«Την ίδια προβιά φορούσε προηγουμένως ένα κριάρι· κι όμως κριάρι παρέμεινε!» (Αγ. Νικολάου Βελιμίροβιτς)

 

Στην εποχή μας το κενόδοξο ντύσιμο των ανθρώπων είναι φαινόμενο με ιδιαίτερη έξαρση. Αυτός που δεν έχει κάτι άλλο για να καμαρώσει, καυχιέται για το ντύσιμό του. Όμως ο άνθρωπος που έχει κάτι πολυτιμότερο από τα ρούχα για να καμαρώσει, δεν γίνεται υπερήφανος. Όπως το χρυσάφι δεν βρίσκεται στην επιφάνεια της γης, έτσι και η πνευματική αξία ενός ανθρώπου δεν προβάλλεται εξωτερικά. Λέγεται πως, κάποτε, κάποιος διακεκριμένος φιλόσοφος είδε ένα νέο άνδρα που καυχιόταν για την αμφίεσή του. Τον πλησίασε λοιπόν ο φιλόσοφος και του ψιθύρισε στ’ αυτί: «Την ίδια προβιά φορούσε προηγουμένως ένα κριάρι· κι όμως κριάρι παρέμεινε!». Το να είσαι χριστιανός και να καυχιέσαι για τα ρούχα σου είναι πιο παράλογο και απ’ το να είσαι αυτοκράτορας και να υπερηφανεύεσαι για τη σκόνη κάτω απ’ τα πόδια σου. Τον άγιο Αρσένιο, όσον καιρό ήταν ενδεδυμένος χρυσοποίκιλτη φορεσιά στη βασιλική αυλή, ουδείς τον αποκαλούσε Μεγάλο! Επονομάστηκε Μέγας μόνον όταν με αυταπάρνηση παραδόθηκε απολύτως στο θέλημα του Θεού  ντυμένος με κουρέλια.

 

(«Πρόλογος της Οχρίδας»-Ιανουάριος, εκδ. Άθως)

 

 

 

Περί των τεσσάρων ειδών κοινωνίας με τον Θεό στην Ορθόδοξη Εκκλησία


Πατέρες και αδελφοί,

Η ένωση και κοινωνία μας με τον Θεό σε γενικότερες γραμμές γίνεται με δύο τρόπους. Με την μυστική κοινωνία του Σώματος και του Αίματος του Κυρίου και με την πνευματική κοινωνία. Ο δεύτερος τρόπος διαιρείται εν συνεχεία σε τρεις άλλους τρόπους. Γι’ αυτό, στον παρόντα λόγο θα σας ομιλήσω γι’ αυτούς τους τρόπους με τους οποίους μπορούμε να κοινωνήσουμε και να ενωθούμε με τον Θεό, φέροντας μαρτυρίες από την θεία Γραφή και τις διδασκαλίες των Αγίων Πατέρων.

1. Η πρώτη και σπουδαιότερη κοινωνία μας με τον Χριστό γίνεται με την κοινωνία του Σώματος και του Αίματός Του.

Ένας χριστιανός που δεν πιστεύει ότι το φαινόμενο ψωμί και κρασί είναι αληθώς το Σώμα και το Αίμα του Κυρίου μας, είναι ένας αιρετικός και ξένος προς την αληθινή πίστη του Χριστού, ο οποίος λέγει στο κατά Ιωάννην Ευαγγέλιο (6,55)• «Η γαρ σαρξ μου αληθώς εστί βρώσις, και το αίμα μου αληθώς εστί πόσις». Ενώ ο Απόστολος Παύλος μας λέγει τα εξής: «Το ποτήριον της ευλογίας ο ευλογούμεν, ουχί κοινωνία του αίματος του Χριστού εστί; Τον άρτον ον κλώμεν, ουχί κοινωνία του σώματος του Χριστού εστίν;» (Α’ Κορ. 10,16). Όποιος λοιπόν κοινωνεί αναξίως, γίνεται ένοχος, όπως λέγει ο ίδιος ο Απόστολος· «ος αν εσθίη τον άρτον τούτον ή πίνη το ποτήριον του Κυρίου αναξίως, ένοχος έσται του σώματος και του αίματος του Κυρίου» (Α’ Κορ. 11,27).

