγαπούμε και δεν έχουμε τίποτε άλλο, δεν ζητούμε τίποτα, είναι η φύση μας, η σχέση μας τέτοια με τους γονείς μας.
Αλλά για να φτάσουμε όμως σε αυτή την κατάσταση της υιοθεσίας, πρέπει να τηρήσουμε μια μέθοδο, μια διαδικασία για να φτάσουμε να είμαστε τέκνα του Θεού, παιδιά του Θεού. Πρέπει οπωσδήποτε αυτό που λέει πιο κάτω «αγιασθήτω το όνομα σου», δηλαδή ας αγιασθεί το όνομα σου. Πού να αγιασθεί το όνομα του Θεού, στον ουρανό; Αφού είναι Άγιο αφ’ εαυτού το όνομα του Θεού, αλλά εμείς να αγιάσομε το όνομα του Θεού με την αγία ζωή μας, όταν εμείς υπακούσομε στις εντολές του Θεού τότε οι εντολές του Θεού λειτουργούν μέσα μας από μόνες τους σαν καθαρτήριο πυρ, το οποίο καθαρίζει την ψυχή μας και την ύπαρξή μας από τα πάθη και την αμαρτία, μας φωτίζει το νου μας, φωτίζει την καρδία μας και σιγά-σιγά αρχίζουμε να λειτουργούμε φυσιολογικά. Αρχίζει να λειτουργεί μέσα μας αυτή η αρμονία της φύσεως, όπως μας έπλασε ο Θεός. Όλες οι ψυχικές και σωματικές μας δυνάμεις αποκτούν τη σωστή τους θέση και λειτουργούν μέσα σε μια θαυμάσια αρμονία και εμείς έτσι γινόμαστε τόπος, όπου μπορεί να έρθει να κατοικήσει ο Θεός.
*  περικοπή από απομαγνητοφωνημένη ομιλία του Μ. Λεμεσού κ. Αθανασίου.

Η παιδεία στους Τρεις Ιεράρχες.(Γ. Δ. Μπαμπινιώτη, πρ. Πρύτανη Παν/μίου Αθηνών)

 


 

 

Οι τρεις Ιεράρχες, διαθέτοντας οι ίδιοι ευρύτατη παιδεία, ήταν φυσικό, περισσότερο από όλους τους άλλους Πατέρες της Εκκλησίας, να συλλάβουν τη σημασία της Παιδείας για τον άνθρωπο και μάλιστα για τον «νέο άνθρωπο» της εποχής τους, τον χριστιανό άνθρωπο. Κι επειδή γι’ αυτούς Παιδεία δεν σημαίνει κατάκτηση γνώσεων αλλά καλλιέργεια της ανθρώπινης ψυχής, ως κύριος σκοπός της Παιδείας προσδιορίζεται η αγωγή των νέων παιδιών: «Τέχνη τεχνών και επιστήμη επιστημών φαίνεται μοι, άνθρωπον άγειν, το πολυτροπώτατον ζώον και ποικιλώτατον», θα πει ο Γρηγόριος (Ε.Π.Μ.35,325).

Βεβαίως το «άνθρωπον άγειν», η ανθρωπαγωγή, ας νεολογίσουμε, δεν μπορεί στη σύλληψη των Πατέρων της Εκκλησίας παρά να είναι χριστοκεντρική. Σκοπός της αγωγής είναι: «ομοιωθήναι Θεώ κατά το δυνατόν ανθρώπου φύσει. Ομοίωσις δε ουκ άνευ γνώσεως, η δε γνώσις ουκ εκτός των διδαγμάτων», διδάσκει ο Μέγας Βασίλειος (Ε.Π.Μ. 32,69Β).

Για τους Τρείς Μεγάλους Πατέρες της Εκκλησίας, ουσία της παιδείας είναι η αγωγή και δεν νοείται αγωγή χωρίς «πνευματικά μαθήματα» και «επιμέλεια ψυχής»: «Ότι των οικείων αμελούμεν παίδων, και των μεν κτημάτων αυτών επιμελούμεθα, της δε ψυχής αυτών καταφρονούμεν, εσχάτης ανοίας πράγμα» (Ε.Π.Μ. 51,327), προειδοποιεί ο Χρυσόστομος.

