Αρχείο

Archive for the ‘AΡΘΡΑ ΙΩΑΝΝΗ ΚΑΡΔΑΣΗ’ Category

Ο Άγιος Ιωάννης ο Θεολόγος και η Αποκάλυψη.


Ἰωάννη Καρδάση, Χημικού – Οικονομολόγου
Ο Ιωάννης, είναι μια πολύ μεγάλη μορφή της Εκκλησίας μας, είναι ένας από τους 12 Αποστόλους, ο μαθητής ο αγαπημένος του Ιησού. Με το ιστορικό πρόσωπο του Ιωάννη είχαμε ασχοληθεί με σχετικό αφιέρωμα στην μεγάλη αυτή θεολογική μορφή. Στην τωρινή μας παρουσίαση θα καταγράψουμε λίγα λόγια για το έργο του και ιδιαίτερα την φοβερή αποκάλυψη των εσχάτων που δέχτηκε από τον ίδιο τον Κύριο, που είχε ο ίδιος γνωρίσει.
Τα έργα του Ιωάννη είναι τρία:
α. Το Ευαγγέλιο του, που το έγραψε στην Έφεσο και αποτελεί το θεολογικό ευαγγέλιο για την ενσάρκωση του Θεού Λόγου: “Εν αρχή ην ο Λόγος και ο Λόγος ην προς τον Θεόν και Θεός ην ο Λόγος” είναι η φοβερή εκείνη πρόταση που εκφράζει όλη την θεολογία της θεότητας του 2ου προσώπου της Αγίας Τριάδας. Και παρακάτω αναφέρει τον δημιουργό του σύμπαντος κόσμου και ότι τίποτε δεν έχει γίνει από όσα έχουν γίνει χωρίς τη θέλησή Του: “Πάντα δι’ αυτού εγένετο, και χωρίς αυτού εγένετο ουδέ εν ο γέγονεν”.
β. Οἰ τρεις επιστολές του: Η πρώτη και εκτενέστερη προς τις εκκλησίες της Μ. Ασίας, η δεύτερη προς την «Κυρία», όπως ονομάζει την Εκκλησία γενικώς και η τρίτη προς κάποιον ονόματι Γάιο τον Πρεσβύτερο. Και
γ. Η Αποκάλυψη που έγραψε στην Πάτμο και απευθύνεται στις επτά Εκκλησίες της Μ. Ασίας, μια οπτασία προφητειών για το τέλος του κόσμου. Σε κάθε περίπτωση, η Αποκάλυψη γράφτηκε σε μια εποχή σχεδόν απόλυτης Ρωμαϊκής κυριαρχίας στη λεκάνη της Μεσογείου. Ο Ιωάννης οραματιζόταν την πτώση της Ρώμης, δανειζόμενος σκηνές κοσμικής καταστροφής από την πρόσφατη πτώση της Ιερουσαλήμ. Στο κείμενο αυτό θα αφιερώσουμε κάποιες γενικές αναφορές:
Είναι γεγονός, ότι η Αποκάλυψη δεν μπορεί να ερμηνευθεί πλήρως και συχνά γίνονται παρεξηγήσεις για το ιερό αυτό βιβλίο. Γι’ αυτό και ιδιαίτερα το χρησιμοποίησαν ή μάλλον έκαναν τη χειρότερη χρήση του ποικίλες αιρέσεις και ευφάνταστοι ψευδοπροφήτες. Πολλοί βλέπουν σ’ αυτό μόνον εικόνες καταστροφής, κατακλυσμούς, συμφορές και τρόμους. Αλλά ο σκοπός της Αποκάλυψης δεν είναι να εμπνεύσει τον φόβο, τον τρόμο και την δειλία, γιατί αυτά δεν είναι μέσα στο πνεύμα της Καινής Διαθήκης, που μιλάει για ελεύθερους ανθρώπους και όχι για δούλους και για έναν Θεό της Αγάπης και όχι της καταστροφής.
Η λέξη Αποκάλυψη σημαίνει την φανέρωση του θελήματος του Θεού. Με την φράση «Αποκάλυψις Ιησού Χριστού», αρχίζει το θεόπνευστο αυτό βιβλίο, δηλαδή φανέρωση του θελήματος του Ιησού Χριστού, από τον ίδιο τον Ιησού Χριστό και έχει σκοπό να φανερώσει ύψιστες και σωτήριες αλήθειες, που θα συμβούν οπωσδήποτε στο πέρασμα των αιώνων και δηλώνουν την παρουσία του Θεού μέσα στον κόσμο. Ο Θεός διευθύνει, προνοεί και οδηγεί τον κόσμο προς την σωτηρία μέσα από διάφορους δρόμους και παρά την φαινομενική ίσως απουσία ή πολλές φορές αδυναμία του θυσιαζόμενου Αμνού, δηλαδή του Υιού του Θεού, τελικά φανερώνεται, ότι το «Αρνίον» είναι μεν «εσφαγμένον», αλλά πάντοτε «όρθιον».
Βέβαια η εποχή που γράφτηκε η Αποκάλυψη έχει ορισμένα χαρακτηριστικά, που τα παρουσιάζει κάθε εποχή λίγο ή πολύ. Ο Χριστιανισμός αντιμετώπιζε τότε, αλλά και τώρα δεν παύει να αντιμετωπίζει συχνά, έναν κόσμο απάνθρωπο, εχθρικό και βίαιο, όπου οι δυνάμεις του κακού κυριαρχούν και κατευθύνουν τις τύχες του και πολεμούν με λύσσα τις δυνάμεις του καλού, που εκφράζονται από την Εκκλησία. Αλλά και η ίδια η Εκκλησία τότε, όπως και τώρα περνάει κρίσιμες ώρες, γιατί δεν διαθέτει τον πρώτο της ζήλο, τη φλόγα της πίστης, τη θέρμη της αγάπης του αρχέγονου Χριστιανισμού των κατακομβών και τα μέλη της, που είναι άνθρωποι αδύναμοι παρασύρονται από τις σειρήνες του ευδαιμονισμού και ξεχνούν ή πολλές φορές διαστρεβλώνουν το μήνυμα της αγάπης του Θεανθρώπου. Γι’ αυτό υπάρχουν και τα τρομακτικά μηνύματα στο κείμενο, όπου ο προφητικός λόγος φαίνεται σκληρός, μαχαίρι κοφτερό, αλλά που μέσα από τις φοβερές σκηνές αναδύεται το μήνυμα της ελπίδας, το φως μέσα στο σκοτάδι, όπου ο Χριστός ο σταυρωθείς και αναστάς, ο «Μάρτυς ο ζων και αληθινός», θριαμβεύει και θα θριαμβεύει πάντοτε πάνω στις δυνάμεις του σκότους και παρά την φαινομενική κυριαρχία του κακού, η τελική νίκη θα είναι η νίκη του «Αρνίου». Η ελπίδα που μεταδίδεται μέσα από τις αλληγορικές σκηνές, που εμφανίζονται στο ιερό κείμενο, δεν είναι ελπίδα άπιαστη, απατηλή, ρομαντική ή εξωπραγματική. Είναι μια ελπίδα πραγματική, τωρινή, ψηλαφητή, που αποδιώχνει τον φόβο, την θλίψη, τον θάνατο και προσφέρει τη χαρά, τη ζωή, τη γαλήνη στην επίγεια ζωή και την ανταμοιβή στην επουράνια.
Επικρατεί γενικά η αντίληψη -και όχι χωρίς λόγο- ότι είναι ένα κείμενο ακατάληπτο και ανερμήνευτο. Γι’ αυτό και πολλοί, που κατά καιρούς επιχείρησαν να το ερμηνεύσουν, το επικάλυψαν μάλλον παρά το αποκάλυψαν. Είναι γεγονός ότι δεν μπορεί να ερμηνευθεί πλή ρως, το μαρτυρεί ο προφητικός χαρακτήρας του, γι’ αυτό και οι Άγιοι Πατέρες είναι εδώ επιφυλακτικοί. Δεν καταγίνονται με το ιερό βιβλίο της Αποκαλύψεως. Δείγμα της ταπεινοφροσύνης τους. Όσοι θέλησαν να καθορίσουν ακριβείς χρονολογίες για το τέλος του κόσμου, συγκεκριμένα πολιτικά και ιδεολογικά καθεστώτα, πολέμους, σφαγές, λιμούς, λοιμούς, θεομηνίες, μεγάλες καταστροφές και πρόσωπα αντιχρίστων, στο τέλος τίποτα δεν αποκάλυψαν από όσα ο ίδιος ο Ευαγγελιστής μας φανέρωσε. Είναι λάθος ορισμένων ερμηνευτών να αναζητούν λεπτομέρειες για τις φάσεις της πνευματικής αυτής πάλης σε κάθε εποχή και μάλιστα στην σημερινή και μολονότι τα διάφορα γεγονότα τους διαψεύδουν, εν τούτοις αυτοί δεν δείχνουν να συνετίζονται. Αντίθετα άλλοι σοβαροί ερμηνευτές δεν επιχείρησαν να ερμηνεύσουν την Αποκάλυψη «εξ αποκαλύψεως» φοβούμενοι τους αποκαλυπτικούς ακροβατισμούς, αλλά διέτριψαν περισσότερο στα πνευματικά μηνύματα, στη διακρίβωση των θρησκευτικών και θεολογικών νοημάτων και άφησαν όλα τα άλλα στην σοφία του Θεού.
Αλλά η Αποκάλυψη δεν είναι μόνο προφητικό βιβλίο, είναι και ιστορικό. Για τον Ευαγγελιστή Ιωάννη το μέλλον είναι ήδη παρόν και το παρόν προδικάζει το μέλλον. Διηγείται γεγονότα της Εκκλησίας του παρόντος χρόνου, αναφέρει όμως και παρελθόντα και μέλλοντα, αλλά το κέντρο βάρους πέφτει στους έσχατους καιρούς, όπου κεντρικό σημείο αποτελεί η έλευση του Χριστού και δίνεται απάντηση στο πρόβλημα της καθυστέρησης της Δευτέρας Παρουσίας. Στο τελευταίο αυτό ζήτημα υπάρχει μεγάλη διαφορά στον τρόπο αντιμετώπισής του από τους πιστούς τότε, σε σχέση προς τους πιστούς σήμερα. Η πραγματοποίηση της ελπίδας του Ευαγγελίου συνδέονταν στον αρτιγέννητο χριστιανισμό προς την εγγύς ή οσονούπω έλευση της Βασιλείας, ενώ σήμερα, ύστερα από αιώνες ύπαρξης της Εκκλησίας, η σύνδεση αυτή δεν έχει τον επείγοντα χαρακτήρα που είχε αρχικά. Ο σημερινός χριστιανός έχει ανάγκη ενημέρωσης ως προς την προσδοκία της παρουσίας του Χριστού κατά τους αρχικούς χρόνους της Εκκλησίας, αλλιώτικα δυσκολεύεται να αντιληφθεί καταστάσεις όπως αυτή που ανακλάται και αντιμετωπίζεται από την Αποκάλυψη του Ιωάννη. Πρέπει π.χ. να λάβουμε υπόψη μας πως η τότε χριστιανική αντίληψη περί της εγγύς έλευσης του Ιησού στηριζόταν σε μια γενικότερη στον τότε κόσμο αντίληψη, πως δηλαδή πλησιάζει κάποιο τέλος του κόσμου στην μορφή που τον ξέρουμε, έτσι το χριστιανικό κήρυγμα, πως ο παλαιός αιών τελειώνει και έρχεται με τον Χριστό ο νέος γινόταν εύκολα δεκτό και κατανοητό όχι μόνο από τους Ιουδαίους αλλά και από τους Εθνικούς, χωρίς να απαιτούνται ιδιαίτερες διευκρινίσεις.
Εκτός όμως από τον προφητικό και τον ιστορικό χαρακτήρα της Αποκάλυψης έχουμε και τον ηθικό, τον θεολογικό, τον οντολογικό και τον δραματικό χαρακτήρα της. Η προφητεία δεν είναι αυτοσκοπός, αλλά το μέσο για να φθάσει κανείς στον κύριο στόχο που είναι η πίστη, η αγιότητα και η σταθερότητα στην αρετή. Η θεολογική της αξία είναι ανυπέρβλητη. Με συμ-βολικές εικόνες παρουσιάζει την εσχατολογική διδασκαλία της Κ. Διαθήκης, την διδασκαλία δηλαδή για το τέλος του κόσμου, τη μέλλουσα κρίση και την ανταπόδοση του Θεού. Αυτό διακηρύττεται στο 7ο άρθρο του Συμβόλου της Πίστεως, όπως το καθόρισε η Α΄ Οικουμενική Σύνοδος σχετικά με τον Κύριό μας: «Και πάλιν ερχόμενον μετά δόξης κρίναι ζώντας και νεκρούς» και όπως το συμπλήρωσε η Β΄ Οικουμενική Σύνοδος, για να αντιμετωπίσει τις χιλιαστικές τάσεις που προέκυψαν από το σχετικό χωρίο της Αποκάλυψης, με την φράση: «ου της βασιλείας ουκ εσταί τέλος». Η έλευση του Κυρίου, η προσδοκία της ανάστασης των νεκρών και η αιώνια ζωή αποτελούν βασικές αλήθειες της Ορθόδοξης Πίστης.
Η Αποκάλυψη λοιπόν αποτελεί την μεγαλοπρεπή κατακλείδα της Αγίας Γραφής. Γνωστό είναι ότι η Αγία Γραφή αρχίζει με την Γένεση, όπου εξιστορείται η δημιουργία του κόσμου και η αρχή της ιστορίας και όπου βρίσκονται οι πρώτες ενέργειες του Θεού στον κόσμο και όπου Αυτός προσφέρει τις πρώτες ελπίδες για τον ερχομό του Λυτρωτή. Το Ιερό Βιβλίο τελειώνει με την Αποκάλυψη, όπου παρουσιάζεται η πορεία της Εκκλησίας, η κρίση του κόσμου και ο τελικός θρίαμβος της πίστης και όπου καταγράφονται οι τελευταίες ενέργειες του Θεού δια του Ιησού Χριστού, για την ανακαίνιση των πάντων, την εξάλειψη των δεινών της αμαρτίας και τον θρίαμβο των δικαίων, ο οποίος και καταγράφεται στο κα΄ 3-5: «και ήκουσα φωνής μεγάλης εκ του ουρανού λεγούσης, ιδού η σκηνή του Θεού μετά των ανθρώπων, και σκηνώ-σει μετ’ αυτών, και αυτοί λαοί αυτού έσονται, και αυτός ο Θεός εσταί μετ’ αυτών, και εξαλείψει ο Θεός παν δάκρυον από των οφθαλμών αυτών, και ο θάνατος ουκ εσταί έτι, ούτε πένθος ούτε κραυγή ούτε πόνος ουκ εσταί έτι, ότι τα πρώτα απήλθον.»
Μία σύντομη ανάλυση του ιερού βιβλίου, παρά τις όποιες δυσκολίες στην ερμηνεία του δεν παύει να φανερώνει τον σκοπό του. Απευθύνει ισάριθμες επιστολές στις επτά Εκκλησίες της Μ. Ασίας (Εφέσου, Σμύρνης, Περγάμου, Θυατείρων, Σάρδεων, Φιλαδελφείας, Λαοδικείας) και μέσω αυτών σ’ ολόκληρη την Εκκλησία και τους πιστούς της και τους φανερώνει αυτά που πρόκειται σύντομα να συμβούν, «α δει γενέσθαι εν τάχει». Η φράση αυτή περιέχει την βεβαιότητα της σύντομης πραγματοποίησης της θείας βουλής, που δεν είναι άλλη από την ολοκλήρωση της σωτηρίας του ανθρώπου, αυτή δε η θεία επιθυμία διακατέχει όλα τα γεγονότα και διατρέχει όλες τις εικόνες, που είναι συγκλονιστικές. Δεν είναι θεία δέσμευση, αλλά θεία προειδοποίηση γιατί για το Θεό: «… μια ημέρα παρά Κυρίω ως χίλια έτη και χίλια έτη ως ημέρα μια» (Πέτρου Β΄ 3, 8). Για τους πιστούς ισχύει το «εγγύς» της έλευσης του Κυρίου, γιατί βραχύς είναι ο χρόνος της γήινης παρουσίας των και η εκδημία των είναι ουσιαστικά η ημέρα της μερικής και της γενικής κρίσης και Δευτέρας παρουσίας, οπότε θα πρέπει πάντα να είναι έτοιμοι, γιατί ανά πάσα στιγμή μπορεί να παρουσιαστούν ενώπιον του Κυρίου. Τα κοσμοϊστορικά γεγονότα της σωτηρίας αρχίζουν άμεσα και θα συνεχίζονται μέχρι της συντέλειας των αιώνων και όσοι επιχειρούν κατά καιρούς ακριβείς χρονικούς προσδιορισμούς πάντα πέφτουν έξω με προεξάρχοντες προτεστάντες φουνταμενταλιστές και μάρτυρες του Ιεχωβά, οι οποίοι περιεργάζονται με κάθε λεπτομέρεια τα θεία απόρρητα, που βέβαια δεν προσφέρουν τίποτε στην ψυχική σωτηρία, ο δε Κύριος το λέγει ξεκάθαρα: «ουχ υμών εστί γνώναι χρόνους ή καιρούς ους ο Πατήρ έθετο εν τη ιδία εξουσία» (Πραξ. 1. 7), αλλά και: «περί της ημέρας εκείνης ή της ώρας ουδείς οίδεν, ουδέ οι άγγελοι εν ουρανώ, ουδέ ο υιός, ει μη ο Πατήρ» (Μαρκ. 13, 32). Άρα τον ακριβή χρόνο που θα συμβεί η συντέλεια του κόσμου κανένας δεν γνωρίζει και δεν θα πρέπει να γνωρίζει, η δε άγνοια αυτή έχει μεγάλη χρησιμότητα, γιατί γίνεται αφορμή για συνεχή νήψη και εγρήγορση, άσκηση αρετής, ηθική καλλιέργεια και αδιάκοπο πνευματικό αγώνα και έτσι απομακρύνεται ο κίνδυνος αδράνειας και εφησυχασμού. «Τι γαρ όφελος, ειπέ μοι, μαθείν την ημέραν του τέλους; Αγνοείν δε ταύτην συμφέρει, ίνα πάσαν ημέραν εκείνην είναι νομίζοντες, έτοιμοι προς ταύτην τυγχάνομεν γρηγορούντες, και τον Κύριον ημών περιμένοντες» (Ισίδωρος Πηλουσιώτης).
Αλλά και το άλλο μεγάλο θέμα της παρουσίας του Αντιχρίστου και του σφραγίσματος των πιστών έγινε αφορμή μιας ξέφρενης κούρσας ανακάλυψής του και ανησυχίας για την απώλεια της Χάριτος του Αγίου Πνεύματος για όσους σφραγισθούν, όπως μερικοί ισχυρίζονται. Αντί όμως να ανησυχούν οι πιστοί για την σφραγίδα του Αντιχρίστου, θα πρέπει πιο πολύ να προσέξουν να μην ξεθωριάζει η σφραγίδα του Χριστού, που παίρνουν με το Άγιο Βάπτισμα και αυτό γίνεται, όταν με την ζωή τους βλασφημούν το Πνεύμα το Άγιον, «εν ω εσφραγίσθημεν εις ημέραν απολυτρώσεως» (Εφεσ. 4. 30). Αγωνιούν ορισμένοι μήπως και άθελά τους έχουν σφραγιστεί, ενώ πιθανόν να μην έχουν συνειδητοποιήσει, ότι πράττουν ή ανέχονται τα έργα του Αντιχρίστου. Τους απασχολεί ο ερχομός του Αντιχρίστου και δεν τους ενδιαφέρει η παρουσία ή η απουσία του Κυρίου, που χωρίς Αυτόν, δηλαδή χωρίς την παρουσία του Σταυρού στην σύγχρονη ζωή χάνεται το πνεύμα της θυσίας Εκείνου.
Οι πιστοί Χριστιανοί δεν έχουν δικαίωμα να είναι ηττοπαθείς, καθότι και ισχυροί είναι και δυνατοί. «Μείζων ο εν υμίν ή ο εν τω κόσμω», γι’ αυτό και «νενικήκαμεν τον πονηρόν», τον έχουν ήδη συντρίψει, όχι με τις δικές τους δυνάμεις, αλλά με την δύναμη Εκείνου, που «εξήλθε νικών και ίνα νικήση». Αυτό είναι και το κατ’ εξοχήν μήνυμα της Αποκάλυψης.
Περατούμενης της προσπάθειας για μια συνοπτική ερμηνεία του προφητικού αυτού βιβλίου, επιχειρείται να δοθεί το βασικό μήνυμα, που μπορεί να υποψιαστεί κανείς. Κυρίαρχο πρόσωπο είναι το εσφαγμένο Αρνίο, το Α και το Ω, ο Κύριος και Παντοκράτωρ, ο Οποίος δημιούργησε τον κόσμο και κατευθύνει δυναμικά την πορεία του προς το αναπότρεπτο τέλος. Θέλημά Του είναι η προστασία των εκλεκτών από την λυσσαλέα επίθεση των δαιμονικών δυνάμεων, που ενεργούν στον κόσμο με πολλαπλή μορφή, όπως είναι η άθεη κοσμική εξουσία, η ανήθικη οικονομία, η αντίθετη ιδεολογία και προπαγάνδα, ο απάνθρωπος καταναλωτισμός κ.ά. Αποστέλλει στον κόσμο «πληγές», προκειμένου να δώσει σ’ αυτόν πολλαπλή ευκαιρία μετανοίας και επιτρέπει για περιορισμένο χρόνο στον «δράκοντα» να δοκιμάσει τους πιστούς.
Όταν έλθει η άγνωστη, αλλά βραχυπρόθεσμη στιγμή της παρουσίας του Χριστού, οπό-τε γίνεται η τελική σύγκρουση με το Σατανά και τους θιασώτες του, τότε αποκαθαίρεται ο κόσμος από τις δαιμονικές δυνάμεις και ανακαινίζεται. Ολόκληρη η καινή κτίση, η Εκκλησία των σεσωσμένων, συνάγεται γύρω από το θρόνο του Αρνίου, ατενίζει το πρόσωπό Του, αυγάζεται από αυτό και αναμέλπει ασίγαστα τον ύμνο του θριάμβου.
Η Αποκάλυψη δεν εξαγγέλλει απλώς ένα μήνυμα, ελεύθερο στην προκατάληψη, την αιρετική προπαγάνδα ή την φαντασίωση, αλλά «σημαίνει» προφητικά στο λειτουργικό γεγονός της Εκκλησίας τη «μυστική» και ωστόσο βέβαιη κατάληξη της Ιστορίας, την εγγύς βασιλεία του Θεού. Αυτή δε η «εγγύς» βασιλεία είναι υπόθεση χαράς και «εορτής ημέρα» για τους πιστούς, οι οποίοι εστερνιζόμενοι τα λόγια του Παύλου, χαίρονται και αγάλλουν για τον επικείμενο ερχομό του Αρνίου «Και τούτο, ειδότες τον καιρόν, ότι ώρα ημάς ήδη εξ ύπνου εγερθήναι. νυν γαρ εγγύτερον ημών η σωτηρία ή ότε επιστεύσαμεν. η νυξ προέκοψεν, η δε ημέρα ήγγικεν. Αποθώμεθα ουν τα έργα του σκότους και ενδυσώμεθα τα όπλα του φωτός. ως εν ημέρα ευσχημόνως περιπατήσωμεν, μη κώμοις και μέθαις, μη κοίταις και ασελγείαις, μη έριδι και ζήλω. αλλ’ ενδύσασθε τον Κύριον Ιησούν Χριστόν, και της σαρκός πρόνοιαν μη ποιείσθε εις επιθυμίας» (Ρωμ. 13. 11-14).