Ο χριστιανός όμως που κοινωνεί με φόβο, ευλάβεια και προετοιμασία, αξιώνεται αναρίθμητων δωρεών, στις οποίες οι σπουδαιότερες είναι οι εξής:

α) Ενώνεται με τον Χριστό κατά χάριν, διότι όπως λέγει το χωρίο: «Ο τρώγων μου την σάρκα και πίνων μου το αίμα εν εμοί μένει καγώ εν αυτώ» (Ιωάν. 6,56)

β) Συμμετέχει στην αιώνιο ζωή, όπως λέγει το χωρίο: «Ο τρώγων μου την σάρκα και πίνων μου το αίμα έχει ζωήν αιώνιον (Ιωάν. 6,54).

γ) Θα αναστηθεί την ημέρα της κρίσεως, όπως λέγει το χωρίο: «Και εγώ αναστήσω αυτόν εν τη εσχάτη ημέρα»

δ) Δημιουργεί κατοικία ο Χριστός μέσα στην καρδιά μας, όπως λέγουν τα χωρία: «κατοικήσαι τον Χριστόν διά της πίστεως εν ταις καρδίαις υμών» (Έφεσ. 3,17) και «εν εκείνη τη ημέρα γνώσεσθε υμείς ότι εγώ εν τω πατρί μου και υμείς εν εμοί καγώ εν υμίν» (Ιωάν. 14,20).

ε) Όποιος κοινωνεί τον Χριστό έχει Αυτόν ζώντα μέσα του «Ζω δε ουκέτι εγώ, ζη δε εν εμοί Χριστός» (Γαλ. 2,20), και «τεκνία μου, ους πάλιν ωδίνω, μέχρις ου μορφωθή Χριστός εν υμίν!».

στ) Προοδεύει και αυξάνεται στα πνευματικά έργα, κατά το χωρίο: «αληθεύοντες δε εν αγάπη αυξήσωμεν εις αυτόν τα πάντα, ος έστιν η κεφαλή, ο Χριστός» (Εφεσ. 4,15).

ζ) Καθαρίζει από αμαρτίες, αγιάζει, φωτίζει και χαρίζει την αιώνια ζωή.

η) Επιφέρει τον αγιασμό σώματος και ψυχής, εκδιώκει τις φαντασίες και καθαρίζει από τα πάθη, δίνει παρρησία προς τον Θεό, φωτισμό και ενίσχυση για την αύξηση των αρετών και την τελειότητα (6η ευχή Θ. Μεταλήψεως του αγίου Βασιλείου).

θ) Επιφέρει πνευματική χαρά, υγεία σώματος και ψυχής, κατά τον άγιο Κύριλλο Αλεξανδρείας.
Αυτοί και άλλοι πολλοί ακόμη είναι οι πνευματικοί καρποί τους οποίους αποκτά ο πιστός που προσέρχεται συχνά και με καλή προετοιμασία στην Θεία Ευχαριστία. Αυτός που δεν προσέρχεται σ’ αυτό το Μυστήριο, ποτέ δεν θα μπορέσει να προοδεύσει στην εργασία των αρετών, διότι δεν παραμένει μέσα στον Χριστό και Εκείνος μέσα του, καθώς λέγει και ο ίδιος: «Χωρίς εμού ου δύνασθε ποιείν ουδέν» (Ιωάν. 15,4).

2) Ο δεύτερος τρόπος κοινωνίας και ενώσεως με τον Χριστό γίνεται με την προσευχή του Ιησού.

Κατά την οποία ο νους βυθίζεται στην καρδιά και εκεί λέγει συνεχώς το: «Κύριε Ιησού Χριστέ, Υιέ του Θεού, ελέησον με τον αμαρτωλό».