Αν κάτι χαρακτηρίζει την παιδεία μας σε ευρωπαϊκό ίσως επίπεδο είναι ότι εξακολουθεί και σήμερα να μας διαφεύγει η ουσία, που ήταν και είναι η αγωγή ψυχών.

Με άλλα λόγια, «περί άλλων τυρβαζόμεθα», ενώ «χρεία εστί ενός», να αναπτύξουμε την αγία πλευρά του ανθρώπου, την καλλιέργεια της ψυχής και του νου του και να τον οδηγήσουμε σε μια πνευματική ανάταση και εγρήγορση, ώστε να βλέπει και να ενεργεί σωστά, διακρίνοντας το καίριο από το ασήμαντο, το μόνιμο από το πρόσκαιρο, την ουσία από τα «συμβεβηκότα» της ουσίας, για να θυμηθούμε τον ημέτερο Αριστοτέλη.

Η επιμονή των Ιερών Πατέρων στην αγωγή της ψυχής, και μάλιστα κατά Χριστόν, δεν σημαίνει ότι υποτιμούν τη σημασία των γνώσεων ή την σπουδαιότητα των γραμμάτων. Σημαίνει διαφορετική ιεράρχηση των αναγκών του ανθρώπου: πρώτα το πνεύμα και μετά το σώμα, πρώτα η αγωγή και μετά η γνώση. Ο Ιερός Χρυσόστομος προλαμβάνει ενδεχόμενες παρεξηγήσεις: « Και μη με τις νομιζέτω νομοθετείν αμαθείς τους παίδας γίνεσθαι…Ου κωλύων παιδεύειν ταύτα λέγω, αλλά κωλύων εκείνοις μόνοις προσέχειν». (Ε.Π.Ε. 28, 518-20).

Η παιδεία για τους σεπτούς Ιεράρχες είναι πολύ μεγάλη υπόθεση. Σε μια στιγμή εξάρσεως, ο Χρυσόστομος φθάνει να πει τη γνωστή ρήση: «Η παιδεία μετάληψις αγιότητος εστι» (Ε.Π.Ε. 25, 282). Να τι ύψος αλλά και τι νόημα δίνουν στην Παιδεία οι «μυσταγωγοί της Παιδείας, οι Μεγάλοι Ιεράρχες.

Επειδή, όπως είναι φυσικό, τα περί παιδείας διδάγματα των Τριών Πατέρων της Εκκλησίας θα μπορούσαν να αποτελέσουν αντικείμενο διδασκαλίας ετών, θα θίξω δύο μόνον ακόμη διδάγματα των Πατέρων: την έμφαση που δίνουν στον δάσκαλο και στους γονείς, παράγοντες οι οποίοι όλο και περισσότερο στις μέρες μας συνυπολογίζονται στους βασικούς πόλους της Παιδείας. Η βασική αρχή για τον δάσκαλο είναι, κατά τους Μεγάλους Ιεράρχες, το παράδειγμα: «Τον δε παιδεύοντα, ου διά ρημάτων μόνον, αλλά διά πραγμάτων παιδεύειν χρή», λέει ο Ιερός Χρυσόστομος (Ε.Π.Ε.14,554). Η «πολιτεία» του δασκάλου, η ζωή και οι πράξεις του, το παράδειγμά του, όχι η απλή διδασκαλία του είναι αυτή που οδηγεί στην παιδεία, γιατί τα λόγια φαίνεται πως περίσσευαν από τότε…

Ο Θεολόγος και ποιητής Γρηγόριος θα πει τη μνημειώδη επιγραμματική φράση: «Μισώ διδάγμαθ’ οις ενάντιος βίος».