Η Θεία Λειτουργία(Σημειώσεις από το έργο του Αγίου Νικολάου Καβάσιλα «Ερμηνεία της Θείας Λειτουργίας» (PG τ. 150 στ. 368-492)


Ἰωάννη Καρδάση, Χημικού-Οικονομολόγου

- Στο μυστήριο της Βάπτισης γίνονται διάφοροι συμβολισμοί. Αυτοί μας διδάσκουν πόσο μεγάλο μίσος πρέπει να υπάρχει μέσα μας κατά του διαβόλου και πόσο πρέπει να τον αποστρέφεται εκείνος που μέλλει να είναι αληθινός Χριστιανός (α΄ 10). Το ερώτημα είναι αν πρέπει να μισούμε τον διάβολο, αφού ο ίδιος ο Θεός τον αγαπάει, ως δημιούργημά του. Βεβαίως πρέπει να τον αποστρεφόμεθα και να μισούμε τις διαβολές του, όχι όμως τον ίδιο.
- Σ’ εκείνους που έμελλε να δώσει ζωή αιώνια, εννοώ το ζωοποιό Του σώμα και αίμα, αυτούς διέταξε να προσφέρουν προηγουμένως εφόδια της φθαρτής ζωής, έτσι ώστε να πάρουμε ζωή αντί ζωής, αντί της πρόσκαιρης την αιώνια, και να φανεί η χάρη σαν αμοιβή και το αμέτρητο έλεος να έχει κάποιο στοιχείο δικαιοσύνης και να εκπληρωθεί εκείνο που είπε: «Θα βάλω το έλεός μου σε ζυγαριά» (Ησ. 28. 17) (δ΄ 2). Ερωτάται ποιους αφορά το προκείμενον του εσπερινού «Το έλεός σου Κύριε καταδιώξει με πάσας τας ημέρας της ζωής μου».
- Το πανάγιο Μύρο, το οποίο ο μακάριος Διονύσιος Αρεοπαγίτης λέγει ότι είναι ομοταγές (της αυτής τάξης) με τη Θεία Κοινωνία και αυτό τελείται και αγιάζεται με προσευχή και ότι το ίδιο το Μύρο είναι τελεστικό και αγιαστικό, δεν υπάρχει καμία αμφιβολία στους ευσεβείς (κθ΄ 11). Εφ’ όσον λοιπόν με τη Θεία Κοινωνία αφέονται αι αμαρτίαι, το ίδιο γίνεται με την επάλειψη με Ἀγιο Μύρο. Άφεση αμαρτιών δίδεται επίσης και με το Ευχέλαιο.
- Η θυσία, ούτε πριν αγιασθεί ο άρτος τελείται, ούτε μετά που θα αγιασθεί, αλλά την ίδια τη στιγμή του αγιασμού. Έτσι ισχύουν αναγκαστικά όλα όσα πιστεύουμε γι’ αυτήν και κανένα από αυτά δεν ακυρώνεται (λβ΄ 8). Άρα η θυσία τελείται την ίδια τη στιγμή του αγιασμού, δηλ. με το τρίτο Αμήν του Ἱερέα.
- Λέγοντας «Τα άγια τοις αγίοις» είναι σαν να λέγει: «Ιδού ο άρτος της ζωής, τον βλέπετε. Ελάτε λοιπόν να μεταλάβετε. Όχι όμως όλοι, αλλά όποιος είναι άγιος. «Διότι τα άγια επιτρέπονται μόνο στους αγίους». Αγίους εδώ εννοεί εκείνους που είναι τέλειοι στην αρετή, αλλά και εκείνους που αγωνίζονται να φθάσουν σ’ αυτήν την τελειότητα, αλλά ακόμη υστερούν. Διότι και αυτούς τίποτε δεν τους εμποδίζει να αγιάζονται καθώς μετέχουν των Μυστηρίων και να είναι από αυτή την άποψη άγιοι (λς΄ 1). Άρα άγιοι εδώ δεν είναι μόνον οι δοξασμένοι, αλλά οι φωτισμένοι και οι καθαρμένοι.
- Τι είναι εκείνο που αποκόβει αυτά τα μέλη από το άγιο εκείνο Σώμα. «Τα αμαρτήματά σας, λέγει, στέκονται εμπόδιο ανάμεσα σ’ εμένα και σας» (Ησ. 59.2). Τι λοιπόν, κάθε αμαρτία νεκρώνει τον άνθρωπο; Καθόλου, αλλά μόνο η θανάσιμη αμαρτία. Γι’ αυτό και λέγεται «προς θάνατον». Διότι υπάρχει και αμαρτία «ου προς θάνατον», σύμφωνα με τον μακάριο Ιωάννη (Ιω. Α΄ 5. 17). Γι’ αυτό οι βαπτισμένοι, αν δεν πέφτουν σε θανάσιμα αμαρτήματα που τους χωρίζουν από τον Χριστό και επιφέρουν θάνατο, δεν έχουν κανένα εμπόδιο να κοινωνούν και να μετέχουν του αγιασμού, διότι και στην πραγματικότητα και στην ονομασία εξακολουθούν να είναι ζωντανά μέλη, ενωμένα με την Κεφαλή (λς΄ 2-4). Επομένως, όσοι υποπίπτουν σε συγγνωστά αμαρτήματα, που δεν χρίζουν συγχωρητικής ευχής από τον πνευματικό, πρέπει να μετέχουν της Θείας κοινωνίας.
- Αυτό το νερό (το ζέον), με το να είναι συγχρόνως νερό και να μετέχει και της φωτιάς συμβολίζει το Άγιο Πνεύμα, το οποίο και «ύδωρ» λέγεται (Ιω. 7. 38-39) και ως πυρ φάνηκε τότε που έπεσε επάνω στους μαθητές του Χριστού (Πράξ. 2. 3-4). Και η παρούσα στιγμή της Θείας Λειτουργίας συμβολίζει εκείνη τη στιγμή της Πεντηκοστής. Διότι τότε κατέβηκε το Άγιο Πνεύμα όταν ολοκληρώθηκαν όλα τα έργα του Χριστού, τώρα δε το νερό αυτό προστίθεται μετά την τελείωση των δώρων (λζ΄ 4-5). Άρα το Άγιο Πνεύμα, που φάνηκε σαν περιστέρι και σαν φωτιά, τώρα συμβολίζεται από το νερό.
- Κατόπιν εύχονται, ο αγιασμός που έλαβαν, να μείνει μαζί τους και να μην προδώσουν τη χάρη, ούτε να χάσουν τη δωρεά, με τη βοήθεια Εκείνου. «Τήρησον ημάς εν τω σω αγιασμώ». Κάνοντας τι; Διότι χρειάζεται να κάνουμε κι εμείς ό,τι εξαρτάται από εμάς. «Όλην την ημέραν μελετώντας την δικαιοσύνην σου». Δικαιοσύνη εννοούμε τη σοφία και φιλανθρωπία του Θεού που θεωρείται μέσα στα μυστήρια, όπως τα εννόησε και ο Παύλος: «Δεν ντρέπομαι για το Ευαγγέλιο του Χριστού, διότι σ’ αυτό φανερώνεται η δικαιοσύνη του Θεού σε καθένα και για καθένα που πιστεύει» (Ρωμ. 1. 16-17). Η μελέτη αυτής της δικαιοσύνης μπορεί να διατηρήσει μέσα μας τον αγιασμό. Διότι και την πίστη στον Θεό αυξάνει και την αγάπη φουντώνει και δεν αφήνει να μπει στην ψυχή τίποτε κακό. Σωστά λοιπόν λέγαμε στα προηγούμενα ότι χωρίς τους πρέποντες στο μυστήριο λογισμούς δεν μπορεί να υπάρξει και να παραμείνει σ’ εμάς ο αγιασμός (μα΄ 4). Οι λογισμοί πρέπει να αφορούν αποκλειστικά το μυστήριο της Θείας Ευχαριστίας, για να υπάρξει αγιασμός.
- Η θεία και ιερή αυτή τελετή (της Θείας Ευχαριστίας) εμφανίζεται να αγιάζει με δυο τρόπους. Ο πρώτος είναι η μεσιτεία. Τα προσφερόμενα δώρα και μόνο με το γεγονός της προσφοράς, αγιάζουν εκείνους που τα προσφέρουν κι εκείνους για τους οποίους τα προσφέρουν και εξευμενίζουν απέναντί τους το Θεό. Ο δεύτερος τρόπος είναι η μετάληψη, διότι γίνεται σ’ εμάς αληθινή «βρώσις και πόσις», σύμφωνα με το λόγο του Κυρίου (Ιω. 6. 55). Από τους δυο αυτούς τρόπους ο πρώτος είναι κοινός και στους ζώντες και στους νεκρούς, διότι η θυσία προσφέρεται και για τις δυο κατηγορίες. Ο δεύτερος όμως είναι δυνατός μόνο στους ζώντες, διότι πλέον οι νεκροί ούτε να φάγουν ούτε να πιούν μπορούν. Τι λοιπόν, οι νεκροί δεν αγιάζονται από αυτόν τον αγιασμό μέσω της μεταλήψεως και είναι λιγότερο ωφελημένοι από τους ζώντες; Καθόλου. Διότι και σ’ αυτούς ο Χριστός μεταδίδει τον εαυτό Του με τον τρόπο που Αυτός γνωρίζει. Και για να το αποδείξουμε αυτό, ας εξετάσουμε τα αίτια του αγιασμού, για να δούμε αν οι ψυχές των νεκρών τα έχουν όπως και οι ψυχές των ζώντων. Ποια είναι λοιπόν τα αίτια του αγιασμού; Άραγε το να έχει κανείς σώμα, το να τρέξει στην τράπεζα, το να πάρει στα χέρια τα άγια, το να τα δεχθεί στο στόμα, το να φάγει, το να πιεί; Καθόλου. Διότι πολλοί από εκείνους που έκαναν όλα αυτά και έτσι προσήλθαν στα Μυστήρια, δεν ωφελήθηκαν καθόλου και έφυγαν γεμάτοι αμέτρητες αμαρτίες. Αλλά ποια είναι τα αίτια του αγιασμού στους αγιαζόμενους; Και ποια είναι εκείνα που απαιτεί από μας ο Χριστός; Κάθαρση της ψυχής, αγάπη στον Θεό, πίστη, επιθυμία του Μυστηρίου, προθυμία για την μετάληψη, ολόθερμη ορμή, το να τρέξουμε διψασμένοι. Αυτά είναι που έλκουν αυτόν τον αγιασμό και μετά αυτά είναι ανάγκη να μετέχουν του Χριστού όσοι προσέρχονται και χωρίς αυτά τούτο είναι αδύνατο. Όλα όμως αυτά δεν είναι σωματικά, αλλά εξαρτώνται μονάχα από την ψυχή. Επομένως τίποτε δεν εμποδίζει να μπορούν τα παραπάνω και οι ψυχές των νεκρών όπως και των ζώντων. Αν λοιπόν οι μεν ψυχές είναι έτοιμες και προπαρασκευασμένες για το μυστήριο, ο δε Κύριος που αγίασε και ετέλεσε τα μυστήρια θέλει πάντοτε να αγιάζει και να μεταδίδει κάθε φορά τον εαυτό Του, ποιο εμπόδιο υπάρχει για την κοινωνία; Κανένα απολύτως. Λοιπόν, θα ερωτήσει κανείς: αν κάποιος από τους ζώντες έχει στην ψυχή του όλα τα καλά που είπαμε, δεν προσέλθει όμως στα μυστήρια, θα λάβει εξίσου τον αγιασμό που προέρχεται από αυτά; Όχι ο καθένας, αλλά εκείνος που δεν μπορεί να προσέλθει σωματικώς, όπως οι ψυχές των νεκρών. Τέτοιοι υπήρξαν όσοι έζησαν περιπλανώμενοι σε ερημιές και όρη και σπηλιές και οπές της γης (Εβρ. 11. 38), για τους οποίους ήταν αδύνατον να δουν θυσιαστήριο και Ιερέα. Αυτούς ο ίδιος ο Χριστός τους αγίαζε αφανώς με αυτόν τον αγιασμό. Πως το ξέρουμε αυτό; Από το ότι είχαν μέσα τους ζωή, την οποία δε θα είχαν, αν δε μετείχαν στο μυστήριο αυτό. Διότι ο ίδιος ο Χριστός είπε: «αν δε φάγετε τη σάρκα του Υιού του ανθρώπου και δεν πιείτε το αίμα Του, δεν έχετε ζωή μέσα σας (Ιω. 6. 53). Και για να φανερώσει αυτό, σε πολλούς από αυτούς τους αγίους έστειλε Αγγέλους για να τους φέρουν τα Τίμια Δώρα. Αν όμως κανείς, ενώ έχει τη δυνατότητα, δεν προσέλθει στην Αγία Τράπεζα, αυτός είναι τελείως αδύνατο να λάβει τον αγιασμό των Μυστηρίων. Όχι δεν προσήλθε απλώς, αλλά διότι ενώ μπορούσε, δεν μπορούσε και φανερώνει με αυτό ότι η ψυχή του είναι γυμνή από τις αγαθές διαθέσεις που απαιτούνται για το μυστήριο. Πράγματι, ποια ορμή και προθυμία για την Ιερή Τράπεζα υπάρχει σ’ εκείνον που μπορεί εύκολα να τρέξει σ’ αυτήν και δεν θέλει; Ποια πίστη στον Θεό υπάρχει σ’ εκείνον που δεν φοβάται την απειλή του Κυρίου εναντίον εκείνων που κατεφρόνησαν την πρόσκληση στο δείπνο (Ματθ. 22. 