α) Η προσευχή που γίνεται με τον νου στην καρδιά έχει μεγάλη σημασία, διότι ενώνεται η ψυχή μας με τον Ιησού Χριστό και δι’ Αυτού με τον Πατέρα, διότι η μόνη οδός που οδηγεί στην ένωση με τον Πατέρα είναι ο Χριστός, όπως λέγει ο Ίδιος: «ουδείς έρχεται προς τον Πατέρα ειμή δι’ εμού» (Ιωάν. 14,6).

β) Η καρδιακή προσευχή προσφέρει την δυνατότητα στο Άγιο Πνεύμα να κατοικήσει και εργασθεί στην καρδιά μας και να ενωθούμε εμείς με το Πνεύμα. Αυτή η ένωση με την ακατάπαυστη προσευχή ομοιάζει με την νύμφη που αγαπά πάρα πολύ τον Νυμφίο Χριστό και δεν θέλει ποτέ να αποχωρισθεί απ’ Αυτόν.

3) Ο τρίτος τρόπος κοινωνίας με τον Δημιουργό Θεό μας

γίνεται με την εφαρμογή των εντολών Του και την απόκτηση των αρετών.

α) Αυτή η συγκατοίκηση με τον Ιησού φανερώνεται στην Γραφή από τον Ίδιο, όταν λέγει: «Εάν τις αγαπά με τον λόγον μου τηρήσει και ο Πατήρ μου αγαπήσει αυτόν, και προς αυτόν ελευσόμεθα και μονήν παρά αυτώ ποιήσωμεν» (Ιωάν. 14, 23), ενώ σε άλλο κεφάλαιο λέγει: «εάν τας εντολάς μου τηρήσητε μενείτε εν τη αγάπη μου, καθώς εγώ τας εντολάς του πατρός μου τετήρηκα και μένω αυτού εν τη αγάπη» (Ιωάν: 15,10).

β) Ο άγιος Διονύσιος ο Αρεοπαγίτης λέγει ότι η ομοιότητα και ένωση μας με τον Θεό επιτελείται μόνο με την εφαρμογή των θείων εντολών (Λόγος περί σωτηριώδους γνώσεως).

γ) Ο άγιος Μάξιμος ο Ομολογητής, όσον αφορά την ένωση μας με τον Θεό, λέγει: «Ο λόγος του Θεού και Πατρός ευρίσκεται μυστικά σε κάθε μία από τις εντολές Του, οπότε αυτός που δέχεται τον λόγο του Θεού δέχεται τον Θεό.

δ) Ο άγιος Γρηγόριος ο Παλαμάς ομιλώντας για την θέωση του ανθρώπου με την εφαρμογή των εντολών του Θεού, λέγει: «Οι εντολές του Θεού παρέχουν όχι μόνο την γνώσι, αλλά και την θέωση».

4. Ο τέταρτος τρόπος κοινωνίας με τον Χριστό,

γίνεται με την ακρόαση των λόγων του Θεού.

α) Περί αυτού μας ομιλεί η Καινή Διαθήκη: «πολλοί δε των ακουσάντων τον λόγον επίστευσαν, και εγενήθη ο αριθμός των ανδρών ωσεί χιλιάδες πέντε» (Πράξ. 4,4).

β) Ο Απόστολος Παύλος λέγει ότι: «η πίστις εξ ακοής, η δε ακοή διά ρήματος Θεού» (Ρωμ. 10,17)

γ) Εάν το Σώμα και το Αίμα του Κυρίου είναι η αληθινή βρώσις και πόσις, τότε ο λόγος του Κυρίου γενόμενος δεκτός από τους πιστούς γίνεται σ’ αυτούς «πηγή ύδατος αλλομένου εις ζωήν αιώνιον (Ιωάν. 4,14) και «άρτος ζωής ο εκ του ουρανού καταβάς» (Ιωάν. 6,58), ενώ κατά τον άγιο Δαμασκηνό λέγεται μάννα της αφθαρσίας και μάννα το μυστικό.

