Το υποταχτικό λιοντάρι.

Στη βαθιά έρημο της Θηβαίδας, τα παλιά χρόνια, ζούσαν πολλοί ασκητές. Άνθρωποι νέοι, ακόμα και παιδιά, που πήγαιναν εκεί και γερνούσαν στην προσευχή. Ψυχές, που διψούσαν τον Θεό και ζούσαν τη χαρά της παρουσίας Του από τούτη τη ζωή.Ο νεαρός καλόγερος, στεγνωμένος απ’ τον ήλιο της ερήμου, με κομμένη την ανάσα, χτύπησε την πορτούλα του κελιού. Άνοιξε μετά από κάμποσα λεπτά και πρόβαλε το ψαρό κεφάλι του μοναχού Γεράσιμου. -Έλα μέσα παιδί μου, είπε.Το καλογέρι μπήκε και κάθισε χαμηλά σε μια πέτρα. Ο Γέροντας του έδωσε νερό.-Τι ζητάς τον ρώτησε.-Να γίνω μοναχός .

-Η πρώτη μοναχική αρετή ποια είναι

-Η υπακοή.

-Ναι. Και πώς θα τη μάθεις

-Ακολουθώντας σε.

-Πριν μ’ ακολουθήσεις, παρακολούθησε έναν υποταχτικό, που έχω εδώ. Έρχεται στο μεσονυχτικό, στέκει έξω από την πόρτα μου και προσεύχεται μαζί μου.

Ο γέροντας Γεράσιμος χαμογέλασε αινιγματικά κι έδωσε ένα παξιμάδι στο νεαρό καλόγερο.

Τα μεσάνυχτα, πριν ν’ αρχίσουν οι δυο καλόγεροι μαζί την ακολουθία, ο Γεράσιμος άνοιξε το παραθυράκι της πόρτας και είπε στο καλογέρι:

-Έλα να δεις

Εκείνος πλησίασε κι είδε στο φως του φεγγαριού να’ ρχεται ένα λιοντάρι με αργό μεγαλόπρεπο βήμα, να σκύβει το κεφάλι μπρος στην πόρτα κι έπειτα να κάθεται. Το καλογέρι εθαύμασε.

Το πρωί όταν σηκώθηκαν από τον μικρό τους ύπνο, το λιοντάρι είχε φύγει. Ο γέροντας φόρτωσε τις στάμνες στο γαϊδουράκι και πήγε στο ποτάμι να φέρει νερό. Σαν γύρισε, σφύριξε και αμέσως παρουσιάστηκε το λιοντάρι πίσω από τους βράχους. Πλησίασε, έσκυψε το κεφάλι πάλι μπρος στον γέροντα.

-Άντε στο διακόνημα σου, είπε ο γέροντας Γεράσιμος.

Μπρος το γαϊδούρι , πίσω το λιοντάρι, απομακρύνθηκαν. Το καλογέρι τρόμαξε.

-Τι κάνεις γέροντα! Θα το φάει το γαϊδούρι!

Μη φοβάσαι παιδί μου, θα δεις.

Το μεσημέρι, γύρισε το γαϊδουράκι με τη συνοδεία του λιονταριού. Έσκυψε ο Λέων το κεφάλι, πήρε την ευλογία του γέροντα κι έφυγε.

-Τέλειωσε το διακόνημα του και πάει να ζητήσει την τροφή του.

Ο μικρός καλόγερος εθαύμασε πάλι. Είδε από τη μια το υπάκουο λιοντάρι κι από την άλλη τον ταπεινό γέροντα και κατάλαβε: Ο γέροντας Γεράσιμος υπάκουε στον Κύριο Ιησού Χριστό, και τ’ άγρια θηρία υπάκουαν στον ίδιο. Ο πιστός και ταπεινός, που ζει με προσευχή, δε φοβάται τίποτα και ταυτόχρονα αγαπάει και δεν μπορεί να κάνει κακό σε κανένα και σε τίποτα. Τα ζώα το καταλαβαίνουν και τον σέβονται.

Μια μέρα όμως, γύρισε το λιοντάρι απ’ τη βοσκή χωρίς το γαϊδούρι. Ο γέροντας έμεινε σκεφτικός. Ο μικρός καλόγερος είπε:

-Είδες γέροντα Δεν έπρεπε να εμπιστεύεσαι το θηρίο.

