Στην εορτή της περιτομής του Χριστού (1 Ιανουαρίου)


 

     […] Σύμφωνα με το νόμο, οκτώ ημέρες μετά τη γέννησή του, οι γονείς έκαναν την περιτομή του παιδιού και του έδωσαν το όνομα Ιησούς, καθώς το είπε ο Άγγελος στην παρθένο Μαρία, όταν της έφερε από τον ουρανό το μήνυμα ότι θα γίνει η μητέρα του Θεοί. «Και ιδού συλλήψη εν γαστρί και τέξη υίόν και καλέσεις το όνομα αυτού Ίησοϋν». Το ίδιο όνομα είπε πάλι ο Άγγελος, όταν σε όραμα καθησύχαζε τον θορυβημένο Ιωσήφ· τον βεβαίωνε για τον τρόπο με τον οποίο η Παρθένος θα γινότανε μητέρα και εξηγούσε για ποιό λόγο το παιδί θα ονομαζόταν Ιησούς· «το γαρ εν αυτή γεννηθέν εκ Πνεύματος έστιν Αγίου. Τέξεται δε υιόν και καλέσεις το όνομα αυτού Ιησούν· αυτός γαρ σώσει τον λαόν αυτού από των αμαρτιών αυτού». Το όνομα Ιησούς, καθώς γράφει ο απόστολος Παύλος στην προς Φιλιππησίους επιστολή, είναι το «υπέρ παν όνομα», στο οποίο θα πέσει και θα προσκυνήσει κάθε αρχή και εξουσία «επουρα­νίων, επιγείων και καταχθονίων». Αλλά κι ο απόστολος Πέτρος, μετά την Πεντηκοστή ενώπιον των αρχόντων, των πρεσβυτέρων και των αρχιερέων του λαού διεκήρυξε και είπε ότι «ουκ έστιν άλλω ουδενί η σωτηρία, ουδέ γαρ όνομα έστιν έτερον υπό τον ουρανόν το δεδομένον εν ανθρώποις, εν ω δει σωθήναι ημάς».

Στο σημείο αυτό πρέπει να προσέξουμε και να επιμείνουμε. Ο Ιησούς Χριστός λοιπόν δεν είναι εθνικός απελευθερωτής, όπως τον περίμεναν οι Εβραίοι, αλλ’ ούτε και κοινωνικός ηγέτης και επαναστάτης, όπως τον βλέπουν πολλοί από τους συγχρόνους μας, ακόμα και χριστιανοί. Ο Ιησούς, καθώς και το όνομά του φανερώνει, είναι ο θείος Σωτήρας του κόσμου, ο υιός του Θεού που έγινε υιός ανθρώπου, για να σώσει «τον λαόν αυτού από των αμαρτιών αυτών». Λαός του Ιησού Χριστού, λαός του Θεού, δεν είναι μόνο οι Εβραίοι, αλλά όλοι που θα πιστέψουν σ’ αυτόν, η Εκκλησία, που αυτή είναι ο λαός του Θεού.

Ακόμα πρέπει να προσέξουμε και σε κάτι άλλο, που αυτό αναφέρεται στην ονοματοδοσία των χριστιανών. Πολλοί από τους χριστιανούς και σχεδόν όλοι συνδέουν τη βάπτιση του παιδιού με την ονοματοδοσία και θαρρούν πως βαπτίζομε το παιδί, για να του δώσουμε όνομα. Και είναι μεν αλήθεια ότι το όνομα αγιάζεται κι αυτό στη βάπτιση και συνάπτεται στο πρόσωπο του ανθρώπου, αλλά δεν δίδεται στο παιδί όταν βαπτίζεται ούτε και γι’ αυτό βαπτίζεται. Πριν από τη βάπτιση είναι η κατήχηση του παιδιού κι εκεί πρωτοακούεται το όνομά του, αλλ’ όμως ούτε και στην κατήχηση δίδεται το όνομα, αλλά οκτώ ημέρες μετά τη γέννηση του παιδιού όπως όριζε ό νόμος και στην Παλαιά Διαθήκη. Πριν λοιπόν από την κατήχηση και τη βάπτιση του παιδιού, υπάρχει Ευχή της Εκκλησίας «Εις το κατασφραγίσαι παιδίον, λαμβάνον όνομα τη ογδόη ημέρα από της γεννήσεως απίου». Τότε, όταν ο ιερέας δίνη το όνομα στο παιδί, μαζί με τα άλλα, λέγει και τα εξης· «δος, Κύριε, ανεξάρτητον μείναι το όνομά σου το άγιον επ’ αυτόν, συναπτόμενον εν καιρώ ευθέτω τη αγία Σου Εκκλησία και τελειούμενον διά των φρικτών Μυστηρίων…».

Το όνομα λοιπόν κάθε χριστιανού είναι άγιο όνομα, που συνάπτεται στον άνθρωπο και συνδέεται με τη ζωή του «διά των φρικτών μυστηρίων», με την βάπτιση δηλαδή, τη θεία Κοινωνία και τα άλλα. Εδώ φαίνεται πόσο πρέπει να προσέχουν οι χριστιανοί στα ονόματα που δίνουν στα παιδιά τους. Τα ονόματα των πιστών πρέπει να είναι ονόματα της Εκκλησίας και των αγίων της πίστεως. Ο κάθε χριστιανός σηκώνει το όνομά του για πάντα στη βασιλεία του Θεού· μ’ αυτό πολιτογραφείται και μένει στην Εκκλησία.

Ας προχωρήσουμε τώρα στο δεύτερο μέρος του σημερινού ευαγγελικού αναγνώσματος. Μας ομιλεί πάλι για τη συμμόρφωση της άγιας μητέρας του Ιησού Χριστού και του θετού πατέρα του Ιωσήφ προς το νόμο και τις εντολές του Θεού· «επορεύοντο… κατ’ έτος εις Ιερουσαλήμ τη εορτή του Πάσχα». Γνώρισμα των ευσεβών ανθρώπων είναι ότι πάντα συμμορφώνονται στις εντολές του Θεού και σε όσα ορίζει η Εκκλησία. Κι όταν δεν φτάνουν ίσως να εξηγήσουν τους λόγους των εντολών, οδηγούνται από την πίστη ότι «τω Θεώ μέλει περί ημών». Οι εντολές του Θεού και οι κανόνες της Εκκλησίας είναι πάντα για το καλό των ανθρώπων.

Τρεις ήσαν οι μεγάλες εορτές των Εβραίων, η εορτή του Πάσχα, η εορτή της Πεντηκοστής και η εορτή της Σκηνοπηγίας. Αυτές οι τρεις ονομάζονταν εορτές των προσκυνητών, επειδή σ’ αυτές κάθε άνδρας ήταν υποχρεωμένος να πηγαίνει στα Ιεροσόλυμα, για να προσκυνήσει στο ναό. Έτσι έλεγε ακριβώς η εντολή· «Τρεις καιρούς του ενιαυτού οφθήσεται παν αρσενικόν σου ενώπιον Κυρίου του Θεού σου». Μπορούμε να καταλάβουμε τη θρησκευτική, αλλά και την εθνική σημασία της εντολής, τότε μάλιστα που δεν υπήρχαν άλλοι τρόποι και μέσα επικοινωνίας μεταξύ των ανθρώπων παρά μόνο η συνάντησή τους σε ορισμένους καιρούς και τόπους. Αλλ’ αυτή τη σημασία έχουν πάντα και σήμερα ακόμα οι εορτές και οι πανηγύρεις της Εκκλησίαςγίνονται αφορμή και είναι ευκαιρία να συναντηθούν, να γνωριστούν και να συνδεθούν μεταξύ τους οι άνθρωποι.

Για την παιδική ηλικία του Ιησού Χριστού τα ιερά Ευαγγέλια δεν μας λένε παρά μόνο γι’ αυτά τα δύο, για το προσκυνηματικό ταξίδι του κάθε χρόνο στα Ιεροσόλυμα και για το επεισόδιο που συνέβη, όταν ήταν δώδεκα ετών. Γι’ αυτά τα δύο μας ομιλεί το σημερινό ευαγγελικό ανάγνωσμα, ο ευαγγελιστής δηλαδή Λουκάς, κατά τις πληροφορίες που πρέπει να είχε από την ύπεραγία Θεοτόκο. Το επεισόδιο αυτό, ότι δηλαδή ο Ιησούς Χριστός, έμεινε στα Ιεροσόλυμα κι ύστερα οι γονείς του τον βρήκαν «εν τω ιερώ καθεζόμενον εν μέσω των διδασκάλων και ακοὐοντα αυτών και επερωτώντα αυτούς», πρέπει να το συνδυάσουμε με τα λόγια του Ευαγγελιστή, που δύο φορές τα ίδια σχεδόν επαναλαμβάνει στην αρχή και στο τέλος της περικοπής. Στην αρχή «Το δε παιδίον ηύξανε και εκραταιούτο πνεύματι. πληρούμενον σοφίας και χάρις Θεού ην επ’ αυτό». Και στο τέλος· «Και Ιησούς προέκυπτε σοφία και ηλικία και χάριτι παρά Θεώ και ανθρώποις».

Αυτά τα δύο ευαγγελικά χωρία με το ίδιο νόημα είναι από τα δυσκολότερα για να τα ερμηνεύσουμε. Τί είναι λοιπόν ο Ιησούς Χριστός; Ο ευαγγελιστής Λουκάς, ως γιατρός που είναι, αλλά και ως θεόπνευστος συγγραφέας, κάνει μια παρατήρηση και διάγνωση για τη σωματική και διανοητική, αλλά και πνευματική ανάπτυξη του παιδιού, που αφορά το ίδιο και στο Θεό και στον άνθρωπο. Τί είναι λοιπόν το παιδί Ιησούς; Ο προικισμένος άνθρωπος, που αναπτύσσεται φυσιολογικά κι από την ηλικία των δώδεκα ετών δείχνει τα εξαίρετα προσόντα του; Ή ο Θεός, που βαθμηδόν και προοδευτικά αποκαλύπτει τις υπερφυσικές ιδιότητές του; Είναι σε τέλειο βαθμό και τα δύο. Τέλειος Θεός και τέλειος άνθρωπος. Θεάνθρωπος. Αυτή είναι η ορθόδοξη εκκλησιαστική διδασκαλία και πίστη, κατοχυρωμένη σε οικουμενικές Συνόδους.

Στο τέλος του σημερινού ευαγγελικού αναγνώσματος πρέπει να προσέξουμε επίσης σε δύο σημεία, που μας βοηθούν για να εννοήσουμε ορθά, όσο είναι δυνατό στον ανθρώπινο λογισμό, την αλήθεια για το θεανδρικό πρόσωπο του Ιησού Χριστού. Στη στοργική επιτίμηση της μητέρας, «Τέκνον τί εποίησας ημίν ούτως; Ιδού ο πατήρ σου καγώ οδυνώμενοι εζήτουμέν σε» ο Ιησούς απήντησε ίσια και καθαρά· «Τί ότι εζητείτε με; Ουκ ήδειτε ότι εν τοις του πατρός μου δει είναι με;». Ύστερα από το επεισόδιο, ο Ευαγγελιστής μαρτυρεί ότι ο Ιησούς και οι γονείς του πήγαν στη Ναζαρέτ «και ην υποτασσόμενος αυτοίς». Η απάντηση αυτή του Ιησού και η υποταγή του ύστερα στους γονείς του μας δίνουν ακριβώς να εννοήσουμε τι είναι ο υιός του Θεού, που έγινε υιός άνθρωπου. Έχει τη συνείδηση πως είναι Θεός, κι ύστερα, ως άνθρωπος και ως παιδί, υποτάσσεται και υπακούει στους γονείς του.

Η ενανθρώπηση του θείου Λόγου και το πρόσωπο του Ιησού Χριστού είναι το «μέγα της ευσέβειας μυστήριον» καθώς το ψάλλει η αρχαία Εκκλησία και μας διασώζει τον ύμνο ο απόστολος Παύλος στην πρώτη προς τον Τιμόθεο επιστολή. Μέγα καθ’ εαυτό, ως προς την ουσία και τα αποτελέσματα, αλλά μέγα και βαθύ, για να μπορέσουμε εμείς να το συλλάβουμε στο νου μας και να το κατανοήσουμε. Δεχόμαστε το θείο λόγο, όπως μας αποκαλύπτεται στις Γραφές και το πιο συνετό και σίγουρο είναι να ακούμε το λόγο, να βλέπουμε τα γεγονότα και να σιωπούμε πιστεύοντας. Ερμηνευτή και διδάσκαλο έχουμε την Εκκλησία. Αυτό έκανε και η ύπεραγία Θεοτόκος, για την οποία ο Ευαγγελιστής δύο φορές, μαρτυρεί ότι «η μήτηρ αυτού διετήρει πάντα τα ρήματα ταύτα εν τη καρδία αυτής». Αμήν.

 

(Μητροπ. Σερβίων και Κοζάνης +Διονυσίου, «Ο Λόγος του Θεού», τ. Α΄, εκδ. Αποστ. Διακονίας- απόσπασμα)

 

 

 

 

Advertisements

17 / 30 Δεκεμβρίου – H οσιακή κοίμηση του γέροντος Χατζηγεώργη

              Όλοι πόνεσαν που έχασαν τον προστάτη τους, ακόμη και οι Τούρκοι, διότι και πολλοί από αυτούς είχαν ευεργετηθεί και θεραπευθεί  από  διάφορες  αρρώστιες,  και  τον  είχαν  σε ευλάβεια. Τον αποκαλούσαν μάλιστα οι Τούρκοι «μπιζίμ μπαμπά» τον Χατζή-Γεώργη, δηλαδή «Πατέρα μας».

Ό Χατζή-Γεώργης είχε πολλή  αγάπη  για  όλους,  άδολη. 

Ήταν  πάντοτε  ειρηνικός, ανεξίκακος και συγχωρούσε.

Είχε μεγάλη καρδιά, γι’ αυτό όλα και όλους τους χωρούσε, όπως ήταν.

Είχε εξαϋλωθεί κατά κάποιον τρόπο.

Ζώντας την Αγγελική ζωή, έγινε Άγγελος και πέταξε στους Ουρανούς, διότι δεν κρατούσε τίποτα, ούτε ψυχικά πάθη ούτε υλικά  πράγματα. 

Όλα  τα  πετούσε,  γι’  αυτό  και  πέταξε  ψηλά.

Επειδή  ο  άγιος  Γέροντας  είχε  ταλαιπωρηθεί  άδικα  από ανθρώπους, πιστεύω να αξιώθηκε διπλό Στεφάνι από τον Χριστό, του Οσίου και του Μάρτυρος.

Αν και σε αυτήν την περίπτωση, όταν  δηλαδή  βασανίζεται  κανείς  από  Χριστιανούς,  είναι οδυνηρότερος ο πόνος, γιατί οι άνθρωποι του Θεού πονάνε πιο πολύ για την σκληρή συμπεριφορά των άλλων, που δεν αρμόζει σε  Χριστιανούς.

Από τα λίγα λοιπόν που ανέφερα πιο πάνω, μπορεί  να  καταλάβει  κανείς  την  Αγιότητα  του  Οσίου  Πατρός Γεωργίου  (Χατζή-Γεώργη)!  Ο  Άγιος  Πατέρας  φυσικά, προσπαθούσε να ζει στην αφάνεια, όπως συνήθως και οι Άγιοι Πατέρες της Εκκλησίας μας, γι’ αυτό αδικείται με τα λίγα αυτά που γνωρίζω και γράφω.
Δεν έχει σημασία που η Εκκλησία μας ακόμη δεν τον έχει ανακηρύξει Άγιο, για να του δώσει το φωτοστέφανο. Αυτό που έχει μεγάλη σημασία είναι η φωτεινή ζωή του Γέροντα, το απλό και άκακο σιωπηλό του παράδειγμα. Ήταν γεμάτος από αρετές και από δυνάμεις Θεϊκές, τις όποιες διέθετε μαζί με τον εαυτό του για να βοηθάει τους συνανθρώπους του.
Κήρυττε Χριστό και από μακριά. Έκανε θαύματα, έβλεπε οράματα θεϊκά, και είχε και το διορατικό χάρισμα. Πολλή χάρη Θεού, η οποία δεν τον πρόδωσε! Όταν έγινε ή εκταφή των Ιερών Λειψάνων του, άρρητη ευωδιά σκόρπισε από τα Άγια του Λείψανα.