Ο Απόστολος Παύλος διά της ακοής δέχθηκε τον λόγο του Θεού, όταν προσκλήθηκε με το θείο φως στον δρόμο προς Δαμασκό και φωνή άκουσε εξ ουρανού. Η Σαμαρείτιδα διά της ακοής λαμβάνει τον λόγο του Θεού, ενώ πάλι οι Σαμαρείτες πιστεύουν και βαπτίζονται από το κήρυγμα του Αποστόλου Φιλίππου (Πράξ. 8,5 6,12) και λαμβάνουν το Άγιο Πνεύμα (Πράξ. 8,14,18).

Πατέρες και αδελφοί, σας έφερα μερικές από τις σπουδαιότερες μαρτυρίες της Γραφής και των Αγίων Πατέρων, οι οποίες θα μας βοηθούν στην πορεία μας για μία ακατάπαυστη ένωση με τον Νυμφίο Χριστό. Ο ιδιαίτερος και αγιότερος τόπος, όπου επιτυγχάνεται αυτή η πολύτροπος κοινωνία μας με τον Χριστό είναι η Εκκλησία μας. Εκεί όλοι οι πιστοί μας, ερχόμενοι με ευλάβεια και πίστη στις ιερές ακολουθίες, ευρίσκονται σε μία ατμόσφαιρα μυστική και κοινωνούν με τον νου, την καρδιά, την προσευχή και την συμμετοχή στην Θεία Κοινωνία των δωρεών του Αγίου Πνεύματος. Προπαντός η λειτουργική θυσία είναι η τέλεια έκφραση της ενώσεως με τον Κύριο μας. Η μνημόνευση ονομάτων των χριστιανών στην Προσκομιδή, και όταν αυτοί είναι μεν αμαρτωλοί αλλά μετανοημένοι, δίνει την ευλογία της κοινωνίας αοράτως των ψυχών με τον Σαρκωθέντα και Αναστάντα Κύριο, ο Οποίος παρέχει ενίοτε και την σωματική των θεραπεία.

Είθε το έλεος και οι οικτιρμοί του Κυρίου μας Ιησού Χριστού, ο οποίος είναι ο Λόγος του Θεού να έλθει και κατασκηνώσει μέσα μας με τους ανωτέρω τέσσερις τρόπους που συνοπτικά αναφέραμε.

(«Πνευματικοί Λόγοι» +Ιερομ. Κλεόπα Ήλιε,  εκδ. Ορθόδοξος Κυψέλη)

 

Κερδίζεις όταν δίνεις


Ο φούρναρης γκρίνιαζε συνέχεια την γυναίκα του που έτρεχε στις εκκλησίες και έδινε στους φτωχούς και στους εράνους. Μια μέρα, εκεί που έβγαλε το ζεστό ψωμί και μοσχοβόλησε η γειτονιά, ήρθε και στάθηκε στην πόρτα του ένας θεόφτωχος.

-Αφεντικό, όλα αυτά τα ψωμιά είναι δικά σου;

-Αμ΄ τίνος να ‘ναι;

-Και δεν τα τρως;

-Βρε φύγε από δω!

-Δος μου και μένα ένα ψωμάκι που πεινάω.

-Φύγε σου είπα, παράτα με.

-Αφεντικό!

-Φεύγεις δεν φεύγεις;

-Αφεντικό! παρακαλούσε ο φτωχός.

Δεν πρόλαβε να τελειώσει, και ο φούρναρης εκσφενδονίζει ένα ψωμί στο κεφάλι του. Έσκυψε ο φτωχός και το ψωμί τον πήρε ξυστά και έπεσε παραπέρα. Τρέχει, το αρπάζει, κάθεται σε μια γωνιά και το πελεκάει. Ο φούρναρης όλη μέρα ήταν φουρκισμένος για τον γρουσούζη επισκέπτη και το ψωμί που έχασε. Ας τολμήσει να ξανάλθει!

