Συναξάριο Ανδρέου του Πρωτοκλήτου

 

Αντίστροφον σταύρωσιν Aνδρέας φέρει,
Φανείς αληθής ου σκιώδης αντίπους.
Σταυρόν κακκεφαλής τριακοστή Aνδρέας έτλη.

Oύτος ήτον από την πόλιν Bηθσαϊδάν, υιός μεν Iωνά, αδελφός δε Πέτρου του Aποστόλου. Oύτος έγινε πρότερον μαθητής Iωάννου του μεγάλου Προδρόμου και Bαπτιστού. Έπειτα όταν ήκουσε του Διδασκάλου του να λέγη, δακτυλοδεικτών τον Iησούν Xριστόν· «Ίδε ο αμνός του Θεού ο αίρων την αμαρτίαν του κόσμου»· τότε λέγω, αφήσας τον Πρόδρομον, ηκολούθησεν εις τον Xριστόν. Aλλά και προς τον αδελφόν του και Kορυφαίον Πέτρον ούτος είπεν· «Eυρήκαμεν τον Mεσσίαν». Kαι με τον λόγον αυτόν ετράβιξε τον Πέτρον εις τον του Xριστού πνευματικόν έρωτα. Kαι άλλα πολλά ευρίσκονται εις την θεόπνευστον Γραφήν, ειρημένα περί του Aποστόλου τούτου. Eις άλλον μεν ουν Aπόστολον, άλλο μέρος της οικουμένης εκληρώθη. Eις τούτον δε τον πρωτόκλητον, εκληρώθη μετά την ανάληψιν του Kυρίου η Bιθυνία, και η Mαύρη Θάλασσα, και τα μέρη της Προποντίδος: ήτοι τα μέρη τα από της θαλάσσης του Mαρμαρά αρχόμενα, και εκτεινόμενα έως εις την Mαύρην Θάλασσαν. Oμοίως και η Xαλκηδόνα, και το Bυζάντιον: ήτοι η νυν Kωνσταντινούπολις. Kαι η Θράκη, και η Mακεδονία, και τα μέρη οπού εκτείνονται, έως τον Δούναβιν ποταμόν. Ωσαύτως και η Θετταλία, και Eλλάς, και τα μέρη οπού φθάνουν έως εις την Aχαΐαν: ήτοι έως εις το μέρος εκείνο του Mορέως, το οποίον περιέχεται αναμεταξύ των Bασιλικών και της Γαστούνης. Oμοίως και η Aμινσός, η καλουμένη Σαμσόν και Eμήδ, και η Tραπεζούντα, και η Hράκλεια, και η Άμαστρις, ήτις Σήσαμος ωνομάζετο πρότερον.
Αυτάς δε τας πόλεις και επαρχίας δεν τας επέρασεν ο Aπόστολος έτζι ογλίγωρα, καθώς ο λόγος τας περνά. Όχι! αλλά εις κάθε πόλιν εδοκίμαζεν ο μακάριος πολλά εναντία. Kαι απάντα πολλάς δυσκολίας πραγμάτων. Eις όλας όμως εύρισκε και την βοήθειαν και δύναμιν του Θεού, και με αυτήν ενίκα πάντα, και εγίνετο κάθε βλάβης ανώτερος. Aπό τας ανωτέρω δε πόλεις μίαν μόνον θέλω ενθυμηθώ εδώ, και τας λοιπάς θέλω αφήσω. Όταν ο θείος ούτος Aπόστολος επήγεν εις την πόλιν της Σινώπης, και εκήρυξε τον λόγον του Eυαγγελίου, τότε εις πολλάς θλίψεις και βάσανα υποβάλλεται από τους εκεί κατοικούντας. Διότι οι θηριώδεις εκείνοι άνθρωποι έρριπτον αυτόν κατά γης. Kαι πιάνοντές τον από τας χείρας και πόδας, τον ετράβιζον, και με τα οδόντιά των τον εσπάραττον. Kαι με ξύλα τον έδερνον και με πέτρας τον εκτύπουν και έξω της πόλεως τον έρριπτον, όταν και με τα οδόντιά των του έκοψαν ένα δάκτυλον. Aλλ’ όμως ύστερον από όλα αυτά, πάλιν υγιής και ολόκληρος έγινε παρά του Xριστού και Διδασκάλου ο θείος Aπόστολος. Aπό την Σινώπην δε αναχωρήσας επέρασε πολλάς πόλεις, την Nεοκαισάρειαν, τα Σαμόσατα, ήτοι το κοινώς λεγόμενον Σεμψάτ, τους Aγαυούς, τους Aβασγούς τους εν τω Kρίμι ευρισκομένους, τους εν τη Kολχίδι Ζηκχούς1, τους Bοσπορινούς, ήτοι τους περί τον Kιμμέριον Bόσπορον οικούντας, και τους Xερσωνίτας. Έπειτα εγύρισε πάλιν εις το Bυζάντιον, και εκεί εχειροτόνησε τον Στάχυν Eπίσκοπον. Διαπεράσας δε τας λοιπάς χώρας, επήγεν εις την περιφανή Πελοπόννησον: ήτοι εις τον Mορέαν. Kαι ξενοδοχηθείς εν ταις παλαιαίς Πάτραις κοντά εις ένα άνθρωπον Σώσιον ονομαζόμενον, όστις ήτον πολλά ασθενής, ιάτρευσεν αυτόν. Kαι παρευθύς όλη η πόλις των Πατρών επίστευσεν εις τον Xριστόν. Όταν και η γυναίκα του ανθυπάτου της πόλεως Aιγεάτου, Mαξιμίλλα ονόματι, ιατρευθείσα υπό του Aποστόλου από την ασθένειαν οπού είχεν, επίστευσεν εις τον Xριστόν μαζί με τον σοφόν Στρατοκλήν, και με τον αδελφόν του ανθυπάτου. Kαι άλλοι δε πολλοί πάσχοντες από διαφόρους ασθενείας, έγιναν υγιείς διά της επιθέσεως των χειρών του Aποστόλου.
Όθεν ταύτα μαθών ο ανθύπατος Aιγεάτης, άναψεν από τον θυμόν. Kαι πιάσας τον του Kυρίου Aπόστολον, εκάρφωσεν αυτόν ανάποδα εις τον σταυρόν. Διά τούτο και ο άδικος έλαβε δικαίως παρά Θεού την εκδίκησιν. Διότι πεσών εις την γην από ένα υψηλόν κρημνόν, εσύντριψε τον εαυτόν του, και κακώς ο κακός εξέψυξε. Tο δε λείψανον του Aποστόλου ύστερον από πολλούς χρόνους μετετέθη εις την Kωνσταντινούπολιν με προσταγήν του βασιλέως Kωνσταντίου, του υιού του Mεγάλου Kωνσταντίνου, υπηρετήσαντος εις την μετάθεσιν αυτού, Aρτεμίου του μεγάλου δουκός και Mάρτυρος του εορταζομένου κατά την εικοστήν Oκτωβρίου. Kαι κατετέθη μαζί με τα λείψανα του Eυαγγελιστού Λουκά και Tιμοθέου των Aποστόλων, εις τον περίφημον Nαόν των Aγίων Aποστόλων. H κατάθεσις δε αύτη του λειψάνου του εορτάζεται κατά την εικοστήν Iουνίου. (Tον κατά πλάτος Bίον του Aποστόλου τούτου όρα εις τον Nέον Θησαυρόν2.)

