Οι κριτές, μας.

«Ουκ οίδατε,  ότι οι άγιοι τον κόσμον κρινούσιν;»

 

  Θεωρώ τον αποστολικό αυτό λόγο πολύ ωφέλιμο αλλά και πάντοτε επίκαιρο, καθώς η Άγια Εκκλησία μας, ως γνωστόν, κάθε ημέρα εορτάζει ένα ή και περισσοτέρους αγίους.

Ο Απόστολος μας αποκαλύπτει ότι οι Άγιοι του Θεού κρίνουν τον παρόντα και τον μέλλοντα κόσμο. Αλλά πώς τον κρίνουν, θα ρωτήσει ίσως κανείς, αφού είναι δεδομένο ότι οι άγιοι τηρούν την εντολή: «μη κρίνετε, ίνα μη κριθητε»; (Ματθ. 7,1).

Οι άγιοι, δεν κρίνουν τους ανθρώπους με τον τρόπο που εμείς κρίνουμε ή κατακρίνουμε τους άλλους. Αλλά με μόνο το γεγονός ότι είναι άγιοι. Ότι δεν γεννήθηκαν, αλλά έγιναν άγιοι.

Όταν πλησιάζει κανείς το Χριστό, κρίνεται, όχι διότι τον κρίνει Αυτός, αφού είπε: «ουκ ήλθον ίνα κρίνω τον κόσμον», αλλά κρίνεται από μόνος του. Αφ’ εαυτού του ο καθένας συντρίβεται και εξουθενώνεται ενώπιόν Του ανορθωτικά. Όταν οι υπηρέτες των Φαρισαίων και Αρχιερέων πήγαν να συλλάβουν τον Κύριο στη Γεθσημανή, πράος εκείνος και γλυκύς, τους ρώτησε: «Τίνα ζητείτε;».  Του είπαν: «Ιησούν τον Ναζωραίον». «Είπεν αυτοίς ο Ιησούς: Εγώ ειμί». Στο άκουσμα αυτό οι σκληροί και άγριοι εκείνοι άνδρες «απήλθον εις τα οπίσω και έπεσον χαμαί» (Ιωαν. 18, 4-6). Δεν άντεξαν την παρουσία Του. Συγκλονίσθηκαν, ελέγχθηκαν και έλιωσαν «ως τήκεται κηρός από προσώπου πυρός»!

Το ίδιο συμβαίνει και όταν συναντά κανείς τον κάθε άγιο. «Γίνεται ο κινούμενος στόχος του. Έτσι καθώς βηματίζει, τον σημαδεύει, χωρίς κακό σκοπό» (Αλ. Σταυρόπουλος). Τί είναι ο Άγιος; Το αντίτυπο του Χριστού. Είναι η παρουσία του Χριστού, που παρατείνεται μέσα στον κόσμο. Γνωρίζοντάς τον γνωρίζεις τον ίδιο το Θεό. Κάθε λοιπόν άγιος είναι το μέτρο κρίσεώς μας. Είναι ο δεύτερος όρος της συγκρίσεως. Είναι μέλος ζωντανό της Εκκλησίας και μέτρο κρίσεως για ολόκληρη την Εκκλησία στο δόγμα και στο ήθος. Είναι βέβαια αόρατος, αλλά δεν είναι ανύπαρκτος. Είναι αόρατος, όπως αόρατος είναι ο Θεός. Όπως αόρατη είναι και η ψυχή μας. Έζησε όμως κάποτε στον κόσμο μας, εν τόπω και χρόνω, σωματικά και ορατά. Τώρα ζει εν τω Θεώ και διά του Θεού εν παντί καιρώ και τόπω. Γι’ αυτό είναι πάντοτε σύγχρονος. Του δόθηκε κατά χάριν «πάσα εξουσία εν ούρανώ και επί γης. Στην ύπαρξή του υπάρχει ολόκληρη η χάρη της Εκκλησίας. Γι’ αυτό είναι η ψυχή και η παρηγοριά του κόσμου». (Αββάς Ισαάκ ο Σύρος).