————————————————————————————

 Γέροντος Παϊσίου, αββάς Γεώργιος ο Χατζηγιώργης ο Αθωνίτης

                              xatzigeorgis4.jpg


Ο Οσιότατος Πατήρ ημών Γεώργιος γεννήθηκε στην Κερμίρα της Καππαδοκίας το 1809. οι γονείς του ήταν πλούσιοι, όχι μόνο από αρετές, άλλα και από αγαθά του Θεού, τα οποία σκορπούσαν στους φτωχούς με την καρδιά τους.Ο πατέρας του ονομαζόταν Ιορδάνης και ήταν από την Κερμίρα, η δε μητέρα του λεγόταν Μαρία και ήταν από το Γκέλβερι (Καρβάλη, πατρίδα του Αγίου Γρηγορίου του Ναζιανζηνού).
Αφού απέκτησαν δυο παιδιά, τον Γαβριήλ (Χατζή-Γεώργη) και τον Αναστάσιο, μετά ζούσαν πιο πνευματικά και αγαπημένοι σαν αδέλφια (ζούσαν εν παρθενία). Ή μητέρα του, ή Μαρία, είχε ασκητικό πνεύμα από μικρή, διότι είχε αδελφή Μοναχή, Ασκήτρια, την οποία επισκεπτόταν και αργότερα με τα παιδιά της. Στον μικρό λοιπόν Γαβριήλ που άκουγε τις διάφορες διηγήσεις από την θεία τους για τους Ασκητάς, άναψε ή επιθυμία στην παιδική του καρδιά
να γίνει Μοναχός και προσπαθούσε να μιμηθεί τους Ασκητάς με αυστηρές νηστείες και προσευχές.
Ό πατέρας του, ο Ιορδάνης, ήταν ευλαβής και αυτός και ασχολείτο με το εμπόριο και τον περισσότερο καιρό τον περνούσε στα ταξίδια. Αυτό φυσικά έδινε την ευκαιρία στην Μαρία να ζει άπλα, να μη «μεριμνά και τυρβάζει περί πολλά», να παίρνει τον μικρό Γαβριήλ, επειδή είχε περισσότερη ευλάβεια, και να αγρυπνεί με άλλες γυναίκες πότε στις σπηλιές και πότε στα εξωκλήσια.
Μπορούμε δε να πούμε, ότι και το γάλα της ευλογημένης αυτής Μάνας, που θήλαζε ο Γαβριήλ, ήταν ασκητικό.
Όταν μεγάλωσε λίγο ο Γαβριήλ, πήγε στο σχολείο, άλλα δεν μπορούσε να μάθει γράμματα, ένα) ήταν πολύ έξυπνος. Φαίνεται ήταν οικονομία Θεού, για να μάθη με Θεϊκό τρόπο γράμματα το αγιασμένο αυτό παιδί, Τέσσερα ολόκληρα χρόνια παιδεύτηκε στο σχολείο ο μικρός Γαβριήλ και δεν κατόρθωσε ούτε να συλλαβίζει. Επειδή  τον  μάλωναν  οι  γονείς  του  και  ο  δάσκαλος,  εύρισκε ευκαιρία και έφευγε στις σπηλιές. Εκεί δε στην Κερμίρα ή Κερμίλ, ήταν ή σπηλιά με τα αποτυπώματα τού Αγίου Μεγαλομάρτυρος
Γεωργίου, όπου κατέφευγε πολλές φορές ο μικρός Γαβριήλ. Νήστευε   δε   πολύ   και   προσευχόταν,   κάνοντας   πολλές μετάνοιες εδαφιαίες,  και όταν  ένιωθε εξάντληση, έτρωγε χόρτα από  αυτά  που  φύτρωναν  στο  βουνό.  Κάποτε  μάλιστα  είχε απουσιάσει ένα μήνα, είχε έρθει σε επαφή   με  Ασκητάς  πού έμεναν  γύρω   στις  σπηλιές,   και ασκήτευε και αυτός κοντά τους σε μια σπηλιά. Τον βρήκαν μετά οι γονείς του και έκτοτε δεν τον μάλωναν πού δεν μπορούσε να μάθει γράμματα. μία μέρα, τού είπε ή μητέρα του με καλοσύνη:
-Γαβριήλ,    παιδί     μου,    πήγαινε     στην    Εκκλησία    και παρακάλεσε  την  Παναγία να  σε   βοηθήσει  να  μάθεις γράμματα.
Στην  ενορία  τους  υπήρχε  Θαυματουργός  Εικόνα  της Θεοτόκου. Ό μικρός Γαβριήλ, αφού έκανε τριήμερο νηστεία και πολλές μετάνοιες εδαφιαίες -με τις ώρες- , ξεκίνησε νύχτα για την Εκκλησία να προσευχηθεί για να μην τον ιδούν οι άνθρωποι.
Μόλις έφτασε στον Νάρθηκα, έπεσε στο κατώφλι τής θύρας τού Ναού και με ευλάβεια και με δάκρυα προσκύνησε Απ» έξω, διότι ή θύρα ήταν κλειστή. Ενώ παρακαλούσε την Παναγία, «Δώσε μου,  Βασίλισσα  τού  Ουρανού,  να  μάθω  γράμματα!»,  ξαφνικά άνοιξαν οι  πόρτες  τής  Εκκλησίας,  και μπήκε  ή Θεοτόκος,  και παίρνοντας τον μικρό από το χέρι, τον έφερε στην Εικόνα τού Χριστού και είπε : «Υιέ μου, δώσε στον μικρό Γαβριήλ να μάθη γράμματα». Κι όπως έλεγε αργότερα ο ίδιος : Μ’ αυτά τα λόγια μ’ ευλόγησε με το Χέρι της, μ’ ασπάστηκε και είπε : «Τώρα, έμαθες γράμματα».  Και  μετά  μπήκε  στην  βόρεια  πύλη  τού  Ιερού. Βλέποντας ο Γαβριήλ ότι δεν βγαίνει, πήγε εκεί. Έψαξε σε όλη την Εκκλησία, άλλα δεν μπόρεσε να την βρει! Ήλθε μετά ή ώρα τής ακολουθίας, έφτασε και ο νεωκόρος για να σημάνει και βλέπει τα πόρτες ανοιχτές και τον Γαβριήλ μέσα στον Ναό! Τα έχασε και ρώτησε με έκπληξη ! Πώς βρέθηκες εδώ;
Ό    Γαβριήλ   του   διηγήθηκε    με   λεπτομέρεια    όλα   όσα συνέβησαν. Ό νεωκόρος για να διαπιστώσει  την αλήθεια,  του έδωσε ένα βιβλίο να διαβάσει, και ο Γαβριήλ άρχισε να διαβάζει
ωραία και καθαρά. Τότε ο νεωκόρος του είπε : -Πράγματι, Εκείνη ή γυναίκα ήταν ή Παναγία! Μετά από αυτό το Θείο γεγονός, που έμαθε γράμματα με Θεϊκό τρόπο ο μικρός, οι γονείς του και όλοι οι συγγενείς του  τον  είχαν   σε  ευλάβεια.  Ό   Γαβριήλ  όμως  και πάλι πήγαινε  στις  σπηλιές  και  ασκήτευε,   μάζευε  δε  και  τους φίλους του και έκτιζαν μικρό Μοναστηράκι με Ναό και κελάκια, έχοντας  τον  Γαβριήλ  για  Ηγούμενο.  σε  ηλικία  δεκατεσσάρων χρόνων  ακολούθησε  και  αυτός  τους  συγγενείς  του  στην Κωνσταντινούπολη, γιατί είχαν μάθει ότι τούρκεψε ο θείος που έμενε εκεί. Καθώς περνούσα από ένα ερημικό τόπο, τού είπε ο λογισμός  ότι  θα  έβρισκε  εκεί  ερημίτες  να  τους  πει  να προσευχηθούν για τον θείο του πού  τούρκεψε.  Άφησε  λοιπόν τους συντρόφους του  και έψαχνε στο δάσος, άλλα δεν βρήκε κανένα ασκητή. Έχασε όμως     και     τους     συντρόφους     του και     λυπημένος παρακαλούσε τον Άγιο Γεώργιο να τον βοηθήσει. Ξαφνικά, του   παρουσιάζεται   ο  Άγιος   με   στολή   αξιωματικού, με φωτεινό πρόσωπο και τού λέει: -Στ’ αλήθεια έχασες τον δρόμο Γαβριήλ; -Ναι, τον έχασα, απάντησε ο μικρός.
-Έλα μαζί μου, τού είπε ο Άγιος Γεώργιος και τον πήρε στο άλογο του, πρόφθασε αμέσως τους συντρόφους του, οι οποίοι θαύμασαν και δόξασαν τον Θεό!
Μόλις έφτασαν στην Κωνσταντινούπολη, επισκέφτηκε μαζί με τους συγγενείς του τον θείο του, με πολύ πόνο. Ό θείος του είχε μεγάλη θέση στην αυλή τού Σουλτάνου Μαχμούτ Β’ (1808-1839). Κάποτε, επειδή είχε διατάξει να γίνουν διάφορα έργα στην πατρίδα του,  οι  Αρμένιοι  τον  φθόνησαν  και  τον  συκοφάντησαν  στους Τούρκους. για να αποφύγει δε τον θάνατο πού τον περίμενε, δυστυχώς  τούρκεψε.  Επόμενο  ήταν  να  του  έχει  μεγαλύτερη εμπιστοσύνη μετά ο Σουλτάνος.
Ενώ έφυγαν οι άλλοι για την πατρίδα τους, μετά από τις συμβουλές  τους  για  να  μετανοήσει  ο  θειος  του,  ο  Γαβριήλ παρέμεινε στην Κωνσταντινούπολη κοντά του και προσευχόταν πολύ. Έκανε δε σκληρούς αγώνες για να επιστρέψει ξανά στο χριστιανισμό, όχι μόνο ο θείος του, αλλά και ένας ιερέας μαζί με μερικούς άλλους, πού είχαν Τουρκέψει και εκείνοι από φόβο. οι θερμές προσευχές τού Γαβριήλ, με τις νηστείες και τις πολλές εδαφιαίες μετάνοιες, βοήθησαν για την θεία επέμβαση, και έγιναν καταρχάς κρυφοί χριστιανοί και αργότερα έφυγαν στην Σμύρνη. Και ο μεν θείος του έγινε νεωκόρος σ’ ένα ναό και αγωνιζόταν φιλότιμα  με  πολλή  μετάνοια  και  αναπαύτηκε  τη  Λαμπροφόρο ήμερα  της  Αναστάσεως.  Ό  δε  ιερέας  μαζί  με  τους  άλλους αγωνίστηκαν  και  αυτοί  φιλότιμα,  με  συντριβή,  και  μετάνοια αναπαύτηκαν, Χριστιανοί, στη Σμύρνη.
Το διάστημα των τεσσάρων ετών πού παρέμενε στην αυλή τού σουλτάνου ο Γαβριήλ, έπεσε στην αντίληψη του σουλτάνου ή ασκητική ζωή τού νεαρού Γαβριήλ, και θαύμαζε! Ένας νεαρός να μη συγκινείται καθόλου από τις ανθρώπινες δόξες και τις κοσμικές απολαύσεις! να αναπαύεται σε ένα σκοτεινό υπουργείο και να τρώει μία φορά την ήμερα από μία χούφτα βρεγμένο κριθάρι! Όλη τη νύχτα να προσεύχεται και να κάνει μετάνοιες, ώρες, συνέχεια! Απορούσε για όλα αυτά ο σουλτάνος και έλεγε στους αυλικούς του· «ποιος έμαθε σε αυτόν το νεαρό έτσι να νηστεύει και να προσεύχεται;». Ή άγια ζωή τού μικρού Γαβριήλ είχε αλλοιώσει και αυτόν τον Σουλτάνο ακόμη, και έγινε κρυφός χριστιανός.
Ό Γαβριήλ (ο μετέπειτα Χατζή-Γεώργης) έλεγε αργότερα τα έξης:  «Ό  Σουλτάνος  Μαχμούτ  αγαπούσε  κατόπιν  τους Χριστιανούς.  Ενώ  πριν  οι  Χριστιανοί  δεν  μπορούσαν  να επιδιορθώσουν ούτε ένα ερειπωμένο ναό, ούτε να κτίσουν εκ νέου, αυτός εξέδωσε μετά περί τα 2000 φιρμάνια προς ανέγερση νέων Ναών κ.λπ.
Δώρισε ακόμη και δυο μεγάλες εικόνες τού Αγίου Ιωάννου τού Προδρόμου, τον οποίο ευλαβείτο, και τού πατρός αυτού,
Του  Προφήτου  Ζαχαρίου,  καθώς  και  έναν  ασημένιο πολυέλαιο.  Έκτος  Απ»  αυτά,  έδειξε  μεγάλη  εύνοια  και  στο Πατριαρχείο Ιεροσολύμων, που χρωστούσε στους Εβραίους 36 χιλιάδες λίρες χρυσές. Ό σουλτάνος απαίτησε όλα τα έγγραφα αυτού τού χρέους και τα κατέστρεψε και διέταξε αυστηρά τους Εβραίους να μην απαιτήσουν στο έξης το χρέος αυτό από το πατριαρχείο Ιεροσολύμων. Άλλαξε δε και πολλά άλλα τουρκικά έθιμα και βοηθούσε πολύ τους χριστιανούς. Επόμενο ήταν να τον θανατώσουν οι Τούρκοι και να πουν ότι πέθανε».
Τον Γαβριήλ, λοιπόν, μετά από την παραμονή του στην Πόλη επί τέσσερα χρόνια και την επιστροφή των άλλων στο Χριστό, σε ηλικία  18  χρόνων,  τον  απασχολούσε  ποια  έντονα  ή  δίκη  του σωτηρία, και παρακαλούσε με δάκρυα την Παναγία, συνέχεια μέρα νύχτα, να τον βγάλει από την αυλή τού Σουλτάνου και να του δείξει οδών σωτηρίας.
Κάποτε, ενώ βρισκόταν στη Θεία λειτουργία, στο ναό τού Πατριαρχείου, μπροστά στην εικόνα τής Θεοτόκου, πού βρίσκεται πίσω  από  την  Πατριαρχική  ψηφιδωτή  καθέδρα,  με  δάκρυα παρακαλούσε την Παναγία να τον οδηγήσει. Όταν τελείωσε ή Θεία Λειτουργία,  αυτός  δεν  βγήκε  έξω  μαζί  με  τους  άλλους,  άλλα παρακαλούσε  και στη  συνέχεια  με πολλή πίστη  και απλότητα παιδική την Παναγία, να τον πληροφορήσει τι να κάνει. Για μία στιγμή, όπως  διηγείτο,  βλέπει τη Βασίλισσα  των Ουρανών να έρχεται Απ» την Εικόνα κοντά του, ντυμένη με ολόλαμπρη λευκή ενδυμασία και να τον ρωτά! – Τι θέλεις; – θέλω να σωθώ! Απάντησε ο Γαβριήλ. Ή Θεοτόκος τού λέει. –  πήγαινε  στην  εξωτερική  πύλη  τού  Φαναριού,  στην
αποβάθρα, όπου θα δεις ένα Μόναχο· με αυτόν να πάς στο Άγιον όρος.
Αφού είπα αυτά ή Παναγία, ξαναμπήκε στην εικόνα της. Ό Γαβριήλ μετά έτρεξε χαρούμενος προς την αποβάθρα και
είδε  ένα  σεβασμιότατο  Μοναχό,  αδύνατο,  με  άσπρη  μακριά γενειάδα. Ήταν ο Ηγούμενος της μονής Γρηγορίου, ο Γρηγόριος, από το Άγιον όρος. Ό Γαβριήλ πέφτει στα πόδια του και τον παρακαλεί να τον πάρει μαζί του στον Άθωνα. Άλλα ο Αγιορείτης Ηγούμενος του λέει:  από τους αγίους πατέρες και τις διατάξεις των Πατριαρχών απαγορεύεται να παίρνουμε στον Άθωνα, όχι μόνο παιδιά σαν εσένα, άλλα και αυτούς πού ακόμη δεν έχουν γένια. Έτσι είναι και μη μιλάς· στον Άθωνα δεν μπορείς να έρθεις προς το παρόν.
Όταν άκουσε την άρνηση του, πόνεσε πολύ ο Γαβριήλ και αναγκάστηκε τότε να του διηγηθεί πώς είδε την Παναγία και ότι αυτή του είπε να πει στον Ηγούμενο να τον πάρει στον Άθωνα. Άλλα ο Γέροντας, δυστυχώς, με κανένα τρόπο δεν ήθελε να δεχθεί
να τον πάρει στο Άγιον όρος, ούτε έδωσε καμία προσοχή στην εύνοια  τής  Κυρίας  Θεοτόκου,  ή  οποία  μπορεί  να  ενεργεί  και αντίθετα με τις ανθρώπινες διατάξεις, όσο καλές και αν φαίνονται.
Όλα αυτά έγιναν παρουσία του Καπετάνιου του πλοίου, ο οποίος τόνισε και είπε στον Γαβριήλ, να μπεις παιδί μου, κρυφά στο πλοίο και να φανερωθείς στο Γέροντα, όταν φθάσουμε στον Άθωνα. Από την Κωνσταντινούπολη ο Γαβριήλ έφυγε το 1828 και μετά από λίγες ήμερες έφθασε το πλοίο στη μονή του Γρηγορίου. Βγήκε και ο Γαβριήλ και έπεσε στα πόδια Ηγουμένου λέγοντας· «η Παναγία με έφερε στο Άγιον Όρος» και έτρεχαν δάκρυα από τα μάτια του. Ο ηγούμενος όμως και πάλι δεν ήθελε να τον πάρει στην Μονή· απέφευγε ακόμη και να τον βλέπει. Άλλα οι Πατέρες τής Μονής έκαμναν τον Ηγούμενο και τον δέχτηκε. Του έδωσαν αμέσως το διακόνημα του παραμάγειρα, και διακονούσε πρόθυμα και αγωνιζόταν φιλότιμα στα πνευματικά. Ήταν ακόμη αρχάριος, όταν έτυχε και ή Πανήγυρη τής Μονής, του Αγίου Νικολάου. Λόγω κακοκαιρίας όμως, δεν    μπόρεσαν    να    ψαρέψουν,    και    οι Πατέρες    ήταν στεναχωρημένοι που δεν θα είχαν ψάρια να φιλέψουν τους Πανηγυριώτες. Άλλ’ ο Γαβριήλ δεν στεναχωρέθηκε γι ‘αυτό, γιατί θεωρούσε πολύ απλό για τον Άγιο Νικόλαο να τα οικονομήσει.  Παρακάλεσε  λοιπόν  τον  Άγιο  Νικόλαο,  και πετάχτηκαν  θαυματουργικές  στον  Αρσανά  της  Μονής  αρκετά μεγάλα και καλά ψάρια, την παραμονή τής Εορτής. Οι αδελφοί τα ανέβασαν στη Μονή με χαρά, και τα ετοίμασαν δοξάζοντας τον Θεό.
Μετά από αυτό το Θείο γεγονός, ο Γαβριήλ έφυγε για τα Καυσοκαλύβια, για αν μην τον ευλαβούνται οι Πατέρες της Μονής. Είχε παραμείνει στη Μονή Γρηγορίου περίπου δυο μήνες. Εκεί, είχε μάθει Ότι είναι ένας έμπειρος Πνευματικός στην σκήτη των Καυσοκαλυβίων,  ο  Παπά-Νεόφυτος  «Καραμανλής», συμπατριώτης του, μεγάλος βιαστής και με πολλή χάρη Θεού. Πήγε λοιπόν και τον βρήκε στον Άγιο Γεώργιο στα Καυσοκαλύβια. Ο «Παπά-Νεόφυτος», μόλις είδε τον νεαρό Γαβριήλ, τον δέχτηκε με χαρά, γιατί έβλεπε την Χάρη του Θεού στο πρόσωπο τού νέου ζωγραφισμένη. Επειδή όμως ήταν πολύς Τούρκικος στρατός και στο Άγιον Όρος την εποχή εκείνη, λόγω τής Επαναστάσεως (18211830), τον άφησε τον Γαβριήλ στην σπηλιά τού Οσίου Νήφωνος, όπου  ασκήτευε  και  ο  ίδιος  τον  περισσότερο  καιρό,  για  να προφυλάξει τον νέο από τους βαρβάρους Τούρκους. Εκεί στην σπηλιά, αγωνίστηκε σκληρά, με φιλότιμο, τέσσερα χρόνια, χωρίς ΝΑ  βλέπει  άνθρωπο,  έκτος  από  τον  Γέροντα  του  πού  τον επισκεπτόταν και τον κοινωνούσε τα Άχραντα Μυστήρια. Όταν πια είχε ηλικιωθεί, είχε ελαττωθεί κάπως και ο Τούρκικος στρατός και επέστρεψε στη Σκήτη κοντά στον Γέροντα του, τον Παπά-Νεόφυτο, στην Καλύβη τού Αγίου Γεωργίου, όπου έμεναν και άλλοι εννέα παραδελφοί  του.  Ενώ  ήταν  ακόμη  δόκιμος  ο  Γαβριήλ,  όμως παρουσίαζε  σημεία  προχωρημένου  Μοναχού!  Ήταν  δηλαδή ασυρματιστής τού Θεού.
Κάποτε λοιπόν, Ενώ προσευχόταν, άκουσε την φωνή του Γέροντα του να τους λέει : «Καλογέρια μου, σώστε με!».
Έτρεξε αμέσως και το είπε στον μεγαλύτερο παραδελφό του, άλλα εκείνος δυστυχώς τον μάλωσε.
-Άντε   πήγαινε,   πλανεμένε,   κάνε   τον   κανόνα   σου (την ατομική προσευχή), πού άκουσες την φωνή του Γέροντα! Έκανε υπακοή ο Γαβριήλ και πήγε στο κελί του. Μόλις όμως, άρχισε την προσευχή του, ξανά ακούει τον Γέροντα πιο έντονα, με σπαρακτική φωνή να λέει: «Καλογέρια μου, σώστε με! Βρίσκομαι κοντά στον Σταυρό, που είναι στον Ζυγό, πριν την κερασιά και κινδυνεύω.  Βοηθείστε  με!».  Πηγαίνει  πάλι  ο  Γαβριήλ  στον παράδελφό του και του λέει: -Ό   Γέροντας   μας   κινδυνεύει   και βρίσκεται   ψηλά   στο Σταυρό.
Εκείνος όμως τον μάλωσε πιο πολύ αυτή τη φορά. -Τόσο πλανεμένος είσαι; Ακούς την φωνή του Γέροντα από το Σταυρό; (Απόσταση δυο ώρες με καλό καιρό). Τότε ο Γαβριήλ με πόνο τον παρακάλεσε.
-Κάνε Πάτερ μου, ένα κομποσχοίνι με σταυρούς και δώσε σοχή και θα δεις.
Μόλις  λοιπόν  άρχισε  και  εκείνος  να  κάνει  ένα  –  δυο ρούς, λέγοντας την ευχή, άκουσε την σπαρακτική φωνή του ντα τους. Αμέσως τύλιξαν βέργες με σχοινιά γύρω στα πόδια , για να μην βουλιάζουνε στα χιόνια, και ξεκίνησαν. Έκαναν που μισή μέρα για να ανέβουν στο σημείο που βρισκόταν ο ντας, γιατί είχε πολλά χιόνια. Αφού ένα μέτρο ήταν χαμηλά Καυσοκαλύβια, πόσο μάλλον ψηλά στον Σταυρό!
Ό Παπά-Νεόφυτος, όπως επέστρεφε από ταξίδι, χειμώνα και κακοκαιρία,  ανεβαίνοντας  από  την  Αγία  Άννα  προς  την ασιά, κοντά στον Σταυρό, είχε πια αποκάμει από την κούραση πως ήταν πολύ το χιόνι, ένα μπόι, βούλιαζε και δεν μπορούσε να βγει.
Όταν έφτασαν τα Καλογέρια του, τον βρήκαν σχεδόν νεκρό, αχωμένο  στα  χιόνια.  Τον  πήραν  αμέσως,  όπως  ήταν ασμένος, και τον μετέφεραν κατ’ αρχάς στην Κερασιά, για να λθει.  Άλλα  αυτό  που  έσωσε  τον  Γέροντα,  μου  λέει   ο σμός,   δεν   ήταν  η   ζέστη   και  τα  ζεστά  που   του σφεραν ανθρωπίνως, άλλα ή θερμή προσευχή του Γαβριήλ.
Αφού  έγινε  καλά  ο  Παπά-Νεόφυτος,  κατέβηκαν  στα Αφού  έγινε  καλά  ο  Παπά-Νεόφυτος,  κατέβηκαν  στα Καυσοκαλύβια,  στον  Άγιο  Γεώργιο,  και  μετά  από  λίγο  εκάρη Μοναχός ο Γαβριήλ, εκεί στην Καλύβη τους, και μετονομάστηκε Γεώργιος, και αργότερα από το προσκύνημα του στους Άγιους Τόπους πήρε το «Χατζή-Γεώργης».
Επειδή είχε αυξηθεί η συνοδεία του Παπά-Νεόφυτου στα Καυσοκαλύβια,  ανέβηκαν  στην  Κερασιά,  για  να  έχουν  και περισσότερη ησυχία. Κατ’ αρχάς παρέμειναν τέσσερα χρόνια στο Κελί των Αγίων Αποστόλων, μέχρι που ετοίμασαν το Μεγάλο Κελί του  Αγίου  Δημητρίου  και  Άγιου  Μηνά,  όπου  χωρούσε  όλη  ή Αδελφότητα. Εκεί στην Κερασιά ο Παπά-Νεόφυτος είχε δει όραμα και  έβαλε  το  αυστηρό  τυπικό  της  διαρκούς  νηστείας  και αδιάλειπτου προσευχής. Μετά άφησε τον Πατέρα Γεώργιο, τον Χατζή-Γεώργη, για Γέροντα, το 1848, και εκείνος πήρε κελί στις Καρυές,  Σιμωνοπετρίτικο,  του  Αγίου  Νικολάου,  για  να διευκολύνονται  οι  προσκυνηταί  και  να  βοηθάει  περισσότερες πονεμένες ψυχές, σαν χαρισματούχος Πνευματικός που ήταν.
Οι Πατέρες τής Συνοδείας του στην Κερασιά, ένιωθαν μεγάλη σιγουριά πνευματική και στον Χατζή-Γεώργη, γιατί είχε κάνει ο ίδιος υποτακτικός προηγούμενος και μπορούσε να καταλάβει τους υποτακτικούς. Χρησιμοποιούσε την κοπή του θελήματος με το Πατρικό πνεύμα, δηλαδή, να κόβει άλλοτε τον εγωισμό τον παιδικό και άλλοτε να φρενάρει τον ενθουσιασμό. Με άλλα λόγια, κλάδευε με διάκριση και δεν κουτσούρευε αδιάκριτα. Επειδή ο Γέροντας είχε αγιότητα, τα Καλογέρια του υποτάσσονταν από ευλάβεια και όχι από φόβο. Στον εαυτό του δε, ήταν πολύ σκληρός και συνέχεια αύξανε την άσκηση του. Έλεγε ο Γέροντας : «Όταν καταγίνεται κανείς  με  νηστεία  –  αγρυπνία-  προσευχή,  εξαντλούνται  οι σωματικές     δυνάμεις,     και     ή     σάρκα     στενάζει     και παραπονιέται στην δυσκολία και στον κόπο της ασκητικής ζωής.
Τότε είναι που πρέπει να γίνει κανείς πιο προσεκτικός και στον πόλεμο των λογισμών -γιατί τότε έρχονται στην μνήμη οι μέρες τής κοσμικής ζωής, για να μην εμποδιστεί στον δρόμο τής σωτηρίας  του  και  απολέσει  την  ψυχή  του».  Μετά  από πολύχρονους τέτοιους αγώνες, επόμενο ήταν να εξαντληθεί, αλλά και  να  εξαϋλωθεί.  Ενώ  του  πονούσαν  τα  πόδια  από  την ορθοστασία  κατά  την προσευχή,  και  ιδίως  τα  γόνατα  από  τις πολλές γονυκλισίες, και γενικά όλο το κορμί του από την άσκηση, ο Γέροντας συνέχιζε το αυστηρό του τυπικό και δεν έπαιρνε ποτέ φάρμακα. Έλεγε δε στους υποτακτικούς του και στους επισκέπτες : «Το καλύτερο φάρμακο είναι ή συχνή Μετάληψη των Άχραντων του  Χριστού  Μυστηρίων.  Ή  συχνή  Εξομολόγηση  και  ή  Θεία Μετάληψη είναι ή σπουδαιότερη και απαραίτητη προϋπόθεση για την επίγεια πνευματική αγαλλίαση και την Ουράνια ευφροσύνη». Και τους ανέφερε και το έξης παράδειγμα:
«Ένας Ερημίτης ρώτησε τον διάβολο. -Ποια είναι τα πιο φοβερά πράγματα στην ζωή σας; Απάντησε ο διάβολος. -Είναι φοβερά  και  ανυπόφορα  για  μάς.  -Ποια  είναι  αυτά;  Ρώτησε  ο Γέροντας.
– να ποια είναι. Το μυστήριο του Βαπτίσματος, με το οποίο χάνουμε  εντελώς  την  εξουσία  και  το  δικαίωμα  πάνω  σας.  Ό Σταυρός, ο οποίος μας βασανίζει, μας διώχνει και μας αφανίζει, και ιδίως ή Κοινωνία. Ή Κοινωνία, συνέχισε ο διάβολος, είναι πιο φοβερή για μας και από την γερνά του πυρός. Όχι μόνο δεν μπορούμε να πλησιάσουμε εκείνον που άξια έχει κοινωνήσει, αλλά φοβόμαστε και να τον αντικρίσουμε ακόμη. Άλλα όμως, όσο κι αν αυτά  είναι  θανάσιμα  για  μας,  εμείς  ευγνωμονούμε  τους ανθρώπους,  που  με  τις  απροσεξίες  τους  και  τις  αμαρτωλές συνήθειες τους, από μόνοι τους απομακρύνουν την ενέργεια των Μυστηρίων από τον εαυτό τους. Κι έτσι μόνοι τους μας δίνουν το δικαίωμα να κυριεύσουμε τις καρδιές τους». Με    την    διήγηση αυτή    ο    Χατζή-Γεώργης    έδινε    να Καταλάβουν   πιο ζωντανά,   πόσο   σπουδαία   είναι   στουςΧριστιανούς τα Άγια Μυστήρια. Για τον εαυτό του δε ο Γέροντας, για να υπομένει με χαρά τους   κόπους   και  τους   πόνους   της   ασκήσεως  για   την Σωτηρία τής ψυχής του, έφερνε πάντα στην μνήμη του το εξής περιστατικό που του είχε διηγηθεί ο Γέροντας του Παπά-Νεόφυτος. «Κάποτε,   ένας   άρρωστος   έχασε   την   υπομονή   του   και φώναζε προς τον Κύριο ζητώντας να τον απαλλάξει από τους φρικτούς    πόνους,  του    παρουσιάζεται   τότε    ένας Άγγελος και του λέει. Ό Πανάγαθος Θεός άκουσε την προσευχή σου και θα κάνει το αίτημα σου, με τον όρο όμως πως αντί ένα χρόνο ζωής με βάσανα στην γη, με τα οποία κάθε άνθρωπος, σαν τον χρυσό στην   φωτιά,   καθαρίζεται   από   την   αμαρτία,   θα δεχθείς να περάσεις τρεις ώρες στην κόλαση. Επειδή ή ψυχή σου χρειάζεται να καθαρισθεί με την δοκιμασία της αρρώστιας, θα έπρεπε να υποστείς  την  ασθένεια  άλλον  ένα  χρόνο.  Αυτό  σου  φαίνεται δύσκολο, σκέψου όμως και τι θα πει κόλαση, όπου πηγαίνουν όλοι οι αμαρτωλοί! Γι’ αυτό δοκίμασε, αν θέλεις, μόνο για τρεις ώρες και μετά,  με  τις  προσευχές  της  Αγίας  Εκκλησίας  θα  σωθείς.  Ό άρρωστος σκέφτηκε, «ένας χρόνος βάσανα στη γη είναι πολύ μακρύς! Καλύτερα να κάνω υπομονή τρεις ώρες παρά ένα χρόνο». Συμφωνώ  για  τρεις  ώρες  στην  κόλαση,  είπε  στον  Άγγελο.  Ό Άγγελος τότε, πήρε απαλά στα χέρια του την ψυχή του, την άφησε στην κόλαση και απομακρύνθηκε λέγοντας. Μετά τρεις ώρες θα επιστρέψω.  Το  παντοτινό  σκοτάδι  που  κυριαρχούσε  εκεί,  το στρίμωγμα, οι φωνές των κολασμένων που έφταναν στα αυτιά του και η άγρια όψη τους, όλα αυτά προξενούσαν στον δυστυχισμένο φοβερό  τρόμο  και  λύπη.  Παντού  έβλεπε  και  άκουγε  βάσανα. πουθενά    φωνή    χαράς    στην    απέραντη    άβυσσο    της κολάσεως.   Μόνο   τα   φλογισμένα   μάτια   των   δαιμόνων φαίνονταν μέσα στο σκοτάδι, έτοιμα να τον σπαράξουν. Άρχισε να τρέμει ο ταλαίπωρος και να φωνάζει, άλλα στις φωνές και τις κραυγές  του  απαντούσε  μόνο  η  άβυσσος.  Του  φαινόταν  πως ολόκληροι αιώνες βάσανα είχαν περάσει, και από  στιγμή  σε στιγμή  περίμενε να έρθει προς αυτόν  ο Άγγελος, άλλα αυτό δεν γινόταν. Τελικά,    απελπισμένος    πως    δεν    θα    έβλεπε ποτέ    τον Παράδεισο, άρχισε να βογγά και να κλαίει, άλλα κανείς δεν νοιαζόταν    γι’     αυτόν.     Οι    αμαρτωλοί    στην    κόλαση σκέφτονταν μόνο τον εαυτό τους, και χαίρονταν οι δαίμονες για τα βάσανα τους. Άλλα να, που η γλυκιά λάμψη του Αγγέλου φάνηκε στην  Άβυσσο.  Με  παραδεισένιο  χαμόγελο  στάθηκε  ο  άγγελος πάνω από τον βασανισμένο και ρώτησε. -Πως είσαι άνθρωπε; -δεν  πίστευα  ότι  και  στους  Αγγέλους  μπορούσε  να  υπάρχει Ψευδός! Ψιθύρισε με σβησμένη φωνή ο βασανισμένος. -Τι θα πει αυτό; Ρώτησε ο Άγγελος. -Πως τι θα πει; Συνέχισε ο ταλαίπωρος. Υποσχέθηκες να με πάρεις από εδώ μετά από τρεις ώρες, και από τότε, χρόνια, ολόκληροι αιώνες μου φαίνεται πώς πέρασαν με αφόρητα βάσανα. -Ευλογημένε,   τι   χρόνια,   τι   αιώνες   είπε έκπληκτος   ο Άγγελος. Μόνο μία ώρα έχει περάσει από τότε που έφυγα, και πρέπει να μείνεις εδώ ακόμη δυο ώρες. -Πώς;  δύο ώρες;  Ωχ!  Δεν   μπορώ να βαστάζω,  δεν  έχω δύναμη! Α ν είναι δυνατόν, κι αν είναι θέλημα κυρίου, σε ικετεύω, πάρε με από εδώ. Καλύτερα  στην  γη  να  υποφέρω  χρόνια,  μέχρι  την  ήμερα  της κρίσεως, μόνο βγάλε με από την κόλαση! Λυπήσου με! Φώναξε βογγώντας  ο  βασανισμένος,  υψώνοντας  τα  χέρια  προς  τον Άγγελο. -Καλά,    απάντησε    ο    Άγγελος.    Ο    καλός    Θεός σαν Φιλόστοργος Πατέρας θα σε ελεήσει.
Με αυτά τα λόγια ανοίγει τα μάτια του και βλέπει πως, όπως και πριν, βρισκόταν στο κρεβάτι της  αρρώστιας».  Με τέτοιους λογισμούς  ο  Γέροντας  έκανε  όλες  του  τις  αισθήσεις  να  είναι νεκρωμένες,  γιατί  το  ενδιαφέρον  της  σωτηρίας  της  ψυχής ταπεινώνει  το  σώμα  και  νεκρώνει  τα  πάθη.  Μετά  από  τέτοια υπερφυσική  άσκηση  που  έκανε  ο  Γέροντας  και  από  τέτοια υπομονή και καρτερία που έδειχνε στους φρικτούς πόνους και από τέτοιους ταπεινούς λογισμούς που έφερνε, ώστε να πιστεύει ότι ήταν πολύ αμαρτωλός και έπρεπε να καθαριστεί η ψυχή του με τους  πόνους  των  ασθενειών,  ενώ  ήταν  αγιασμένος  εκ  κοιλίας μητρός, επόμενο ήταν να του δοθεί άφθονη η Χάρις του Θεού, και να μην αρρωσταίνει ποτέ, σε όλη του την ζωή. Ο Πατήρ Γεώργιος πολύ λυπόταν, όταν κάποιος στα πρώτα βήμα της Καλογερικής, μόλις άρχισε τον αγώνα για την σωτηρία της ψυχής του, έχανε το θάρρος  του  και  κλονιζόταν,  και  μη  υπομένοντας  τους  αγώνες υπέκυπτε στον πειρασμό και εγκατέλειπε το Μοναχικό Σχήμα και τον Αγιασμένο Άθωνα, χωρίς να συναισθάνεται την σοβαρότητα των  υποσχέσεων  του  στον  Θεό.  Έλεγε  δε  πως  πρέπει  με ταπεινοφροσύνη και υποταγή να δεχόμαστε κάθε δοκιμασία και θλίψη που μας στέλνει ο Θεός, για να καθαριστεί εντελώς η ψυχή μας από τις εν γνώσει και αγνοία αμαρτίες.
Όσους  έβλεπε  ο  Γέροντας  να είναι  κυριευμένοι  από  την ακηδία, τους παρηγορούσε και πνευματικά τους νουθετούσε. Και σε  εκείνους  πού  δεν  ήθελαν  να  σηκώσουν  τον  Σταυρό  της Μοναχικής ζωής και ήθελαν να εγκαταλείψουν το Άγιων Όρος, ο Γέροντας διηγείτο το ακόλουθο γεγονός.
«Ένας Αθωνίτης, που είχε το διορατικό χάρισμα, έβλεπε όλα τα στίφη των δαιμόνων, από τα οποία το ένα ήταν σιχαμερότερο από  το  άλλο.  Ανάμεσα  όμως  σε  όλα,  ένα  φαίνονταν  τόσο σιχαμερό, πού αηδίαζε κανείς μόνο και να το βλέπει! Ο Ασκητής το κοίταζε και αναρωτιόταν από που να προερχόταν αυτή η φοβερή ασχήμια του.
-Γιατί μας κοιτάζεις τόσο παράξενα, Καλόγερε; Ρώτησε με σατανική ειρωνεία ένας δαίμονας. Όλοι αυτοί που βλέπεις είναι εκείνοι  που  πειράζουν  τους  Καλογήρους  και  με  κάθε  τρόπο προσπαθούν  να  τους  εμποδίσουν  στην  σωτηρία  τους, προξενώντας ακηδία με την σκέψη των συγγενών και της πατρίδας και βάζοντας λογισμούς να αφήσουν το Όρος και να γυρίσουν στον κόσμο. Αυτούς που φεύγουν από εκεί και πετάν τα ράσα, σε μένα πέφτει να τους κουβαλώ στους ώμους ως το καράβι, και αυτοί είναι που μου έφαγαν έτσι τον λαιμό και την πλάτη. Και αφού τους κουβαλήσω στο καράβι, ταξιδεύω και εγώ μαζί τους στον κόσμο! Ό Γέροντας σταυροκοπήθηκε και όλα χάθηκαν» Ό Χατζή-Γεώργης συμβούλευε ανάλογα τον καθένα, με διάκριση, και παρηγορούσε τις  ψυχές  και  βοηθούσε  με  τις  καρδιακές  του  προσευχές.  Το πρόσωπο  του  ακτινοβολούσε  από  την  αγία  του  ζωή  και σκορπούσε Θεία Χάρη στις πονεμένες ψυχές. Η φήμη του αγίου Γέροντα είχε φθάσει παντού, και έτρεχαν από παντού οι άνθρωποι για ΝΑ ωφεληθούν πνευματικά. Από το πρωί μέχρι το βράδυ, μάζευε τον πόνο των πονεμένων και θέρμαινε τις καρδιές τους με την  αγάπη  του  την  πνευματική,  που  έμοιαζε  με  ανοιξιάτικη λιακάδα. «Η καλή μέρα φαίνεται από το πρωί».
Έφυγε  από  την  πατρίδα  του  μικρό  παιδάκι, άφησε  τους γονείς του για την αγάπη του Χριστού, έβγαλε την αγάπη του απ’ την μικρή οικογένεια και έτσι απέκτησε Θεϊκή αγάπη, ώστε να νιώθει όλο τον κόσμο αδέρφια του, και έγινε παιδί της μεγάλης οικογένειας, του Αδάμ – του Θεού ! Δεν είχε σχέδια δικά του, γι’ αυτό  τον  πέρασε  ο  Θεός  στο  θείο  Του  σχέδιο,  τον  έκανε Πνευματικό Πατέρα. Επειδή είχε γνωρίσει την μεγάλη αξία του Αγγελικού  Σχήματος,  δεν  επιθύμησε  άλλα  αξιώματα.  Πολλοί ήθελαν να γίνουν υποτακτικοί του, και ιδίως ανήλικα παιδιά που δεν  τα  δέχονταν  στα  Μοναστήρια,  αλλά  ο  Χατζή-Γεώργιος  τα λυπόταν και τα κρατούσε, από ηλικίας δέκα πέντε χρόνων, και τα προστάτευε σαν στοργικός Πατέρας, άλλα και σαν καλή Μάνα. Για ΝΑ  νομίζουν  μάλιστα  και  αυτά  ότι  έχουν  δήθεν  γένια  και  να χαίρονται, τα μουτζούρωνε με κάπνα. Παρόλο που ήταν πολλά μικρά παιδιά στην Συνοδεία του, όχι μόνο δεν δημιουργούσαν δυσκολία στο αυστηρό Χατζή-Γεωργιάτικο τυπικό, άλλα αντιθέτως οι μικροί ξεπερνούσαν τους μεγάλους στην άσκηση. Εν όλω ήταν τριάντα αδελφοί. Είχαν φτάσει μέχρι πενήντα στο κελί του Αγίου Δημητρίου και Αγίου Μηνά. Μέσα στην Συνοδεία του, πάντα θα είχε έξι-επτά μικρούς από Μοναστήρια ή από άλλες Συνοδείες, μέχρι να βγάλουν τα πραγματικά γένια και τα πνευματικά φτερά κοντά στον Άγιο Γέροντα. Επειδή ήταν πολύ θερμή ή πνευματική ατμόσφαιρα του Χατζή-Γεώργη, διάχυτη η Χάρις του Θεού, και θερμαίνονταν οι Πατέρες πνευματικά, επόμενο ήταν να μην τους χρειάζονταν πολλές υλικές τροφές και θερμίδες. Η συνηθισμένη τους  τροφή  ήταν  ξηροί  καρποί  και  μέλι.  Αρτύσιμα  ποτέ  δεν έτρωγαν, ούτε και λαδερά. Το δε Πάσχα, αντί για αυγά, έβαζαν πατάτες και τις έβαφαν κόκκινες. Όλες τις Άγιες ήμερες, οι ΧατζήΓεωργιάτες τις χαίρονταν πνευματικά και όχι με καλά φαγητά. Ή Χάρις του Θεού τους δυνάμωνε και σωματικά και ήταν υγιέστατοι. Εάν καμιά φορά κρυολογούσε ένας αδελφός, θέρμαινε λίγο τον φούρνο  ο  Γέροντας  και  όταν  ταπεινωνόταν  η  θερμοκρασία, δοκίμαζε με το χέρι του, και τότε έμπαινε μέσα ο κρυολογημένος αδελφός και γινόταν καλά. Εάν πάλι τύχαινε να πάθει κάτι άλλο, τον  έβαζε  μπροστά  στο  προσκυνητάρι,  και  έκαναν  ολονύκτια προσευχή, παρακαλούσαν την Παναγία, και στο τέλος της Θείας Λειτουργίας έπαιρνε την Θεία Κοινωνία, αντί για φάρμακο, και γινόταν καλά. Εκτός εάν ήταν κανένα Γεροντάκι στα τελευταία του και υπέφερε, οπότε το έπαιρνε ο Χριστός κοντά Του, για να το ξεκουράσει πια αιώνια.