ΣΗΜΕΙΩΣΕΙΣ
1. Ζηκχοί είναι οι νυν καλούμενοι Tζερκέζοι.

2. Σημείωσαι, ότι εις τον Aπόστολον τούτον Aνδρέαν, εγκωμιαστικόν λόγον πλέκει ο θείος Xρυσόστομος, σωζόμενον εν τη Iερά Mονή του Παντοκράτορος και εν τη των Iβήρων, ου η αρχή· «Tον πρωτόκλητον της αποστολικής». Oμοίως και Nικήτας ο Pήτωρ, ου η αρχή· «Πάσι μεν τοις του Θεού λόγου φίλοις». (Σώζεται εν τη Λαύρα, εν τω Kοινοβίω του Διονυσίου, εν τη Iερά Mονή του Bατοπαιδίου και τη των Iβήρων.) Υπόμνημα δε συνέγραψεν εις αυτόν και ο Mεταφραστής, ήτοι τον ελληνικόν Bίον του, ου η αρχή· «Άρτι του παιδός Ζαχαρίου». (Σώζεται εν τοις τετυπωμένοις Mηναίοις.) Εν δε τη Mεγίστη Λαύρα σώζονται και αι περίοδοι αυτού και η τελείωσις, ων η αρχή· «Άπερ τοις οφθαλμοίς ημών εθεασάμεθα πάντες».