Στον Άγιο ακόμη και οι δαίμονες κρίνονται, όπως γράφει ο Αββάς Ισαάκ ο Σύρος, «όταν τον πλησιάζουν γίνονται σκόνη».

Οι άγιοι φαινομενικά απόντες, ως παρόντες συναναστρέφονται μαζί μας. Μας είναι γνωστοί και οικείοι. Στα πρόσωπά τους ο καθένας ανακαλύπτει τον αντίστοιχό του, στον οποίον μπορεί να βρει στοιχεία που ταιριάζουν στον εαυτό του, στη θέση του, στην ηλικία του, στη μόρφωση και την ψυχοσύνθεσή του, στους πόθους και τα βάσανά του. Ακόμη και στις πτώσεις του. Γιατί ήταν και αυτοί σαν κι’ εμάς άνθρωποι «σάρκα φορούντες και τον αμαρτωλόν αυτόν κόσμον οικούντες». Η διαφορά είναι ότι αυτοί κατόρθωσαν να γίνουν άγιοι, αξιοποιώντας τη Χάρη του Θεού και τη θέση τους μέσα στην Εκκλησία του Χριστού. Και γι’ αυτό νίκησαν κόσμο και κοσμοκράτορα, φθορά και αμαρτία. Και με τον τρόπο αυτό μας δείχνουν πού μπορεί να φθάσει ο άνθρωπος. Πόσο μπορεί «να διασταλεί η ύπαρξή του», φθάνοντας ως τα έσχατα όρια της φύσεώς του, στη θέωση. Μας δείχνουν ακόμη ότι, εφ’ όσον και ένας, της ιδίας φύσεως με μας, έφθασε εκεί, άρα μπορούμε να φθάσουμε και εμείς.

«Ουκ οϊδατε, λοιπόν, φωνάζει ο Παύλος, ότι οι άγιοι τον κόσμον κρινούσιν;».

Μας κρίνουν με το λόγο τους αλλά και με τη σιωπή τους. «Η σιωπή του Ιησού ενέτρεψε Πιλάτον» τον ντρόπιασε, γράφει ο Άγιος Ιωάννης ο Σιναΐτης. Προπαντός όμως μας κρίνουν με τον βίο τους. Όποιοι κι’ αν είμαστε, ασήμαντοι ή σπουδαίοι. Στον βίο του Μ. Βασιλείου, ο Άγιος Γρηγόριος ο Θεολόγος

γράφει ότι, όταν κάποτε ο αυτοκράτορας Ουάλης βρέθηκε την ήμερα των Θεοφανείων
στη Καισαρεία, επισκέφτηκε την εκκλησία, όπου
ιερουργούσε ο ουρανοφάντωρ Βασίλειος. Όταν
προχώρησε προς το Βήμα και αντίκρισε την σεπτή
και ουράνια μορφή του θείου ιεράρχη, κατελήφθη
από θάμβος και έκπληξη, τόσον, ώστε ζαλίσθηκε και
παραλίγο θα σωριαζόταν στο δάπεδο, αν δεν έτρεχαν κάποιοι να τον στηρίξουν!        