Είχε μεγάλη παρρησία στον Θεό ο άγιος Γέροντας, όπως και οι Πατέρες της Συνοδείας του, διότι είχαν γίνει σαν  Άγγελοι.  Φυσικά,  οι  περισσότεροι  ήταν  και  από  πριν Αγγελάκια,  πόσο  μάλλον  στην  συνέχεια  με  την  υπερφυσική άσκηση που  έκαναν!  Είχαν  εξαϋλωθεί  κατά  κάποιον  τρόπο  και πετούσαν ψηλά. Ό νους τους βρισκόταν πάντα στον Θεό. Είχε δε και άλλους υποτακτικούς ηλικιωμένους, περίπου εκατό, σε άλλα κελιά γύρω του, επειδή δυσκολεύονταν να προσαρμοστούν στο αυστηρό Χατζή-Γεωργιάτικο τυπικό, τους οποίους οικονομούσε και στα απαραίτητα, για να είναι αμέριμνοι και να κάνουν προσευχή για την σωτηρία τους και για την σωτηρία όλου του κόσμου. Από τους ηλικιωμένους αυτούς οι περισσότεροι ήταν Ρώσοι. Τελευταία, είχαν κοινοβιάσει και τρεις -τέσσερις, καλομαθημένοι, κινούμενοι από εγωισμό, για να θεωρούνται και αυτοί κατά κάποιο τρόπο γνήσια  τέκνα  του  Χατζή-Γεώργη.  Επηρέασαν  δε  και  μερικούς αδελφούς της Συνοδείας σιγά-σιγά, καθώς κι έναν λόγιο Μοναχό Θεοφάνη, Μολδαβό στην καταγωγή, και παραπονέθηκαν στην Ι.Μ. της  Λαύρας,  για να  αλλάξει  το  αυστηρό  τυπικό του  ο ΧατζήΓεώργης,  επειδή  αυτοί  οι  τρεις-τέσσερις  δεν  μπορούσαν  να προσαρμοστούν!
Ο άγιος Γέροντας υπήκουσε αμέσως στη Μονή, και έκτοτε κατέλυαν λάδι κάθε Σαββατοκύριακο και έβραζαν και λάχανα.
Κάποτε ένας μεγάλος αγριόχοιρος έμπαινε στον κήπο τους και τους κατάστρεφε τα λάχανα, και τα Καλογέρια το ανέφεραν στον Γέροντα. Εκείνος τους είπε να παρακολουθήσουν και μόλις τον ιδούν, να τον ειδοποιήσουν. Ένα βράδυ λοιπόν, την στιγμή που έσπαζε τον φράχτη το θηρίο για να μπει, έτρεξαν και το είπαν στον Γέροντα. Ό Χατζή-Γεώργη ς, μόλις το είδε, το σταύρωσε και εκείνο έμεινε ακίνητο επί τόπου. Το έπιασε μετά από το αυτί ο Γέροντας, και ο αγριόχοιρος τον ακολούθησε σαν αρνάκι μέχρι τον στάβλο, όπου και τον έκλεισε για κανόνα τρεις ώρες νηστικό. Μετά από τρεις ώρες, άνοιξε τον στάβλο, τον άφησε ελεύθερο και του είπε : «Ευλογημένο ζώο, δεν σου φτάνει ολόκληρος Άθωνας και έρχεσαι εδώ και καταστρέφεις αυτά τα λίγα λάχανα, με τα όποια περιμένουν τόσες ψυχές να τραφούν; Πήγαινε τώρα στο καλό και άλλη
Φορά μην ξανάρθεις, γιατί θα σου βάλω διπλό κανόνα». Πράγματι, από τότε δεν ξαναφάνηκε.
Φυσικά, αυτό δεν ήταν κάτι το σπουδαίο στην ώριμη πια πνευματική κατάσταση του  Γέροντα, αφού  είχε  κάνει και άλλα πολλά, πιο μεγάλα, και στην παιδική του ηλικία και ως δόκιμος Γαβριήλ.
Ένα δε παρόμοιο με αυτό που ανέφερα είχε συμβεί και στα Καυσοκαλύβια. Έμπαινε και εκεί στον κήπο τους ένας αγριόχοιρος και τους έκανε ζημιά. Ο Πάπα-Νεόφυτος έστειλε τον Γαβριήλ να τον πιάσει, να τον δέσει με το λουρί του και να τον φέρει, όπως και έγινε. Έδωσε τότε εντολή ο Γέροντας να τον ταΐσουν με ρίζες και χόρτα,  να  του  φτιάξουν  παχνί  στον  στάβλο,  και  είπε  στον αγριόχοιρο : «όποτε πεινάς, να έρχεσαι εδώ να σε ταΐζουν τα Καλογέρια και να μην καταστρέφεις τους κήπους των Πατέρων της περιοχής».  Ο  αγριόχοιρος  πια  ήταν  οικότροφος  και  όποτε πεινούσε, πήγαινε για συσσίτιο στο κελί τους. Άλλοτε πάλι, από την Κερασιά ο Γέροντας είχε πάει με τον υποτακτικό του Αβραάμ ψηλά  στον  Άθωνα  για  κάτι  χρειαζούμενα  ξύλα.  Αφού  έκοψαν αρκετά,  άπλωσε  το  σκοινί,  τα  στοίβαξε  και  λέει  στον  Πατέρα Αβραάμ να τα φορτωθεί. Εκείνος παραξενεύτηκε, γιατί ήταν πολλά -ούτε τέσσερα ζώα δεν θα μπορούσαν να τα μεταφέρουν -, άλλα πίστευε στην αγιότητα του Γέροντα του και κάθισε να τα φορτωθεί. Ο Χατζή-Γεώργης σταύρωσε το φορτίο και βοήθησε τον Αβραάμ να σηκωθεί. Έλεγε δε αργότερα ο ίδιος: «λες και είχα στην πλάτη μου  ένα ελαφρό πάπλωμα». Είχε  και το διορατικό χάρισμα ο Γέροντας, δηλαδή πνευματική τηλεόραση. Πολλές φορές, άφηνε ξαφνικά την δουλειά του και βγαίνοντας στον δρόμο πλησίαζε ανθρώπους που έρχονταν σε απόγνωση και τους παρηγορούσε και τους βοηθούσε να σωθούν. Στο πρόσωπο του Χατζή-Γεώργη έβλεπαν  οι  άνθρωποι  θεϊκή  λιακάδα  και  εύκολα  άνοιγαν  τις πονεμένες  τους  καρδιές  και  θεραπεύονταν.  Όλοι  μιλούσαν  με Θαυμασμό και    ευλάβεια   για   τον   Γέροντα.   Έλληνες   και Σλάβοι
Αγιορείτες τον παραδέχονταν για την ασκητικότητά του και την αγιότητα που σκορπούσε και ακτινοβολούσε στον Άθωνα.
Θεοφώτιστες  ήταν  οι  νουθεσίες  του  και  η  φιλοξενία  του Αβραμιαία! Διπλή τροφή προσέφερε στους επισκέπτας. Είχε και δυο Πνευματικούς στην Συνοδεία του για να εξομολογούν τους προσκυνητάς, τον Πάπα-Ισαάκ και τον Πάπα-Αντώνη.
Το  εργόχειρο  τους  ήταν  η  Αγιογραφία.  Ένας  από  τους σπουδαίους Αγιογράφους ήταν και ο ευλαβέστατος Ιερομόναχος Μηνάς.  Έκαναν  δε  και  άλλα  εργόχειρα,  άλλα  δεν  έπαυαν  να εργάζονται και νοερώς την αδιάλειπτη προσευχή. Όσους Πατέρες έβλεπε να αγαπούν περισσότερο από τους άλλους τις μετάνοιες και την προσευχή, τους απάλλασσε από τα διακονήματα και τους έλεγε να κάνουν συνέχεια προσευχή και μετάνοιες για όλο τον κόσμο, επειδή ο Άγιος Γέροντας ενδιαφερόταν και για την σωτηρία των ψυχών όλου του κόσμου.
Προσπαθούσε ακόμη να βαπτίσει και Τούρκους, όπως και βάπτισε  με  την  Χάρη  του  Θεοί.  Μεταξύ  αυτών  ήταν και  ένας Τμηματάρχης αγάς του Αγίου Όρους, τον όποιο βάπτισε μετά από πολλή προσευχή και νηστεία που έκανε ο Γέροντας, γιατί ο αγάς αυτοταλαντευόταν. Παρόλο που έκανε συνέχεια σκληρή άσκηση, εν τούτοις όμως ήταν υγιής και περπατούσε τόσο ελαφρά, θαρρείς και πετούσε. Τα μάτια του ήταν φωτεινά και πάντα ανοιχτά. Το πρόσωπό του  έλαμπε και είχε ένα γλυκό κοκκινωπό χρώμα. Ο λαιμός του έγερνε με το κεφάλι του σαν ψωμωμένο στάχυ. Είχε μέτριο ανάστημα, ήταν λεπτός και αποτελείτο σχεδόν από κοκάλα, νεύρα και δέρμα, γιατί τις σάρκες του τις θυσίασε με την άσκηση στον Θεό από φιλότιμο. Χαιρόταν στις αγρυπνίες και τρεφόταν απ’ αυτές πνευματικά. Όλοι ξεκουράζονται στο κρεβάτι, και ο ΧατζήΓεώργης ξεκουραζόταν στο στασίδι όρθιος. Το κελί του σχεδόν δεν τον έβλεπε, γιατί την νύχτα τον έβλεπε η Εκκλησία, και την ήμερα οι πονεμένοι άνθρωποι.
Οι υποτακτικοί του δεν τον κούραζαν, γιατί είχαν ωριμότητα πνευματική, παρόλο που ήταν και μικροί στην ηλικία. Με μια ματιά που  έριχνε  ο  Γέροντας  στα  Καλογερια,  πριν  του  πουν  τους λογισμούς τους, αυτός τους διάβαζε τους λογισμούς τους, καθώς και τις καρδιές τους, με το διορατικό του χάρισμα.
Κάποτε, είχε προβλέψει κι ένα ατύχημα που θα συνέβαινε στην  οικογένεια  του  Τσάρου  και  έγραψε  στον  Τσάρο  να  μην περάσει την τάδε ήμερα από την τάδε γέφυρα με το οικογενειακό του αμάξι. Ό Τσάρος, όταν διάβασε το γράμμα του  Γέροντα, χαμογέλασε και είπε : «ο Καλόγηρος θέλει καμία ευλογία, στείλε του μερικά ρούβλια». Μετά όμως από έξι μήνες, καθώς περνούσε με το αμάξι του, οικογενειακώς, ακριβώς από το σημείο και την ήμερα που του είχε προσδιορίσει ο Γέροντας, τουμπάρισε το αμάξι του, άλλα δεν έπαθαν τίποτα, γλίτωσαν όλοι εκ θαύματος! Τότε θυμήθηκε τα προφητικά λόγια του Χατζή-Γεώργη και κατάλαβε πώς σώθηκαν με τις ευχές του.
Έκτοτε ο Τσάρος τον είχε σε πολλή ευλάβεια και του έστελνε επίσημους ανθρώπους για να τον συμβουλεύονται. Επόμενο όμως ήταν να δημιουργήσει ζήλιες σε μερικούς Ρώσους Μονάχους το ότι πήγαιναν οι Ρώσοι στον Χατζή-Γεώργη, που ήταν Έλληνας, και δεν πήγαιναν να συμβουλευτούν αυτούς που ήταν Ρώσοι.
Έστελναν δε και ευλογίες στον Γέροντα πολλοί Ρώσοι που θεραπεύονταν με τις προσευχές του. Επειδή όμως ζούσε πολύ ασκητικά με την Συνοδεία του, τις έδινε και αυτός ευλογία στους άλλους συνασκητάς ή σε φτωχούς με αφθονία. Γι’ αυτό και είχε επικρατήσει να λένε : «δίνει σαν Χατζή-Γεώργης», όταν κανείς σκορπούσε ευλογίες με απλοχεριά στους φτωχούς.
Ο ίδιος ο Γέροντας ήταν μονοχίτων, μ’ ένα ζωστικό (αντερί) και ένα παντελόνι. Περπατούσε πάντα ξυπόλυτος και μόνο στον Ναό φορούσε κάτι χονδρές κάλτσες. Ο καλός Θεός όμως τον θέρμαινε με την πολλή αγάπη Του,  αφού και ο πιστός δούλος Του αγωνιζόταν φιλότιμα για την
Αγάπη του Χριστού. Αλλιώς δεν εξηγείται ανθρωπίνως, να ζει κανείς ψηλά στην Κερασιά, όπου κατεβάζει ο Άθωνας πολύ κρύο, και να περνάει χειμώνα σχεδόν γυμνός και με ελάχιστη λιτή τροφή!
Όσοι γνώρισαν τον Γέροντα τον ευλαβούνταν ως Άγιο, όπως φυσικά και ήταν Άγιος. Μάλιστα, πολλοί ευλαβείς προσκυνηταί Ρώσοι έπαιρναν φωτογραφίες του Χατζή-Γεώργη και τις πήγαιναν στους άρρωστους στην Ρωσία, οι οποίοι τις ασπάζονταν με πίστη και θεραπεύονταν. Οι φωτογραφίες του Χατζή-Γεώργη βρίσκονταν στα εικονοστάσια των Ρώσων μαζί με τις εικόνες των Άγιων. Και οι πονεμένοι άνθρωποι τον επικαλούνταν στις προσευχές τους και βοηθούσε ο Άγιος Γέροντας με την Χάρη του Θεού, όπως οι Άγιοι, ενώ βρισκόταν ακόμη στην Κερασιά του Άθωνος.
Όλα αυτά όμως τα Θαυμαστά σημεία, μαζί με την ευλάβεια των ανθρώπων, ακόμη και του Τσάρου, στο πρόσωπο του ΧατζήΓεώργη,  είχαν  δημιουργήσει,  όπως  ανέφερα,  μεγάλη  ζιλιά  με φθόνο  σε  ορισμένους  Ρώσους  Αγιορείτες.  Γι’  αυτό  τον συκοφάντησαν στους «Έλληνες Ότι δήθεν αγαπάει την Ρωσία και τον Τσάρο ο Χατζή-Γεώργης, ενώ  αυτοί αγαπούσαν τάχα την Ελλάδα…. Βρέθηκαν δυστυχώς τότε μερικοί καχύποπτοι Έλληνες και τα πίστεψαν, γιατί εκείνη την εποχή υπήρχαν ανθρώπινα μίση, επειδή υπήρχε και προπαγάνδα Ρωσική. Οι σχέσεις όμως του Αγίου Γέροντα με τους Ρώσους, ήταν καθαρά πνευματικές. Την ίδια εποχή είχε πέσει και ένας άλλος πειρασμός μεταξύ Ελλήνων κα ι Ρώσων στην Ι.Μ. Αγίου Παντελεήμονος, διχόνοια μεγάλη.
Είχαν  καλέσει  τον  Γέροντα  Χατζή-Γεώργη,  για  να  τους συμφιλιώσει, και  εκείνος πηγαινοερχόταν δυο μήνες και  έκανε προσευχή. Μετά είδε σε όραμα την Παναγία να μοιράζει εξ ίσου ευλογίες  στους  Έλληνες  και  στους  Ρώσους,  και   κατάλαβε  ο Γέροντας από το όραμα αυτό, ότι έπρεπε ν α μείνουν κα ι ο ι Έλληνες κα ι  ο ι Ρώσοι στο Μοναστήρι τού Αγίου Παντελεήμονος κα ι  να έχουν αγάπη. Ο ι σκανδαλοποιοί όμως που υπήρχαν στην Μονή του Αγίου
Παντελεήμονος και των δυο παρατάξεων, επειδή δεν τους συνέφερε η ειρήνη και η αγάπη, όχι μόνο δεν υπάκουσαν στην συμβουλή  του  Γέροντα  Χατζή-Γεώργη,  που  ήταν  επιθυμία  της Παναγίας, αλλά και συμφώνησαν να τον διώξουν από την Μονή για να συνεχίσουν τις προστριβές τους, όπως και έγινε.
Ο Γέροντας επέστρεψε στην Κερασιά, άλλα και εκεί είχε συνέχεια πόλεμο και από Ρώσους και από Έλληνες. Οι Ρώσοι που ζήλευαν,  επειδή  πήγαιναν  στον  Χατζή-Γεώργη,  τον  Έλληνα, επίσημοι  Ρώσοι  και  τον  συμβουλεύονταν,  συκοφαντούσαν  τον Χατζή-Γεώργη στους Έλληνες ότι είναι φιλορώσος ο Γέροντας. Ορισμένοι  δε  καχύποπτοι  Έλληνες,  επειδή  ήταν  ερεθισμένη  η κατάσταση τότε, τα πίστεψαν, όπως ανέφερα, και διέλυσαν την Αγγελική  Αδελφότητα  του  Χατζή-Γεώργη  από  την  Κερασιά. Άφησαν μόνο έναν Ιερομόναχο Μηνά και άλλους τρεις Μονάχους, Έλληνες, τον Γαβριήλ, Βικέντιο και Συμεών στον Άγιο Δημήτριο. Οι μεγάλοι Πατέρες σκόρπισαν σε διάφορα μέρη του Αγίου Όρους από  δυό-δυό  και  από  τρεις-τρεις.  Εδώ  στην  Κουτλουμουνιανή Σκήτη είχαν έρθει τρεις Πατέρες από την Συνοδεία του ΧατζήΓεώργη, ο Πατήρ Αβραάμ, ο Πατήρ Ισαάκ και ο Πατήρ Γεώργιος, ο οποίος πήγε στην πατρίδα του, την Ράχωβα της Βορείου Ηπείρου, και έφερε και δυο αδέρφια του κατά σάρκα στην Συνοδεία τους, τον Περικλή (Πατέρα Λουκά) και τον Γεράσιμο, και έγιναν Μοναχοί στην Καλύβη τους, στον Άγιο Γεράσιμο. Αργότερα προστέθηκε και ο Στόγιας Γεράσιμος, ο κοντοχωριανός τους, από το Πληκάτι της Κονίτσης, ο οποίος πολλά μου διηγήθηκε γύρω από την αγία ζωή του Παππού του Χατζή-Γεώργη. Πιο πάνω από τις Καρυές, όπου αρχίζει η Καψάλα, στο κελί του Αγίου Γεωργίου «Φανερωμένου», έμεναν άλλοι έξι Χατζή-Γεωργιάτες με Γέροντα τον μεγαλύτερο παραδελφό τους, τον ευλαβέστατο Πατέρα Ευλόγιο. Επίσης, κοντά στην Μονή Κουτλουμουσίου στο κελί «Άγιοι Θεόδωροι» ήταν άλλοι δύο.
Ό Γέροντας Χατζή-Γεώργης όμως είχε και την ευθύνη των μικρών. Πήγε στη πρώτη του μετάνοια, στην Ι.Μ. Γρηγορίου, και έκτισε ένα κελί του Άγιου Στεφάνου, ψηλά στο δάσος, και σύμμασε όλα τα μικρά Καλογέρια της Συνοδείας του, σαν καλός Πατέρας και σαν στοργική μάνα και τα προστάτευε. Επειδή όμως υπήρχαν πολλοί εργάτες κοσμικοί στο Γρηγοριάτικο δάσος, που ξύλευαν, ο Γέροντας  έλεγε  στους  μικρούς  (Μοναχούς),  όχι  μόνο  να  μην συζητάνε  με  κοσμικούς,  άλλα  και  να  τους  αποφεύγουν.  Όταν λοιπόν βρίσκονταν σε διακόνημα στην περιοχή τους και έβλεπαν κοσμικούς, τα μικρά Καλογέρια κρύβονταν στα κλαριά και έλεγαν την ευχή, μέχρι εκείνοι να απομακρυνθούν. Δυστυχώς όμως, αυτό το εκμεταλλεύτηκαν πάλι ορισμένοι… Και ξανά συκοφαντούν τον άγιο Γέροντα στη Μονή Γρηγορίου λέγοντας : «Ο Χατζή-Γεώργης έχει κι άλλους πολλούς Μοναχούς κρυμμένους στο βουνό, τους οποίους δεν έχει γραμμένους στη Μονή, και κρύβει τα σχέδια του…». Επόμενο ήταν να μπουν σε λογισμούς οι Γρηγοριάτες και να  τον  διώξουν  από  την  περιοχή  τους.  Ό  Γέροντας  τότε αναγκάστηκε να φιλοξενηθεί στον υποτακτικό του Πατέρα Ευλόγιο, στον Άγιο Γεώργιο «Φανερωμένο», και μετά πήρε το Ρώσικο κελί του Αγίου Στεφάνου στην Καψάλα.
Δεν  έπαψαν  όμως  και  από  εκεί,  δυστυχώς,  να  βάζουν σκάνδαλα οι άνθρωποι που τον ζήλευαν και τον φθονούσαν, μέχρι που  έπεισαν  και  την  Ιερά  Κοινότητα  του  Αγίου  Όρους  και υπέγραψαν την εξορία του Χατζή-Γεώργη, να διωχθεί δηλαδή από το Άγιο Όρος! «Η Ιερά Κοινότης δια πράξεως αυτής ληφθείσης τη 27η Οκτωβρίου του 1882 έτους εν τη ΝΒ’ συνεδρία αυτής, ίνα παραλίπωμεν τας προγενεστέρας, προέβη τη αιτήσει της Ιεράς Μονής του Ρωσικού εις την έξωσιν του Έλληνος Χατζή-Γεωργίου εκ του Ρωσικού Κελιού «Άγιος Στέφανος» ως μη συμμορφουμένου προς τα καθεστώτα του Ιερού ημών τόπου».
Έφθασε λοιπόν ο άνθρωπος του Θεού Πατήρ Γεώργιος στον τόπο της εξορίας του, στον Μαρμαρά, στην Κωνσταντινούπολη, πληγωμένος  και  αποχωρισμένος  πια  από  τα  πνευματικά  του παιδιά και από το Περιβόλι της Παναγίας, το Άγιο Όρος.
Ενώ πετούσε σαν Σταυραετός ψηλά στον Άθωνα, δυστυχώς όμως, μερικά ζωηρά παιδιά, όχι της Συνοδείας του, αλλά ξένα, συνέχεια του έσπαζαν τα φτερά και του χαλούσαν την φωλιά, μέχρι που τον φυγάδευσαν τον Χατζή-Γεώργη. «Το αγκωνάρι όμως, όπου κι αν πεταχτεί, πάλι για αγκωνάρι θα χρησιμοποιηθεί». Είχε βρει ένα ερημωμένο Μοναστήρι, κοντά στην Κωνσταντινούπολη, στον Μαρμαρά, του Αγίου Ερμολάου και Αγίου Παντελεήμονος, και εκεί συνέχισε πάλι την ασκητική ζωή του.
Η  παρουσία  του  Χατζή-Γεώργη  στην  Κωνσταντινούπολη, εκείνη την εποχή, ήταν βάλσαμο θεϊκό στις ψυχές των πονεμένων Χριστιανών, διότι υπέφεραν πολύ από τον βάρβαρο Σουλτάνο Αβδούλ-Χαμίτ κατά το 1883. Ό άγιος Γέροντας δεν σκορπούσε μόνο θεϊκή παρηγοριά στις πονεμένες ψυχές, άλλα και θεράπευε πονεμένα  σώματα  με  την  χάρη  του  Θεού  που  διέθετε,  έκανε Θαύματα! Ακόμη και η ζώνη του θαυματουργούσε! Άρρωστοι την φορούσαν  και  θεραπεύονταν,  γυναίκες  που  κινδύνευαν  στον τοκετό  ζητούσαν  την  ζώνη  του  αγίου  Γέροντα  και  μόλις  την ζώνονταν,  αμέσως  ελευθερώνονταν  και  δαιμονισμένοι απαλλάσσονταν από τα δαιμόνια.
Εκεί στον Μαρμαρά, τον είχε επισκεφθεί και ο υποτακτικός του, Πατήρ Συμεών, και ο Γέροντας του έδωσε μια ευλογία, για να επισκευάσει τα ερειπωμένα κελιά του Αγίου Δημητρίου και Αγίου Μηνά. Αυτό φυσικά ήταν στο τυπικό του Χατζή-Γεώργη, να δίνει ευλογίες τις ευλογίες που του έδιναν, και ο ίδιος να είναι πάντα πιο φτωχός από τους φτωχούς. Μ’ αυτόν όμως τον τρόπο, πλούτισε πνευματικά και έγινε Αρχοντόπουλο, δηλαδή παιδί του Θεού. Σε αυτό  φυσικά  βοήθησε  και  η  φιλότιμη  του  άσκηση,  την  οποία συνέχισε μέχρι τον τελευταίο χρόνο της ζωής του, τον όποιο
Πέρασε στο κρεβάτι. Του πονούσε πια όλο το σώμα του και περισσότερο τα πόδια του, και δεν μπορούσε να περπατήσει. Ενώ οι σωματικές του δυνάμεις τον άφησαν, αυτός όμως την άσκηση του δεν την άφηνε ούτε κι από το κρεβάτι. Ούτε και ο κόσμος ο πονεμένος τον άφηνε, γιατί υπήρχε μεγάλη ανάγκη κι έτρεχαν οι πονεμένοι  για  βοήθεια,  για  πνευματικές  συμβουλές.  Ο  άγιος γέροντας και από το κρεβάτι του πόνου, ενδιαφερόταν για τον πόνο των άλλων.
Πολύ του είχε συμπαρασταθεί του Γέροντα ο Ιερομόναχος Παρθένιος (Ρώσος) από την Κερασιά, ο οποίος είχε σωθεί από τον Χατζή-Γεώργη από βέβαιο θάνατο, και μετά έγινε υποτακτικός του και τον είχε σε ευλάβεια τον Γέροντα. Η όλη όμως συμπεριφορά του Ρώσου Ιερομόναχου Παρθενίου είχε ερεθίσει και αυτή πολύ την όλη εκείνη κατάσταση, για την εξορία του Χατζή-Γεώργη. Διότι ο Ιερομόναχος Παρθένιος, επειδή αγαπούσε λίγο την δόξα και ήθελε να αναδειχθεί, χρησιμοποιούσε το όνομα του Όσιου ΧατζήΓεώργη, σε όλες του τις ενέργειες, εκμεταλλευόμενος την Αγιότητα του Γέροντα, και δημιουργούσε προβλήματα. Αλλά όμως και τον αγαπούσε και παρέμεινε δίπλα του στα τελευταία της ζωής του.
Ο Άγιος Πατέρας, μέχρι την τελευταία στιγμή της ζωής του, είχε το νου του φωτεινό και συμβούλευε με Θεία διαύγεια. Μεταξύ των  άλλων  που  έρχονταν  για  βοήθεια  πνευματική,  τον επισκέφτηκαν στα τελευταία του και άνθρωποι που είχαν ανάγκη οικονομική,  γιατί  νόμιζαν  πώς  θα  είχε  στην  τράπεζα  πολλά χρήματα. Ο Χατζή-Γεώργη ς τότε από το κρεβάτι, δείχνοντας με το χέρι του τον Ουρανό, τους είπε : «Εκεί είναι η τράπεζα μου, εδώ δεν έχω χρήματα. Μόνο ένα χρέος έχω ακόμη». Εννοούσε να παραδώσει την ψυχή του στα χέρια του Θεού. Μετά ζήτησε και κοινώνησε και ανεπαύθει εν Κυρίω στις 17 Δεκεμβρίου του 1886 (παλαιό εορτολόγιο) και ετάφη στο Μπαλουκλή, στον Ναό της Ζωοδόχου Πηγής της Θεοτόκου, στον ίδιο τάφο που είχε
Θαφτή και ο αδελφός του Αναστάσιος, τρία χρόνια πριν από την κοίμηση του Γέροντα.
Εκείνες δε τις ήμερες στο Άγιον Όρος ήταν στο κρεβάτι και ο Πάπα-Νεόφυτος (κυρά του Πάπα-Νεοφύτου του Καραμανλή), ο παραδελφό του, που έμενε στα Κατουνάκια, στην Καλύβη της Κοιμήσεως της Θεοτόκου. Ενώ το Γεροντάκι ήταν στο κρεβάτι και κοίταζε ψηλά, ξαφνικά έγινε εκτός εαυτού κι έχασε τις αισθήσεις του! Σε λίγο, αφού συνήλθε, λέει:
-Τώρα  δα,  ήμουν  στην  Κωνσταντινούπολη,  ατού  ΧατζήΓεώργη.
-Και τι μας έφερες από εκεί; Τον ρώτησε ο υποτακτικός του Πάπα-Ιγνάτιος. -Να, σας έφερα κόλλυβα.
-Και τι σου είπε; συνέχισε να ρωτάει ο Πάπα-Ιγνάτιος. -Μου είπε, «σε τρεις ήμερες, θα έρθω για σένα», απάντησε ο Γέροντας κι έπαψε να μιλάει.
«Εμείς, έλεγε ο Πάπα-Ιγνάτιος, δεν δώσαμε σημασία στα λόγια του Γέροντα».
Αλλά  προς  έκπληξη  των  υποτακτικών  του  ο  ΠάπαΝεόφυτος, χωρίς να έχει καμία αρρώστια, εκτός από την γεροντική εξάντληση,  πράγματι,  μέσα  σε  τρεις  ήμερες,  δηλαδή  στις  20 Δεκεμβρίου 1886, παρέδωσε ειρηνικά και αυτός την ψυχή του, ενώ ο Χατζή-Γεώργης είχε φύγει στους Ουρανούς στις 17 Δεκεμβρίου 1886, ακριβώς την ήμερα και την ώρα πού είχε δει το όραμα ο Πάπα-Νεόφυτος. Με την εντολή του Παναγιότατου Πατριάρχου Ιωακείμ Γ’ έγινε επίσημη νεκρώσιμη ακολουθία από τον επίσκοπο Δυρραχίου Βησσαρίωνα και ολόκληρο τον κλήρο, και εκφωνήθηκε συγκινητικός  επικήδειος.  Συνόδευσε  τον  Άγιο  Γέροντα  ΧατζήΓεώργη  πολύ  πλήθος  λαού,  ανάμεσα  τους  υπήρχαν  παιδιά  – αγόρια  και  κορίτσια  –  μαθητές  του  Σχολείου,  τους  οποίους  ο μακαρίτης, όσο ζούσε, πολύ βοήθησε.
Όλοι πόνεσαν που έχασαν τον προστάτη τους, ακόμη και οι Τούρκοι, διότι και πολλοί από αυτούς είχαν ευεργετηθεί και
θεραπευθεί  από  διάφορες  αρρώστιες,  και  τον  είχαν  σε ευλάβεια. Τον αποκαλούσαν μάλιστα οι Τούρκοι «μπιζίμ μπαμπά» τον Χατζή-Γεώργη, δηλαδή «Πατέρα μας». Ό Χατζή-Γεώργης είχε πολλή  αγάπη  για  όλους,  άδολη.  Ήταν  πάντοτε  ειρηνικός, ανεξίκακος και συγχωρούσε. Είχε μεγάλη καρδιά, γι’ αυτό όλα και όλους τους χωρούσε, όπως ήταν. Είχε εξαϋλωθεί κατά κάποιον τρόπο. Ζώντας την Αγγελική ζωή, έγινε Άγγελος και πέταξε στους Ουρανούς, διότι δεν κρατούσε τίποτα, ούτε ψυχικά πάθη ούτε υλικά  πράγματα.  Όλα  τα  πετούσε,  γι’  αυτό  και  πέταξε  ψηλά. Επειδή  ο  άγιος  Γέροντας  είχε  ταλαιπωρηθεί  άδικα  από ανθρώπους, πιστεύω να αξιώθηκε διπλό Στεφάνι από τον Χριστό, του Οσίου και του Μάρτυρος. Αν και σε αυτήν την περίπτωση, όταν  δηλαδή  βασανίζεται  κανείς  από  Χριστιανούς,  είναι οδυνηρότερος ο πόνος, γιατί οι άνθρωποι του Θεού πονάνε πιο πολύ για την σκληρή συμπεριφορά των άλλων, που δεν αρμόζει σε  Χριστιανούς. Από τα λίγα λοιπόν που ανέφερα πιο πάνω, μπορεί  να  καταλάβει  κανείς  την  Αγιότητα  του  Οσίου  Πατρός Γεωργίου  (Χατζή-Γεώργη)!  Ο  Άγιος  Πατέρας  φυσικά, προσπαθούσε ΝΑ ζει στην αφάνεια, όπως συνήθως και οι Άγιοι Πατέρες της Εκκλησίας μας, γι’ αυτό αδικείται με τα λίγα αυτά που γνωρίζω και γράφω.
Δεν έχει σημασία που η Εκκλησία μας ακόμη δεν τον έχει ανακηρύξει Άγιο, για να του δώσει το φωτοστέφανο. Αυτό που έχει μεγάλη σημασία είναι η φωτεινή ζωή του Γέροντα, το απλό και άκακο σιωπηλό του παράδειγμα. Ήταν γεμάτος από αρετές και από δυνάμεις Θεϊκές, τις όποιες διέθετε μαζί με τον εαυτό του για να βοηθάει τους συνανθρώπους του.
Κήρυττε Χριστό και από μακριά. Έκανε θαύματα, έβλεπε οράματα θεϊκά, και είχε και το διορατικό χάρισμα. Πολλή χάρη Θεού, η οποία δεν τον πρόδωσε! Όταν έγινε ή εκταφή των Ιερών Λειψάνων του, άρρητη ευωδιά σκόρπισε από τα Άγια του Λείψανα
Ο Ιερομόναχος Παρθένιος έδωσε μερικά ευλογία σε Ρώσους ευλαβείς και τα επίλοιπα τα είχε τότε στο Χειλιανδαρινό κελί του, στον  Ευαγγελισμό  της  Θεοτόκου,  στις  Καρυές.  Εύχεστε  να βρεθούν  για  να  πάρουμε  και  εμείς  λίγη  ευλογία  από  τα  Άγια Λείψανα,  μια  που  δεν  ζούσαμε  στην  εποχή  του,  για  να ευλογηθούμε από τον ίδιο. Αμήν.
Όσιε του Θεού Γεώργιε, ρίξε ένα ευσπλαχνικό βλέμμα και σ’ εμένα τον ταλαίπωρο Παϊσιο.
«Άξιον Εστίν» τη 11η Ιουνίου 1983. Κουτλουμουσιανό κελί «Παναγούδα», Άγιον Όρος. Δόξα τω Θεώ.


