Για το ύψος της ιερωσύνης και ότι δεν πρέπει να κατακρίνουμε τους ιερείς

 

Ο όσιος και θαυματουργός πατέρας μας Αναστάσιος ο Σιναΐτης μας διηγήθηκε την εξής θαυμαστή και παράδοξη διήγηση:

Έξω από τη Δαμασκό, σε απόσταση δώδεκα περίπου μιλίων, ασκήτευε ένας στυλίτης, δούλος του Χριστού. Αυτός κάποτε σκανδαλίσθηκε με κάποιον ιερέα της πόλεως, όταν πληροφορήθηκε από έναν επισκέπτη ότι «ο τάδε ιερέας πέφτει στο σωματικό αμάρτημα».

Μετά από λίγες ημέρες θα γινόταν μνημόσυνο στο μοναστήρι του, που ονομαζόταν του Ραέτων, και πήγαν εκεί πολλοί από τους κατοίκους της Δαμασκού. Πήγε και ο ιερέας που είχε διαβληθεί στον οσιότατο στυλίτη και, επειδή ήταν πρεσβύτερος της Μητροπόλεως και μάλιστα από τους πρώτους στην τάξη, τέλεσε αυτός τη Θεία Λειτουργία. Την ώρα του κοινωνικού, όταν ο διάκονος είπε κατά τα καθιερωμένα την εκφώνηση: «Οι πρεσβύτεροι, προσέλθετε», κατέβασε ο στυλίτης σ’ ένα καλάθι το Άγιο Ποτήριο που είχε επάνω και του έβαλαν σ’ αυτό μία μερίδα του Αγίου Σώματος και Τίμιο Αίμα. Όταν όμως τράβηξε επάνω την Αγία Μετάληψη και πήρε στα χέρια του το Άγιο Ποτήριο και τη λαβίδα, δίσταζε να μεταλάβει, εξαιτίας της κατηγορίας που είχε ακούσει για τον λειτουργό ιερέα, και ευρισκόμενος σε στιγμή ανθρώπινης αδυναμίας, ο όσιος απορούσε μέσα του και έλεγε: «Έχει άραγε αγιασθεί αυτή η μετάληψη; Επιφοίτησε άραγε σ’ αυτή το Άγιο Πνεύμα ή εμπόδισε τον ερχομό Του η αμαρτία του λειτουργού; Πρέπει άραγε να μεταλάβω, έτσι που είμαι σκανδαλισμένος με τον ιερέα ή όχι;»

Αυτά και τα όμοια συλλογιζόταν ψηλά ο στυλίτης, όταν ο Θεός, που πάντοτε πληροφορεί τους δούλους του, οικονόμησε να συμβεί κάτι φρικτό για πληροφορία του οσίου, ή μάλλον για στηριγμό και σωτηρία κάθε χριστιανικής ψυχής. Καθώς δηλαδή οι κληρικοί τεμάχιζαν επάνω στην Αγία Τράπεζα το Πανάγιο Σώμα πριν τη μετάληψη του λαού, μία μερίδα κύλισε από το δισκάριο και έπεσε στην Αγία Τράπεζα, όπου μετετράπη σε σάρκα μπροστά στα μάτια όλων των εκεί ευρισκομένων.

Ο λειτουργός ιερεύς, θαμπωμένος από το παράδοξο θέαμα, δοκίμασε να ακουμπήσει και να ψηλαφήσει την αγία αυτή μερίδα. Μόλις την ακούμπησε, αυτή κόλλησε σαν ζωντανή, φρεσκοσφαγμένη σάρκα στο δάκτυλό του και, καθώς τράβηξε το χέρι του, υψώθηκε και η αγία μερίδα, κολλημένη στο δάκτυλο. Τότε έσταξε τρεις σταγόνες αίμα στην Αγία Τράπεζα, και οι άχραντες αυτές σταγόνες του θαυμαστού και πανάγιου εκείνου αίματος πότισαν το πρώτο και το δεύτερο κάλυμμα της Αγίας Τραπέζης και έφθασαν μέχρι το μάρμαρο.

Όλοι οι παρόντες άρχισαν τότε να φωνάζουν το Κύριε ελέησον και βγήκαν να πουν και στον στυλίτη την θαυματουργία που έγινε. Εκείνος, όταν το άκουσε, μετέλαβε με φόβο και τρόμο την αγία μερίδα που του είχαν στείλει και ομολόγησε σε όλους τη δυσπιστία του, λέγοντας ότι εξαιτίας της έκανε ο Θεός αυτό το θαύμα. Έβαλαν τότε σε μικρό γυάλινο ποτήρι τη σαρκωθείσα αγία μερίδα και του την έδωσαν επάνω στο στύλο.

Μάρτυρες του φοβερού και παραδόξου αυτού θαύματος ζουν ακόμη περισσότεροι από πεντακόσιους, ιερείς και μοναχοί, κληρικοί και λαϊκοί, κάτοικοι της πόλεως και χωρικοί. Το μαρτυρούν και τα καλύμματα της Αγίας Τραπέζης, που έχουν ακόμη τα σημάδια των αγίων εκείνων σταγόνων του Άχραντου Αίματος. Το μαρτυρεί και ο δούλος του Χριστού, ο άγιος στυλίτης. Μαζί δε με όλους, το μαρτυρώ κι εγώ ο ελάχιστος και ανάξιος, που αξιώθηκα να δω και να προσκυνήσω την θεόσαρκη αυτή μερίδα και να πάρω μαζί μου ένα κομμάτι της. Μάλιστα πείσθηκα γι’ αυτή τη θεϊκή θαυματουργία από τα γεγονότα που συνέβησαν.