Σ’ αυτό που ιδιαίτερα επιμένουν και οι τρείς Μεγάλοι Πατέρες στις κατευθύνσεις που δίνουν προς τους γονείς είναι η ευθύνη των γονέων να αναθρέψουν τα παιδιά τους με χριστιανικές αρχές και αξίες: με «φόβον Θεού», με καλλιέργεια των αρετών της ψυχής και του πνεύματος και με παιδεία τέτοια, που ο νέος να αντιληφθεί ότι σκοπός της ζωής δεν είναι να πασχίζει για την απόκτηση χρημάτων ή διαφόρων καταναλωτικών αγαθών και μάταιης εξουσίας, αλλά για ό,τι συνιστά την ουσία της ζωής και για τις αξίες που πρέπει να εμπνέουν τη ζωή του Χριστιανού (σύνεση, ταπεινοφροσύνη, εγκράτεια, δικαιοσύνη, αυτογνωσία). Πόσο επίκαιρος είναι και σήμερα ο Ιωάννης ο Χρυσόστομος, όταν σχολιάζει ποιά πρότυπα προβάλλουν συνήθως οι γονείς στα παιδιά τους προς μίμηση και πόσο έξω από την χριστιανική πραγματικότητα βρίσκονταν και βρίσκονται και σήμερα πολλοί γονείς: « Και τίποτε άλλο δεν είναι δυνατόν να ακούσει κανείς όταν οι πατέρες μιλούν προς τα παιδιά τους και τα παρακαλούν να σπουδάσουν ρητορική, παρά αυτά εδώ τα λόγια· ο τάδε, λέγει, ενώ είναι κατώτερος και κατάγεται από κατώτερους γονείς, αφού απέκτησε την εκ των ρητορικών σπουδών ικανότητα, ανήλθε στα ύψιστα αξιώματα, απέκτησε πολύν πλούτον, νυμφεύθηκε πλούσια γυναίκα, έκτισε πολυτελές σπίτι, είναι φοβερός σε όλους και φιλόδοξος. Άλλος πάλι λέει, ο τάδε που έμαθε την ιταλική γλώσσα, είναι ένδοξος στα ανάκτορα και κυβερνά όλα τα εσωτερικά θέματα. Και άλλος πάλι δείχνει άλλον, όλοι όμως τους επιτυχημένους στη γη. Κανένας δε ούτε μια φορά δε θυμάται τα ουράνια πράγματα» (Ε.Π.Ε 28, 474).

Αν συγκρίνει κανείς την παιδεία που προτείνουν οι σοφοί Ιεράρχες με τη σημερινή εκπαιδευτική πραγματικότητα, τουλάχιστον στην Ελλάδα, όπου η διδασκαλία των χριστιανικών αξιών και των αρχών του Ευαγγελίου από τη μια μεριά έχουν συμπιεσθεί σ’ ένα συχνά αποστεωμένο και σχολαστικό-πληροφοριακό μάθημα Θρησκευτικών, στριμωγμένο κάπου στο σχολικό πρόγραμμα και υπό συνεχή συρρίκνωση, κι από την άλλη μεριά, αν ληφθεί υπ’ όψιν ότι οργιάζει σε όλα τα τηλεοπτικά προγράμματα ό,τι άμεσα και δραστικότατα καταργεί μέσα σε λίγα λεπτά αυτά που ο δάσκαλος στο σχολείο και ο παπάς στην Εκκλησία αγωνίζονται να χτίσουν στην ψυχή των παιδιών, αν συνειδητοποιήσει κανείς τη λειτουργία και τις επιπτώσεις αυτής της αποδομητικής και σχιζοφρενικής (για την ψυχή και την προσωπικότητα των νέων παιδιών) διαδικασίας, τότε θα καταλάβει αν η Παιδεία στις μέρες μας μπορεί να επιτελέσει τον ανθρωποπλαστικό και δημιουργικό ρόλο που οραματίστηκαν οι φωτισμένοι Ιεράρχες. Στην ερώτηση πως θεραπεύεται αυτή η κατάσταση, η απάντηση είναι, νομίζω, μία: ο τρώσας και ιάσεται…

 

( Γ. Δ. Μπαμπινιώτης, «Χριστιανική και Ελληνική Πνευματικότητα», εκδ. ΑΚΡΙΤΑΣ.).

 

 

 

Ο Ναός και οι πιστοί

 

 

«Υπέρ του αγίου ναού τούτου και των μετά πίστεως, ευλάβειας και φόβου Θεού εισιόντων εν αυτώ, του Κυρίου δεηθώμεν».

 

(Γι’ αυτόν εδώ τον άγιο ναό και για εκείνους που μπαίνουν εδώ μέσα με πίστη, με ευλάβεια και με φόβο Θεού, ας παρακαλέσουμε τον Κύριο.)