Ο Άγιος Γέροντας είχε στον κόσμο πνευματικά τέκνα, τα οποία βοηθούσε και προστάτευε πνευματικά, όπως θα δούμε και από μία επιστολή του προς τον Μητροπολίτη της Χίου.
Ενώ ζούσαν στον κόσμο οι Πατέρες, εν τούτοις ζούσαν εκτός του  κόσμου,  ζώντας  το  αυστηρό  «Χατζή-Γεωργιάτικο»  τυπικό. Βοηθούσαν δε και με το καλό παράδειγμα τους τους Χριστιανούς να διατηρούν τις  Άγιες παραδόσεις  της Εκκλησίας  μας, με το αγωνιστικό τους πνεύμα. Φαίνεται ότι από εκείνη την εποχή, είχαν αρχίσει σιγά-σιγά να χαλαρώνουν πνευματικά οι άνθρωποι, και ο Χατζή-Γεώργης  αγωνιζόταν  να  διατηρήσει  το  Ορθόδοξο αγωνιστικό  πνεύμα  της  Εκκλησίας  μας.  Αυτό  θα  πρέπει  να προσέξουμε πιο πολύ εμείς στην εποχή μας, διότι εκτός από το πολύ χαλάρωμα πού παρουσιάζεται, έφθασαν δυστυχώς σε τέτοιο σημείο οι σημερινοί άνθρωποι, που κάνουν και νόμους ακόμη χαλαρούς και τους επιβάλλουν και  στους αγωνιζόμενους να τους εφαρμόσουν… Γι’ αυτό οι αγωνιζόμενοι όχι μόνο δεν πρέπει να επηρεάζονται από το κοσμικό πνεύμα, άλλα και να μη συγκρίνουν τον εαυτό τους με τους κοσμικούς και νομίζουν ότι είναι άγιοι και
Μετά χαλαρώνουν και καταλήγουν χειρότεροι κι από τους πιο κοσμικούς.
Όταν όμως συγκρίνουμε τον εαυτό μας με τους Αγίους, θα δούμε τα πάθη μας, θα ταπεινωθούμε και θα αγωνισθούμε πιο πολύ φιλότιμα, για να σωθούμε. Αμήν