7); Πως θα πιστευθεί κανείς ότι αγαπά εκείνο το οποίο, ενώ μπορεί να λάβει, δεν το λαμβάνει; Γι’ αυτό δεν είναι καθόλου παράδοξο που ο Χριστός, σε ψυχές χωρισμένες από το σώμα, οι οποίες δεν μπορούν να κατηγορηθούν για τίποτε από τα παραπάνω, μεταδίδει από την τράπεζά Του. Το παράδοξο και υπερφυσικό είναι ο άνθρωπος που ζει μέσα στη φθορά να φάγει άφθαρτο σώμα. Ενώ το να μεταλάβει το αθάνατο μια ουσία αθάνατη, η ψυχή, με τρόπο κατάλληλο σ’ αυτή, τι το παράδοξο έχει; Αν τώρα ο Χριστός, από ανέκφραστη φιλανθρωπία και άρρητη σοφία, βρήκε τρόπο να πραγματοποιήσει εκείνο το παράδοξο και υπερφυσικό (να φάγει ο φθαρτός άνθρωπος άφθαρτη τροφή), πως δε θα πιστευθεί ότι κάνει και το άλλο, που είναι εύλογο και επόμενο; (μβ΄ 2-13). Συμπέρασμα είναι ότι οι ψυχές των νεκρών, που υπήρξαν εν ζωή πιστοί και μετείχαν του μυστηρίου, αλλά είχαν καθαρή καρδιά, αγάπη στο Θεό, πίστη, επιθυμία του μυστηρίου, προθυμία για τη μετάληψη, ολόθερμη ορμή και δίψα γι’ αυτό, τότε αυτές εξακολουθούν να μετέχουν του μυστηρίου. Αλλά και οι ζώντες, που επιθυμούν να μετέχουν του μυστηρίου, αλλά λόγω εγγενών δυσκολιών (σωματικών παθήσεων, μακρινών αποστάσεων κλπ) δεν μπορούν, τότε αυτοί θεωρούνται, ότι μετέχουν του μυστηρίου. Αντίθετα εκείνοι που μετέχουν του μυστηρίου, αλλά δεν εκπληρούν τις παραπάνω προϋποθέσεις, τότε στην πραγματικότητα δεν μετέχουν του μυστηρίου.
- Εξάλλου και σ’ εκείνους που ζουν ακόμη με σώμα, η Θεία Κοινωνία δίνεται βέβαια δια μέσου του σώματος, αλλά πρώτα πηγαίνει στην ουσία της ψυχής και ύστερα μέσω της ψυχής διαβαίνει στο σώμα. Αυτό θέλοντας να φανερώσει ο μακάριος Απόστολος λέγει: «Εκείνος που ενώνεται με τον Κύριο γίνεται ένα πνεύμα μαζί Του» (Κορ. Α΄ 6. 17), διότι η ένωση και η συνάφεια αυτή πραγματοποιείται πρώτα μέσα στην ψυχή. Διότι εκεί, στην ψυχή, είναι κυρίως ο άνθρωπος, εκεί είναι και ο αγιασμός, ο οποίος αποκτάται με τις αρετές και την ανθρώπινη επιμέλεια. Εκεί είναι και το κέντρο που αμαρτάνει και που έχει ανάγκη να θεραπευθεί με τα τίμια δώρα. Στο σώμα, όλα προέρχονται από την ψυχή. Και όπως αυτό μολύνεται από τους πονηρούς λογισμούς που βγαίνουν από την καρδιά, έτσι και ο αγιασμός από εκεί προξενείται σ’ αυτό, τόσο από την αρετή, όσο και από τα μυστήρια. Σε μερικούς δε έρχονται και σωματικές ασθένειες, που έχουν την αιτία τους στην ηθική διαφθορά της ψυχής. Αυτό ήθελε να δείξει ο Σωτήρας και με το να θεραπεύσει την ψυχή του αρρώστου, δηλαδή να ελευθερώσει αυτήν από τις αμαρτίες, σήκωσε το σώμα από την αρρώστια (Ματθ. 9. 2-7). Η Θεία Κοινωνία πρώτα πηγαίνει στην ψυχή και εάν υπάρχει και σώμα μεταβιβάζεται σ’ αυτό.
- Αφού λοιπόν για να λάβει τον αγιασμό η ψυχή δεν έχει ανάγκη από το σώμα, αλλά μάλλον το σώμα έχει ανάγκη της ψυχής, τι παραπάνω από τις ψυχές των νεκρών παίρνουν από την τελετή οι ψυχές που είναι ενωμένες με σώμα, βλέποντας τον ιερέα και δεχόμενες από αυτόν τα δώρα; Αφού και εκείνες έχουν τον αιώνιο Ιερέα, που γίνεται γι’ αυτές τα πάντα και που μεταδίδει τα δώρα και σε όσους από τους ζώντες μεταλαμβάνουν αληθινά. Διότι δε μεταλαμβάνουν αληθινά όλοι αυτοί στους οποίους μεταδίδει ο Ιερεύς, αλλά εκείνοι μόνο, στους οποίους μεταδίδει ο ίδιος ο Χριστός. Διότι ο Ιερεύς μεταδίδει σε όλους γενικά τους προσερχομένους, ο Χριστός όμως μόνο στους άξιους. Από αυτό γίνεται φανερό ότι μόνο ο ίδιος ο Σωτήρας είναι που τελεί το Μυστήριο για τις ψυχές και αγιάζει ζώντες και νεκρούς. Απ’ όλα όσα είπαμε γίνεται φανερό ότι όλα τα στοιχεία της ιερής αυτής τελετής είναι κοινά και στους ζώντες και στους νεκρούς. Διότι και τα αίτια του αγιασμού, επειδή είναι ψυχικά αγαθά, υπάρχουν και στις δυο αυτές κατηγορίες και αυτό που δέχεται πρώτο τον αγιασμό και είναι οικείο με αυτόν είναι το ίδιο (η ψυχή) και ο Ιερεύς που αγιάζει είναι ο ίδιος ο Χριστός. Τούτο μόνον υπάρχει στους ζώντες, που δεν υπάρχει στους νεκρούς: το ότι δηλαδή και οι ανάξιοι νομίζουν ότι αγιάζονται με τα Μυστήρια, διότι δέχονται στο στόμα τα δώρα. Από τους νεκρούς όμως ούτε καν να πλησιάσει κανείς είναι δυνατόν, αν είναι απροετοίμαστος, αλλά μόνο στους άξιους επιτρέπεται η κοινωνία. Στους ζώντες αυτό είναι δυνατόν, όμως όχι μόνο δεν προσθέτει αγιασμό σ’ αυτούς, αλλά αντίθετα επιφέρει τη χειρότερη κόλαση. Συνεπώς τούτο απέχει πολύ από το να είναι πλεονέκτημα για τους ζώντες. Και για έναν επιπλέον λόγο είναι φανερό ότι, όχι μόνον επιτρέπεται και δεν εμποδίζεται από τίποτε, αλλά και συμβαίνει απαραιτήτως η μετάληψη των Τιμίων Δώρων από τις ψυχές των νεκρών. Διότι αν υπήρχε κάτι άλλο να ευφραίνει και να αναπαύει εκεί τις ψυχές, αυτό θα αποτελούσε το βραβείο της καθαρότητας των αξίων ψυχών και δεν θα υπήρχε η ανάγκη της τράπεζας των μυστηρίων. Τώρα όμως εκείνο που δίνει στις ψυχές κάθε απόλαυση και μακαριότητα, είτε παράδεισο το πεις, είτε κόλπους του Αβραάμ, είτε τόπους απαλλαγμένους από κάθε λύπη και οδύνη, φωτεινούς, χλοερούς, αναπαυτικούς, είτε την ίδια τη βασιλεία των ουρανών, δεν είναι τίποτε άλλο, παρά αυτό το ποτήριο και αυτός ο άρτος. Διότι αυτά είναι ο Μεσίτης (Τιμ. Α΄ 2. 5, Εβρ. 9. 15), εκείνος που μπήκε ως πρόδρομος στα ουράνια άγια των αγίων (Εβρ. 6. 20), ο μόνος οδηγός προς τον Πατέρα (Ιω. 14. 6), ο μόνος ήλιος των ψυχών, ο οποίος τώρα φαίνεται και μετέχεται έτσι, όπως ο Ἰδιος θέλησε (μέσω των Τιμίων Δώρων), από τους δεμένους στο σώμα, ενώ τότε θα φανεί και θα μεταληφθεί χωρίς καταπετάσματα, όταν θα τον δούμε όπως είναι (Ιω. Α΄ 3. 2), όταν σαν πτώμα θα συγκεντρώσει τους αετούς (τους σεσωσμένους Ματθ. 24. 28), όταν θα ζωσθεί και θα τους βάλει στο τραπέζι και θα περάσει να τους υπηρετήσει (Λουκ. 12. 37), όταν θα αστράψει στα σύννεφα (Ματθ. 24. 30) και δι Αυτού οι δίκαιοι θα λάμψουν όπως ο ήλιος (Ματθ. 13. 43). Εκείνοι που δεν θα είναι ενωμένοι μαζί Του, όπως γνωρίζει να ενώνει η αγία τράπεζα, είναι εντελώς αδύνατο να βρουν ανάπαυση εκεί ή να λάβουν κάποιο αγαθό, μικρό ή μεγάλο (μγ΄ 1-7). Ο αγιασμός δεν έχει ανάγκη το σώμα, αλλά μόνο τη ψυχή, επομένως για να αγιαστεί το σώμα πρέπει πρώτα να αγιαστεί η ψυχή. Ο Ἱερέας μεταδίδει την θ. κοινωνία σ’ όλους, αλλά ο Χριστός μόνο στους άξιους.
- Οι ψυχές οι απαλλαγμένες από το σώμα έχουν ένα πλεονέκτημα σχετικά με τον αγιασμό, απέναντι σ’ εκείνες που ζουν με σώμα. Διότι καθαρίζονται και παίρνουν άφεση αμαρτιών με τις ευχές των Ἱερέων και τη μεσιτεία των Τιμίων Δώρων όχι λιγότερο από τους ζώντες. Αυτές όμως δεν αμαρτάνουν πλέον, ούτε προσθέτουν νέες αμαρτίες στις παλιές, όπως οι περισσότεροι από τους ζώντες, αλλά ή τους συγχωρείται κάθε ενοχή ή τουλάχιστον λιγοστεύουν συνεχώς οι αμαρτίες τους. Και έτσι βρίσκονται πιο έτοιμες και σε καλύτερη κατάσταση για την κοινωνία του Σωτήρα, όχι μόνο από πολλούς ζώντες, αλλά και από τους ίδιους τους εαυτούς των, αν θα ήταν με το σώμα. Και μόνο το γεγονός ότι έχουν απαλλαγεί από το σώμα, τις κάνει πολύ πιο κατάλληλες για την κοινωνία των Μυστηρίων από ό,τι θα τους ήταν δυνατόν αν είχαν το σώμα. Διότι εκεί υπάρχουν πολλές και διάφορες «μονές» (διαμονές, κατοικίες. Ιω. 14. 2), ώστε να τιμηθούν όλοι οι βαθμοί της αρετής και να μη μείνει τίποτε χωρίς ανταμοιβή εκ μέρους του δικαίου και φιλανθρώπου Κριτή. Όπως λοιπόν εκείνοι που είναι άξιοι των μεγίστων βραβείων και τέλειοι και κληρονόμοι της τέλειας μακαριότητας, όπως ο Παύλος και οι όμοιοι με αυτόν, την απολαμβάνουν καθαρότερα μετά το θάνατο παρά τότε που ήταν στη ζωή, έτσι κι εκείνοι που κατατάχθηκαν σε μετριότερη ανάπαυση είναι εύλογο να την απολαμβάνουν καλύτερα φεύγοντας από εδώ, παρά ζώντας με το σώμα. Αποδείξαμε δε ότι κάθε ανάπαυση των ψυχών και κάθε βραβείο αρετής και μικρό και μεγάλο, δεν είναι τίποτε άλλο παρά αυτός ο άρτος και αυτό το ποτήριο που μεταλαμβάνεται με τον κατάλληλο τρόπο από τις δυο κατηγορίες, εννοώ τους ζώντες και τους νεκρούς. Γι αυτό και ο Κύριος την απόλαυση των δικαίων στον μέλλοντα αιώνα την ονομάζει δείπνο (Λουκ. 14. 16), για να δείξει ότι εκεί δεν υπάρχει περισσότερο από αυτή την τράπεζα. Έτσι η θεία ιερουργία της Ευχαριστίας είναι και για τους νεκρούς όπως είναι και για τους ζώντες. Και όπως οι ζώντες αγιάζονται κατά δυο τρόπους, όπως έχει λεχθεί, κατά δυο τρόπους αγιάζονται και οι νεκροί και σε καμία περίπτωση δεν είναι κατώτεροι από τους ζώντες, αλλ’ απεναντίας έχουν και ένα πλεονέκτημα (με΄ 1-4). Με την θ. κοινωνία στις ψυχές των νεκρών έχουμε άφεση αμαρτιών, χωρίς προσθήκη αμαρτιών, όπως στους ζώντες. Σ’ αυτή την περίπτωση έχουμε την αποκατάσταση των πάντων και τελικά αυτές οι ψυχές θα μετέχουν στη θέα του Θεού, έστω και «δι’ εσόπτρου εν αινίγματι».