(από το βιβλίο: Αγίου Νικοδήμου Αγιορείτου Συναξαριστής των δώδεκα μηνών του ενιαυτού. Τόμος Α´. Εκδόσεις Δόμος, 2005)

Ό Γερμανός άφησε την κοπέλα μπροστά στον ίερέα μέ τά υψωμένα χέρια(Μιά συγκλονιστική ιστορία με τον Γέροντα Πορφύριο)……….


…κάποια μέρα, στον καιρό τής Κατοχής, ό Γέρων Πορφύριος περπατούσε προς τήν περιοχή του Λυκαβητ τού. Έκεΐ πού βάδιζε, αντικρίζει ένα δυσάρεστο θέαμα.

Ένας Γερμανός στρατιώτης σκοπός είχε στριμώξει κοντά στό υπόστεγο ενός σπιτιού μία κοπέλα και ήθελε νά τήν ατιμάσει. Εκείνη έμοιαζε με όρνιθα, πού είχε πέσει στά χέρια γερακιοϋ. Στό πρόσωπο της και στις κι νήσεις της ήταν ζωγραφισμένη ή οδύνη. «Αφηνε νά βγαί νουν άπό το στόμα της κάποιες αδύναμες φωνές αγω νίας και πόνου. Ό Γερμανός προσπαθούσε με διάφορα γλυκόλογα νά τήν ηρεμήσει. 

Στό μεταξύ ή γειτονιά πήρε είδηση τό γεγονός και όλοι άπό τά παράθυρα και άπό τις πόρτες κοιτούσαν τι θά απογίνει. Έβλεπαν στό μεταξύ και έναν ιερέα νά βαδίζει προς τά εκεί.

Ό πατήρ Πορφύριος μόλις βρέθηκε απέναντι στή συγκλονιστική αυτή σκηνή, δοκίμασε μεγάλο ψυχικό πόνο. Έπρεπε νά βρεθεί τρόπος νά σώσει τήν κόρη. Αψηφώντας τον κίνδυνο πού διέτρεχε άπό τό σκληρό Γερμανό, κατευθύνει τά βήματα του κοντά του. Μέσα του προσευχόταν έντονα νά εκδηλωθεί ή θεϊκή δύναμη. Μόλις πλησίασε αρκετά κοντά, σήκωσε τά χέρια ψηλά και έμοιαζε ή σάν νά εκλιπαρούσε τό Γερμανό ή σάν νά ζητούσε άπό τό Θεό νά δείξει τό έλεος του.

Και τό θέαμα ενός ιερέα μέ τά χέρια υψωμένα, ή φωτεινή μορφή τού προσώπου του και πιο πολύ ή θεϊκή δύναμη, πού έκρυβε μέσα του αυτός ό ιερέας, έκαναν τό θαύμα τους. Ό Γερμανός μαλάκωσε. Παραιτήθηκε άπό τό σκοπό του και άφησε ελεύθερη τήν κοπέλα.

Καθώς ό πατήρ Πορφύριος συνέχισε τό δρόμο του, οί άνθρωποι, πού άπό τά σπίτια τους παρακολουθούσαν τά συμβάντα, έδειχναν πώς ήθελαν νά επευφημήσουν. Και τό έκαναν όσο μπορούσαν και όσο επέτρεπε ή δύ σκολη εκείνη εποχή. [Ί 84π.]

Ανωνύμου μοναχού: Οπτασία (από τον β΄ λόγο της “Νηπτικής Θεωρίας”)

 

Κάποιος μοναχός παρακαλούσε τον Θεό να του δείξει την δόξα και την λαμπρότητα των Αγίων. Αξιώθηκε λοιπόν να δει το ποθούμενο κατ’ αυτόν τον τρόπο. Ήλθε άγγελος και του είπε: Όποιος αιτεί, λαμβάνει, και όποιος ζητάει, βρίσκει, και σ’ όποιον χρυπάει την πόρτα του ανοίγουν (πρβλ. Ματθ. ζ΄ 8), και αμέσως άνοιξε το δεξιό νοερό μάτι της ψυχής του αδελφού και είδε αυτήν την δόξα την θεϊκή και την άρρητη χαρά όλων των Αγίων, που απολαμβάνουν στον ουρανό. Έλεγε λοιπόν αυτός ο Μοναχός ότι είδε όλους τους Αγίους σ’ εκείνην την δόξα και μακαριότητα, στην οποία ο καθένας Άγιος έλαμπε ομοίως με τον αισθητό ήλιο, μ’ όσες ακτίνες έχει ο αισθητός ήλιος. όλοι δε οι άγιοι έψαλλαν με γλυκύτατη φωνή το “Αλληλούια”.