 Γέροντος Παϊσίου, αββάς Γεώργιος ο Χατζηγιώργης ο Αθωνίτης

                              xatzigeorgis4.jpg


Ο Οσιότατος Πατήρ ημών Γεώργιος γεννήθηκε στην Κερμίρα της Καππαδοκίας το 1809. οι γονείς του ήταν πλούσιοι, όχι μόνο από αρετές, άλλα και από αγαθά του Θεού, τα οποία σκορπούσαν στους φτωχούς με την καρδιά τους.Ο πατέρας του ονομαζόταν Ιορδάνης και ήταν από την Κερμίρα, η δε μητέρα του λεγόταν Μαρία και ήταν από το Γκέλβερι (Καρβάλη, πατρίδα του Αγίου Γρηγορίου του Ναζιανζηνού).
Αφού απέκτησαν δυο παιδιά, τον Γαβριήλ (Χατζή-Γεώργη) και τον Αναστάσιο, μετά ζούσαν πιο πνευματικά και αγαπημένοι σαν αδέλφια (ζούσαν εν παρθενία). Ή μητέρα του, ή Μαρία, είχε ασκητικό πνεύμα από μικρή, διότι είχε αδελφή Μοναχή, Ασκήτρια, την οποία επισκεπτόταν και αργότερα με τα παιδιά της. Στον μικρό λοιπόν Γαβριήλ που άκουγε τις διάφορες διηγήσεις από την θεία τους για τους Ασκητάς, άναψε ή επιθυμία στην παιδική του καρδιά
να γίνει Μοναχός και προσπαθούσε να μιμηθεί τους Ασκητάς με αυστηρές νηστείες και προσευχές.
Ό πατέρας του, ο Ιορδάνης, ήταν ευλαβής και αυτός και ασχολείτο με το εμπόριο και τον περισσότερο καιρό τον περνούσε στα ταξίδια. Αυτό φυσικά έδινε την ευκαιρία στην Μαρία να ζει άπλα, να μη «μεριμνά και τυρβάζει περί πολλά», να παίρνει τον μικρό Γαβριήλ, επειδή είχε περισσότερη ευλάβεια, και να αγρυπνεί με άλλες γυναίκες πότε στις σπηλιές και πότε στα εξωκλήσια.
Μπορούμε δε να πούμε, ότι και το γάλα της ευλογημένης αυτής Μάνας, που θήλαζε ο Γαβριήλ, ήταν ασκητικό.
Όταν μεγάλωσε λίγο ο Γαβριήλ, πήγε στο σχολείο, άλλα δεν μπορούσε να μάθει γράμματα, ένα) ήταν πολύ έξυπνος. Φαίνεται ήταν οικονομία Θεού, για να μάθη με Θεϊκό τρόπο γράμματα το αγιασμένο αυτό παιδί, Τέσσερα ολόκληρα χρόνια παιδεύτηκε στο σχολείο ο μικρός Γαβριήλ και δεν κατόρθωσε ούτε να συλλαβίζει. Επειδή  τον  μάλωναν  οι  γονείς  του  και  ο  δάσκαλος,  εύρισκε ευκαιρία και έφευγε στις σπηλιές. Εκεί δε στην Κερμίρα ή Κερμίλ, ήταν ή σπηλιά με τα αποτυπώματα τού Αγίου Μεγαλομάρτυρος
Γεωργίου, όπου κατέφευγε πολλές φορές ο μικρός Γαβριήλ. Νήστευε   δε   πολύ   και   προσευχόταν,   κάνοντας   πολλές μετάνοιες εδαφιαίες,  και όταν  ένιωθε εξάντληση, έτρωγε χόρτα από  αυτά  που  φύτρωναν  στο  βουνό.  Κάποτε  μάλιστα  είχε απουσιάσει ένα μήνα, είχε έρθει σε επαφή   με  Ασκητάς  πού έμεναν  γύρω   στις  σπηλιές,   και ασκήτευε και αυτός κοντά τους σε μια σπηλιά. Τον βρήκαν μετά οι γονείς του και έκτοτε δεν τον μάλωναν πού δεν μπορούσε να μάθει γράμματα. μία μέρα, τού είπε ή μητέρα του με καλοσύνη:
-Γαβριήλ,    παιδί     μου,    πήγαινε     στην    Εκκλησία    και παρακάλεσε  την  Παναγία να  σε   βοηθήσει  να  μάθεις γράμματα.
Στην  ενορία  τους  υπήρχε  Θαυματουργός  Εικόνα  της Θεοτόκου. Ό μικρός Γαβριήλ, αφού έκανε τριήμερο νηστεία και πολλές μετάνοιες εδαφιαίες -με τις ώρες- , ξεκίνησε νύχτα για την Εκκλησία να προσευχηθεί για να μην τον ιδούν οι άνθρωποι.
Μόλις έφτασε στον Νάρθηκα, έπεσε στο κατώφλι τής θύρας τού Ναού και με ευλάβεια και με δάκρυα προσκύνησε Απ» έξω, διότι ή θύρα ήταν κλειστή. Ενώ παρακαλούσε την Παναγία, «Δώσε μου,  Βασίλισσα  τού  Ουρανού,  να  μάθω  γράμματα!»,  ξαφνικά άνοιξαν οι  πόρτες  τής  Εκκλησίας,  και μπήκε  ή Θεοτόκος,  και παίρνοντας τον μικρό από το χέρι, τον έφερε στην Εικόνα τού Χριστού και είπε : «Υιέ μου, δώσε στον μικρό Γαβριήλ να μάθη γράμματα». Κι όπως έλεγε αργότερα ο ίδιος : Μ’ αυτά τα λόγια μ’ ευλόγησε με το Χέρι της, μ’ ασπάστηκε και είπε : «Τώρα, έμαθες γράμματα».  Και  μετά  μπήκε  στην  βόρεια  πύλη  τού  Ιερού. Βλέποντας ο Γαβριήλ ότι δεν βγαίνει, πήγε εκεί. Έψαξε σε όλη την Εκκλησία, άλλα δεν μπόρεσε να την βρει! Ήλθε μετά ή ώρα τής ακολουθίας, έφτασε και ο νεωκόρος για να σημάνει και βλέπει τα πόρτες ανοιχτές και τον Γαβριήλ μέσα στον Ναό! Τα έχασε και ρώτησε με έκπληξη ! Πώς βρέθηκες εδώ;
Ό    Γαβριήλ   του   διηγήθηκε    με   λεπτομέρεια    όλα   όσα συνέβησαν. Ό νεωκόρος για να διαπιστώσει  την αλήθεια,  του έδωσε ένα βιβλίο να διαβάσει, και ο Γαβριήλ άρχισε να διαβάζει
ωραία και καθαρά. Τότε ο νεωκόρος του είπε : -Πράγματι, Εκείνη ή γυναίκα ήταν ή Παναγία! Μετά από αυτό το Θείο γεγονός, που έμαθε γράμματα με Θεϊκό τρόπο ο μικρός, οι γονείς του και όλοι οι συγγενείς του  τον  είχαν   σε  ευλάβεια.  Ό   Γαβριήλ  όμως  και πάλι πήγαινε  στις  σπηλιές  και  ασκήτευε,   μάζευε  δε  και  τους φίλους του και έκτιζαν μικρό Μοναστηράκι με Ναό και κελάκια, έχοντας  τον  Γαβριήλ  για  Ηγούμενο.  σε  ηλικία  δεκατεσσάρων χρόνων  ακολούθησε  και  αυτός  τους  συγγενείς  του  στην Κωνσταντινούπολη, γιατί είχαν μάθει ότι τούρκεψε ο θείος που έμενε εκεί. Καθώς περνούσα από ένα ερημικό τόπο, τού είπε ο λογισμός  ότι  θα  έβρισκε  εκεί  ερημίτες  να  τους  πει  να προσευχηθούν για τον θείο του πού  τούρκεψε.  Άφησε  λοιπόν τους συντρόφους του  και έψαχνε στο δάσος, άλλα δεν βρήκε κανένα ασκητή. Έχασε όμως     και     τους     συντρόφους     του και     λυπημένος παρακαλούσε τον Άγιο Γεώργιο να τον βοηθήσει. Ξαφνικά, του   παρουσιάζεται   ο  Άγιος   με   στολή   αξιωματικού, με φωτεινό πρόσωπο και τού λέει: -Στ’ αλήθεια έχασες τον δρόμο Γαβριήλ; -Ναι, τον έχασα, απάντησε ο μικρός.
-Έλα μαζί μου, τού είπε ο Άγιος Γεώργιος και τον πήρε στο άλογο του, πρόφθασε αμέσως τους συντρόφους του, οι οποίοι θαύμασαν και δόξασαν τον Θεό!
Μόλις έφτασαν στην Κωνσταντινούπολη, επισκέφτηκε μαζί με τους συγγενείς του τον θείο του, με πολύ πόνο. Ό θείος του είχε μεγάλη θέση στην αυλή τού Σουλτάνου Μαχμούτ Β’ (1808-1839). Κάποτε, επειδή είχε διατάξει να γίνουν διάφορα έργα στην πατρίδα του,  οι  Αρμένιοι  τον  φθόνησαν  και  τον  συκοφάντησαν  στους Τούρκους. για να αποφύγει δε τον θάνατο πού τον περίμενε, δυστυχώς  τούρκεψε.  Επόμενο  ήταν  να  του  έχει  μεγαλύτερη εμπιστοσύνη μετά ο Σουλτάνος.
Ενώ έφυγαν οι άλλοι για την πατρίδα τους, μετά από τις συμβουλές  τους  για  να  μετανοήσει  ο  θειος  του,  ο  Γαβριήλ παρέμεινε στην Κωνσταντινούπολη κοντά του και προσευχόταν πολύ. Έκανε δε σκληρούς αγώνες για να επιστρέψει ξανά στο χριστιανισμό, όχι μόνο ο θείος του, αλλά και ένας ιερέας μαζί με μερικούς άλλους, πού είχαν Τουρκέψει και εκείνοι από φόβο. οι θερμές προσευχές τού Γαβριήλ, με τις νηστείες και τις πολλές εδαφιαίες μετάνοιες, βοήθησαν για την θεία επέμβαση, και έγιναν καταρχάς κρυφοί χριστιανοί και αργότερα έφυγαν στην Σμύρνη. Και ο μεν θείος του έγινε νεωκόρος σ’ ένα ναό και αγωνιζόταν φιλότιμα  με  πολλή  μετάνοια  και  αναπαύτηκε  τη  Λαμπροφόρο ήμερα  της  Αναστάσεως.  Ό  δε  ιερέας  μαζί  με  τους  άλλους αγωνίστηκαν  και  αυτοί  φιλότιμα,  με  συντριβή,  και  μετάνοια αναπαύτηκαν, Χριστιανοί, στη Σμύρνη.
Το διάστημα των τεσσάρων ετών πού παρέμενε στην αυλή τού σουλτάνου ο Γαβριήλ, έπεσε στην αντίληψη του σουλτάνου ή ασκητική ζωή τού νεαρού Γαβριήλ, και θαύμαζε! Ένας νεαρός να μη συγκινείται καθόλου από τις ανθρώπινες δόξες και τις κοσμικές απολαύσεις! να αναπαύεται σε ένα σκοτεινό υπουργείο και να τρώει μία φορά την ήμερα από μία χούφτα βρεγμένο κριθάρι! Όλη τη νύχτα να προσεύχεται και να κάνει μετάνοιες, ώρες, συνέχεια! Απορούσε για όλα αυτά ο σουλτάνος και έλεγε στους αυλικούς του· «ποιος έμαθε σε αυτόν το νεαρό έτσι να νηστεύει και να προσεύχεται;». Ή άγια ζωή τού μικρού Γαβριήλ είχε αλλοιώσει και αυτόν τον Σουλτάνο ακόμη, και έγινε κρυφός χριστιανός.
Ό Γαβριήλ (ο μετέπειτα Χατζή-Γεώργης) έλεγε αργότερα τα έξης:  «Ό  Σουλτάνος  Μαχμούτ  αγαπούσε  κατόπιν  τους Χριστιανούς.  Ενώ  πριν  οι  Χριστιανοί  δεν  μπορούσαν  να επιδιορθώσουν ούτε ένα ερειπωμένο ναό, ούτε να κτίσουν εκ νέου, αυτός εξέδωσε μετά περί τα 2000 φιρμάνια προς ανέγερση νέων Ναών κ.λπ.
Δώρισε ακόμη και δυο μεγάλες εικόνες τού Αγίου Ιωάννου τού Προδρόμου, τον οποίο ευλαβείτο, και τού πατρός αυτού,
Του  Προφήτου  Ζαχαρίου,  καθώς  και  έναν  ασημένιο πολυέλαιο.  Έκτος  Απ»  αυτά,  έδειξε  μεγάλη  εύνοια  και  στο Πατριαρχείο Ιεροσολύμων, που χρωστούσε στους Εβραίους 36 χιλιάδες λίρες χρυσές. Ό σουλτάνος απαίτησε όλα τα έγγραφα αυτού τού χρέους και τα κατέστρεψε και διέταξε αυστηρά τους Εβραίους να μην απαιτήσουν στο έξης το χρέος αυτό από το πατριαρχείο Ιεροσολύμων. Άλλαξε δε και πολλά άλλα τουρκικά έθιμα και βοηθούσε πολύ τους χριστιανούς. Επόμενο ήταν να τον θανατώσουν οι Τούρκοι και να πουν ότι πέθανε».
Τον Γαβριήλ, λοιπόν, μετά από την παραμονή του στην Πόλη επί τέσσερα χρόνια και την επιστροφή των άλλων στο Χριστό, σε ηλικία  18  χρόνων,  τον  απασχολούσε  ποια  έντονα  ή  δίκη  του σωτηρία, και παρακαλούσε με δάκρυα την Παναγία, συνέχεια μέρα νύχτα, να τον βγάλει από την αυλή τού Σουλτάνου και να του δείξει οδών σωτηρίας.
Κάποτε, ενώ βρισκόταν στη Θεία λειτουργία, στο ναό τού Πατριαρχείου, μπροστά στην εικόνα τής Θεοτόκου, πού βρίσκεται πίσω  από  την  Πατριαρχική  ψηφιδωτή  καθέδρα,  με  δάκρυα παρακαλούσε την Παναγία να τον οδηγήσει. Όταν τελείωσε ή Θεία Λειτουργία,  αυτός  δεν  βγήκε  έξω  μαζί  με  τους  άλλους,  άλλα παρακαλούσε  και στη  συνέχεια  με πολλή πίστη  και απλότητα παιδική την Παναγία, να τον πληροφορήσει τι να κάνει. Για μία στιγμή, όπως  διηγείτο,  βλέπει τη Βασίλισσα  των Ουρανών να έρχεται Απ» την Εικόνα κοντά του, ντυμένη με ολόλαμπρη λευκή ενδυμασία και να τον ρωτά! – Τι θέλεις; – θέλω να σωθώ! Απάντησε ο Γαβριήλ. Ή Θεοτόκος τού λέει. –  πήγαινε  στην  εξωτερική  πύλη  τού  Φαναριού,  στην
αποβάθρα, όπου θα δεις ένα Μόναχο· με αυτόν να πάς στο Άγιον όρος.
Αφού είπα αυτά ή Παναγία, ξαναμπήκε στην εικόνα της. Ό Γαβριήλ μετά έτρεξε χαρούμενος προς την αποβάθρα και
είδε  ένα  σεβασμιότατο  Μοναχό,  αδύνατο,  με  άσπρη  μακριά γενειάδα. Ήταν ο Ηγούμενος της μονής Γρηγορίου, ο Γρηγόριος, από το Άγιον όρος. Ό Γαβριήλ πέφτει στα πόδια του και τον παρακαλεί να τον πάρει μαζί του στον Άθωνα. Άλλα ο Αγιορείτης Ηγούμενος του λέει:  από τους αγίους πατέρες και τις διατάξεις των Πατριαρχών απαγορεύεται να παίρνουμε στον Άθωνα, όχι μόνο παιδιά σαν εσένα, άλλα και αυτούς πού ακόμη δεν έχουν γένια. Έτσι είναι και μη μιλάς· στον Άθωνα δεν μπορείς να έρθεις προς το παρόν.
Όταν άκουσε την άρνηση του, πόνεσε πολύ ο Γαβριήλ και αναγκάστηκε τότε να του διηγηθεί πώς είδε την Παναγία και ότι αυτή του είπε να πει στον Ηγούμενο να τον πάρει στον Άθωνα. Άλλα ο Γέροντας, δυστυχώς, με κανένα τρόπο δεν ήθελε να δεχθεί
να τον πάρει στο Άγιον όρος, ούτε έδωσε καμία προσοχή στην εύνοια  τής  Κυρίας  Θεοτόκου,  ή  οποία  μπορεί  να  ενεργεί  και αντίθετα με τις ανθρώπινες διατάξεις, όσο καλές και αν φαίνονται.
Όλα αυτά έγιναν παρουσία του Καπετάνιου του πλοίου, ο οποίος τόνισε και είπε στον Γαβριήλ, να μπεις παιδί μου, κρυφά στο πλοίο και να φανερωθείς στο Γέροντα, όταν φθάσουμε στον Άθωνα. Από την Κωνσταντινούπολη ο Γαβριήλ έφυγε το 1828 και μετά από λίγες ήμερες έφθασε το πλοίο στη μονή του Γρηγορίου. Βγήκε και ο Γαβριήλ και έπεσε στα πόδια Ηγουμένου λέγοντας· «η Παναγία με έφερε στο Άγιον Όρος» και έτρεχαν δάκρυα από τα μάτια του. Ο ηγούμενος όμως και πάλι δεν ήθελε να τον πάρει στην Μονή· απέφευγε ακόμη και να τον βλέπει. Άλλα οι Πατέρες τής Μονής έκαμναν τον Ηγούμενο και τον δέχτηκε. Του έδωσαν αμέσως το διακόνημα του παραμάγειρα, και διακονούσε πρόθυμα και αγωνιζόταν φιλότιμα στα πνευματικά. Ήταν ακόμη αρχάριος, όταν έτυχε και ή Πανήγυρη τής Μονής, του Αγίου Νικολάου. Λόγω κακοκαιρίας όμως, δεν    μπόρεσαν    να    ψαρέψουν,    και    οι Πατέρες    ήταν στεναχωρημένοι που δεν θα είχαν ψάρια να φιλέψουν τους Πανηγυριώτες. Άλλ’ ο Γαβριήλ δεν στεναχωρέθηκε γι ‘αυτό, γιατί θεωρούσε πολύ απλό για τον Άγιο Νικόλαο να τα οικονομήσει.  Παρακάλεσε  λοιπόν  τον  Άγιο  Νικόλαο,  και πετάχτηκαν  θαυματουργικές  στον  Αρσανά  της  Μονής  αρκετά μεγάλα και καλά ψάρια, την παραμονή τής Εορτής. Οι αδελφοί τα ανέβασαν στη Μονή με χαρά, και τα ετοίμασαν δοξάζοντας τον Θεό.
Μετά από αυτό το Θείο γεγονός, ο Γαβριήλ έφυγε για τα Καυσοκαλύβια, για αν μην τον ευλαβούνται οι Πατέρες της Μονής. Είχε παραμείνει στη Μονή Γρηγορίου περίπου δυο μήνες. Εκεί, είχε μάθει Ότι είναι ένας έμπειρος Πνευματικός στην σκήτη των Καυσοκαλυβίων,  ο  Παπά-Νεόφυτος  «Καραμανλής», συμπατριώτης του, μεγάλος βιαστής και με πολλή χάρη Θεού. Πήγε λοιπόν και τον βρήκε στον Άγιο Γεώργιο στα Καυσοκαλύβια. Ο «Παπά-Νεόφυτος», μόλις είδε τον νεαρό Γαβριήλ, τον δέχτηκε με χαρά, γιατί έβλεπε την Χάρη του Θεού στο πρόσωπο τού νέου ζωγραφισμένη. Επειδή όμως ήταν πολύς Τούρκικος στρατός και στο Άγιον Όρος την εποχή εκείνη, λόγω τής Επαναστάσεως (18211830), τον άφησε τον Γαβριήλ στην σπηλιά τού Οσίου Νήφωνος, όπου  ασκήτευε  και  ο  ίδιος  τον  περισσότερο  καιρό,  για  να προφυλάξει τον νέο από τους βαρβάρους Τούρκους. Εκεί στην σπηλιά, αγωνίστηκε σκληρά, με φιλότιμο, τέσσερα χρόνια, χωρίς ΝΑ  βλέπει  άνθρωπο,  έκτος  από  τον  Γέροντα  του  πού  τον επισκεπτόταν και τον κοινωνούσε τα Άχραντα Μυστήρια. Όταν πια είχε ηλικιωθεί, είχε ελαττωθεί κάπως και ο Τούρκικος στρατός και επέστρεψε στη Σκήτη κοντά στον Γέροντα του, τον Παπά-Νεόφυτο, στην Καλύβη τού Αγίου Γεωργίου, όπου έμεναν και άλλοι εννέα παραδελφοί  του.  Ενώ  ήταν  ακόμη  δόκιμος  ο  Γαβριήλ,  όμως παρουσίαζε  σημεία  προχωρημένου  Μοναχού!  Ήταν  δηλαδή ασυρματιστής τού Θεού.
Κάποτε λοιπόν, Ενώ προσευχόταν, άκουσε την φωνή του Γέροντα του να τους λέει : «Καλογέρια μου, σώστε με!».
Έτρεξε αμέσως και το είπε στον μεγαλύτερο παραδελφό του, άλλα εκείνος δυστυχώς τον μάλωσε.
-Άντε   πήγαινε,   πλανεμένε,   κάνε   τον   κανόνα   σου (την ατομική προσευχή), πού άκουσες την φωνή του Γέροντα! Έκανε υπακοή ο Γαβριήλ και πήγε στο κελί του. Μόλις όμως, άρχισε την προσευχή του, ξανά ακούει τον Γέροντα πιο έντονα, με σπαρακτική φωνή να λέει: «Καλογέρια μου, σώστε με! Βρίσκομαι κοντά στον Σταυρό, που είναι στον Ζυγό, πριν την κερασιά και κινδυνεύω.  Βοηθείστε  με!».  Πηγαίνει  πάλι  ο  Γαβριήλ  στον παράδελφό του και του λέει: -Ό   Γέροντας   μας   κινδυνεύει   και βρίσκεται   ψηλά   στο Σταυρό.
Εκείνος όμως τον μάλωσε πιο πολύ αυτή τη φορά. -Τόσο πλανεμένος είσαι; Ακούς την φωνή του Γέροντα από το Σταυρό; (Απόσταση δυο ώρες με καλό καιρό). Τότε ο Γαβριήλ με πόνο τον παρακάλεσε.
-Κάνε Πάτερ μου, ένα κομποσχοίνι με σταυρούς και δώσε σοχή και θα δεις.
Μόλις  λοιπόν  άρχισε  και  εκείνος  να  κάνει  ένα  –  δυο ρούς, λέγοντας την ευχή, άκουσε την σπαρακτική φωνή του ντα τους. Αμέσως τύλιξαν βέργες με σχοινιά γύρω στα πόδια , για να μην βουλιάζουνε στα χιόνια, και ξεκίνησαν. Έκαναν που μισή μέρα για να ανέβουν στο σημείο που βρισκόταν ο ντας, γιατί είχε πολλά χιόνια. Αφού ένα μέτρο ήταν χαμηλά Καυσοκαλύβια, πόσο μάλλον ψηλά στον Σταυρό!
Ό Παπά-Νεόφυτος, όπως επέστρεφε από ταξίδι, χειμώνα και κακοκαιρία,  ανεβαίνοντας  από  την  Αγία  Άννα  προς  την ασιά, κοντά στον Σταυρό, είχε πια αποκάμει από την κούραση πως ήταν πολύ το χιόνι, ένα μπόι, βούλιαζε και δεν μπορούσε να βγει.
Όταν έφτασαν τα Καλογέρια του, τον βρήκαν σχεδόν νεκρό, αχωμένο  στα  χιόνια.  Τον  πήραν  αμέσως,  όπως  ήταν ασμένος, και τον μετέφεραν κατ’ αρχάς στην Κερασιά, για να λθει.  Άλλα  αυτό  που  έσωσε  τον  Γέροντα,  μου  λέει   ο σμός,   δεν   ήταν  η   ζέστη   και  τα  ζεστά  που   του σφεραν ανθρωπίνως, άλλα ή θερμή προσευχή του Γαβριήλ.
Αφού  έγινε  καλά  ο  Παπά-Νεόφυτος,  κατέβηκαν  στα Αφού  έγινε  καλά  ο  Παπά-Νεόφυτος,  κατέβηκαν  στα Καυσοκαλύβια,  στον  Άγιο  Γεώργιο,  και  μετά  από  λίγο  εκάρη Μοναχός ο Γαβριήλ, εκεί στην Καλύβη τους, και μετονομάστηκε Γεώργιος, και αργότερα από το προσκύνημα του στους Άγιους Τόπους πήρε το «Χατζή-Γεώργης».
Επειδή είχε αυξηθεί η συνοδεία του Παπά-Νεόφυτου στα Καυσοκαλύβια,  ανέβηκαν  στην  Κερασιά,  για  να  έχουν  και περισσότερη ησυχία. Κατ’ αρχάς παρέμειναν τέσσερα χρόνια στο Κελί των Αγίων Αποστόλων, μέχρι που ετοίμασαν το Μεγάλο Κελί του  Αγίου  Δημητρίου  και  Άγιου  Μηνά,  όπου  χωρούσε  όλη  ή Αδελφότητα. Εκεί στην Κερασιά ο Παπά-Νεόφυτος είχε δει όραμα και  έβαλε  το  αυστηρό  τυπικό  της  διαρκούς  νηστείας  και αδιάλειπτου προσευχής. Μετά άφησε τον Πατέρα Γεώργιο, τον Χατζή-Γεώργη, για Γέροντα, το 1848, και εκείνος πήρε κελί στις Καρυές,  Σιμωνοπετρίτικο,  του  Αγίου  Νικολάου,  για  να διευκολύνονται  οι  προσκυνηταί  και  να  βοηθάει  περισσότερες πονεμένες ψυχές, σαν χαρισματούχος Πνευματικός που ήταν.
Οι Πατέρες τής Συνοδείας του στην Κερασιά, ένιωθαν μεγάλη σιγουριά πνευματική και στον Χατζή-Γεώργη, γιατί είχε κάνει ο ίδιος υποτακτικός προηγούμενος και μπορούσε να καταλάβει τους υποτακτικούς. Χρησιμοποιούσε την κοπή του θελήματος με το Πατρικό πνεύμα, δηλαδή, να κόβει άλλοτε τον εγωισμό τον παιδικό και άλλοτε να φρενάρει τον ενθουσιασμό. Με άλλα λόγια, κλάδευε με διάκριση και δεν κουτσούρευε αδιάκριτα. Επειδή ο Γέροντας είχε αγιότητα, τα Καλογέρια του υποτάσσονταν από ευλάβεια και όχι από φόβο. Στον εαυτό του δε, ήταν πολύ σκληρός και συνέχεια αύξανε την άσκηση του. Έλεγε ο Γέροντας : «Όταν καταγίνεται κανείς  με  νηστεία  –  αγρυπνία-  προσευχή,  εξαντλούνται  οι σωματικές     δυνάμεις,     και     ή     σάρκα     στενάζει     και παραπονιέται στην δυσκολία και στον κόπο της ασκητικής ζωής.
Τότε είναι που πρέπει να γίνει κανείς πιο προσεκτικός και στον πόλεμο των λογισμών -γιατί τότε έρχονται στην μνήμη οι μέρες τής κοσμικής ζωής, για να μην εμποδιστεί στον δρόμο τής σωτηρίας  του  και  απολέσει  την  ψυχή  του».  Μετά  από πολύχρονους τέτοιους αγώνες, επόμενο ήταν να εξαντληθεί, αλλά και  να  εξαϋλωθεί.  Ενώ  του  πονούσαν  τα  πόδια  από  την ορθοστασία  κατά  την προσευχή,  και  ιδίως  τα  γόνατα  από  τις πολλές γονυκλισίες, και γενικά όλο το κορμί του από την άσκηση, ο Γέροντας συνέχιζε το αυστηρό του τυπικό και δεν έπαιρνε ποτέ φάρμακα. Έλεγε δε στους υποτακτικούς του και στους επισκέπτες : «Το καλύτερο φάρμακο είναι ή συχνή Μετάληψη των Άχραντων του  Χριστού  Μυστηρίων.  Ή  συχνή  Εξομολόγηση  και  ή  Θεία Μετάληψη είναι ή σπουδαιότερη και απαραίτητη προϋπόθεση για την επίγεια πνευματική αγαλλίαση και την Ουράνια ευφροσύνη». Και τους ανέφερε και το έξης παράδειγμα:
«Ένας Ερημίτης ρώτησε τον διάβολο. -Ποια είναι τα πιο φοβερά πράγματα στην ζωή σας; Απάντησε ο διάβολος. -Είναι φοβερά  και  ανυπόφορα  για  μάς.  -Ποια  είναι  αυτά;  Ρώτησε  ο Γέροντας.
– να ποια είναι. Το μυστήριο του Βαπτίσματος, με το οποίο χάνουμε  εντελώς  την  εξουσία  και  το  δικαίωμα  πάνω  σας.  Ό Σταυρός, ο οποίος μας βασανίζει, μας διώχνει και μας αφανίζει, και ιδίως ή Κοινωνία. Ή Κοινωνία, συνέχισε ο διάβολος, είναι πιο φοβερή για μας και από την γερνά του πυρός. Όχι μόνο δεν μπορούμε να πλησιάσουμε εκείνον που άξια έχει κοινωνήσει, αλλά φοβόμαστε και να τον αντικρίσουμε ακόμη. Άλλα όμως, όσο κι αν αυτά  είναι  θανάσιμα  για  μας,  εμείς  ευγνωμονούμε  τους ανθρώπους,  που  με  τις  απροσεξίες  τους  και  τις  αμαρτωλές συνήθειες τους, από μόνοι τους απομακρύνουν την ενέργεια των Μυστηρίων από τον εαυτό τους. Κι έτσι μόνοι τους μας δίνουν το δικαίωμα να κυριεύσουμε τις καρδιές τους». Με    την    διήγηση αυτή    ο    Χατζή-Γεώργης    έδινε    να Καταλάβουν   πιο ζωντανά,   πόσο   σπουδαία   είναι   στουςΧριστιανούς τα Άγια Μυστήρια. Για τον εαυτό του δε ο Γέροντας, για να υπομένει με χαρά τους   κόπους   και  τους   πόνους   της   ασκήσεως  για   την Σωτηρία τής ψυχής του, έφερνε πάντα στην μνήμη του το εξής περιστατικό που του είχε διηγηθεί ο Γέροντας του Παπά-Νεόφυτος. «Κάποτε,   ένας   άρρωστος   έχασε   την   υπομονή   του   και φώναζε προς τον Κύριο ζητώντας να τον απαλλάξει από τους φρικτούς    πόνους,  του    παρουσιάζεται   τότε    ένας Άγγελος και του λέει. Ό Πανάγαθος Θεός άκουσε την προσευχή σου και θα κάνει το αίτημα σου, με τον όρο όμως πως αντί ένα χρόνο ζωής με βάσανα στην γη, με τα οποία κάθε άνθρωπος, σαν τον χρυσό στην   φωτιά,   καθαρίζεται   από   την   αμαρτία,   θα δεχθείς να περάσεις τρεις ώρες στην κόλαση. Επειδή ή ψυχή σου χρειάζεται να καθαρισθεί με την δοκιμασία της αρρώστιας, θα έπρεπε να υποστείς  την  ασθένεια  άλλον  ένα  χρόνο.  Αυτό  σου  φαίνεται δύσκολο, σκέψου όμως και τι θα πει κόλαση, όπου πηγαίνουν όλοι οι αμαρτωλοί! Γι’ αυτό δοκίμασε, αν θέλεις, μόνο για τρεις ώρες και μετά,  με  τις  προσευχές  της  Αγίας  Εκκλησίας  θα  σωθείς.  Ό άρρωστος σκέφτηκε, «ένας χρόνος βάσανα στη γη είναι πολύ μακρύς! Καλύτερα να κάνω υπομονή τρεις ώρες παρά ένα χρόνο». Συμφωνώ  για  τρεις  ώρες  στην  κόλαση,  είπε  στον  Άγγελο.  Ό Άγγελος τότε, πήρε απαλά στα χέρια του την ψυχή του, την άφησε στην κόλαση και απομακρύνθηκε λέγοντας. Μετά τρεις ώρες θα επιστρέψω.  Το  παντοτινό  σκοτάδι  που  κυριαρχούσε  εκεί,  το στρίμωγμα, οι φωνές των κολασμένων που έφταναν στα αυτιά του και η άγρια όψη τους, όλα αυτά προξενούσαν στον δυστυχισμένο φοβερό  τρόμο  και  λύπη.  Παντού  έβλεπε  και  άκουγε  βάσανα. πουθενά    φωνή    χαράς    στην    απέραντη    άβυσσο    της κολάσεως.   Μόνο   τα   φλογισμένα   μάτια   των   δαιμόνων φαίνονταν μέσα στο σκοτάδι, έτοιμα να τον σπαράξουν. Άρχισε να τρέμει ο ταλαίπωρος και να φωνάζει, άλλα στις φωνές και τις κραυγές  του  απαντούσε  μόνο  η  άβυσσος.  Του  φαινόταν  πως ολόκληροι αιώνες βάσανα είχαν περάσει, και από  στιγμή  σε στιγμή  περίμενε να έρθει προς αυτόν  ο Άγγελος, άλλα αυτό δεν γινόταν. Τελικά,    απελπισμένος    πως    δεν    θα    έβλεπε ποτέ    τον Παράδεισο, άρχισε να βογγά και να κλαίει, άλλα κανείς δεν νοιαζόταν    γι’     αυτόν.     Οι    αμαρτωλοί    στην    κόλαση σκέφτονταν μόνο τον εαυτό τους, και χαίρονταν οι δαίμονες για τα βάσανα τους. Άλλα να, που η γλυκιά λάμψη του Αγγέλου φάνηκε στην  Άβυσσο.  Με  παραδεισένιο  χαμόγελο  στάθηκε  ο  άγγελος πάνω από τον βασανισμένο και ρώτησε. -Πως είσαι άνθρωπε; -δεν  πίστευα  ότι  και  στους  Αγγέλους  μπορούσε  να  υπάρχει Ψευδός! Ψιθύρισε με σβησμένη φωνή ο βασανισμένος. -Τι θα πει αυτό; Ρώτησε ο Άγγελος. -Πως τι θα πει; Συνέχισε ο ταλαίπωρος. Υποσχέθηκες να με πάρεις από εδώ μετά από τρεις ώρες, και από τότε, χρόνια, ολόκληροι αιώνες μου φαίνεται πώς πέρασαν με αφόρητα βάσανα. -Ευλογημένε,   τι   χρόνια,   τι   αιώνες   είπε έκπληκτος   ο Άγγελος. Μόνο μία ώρα έχει περάσει από τότε που έφυγα, και πρέπει να μείνεις εδώ ακόμη δυο ώρες. -Πώς;  δύο ώρες;  Ωχ!  Δεν   μπορώ να βαστάζω,  δεν  έχω δύναμη! Α ν είναι δυνατόν, κι αν είναι θέλημα κυρίου, σε ικετεύω, πάρε με από εδώ. Καλύτερα  στην  γη  να  υποφέρω  χρόνια,  μέχρι  την  ήμερα  της κρίσεως, μόνο βγάλε με από την κόλαση! Λυπήσου με! Φώναξε βογγώντας  ο  βασανισμένος,  υψώνοντας  τα  χέρια  προς  τον Άγγελο. -Καλά,    απάντησε    ο    Άγγελος.    Ο    καλός    Θεός σαν Φιλόστοργος Πατέρας θα σε ελεήσει.
Με αυτά τα λόγια ανοίγει τα μάτια του και βλέπει πως, όπως και πριν, βρισκόταν στο κρεβάτι της  αρρώστιας».  Με τέτοιους λογισμούς  ο  Γέροντας  έκανε  όλες  του  τις  αισθήσεις  να  είναι νεκρωμένες,  γιατί  το  ενδιαφέρον  της  σωτηρίας  της  ψυχής ταπεινώνει  το  σώμα  και  νεκρώνει  τα  πάθη.  Μετά  από  τέτοια υπερφυσική  άσκηση  που  έκανε  ο  Γέροντας  και  από  τέτοια υπομονή και καρτερία που έδειχνε στους φρικτούς πόνους και από τέτοιους ταπεινούς λογισμούς που έφερνε, ώστε να πιστεύει ότι ήταν πολύ αμαρτωλός και έπρεπε να καθαριστεί η ψυχή του με τους  πόνους  των  ασθενειών,  ενώ  ήταν  αγιασμένος  εκ  κοιλίας μητρός, επόμενο ήταν να του δοθεί άφθονη η Χάρις του Θεού, και να μην αρρωσταίνει ποτέ, σε όλη του την ζωή. Ο Πατήρ Γεώργιος πολύ λυπόταν, όταν κάποιος στα πρώτα βήμα της Καλογερικής, μόλις άρχισε τον αγώνα για την σωτηρία της ψυχής του, έχανε το θάρρος  του  και  κλονιζόταν,  και  μη  υπομένοντας  τους  αγώνες υπέκυπτε στον πειρασμό και εγκατέλειπε το Μοναχικό Σχήμα και τον Αγιασμένο Άθωνα, χωρίς να συναισθάνεται την σοβαρότητα των  υποσχέσεων  του  στον  Θεό.  Έλεγε  δε  πως  πρέπει  με ταπεινοφροσύνη και υποταγή να δεχόμαστε κάθε δοκιμασία και θλίψη που μας στέλνει ο Θεός, για να καθαριστεί εντελώς η ψυχή μας από τις εν γνώσει και αγνοία αμαρτίες.
Όσους  έβλεπε  ο  Γέροντας  να είναι  κυριευμένοι  από  την ακηδία, τους παρηγορούσε και πνευματικά τους νουθετούσε. Και σε  εκείνους  πού  δεν  ήθελαν  να  σηκώσουν  τον  Σταυρό  της Μοναχικής ζωής και ήθελαν να εγκαταλείψουν το Άγιων Όρος, ο Γέροντας διηγείτο το ακόλουθο γεγονός.
«Ένας Αθωνίτης, που είχε το διορατικό χάρισμα, έβλεπε όλα τα στίφη των δαιμόνων, από τα οποία το ένα ήταν σιχαμερότερο από  το  άλλο.  Ανάμεσα  όμως  σε  όλα,  ένα  φαίνονταν  τόσο σιχαμερό, πού αηδίαζε κανείς μόνο και να το βλέπει! Ο Ασκητής το κοίταζε και αναρωτιόταν από που να προερχόταν αυτή η φοβερή ασχήμια του.
-Γιατί μας κοιτάζεις τόσο παράξενα, Καλόγερε; Ρώτησε με σατανική ειρωνεία ένας δαίμονας. Όλοι αυτοί που βλέπεις είναι εκείνοι  που  πειράζουν  τους  Καλογήρους  και  με  κάθε  τρόπο προσπαθούν  να  τους  εμποδίσουν  στην  σωτηρία  τους, προξενώντας ακηδία με την σκέψη των συγγενών και της πατρίδας και βάζοντας λογισμούς να αφήσουν το Όρος και να γυρίσουν στον κόσμο. Αυτούς που φεύγουν από εκεί και πετάν τα ράσα, σε μένα πέφτει να τους κουβαλώ στους ώμους ως το καράβι, και αυτοί είναι που μου έφαγαν έτσι τον λαιμό και την πλάτη. Και αφού τους κουβαλήσω στο καράβι, ταξιδεύω και εγώ μαζί τους στον κόσμο! Ό Γέροντας σταυροκοπήθηκε και όλα χάθηκαν» Ό Χατζή-Γεώργης συμβούλευε ανάλογα τον καθένα, με διάκριση, και παρηγορούσε τις  ψυχές  και  βοηθούσε  με  τις  καρδιακές  του  προσευχές.  Το πρόσωπο  του  ακτινοβολούσε  από  την  αγία  του  ζωή  και σκορπούσε Θεία Χάρη στις πονεμένες ψυχές. Η φήμη του αγίου Γέροντα είχε φθάσει παντού, και έτρεχαν από παντού οι άνθρωποι για ΝΑ ωφεληθούν πνευματικά. Από το πρωί μέχρι το βράδυ, μάζευε τον πόνο των πονεμένων και θέρμαινε τις καρδιές τους με την  αγάπη  του  την  πνευματική,  που  έμοιαζε  με  ανοιξιάτικη λιακάδα. «Η καλή μέρα φαίνεται από το πρωί».
Έφυγε  από  την  πατρίδα  του  μικρό  παιδάκι, άφησε  τους γονείς του για την αγάπη του Χριστού, έβγαλε την αγάπη του απ’ την μικρή οικογένεια και έτσι απέκτησε Θεϊκή αγάπη, ώστε να νιώθει όλο τον κόσμο αδέρφια του, και έγινε παιδί της μεγάλης οικογένειας, του Αδάμ – του Θεού ! Δεν είχε σχέδια δικά του, γι’ αυτό  τον  πέρασε  ο  Θεός  στο  θείο  Του  σχέδιο,  τον  έκανε Πνευματικό Πατέρα. Επειδή είχε γνωρίσει την μεγάλη αξία του Αγγελικού  Σχήματος,  δεν  επιθύμησε  άλλα  αξιώματα.  Πολλοί ήθελαν να γίνουν υποτακτικοί του, και ιδίως ανήλικα παιδιά που δεν  τα  δέχονταν  στα  Μοναστήρια,  αλλά  ο  Χατζή-Γεώργιος  τα λυπόταν και τα κρατούσε, από ηλικίας δέκα πέντε χρόνων, και τα προστάτευε σαν στοργικός Πατέρας, άλλα και σαν καλή Μάνα. Για ΝΑ  νομίζουν  μάλιστα  και  αυτά  ότι  έχουν  δήθεν  γένια  και  να χαίρονται, τα μουτζούρωνε με κάπνα. Παρόλο που ήταν πολλά μικρά παιδιά στην Συνοδεία του, όχι μόνο δεν δημιουργούσαν δυσκολία στο αυστηρό Χατζή-Γεωργιάτικο τυπικό, άλλα αντιθέτως οι μικροί ξεπερνούσαν τους μεγάλους στην άσκηση. Εν όλω ήταν τριάντα αδελφοί. Είχαν φτάσει μέχρι πενήντα στο κελί του Αγίου Δημητρίου και Αγίου Μηνά. Μέσα στην Συνοδεία του, πάντα θα είχε έξι-επτά μικρούς από Μοναστήρια ή από άλλες Συνοδείες, μέχρι να βγάλουν τα πραγματικά γένια και τα πνευματικά φτερά κοντά στον Άγιο Γέροντα. Επειδή ήταν πολύ θερμή ή πνευματική ατμόσφαιρα του Χατζή-Γεώργη, διάχυτη η Χάρις του Θεού, και θερμαίνονταν οι Πατέρες πνευματικά, επόμενο ήταν να μην τους χρειάζονταν πολλές υλικές τροφές και θερμίδες. Η συνηθισμένη τους  τροφή  ήταν  ξηροί  καρποί  και  μέλι.  Αρτύσιμα  ποτέ  δεν έτρωγαν, ούτε και λαδερά. Το δε Πάσχα, αντί για αυγά, έβαζαν πατάτες και τις έβαφαν κόκκινες. Όλες τις Άγιες ήμερες, οι ΧατζήΓεωργιάτες τις χαίρονταν πνευματικά και όχι με καλά φαγητά. Ή Χάρις του Θεού τους δυνάμωνε και σωματικά και ήταν υγιέστατοι. Εάν καμιά φορά κρυολογούσε ένας αδελφός, θέρμαινε λίγο τον φούρνο  ο  Γέροντας  και  όταν  ταπεινωνόταν  η  θερμοκρασία, δοκίμαζε με το χέρι του, και τότε έμπαινε μέσα ο κρυολογημένος αδελφός και γινόταν καλά. Εάν πάλι τύχαινε να πάθει κάτι άλλο, τον  έβαζε  μπροστά  στο  προσκυνητάρι,  και  έκαναν  ολονύκτια προσευχή, παρακαλούσαν την Παναγία, και στο τέλος της Θείας Λειτουργίας έπαιρνε την Θεία Κοινωνία, αντί για φάρμακο, και γινόταν καλά. Εκτός εάν ήταν κανένα Γεροντάκι στα τελευταία του και υπέφερε, οπότε το έπαιρνε ο Χριστός κοντά Του, για να το ξεκουράσει πια αιώνια.