ΣΥΜΦΩΝΙΑ ΠΑΤΕΡΩΝ περί της Θείας Κοινωνίας των κεκοιμημένωνΑΓΙΟΣ ΝΙΚΟΛΑΟΣ ΚΑΒΑΣΙΛΑΣ (+1391)
Ερμηνεία της Θείας Λειτουργίας» P.G τ. 150, στ. 368-492)

«Τι λοιπόν, οι νεκροί δεν αγιάζονται από αυτόν τον αγιασμό μέσω της μεταλήψεως και είναι λιγότερο ωφελημένοι από τους ζώντες; Καθόλου»
«Επομένως τίποτε δεν εμποδίζει να μπορούν τα παραπάνω και οι ψυχές των νεκρών όπως και των ζώντων»
«Γι’ αυτό δεν είναι καθόλου παράδοξο που ο Χριστός, σε ψυχές χωρισμένες από το σώμα, οι οποίες δεν μπορούν να κατηγορηθούν για τίποτε από τα παραπάνω, μεταδίδει από την τράπεζά Του»
«Συμπέρασμα είναι ότι οι ψυχές των νεκρών, που υπήρξαν εν ζωή πιστοί και μετείχαν του μυστηρίου, αλλά είχαν καθαρή καρδιά, αγάπη στο Θεό, πίστη, επιθυμία του μυστηρίου, προθυμία για τη μετάληψη, ολόθερμη ορμή και δίψα γι’ αυτό, τότε αυτές εξακολουθούν να μετέχουν του μυστηρίου»
«Η Θεία Κοινωνία πρώτα πηγαίνει στην ψυχή και εάν υπάρχει και σώμα μεταβιβάζεται σ’ αυτό»
«Αφού λοιπόν για να λάβει τον αγιασμό η ψυχή δεν έχει ανάγκη από το σώμα, αλλά μάλλον το σώμα έχει ανάγκη της ψυχής, τι παραπάνω από τις ψυχές των νεκρών παίρνουν από την τελετή οι ψυχές που είναι ενωμένες με το σώμα, βλέποντας τον ιερέα και δεχόμενες από αυτόν τα δώρα;»
«Αλλά και συμβαίνει απαραιτήτως η μετάληψη των Τιμίων Δώρων από τις ψυχές των νεκρών»
«Ο αγιασμός δεν έχει ανάγκη το σώμα, αλλά μόνο τη ψυχή, επομένως για να αγιαστεί το σώμα πρέπει πρώτα να αγιαστεί η ψυχή»
«Οι ψυχές οι απαλλαγμένες από το σώμα έχουν ένα πλεονέκτημα σχετικά με τον αγιασμό, απέναντι σ’ εκείνες που ζουν με σώμα. Διότι καθαρίζονται και παίρνουν άφεση αμαρτιών με τις ευχές των ιερέων και τη μεσιτεία των τιμίων δώρων όχι λιγότερο από τους ζώντες. Αυτές όμως δεν αμαρτάνουν πλέον, ούτε προσθέτουν νέες αμαρτίες στις παλιές, όπως οι περισσότεροι από τους ζώντες, αλλά ή τους συγχωρείται κάθε ενοχή ή τουλάχιστον λιγοστεύουν συνεχώς οι αμαρτίες τους»
«Και μόνο το γεγονός ότι έχουν απαλλαγεί από το σώμα, τις κάνει πολύ πιο κατάλληλες για την κοινωνία των μυστηρίων από ό,τι θα τους ήταν δυνατόν αν είχαν σώμα»

ΑΓΙΟΣ ΣΥΜΕΩΝ ΘΕΣΣΑΛΟΝΙΚΗΣ (+1429)
Περί Ιεράς Λειτουργίας», P.G. τ. 155, σελ. 280-286)

«Και τέλος πάντων ομού, επειδή τη θυσία ταύτη τη ιερά πάντες ομού άγγελοί τε και άνθρωποι άγιοι και ηνώθησαν τω Χριστώ, και εν αυτώ ηγιάσθησαν, και τούτο ημάς ενούσιν»
«Μετέχουσι γαρ και ούτοι τω μυστηρίω τω φρικτώ τούτω ως συνηγωνισμένοι Χριστώ»
«Τη ενώσει τε και κοινωνία αγιαζόμεναι, και εις εκείνους υπέρ ων εισί, τον αγιασμόν παραπέμπουσαι, και δια των υπέρ των αγίων εις ημάς»
«Αυτοί μεν γαρ αμέσως αγιάζονται παρά του Θεού, δεχόμενοι δε και τα παρ’ ημών, δι’ αυτών ημάς αγιάζουσιν»
«Ει γαρ και αϋλως και νοερώς μετέχουσι της του Χριστού κοινωνίας ταις ψυχαίς, αλλά και δια της αυτού ιερουργίας ην υπέρ του κόσμου παρέδωκε γίνεσθαι, μεγίστης μετέχουσι της δόξης, ως συμπονήσαντες και συνδοξαζόμενοι»