Νύχτα, κάπου δύο μετά τα μεσάνυχτα, πετάγεται ο φούρναρης από τον ύπνο του τρομαγμένος, καταϊδρωμένος.

-Γυναίκα, σήκω, ξύπνα. Φανέλα να αλλάξω και να σου πω… Γυναίκα, πέθανα λέει, και μαζεύτηκαν γύρω μου Άγγελοι και διάβολοι. Ποιός να πάρει την ψυχή μου. Σε μια μεγάλη ζυγαριά όλο και πρόσθεταν οι τρισκατάρατοι τα κρίματά μου. Και ο ζυγός βάρυνε και βάρυνε και οι Άγγελοι δεν είχαν τίποτα να βάλουν και λυπόντουσαν. Σε μια στιγμή, ένας Άγγελος φωνάζει: Το ψωμί! Αυτό που χόρτασε τον πεινασμένο. Βάλτε το στον άλλο ζυγό. Οι διάβολοι επαναστάτησαν: Το ψωμί δεν το έδωσε. Το έριξε να σπάσει το κεφάλι του φτωχού. Και απάντησαν οι Άγγελοι: Όμως χόρτασε τον πεινασμένο και εκείνος έδωσε την ευχή του. Και που λες γυναικούλα μου, εκείνο το ψωμί έκανε και έγειρε η ζυγαριά αντίθετα και σώθηκα. Το λοιπόν, δίνε, δίνε και μη σταματάς. Και εγώ θα δίνω. Αχ, και να ξανάρθει εκείνος ο φτωχός!

Επιτέλους το κατάλαβε και ο φούρναρης ότι κερδίζει όταν δίνει. Εμείς όμως; Το έχουμε καταλάβει; Μήπως φοβούμαστε να δώσουμε; Μήπως η «κρίση« μάς βούλιαξε στην ολιγοπιστία; Καιρός να αρχίσουμε να γινόμαστε και λίγο χριστιανοί. Και να πιστεύουμε ακλόνητα, πως όταν δίνουμε, αντί να φτωχαίνουμε, πλουτίζουμε. Ας το αποδείξουμε εμπράκτως. Το Πάσχα έρχεται. Κάποιοι φτωχοί περιμένουν. Όσοι πιστοί, προσέλθετε!

 

 

Άγιος Ιωάννης ο Σιναΐτης ή της Κλίμακος (30 Μαρτίου)


Ο ταπεινός Ραϊθηνός μοναχός Δανιήλ στη σύντομη βιογραφία του αναφέρει για τον άγιο Ιωάννη ότι «πια είναι η πόλη που γέννησε και ανάθρεψε τον θείο αυτόν άνδρα πρίν από την αθλητική και ασκητική του ζωή δεν μπορώ ν’ αναφέρω με ακρίβεια και ασφάλεια». Ούτε την καταγωγή του γνωρίζουμε. Πιθανόν να γεννήθηκε το δεύτερο ήμισυ του 6ου αι. Έζησε επί αυτοκράτορος Ιουστίνου του νεώτερου ανηψιού του Ιουστιανιανού.

Σε ηλικία δεκαέξι περίπου χρόνων αφού απόκτησε  «την εγκύκλιο κοσμική σοφία», πρόσφερε τον εαυτό του στον Χριστό, ως θυσία ευάρεστη, και εγκαταλείποντας τα εγκόσμια εισήλθε στο ζυγό της μοναχικής πολιτείας στο ονομαστό μοναστήρι της Αγίας Αικατερίνης του θεοβαδίστου όρους Σινά.