Συγκεκριμένα, όταν βρέθηκα στα Ιεροσόλυμα, έχοντας μαζί μου αυτό το θείο και ανεκτίμητο μαργαριτάρι, συνέβη να δαιμονισθεί κατά παραχώρησα Θεού ένας δούλος, που τον έλεγαν Γεώργιο, κάποιου άρχοντα πολύ φίλου μου και να καταφύγει για τη θεραπεία του στην Αγία Σιών. Όταν το έμαθα, πήρα την Αγία Μερίδα, την έβαλα προσεκτικά σε λινό σακουλάκι και πήγα και κρέμασα με βέβαιη και αδίστακτη πίστη το φυλακτό αυτό στο λαιμό του δούλου, που ήταν ήδη δεκαοκτώ ετών.

Μετά από μερικές ημέρες, εμφανίσθηκε σε όνειρο η Δέσποινά μας η αγία Θεοτόκος σε κάποια ευλαβέστατη χήρα και της είπε: «Σήκω και πήγαινε στο σπίτι του παιδιού, γιατί ο Γεώργιος θεραπεύτηκε από το δαίμονα». Τότε η γερόντισσα ερώτησε την πορφυροντυμένη: «Πώς θεραπεύθηκε το παιδί;» Και εκείνη της απάντησε: «Με θαύμα της Αγίας Μερίδας που δέθηκε στο λαιμό του». Ξύπνησε εκείνη φοβισμένη και πήγε στην Αγία Σιών και τα διηγήθηκε στη γυναίκα του φίλου μου και στα παιδιά της. Αυτοί πίστεψαν με βεβαιότητα ότι είναι αληθινό το όραμα της γυναίκας. Έκαναν λοιπόν λειτουργία και, κατά την μεγάλη είσοδο, πλάγιασαν μπρούμυτα το δούλο, ώστε να περάσουν τα άγια μυστήρια από πάνω του. Καθώς περνούσαν, είδε ένα μεγάλο μαύρο φίδι να βγαίνει από το αριστερό πλευρό του και να φεύγει μακριά του, και από τη στιγμή εκείνη έγινε καλά. Ζει δε στα Ιεροσόλυμα υγιής, κηρύττοντας σε όλους τα θαύματα της σαρκωθείσας μερίδας του Παναγίου Σώματος του Κυρίου και μεγάλου Θεού και Σωτήρα μας Ιησού Χριστού, στον οποίο ανήκει η δόξα στους αιώνες των αιώνων. Αμήν.

 

Κάποτε πού βρέθηκα στη Λαοδίκεια της Συρίας, κοντά στο όρος του Λιβάνου, απέναντι των Γαυθισών, άκουσα από τους εκεί γέροντες ένα αξιομνημόνευτο γεγονός. Υπήρχε, λέγει, εκεί κάποιος ιερέας, που ζούσε μέχρι πριν δύο χρόνια. Μία νύχτα πήγε σ’ αυτόν ένας άνθρωπος και τον πίεζε να σηκωθεί να βαφτίσει το παιδί του που ήταν βρέφος και κινδύνευε από στιγμή σε στιγμή να πεθάνει. Σηκώθηκε λοιπόν από το κρεβάτι του ο ιερέας και άρχισε αμέσως να λέγει την ευχή του βαπτίσματος. Καθώς όμως ετοίμαζαν το νερό και το άγιο έλαιο, και ενώ ο ιερέας συνέχιζε την ευχή, το παιδί πέθανε αβάπτιστο. Πήρε τότε ο ιερέας το παιδί, το έβαλε μπροστά στο βαπτιστήριο και είπε: «Σε σένα, τον σύνδουλό μου άγγελο, λέγω, μ’ εκείνη την εξουσία που έδωσε ο Χριστός σ’ εμάς τους ιερείς να δένουμε και να λύνουμε στον ουρανό και στη γη· δώσε την ψυχή αυτού του παιδιού πίσω στο σώμα του. Δεν πρέπει να το πάρεις αβάπτιστο, διότι ξέρει ο Κύριος σου, που είναι και δικός μου Κύριος, ότι δεν αμέλησα, αλλά μόλις ξύπνησα αμέσως άρχισα την ευχή του βαπτίσματος». Με τα λόγια αυτά του ιερέα στον άγγελο, αναστήθηκε το παιδί, το βάπτισαν και αμέσως κοιμήθηκε πάλι εν Κυρίω.

Όταν εγώ το άκουσα αυτό, θεώρησα δίκαιο να μην το αποσιωπήσω, αλλά να το γράψω προς δόξαν και τιμήν του μεγάλου Θεού και Σωτήρα μας Ιησού Χριστού και προς ωφέλεια των ακροατών.

Κανείς λοιπόν να μην κρίνει ιερέα του Θεού, ακόμη και αν τον δει να πέφτει σε κάποιο σφάλμα. Διότι, αν ο λόγος και ο δεσμός του ιερέα ισχύει για τους αγγέλους, πόσο περισσότερο ισχύει για τους ανθρώπους;

 

(«Αγιορείτικη Μαρτυρία», τευχ. 12-13, σ. 187-189)

 

­

 

 

2 thoughts on “Για το ύψος της ιερωσύνης και ότι δεν πρέπει να κατακρίνουμε τους ιερείς

  1. Παράθεμα: Για το ύψος της ιερωσύνης και ότι δεν πρέπει να κατ&al

  2. Παράθεμα: Ὁ πειρασμός τοῦ στυλίτη καί ἡ θαυματουργία τοῦ Ἁγίου Σώματος – Κύριος Ἰησοῦς Χριστός-Ὑπεραγία Θεοτόκος

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Google

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Σύνδεση με %s