 

 

Ο ναός της ενορίας είναι το πνευματικό μας κέντρο. Η φράση «πνευματικό κέντρο» λέγεται εδώ με πραγματική σημασία. Πνευματικά κέντρα ακούμε πολλά, αλλά εμείς ένα πνεύμα ξέρουμε, το Άγιο Πνεύμα. Εδώ ίσως έχουν θέση τα λόγια του ευαγγελιστή Ιωάννη· «Αγαπητοί, μη παντί πνεύματι πιστεύετε, αλλά δοκιμάζετε τα πνεύματα ει εκ του Θεού εστίν…»· να μην πιστεύετε σε κάθε πνεύμα, αλλά να εξετάζετε τα πνεύματα αν είναι από το Θεό. Όσο περισσότερο οι άνθρωποι χρησιμοποιούν τις λέξεις πνεύμα και πνευματικός, τόσο λιγότερο έχουν σχέση μ’ αυτά τα πράγματα οι πραγματικά πνευματικοί άνθρωποι δεν μιλάνε για την πνευματικότητά τους. Και οι τόποι, που με διάφορους τρόπους λέγονται «πνευματικά κέντρα», δεν είναι πάντα τέτοια. Ένα είναι στ’ αλήθεια το πνευματικό κέντρο για τους χριστιανούς, ο ναός της ενορίας, αλλά και κάθε ναός, όπου γίνεται η θεία Λειτουργία.

Τί είναι γενικά ο ναός ή  Εκκλησία; Γιατί ο ναός λέγεται και εκκλησία; Ο ορθόδοξος λαός στη συνείδησή του βλέπει την ίδια την Εκκλησία στο κτίσμα και το σχήμα του ναού. Ο ιερός και καθαγιασμένος χώρος, μέσα στον οποίο συνάζεται ο λαός και γίνεται η θεία Λειτουργία, λέγεται και είναι η Εκκλησία. Γι’ αυτό και στις εικόνες των αγίων αποστόλων Πέτρου και Παύλου βλέπομε οι δύο Απόστολοι να κρατάνε ένα ναό· είναι η Εκκλησία, που ίδρυσαν και οργάνωσαν στους διάφορους τόπους. Η Εκκλησία, που καθώς το είπαμε, δεν είναι εύκολο να την ορίσουμε και να πούμε τι είναι, η Εκκλησία λοιπόν εικονίζεται στα μάτια μας και εκφράζεται με το σχήμα του ναού. Και είναι αυτός ο εικονισμός πολύ επιτυχημένος και  άγιος, γιατί η θεία Λειτουργία, που είναι η Εκκλησία, αγιάζει και μεταμορφώνει τον υλικό χώρο, μέσα στον οποίο τελείται.

Ο χώρος, όπου μέσα σ’ αυτόν τελείται το θείο Μυστήριο, είναι ο ίδιος εκείνος που έγινε ο μυστικός δείπνος στο υπερώο της Σιών. Τότε που ο Ιησούς Χριστός σύστησε και παράδωσε το Μυστήριο της θείας Ευχαριστίας, όλη η Εκκλησία ήταν εκεί ο Χριστός και οι δώδεκα μαθητές ήσαν η Εκκλησία· και ο τόπος, μαζί με τα πρόσωπα και τα τελούμενα, ήταν η Εκκλησία. Ο άγιος Μάξιμος ο Ομολογητής λέει ότι η Εκκλησία κι ο ναός είναι σαν η ψυχή του ανθρώπου και το σώμα του. Την ψυχή δεν την βλέπουμε, το σώμα βλέπομε και λέμε· «Να ο άνθρωπος». Το ίδιο, βλέπουμε το ναό και λέμε· «Να η Εκκλησία». Η Εκκλησία, που είναι μια θεία και πνευματική πραγματικότητα, άρχεται σε επικοινωνία με τον υλικό κόσμο και εκφράζεται μέσον του ιερού ναού και με ό,τι τελείται μέσα σ’ αυτόν «διά του ναού το κόσμιον έχουσα», λέει ο άγιος Μάξιμος.