Είχε μεγάλη παρρησία στον Θεό ο άγιος Γέροντας, όπως και οι Πατέρες της Συνοδείας του, διότι είχαν γίνει σαν  Άγγελοι.  Φυσικά,  οι  περισσότεροι  ήταν  και  από  πριν Αγγελάκια,  πόσο  μάλλον  στην  συνέχεια  με  την  υπερφυσική άσκηση που  έκαναν!  Είχαν  εξαϋλωθεί  κατά  κάποιον  τρόπο  και πετούσαν ψηλά. Ό νους τους βρισκόταν πάντα στον Θεό. Είχε δε και άλλους υποτακτικούς ηλικιωμένους, περίπου εκατό, σε άλλα κελιά γύρω του, επειδή δυσκολεύονταν να προσαρμοστούν στο αυστηρό Χατζή-Γεωργιάτικο τυπικό, τους οποίους οικονομούσε και στα απαραίτητα, για να είναι αμέριμνοι και να κάνουν προσευχή για την σωτηρία τους και για την σωτηρία όλου του κόσμου. Από τους ηλικιωμένους αυτούς οι περισσότεροι ήταν Ρώσοι. Τελευταία, είχαν κοινοβιάσει και τρεις -τέσσερις, καλομαθημένοι, κινούμενοι από εγωισμό, για να θεωρούνται και αυτοί κατά κάποιο τρόπο γνήσια  τέκνα  του  Χατζή-Γεώργη.  Επηρέασαν  δε  και  μερικούς αδελφούς της Συνοδείας σιγά-σιγά, καθώς κι έναν λόγιο Μοναχό Θεοφάνη, Μολδαβό στην καταγωγή, και παραπονέθηκαν στην Ι.Μ. της  Λαύρας,  για να  αλλάξει  το  αυστηρό  τυπικό του  ο ΧατζήΓεώργης,  επειδή  αυτοί  οι  τρεις-τέσσερις  δεν  μπορούσαν  να προσαρμοστούν!
Ο άγιος Γέροντας υπήκουσε αμέσως στη Μονή, και έκτοτε κατέλυαν λάδι κάθε Σαββατοκύριακο και έβραζαν και λάχανα.
Κάποτε ένας μεγάλος αγριόχοιρος έμπαινε στον κήπο τους και τους κατάστρεφε τα λάχανα, και τα Καλογέρια το ανέφεραν στον Γέροντα. Εκείνος τους είπε να παρακολουθήσουν και μόλις τον ιδούν, να τον ειδοποιήσουν. Ένα βράδυ λοιπόν, την στιγμή που έσπαζε τον φράχτη το θηρίο για να μπει, έτρεξαν και το είπαν στον Γέροντα. Ό Χατζή-Γεώργη ς, μόλις το είδε, το σταύρωσε και εκείνο έμεινε ακίνητο επί τόπου. Το έπιασε μετά από το αυτί ο Γέροντας, και ο αγριόχοιρος τον ακολούθησε σαν αρνάκι μέχρι τον στάβλο, όπου και τον έκλεισε για κανόνα τρεις ώρες νηστικό. Μετά από τρεις ώρες, άνοιξε τον στάβλο, τον άφησε ελεύθερο και του είπε : «Ευλογημένο ζώο, δεν σου φτάνει ολόκληρος Άθωνας και έρχεσαι εδώ και καταστρέφεις αυτά τα λίγα λάχανα, με τα όποια περιμένουν τόσες ψυχές να τραφούν; Πήγαινε τώρα στο καλό και άλλη
Φορά μην ξανάρθεις, γιατί θα σου βάλω διπλό κανόνα». Πράγματι, από τότε δεν ξαναφάνηκε.
Φυσικά, αυτό δεν ήταν κάτι το σπουδαίο στην ώριμη πια πνευματική κατάσταση του  Γέροντα, αφού  είχε  κάνει και άλλα πολλά, πιο μεγάλα, και στην παιδική του ηλικία και ως δόκιμος Γαβριήλ.
Ένα δε παρόμοιο με αυτό που ανέφερα είχε συμβεί και στα Καυσοκαλύβια. Έμπαινε και εκεί στον κήπο τους ένας αγριόχοιρος και τους έκανε ζημιά. Ο Πάπα-Νεόφυτος έστειλε τον Γαβριήλ να τον πιάσει, να τον δέσει με το λουρί του και να τον φέρει, όπως και έγινε. Έδωσε τότε εντολή ο Γέροντας να τον ταΐσουν με ρίζες και χόρτα,  να  του  φτιάξουν  παχνί  στον  στάβλο,  και  είπε  στον αγριόχοιρο : «όποτε πεινάς, να έρχεσαι εδώ να σε ταΐζουν τα Καλογέρια και να μην καταστρέφεις τους κήπους των Πατέρων της περιοχής».  Ο  αγριόχοιρος  πια  ήταν  οικότροφος  και  όποτε πεινούσε, πήγαινε για συσσίτιο στο κελί τους. Άλλοτε πάλι, από την Κερασιά ο Γέροντας είχε πάει με τον υποτακτικό του Αβραάμ ψηλά  στον  Άθωνα  για  κάτι  χρειαζούμενα  ξύλα.  Αφού  έκοψαν αρκετά,  άπλωσε  το  σκοινί,  τα  στοίβαξε  και  λέει  στον  Πατέρα Αβραάμ να τα φορτωθεί. Εκείνος παραξενεύτηκε, γιατί ήταν πολλά -ούτε τέσσερα ζώα δεν θα μπορούσαν να τα μεταφέρουν -, άλλα πίστευε στην αγιότητα του Γέροντα του και κάθισε να τα φορτωθεί. Ο Χατζή-Γεώργης σταύρωσε το φορτίο και βοήθησε τον Αβραάμ να σηκωθεί. Έλεγε δε αργότερα ο ίδιος: «λες και είχα στην πλάτη μου  ένα ελαφρό πάπλωμα». Είχε  και το διορατικό χάρισμα ο Γέροντας, δηλαδή πνευματική τηλεόραση. Πολλές φορές, άφηνε ξαφνικά την δουλειά του και βγαίνοντας στον δρόμο πλησίαζε ανθρώπους που έρχονταν σε απόγνωση και τους παρηγορούσε και τους βοηθούσε να σωθούν. Στο πρόσωπο του Χατζή-Γεώργη έβλεπαν  οι  άνθρωποι  θεϊκή  λιακάδα  και  εύκολα  άνοιγαν  τις πονεμένες  τους  καρδιές  και  θεραπεύονταν.  Όλοι  μιλούσαν  με Θαυμασμό και    ευλάβεια   για   τον   Γέροντα.   Έλληνες   και Σλάβοι
Αγιορείτες τον παραδέχονταν για την ασκητικότητά του και την αγιότητα που σκορπούσε και ακτινοβολούσε στον Άθωνα.
Θεοφώτιστες  ήταν  οι  νουθεσίες  του  και  η  φιλοξενία  του Αβραμιαία! Διπλή τροφή προσέφερε στους επισκέπτας. Είχε και δυο Πνευματικούς στην Συνοδεία του για να εξομολογούν τους προσκυνητάς, τον Πάπα-Ισαάκ και τον Πάπα-Αντώνη.
Το  εργόχειρο  τους  ήταν  η  Αγιογραφία.  Ένας  από  τους σπουδαίους Αγιογράφους ήταν και ο ευλαβέστατος Ιερομόναχος Μηνάς.  Έκαναν  δε  και  άλλα  εργόχειρα,  άλλα  δεν  έπαυαν  να εργάζονται και νοερώς την αδιάλειπτη προσευχή. Όσους Πατέρες έβλεπε να αγαπούν περισσότερο από τους άλλους τις μετάνοιες και την προσευχή, τους απάλλασσε από τα διακονήματα και τους έλεγε να κάνουν συνέχεια προσευχή και μετάνοιες για όλο τον κόσμο, επειδή ο Άγιος Γέροντας ενδιαφερόταν και για την σωτηρία των ψυχών όλου του κόσμου.
Προσπαθούσε ακόμη να βαπτίσει και Τούρκους, όπως και βάπτισε  με  την  Χάρη  του  Θεοί.  Μεταξύ  αυτών  ήταν και  ένας Τμηματάρχης αγάς του Αγίου Όρους, τον όποιο βάπτισε μετά από πολλή προσευχή και νηστεία που έκανε ο Γέροντας, γιατί ο αγάς αυτοταλαντευόταν. Παρόλο που έκανε συνέχεια σκληρή άσκηση, εν τούτοις όμως ήταν υγιής και περπατούσε τόσο ελαφρά, θαρρείς και πετούσε. Τα μάτια του ήταν φωτεινά και πάντα ανοιχτά. Το πρόσωπό του  έλαμπε και είχε ένα γλυκό κοκκινωπό χρώμα. Ο λαιμός του έγερνε με το κεφάλι του σαν ψωμωμένο στάχυ. Είχε μέτριο ανάστημα, ήταν λεπτός και αποτελείτο σχεδόν από κοκάλα, νεύρα και δέρμα, γιατί τις σάρκες του τις θυσίασε με την άσκηση στον Θεό από φιλότιμο. Χαιρόταν στις αγρυπνίες και τρεφόταν απ’ αυτές πνευματικά. Όλοι ξεκουράζονται στο κρεβάτι, και ο ΧατζήΓεώργης ξεκουραζόταν στο στασίδι όρθιος. Το κελί του σχεδόν δεν τον έβλεπε, γιατί την νύχτα τον έβλεπε η Εκκλησία, και την ήμερα οι πονεμένοι άνθρωποι.
Οι υποτακτικοί του δεν τον κούραζαν, γιατί είχαν ωριμότητα πνευματική, παρόλο που ήταν και μικροί στην ηλικία. Με μια ματιά που  έριχνε  ο  Γέροντας  στα  Καλογερια,  πριν  του  πουν  τους λογισμούς τους, αυτός τους διάβαζε τους λογισμούς τους, καθώς και τις καρδιές τους, με το διορατικό του χάρισμα.
Κάποτε, είχε προβλέψει κι ένα ατύχημα που θα συνέβαινε στην  οικογένεια  του  Τσάρου  και  έγραψε  στον  Τσάρο  να  μην περάσει την τάδε ήμερα από την τάδε γέφυρα με το οικογενειακό του αμάξι. Ό Τσάρος, όταν διάβασε το γράμμα του  Γέροντα, χαμογέλασε και είπε : «ο Καλόγηρος θέλει καμία ευλογία, στείλε του μερικά ρούβλια». Μετά όμως από έξι μήνες, καθώς περνούσε με το αμάξι του, οικογενειακώς, ακριβώς από το σημείο και την ήμερα που του είχε προσδιορίσει ο Γέροντας, τουμπάρισε το αμάξι του, άλλα δεν έπαθαν τίποτα, γλίτωσαν όλοι εκ θαύματος! Τότε θυμήθηκε τα προφητικά λόγια του Χατζή-Γεώργη και κατάλαβε πώς σώθηκαν με τις ευχές του.
Έκτοτε ο Τσάρος τον είχε σε πολλή ευλάβεια και του έστελνε επίσημους ανθρώπους για να τον συμβουλεύονται. Επόμενο όμως ήταν να δημιουργήσει ζήλιες σε μερικούς Ρώσους Μονάχους το ότι πήγαιναν οι Ρώσοι στον Χατζή-Γεώργη, που ήταν Έλληνας, και δεν πήγαιναν να συμβουλευτούν αυτούς που ήταν Ρώσοι.
Έστελναν δε και ευλογίες στον Γέροντα πολλοί Ρώσοι που θεραπεύονταν με τις προσευχές του. Επειδή όμως ζούσε πολύ ασκητικά με την Συνοδεία του, τις έδινε και αυτός ευλογία στους άλλους συνασκητάς ή σε φτωχούς με αφθονία. Γι’ αυτό και είχε επικρατήσει να λένε : «δίνει σαν Χατζή-Γεώργης», όταν κανείς σκορπούσε ευλογίες με απλοχεριά στους φτωχούς.
Ο ίδιος ο Γέροντας ήταν μονοχίτων, μ’ ένα ζωστικό (αντερί) και ένα παντελόνι. Περπατούσε πάντα ξυπόλυτος και μόνο στον Ναό φορούσε κάτι χονδρές κάλτσες. Ο καλός Θεός όμως τον θέρμαινε με την πολλή αγάπη Του,  αφού και ο πιστός δούλος Του αγωνιζόταν φιλότιμα για την
Αγάπη του Χριστού. Αλλιώς δεν εξηγείται ανθρωπίνως, να ζει κανείς ψηλά στην Κερασιά, όπου κατεβάζει ο Άθωνας πολύ κρύο, και να περνάει χειμώνα σχεδόν γυμνός και με ελάχιστη λιτή τροφή!
Όσοι γνώρισαν τον Γέροντα τον ευλαβούνταν ως Άγιο, όπως φυσικά και ήταν Άγιος. Μάλιστα, πολλοί ευλαβείς προσκυνηταί Ρώσοι έπαιρναν φωτογραφίες του Χατζή-Γεώργη και τις πήγαιναν στους άρρωστους στην Ρωσία, οι οποίοι τις ασπάζονταν με πίστη και θεραπεύονταν. Οι φωτογραφίες του Χατζή-Γεώργη βρίσκονταν στα εικονοστάσια των Ρώσων μαζί με τις εικόνες των Άγιων. Και οι πονεμένοι άνθρωποι τον επικαλούνταν στις προσευχές τους και βοηθούσε ο Άγιος Γέροντας με την Χάρη του Θεού, όπως οι Άγιοι, ενώ βρισκόταν ακόμη στην Κερασιά του Άθωνος.
Όλα αυτά όμως τα Θαυμαστά σημεία, μαζί με την ευλάβεια των ανθρώπων, ακόμη και του Τσάρου, στο πρόσωπο του ΧατζήΓεώργη,  είχαν  δημιουργήσει,  όπως  ανέφερα,  μεγάλη  ζιλιά  με φθόνο  σε  ορισμένους  Ρώσους  Αγιορείτες.  Γι’  αυτό  τον συκοφάντησαν στους «Έλληνες Ότι δήθεν αγαπάει την Ρωσία και τον Τσάρο ο Χατζή-Γεώργης, ενώ  αυτοί αγαπούσαν τάχα την Ελλάδα…. Βρέθηκαν δυστυχώς τότε μερικοί καχύποπτοι Έλληνες και τα πίστεψαν, γιατί εκείνη την εποχή υπήρχαν ανθρώπινα μίση, επειδή υπήρχε και προπαγάνδα Ρωσική. Οι σχέσεις όμως του Αγίου Γέροντα με τους Ρώσους, ήταν καθαρά πνευματικές. Την ίδια εποχή είχε πέσει και ένας άλλος πειρασμός μεταξύ Ελλήνων κα ι Ρώσων στην Ι.Μ. Αγίου Παντελεήμονος, διχόνοια μεγάλη.
Είχαν  καλέσει  τον  Γέροντα  Χατζή-Γεώργη,  για  να  τους συμφιλιώσει, και  εκείνος πηγαινοερχόταν δυο μήνες και  έκανε προσευχή. Μετά είδε σε όραμα την Παναγία να μοιράζει εξ ίσου ευλογίες  στους  Έλληνες  και  στους  Ρώσους,  και   κατάλαβε  ο Γέροντας από το όραμα αυτό, ότι έπρεπε ν α μείνουν κα ι ο ι Έλληνες κα ι  ο ι Ρώσοι στο Μοναστήρι τού Αγίου Παντελεήμονος κα ι  να έχουν αγάπη. Ο ι σκανδαλοποιοί όμως που υπήρχαν στην Μονή του Αγίου
Παντελεήμονος και των δυο παρατάξεων, επειδή δεν τους συνέφερε η ειρήνη και η αγάπη, όχι μόνο δεν υπάκουσαν στην συμβουλή  του  Γέροντα  Χατζή-Γεώργη,  που  ήταν  επιθυμία  της Παναγίας, αλλά και συμφώνησαν να τον διώξουν από την Μονή για να συνεχίσουν τις προστριβές τους, όπως και έγινε.
Ο Γέροντας επέστρεψε στην Κερασιά, άλλα και εκεί είχε συνέχεια πόλεμο και από Ρώσους και από Έλληνες. Οι Ρώσοι που ζήλευαν,  επειδή  πήγαιναν  στον  Χατζή-Γεώργη,  τον  Έλληνα, επίσημοι  Ρώσοι  και  τον  συμβουλεύονταν,  συκοφαντούσαν  τον Χατζή-Γεώργη στους Έλληνες ότι είναι φιλορώσος ο Γέροντας. Ορισμένοι  δε  καχύποπτοι  Έλληνες,  επειδή  ήταν  ερεθισμένη  η κατάσταση τότε, τα πίστεψαν, όπως ανέφερα, και διέλυσαν την Αγγελική  Αδελφότητα  του  Χατζή-Γεώργη  από  την  Κερασιά. Άφησαν μόνο έναν Ιερομόναχο Μηνά και άλλους τρεις Μονάχους, Έλληνες, τον Γαβριήλ, Βικέντιο και Συμεών στον Άγιο Δημήτριο. Οι μεγάλοι Πατέρες σκόρπισαν σε διάφορα μέρη του Αγίου Όρους από  δυό-δυό  και  από  τρεις-τρεις.  Εδώ  στην  Κουτλουμουνιανή Σκήτη είχαν έρθει τρεις Πατέρες από την Συνοδεία του ΧατζήΓεώργη, ο Πατήρ Αβραάμ, ο Πατήρ Ισαάκ και ο Πατήρ Γεώργιος, ο οποίος πήγε στην πατρίδα του, την Ράχωβα της Βορείου Ηπείρου, και έφερε και δυο αδέρφια του κατά σάρκα στην Συνοδεία τους, τον Περικλή (Πατέρα Λουκά) και τον Γεράσιμο, και έγιναν Μοναχοί στην Καλύβη τους, στον Άγιο Γεράσιμο. Αργότερα προστέθηκε και ο Στόγιας Γεράσιμος, ο κοντοχωριανός τους, από το Πληκάτι της Κονίτσης, ο οποίος πολλά μου διηγήθηκε γύρω από την αγία ζωή του Παππού του Χατζή-Γεώργη. Πιο πάνω από τις Καρυές, όπου αρχίζει η Καψάλα, στο κελί του Αγίου Γεωργίου «Φανερωμένου», έμεναν άλλοι έξι Χατζή-Γεωργιάτες με Γέροντα τον μεγαλύτερο παραδελφό τους, τον ευλαβέστατο Πατέρα Ευλόγιο. Επίσης, κοντά στην Μονή Κουτλουμουσίου στο κελί «Άγιοι Θεόδωροι» ήταν άλλοι δύο.
Ό Γέροντας Χατζή-Γεώργης όμως είχε και την ευθύνη των μικρών. Πήγε στη πρώτη του μετάνοια, στην Ι.Μ. Γρηγορίου, και έκτισε ένα κελί του Άγιου Στεφάνου, ψηλά στο δάσος, και σύμμασε όλα τα μικρά Καλογέρια της Συνοδείας του, σαν καλός Πατέρας και σαν στοργική μάνα και τα προστάτευε. Επειδή όμως υπήρχαν πολλοί εργάτες κοσμικοί στο Γρηγοριάτικο δάσος, που ξύλευαν, ο Γέροντας  έλεγε  στους  μικρούς  (Μοναχούς),  όχι  μόνο  να  μην συζητάνε  με  κοσμικούς,  άλλα  και  να  τους  αποφεύγουν.  Όταν λοιπόν βρίσκονταν σε διακόνημα στην περιοχή τους και έβλεπαν κοσμικούς, τα μικρά Καλογέρια κρύβονταν στα κλαριά και έλεγαν την ευχή, μέχρι εκείνοι να απομακρυνθούν. Δυστυχώς όμως, αυτό το εκμεταλλεύτηκαν πάλι ορισμένοι… Και ξανά συκοφαντούν τον άγιο Γέροντα στη Μονή Γρηγορίου λέγοντας : «Ο Χατζή-Γεώργης έχει κι άλλους πολλούς Μοναχούς κρυμμένους στο βουνό, τους οποίους δεν έχει γραμμένους στη Μονή, και κρύβει τα σχέδια του…». Επόμενο ήταν να μπουν σε λογισμούς οι Γρηγοριάτες και να  τον  διώξουν  από  την  περιοχή  τους.  Ό  Γέροντας  τότε αναγκάστηκε να φιλοξενηθεί στον υποτακτικό του Πατέρα Ευλόγιο, στον Άγιο Γεώργιο «Φανερωμένο», και μετά πήρε το Ρώσικο κελί του Αγίου Στεφάνου στην Καψάλα.
Δεν  έπαψαν  όμως  και  από  εκεί,  δυστυχώς,  να  βάζουν σκάνδαλα οι άνθρωποι που τον ζήλευαν και τον φθονούσαν, μέχρι που  έπεισαν  και  την  Ιερά  Κοινότητα  του  Αγίου  Όρους  και υπέγραψαν την εξορία του Χατζή-Γεώργη, να διωχθεί δηλαδή από το Άγιο Όρος! «Η Ιερά Κοινότης δια πράξεως αυτής ληφθείσης τη 27η Οκτωβρίου του 1882 έτους εν τη ΝΒ’ συνεδρία αυτής, ίνα παραλίπωμεν τας προγενεστέρας, προέβη τη αιτήσει της Ιεράς Μονής του Ρωσικού εις την έξωσιν του Έλληνος Χατζή-Γεωργίου εκ του Ρωσικού Κελιού «Άγιος Στέφανος» ως μη συμμορφουμένου προς τα καθεστώτα του Ιερού ημών τόπου».
Έφθασε λοιπόν ο άνθρωπος του Θεού Πατήρ Γεώργιος στον τόπο της εξορίας του, στον Μαρμαρά, στην Κωνσταντινούπολη, πληγωμένος  και  αποχωρισμένος  πια  από  τα  πνευματικά  του παιδιά και από το Περιβόλι της Παναγίας, το Άγιο Όρος.
Ενώ πετούσε σαν Σταυραετός ψηλά στον Άθωνα, δυστυχώς όμως, μερικά ζωηρά παιδιά, όχι της Συνοδείας του, αλλά ξένα, συνέχεια του έσπαζαν τα φτερά και του χαλούσαν την φωλιά, μέχρι που τον φυγάδευσαν τον Χατζή-Γεώργη. «Το αγκωνάρι όμως, όπου κι αν πεταχτεί, πάλι για αγκωνάρι θα χρησιμοποιηθεί». Είχε βρει ένα ερημωμένο Μοναστήρι, κοντά στην Κωνσταντινούπολη, στον Μαρμαρά, του Αγίου Ερμολάου και Αγίου Παντελεήμονος, και εκεί συνέχισε πάλι την ασκητική ζωή του.
Η  παρουσία  του  Χατζή-Γεώργη  στην  Κωνσταντινούπολη, εκείνη την εποχή, ήταν βάλσαμο θεϊκό στις ψυχές των πονεμένων Χριστιανών, διότι υπέφεραν πολύ από τον βάρβαρο Σουλτάνο Αβδούλ-Χαμίτ κατά το 1883. Ό άγιος Γέροντας δεν σκορπούσε μόνο θεϊκή παρηγοριά στις πονεμένες ψυχές, άλλα και θεράπευε πονεμένα  σώματα  με  την  χάρη  του  Θεού  που  διέθετε,  έκανε Θαύματα! Ακόμη και η ζώνη του θαυματουργούσε! Άρρωστοι την φορούσαν  και  θεραπεύονταν,  γυναίκες  που  κινδύνευαν  στον τοκετό  ζητούσαν  την  ζώνη  του  αγίου  Γέροντα  και  μόλις  την ζώνονταν,  αμέσως  ελευθερώνονταν  και  δαιμονισμένοι απαλλάσσονταν από τα δαιμόνια.
Εκεί στον Μαρμαρά, τον είχε επισκεφθεί και ο υποτακτικός του, Πατήρ Συμεών, και ο Γέροντας του έδωσε μια ευλογία, για να επισκευάσει τα ερειπωμένα κελιά του Αγίου Δημητρίου και Αγίου Μηνά. Αυτό φυσικά ήταν στο τυπικό του Χατζή-Γεώργη, να δίνει ευλογίες τις ευλογίες που του έδιναν, και ο ίδιος να είναι πάντα πιο φτωχός από τους φτωχούς. Μ’ αυτόν όμως τον τρόπο, πλούτισε πνευματικά και έγινε Αρχοντόπουλο, δηλαδή παιδί του Θεού. Σε αυτό  φυσικά  βοήθησε  και  η  φιλότιμη  του  άσκηση,  την  οποία συνέχισε μέχρι τον τελευταίο χρόνο της ζωής του, τον όποιο
Πέρασε στο κρεβάτι. Του πονούσε πια όλο το σώμα του και περισσότερο τα πόδια του, και δεν μπορούσε να περπατήσει. Ενώ οι σωματικές του δυνάμεις τον άφησαν, αυτός όμως την άσκηση του δεν την άφηνε ούτε κι από το κρεβάτι. Ούτε και ο κόσμος ο πονεμένος τον άφηνε, γιατί υπήρχε μεγάλη ανάγκη κι έτρεχαν οι πονεμένοι  για  βοήθεια,  για  πνευματικές  συμβουλές.  Ο  άγιος γέροντας και από το κρεβάτι του πόνου, ενδιαφερόταν για τον πόνο των άλλων.
Πολύ του είχε συμπαρασταθεί του Γέροντα ο Ιερομόναχος Παρθένιος (Ρώσος) από την Κερασιά, ο οποίος είχε σωθεί από τον Χατζή-Γεώργη από βέβαιο θάνατο, και μετά έγινε υποτακτικός του και τον είχε σε ευλάβεια τον Γέροντα. Η όλη όμως συμπεριφορά του Ρώσου Ιερομόναχου Παρθενίου είχε ερεθίσει και αυτή πολύ την όλη εκείνη κατάσταση, για την εξορία του Χατζή-Γεώργη. Διότι ο Ιερομόναχος Παρθένιος, επειδή αγαπούσε λίγο την δόξα και ήθελε να αναδειχθεί, χρησιμοποιούσε το όνομα του Όσιου ΧατζήΓεώργη, σε όλες του τις ενέργειες, εκμεταλλευόμενος την Αγιότητα του Γέροντα, και δημιουργούσε προβλήματα. Αλλά όμως και τον αγαπούσε και παρέμεινε δίπλα του στα τελευταία της ζωής του.
Ο Άγιος Πατέρας, μέχρι την τελευταία στιγμή της ζωής του, είχε το νου του φωτεινό και συμβούλευε με Θεία διαύγεια. Μεταξύ των  άλλων  που  έρχονταν  για  βοήθεια  πνευματική,  τον επισκέφτηκαν στα τελευταία του και άνθρωποι που είχαν ανάγκη οικονομική,  γιατί  νόμιζαν  πώς  θα  είχε  στην  τράπεζα  πολλά χρήματα. Ο Χατζή-Γεώργη ς τότε από το κρεβάτι, δείχνοντας με το χέρι του τον Ουρανό, τους είπε : «Εκεί είναι η τράπεζα μου, εδώ δεν έχω χρήματα. Μόνο ένα χρέος έχω ακόμη». Εννοούσε να παραδώσει την ψυχή του στα χέρια του Θεού. Μετά ζήτησε και κοινώνησε και ανεπαύθει εν Κυρίω στις 17 Δεκεμβρίου του 1886 (παλαιό εορτολόγιο) και ετάφη στο Μπαλουκλή, στον Ναό της Ζωοδόχου Πηγής της Θεοτόκου, στον ίδιο τάφο που είχε
Θαφτή και ο αδελφός του Αναστάσιος, τρία χρόνια πριν από την κοίμηση του Γέροντα.
Εκείνες δε τις ήμερες στο Άγιον Όρος ήταν στο κρεβάτι και ο Πάπα-Νεόφυτος (κυρά του Πάπα-Νεοφύτου του Καραμανλή), ο παραδελφό του, που έμενε στα Κατουνάκια, στην Καλύβη της Κοιμήσεως της Θεοτόκου. Ενώ το Γεροντάκι ήταν στο κρεβάτι και κοίταζε ψηλά, ξαφνικά έγινε εκτός εαυτού κι έχασε τις αισθήσεις του! Σε λίγο, αφού συνήλθε, λέει:
-Τώρα  δα,  ήμουν  στην  Κωνσταντινούπολη,  ατού  ΧατζήΓεώργη.
-Και τι μας έφερες από εκεί; Τον ρώτησε ο υποτακτικός του Πάπα-Ιγνάτιος. -Να, σας έφερα κόλλυβα.
-Και τι σου είπε; συνέχισε να ρωτάει ο Πάπα-Ιγνάτιος. -Μου είπε, «σε τρεις ήμερες, θα έρθω για σένα», απάντησε ο Γέροντας κι έπαψε να μιλάει.
«Εμείς, έλεγε ο Πάπα-Ιγνάτιος, δεν δώσαμε σημασία στα λόγια του Γέροντα».
Αλλά  προς  έκπληξη  των  υποτακτικών  του  ο  ΠάπαΝεόφυτος, χωρίς να έχει καμία αρρώστια, εκτός από την γεροντική εξάντληση,  πράγματι,  μέσα  σε  τρεις  ήμερες,  δηλαδή  στις  20 Δεκεμβρίου 1886, παρέδωσε ειρηνικά και αυτός την ψυχή του, ενώ ο Χατζή-Γεώργης είχε φύγει στους Ουρανούς στις 17 Δεκεμβρίου 1886, ακριβώς την ήμερα και την ώρα πού είχε δει το όραμα ο Πάπα-Νεόφυτος. Με την εντολή του Παναγιότατου Πατριάρχου Ιωακείμ Γ’ έγινε επίσημη νεκρώσιμη ακολουθία από τον επίσκοπο Δυρραχίου Βησσαρίωνα και ολόκληρο τον κλήρο, και εκφωνήθηκε συγκινητικός  επικήδειος.  Συνόδευσε  τον  Άγιο  Γέροντα  ΧατζήΓεώργη  πολύ  πλήθος  λαού,  ανάμεσα  τους  υπήρχαν  παιδιά  – αγόρια  και  κορίτσια  –  μαθητές  του  Σχολείου,  τους  οποίους  ο μακαρίτης, όσο ζούσε, πολύ βοήθησε.
Όλοι πόνεσαν που έχασαν τον προστάτη τους, ακόμη και οι Τούρκοι, διότι και πολλοί από αυτούς είχαν ευεργετηθεί και
θεραπευθεί  από  διάφορες  αρρώστιες,  και  τον  είχαν  σε ευλάβεια. Τον αποκαλούσαν μάλιστα οι Τούρκοι «μπιζίμ μπαμπά» τον Χατζή-Γεώργη, δηλαδή «Πατέρα μας». Ό Χατζή-Γεώργης είχε πολλή  αγάπη  για  όλους,  άδολη.  Ήταν  πάντοτε  ειρηνικός, ανεξίκακος και συγχωρούσε. Είχε μεγάλη καρδιά, γι’ αυτό όλα και όλους τους χωρούσε, όπως ήταν. Είχε εξαϋλωθεί κατά κάποιον τρόπο. Ζώντας την Αγγελική ζωή, έγινε Άγγελος και πέταξε στους Ουρανούς, διότι δεν κρατούσε τίποτα, ούτε ψυχικά πάθη ούτε υλικά  πράγματα.  Όλα  τα  πετούσε,  γι’  αυτό  και  πέταξε  ψηλά. Επειδή  ο  άγιος  Γέροντας  είχε  ταλαιπωρηθεί  άδικα  από ανθρώπους, πιστεύω να αξιώθηκε διπλό Στεφάνι από τον Χριστό, του Οσίου και του Μάρτυρος. Αν και σε αυτήν την περίπτωση, όταν  δηλαδή  βασανίζεται  κανείς  από  Χριστιανούς,  είναι οδυνηρότερος ο πόνος, γιατί οι άνθρωποι του Θεού πονάνε πιο πολύ για την σκληρή συμπεριφορά των άλλων, που δεν αρμόζει σε  Χριστιανούς. Από τα λίγα λοιπόν που ανέφερα πιο πάνω, μπορεί  να  καταλάβει  κανείς  την  Αγιότητα  του  Οσίου  Πατρός Γεωργίου  (Χατζή-Γεώργη)!  Ο  Άγιος  Πατέρας  φυσικά, προσπαθούσε ΝΑ ζει στην αφάνεια, όπως συνήθως και οι Άγιοι Πατέρες της Εκκλησίας μας, γι’ αυτό αδικείται με τα λίγα αυτά που γνωρίζω και γράφω.
Δεν έχει σημασία που η Εκκλησία μας ακόμη δεν τον έχει ανακηρύξει Άγιο, για να του δώσει το φωτοστέφανο. Αυτό που έχει μεγάλη σημασία είναι η φωτεινή ζωή του Γέροντα, το απλό και άκακο σιωπηλό του παράδειγμα. Ήταν γεμάτος από αρετές και από δυνάμεις Θεϊκές, τις όποιες διέθετε μαζί με τον εαυτό του για να βοηθάει τους συνανθρώπους του.
Κήρυττε Χριστό και από μακριά. Έκανε θαύματα, έβλεπε οράματα θεϊκά, και είχε και το διορατικό χάρισμα. Πολλή χάρη Θεού, η οποία δεν τον πρόδωσε! Όταν έγινε ή εκταφή των Ιερών Λειψάνων του, άρρητη ευωδιά σκόρπισε από τα Άγια του Λείψανα
Ο Ιερομόναχος Παρθένιος έδωσε μερικά ευλογία σε Ρώσους ευλαβείς και τα επίλοιπα τα είχε τότε στο Χειλιανδαρινό κελί του, στον  Ευαγγελισμό  της  Θεοτόκου,  στις  Καρυές.  Εύχεστε  να βρεθούν  για  να  πάρουμε  και  εμείς  λίγη  ευλογία  από  τα  Άγια Λείψανα,  μια  που  δεν  ζούσαμε  στην  εποχή  του,  για  να ευλογηθούμε από τον ίδιο. Αμήν.
Όσιε του Θεού Γεώργιε, ρίξε ένα ευσπλαχνικό βλέμμα και σ’ εμένα τον ταλαίπωρο Παϊσιο.
«Άξιον Εστίν» τη 11η Ιουνίου 1983. Κουτλουμουσιανό κελί «Παναγούδα», Άγιον Όρος. Δόξα τω Θεώ.