Εφαρμόζοντας τέλεια ξενιτεία υποτάχθηκε στο Γέροντα Μαρτύριο «και εμπιστεύθηκε τη ψυχή του στον πνευματικό του πατέρα σαν σε άριστο κυβερνήτη, και έτσι ακίνδυνα ταξίδευε το μεγάλο και επικίνδυνο και τρικυμιώδες ταξίδι της παρούσης ζωής». Έμεινε υποτακτικός για 19 χρόνια τρυγώντας τους καρπούς της μακαρίας υπακοής, ζώντας σε αμεριμνία και προσευχή. Μοναχός έγινε όταν συμπλήρωσε τα 20 του χρόνια. Ο Γέροντας του τον κράτησε για 4 χρόνια δόκιμο παρά την αδιάκριτη υπακοή του ασκώντας τον στη ταπείνωση.

Όταν κάποτε ο Γέροντας Μαρτύριος επισκέφθηκε μαζί με τον άγιο Ιωάννη τον μέγα Αναστάσιο αυτός του αποκάλυψε ότι ο υποτακτικός του ήταν ο μελλοντικός ηγούμενος της Μονής του Σινά.

«Πες μου, αββά Μαρτύριε, από που είναι αυτός ο νέος και ποιος τον έκειρε μοναχό;» είπε ο Γέροντας Αναστάσιος. «Δούλος σου είναι, πάτερ, και εγώ τον έκειρα». «Πωπώ! – αββά Μαρτύριε – του λέει με θαυμασμό – ποιος να το πεί ότι Ηγούμενο του Σινά εκειρες»! Ηγούμενος έγινε ο άγιος Ιωάννης μετά από 40 χρόνια. Παρόμοιο περιστατικό συνέβει με τον άγιο Ιωάννη το Σαββαΐτη που έμενε στη έρημο του Γουδά, δεκαπέντε μίλια από την Μονή Σινά. Κατά την επίσκεψή του αγίου Ιωάννου με τον Γέροντά του έπλυνε τα πόδια μόνο του υποτακτικού. Δίνοντας εξήγηση στον μαθητή του Στέφανο για την πράξη του είπε: « Πίστεψε με, παιδί μου, ότι εγώ δεν γνωρίζω ποιος είναι αυτός ο νέος. Εγώ τον Ηγούμενο του Σινά υποδέχθηκα και τα πόδια του Ηγουμένου ένιψα».

Όταν κοιμήθηκε ο αββάς Μαρτύριος τότε με τις ευχές του ο άγιος Ιωάννης εγκαταλείπει το κοινόβιο και «εξέρχεται στον αγώνα της ησυχαστικής ζωής» ποθώντας να ανέβει την κλίμακα της αρετής. Η ερημική ζωή αρμόζει για λίγους που έχουν πολύ μεγάλη αγάπη πρός τον Θεό. Αυτοί γεμάτοι από θείο έρωτα ποθούν την μακαρία ζωή, την θεία γλυκύτητα. Επειδή ο δρόμος αυτός είναι δύσκολος ο άγιος Ιωάννης λόγω της ταπεινώσεως του και επειδή δεν εμπιστευόταν την κρίση του κατέφυγε στο άγιο Γέροντα Γεώργιο τον Αρσιλαΐτη, που τον δίδαξε τους τρόπους της ησυχαστικής ζωής.

Ο τόπος των ασκητικών αγώνων του απείχε «πέντε σημεία» δηλ. οκτώ χιλιόμετρα από το Κυριακό της Μονής στην τοποθεσία που λεγόταν «Θολάς». Το σπήλαιο του αγίου, στην πλαγιά ενός βουνού, σε μια άγρια και απαράκλητη περιοχή, βρίσκεται δυτικά της Μονής και απέχει δύο ώρες απ’ αυτή. Σήμερα διαμορφώθηκε σε μικρή εκκλησία προς τιμήν του.

Στην περιοχή αυτή που ύπηρχαν και άλλοι ερημίτες σε κοντινή απόσταση ο ένας από τον άλλο έζησε 40 χρόνια «χωρίς οκνηρία και αμέλεια, πυρπολούμενος πάντοτε από τον διακαή έρωτα και τη φλόγα της θείας αγάπης» με σκοπό να «περιχωρήσει το ασώματον μέσα σε σωματικό οίκο».