Κι ο γέροντας προς το λιοντάρι:

-Αφού θυμήθηκες τ’ άγρια ένστικτα σου κι έφαγες το ζώο, θα κάνεις στο εξής τη δική του εργασία.

Και στ’ αλήθεια, από τότε, το λιοντάρι φορτωνόταν τις στάμνες και κουβαλούσε το νερό. Ύστερα ο γέροντας το έδιωχνε να πάει να κυνηγήσει και να ξεκουραστεί. Μα πάντα μέσα του ρωτούσε: «Τάχα το’ φαγε το γαϊδούρι ή κάτι άλλο του συνέβη » Και πραγματικά, ο Λέων είχε μόνο πέσει στο αμάρτημα της τεμπελιάς. Κοιμήθηκε κείνο το πρωινό κι άφησε αφύλακτο το ζώο. Πέρασαν έμποροι-τυχοδιώκτες, είδαν το γαϊδουράκι και το έκλεψαν.

Μια μέρα λοιπόν, ξαναπέρασαν από το ίδιο μέρος. Το γαϊδουράκι έσερνε και δυο καμήλες, που είχαν δέσει στο σαμάρι του. Ο Λέων το αναγνώρισε. Όρμησε κατά πάνω στους εμπόρους κι αυτοί το έβαλαν στα πόδια. Το λιοντάρι έπιασε με τα δόντια το σκοινί και οδήγησε το γαϊδούρι με τις δύο καμήλες στο κελί του γέροντα. Κατάπληκτος, ο νεαρός καλόγερος είδε το θηρίο να χτυπάει με το πόδι την πόρτα του κελιού. Βγήκε τέλος ο γέροντας.

-Να λοιπόν που άδικα σε κατηγορήσαμε, είπε. Σωστό δεν είναι πια να σε κρατούμε μακριά από τις συνήθειες σου και τους δικούς σου τόπους. Πήγαινε και να έρχεσαι μια φορά τη βδομάδα να παίρνεις ευλογία.

Το χάιδεψε, το ευλόγησε, εκείνο έσκυψε το κεφάλι κι έφυγε. Ερχόταν από τότε μια φορά τη βδομάδα. Πέρασαν χρόνια. Ο γέροντας Γεράσιμος άσπρισε. Ο μικρός καλόγερος μεγάλωσε στην πνευματική και τη σωματική ηλικία. Ο κόσμος ερχόταν να πάρει συμβουλή από το μεγάλο γέροντα. Μια νύχτα Δε σηκώθηκε από το ψαθί του για την ακολουθία.

-Τι έχεις γέροντα ρώτησε ο άλλος καλόγερος.

-Ήρθε η ώρα μου, παιδί μου. Προσευχήσου για μένα.

Έκανε το μεσονυχτικό ο καλόγερος, άρχισε τον Όρθρο και σαν έφτασε στη Δοξολογία, το πρόσωπο του γέροντα άστραψε και η ψυχή του έφυγε στον ουρανό. Ο καλόγερος τον εδιάβασε και τον έθαψε.

-Καλή αντάμωση γέροντα, είπε πριν τον σκεπάσει το χώμα.

Εκείνο ακριβώς το πρωί, ήρθε κι ο Λέων για την ευλογία του.

-Αχ λέων, μας άφησε ο γέροντας, του είπε και προχώρησε προς τον τάφο λέγοντας στο ζώο:

-Να εδώ, εδώ είναι.

Το λιοντάρι κοίταξε. Πήγε προς το κελί, οσμίστηκε την πόρτα. Πήγε στο λαχανόκηπο. Ήρθε μετά στον τάφο. Έσκυψε, οσμίστηκε πάλι κι άρχισε να βγάζει μικρά κλαψιάρικα μουγκρητά. Τέλος, σήκωσε το κεφάλι προς τα πάνω, μούγκρισε δυνατά και με το τέλος της κραυγής, άφησε και την πνοή και σωριάστηκε νεκρό στον τάφο.

Έτσι, στις 4 Μαρτίου, τέλειωσαν τη ζωή τους ο όσιος Γεράσιμος, «ο εν Ιορδάνη» και το υποταχτικό λιοντάρι του.

(Από το βιβλίο «Τα Παράθυρα του Χρόνου» της Άννας Μαρίνη, Εκδόσεις ΑΚΡΙΤΑΣ, Δ’ Έκδοση , Οκτώβριος 1997

misha.pblogs.gr

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Google

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Σύνδεση με %s