Ο Άγιος Γέροντας είχε στον κόσμο πνευματικά τέκνα, τα οποία βοηθούσε και προστάτευε πνευματικά, όπως θα δούμε και από μία επιστολή του προς τον Μητροπολίτη της Χίου.
Ενώ ζούσαν στον κόσμο οι Πατέρες, εν τούτοις ζούσαν εκτός του  κόσμου,  ζώντας  το  αυστηρό  «Χατζή-Γεωργιάτικο»  τυπικό. Βοηθούσαν δε και με το καλό παράδειγμα τους τους Χριστιανούς να διατηρούν τις  Άγιες παραδόσεις  της Εκκλησίας  μας, με το αγωνιστικό τους πνεύμα. Φαίνεται ότι από εκείνη την εποχή, είχαν αρχίσει σιγά-σιγά να χαλαρώνουν πνευματικά οι άνθρωποι, και ο Χατζή-Γεώργης  αγωνιζόταν  να  διατηρήσει  το  Ορθόδοξο αγωνιστικό  πνεύμα  της  Εκκλησίας  μας.  Αυτό  θα  πρέπει  να προσέξουμε πιο πολύ εμείς στην εποχή μας, διότι εκτός από το πολύ χαλάρωμα πού παρουσιάζεται, έφθασαν δυστυχώς σε τέτοιο σημείο οι σημερινοί άνθρωποι, που κάνουν και νόμους ακόμη χαλαρούς και τους επιβάλλουν και  στους αγωνιζόμενους να τους εφαρμόσουν… Γι’ αυτό οι αγωνιζόμενοι όχι μόνο δεν πρέπει να επηρεάζονται από το κοσμικό πνεύμα, άλλα και να μη συγκρίνουν τον εαυτό τους με τους κοσμικούς και νομίζουν ότι είναι άγιοι και
Μετά χαλαρώνουν και καταλήγουν χειρότεροι κι από τους πιο κοσμικούς.
Όταν όμως συγκρίνουμε τον εαυτό μας με τους Αγίους, θα δούμε τα πάθη μας, θα ταπεινωθούμε και θα αγωνισθούμε πιο πολύ φιλότιμα, για να σωθούμε. Αμήν