Έπειτα ο ορθόδοξος ναός, όπως είναι στο σχέδιο του χτισμένος και διακοσμημένος, δείχνει τον ουρανό μαζί και τη γη. Το ιερό Βήμα είναι η εικόνα του ουρανού. Η αγία Τράπεζα είναι ο τύπος του υπερουράνιου θυσιαστηρίου, όπου αδιάλειπτα ιερουργεί ο Μέγας Αρχιερέας Θεάνθρωπος Ιησούς Χριστός. Το εικονοστάσιο, με τις εικόνες του Χριστού, της Παναγίας και των Αγίων και με τις τρεις πύλες δείχνει μπροστά στα μάτια των πιστών και θυμίζει ένα τρόπο αέναης επικοινωνίας της γης με τον ουρανό. Η μεσαία πύλη είναι η θέση στην οποία εμφανίζεται, ευλογεί και κηρύττει το Ευαγγέλιο ο λειτουργός ιερέας, μια μορφή ανάμεσα στον ουρανό και τη γη στη σειρά των Αγίων του εικονοστασίου. Τελευταία ψηλά στο θόλο η μορφή του Παντοκράτορα Χρίστου ο ήλιος της δικαιοσύνης, που βλέπει κάτω προς τη γη και τη φωτίζει, μεταδίδοντας σ’ όλη την κτίση το πνευματικό φως της λειτουργικής σύναξης. Ο ορθόδοξος ναός είναι μια αληθινή θεοφάνεια. Μέσα στο ναό είναι η Εκκλησία, μέσα στην Εκκλησία η θεία Λειτουργία, μέσα στη θεία Λειτουργία ο Θεός.

Στο τέταρτο αίτημα της Μεγάλης Συναπτής ο διάκονος δέεται για τον άγιο ναό, μέσα στον οποίο τελείται η θεία Λειτουργία, και για εκείνους, που με πίστη, με ευλάβεια και με φόβο Θεού μπαίνουν σ’ αυτόν. Τι είναι ο ναός το είπαμε, και πως πρέπει οι χριστιανοί να μπαίνουν στον ιερό χώρο και να στέκονται την ώρα της θείας Λειτουργίας το λέει η δέηση του διακόνου· «μετά πίστεως, ευλάβειας και φόβου Θεού». Στη διάρκεια της θείας Λειτουργίας ως το τέλος πολλές φορές θα ακούσουμε το διάκονο να προτρέπει τους πιστούς για τη στάση τους και για την ψυχική τους διάθεση, με την οποία πρέπει να συμμετέχουν στην ιεροτελεστία. Δεν θα πρέπει βέβαια να είμαστε πολύ ευχαριστημένοι με ό,τι συνήθως γίνεται, που ή καθυστερούμε να πάμε το πρωί στην Εκκλησία ή βιαζόμαστε να φύγουμε πριν από την Απόλυση ή δεν δείχνουμε πολλή ευλάβεια και φόβο Θεού, όταν τελείται η θεία Λειτουργία.

Λυπούμαστε που δεν έχουμε τον τρόπο να μιλήσουμε περισσότερο για όλα αυτά, καθώς και γιατί δεν μπορούμε να ακούσουμε τον άγιο Ιωάννη το Χρυσόστομο πως συχνά πυκνά στις ομιλίες του διδάσκει για τον ιερό ναό και για το πως οι χριστιανοί πρέπει να είναι μέσα στην Εκκλησία. Θα περιοριστούμε μόνο σε ό,τι γράφει ο άγιος Μάξιμος ο Ομολογητής για τη μεγάλη πνευματική ωφέλεια, που έχει κάθε χριστιανός να μη λείπει από την Εκκλησία, όταν γίνεται σύναξη και τελείται η θεία Λειτουργία. Ο εκκλησιασμός είναι όχι μόνο χρέος, αλλά και δικαίωμα και προνόμιο για κάθε πιστό, να είναι δηλαδή παρών στη σύναξη της Εκκλησίας, αφού κι αυτός είναι ζωντανό μέλος του σώματος του Χριστού. Στην αρχαία εποχή μόνο όσοι είχαν βαριά επιτίμια δεν μπορούσαν να είναι στη θεία Λειτουργία. Για τους άλλους, που χωρίς λόγο απουσιάζουν, υπάρχουν κανόνες που τους τιμωρούν πνευματικά, και μόνο για εκείνους που δικαιολογημένα θα λείψουν δέεται η Εκκλησία· «υπέρ των δι’ ευλόγους αι­τίας απολειφθέντων».