ΑΓΙΟΣ ΜΑΡΚΟΣ ΕΥΓΕΝΙΚΟΣ Ο ΕΦΕΣΟΥ (+1444)
Αντίρρησις των Λατινικών κεφαλαίων περί του περκατορίου πυρός», P.Ο. τ. 15, σελ. 43-44)Οι ευχές της Θείας Λειτουργίας αποδεικνύουν ότι «και προς τους ήδη της παρά Θεώ μακαριότητος απολαύοντες η των ευχών τούτων και μάλιστα της μυστικής θυσίας δύναμις διαβαίνει»
«Εις δόξαν αυτών τούτο ποιούμεν, και ούτω τρόπον τινά και υπέρ αυτών η θυσία γίνεται και προς αυτούς διαβαίνει»
Η δύναμη των ευχών και ιδίως της μυστικής θυσίας διαβαίνει «και προς τους δικαίους τε και οσίως βιώσαντας»
Διαβαίνει η δύναμη των προσευχών και της θείας λειτουργίας και προς τους δικαίως βιώσαντας «άτε και αυτούς ατελείς όντας και την προς ταγαθόν επίδοσιν αεί προσλαμβάνοντας και μήπω τελείας της μακαριότητος απολαύοντας»

ΑΓΙΟΣ ΜΑΚΑΡΙΟΣ ΝΟΤΑΡΑΣ Ο ΚΟΡΙΝΘΟΥ(+1798)
(Περί της Συνεχούς Μεταλήψεως, Μέρος Γ΄, Ένστασις Δ΄, έκδοση Ν. Παναγόπουλος, σελ. 133).
«Ήτοι αν αι ψυχαί των κεκοιμημένων είναι έτοιμοι να κοινωνήσουν, ο δε Κύριος πάντοτε θέλει και αγαπά, να αγιάζη και να μεταδίδη τον εαυτόν του εις τον καθένα, ποίον πράγμα μπορεί να τας χωρήση από την κοινωνίαν; Βέβαια κανένα».
ΥΓ
Σημείωσις πάνω στη Θεία Κοινωνία των κεκοιμημένων. Ευρέθη συμφωνία τεσσάρων Πατέρων, ώστε να τεκμηριωθεί αυτή ως θέση της καθόλου Εκκλησίας. Ως εκ τούτου η άποψη που διατυπώθηκε τόσο από τον Αρχιμανδρίτη π. Παύλο Ντανά, όσο και από τον Λέκτορα του ΑΠΘ Αρχιμανδρίτη π. Νικόδημο Σκρέττα, ότι αποτελεί τούτο αποκλειστικά θέση του αγίου Νικολάου Καβάσιλα και όχι και της Εκκλησίας καταρρίπτεται.

ΚΑΡΤΑ ΕΚΠΤΩΤΙΚΗ

 Εισαγωγικά

Το παρόν ερωτηματολόγιο συντάχθηκε, εξ αφορμής δημοσιεύσεων στο ιστολόγιο «Ορθόδοξος Παρατηρητής», όπου προ ημερών (29.4.12) αναφέρονταν πληροφορίες, ότι ο γ. Παίσιος έλεγε, ότι οι παντός είδους κάρτες και ταυτότητες έχουν τον γραμμωτό κωδικό, που έχει το 666 και ότι αυτό είναι ο προπομπός του σφραγίσματος («η εισαγωγή του σφραγίσματος»).

Το ερωτηματολόγιο προσπαθεί να ανασκευάσει τις πάσης φύσεως παραπληροφορήσεις, που κυκλοφορούν πάνω στο θέμα αυτό και να υποβοηθήσει κάθε καλοπροαίρετο πιστό να διακρίνει, που είναι η αλήθεια και που είναι το ψέμα.

                                                          

  Ερωτηματολόγιο

Σχετικό με την πιθανολογούμενη ύπαρξη του 666 στο barcode

 

ΕΡΩΤΗΣΗ: Προμηθεύτηκα μια εκπτωτική κάρτα από ένα Πολυκατάστημα και με έκπλήξή μου είδα, ότι φέρει επάνω της γραμμωτό κωδικό, όπως και τα τρόφιμα, που ως γνωστόν φέρει τον αριθμό 666, όπως αναφέρει σχετικά και ο γ. Παϊσιος. Έτσι, δεν συμβαίνει ή κάνω λάθος;

 

ΑΠΑΝΤΗΣΗ: Κάνεις λάθος. Κατ’ αρχήν ο γ. Παϊσιος στο κείμενο, που έγραψε το 1987 με τίτλο «Σημεία των καιρών 666» πράγματι αναφέρει, «ότι «το θηρίο» στις Βρυξέλλες με το 666 έχει σχεδόν ρουφίξει όλα τα κράτη στο κομπιούτερ. Η κάρτα, η ταυτότητα, «η εισαγωγή του σφραγίσματος» τι φανερώνουν;». Μ’ άλλα λόγια ο γέροντας αναφέρει, ότι κάθε κάρτα και κάθε ταυτότητα, που θα έχει προφανώς τον γραμμωτό κωδικό (b-c) θα έχει τον αριθμό 666. Το θέμα είναι, το b-c έχει πραγματικά τον 666;

 

ΕΡ: Προφανώς και τον έχει, αφού το λέγει ο γ. Παϊσιος, Δηλαδή ψέματα λέγει;

 

ΑΠ: Δεν λέγει ψέματα ο γέροντας, αλλά το θέμα είναι αν γνωρίζει, αν τον έχει και πως το γνωρίζει; Δηλαδή, αν θέλουμε να μάθουμε πόσοι είναι οι πλανήτες του ηλιακού μας συστήματος και εάν ο Πλούτωνας είναι πλανήτης ή όχι, θα ρωτήσουμε τον γ. Παϊσιο ή τον καθηγητή Αστροφυσικής Στράτο Θεοδοσίου; Προφανώς τον αστρονόμο. Αν θέλουμε να ρωτήσουμε για την 371η απόδειξη του Πυθαγορείου θεωρήματος, θα ρωτήσουμε τον γέροντα Παϊσιο ή έναν Μαθηματικό, όπως π.χ. τον καθηγητή Μαθηματικών Γεράσιμο Λεγάτο, που το απέδειξε; Φυσικά θα ρωτήσουμε τον καθηγητή των Μαθηματικών. Αν θέλουμε να ρωτήσουμε, για την μετά θάνατο ζωή, θα ρωτήσουμε τον γ. Παϊσιο ή τον καθηγητή της Ιατρική Δ. Κρεμαστινό; Προφανώς τον γ. Παϊσιο. Αν θέλουμε να γνωρίζουμε για τον γραμμωτό κωδικό, ποιόν θα ρωτήσουμε, τον γ. Παϊσιο, τον υπάλληλο του ταμείου στο Πολυκατάστημα ή τον κατασκευαστή των b-c, Μηχανολόγο Νίκο Σιδερή; Προφανώς, τον κατασκευαστή των b-c.

 

ΕΡ:  Ναι, αλλά πως το λέει κατηγορηματικά ότι υπάρχει, ο γ. Παϊσιος; Που το ξέρει, ποιος του το είπε;

 

ΑΠ: Οι γεροντάδες και οι εξομολόγοι έχουν ένα κύκλο μαθητών γύρω τους, που τους διδάσκουν, αλλά και από τους οποίους μαθαίνουν τι γίνεται στον έξω κόσμο. Πως γνώριζε ο γ. Παϊσιος τι γίνεται στην Αμερική, αν σφραγίζονται με ακτίνες laser, πόσοι σφραγίστηκαν, τι γίνεται στην Κίνα ή στην Αυστραλία; Προφανώς, δεν τα γνωρίζει εξ επιφοιτήσεως του Αγίου Πνεύματος, αλλά τα πληροφορήθηκε από ένα πνευματικοπαίδι του, που τον εμπιστεύεται ο γέροντας και ο οποίος του έφερε τα σχετικά βιβλία από την Αμερική και τα εξήγησε στον γέροντα.

 

ΕΡ: Δηλαδή, αυτά που λέγει ο γέροντας, τα πληροφορήθηκε από άλλον; Επομένως, εάν λέγει κάτι εσφαλμένο, αυτό θα οφείλεται σε κακή πληροφόρηση και δεν θα έχει ευθύνη ο ίδιος;

 

ΑΠ: Προφανώς και δεν έχει ευθύνη ο γέροντας, μιας και έχει πέσει θύμα παραπληροφόρησης.

 

ΕΡ: Ωραία. Και που βρίσκεται η αλήθεια;

 

ΑΠ: Η αλήθεια βρίσκεται στις πληροφορίες, που δίνει ο κατασκευαστής του b-c και που δεν μπορεί να τις αμφισβητήσει κανείς.

 

ΕΡ: Και ποια είναι αυτή η αλήθεια;

 

ΑΠ: Ο κατασκευαστής, παλαιότερα (ΕΛΚΕΣΗΠ) είχε δώσει κάποιες πληροφορίες, τις οποίες επανέλαβε αναλυτικά ο διάδοχός του (GS1 HELLAS) στις 5.2.11 σε εκτενές άρθρο του, το οποίον δημοσιεύθηκε και στο οποίον δεν υπήρξε η παραμικρή αντίδραση.

 

ΕΡ: Με συγχωρείτε, αλλά δεν το έχω υπόψη και θα παρακαλούσα να μου απαντήσετε πολύ απλά σε δικά μου ερωτήματα. Εγώ προμηθεύτηκα αυτή την κάρτα, αφού έδωσα κάποια στοιχεία μου από την αστυνομική μου ταυτότητα και κατόπιν πληροφορήθηκα, ότι με τον τρόπο αυτό σφραγίστηκα, όπως λέει ένα σχετικό χωρίο της Αποκάλυψης, που όπως βλέπω είναι το 13. 16-18. Έτσι δεν είναι; Αυτό δε λέει το χωρίο;

 

ΑΠ: Όχι δεν λέει αυτό το ανωτέρω χωρίο. Με απλά λόγια, το χωρίο αυτό αναφέρει, ότι όταν έλθει ο Αντίχριστος θα τους παραπλανήσει όλους και θα τους υποχρεώσει να τον προσκυνήσουν. Επίσης θα υποχρεώσει τους πάντες να έχουν ένα σημάδι χαραγμένο στο δεξί τους χέρι και στο μέτωπο και μόνο αν έχουν αυτό το σημάδι θα μπορούν να προβαίνουν σε αγοραπωλησίες. Το χάραγμα αυτό θα είναι ή το όνομα του Αντίχριστου ή ο αριθμός, που θα αντιπροσωπεύει αυτό το όνομα. Και εδώ χρειάζεται μυαλό. Όποιος έχει νουν (εννοείται νουν Χριστού), ας μετατρέψει τον αριθμό αυτό σε γράμματα, για να βρει το όνομα. Ο δε αριθμός θα είναι ένας και συγκεκριμένος, ο χξς΄. Επομένως, αυτός που θα σφραγιστεί στο δεξί χέρι και στο μέτωπο, θα σφραγιστεί με τον αριθμό χξς΄. Δεν λέγει πουθενά, ότι το σφράγισμα θα είναι σε κάρτα.

 

ΕΡ: Ναι, αλλά πολλοί λέγουν, ότι το σφράγισμα στην κάρτα είναι ο προάγγελος του σφραγίσματος στο σώμα. Έτσι, δεν είναι;

 

ΑΠ: Όχι, δεν είναι έτσι. Το χωρίο αυτό δεν αναφέρει για προ-σφράγισμα, μιλάει για σφράγισμα, όσων θα υπακούσουν στον Αντίχριστο. Βέβαια, αυτό δεν αφορά τους πιστούς Χριστιανούς, που ήδη έχουν σφραγισθεί στο μέτωπο, με τη σφραγίδα του Θεού (Απκ. 7.3). Όλες οι άλλες ερμηνείες, για προσφραγίσματα και προχαράγματα είναι αυθαίρετες και δεν στηρίζονται σε Πατερικά κείμενα, που είναι άλλωστε ελάχιστα, καθότι οι Πατέρες δεν ασχολήθηκαν με προφητείες, πριν αυτές να εκπληρωθούν.

 

ΕΡ: Ας επανέλθουμε όμως στην κάρτα αυτή την εκπτωτική και το b-c που φέρει επάνω της. Βλέπω κάποιες μαύρες γραμμές και κάποιες μακρύτερες στην αρχή, τη μέση και το τέλος και κάποιους αριθμούς κάτω από το b-c, συνολικά 13 αριθμούς και δεν καταλαβαίνω, που υπάρχει ο αριθμός 666. Δεν βλέπω πουθενά να γράφει 666. Ακούω μόνο, ότι υπάρχει ο 666 και τα τρία εξάρια, που αποτελούν τον 666 δεν φαίνονται γραμμένα, αλλά είναι οι προεξέχουσες γραμμές ή όχι; Ειλικρινά, δεν καταλαβαίνω, τι συμβαίνει.

 

ΑΠ: Ας πάρουμε τα πράγματα με τη σειρά. Η εκπτωτική κάρτα έχει κάποιες μαύρες γραμμές, που λέγονται μπάρες και αποκάτω υπάρχουν 13 αριθμοί. Αυτό το σύστημα b-c είναι το ευρωπαϊκό και λέγεται ΕΑΝ-13, που σημαίνει: European Article Numbering, δηλ. Ευρωπαϊκό Σύστημα Αρίθμησης με 13 αριθμούς, αυτούς που βλέπουμε γραμμένους από κάτω. Πάνω από τους αριθμούς βλέπουμε κάποιες μαύρες μπάρες και δεν καταλαβαίνουμε τι είναι αυτά. Σωστά;

 

ΕΡ: Δεν τα κατανοώ και γι’ αυτό θέλω να μάθω κάτι γι’ αυτά.