«Έτρωγε απ’ όλα όσα επιτρέπονται στους μοναχούς, πολύ λίγο όμως». Με τον τρόπο αυτό συντηρούσε το σώμα του αποφεύγοντας την κενοδοξία. Με τη μνήμη του θανάτου νίκησε την ακηδία και την αμέλεια που κυρίως πλήττει τους ησυχαστές. Με τη μελέτη των μελλόντων αγαθών καταπολεμούσε τη λύπη, αποκτώντας το χαροποιόν πένθος. Πορευόμενος το δρόμο της μετάνοιας χρησιμοποιώντας συνεχώς την αυτομεμψία κέρδισε ως δώρο από τον Κύριο την αγία ταπείνωση και έφθασε στο ύψος της απάθειας.

Ο άγιος Ιωάννης απόκτησε το χάρισμα των δακρύων. « Των δακρύων αυτών το απόκρυφο εργαστήριο σώζεται ακόμη μέχρι σήμερα και είναι ένα μικρό σπήλαιο που βρίσκεται σε κάποια άκρη, στους πρόποδες του όρους, και σε τόση απόσταση από το δικό του και από κάθε άλλο κελλί». Ο ύπνος του ήταν τόσος όσος ήταν απαραίτητος για να μη βλαφτεί το μυαλό του από την αγρυπνία. Πριν από τον ύπνο προσευχόταν πολύ και έγραφε τα αποτελέσματα της μελέτης της Αγίας Γραφής.

Παρά το ότι ο ίδιος έκρυβε τις αρετές του ο Θεός αποφάσισε ότι έφτασε ο καιρός που έπρεπε να ωφεληθεί η Εκκλησία και να μη μείνει κρυφο το φως που είχε αποκτήσει. Οδήγησε λοιπόν κοντά του ένα νέο μοναχό, τον Μωυσή, που μετά από τις παρακλήσεις άλλων ασκητών τον έκανε μαθητή του. Τον έσωσε δε κάποια μέρα με την προσευχή του όταν κινδύνεψε από κάποιο ογκώδη βράχο που απειλούσε να τον συντρίψει.

Πώς έγινε αυτό;

Αφηγείται ο βιογράφος του.

« Ο μέγας πατέρας μας Ιωάννης, ενώ καθόταν στο κελλί του…έπεσε σ’ ένα ελαφρό ύπνο, οπότε βλέπει κάποιον ιεροπρεπή άνδρα, που προσπαθούσε να τον ξυπνήσει και σαν να τον ειρωνευόταν για τον ύπνο, του έλεγε: “Ιωάννη, πως κοιμάσαι αμέριμνος, ενώ ο Μωυσής βρίσκεται σε κίνδυνο”; Πετάχθηκε τότε από τον ύπνο και αρχισε αμέσως να προσεύχεται, χρησιμοποιώντας την προσευχή σαν όπλο για τη σωτηρία του μαθητή του».

Όπως ο ίδιος ο μαθητής του ομολόγησε άκουσε στον ύπνο του τη φωνή του Γέροντά του και πετάχτηκε απότομα και απομακρύνθηκε από το σημείο που βρισκόταν και έτσι σώθηκε από το βράχο που τον απειλούσε.

Ο όσιος ήταν ιατρός των ασθενειών των άλλων μοναχών. Με τη προσευχή του απάλλαξε ένα μοναχό από το πόλεμο της πορνείας που του προκαλούσε θλίψη και απελπισία. Μια άλλη φορά με τη προσευχή του έφερε βροχή.