Μας κρίνουν όμως ευεργετικά, χωρίς να μας πληγώνουν. «Επειδή μας αγαπούν δεν πληγώνουν κανένα. Ο άγιος είναι ανίκανος να πληγώσει. Έτσι, μπορεί να σε γνωρίζει. Να σε κατανοεί. Και σε αφήνει ελεύθερο να κινηθείς να γνωρίσεις το είναι σου». Μας αποκαλύπτει, με αυτό που είναι αυτός, τα εσώτατα βάθη μας. Με την παράφορη μετάνοια και τα δάκρυά του, ελέγχει την σκληροκαρδία μας. Με την αυταπάρνηση και την αγάπη του, κρίνει τη φιλαυτία και την υψηλοφροσύνη μας. Με την εγκράτεια και ασκητικότητά του, διαφωνεί με το να εκτιμάται κάποιος από το τί έχει και όχι από το τί είναι. Μας αναστατώνει, μας προβληματίζει, καλώντας μας σε μια ανώτερη ζωή, με άλλη λογική. Διότι παρ’ όλον ότι, όλα τα στοιχεία της άγιότητος κάθε άγιου, τα βρίσκουμε ασυμβίβαστα και ελεγκτικά προς αυτά που ζούμε εμείς οι αμαρτωλοί, εν τούτοις νοιώθουμε ότι αυτά τα στοιχεία ανταποκρίνονται στη βαθύτερή μας φύση και ότι έχουμε πλασθεί όλοι μας γι’ αυτά. Με την αληθινότητά του, ο Άγιος, «τινάζει στον αέρα την κούφια και ψεύτικη ευσεβοφάνειά μας. Κανείς ευσεβοφανής δεν μπορεί να σταθεί κοντά του σαν άγιος». Όποιος κι’ αν είμαι, είτε κληρικός, είτε μοναχός, είτε λαϊκός, με αναγκάζει να διερωτηθώ και να πω: «Εγώ τί κάνω μπροστά σ’ αυτά που έκανε εκείνος; Τί σκοπό έχω στη ζωή μου; Τί αξία έχει η όποια επιτυχία μου; Και τί θα κερδίσω, αν κατορθώσω όσα επιζητώ;». Οι ενδόμυχοι αυτοί αυτοέλεγχοι, ακόμη και έναν άγιο άνθρωπο μπορούν να τον δονήσουν.

Όταν ο Πατήρ Πατέρων και κορυφαίος των ασκητών Μ. Αντώνιος επισκέφθηκε στη σπηλιά του τον μακάριο και όσιο Παύλο τον Θηβαίο, τόσο θαμπώθηκε από την προσωπικότητα του άστε, επιστρέφοντας στην καλύβη του, είπε στους μαθητές του; «Αλλοίμονο σε μένα τον άθλιο, παιδιά μου, γιατί ψευδώς φορώ το ένδυμα του μοναχού, όντας ένα μηδέν μπροστά σ’ εκείνον τον οσιότατο άνδρα».

Οι άγιοι είναι σύγχρονα, αλλά και εσχατολογικά πρόσωπα. Όσο ζουν στον παρόντα κόσμο, βιώνουν το Παύλειο σύνθημα: «ημών το πολίτευμα εν ουρανοίς υπάρχει». Και ο ακλινής προσανατολισμός τους είναι τα έσχατα, η βασιλεία του Θεού. Όταν όμως φθάνουν εκεί, στον ουρανό, το ενδιαφέρον της αγάπης τους στρέφεται προς εμάς. Προτού να ξεψυχήσει ο Άγιος Διονύσιος, ο έν Ολύμπω υποσχέθηκε στα πνευματικά του παιδιά που

 

περικύκλωναν την κλίνη του: «Εάν εύρω παρρησία στον Θεό, θα παρακαλώ πάντοτε για σας». Το ίδιο είπαν και πολλοί άλλοι άγιοι. Αυτή η υπόσχεσή τους ισχύει βεβαίως και για όλους εμάς, τα σημερινά πνευματικά τους παιδιά. Τους έχουμε στο Θεό πρεσβευτές μας ακοίμητους. Και η παρουσία της αγάπης τους εκδηλώνεται συνεχώς -πολλές φορές θαυματουργικά- στη ζωή όλων εκείνων που τους επικαλούνται μεν πίστη.

          Ο βίος τους όμως πρέπει να είναι και να παραμείνει το σταθερό σημείο αναφοράς μας, συγκρίσεως και ανακρίσεως. Εκείνοι υπήρξαν αντίγραφα του Χριστού. Εμείς ας αντιγράψουμε εκείνους, μέσα στις δικές μας συνθήκες. Έτσι θα γίνουμε όμοιοι με τον Χριστό, κατά την προτροπή του Παύλου: «μιμηταί μου γίνεσθε καθώς καγώ Χριστοί)» (Α’ Κορ. 11,1). Αμήν.

          

     (Αρχιμ. Αθηναγόρα Καραμανζτάνη, «Ο χριστιανός στο 21ο αιώνα»)

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Google

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Σύνδεση με %s