 

ΑΠ: Ωραία. Ας γράψουμε τους αριθμούς και τις μπάρες που προεξέχουν:: 9ΙΙ162005ΙΙ848405ΙΙ. Βλέπουμε, ότι πάνω από τον πρώτο αριθμό (τον 9) δεν υπάρχουν μπάρες. Πράγματι, αυτός ο αριθμός δεν συμβολίζεται με μπάρες. Όλοι οι άλλοι αριθμοί συμβολίζονται με μπάρες, εκτός του πρώτου.

 

ΕΡ: Βλέπω μαύρες γραμμές και αποκάτω βλέπω αριθμούς και δεν καταλαβαίνω, γιατί υπάρχουν μπάρες, γιατί υπάρχουν αριθμοί και τι σχέση έχουν μεταξύ τους και γιατί προεξέχουν οι μπάρες, που είπαμε.

 

ΑΠ: Ένα, ένα. Ο κωδικός αυτός μπορεί να δουλέψει με την ακτίνα φωτός από μηχάνημα laser (μηχανή εκπομπής ακτίνων φωτός), αλλά μπορεί να δουλέψει και με τους φυσικούς οφθαλμούς (σε περίπτωση ανάγκης). Για τις ακτίνες υπάρχουν οι μπάρες, για τους οφθαλμούς υπάρχουν οι αριθμοί.

 

ΕΡ: Ναι, αλλά εγώ βλέπω, ότι ο τρίτος αριθμός, ο 6, έχει από πάνω του δυο μαύρες μπάρες, που τις έχουν και οι μπάρες που προεξέχουν, άρα οι μπάρες αυτές είναι εξάρια.

 

ΑΠ: Δεν είναι έτσι. Τις μπάρες τις βλέπει το μηχάνημα, ενώ τους αριθμούς το μάτι του ανθρώπου. Ούτε το μηχάνημα μπορεί να δει τους αριθμούς, ούτε το μάτι να δει τις μπάρες.

 

ΕΡ: Πως δεν μπορεί να δει τις μπάρες; Εγώ βλέπω πολύ καθαρά τις μπάρες.

 

ΑΠ: Όχι, δεν είναι έτσι. Βλέπεις τις μαύρες μπάρες μόνο και όχι και τις λευκές, ενώ το μηχάνημα βλέπει και τις λευκές.

 

ΕΡ: Γιατί, υπάρχουν και λευκές μπάρες;

 

ΑΠ: Λοιπόν. Κάθε αριθμός, που βλέπει το μηχάνημα αποτελείται από μαύρες και λευκές μπάρες, συνολικά 7 μπάρες. Κάθε λοιπόν αριθμός αποτελείται από 7 μπάρες, λευκές και μαύρες. Έτσι ο αριθμός 6, αποτελείται από 5 λευκές μπάρες και δυο μαύρες με την εξής σειρά: λευκή, λευκή, λευκή, λευκή, μαύρη, λευκή, μαύρη.

 

ΕΡ: Μα τι μου λέτε; Και που τα βρήκατε αυτά; Από το μυαλό σας τα κατεβάσατε;

 

ΑΠ: Όχι, δεν τα κατεβάσαμε από το μυαλό μας. Τα βρήκαμε από την διεθνή βιβλιογραφία περί του Barcode, αλλά και από τα δεδομένα του κατασκευαστή του b-c και μπορεί ο οιοσδήποτε που ενδιαφέρεται να τα βρει και να τα μελετήσει. Έτσι, σύμφωνα με τον κατασκευαστή, κάθε αριθμός, που συμβολίζεται με μπάρες, αποτελείται από 7 μπάρες, λευκές και μαύρες. Στις λευκές μπάρες, όταν πέσει η ακτίνα φωτός, ανακλάται, ενώ αν πέσει στη μαύρη, απορροφάται. Η ακτίνα λοιπόν, αν πέσει πάνω σε ένα σύνολο 7 μπαρών, σε άλλες θα ανακλαστεί και σε άλλες θα απορροφηθεί. Ανάλογα με το πόσες ανακλάσεις και απορροφήσεις έχουμε και με ποια σειρά γίνονται αυτές, το μηχάνημα βρίσκει τον αριθμό. Π.χ. στον αριθμό 6 έχουμε με τη σειρά: 4 ανακλάσεις, 1 απορρόφηση, 1 ανάκλαση, 1 απορρόφηση, άρα ο αριθμός είναι ο 6.

 

ΕΡ: Δηλαδή, ανάλογα με τις ανακλάσεις και απορροφήσεις βρίσκει το μηχάνημα ποιος είναι ο αριθμός; Στον αριθμό 8, στη συγκεκριμένη κάρτα, πόσες ανακλάσεις και απορροφήσεις έχουμε και με ποια σειρά;

 

ΑΠ: Στον αριθμό 8 έχουμε 7 μπάρες, 5 ανακλάσεις και 2 απορροφήσεις, όπως και στον αριθμό 6, αλλά με διαφορετική σειρά. Έτσι έχουμε: 1 απορρόφηση, 2 ανακλάσεις, 1 απορρόφηση, 3 ανακλάσεις. Η σειρά είναι διαφορετική από εκείνη του αριθμού 6 και επομένως είναι ο αριθμός 8. Επί πλέον οι ανακλάσεις και απορροφήσεις συμβολίζονται και με μαθηματικό τρόπο. Οι ανακλάσεις με τον αριθμό μηδέν (0)  και οι απορροφήσεις με τον αριθμό  ένα (1). Επομένως, οι αριθμοί αυτοί μπορούν να παρασταθούν και με μαθηματικό τρόπο: Ο αριθμός 6, ως 0000101 και ο αριθμός 8, ως 1001000. Αυτή την παράσταση χρησιμοποιεί το δυαδικό σύστημα αρίθμησης και όχι το δεκαδικό.

 

ΕΡ: Δεν καταλαβαίνω. Μου τα μπλέκετε. Εγώ δεν γνωρίζω κανένα δυαδικό σύστημα. Εγώ γνωρίζω μόνο τους αριθμούς που χρησιμοποιούμε στην πράξη, 0, 1, 2 , 3,….. 10, 100, 1000 κ.λπ. Αυτά τα 0 και 1 δεν τα καταλαβαίνω.

 

ΑΠ: Είναι λογικό να μην τα καταλαβαίνεις. Πλην όμως χρησιμοποιείς το δυαδικό σύστημα και στο σπίτι σου, στους διακόπτες της ΔΕΗ, που γράφουν 0 και 1, αλλά και στον υπολογιστή, χωρίς να το ξέρεις. Λοιπόν, πρέπει να μάθεις, ότι οι μπάρες αυτές, στο b-c, δουλεύουν με το δυαδικό σύστημα αρίθμησης, ενώ για σένα, που δεν το γνωρίζεις, έχουν βάλει από κάτω τους αντίστοιχους αριθμούς στο δεκαδικό σύστημα. Επομένως οι μπάρες, που δουλεύουν με ακτίνες laser είναι στο δυαδικό σύστημα, ενώ οι αριθμοί από κάτω, που είναι για το μάτι σου, δουλεύουν στο δεκαδικό σύστημα.

 

ΕΡ: Και γιατί μας μπλέκουν με τα συστήματα αυτά και δεν έβαζαν από την αρχή μπάρες με το δεκαδικό σύστημα;

ΑΠ: Αν έβαζαν μπάρες να δουλεύουν με το δεκαδικό σύστημα, τότε δεν θα έφταναν 100 σελίδες με μπάρες, όπως το ίδιο θα συνέβαινε, αν χρησιμοποιείτο το δεκαδικό σύστημα στους υπολογιστές. Ο Υπολογιστής θα έπιανε την έκταση μιας πόλης! Θυμάσαι τους παλαιούς χειροκίνητους υπολογιστές με το δεκαδικό σύστημα, που έκανα προσθέσεις και αφαιρέσεις με το χερούλι; Έβαζες τα γρανάζια στους αριθμούς, γύριζες ανάλογα το χερούλι και έβρισκες το αποτέλεσμα. Και αυτή η μηχανή ήταν ένα τεράστιο θηρίο. Τώρα. Με μια μικρή οθόνη κινητού κάνεις τα πάντα, βάσει του δυαδικού συστήματος. Και μη νομίζεις, ότι το σφράγισμα που είπες, ότι υπάρχει στο χωρίο της Αποκάλυψης, είναι στο δεκαδικό σύστημα.

 

ΕΡ: Άλλο κι’ αυτό! Εγώ γνωρίζω, ότι το σφράγισμα είναι το 666. Τι μου λέτε τώρα; Ότι δεν είναι το 666; Θα τρελαθούμε;

 

ΑΠ: Όχι δεν θα τρελαθούμε,. Αλλά ο Ιωάννης στην Αποκάλυψη δεν γράφει για κανένα 666. Γράφει για τον αριθμό χξς΄, που δεν είναι αριθμός στο δεκαδικό σύστημα, αλλά στο ελληνιστικό, ούτε καν στο αρχαιοελληνικό. Αυτό το σύστημα γνώριζαν τότε. Το δεκαδικό με την αραβική εξάπλωση, που ήρθε αργότερα, είναι αυτό που έχουμε σήμερα.

 

ΕΡ: Δηλαδή, επιμένετε, ότι η Αποκάλυψη γράφει χξς΄ και όχι 666;

 

ΑΠ: Μα πως μπορεί να γράφει κάτι, που δεν υπήρχε την εποχή που γράφτηκε; Εμείς θα τρελαθούμε τώρα. Ο χξς΄ είναι αριθμός στο ελληνιστικό σύστημα αρίθμησης. Βέβαια, αυτό μπορεί να μεταγραφεί στο δεκαδικό σύστημα, που χρησιμοποιούμε στην πράξη, ως 666, αλλά και στο δυαδικό σύστημα, που χρησιμοποιούν οι υπολογιστές, ως 1010011010.

 

ΕΡ: Δηλ. και στους υπολογιστές υπάρχει ο 666;

 

ΑΠ: Ο αριθμός 666 υπάρχει παντού. Αν στον υπολογιστή βγάλεις έναν αριθμό, όπως ο 1010011010, αυτός θα είναι ο 666 στο δυαδικό σύστημα. Αν προκύψει ο 1232, αυτός θα είναι ο 666 στο οκταδικό σύστημα, αν προκύψει ο 29Α, αυτός θα είναι ο 666 στο δεκαεξαδικό σύστημα. Αλλά να μην σε ζαλίσω με τα συστήματα και ας επανέλθουμε στο b-c, του οποίου η ακτίνα διαβάζει αριθμούς στο δυαδικό σύστημα, δηλ. το σύστημα αυτό των αριθμών, που έχει μόνον δυο αριθμούς, το 0 και το 1, ενώ το δεκαδικό σύστημα έχει δέκα αριθμούς, το 0, 1, 2, 3,…..9.

 

ΕΡ: Ωραία. Άρα, η ακτίνα διαβάζει τις μπάρες, που είναι στο δυαδικό σύστημα και εγώ διαβάζω τους αριθμούς, που είναι στο δεκαδικό σύστημα. Ναι, αλλά αφού η ακτίνα διαβάζει τις μπάρες, που προεξέχουν ως 6, στο δυαδικό σύστημα, γιατί εγώ δεν μπορώ να τις διαβάσω με το μάτι στο δεκαδικό σύστημα; Μήπως δεν γράφει το 6, επειδή οι μπάρες αυτές προεξέχουν και δεν υπάρχει χώρος να γραφεί; Τι τέλος πάντων συμβαίνει και τι κρύβεται πίσω από αυτό;

 

ΑΠ: Τίποτε δεν κρύβεται: «Ουδέν κρυπτόν υπό τον Ήλιον». Είπαμε, ότι ο b-c είναι ο ΕΑΝ-13, που σημαίνει, ότι έχει 13 αριθμούς και όχι 16. Οι μπάρες, που προεξέχουν δεν είναι αριθμοί και δεν είναι αριθμοί, γιατί δεν αποτελούναι από 7 μπάρες, αλλά από ολιγότερες. Οι μπάρες αυτές λέγονται φύλακες μπάρες (guard bars) και έχουν τεθεί για άλλο σκοπό. Οι αριστερά και δεξιά μπάρες αποτελούνται από 3 γραμμές και η μεσαία από 5 γραμμές. Έτσι, οι ακραίες μπάρες συμβολίζονται με το 101 και η μεσαία με το 01010 και δεν έχουν καμία σχέση με τις μπάρες του αριθμού 6, που είναι 0000101 και δεν υπάρχει ούτε καν ομοιότητα με αυτές.

 

ΕΡ: Ναι, αλλά δεν κινεί τις υποψίες, γιατί αυτές οι μπάρες προεξέχουν και ποιος είναι ο ρόλος τους;

 

ΑΠ: Οι μπάρες αυτές έχουν ένα και μοναδικό ρόλο. Να κάνουν την ακτίνα laser να «κατανοεί», πότε ξεκινάει η ανάγνωση του κωδικού, πότε βρίσκεται στο μέσον του κωδικού και πότε στο τέλος και οι μεσαίες μπάρες έχουν τεθεί, γιατί αυτός ο τύπος κωδικού μπορεί να διαβαστεί από τα αριστερά προς τα δεξιά, αλλά και από τα δεξιά προς τα αριστερά, δηλ. η ανάγνωση μπορεί να γίνει αμφίπλευρα. Αλλά και οι προεξοχές παίζουν το ρόλο τους. Το μηχάνημα ανάγνωσης και ειδικά το χειροκίνητο έχει την ιδιότητα να μην διαβάζει τον κωδικό, αν δεν υπάρχουν οι προεξοχές. Δηλ. το χέρι έχει την τάση να αρχίζει την ανάγνωση χαμηλότερα από ότι πρέπει, γι’ αυτό υπάρχουν οι προεξοχές.

 

ΕΡ: Πάντως εμένα δεν με πείθετε. Κάτι ύποπτο συμβαίνει. Δεν μπορεί ο αριθμός 6 να έχει μόνο δυο μαύρες μπάρες, όπως και οι μπάρες που προεξέχουν και να μην τρέχει τίποτε.