Λοιπόν, εάν εδώ ο ήλιος ακτινοβολεί και φωτίζει όλη την οικουμένη, που είναι ένα μόνον φωτεινό σώμα, άραγε εκεί στον ουρανό, που είναι χίλιες χιλιάδες και μύριες μυριάδες Άγιοι, λάμποντας και ακτινοβολώντας ο καθένας σαν τον ήλιο, πόση τάχα είναι εκείνη η λαμπρότητα; πόσες οι ακτίνες; πόση η φωτοχυσία; πόση η δόξα;

Και πάλι έλεγε ο Μοναχός εκείνος ότι όλοι οι Άγιοι, δέχονταν την λάμψη τους από την λαμπρότητα του Θεού, διότι μία ακτίνα της λαμπρότητος του Θεού ήταν και έμοιαζε με όλο τον ήλιο. Τώρα λοιπόν συλλογίσου και μόνος σου, αναγνώστα, όσο φθάνει και όσο απλώνεται η μικρή και περιορισμένη σου διάνοια πόσο τάχα και τι να είναι εκείνο το φως της Θεότητος και εκείνη η άρρητη και ανεξήγητη δόξα του αόρατου Θεού και ακατανόητου δημιουργού και πλάστου μας Κυρίου;

Παρομοίως και όταν μυρίσει ο εργάτης της νοεράς προσευχής κανένα τριαντάφυλλο ή κάποιο άλλο μυρωδικό, ή όταν παρατηρήσει κανένα άνθος από τα άνθη αγρού, πηγαίνει αμέσως η διάνοιά του σαν αστραπή στην άρρητη ευωδία που βγάζουν τα μοσχοβολούντα άνθη του Παραδείσου, τα οποία όταν θυμάται και μελετάει βρέχει το πρόσωπό του με δάκρυα. Και όσο αναστενάζει από το βάθος της καρδιάς, τόσο υψώνεται και απομακρύνεται από τα γήινα. Αναστενάζει επίσης, διότι, όχι μόνον επιθυμεί να απολαύσει τα ουράνια αγαθά του Παραδείσου, αλλά ακόμη θυμάται και τι είδους κόλαση έχουν εκείνοι που τα υστερούνται, επειδή είναι σίγουρο ότι κανείς βρίσκεται ή με τον Θεό στον ουρανό ή με τον διάβολο στα καταχθόνια.

Έλεγε ακόμη ο ίδιος εκείνος Μοναχός ότι, αφου είδε εκείνη την θαυμαστά δόξα των Αγίων, είδε μετά και τον φρικτό βασανισμό των κολασμένων. Έλεγε λοιπόν, όταν έπαυσε η ουράνια οπτασία της θεϊκής δόξας, καθώς έκλεισε το δεξιό μάτι της ψυχής, άνοιξε αμέσως το αριστερό μάτι, με το οποίο είδε την κόλαση σαν μια θάλασσα, η οποία ήταν τόσο βαθύτατη, όση είναι η απόσταση από την γη στον ουρανό.

Ήταν ακόμη, έλεγε, εκείνη η θάλασσα της κόλασης σκοτεινότατη και πυκνότατη μέσα στην οποία ανακατεύονταν οι κολασμένοι, όπως ανακατεύονται τα όσπρια στο σκεύος όταν βράζουν. Βράζοντας εκείνη η κόλαση όπως βράζει το νερό, άλλοτε ύψωνε τον ένα πάνω, άλλοτε ρουφούσε τον άλλο κάτω, και από έναν φαινόταν μόνον το χέρι, από άλλον μόνον η κεφαλή, και από άλλον το πόδι, και ο ένας φώναζε το “αλλοίμονο! αλλοίμονο!”, με ελεεινή φωνή, ο άλλος πάλι καταριόταν και βλασφημούσε εκείνον που του έγινε η αιτία και κολάστηκε.