misha.pblogs.gr

Επιφάνεια του Χριστού (+ Βασίλη Στογιάννου)

     Επιφάνεια είναι η αποκάλυψη του Θεού στο πρόσωπο του Χριστού. Μια αποκάλυψη του ίδιου του Θεού, που σημαίνει πρώτα-πρώτα αληθινή θεογνωσία. Αποκαλύπτεται ο Θεός στον άνθρωπο, όχι σαν φοβερός και αποτρόπαιος, όπως τον πίστευαν οι ειδωλολάτρες ούτε σκληρός και άτεγκτος κριτής, όπως τον φανταζόταν ορισμένοι ιουδαϊκοί κύκλοι. Ο Θεός που φανερώνεται από τον Χριστό δεν είναι μια ψυχρή λογική εξήγηση του σύμπαντος, όπως νόμιζαν οι φιλόσοφοι ούτε ο οδηγός ενός μόνο λαοί στην πορεία του, όπως πίστευε ο Ισραήλ.

     Ο Θεός αποκαλύπτεται με την Επιφάνειά του ως Πατέρας στοργικός όλων των ανθρώπων, ανεξάρτητα από φυλετικές, πολιτικές, πολιτιστικές ή και θρησκευτικές ακόμη παραδόσεις. Ο Θεός είναι Πατέρας των ανθρώπων όχι μόνον ως Δημιουργός, αλλά κυρίως ως Πατέρας του Χριστού, του μεγάλου πρωτότοκου αδελφού όλων μας. Και αποκαλύπτει αυτή τη νέα του σχέση με τον άνθρωπο ο Θεός όχι μέσα από βροντές και καπνούς, όπως άλλοτε στο Σινά, αλλά με την ταπεινή ανθρώπινη μορφή του Χριστού. Η σκηνή κατά τη βάπτιση του Χριστού, όπως μετά η Μεταμόρφωση και η Ανάσταση είναι σκηνή δόξας και αποκάλυψη της θείας μεγαλειότητας. Δεν έχουν όμως σαν στόχο να καταπλήξουν τον άνθρωπο, αλλά να του θυμίσουν πως η καινούρια θεογνωσία προέρχεται από τον ίδιο τον Λόγο που έγινε σάρκα και όχι από έναν οιοδήποτε άνθρωπο. Κι ακόμα οι λίγες ακτίνες της δόξας αφήνουν τον άνθρωπο να δει από τώρα, όσο μπορεί, το νέο κόσμο κοντά στο Θεό Πατέρα του. Περισσότερο όμως από τη δόξα, μας αποκαλύπτει η Επιφάνεια τη φιλανθρωπία του Θετού. Η Ενσάρκωση του Λόγου είναι δείγμα περίτρανο της αγάπης του Θεού για τον άνθρωπο. Όσοι βιάζονται να δουν γύρω τους σκοτάδι και αντιμετωπίζουν την ανθρώπινη ύπαρξη στη γη χωρίς νόημα, δεν έχουν παρά να θυμηθούν τη φιλανθρωπία, όπως φανερώθηκε από την Επιφάνεια του Λόγου. Θα ανακαλύψουν τότε πως ο Θεός Πατέρας βρίσκεται πάντα κοντά μας, δίπλα μας, ακόμη και όταν εμείς τον εγκαταλείπουμε- κυρίως τότε! Έτσι η αληθινή θεογνωσία γίνεται πηγή ελπίδας για τον άνθρωπο, φως για την καθημερινή του πορεία μέσα στη σκιά του θανάτου και της αμαρτίας.

     Η Επιφάνεια του Λόγου είναι όμως και αληθινή κοσμογνωσία. Όχι φυσικά με την έννοια που δίνει η φυσική και οι συναφείς επιστήμες. Η ανακάλυψη των μυστικών της κτίσεως και η διατύπωση των νόμων που τα διέπουν αφέθηκε στο λογικό του ανθρώπου και στη δύναμη του νου του από το Θεό. Ο Θεός προίκισε τον άνθρωπο με πολλές ικανότητες, για να μπορέσει να βρει μέσα από τα μονοπάτια της επιστήμης το θαύμα της δημιουργίας και να αχθεί και με αυτόν τον τρόπο στο Δημιουργό. Τα μεγάλα όμως ερωτήματα για την πορεία του κόσμου ως κατοικίας του ανθρώπου μένουν πάντα αναπάντητα από την επιστήμη. Γιατί η επιστήμη βλέπει περιορισμένα τοπικά και χρονικά, όπως περιορισμένος είναι κι ο ίδιος ο άνθρωπος. Το πολύ-πολύ φτάνει μέχρι τη διατύπωση των μεγάλων ερωτημάτων. Εκεί στάματα, περιμένοντας μια απάντηση από αλλού. Κι εδώ έρχεται η απάντηση της Επιφάνειας του Θεού, η απάντηση του Χριστού και των θεόπνευστων μαθητών και αποστόλων του. Δεν είναι απάντηση σε λεπτομέρειες, αλλά στο σύνολο. Μιλά η αποκάλυψη για την παρέλευση του παρόντος σχήματος του κόσμου και για την προοδευτική ανάκτησή του από την παντοδύναμη δεξιά του Υψίστου. Με εικόνες και παραβολές μας αποκαλύπτει ένα νέο κόσμο που κατοικεί η δικαιοσύνη του Θεού. Μας σκιαγραφεί ένα κόσμο χωρίς κακό και αμαρτία, χωρίς φθορά και θάνατο. Η φιλανθρωπία του Θεού είναι φανερή και στη νέα, αληθινή κοσμογνωσία…

     Η Επιφάνεια του Θεού είναι όμως και αληθινή ανθρωπογνωσία Η πιο μεγάλη αποκάλυψη για τον άνθρωπο και την πραγματική φύση του, για τη θέση του μέσα στον κόσμο και την πορεία του τόσο ατομικά όσο και συλλογικά, για το προσωπικό και ομαδικό μέλλον του, όλα αυτά έχουν αποκαλυφθεί μια για πάντα με την Επιφάνεια του Λόγου, με την κάθοδο του Χριστού και την αναστροφή του ανάμεσά μας. Όσο εύκολα όμως θυμόμαστε τη θεϊκή φύση του Χριστού τόσο δύσκολα φέρνομε στο νου μας την ανθρώπινη φύση του -αυτή που μας έδωσε τη νέα ανθρωπογνωσία, που μας άνοιξε το μυστικό κόσμο της ανθρώπινης ψυχής. Επιφάνεια είναι η αποκάλυψη του Θεού με ανθρώπινη μορφή πάνω στη γη. Είναι όμως και αποκάλυψη της εσώτερης ουσίας του ανθρώπου. Γιατί ο Χριστός παίρνει την ανθρώπινη φύση και την αναπλάσει, την ανακαινίζει, την αναγεννά. Οι πατέρες της εκκλησίας επιμένουν πολύ σ’ αυτό το σημείο.     Γιατί ακριβώς συνδέεται με τη χριστιανική εικόνα για τον άνθρωπο. Ξέρουμε τον άνθρωπο, γιατί ο Χριστός μας τον αποκάλυψε σ’ όλο το βάθος του, σ’ όλη την έκταση των σχέσεών του με το Θεό, τον κόσμο και τους συνανθρώπους. Κοντολογίς, ξέρομε ποιοί είμαστε, γιατί ξέρομε ποιός είναι ο αληθινός άνθρωπος, ο Χριστός. Με τον Χριστό αποκτήσαμε ένα καθρέφτη, για να μπορούμε να συγκρίνουμε κάθε φορά τον εαυτό μας και να βλέπουμε πόσο έχουμε αποκτήσει την πραγματικά ανθρώπινη μορφή.

      Η νέα, αληθινή εικόνα για τον άνθρωπο, που αποκάλυψε με την παρουσία του στη γη ο Χριστός δεν είναι βέβαια πάντα ευχάριστη για τον άνθρωπο. Γιατί του δείχνει γυμνή την αλήθεια, του θυμίζει πόσο λίγο είναι άνθρωπος, πόσο λίγο συμπεριφέρεται ως άνθρωπος, πόσο λίγο λογαριάζει την ανθρώπινη υπόσταση των συνανθρώπων του. Να γιατί οι άνθρωποι φαίνονται πολλές φορές πρόθυμοι να δεχτούν το Ευαγγέλιο, αλλά το εγκαταλείπουν γρήγορα, αμέσως μόλις γίνει λόγος για την ανθρώπινη ύπαρξη ως ομοίωση με τον Χριστό…

     Άνθρωπος είναι ο γιός του Θεού, ο αδελφός του Χριστού. Σ’ αυτή την απλή πρόταση συνοψίζεται η νέα ανθρωπογνωσία. Απλή στη διατύπωση, άλλα με συνέπειες ανυπολόγιστες για τη ζωή και την καθημερινή πράξη μας. Γιατί θεμελιώνει την ύπαρξή μας στη σχέση μας με τον Θεό Πατέρα και τη φιλανθρωπία του. Γιατί μας συνδέει με την άκρα ταπείνωση του Χριστού. Γιατί μας κάνει να βλέπουμε τον κόσμο με τα μάτια της ελπίδας του νέου, μεταμορφωμένου και αιώνιου κόσμου. Κι όλα τούτα μπορεί νι φαίνονται όμορφα και ελκυστικά όσο μένουν στη θεωρία. Μόλις όμως έλθει η ώρα που πρέπει να μεταβληθούν σε πράξη, που πρέπει να κατευθύνουν τη ζωή μας και τις καθημερινές συναλλαγές μας, αρχίζει να μεταβάλλεται η εικόνα. Η ανθρωπογνωσία μας γίνεται βάρος και βαρεία επιταγή, που προσπαθούμε να αποφύγουμε με κάθε τρόπο και μ’ οποιαδήποτε δικαιολογία. Η ανθρωπογνωσία αποκτά τότε και μια άλλη διάσταση: γίνεται κριτήριο, δικαστήριο φοβερό για τον άνθρωπο, όσο δεν ανοίγει διάπλατη την καρδιά του σ’ όλη την αλήθεια και σ’ όλη την αγάπη του Θεού.

     Αυτή η τελευταία διάσταση της Επιφάνειας, η κρίση που επιφέρει για τον άνθρωπο, φαίνεται να λειτουργεί υποτονικά μέσα στο χριστιανικό κόσμο τον τελευταίο καιρό. Απόδειξη η πνευματική ραθυμία του καιρού μας και η πρακτικά αντιπνευματική και αντικοινωνική στάση των πολλών. Η ανθρωπογνωσία μας έφτασε να περιορίζεται στη γνώση του εξωτερικού, της ύλης και μάλιστα σε μια ατομοκρατική διάσταση. Είναι κι αυτό μια τρανή απόδειξη για το πόσο απομακρύνεται ο άνθρωπος από το φως του Χριστού. Και το χειρότερο είναι πως δεν υποψιάζονται καν οι πολλοί την ύπαρξη της ελπίδας, της πνευματικής αναγεννήσεως και της αλλαγής που έφερε στον κόσμο ο επιφανείς Λόγος του Θεού. Παχυλή άγνοια, πρακτικός υλισμός και κυρίως η αντιπνευματική ατμόσφαιρα – δημιούργημα των πολέμων-, συντελούν στην παραθεώρη­ση της αληθινής ανθρωπογνωσίας, της αληθινής κοσμογνωσίας, της αληθινής θεογνωσίας που έφερε στον κόσμο, θείο και λυτρωτικό δώρο ο Χριστός.

     Η επιφάνεια του Χριστού δεν είναι μια ιστορία που ανήκει στο παρελθόν. Είναι το παρόν, η βεβαία ελπίδα του κόσμου. Είναι η αισιόδοξη προοπτική για ένα νέο κόσμο, για μια νέα σχέση με το Θεό, για μια νέα αγαπητική σχέση με τους συνανθρώπους. Αρκεί να είναι έτοιμος ο άνθρωπος να δεχτεί το μήνυμα του Ευαγγελίου…

 

(Βασ. Π. Στογιάννος, «Η Εκκλησία στην ιστορία και το παρόν». Εκδ. Π. Πουρναρά – Θεσ/νίκη)

 

Άγιος Γεδεών ο Καρακαλληνός (30 Δεκεμβρίου)

 

 

      Ο Άγιος Γεδεών, το καύχημα και το σέμνωμα της Ιεράς Μονής Καρακάλλου, ανήκει στη χορεία των Οσιομαρτύρων εκείνων, οι οποίοι ορμώμενοι εκ του Αγιωνύμου Όρους, ομολόγησαν με παρρησία τη Χριστιανική πίστη και κατήσχυναν την ασέβεια των τυράννων. Η διδασκαλία, το μαρτυρικό αίμα και τα  θαύματα των Οσιομαρτύρων που ακολούθησαν ενίσχυαν τους Χριστιανούς και προετοίμαζαν την επανάσταση του υπόδουλου γένους.

     Ο Άγιος Γεδεών γεννήθηκε στο χωριό Κάπουρνα της επαρχίας Δημητριάδος από ευσεβείς και ορθοδόξους γονείς. Ο πατέρας του ονομαζόταν Αυγερινός και η μητέρα του Κυράτζα. Είχε άλλα εφτά αδέλφια· 3 αδελφούς και 4 αδελφές, αυτός ήταν ο πρωτότοκος, που ονομαζόταν Νικόλαος.

      Επειδή ο πατέρας του δεν μπορούσε να εξοικονομήσει τα προς το ζην αναγκάστηκαν να αλλάξουν τόπο διαμονής και τα παιδιά έπρεπε να εργαστούν για να προσφέρουν στην οικογένεια.

      Ο Άγιος ως πρωτότοκος έπιασε δουλειά σε ένα εξάδελφο της μητέρας του που ήταν μπακάλης. Εκεί συνήθιζε να συχνάζει ένας Αγαρηνός Αλής ονόματι. Βλέποντας τον Νικόλαο να είναι πολύ εργατικός κι έξυπνος ζήτησε από τον μπακάλη να τον πάρει στην υπηρεσία του. Ο θείος του Αγίου αρνήθηκε και είπε στον Αλή ότι έπρεπε πρώτα να πάρει τη συγκατάθεση της μητέρας του παιδιού. Ο Αγαρηνός θύμωσε και μετά από εφτά μέρες γύρισε και άρπαξε βιαίως τον Νικόλαο και τον έφερε αμέσως στο χαρέμι του. Ο πατέρας του Αγίου ζητούσε επιμόνως από τον Αλή να του δώσει το γιο του πίσω, αλλά αυτός του έλεγε με αυθάδεια και προκλητικότητα: «Εγώ μπρε Αυγερινέ ξέρεις καλά ότι έχω το παιδί μου στον πόλεμο· λοιπόν όταν επιστρέψει, τότε έλα να πάρεις τον γιό σου».

      Γυρίζοντας ο γιος του Αγαρηνού παραπονέθηκε στο πατέρα του γιατί έχει στο χαρέμι του ένα ρωμιόπουλο. Και ο Αλής του απάντησε ότι σύντομα θα ανάγκαζε το Νικόλαο να ασπασθεί το Ισλάμ. Έτσι και έγινε, αφού λοιπόν του έκαναν περιτομή οι οπαδοί του ψευτοπροφήτη Μωάμεθ, τον ονόμασαν  Ιμπραήμ.

     Ο Άγιος μετά από δύο μήνες και αφού μετανόησε για την πτώση του έφυγε κρυφά από τον Αγαρηνό και γύρισε στο πατέρα του ζητώντας του να τον συγχωρήσει και να τον κρύψει. Ο πατέρας του τον έκρυψε σε μια κοντινή περιοχή. Εκεί κατά θεία οικονομία ζούσε μια καλόγρια, θεία του πατέρα του Αγίου, η οποία τον βοήθησε να πιάσει δουλειά ως κτίστης μαζί με άλλους τεχνίτες.

     Τις ημέρες εκείνες ένα καράβι έφευγε για Κρήτη.  Μαζί με τους τεχνίτες που έφευγαν για την Κρήτη μπήκε στο καράβι και ο Άγιος. Κατά τη διαμονή στην Κρήτη τον πρώτο καιρό οι τεχνίτες φέρονταν απάνθρωπα στο Νικόλαο, τον ράβδιζαν και τον άφηναν πεινασμένο. Από τις κακουχίες ο Άγιος δεν άντεξε και αναχώρησε από την περιοχή εκείνη, και αφού έφτασε σε ένα εξωκκλήσι βρήκε έναν ιερέα. Του εξιστόρησε με δάκρυα τα συμβάντα της ζωής του και ο ιερέας αφού του είπε ότι προ λίγων ημερών πέθανε ο γιός του, του ζήτησε να τον υιοθετήσει. Μετά από τρία χρόνια ο ιερέας πέθανε και ο άγιος αναγκάστηκε να αναχωρήσει στο Άγιο Όρος στη Μονή Καρακάλλου όπου εκάρη μοναχός. Πριν λάβει το Αγγελικό σχήμα προσπαθούσε να βρει έναν έμπειρο πνευματικό για την εξομολόγησή του, διότι κατά την παραμονή του στην Κρήτη σε κανένα πνευματικό, ούτε και προς τον ψυχοπατέρα του εξομολογήθηκε την αμαρτία του, ότι ήταν Τούρκος. Γι’ αυτό το λόγο όμως όλα αυτά τα χρόνια δεν τολμούσε να πλησιάσει στη θεία Κοινωνία προσποιούμενος διαφόρους λόγους, ότι δεν ήταν έτοιμος.

      Στη Συνοδεία όμως των πατέρων της Μονής Καρακάλλου βρήκε τον πνευματικό που τον εξομολόγησε και έτσι με κατάνυξη και συντετριμμένη καρδιά κοινώνησε των θείων Μυστηρίων.

     Ο ένθεος ζήλος του ήτανε παράδειγμα για τους μοναχούς. Του άρεσε να ασκείται στις νηστείες, στις αγρυπνίες, στις γονυκλισίες και σε άλλους ασκητικούς αγώνες. Θέλησε να αποσυρθεί και σε σκήτη για πιο έντονο πνευματικό αγώνα και οι πατέρες της Μονής με πολλή αγάπη του έδωσαν απολυτήριο για τη Σκήτη. Όμως ο Άγιος, μη αναπαυθείς, επέστρεφε πάλιν στη Μονή.

     Στη Μονή Καρακάλλου παρέμεινε 35 χρόνια. Μέσα σε αυτό το διάστημα το έτος 1797, 6 Ιουνίου, διορίστηκε από την Ιερά Μονή, στο Μετόχι της θείας Μεταμορφώσεως, στο χωριό Μαργαρίτες στο Ρέθυμνο της Κρήτης. Εκεί παρέμεινε για 6 χρόνια, και μετά επέστρεψε στο Αγιον Όρος.

      Έπειτα από πολλή άσκηση και προσευχή αποφάσισε να επιστρέψει στον τόπο καταγωγής του και να ομολογήσει ενώπιον των Αγαρηνών την πίστη του στον Χριστό. Οι Σαρακηνοί αφού τον ράβδισαν και τον διαπόμπευσαν, του έκοψαν τα χέρια και τα πόδια και τελικά τον θανάτωσαν στις 30 Δεκεμβρίου το 1818.

     Οι χριστιανοί, αφού πρώτα φιλοδώρησαν τον τύραννο κατάφεραν και πήραν το άγιο λείψανο ώστε να το ενταφιάσουν. Το μετέφεραν με τιμή και με ευλάβεια στην πόλη του Τυρνάβου και το ενταφίασαν πίσω από  το ιερό βήμα του ναού των Αγίων Αποστόλων.

      Τμήματα του Λειψάνου του παραδόθηκαν στη Μονή Καρακάλλου όπου οι πατέρες τα υποδέχθηκαν με μεγάλες τιμές. Υποδέχθηκαν τον Άγιο ως αδελφό τροπαιούχο και νικητή της πλάνης του διαβόλου. Η Ιερά Μονή από τότε καυχάται για τον Άγιο Γεδεών και εορτάζει μεγαλοπρεπώς την αγία μνήμη του στις 30 Δεκεμβρίου.