 

ΑΠ: Βλέπω, ότι δεν πείθεσαι και ότι οι μπάρες αυτές είναι ο αριθμός 6, που δεν γράφεται, αλλά υπονοείται. Αυτό βέβαια δεν συμφωνεί με τα δεδομένα που δίνει ο κατασκευαστής. Και ο κατασκευαστής θεωρεί ως αριθμούς μόνον εκείνους, που έχουν 7 λευκές και μαύρες μπάρες και όχι άλλα σύμβολα, που δεν έχουν 7 μπάρες. Δηλαδή, τι να κάνουμε; Να βγάλουμε σκάρτο τον κατασκευαστή και ότι δεν ξέρει τι του γίνεται και ότι εμείς γνωρίζουμε καλύτερα από αυτόν, πώς κατασκευάζεται και πως λειτουργεί ο γραμμωτός κωδικός, b-c;

 

ΕΡ: Εν τούτη περιπτώσει, γιατί γράφονται κάτω από τις μπάρες και οι αριθμοί. Τι σκοπός εξυπηρετείται;

 

ΑΠ: Η αναγραφή των αριθμών κάτω από τις μπάρες, πράγματι, εξυπηρετεί ένα σκοπό. Ορισμένες φορές, το μηχάνημα δεν μπορεί να διαβάσει τον κωδικό, είτε γιατί δεν είναι καθαρός, είτε γιατί είναι τσαλακωμένο το χαρτί, είτε γιατί δεν είναι επίπεδος, αλλά κυρτός, είτε για άλλους λόγους. Τότε, ο υπάλληλος στο Ταμείο, πληκτρολογεί τους αριθμούς, κάτω από τις μπάρες.

 

ΕΡ: Και έτσι πληκτρολογεί και τα εξάρια, που συμβολίζουν οι μπάρες.

 

ΑΠ: Βλέπω, ότι επιμένεις, παρ’ όλες τις διευκρινήσεις που δόθηκαν. Λοιπόν, όταν πληκτρολογεί τους αριθμούς δεν πληκτρολογεί κανένα εξάρι. Αλλά ας δούμε την απίθανη αυτή περίπτωση. Επαναλαμβάνουμε τον συγκεκριμένο κωδικό: 9ΙΙ162005ΙΙ848405ΙΙ. Αν υποθέσουμε –τελείως φανταστικά-, ότι στις μπάρες, που προεξέχουν υπάρχουν πράγματι εξάρια. Τότε, ο συγκεκριμένος αριθμός θα έπρεπε να γραφεί: 9616200568484056. Οπότε ο υπάλληλος θα πρέπει να  πληκτρολογήσει αυτόν τον αριθμό. Για ρώτησε, τον οποιοδήποτε υπάλληλο, αν πληκτρολογεί αυτά τα –υποτιθέμενα- εξάρια. Θα εκπλαγεί και θα σου απαντήσει αρνητικά, καθότι δεν γνωρίζει τέτοιο πράγμα. Εκτός αυτού, τι νόημα θα είχε η ύπαρξη τριών εξαριών σκόρπια σε ένα 16-ψήφιο αριθμό; Εδώ μιλάμε για τον αριθμό 666 σ’ ένα αριθμό, έστω στην αρχή του αριθμού, του κάθε αριθμού και όχι σε τρία εξάρια σκόρπια σε έναν αριθμό. Τι σόι λογική είναι αυτή;

 

ΕΡ: Εντάξει, ο υπάλληλος δεν το κάνει, αλλά το κάνει το μηχάνημα. Τι έχετε να πείτε;

 

ΑΠ: Επιμένεις λοιπόν, ότι το μηχάνημα βλέπει αυτές τις μπάρες, που προεξέχουν, ως εξάρια. Ξανατονίζουμε, ότι ο κατασκευαστής του κωδικού έχει βάλει τις μπάρες αυτές που προεξέχουν, για να βλέπει το μηχάνημα πότε ξεκινάει την ανάγνωση, πότε βρίσκεται στη μέση και πότε τελειώνει. Γι’ αυτό το σκοπό έχουν κατασκευαστεί και τα μηχανήματα ανάγνωσης. Δηλαδή, εσύ θέλεις να καταργήσεις και την επιστήμη των κωδικών και τα μαθηματικά και τα πάντα και να τα θεωρήσεις όλα αυτά, ως ψέματα. Αν είναι έτσι, υπόδειξέ μας, που λέγονται τα αντίθετα, απ’ ότι αναπτύχθηκαν εδώ.

 

ΕΡ: Προσωπικά δεν γνωρίζω, αλλά καταθέτω, ό,τι ακούω και ό,τι διαβάζω σε διάφορα έντυπα. Δηλ. αυτά τα έντυπα γράφουν ψέματα και εσείς μόνο λέτε την αλήθεια;

 

ΑΠ: Εγώ δεν αναφέρω, ό,τι μούρχεται στο μυαλό ή ό,τι θα ήθελα ή ό, τι θα με εξυπηρετούσε, αλλά μεταφέρω τη θεωρία και την τεχνογνωσία πάνω στο b-c, όπως βρίσκονται στη διεθνή επιστημονική βιβλιογραφία και τα οποία έχουν κατακυρωθεί σε διεθνή συνέδρια. Όποιος, πιθανώς, έχει αντίρρηση, ότι δεν είναι έτσι, αλλά είναι κάπως αλλιώς, ας καταθέσει τις απόψεις του στη διεθνή κοινότητα, για να τύχει και της διεθνούς αναγνώρισης. Απ’ ότι γνωρίζουμε, τέτοιο πράγμα δεν έχει γίνει και ό,τι γράφεται είναι αποκυήματα φαντασίας.

 

ΕΡ: Α! όλα και όλα. Εσείς καταφέρεστε κατά των αντιτιθεμένων απόψεων με βαρείς χαρακτηρισμούς. Άκου, αποκυήματα φαντασίας!

 

ΑΠ: Έχεις δίκιο, γιατί ίσως δεν γνωρίζεις κάποια πράγματα. Είναι αλήθεια, ότι πριν από καιρό εμφανίστηκαν δυο «μελέτες», που «αποδείκνυαν», ότι οι μπάρες αυτές, που προεξέχουν είναι τρία εξάρια. Οι «μελέτες» αυτές (και ειδικά η αποκαλούμενη «Γρηγοριανή» της Ι.Μ. Γρηγορίου, αγίου Όρους) τέθηκαν υπόψη του κατασκευαστή, ο οποίος στις 5.2.11 ανακοίνωσε τις θέσεις του, που πηγάζουν από την διεθνή βιβλιογραφία και την ειδική τεχνογνωσία του b-c και τις οποίες «μελέτες» ο κατασκευαστής χαρακτήρισε με πολύ βαρύτερους χαρακτηρισμούς, από ότι εγώ και συγκεκριμένα:

 

Ο κατασκευαστής του γραμμωτού κωδικού GS1 ΕΛΛΑΣ στην κριτική ανάλυση, ειδικά της Γρηγοριανής μελέτης αποφαίνεται, ότι η μελέτη αυτή:

1/ Στηρίζεται σε αυθαίρετες παρατηρήσεις

2/ Είναι εφεύρημα των συντακτών

3/ Χρησιμοποιεί ατυχή παραδείγματα

4/ Χρησιμοποιεί ψευδή στοιχεία

5/ Χρησιμοποιεί λανθασμένες απεικονίσεις

6/ Η Συμβολογία της βρίσκεται στη φαντασία των συντακτών

7/ Χρησιμοποιεί απαράδεκτη ορολογία

8/ Χρησιμοποιεί λανθασμένες μεταφράσεις

9/ Χρησιμοποιεί ένα νέο, άγνωστο όμως, τρόπο αποκωδικοποίησης

10/ Η αποκωδικοποίηση έχει υποστεί κακοποίηση

11/ Χρησιμοποιεί γελοίους ισχυρισμούς

12/ Χρησιμοποιεί μαγικές εικόνες ενός φανταστικού b-c, που δουλεύει επειδή το θέλουν οι συντάκτες της

13/ Είναι υπόδειγμα σκουπιδοεπιστήμης

Το τελικό συμπέρασμα του κατασκευαστή του b-c είναι, ότι η λεγόμενη «Γρηγοριανή» μελέτη είναι για τα σκουπίδια!!!

 

ΕΡ: Ειλικρινά δεν τα γνώριζα όλα αυτά, αλλά δεν νομίζω να γνωρίζουν και οι συντάκτες των μελετών αυτών τις θέσεις αυτές του κατασκευαστή.

ΑΠ: Όχι, απεναντίας. Τα αποτελέσματα της κριτικής του κατασκευαστή τέθηκαν υπόψη των συντακτών των «μελετών» αυτών έκτοτε, χωρίς να υπάρξει η παραμικρή αντίδραση, παρ’ όλον ότι πέρασε διάστημα άνω του έτους (15 μήνες ακριβώς).

ΕΡ: Άραγε, τα αποτελέσματα αυτά έχουν τεθεί υπόψη των συντακτών των άρθρων, που μιλούν για το 666 στο b-c;

ΑΠ: Η κριτική του κατασκευαστή έχει δημοσιευθεί και θα πρέπει να τα έχουν υπόψη τους οι αρθρογράφοι. Αν τα γνωρίζουν και κάνουν, ότι δεν τα γνωρίζουν, τότε κάτι άλλο, πολύ πιο σοβαρό, υποκρύπτεται.

ΕΡ: Είναι αλήθεια, ότι είχα πολλούς ενδοιασμούς και είχα πιστέψει σ’ όλα αυτά που γράφονται και αναφέρονται και στον γ. Παϊσιο. Αλλά μετά από όλα αυτά δεν μπορώ, παρά να παραδεχτώ, ότι ο κατασκευαστής είναι ο εγκυρότερος και ο πλέον υπεύθυνος όλων, να ομιλεί για τον b-c. Όποιος άλλος έχει αντίρρηση οφείλει να απευθυνθεί σ’ αυτόν, για περισσότερες πληροφορίες. Ή δεν είναι έτσι;

ΑΠ: Ακριβώς, έτσι είναι. Όταν κάποιος χαρακτηρίζει, μια μελέτη μου, ότι είναι για τα σκουπίδια, τότε θα επαναστατούσα και θα ζήταγα το λόγο, αν βέβαια είχα συναίσθηση, ότι η μελέτη μου είναι ορθή. Όταν όμως σιωπώ, αυτό σημαίνει, ότι δεν έχω αντίλογο και εμμέσως πλην σαφώς θεωρώ, ότι η μελέτη μου, τουλάχιστον, αν μη τι άλλο, είναι εσφαλμένη.

5.5.12

 

Ι. ΚΑΡΔΑΣΗΣ

 

 

ΠΑΤΡΙΟ ΗΜΕΡΟΛΟΓΙΟ.(Η καταστρατήγηση της απόφασης της Α΄ Συνόδου)

 

ΓΕΓΟΝΟΤΑ

Στις 20 Μαρτίου 2012, στις 07.14, η φαινόμενη περιφορά του Ήλιου κατά μήκος της εκλειπτικής συναντά τον ουράνιο ισημερινό, οπότε το σημείο τομής ονομάζεται εαρινό ισημερινό σημείο και έχουμε εαρινή ισημερία. Η εαρινή ισημερία είναι ένα αστρονομικό μέγεθος, κατά το οποίο πρακτικά η διάρκεια της ημέρας είναι ίση με τη διάρκεια της νύκτας, δηλ. 12 ώρες εκάστη.

Η εαρινή ισημερία ενδιαφέρει επίσης και την Εκκλησία και αποτελεί και εκκλησιαστικό γεγονός, καθότι με τον προσδιορισμό της καθορίζεται και η ημερομηνία εορτασμού του Πάσχα. Μια άλλη παράμετρος, για τον προσδιορισμό της ημερομηνίας αυτής, είναι ο προσδιορισμός της πρώτης πανσελήνου μετά την ισημερία. Για φέτος, αυτή προσδιορίζεται την Παρασκευή 6 Απριλίου, στις 22.37.

Τα του προσδιορισμού της εαρινής ισημερίας και της πρώτης πανσελήνου, διαλαμβάνονται στην απόφαση περί εορτασμού του Πάσχα των Πατέρων της Α΄ Οικουμενικής Συνόδου. Και είναι γνωστόν, ότι το Χριστιανικό Πάσχα, πάλι με την απόφαση της Συνόδου, εορτάζεται την 1η Κυριακή μετά την 1η πανσέληνο και πάντα μετά το νομικό πάσχα. Βάσει των στοιχείων αυτών συντάχθηκε, από τους αλεξανδρινούς αστρονόμους, ένας πίνακας, ο Πασχάλιος, με τις ημερομηνίες εορτασμού για μια σειρά ετών. Ο Πίνακας αυτός βρίσκεται ακόμη σε ισχύ, πλην όμως επειδή οι μετρήσεις της τότε εποχής αποκλίνουν από τις πραγματικές, παρατηρείται στον αιώνα μας ανακολουθία του εορτασμού, σε σημείο να καταστρατηγείται η απόφαση της Συνόδου και να εορτάζεται το Πάσχα την 2η πανσέληνο μετά την ισημερία ή την 2η Κυριακή μετά την 1η πανσέληνο. Κάτι τέτοιο συμβαίνει και φέτος, το 2012, όπου το Πάσχα εορτάζεται την 2η Κυριακή μετά την 1η πανσέληνο, αντί της 1ης Κυριακής.

Αν θελήσει να πληροφορηθεί κανείς, πότε εορτάζεται το Νομικό πάσχα και ανοίξει το Μ. Ωρολόγιο της Αποστολικής Διακονίας (1997), θα ιδεί, ότι αναφέρει: Μ. Τετάρτη, δηλ. 11 Απριλίου. Αυτό όμως αποτελεί λάθος, καθότι οι Ισραηλίτες ακολουθούν το Γρηγοριανό ημερολόγιο και όχι το Ιουλιανό. Έτσι, ενώ με το Γρηγοριανό ημερολόγιο, η πανσέληνος είναι 6 Απριλίου, με το Ιουλιανό είναι 11 Απριλίου.