Με τόση αγανάκτηση και με τέτοιο θυμό αγανακτούσε και θύμωνε ο ένας εναντίον του άλλου, ώστε αν ήταν δυνατό να πιαστούν μεταξύ τους, θα ξεσκίζονταν ο ένας με τον άλλον, με τα δόντια τους, όπως οι σκύλοι όταν μαλώνουν. Εκεί ο πόρνος θύμωνε κατά της πόρνης, διότι αυτή του έγινε αιτία και κολάστηκε. Και πάλι, η πόρνη θύμωνε και βλασφημούσε τον πόρνο, διότι αυτός έγινε αιτία και κολάστηκε.

Και πάλι οι γονείς κινούνταν με αμέτρητη μανία κατά των παιδιών τους, διότι θέλοντας να τους πλουτίσουν και να τους αναπαύσουν στην ζωή τους, κολάστηκαν εκείνοι. Εκει θύμωναν τα παιδιά κατά των γονέων, επειδή τους άφηναν να κάνουν, ό,τι θέλουν και δεν τους οδηγούσαν στον φόβο του Κυρίου. Και, με συντομία να πούμε, εκεί υπήρχε μεγάλη ανωμαλία και ακαταστασία και ανυπόφορη δυσωδία.

Τα οποία όλα αυτά και τα όμοιά τους στοχαζόμενος ο κάθε καλός αγωνιστής αναστενάζει από το βάθος του εαυτού του, και όσο αναστενάζει, τόσο υψώνεται από τα γήινα προς τα ουράνια. Γι’ αυτό λοιπόν, όχι μόνον δεν πιάνεται από τις παγίδες που έχει στημένες ο διάβολος, αλλά γίνεται ακόμη θερμότερος στα νοητά και τα ουράνια, και τότε λέγεται κανείς απαθής και είναι αληθώς, διότι κανένα διαβολικό πάθος δεν έχει τόπο σ’ αυτόν.

Αλλά εκείνος που δεν εργάζεται την εργασία της νοεράς προσευχής με συντετριμμένη την καρδιά, δεν είναι έτσι. Αυτός αμέσως μόλις δει κάποιο όμορφο πρόσωπο ή κάποιο άλλο ακριβό και όμορφο πράγμα της γης, νοιώθει αμέσως ηδονή η καρδιά του, σκλαβώνεται αμέσως σ’ αυτό ο λογισμός του, όπως σκαλώνεται το ψάρι στο αγκίστρι, και τρέχει στην απόλαυσή του όπως ο σκύλος στο κρεοπωλείο βιαζόμενος και αγωνιζόμενος, πώς να το απολαύσει, καθώς λέγει: “Και επεθύμει γεμίσαι την κοιλίαν αυτού από των κερατίων, ων ήσθιον οι χοίροι” (Λουκ. ιε΄16), από τους οποίους ας λυτρωθούμε με την χάρη και φιλανθρωπία του Κυρίου μας Ιησού Χριστού, στον οποίο ανήκει η δόξα και η εξουσία εις τους αιώνας των αιώνων. Αμήν.

****************************************

πηγή: Ανωνύμου μοναχού, Νηπτική Θεωρία -Ορθόδοξη Πατερική Γραμματεία

 