Να λοιπόν τι γράφει ο άγιος Μάξιμος ο Ομολογητής· «Πρέπει να συχνάζουμε στην αγία Εκκλησία του Θεού και να μην απολείπουμε από την αγία σύναξη, που γίνεται σ’ αυτήν. Πρώτα, γιατί στην Εκκλησία βρίσκονται άγιοι Άγγελοι, που κάθε φορά καταγράφουν εκείνους που μπαίνουν, και τους παρουσιάζουν στο Θεό και δέονται γι’ αυτούς. Κι έπειτα, γιατί πάντα χωρίς να φαίνεται είναι παρούσα εκεί η χάρη του Αγίου Πνεύματος, και μάλιστα την ώρα της αγίας σύναξης, όπου τον καθέναν από τους παρόντες, ανάλογα με τη δεκτικότητά του, τον αλλάζει και τον ξαναφτιάχνει και πραγματικά τον ξαναγεννά πνευματικά και τον οδηγεί προς τα εκεί που φανερώνουν τα τελούμενα μυστήρια». Η μεταβολή που γίνεται στον καθέναν, όταν ζωντανά μετέχει στην εκκλησιαστική σύναξη, φαίνεται όταν βγαίνει από την Εκκλησία. Έτσι, λέει ο άγιος Ιωάννης ο Χρυσόστομος, πρέπει να βγαίνουμε από την Εκκλησία, που να φαινόμαστε πως κατεβήκαμε από τον ουρανό. Από την Εκκλησία, αν τύχει και μπούμε λυπημένοι, βγαίναμε χαρούμενοι· αν μπούμε αγριεμένοι, βγαίνομε ήμεροι· αν μπούμε λύκοι, βγαίνουμε πρόβατα. Ύστερα από τη θεία Λειτουργία γυρίζουμε στα σπίτια μας, φέρνοντας μαζί μας την ευλογία και τη χαρά του Θεού,

Η σημασία που έχει ο ναός στη θρησκευτική ζωή των ανθρώπων φαίνεται παντού σε όλους τους λαούς, όχι μόνο τους χριστιανικούς, αλλά και τους ειδωλολάτρες· γράφει ο αρχαίος Πλούταρχος, «κανένας δεν είδε ούτε που θα δει πόλη χωρίς ναούς και χωρίς πίστη». Η αρχαία Καππαδοκία ήταν γεμάτη Εκκλησίες, πολλές από τις οποίες σώζονται ακόμα. Ο Γρηγόριος ο επίσκοπος Νύσσης σε μια περίφημη επιστολή του γράφει το εξής· «αν απ’ ό,τι βλέπει κανείς θα μπορούσε να συμπεράνει την παρουσία του Θεού, τότε θα νόμιζε πως ο Θεός κατοικεί στην Καππαδοκία». Το ίδιο θα λέγαμε και για τα δικά μας νησιά, που είναι όλα γεμάτα εκκλησίες. Και τη σημασία που έχει να χτίζεται ένας ναός τη βλέπομε σε μια επιστολή του Μεγάλου Βασιλείου σε κάποιον επίσκοπο της αρχιεπισκοπής του· «Μας υπερευχαρίστησε», του γράφει, «η φροντίδα σου, που ταιριάζει σε κάθε χριστιανό, να χτίσετε Εκκλησία, για να δοξάζεται το όνομα του Χριστού. Καθώς είναι γραμμένο, αγαπήσατε πραγματικά την ευπρέπεια του οίκου του Κυρίου και ετοιμάσατε για σας κατοικία στον ουρανό, εκείνην που περιμένει όσους αγαπούν το όνομα του Χριστού». Την ανέγερση ναών και τη φροντίδα για τους ναούς η Εκκλησία την εκτιμά πολύ, γι’ αυτό και σε κάθε σύναξη δέεται· «Υπέρ των μακαρίων και αοιδίμων κτιτόρων» του ναού, και σε κάθε θεία Λειτουργία στην αρχή ο διάκονος δέεται «Υπέρ του αγίου ναού τούτου…» και στο τέλος ο ιερέας παρακαλεί· «αγίασον τους αγαπώντας την ευπρέπειαν του οίκου σου». Αμήν.

 

(+Διονυσίου, Μητροπ. Σερβίων και Κοζάνης, «Η Θεία Λειτουργία», εκδ. Αποστ. Διακονίας)