Ο άγιος δέχθηκε και τον πειρασμό του φθόνου των πονηρών ανθρώπων λόγω της πνευματικής διδασκαλίας του. Αυτοί τον χαρακτήρισαν «λάλον και φλύαρον» με σκοπό να σταματήσουν την τόση ωφέλεια που πρόσφερε. Ο άγιος για ένα περίπου χρόνο σταμάτησε «το μελιστάλακτο ρείθρο του διδασκαλικού του λόγου» και προτίμησε να διδάσκει με τη σιωπή του. Ο άγιος ξανάρχισε τη διδασκαλία του όταν οι ζηλόφθονοι κατήγοροι του «συναισθάνθηκαν ότι έφραξαν μια πηγή τόσης ωφέλειας και έγιναν αίτιοι μεγάλης βλάβης σε όλους, και άρχισαν να τον ικετεύουν και να τον παρακαλούν μαζί με τους άλλους να συνεχίσει το λόγο της διδαχής του, ώστε να μη ζημιώνωνται με τη σιωπή του, εκείνοι που επιζητούσαν τα σωτήρια λόγια».

Πλήρης αρετών, απαθής, κατέβη από το όρος όπως παλαιά ο Μωυσής και έγινε Ηγούμενος της Μονής Σινά. Κατά την ενθρόνισή του ήσαν παρόντες 600 προσκυνητές που καθισμένοι στην τράπεζα έβλεπαν τον προφήτη Μωυσή λευκοφορεμένο να διακονεί δίνοντας οδηγίες στους μαγείρους, στους οικονόμους και σ’ όσους άλλους διακονούσαν.

Ο Ηγούμενος της Ραϊθώ παρεκάλεσε με γράμμα του να του εκθέσει μεθοδικά και συντομα όσα αφορούν τη μοναχική πολιτεία και τους μοναχούς. Ανταποκρινόμενος ο άγιος Ιωάννης έγραψε το έργο « Πλάκαι του Πνευματικού Νόμου», αυτό που είναι σήμερα γνωστό ως «Κλίμαξ». Από αυτό πήρε και την ονομασία του Αγιος Ιωάννης της Κλίμακος.

Στο έργο αυτό παρουσιάζει μια σκάλα (Κλίμακα) με 30 σκαλοπάτια την οποίαν πρέπει να ανέβει ο μοναχός για να φθάσει στη ουράνια πύλη που τον περιμένει ο Χριστός. Μέσα στους 30 λόγους αυτής της «ορθόδοξης εγκυκλοπαίδειας της πνευματικής ζωής» εισάγει τη ψυχή στον πνευματικό αγώνα και στη διάκριση των λογισμών. Διδάσκει την πρακτική εφαρμογή των ευαγγελικών εντολών και οδηγεί όσους ακούσουν και εφαρμόσουν όσα γράφει στην αιώνια ζωή.

Στο τέλος της ζωής του άφησε το ηγουμενικό αξίωμα αφού όρισε ως διάδοχο του τον αδελφό του Γεώργιο. « Όταν δε επρόκειτο να πορευθεί στον Κύριον ο νέος μας Μωυσής, ο οσιώτατος Ηγούμενος Ιωάννης, βρισκόταν δίπλα του κλαίοντας ο αββάς Γεώργιος, ο αδελφός του, και του έλεγε: « Με αφήνεις λοιπόν και φεύγεις; Εγώ παρακαλούσα, εσύ να προπέμψεις εμένα. Διότι εγώ, κύριε μου, δεν μπορώ χωρίς εσένα να ποιμάνω τη συνοδία. Και τώρα προπέμπω εγώ εσένα»! Του απάντησε τότε ο αββάς Ιωάννης: « Να μή λυπάσαι και να μην ανησυχείς, διότι εάν βρω παρρησία ενώπιον του Κυρίου, δεν θα σε αφήσω πίσω μου να συμπληρώσεις χρόνο». Έτσι και έγινε. Μέσα σε δέκα μήνες απήλθε και αυτός πρός τον Κύριο.

Ο άγιος Ιωάννης κοιμήθηκε στις 30 Μαρτίου του σε ηλικία 75 ετών. Η Εκκλησία τον κατέταξε στους Οσίους της. Τον τιμά δύο φορές, στις 30 Μαρτίου και την Δ΄ Κυριακή των Νηστειών.

Ταις αυτού αγίαις πρεσβείαις ο Θεός, ελέησον ημάς. Αμήν.