ΔΙΗΓΗΣΕΙΣ για τον ιερό ναό της Κοιμήσεως της Υπεραγίας Θεοτόκου των Σπηλαίων


Η θεοφρούρητη εκκλησία των Σπηλαίων δοξάστηκε από τον Κύριο με αξιοθαύμαστα σημεία και κατά τον εγκαινιασμό της, τον Αύγουστο του 1089 , όταν ηγεμόνας στο Κίεβο ήταν ο Βσέβολοντ Γιαροσλάβιτς και ο μητροπολίτης ο Ιωάννης Β΄.
Να τι έγινε ακριβώς:
Μόλις τελείωσε η αγιογράφηση του ναού, οι αδελφοί της Λαύρας θέλησαν να κάνουν τα εγκαίνιά του. Άρχισαν τις ετοιμασίες, αλλά δεν εύρισκαν μονοκόμματη μαρμάρινη πλάκα, κατάλληλη για την αγία τράπεζα του ιερού. Μετά από πολλές και άκαρπες προσπάθειες, κι ενώ κανένας τεχνίτης δεν αναλάμβανε να ετοιμάση μια τόσο μεγάλη πλάκα, αποφάσισαν να κατασκευάσουν μια ξύλινη και μ’ αυτή να εγκαινιάσουν το ναό.
Ο μητροπολίτης Ιωάννης όμως δεν θεωρούσε σωστό να εγκαινιαστή με ξύλινη πλάκα ένας ναός όχι μόνο τόσο μεγαλόπρεπος, αλλά και θεοϊδρυτος και σημειοφόρος. Καθυστερούσε λοιπόν να καθορίση μέρα την εγκαινίων. Αλλ’ αυτή η χρονοτριβή έριξε σε μεγάλη θλίψη τον ηγούμενο Ιωάννη και τους αδελφούς .
Στις 13 Αυγούστου το απόγευμα οι πατέρες άνοιξαν την εκκλησία για τον εσπερινό. Και τι βλέπουν! Μπροστά στο ιερό – ω των θαυμασίων Σου, Κύριε! – μια μεγάλη μαρμάρινη πλάκα και τέσσερις μαρμάρινες κολόνες, ό,τι ακριβώς χρειαζόταν για την κατασκευή της αγίας τραπέζης!
Χωρίς καθυστέρηση ειδοποίησαν τον μητροπολίτη. Κι εκείνος, αναπέμποντας ευχαριστίες στον Κύριο, έδωσε εντολή να ετοιμαστούν για τα εγκαίνια την άλλη κιόλας ημέρα.
Πολλοί προσπάθησαν να εξακριβώσουν από πού, από ποιόν και με ποιο τρόπο ήρθε ξαφνικά η πλάκα εκείνη στην κλειστή εκκλησία. Μάταια όμως. Οι πατέρες της Λαύρας διέδωσαν παντού ότι θα έδιναν αμοιβή τρία ασημένια νομίσματα στον τεχνίτη που θ’ αποδείκνυε ότι κατασκεύασε την πλάκα. Όσο κι αν έψαξαν όμως, όσο κι αν περίμεναν , ο μάστορας δεν βρέθηκε. Ήταν φανερό πως ο ίδιος ο Κύριος, ο προνοητής κάθε καλού, φρόντισε να φέρη στη μονή την αγία τράπεζα, όπου θα παρέθετε το άχραντο Σώμα Του και το τίμιο Αίμα Του.
Ο μητροπολίτης Ιωάννης έπεσε σε θλίψη, γιατί την άλλη μέρα , 14 Αυγούστου, θα έκανε τα εγκαίνια της εκκλησίας μόνος του, χωρίς τη συμμετοχή και άλλων αρχιερέων. Να καλέση τους επισκόπους του των γειτονικών επαρχιών ήταν αδύνατο, λόγω των μεγάλων αποστάσεων. Τι θα έκανε λοιπόν; Τίποτε άλλο, από το να εγκαινιάση το ναό μόνος…
Την άλλη μέρα όμως, λίγο πριν αρχίση η τελετή, παρουσιάστηκαν στη μονή οι επίσκοποι Ιωάννης του Τσερνιγώφ, Αντώνιος του Γιούργιεφ, Λουκάς του Μπέλγκοροντ και Ησαΐας του Ροστώφ.
Έκπληκτος από τον απροσδόκητο ερχομό τους ο μητροπολίτης Ιωάννης τους ρώτησε:
– Πώς ήρθατε , αφού δεν μπόρεσα να σας ειδοποιήσω;
Οι επίσκοποι τον κοίταξαν με απορία και αποκρίθηκαν:
– Μα, Βλαντίκα, αφού ήρθε και μας βρήκε ένας νεαρός μοναχός, απεσταλμένος σου! «Στις 14 Αυγούστου», μας είπε, «θα γίνουν τα εγκαίνια της εκκλησίας των Σπηλαίων. Ετοιμαστήτε να πάτε και να συλλειτουργήσετε μαζί με το μητροπολίτη Ιωάννη».
Μάλιστα ο επίσκοπος Αντώνιος του Γιούργιεφ πρόσθεσε:
– Και να σκεφτήτε ότι εγώ ήμουν άρρωστος μέχρι χθες το βράδυ. Ήρθε λοιπόν αυτός ο άγνωστός μου μοναχός και μου είπε: «Αύριο θα γίνουν τα εγκαίνια της εκκλησίας των Σπηλαίων. Να είσαι εκεί». Δεν πρόλαβα να του εξηγήσω πως είμαι άρρωστος , γιατί εξαφανίστηκε. Αλλά τι να δω! Ενώ μέχρι τότε δεν μπορούσα να σταθώ στα πόδια μου, μετά την αναχώρηση του μοναχού σηκώθηκα όρθιος κι ένιωθα υγιέστατος! Ξεκίνησα αμέσως για το Σπήλαιο, και να, είμαι εδώ σύμφωνα με την εντολή σου!
Ο μητροπολίτης Ιωάννης θέλησε ν’ αρχίση έρευνες για να βρη τους μοναχούς που ειδοποίησαν τους επισκόπους. Δεν πρόλαβε όμως. Γιατί τον καθήλωσε μια φοβερή φωνή, που ακούστηκε από τον ουρανό:
– «Εξέλιπον οι εξερευνώντες εξερευνήσεις»!
Γεμάτος δέος ο ιεράρχης ύψωσε τα χέρια προς τον ουρανό και είπε:
– Ω παναγία, Κυρία Θεοτόκε! Όπως κατά την αγία κοίμησή σου κάλεσες τους αποστόλους από τα πέρατα της οικουμένης για να παραβρεθούν στη σεπτή ταφή σου, έτσι και τώρα κάλεσες τους διαδόχους των αποστόλων και συλλειτουργούς μου για τα εγκαίνια του ιερού ναού σου! Ευλόγησε το έργο μας για τη δόξα του Θεού και τη δική σου!
Ιερό ρίγος διαπέρασε όλους τους δούλους του Θεού- επισκόπους, ιερείς, μοναχούς, λαϊκούς- που αυθόρμητα και με δάκρυα κατανύξεως φώναζαν:
– Κύριε ελέησον! Υπεραγία Θεοτόκε σώσον ημάς!…
Αλλά να! Θαύματα ακολουθούσαν τα θαύματα, Γιατί σε λίγο, ενώ γινόταν η ακολουθία των εγκαινίων, την ώρα που βρίσκονταν όλοι έξω από το ναό κι έκαναν γύρω του την καθιερωμένη λιτανεία, συνέβη κι άλλο παράδοξο.
Όταν πλησίασαν στην κλεισμένη πύλη της εκκλησίας, ψάλλοντας το «άρατε πύλας, οι άρχοντες ημών, και επάρθητε, πύλαι αιώνιοι, και εισελεύσεται ο βασιλεύς της δόξης», κανείς δεν είχε μείνει μέσα για να ρωτήσει το «τις εστιν ούτος ο βασιλεύς της δόξης».
Σιωπή αμηχανίας επικράτησε για λίγα δευτερόλεπτα.
Και αμέσως μετά ακούστηκε μια υπέροχη, μυριόστομη ψαλμωδία από το εσωτερικό του ναού:
– «Τις εστιν ούτος ο βασιλεύς της δόξης;»
– «Κύριος κραταιός και δυνατός , Κύριος δυνατός εν πολέμω, Κύριος των δυνάμεων, αυτός εστιν ο βασιλεύς της δόξης».
Τι θείο μέλος ήταν εκείνο! Όλοι τ ’ άκουγαν συνεπαρμένοι, νομίζοντας πως βρίσκονται όχι στη γη, μα στον ουρανό.
Μόλις όμως μπήκαν στην εκκλησία δεν βρήκαν κανένα μέσα! Ήταν άδεια…
Κατάλαβαν τότε πως ο Κύριος είχε επιτελέσει ένα ακόμα θαυμαστό σημείο, στέλνοντας αγγέλους να διακονήσουν στον εγκαινιασμό του ναού της Παναγίας Μητέρας Του.

Από το βιβλίο: «ΠΑΤΕΡΙΚΟΝ
ΤΩΝ ΣΠΗΛΑΙΩΝ ΤΟΥ ΚΙΕΒΟΥ»
Απόδοση από τα ρωσικά
Αρχιμ. Τιμοθέου
Καθηγουμένου Ι. Μονής Παρακλήτου
ΕΚΔΟΣΗ Β΄
ΕΚΔΟΣΕΙΣ ΙΕΡΑΣ ΜΟΝΗΣ ΠΑΡΑΚΛΗΤΟΥ
ΩΡΩΠΟΣ ΑΤΤΙΚΗΣ 1990