Στις παρατηρήσεις αυτές, αντιπροτείνεται από τους ακολουθούντες το Παλαιό ημερολόγιο (Ιουλιανό), ότι η ημερομηνία της εορτής καθορίζεται πλέον με την πλασματική ισημερία και όχι την πραγματική και με την πλασματική πανσέληνο και όχι την πραγματική, ώστε να μην υπάρξει απόκλιση από τον Πασχάλιο Πίνακα, που θεωρείται περίπου, ως το ευαγγέλιο των ισημεριών και των πανσελήνων, εις τον αιώνα τον άπαντα.

Στην παρούσα συγγραφή, θα ασχοληθούμε με τον τεχνικό προσδιορισμό των σημείων της ισημερίας και της πανσελήνου και θα αποδείξουμε, ότι καταστρατηγείται η απόφαση των Πατέρων της Συνόδου, οι οποίοι βάσισαν τον προσδιορισμό της ημερομηνίας της εορτής σε πραγματικά γεγονότα και όχι σε φανταστικά. Εάν δεν διορθωθεί η κατάσταση αυτή, τότε με την πάροδο των χρόνων, η καταστρατήγηση θα οξυνθεί, με συνέπεια τον εορτασμό του Πάσχα την 3η πανσέληνο μετά την ισημερία ή την 3η, 4η, 5η κ.λπ. Κυριακή μετά την πανσέληνο ή ακόμη μετά το θερινό ηλιοστάσιο της 21ης Ιουνίου!

ΕΙΣΑΓΩΓΗ

Το ημερολόγιο είναι σύστημα μέτρησης του χρόνου και ταξινόμησης των ημερών κατά τρόπο που να διευκολύνει την οργάνωση της δημόσιας ζωής, των θρησκευτικών τύπων και εκδηλώσεων και να εξυπηρετεί ιστορικούς και επιστημονικούς σκοπούς.

Το σύστημα μέτρησης του χρόνου γίνεται μεταξύ ενός σημείου έναρξης και ενός σημείου λήξης και ως απλούστερη μονάδα μέτρησης, από πλευράς της απλής παρατήρησης και όχι από πλευράς οργάνων μέτρησης, είναι η ημέρα και είναι όχι η χρονική περίοδος από της ανατολής μέχρι τη δύση του ήλιου, αλλά το διάστημα από ανατολής του ηλίου μέχρι την επόμενη ανατολή (ημερονύκτιο).

Το σύστημα της μέτρησης, από την ανατολή μέχρι την επόμενη ανατολή ηλίου, χρησιμοποιείται από πρωτόγονους λαούς, οι οποίοι δεν διαθέτουν άλλα όργανα μέτρησης. Το σύστημα, από την δύση μέχρι την επόμενη δύση, χρησιμοποιείται κυρίως από την Εκκλησία, η οποία θέλει να είναι πιστή στην Παράδοσή της. Εκείνο όμως το σύστημα, που έχει επικρατήσει σήμερα για τον προσδιορισμό της ημέρας βασίζεται σε όργανα μέτρησης του χρόνου και όχι σε παρατηρήσεις στη φύση. Είναι ο χωρισμός του ημερονυκτίου σε 24 ίσα μέρη, τα οποία καλούνται ώρες  και ο καθορισμός έναρξης της ημέρας τα μεσάνυκτα, όπου η ημέρα ξεκινάει συμβατικά από την ώρα μηδέν (0) και λήγει τα επόμενα μεσάνυκτα, όπου η ώρα καταλήγει πάλι συμβατικά στο 24. Η τεχνική αυτή ανακύκληση της ημέρας δίνει τις εβδομάδες (επταήμερα), τους μήνες, τα έτη και τους αιώνες.

Πάτριο ημερολόγιο (γνωστό και ως Παλαιό ή Ιουλιανό) ονομάζεται το ημερολόγιο εκείνο, το οποίον στηρίζεται στα αστρονομικά δεδομένα, που τέθηκαν από δυο αρχαίους Έλληνες αστρονόμους:

α/ τον Αθηναίο αστρονόμο Μέτωνα (430 π.Χ.), ο οποίος καθιέρωσε τον κύκλο του Μέτωνα που είναι περίοδος 19 ετών, στην οποία κατένειμε 235 σεληνιακούς μήνες (12 έτη Χ 12 μήνες + 7 έτη Χ 13 μήνες) και στον οποίο κύκλο, κάθε 19 έτη επαναλαμβάνονται οι ίδιες ημερομηνίες φάσεων της Σελήνης.

β/ τον Αλεξανδρινό Έλληνα φιλόσοφο, μαθηματικό και αστρονόμο Σωσιγένη (1ος αι. π.Χ.), ο οποίος προσδιόρισε τις ισημερίες και χρησιμοποιήθηκε από τον Ιούλιο Καίσαρα (45 π.Χ.), για τη μεταρρύθμιση του ρωμαϊκού ημερολογίου του Νουμά (670 π.Χ.), με την απόρριψη του σεληνιακού έτους και την εισαγωγή του τροπικού έτους με τον καθορισμό του έτους σε 365.25 ημέρες, αντί για 365, που ίσχυε μέχρι τότε.

Το θεσπισμένο Ιουλιανό ημερολόγιο χρησιμοποίησε η Α΄ Οικουμενική Σύνοδος, για να προσδιορίσει την ημερομηνία εορτής του Πάσχα, η οποία είναι η μόνη εορτή που καθορίζεται με αστρονομικά δεδομένα (τις θέσεις Ηλίου και Σελήνης μια ορισμένη περίοδο) και το χρησιμοποίησε, διότι τότε δεν υπήρχε κάτι καλύτερο και ακριβέστερο, αν και η ίδια η Εκκλησία χρησιμοποιούσε τότε κατά τόπους τρία ημερολόγια: Στη Δύση, το Ιουλιανό, στην Ανατολή το Μακεδονικό και στην Αφρική το Αιγυπτιακό.

Με την πάροδο του χρόνου διαπιστώθηκε η ανακολουθία της πραγματικής διάρκειας του τροπικού έτους από το προσδιοριζόμενο από το Ιουλιανό ημερολόγιο. Έτσι, το 1582 καθιερώθηκε το Γρηγοριανό ημερολόγιο (από τον Πάπα Γρηγόριο ΙΓ΄) με τη διόρθωση του τροπικού έτους από 365.25 ημέρες στις 365.2425 ημέρες. Το ημερολόγιο αυτό εφαρμόστηκε από τις χώρες εκείνες που είχαν το θρήσκευμα της Ρώμης, αλλά και από τις χώρες με προτεσταντικό πληθυσμό και από τους αγγλικανούς και δεν εγένετο δεκτό από τους Ορθόδοξους πληθυσμούς.

Αργότερα, διαπιστώθηκε ότι η απόκλιση μεταξύ του τροπικού και του Ιουλιανού έτους μεγάλωσε αρκετά και έτσι με πρωτοβουλία του Οικουμενικού Πατριαρχείου έγινε νεότερη διόρθωση του Ιουλιανού ημερολογίου με τον προσδιορισμό του τροπικού έτους στις 365.24222222 ημέρες. Το ημερολόγιο αυτό ακολούθησαν ορισμένες Ορθόδοξες χώρες (η πλειονότητα), αλλά όχι όλες.

Συνοψίζουμε τους χρόνους (σε ημέρες) για κάθε μια περίπτωση:

Πραγματικό τροπικό έτος                        365.24219879    ημέρες

Ιουλιανό ημερολόγιο                               365.25                   «

Γρηγοριανό ημερολόγιο                           365.2425                            «

Διορθωμένο Ιουλιανό ημερολόγιο 365.24222222         «

Ισραηλιτικό ημερολόγιο                           365.246822205       «

Το Διορθωμένο Ιουλιανό ημερολόγιο δεν συμφωνεί με το Γρηγοριανό ημερολόγιο, λόγω διαφορετικής φιλοσοφίας προσδιορισμού των δισέκτων ετών. Έτσι, η πρώτη ασυμφωνία εμφανίζεται το έτος 2800, όπου κατά το Γρηγοριανό ημερολόγιο έχουμε δίσεκτο έτος, ενώ κατά το διορθ. Ιουλιανό ημερολόγιο δεν έχουμε, οπότε κατά το έτος αυτός θα έχουμε την ίδια ημέρα, 10 Φεβρουαρίου κατά το Ιουλιανό ημερολόγιο, 29 Φεβρουαρίου κατά το Γρηγοριανό και 1 Μαρτίου κατά το διορθ. Ιουλιανό, η δε διαφορά αυτή θα αυξάνει με την πάροδο των ετών.

ΙΣΤΟΡΙΚΑ ΣΤΟΙΧΕΙΑ

Το Πάσχα είναι η μεγαλύτερη εορτή της Ορθόδοξης Εκκλησίας. Το χριστιανικό αυτό Πάσχα συνδέθηκε τυπολογικά με το αντίστοιχο ιουδαϊκό πάσχα (Νομικό πάσχα), αφού αυτό το δεύτερο θεωρήθηκε προτύπωση της σταυρικής θυσίας του Χριστού, του εσφαγμένου αρνίου της Αποκάλυψης. Η λέξη Πάσχα προέρχεται από την εβραϊκή λέξη peshah = διάβαση και καθιερώθηκε ως εορτή αρχικά από τους Εβραίους, για να εορτάζεται η ανάμνηση της εξόδου των Εβραίων από την Αίγυπτο και η διάβαση από την Ερυθρά θάλασσα. Η μεγάλη αυτή εορτή καθιερώθηκε από τους Αποστόλους, για την ανάμνηση της σταυρικής θυσίας του Θεανθρώπου, από την οποία πήγασε η σωτηρία του ανθρώπινου γένους. Η τυπολογική αυτή σχέση και η χρονική συνάφεια του ιουδαϊκού και του χριστιανικού Πάσχα δημιούργησε σοβαρά προβλήματα στην αρχέγονη Εκκλησία, όχι μόνο για το περιεχόμενο της εορτής, αλλά και για την ημερομηνία του εορτασμού της. Οι εξ Ιουδαίων Χριστιανοί τόνιζαν στην εορτή του Πάσχα, το γεγονός της σταύρωσης του Χριστού και επέμεναν να την εορτάζουν την 14η του μήνα Νισάν μαζί με τους Εβραίους, που πάντοτε συμπίπτει με την πρώτη εαρινή πανσέληνο. Αυτοί ονομάστηκαν τεσσαρεσκαιδεκατίτες και περιελάμβαναν ορισμένες Εκκλησίες της Ανατολής. Αντίθετα, οι εξ εθνικών χριστιανοί τόνιζαν την Ανάσταση του Χριστού και συνέδεσαν τον εορτασμό του Πάσχα με την αναστάσιμη ημέρα της εβδομάδας, την ημέρα του Κυρίου, την Κυριακή, η οποία ακολουθούσε την 14η του μήνα Νισάν, με την έννοια ότι το χριστιανικό Πάσχα δεν ήταν δυνατόν να προηγείται ή και να συμπίπτει προς το ιουδαϊκό πάσχα. Η διαφωνία αυτή για το περιεχόμενο της εορτής και για την ημέρα εορτασμού προκάλεσε σοβαρές εκκλησιαστικές έριδες κατά τον 2ο αιώνα, μεταξύ των Εκκλησιών της Δύσης και της Ασίας, χωρίς να ληφθεί οριστική απόφαση.

Την διαφωνία κλήθηκε να διευθετήσει η Α΄ Οικουμενική Σύνοδος στην Νίκαια το 325. Αφού έληξε η δογματική συζήτηση, η Σύνοδος επελήφθη του θέματος της ημέρας της εορτής του Πάσχα, δεδομένου ότι οι Εκκλησίες Ρώμης, Αλεξανδρείας και Ελλάδος τελούσαν το Πάσχα την Κυριακή μετά την δεκάτη τετάρτη του μήνα Νισάν, ενώ οι Εκκλησίες ΚΠόλεως, Αντιοχείας και Ιεροσολύμων τελούσαν το Πάσχα την δεκάτη τετάρτη του μήνα Νισάν, όπως ακριβώς και οι Εβραίοι.

Σημειώνεται, ότι λίγο πριν την Α΄ Οικουμενική Σύνοδο (4ος αιώνας) διατυπώθηκαν οι Αποστολικοί Κανόνες, στους οποίους ο 7ος κανόνας αναφέρεται στην εορτή του Πάσχα με την εντολή να εορτάζεται μετά την εαρινή ισημερία (Η εορτή του Πάσχα είναι η μοναδική εορτή της Χριστιανοσύνης, η οποία:

1.- εορτάζεται κατόπιν αποφάσεως Οικουμενικής Συνόδου και

2.- εορτάζεται σε συνάρτηση με αστρονομικά φαινόμενα, δηλ. με την εαρινή ισημερία και την πρώτη εαρινή πανσέληνο).

Πληροφορίες για την διεξαγωγή της συζήτησης δεν υπάρχουν. Απλώς η έκφραση «περί του Πάσχα ομοφωνήσαντες» εμπεριέχεται σε εγκύκλιο επιστολή της Συνόδου προς την Εκκλησία της Αλεξανδρείας με την εντολή εφαρμογής της απόφασης. Πάλιν σημειώνεται, ότι η εορτή του Πάσχα δεν εμπεριέχεται σε Κανόνα της Συνόδου (από τους 20 που εξέδωσε), αλλά σε ξεχωριστή απόφαση, καθότι το θέμα δεν ήταν δογματικό, δεν ήταν θέμα πίστεως.

Η Συνοδική απόφαση έχει δύο σκέλη περί της εορτής του Πάσχα, τα οποία συμπληρώνουν τα άλλα δυο σκέλη, που προϋπήρχαν  από την Παράδοση της Εκκλησίας και έτσι η μεγάλη αυτή εορτή θα έπρεπε να εορτάζεται:

1.- πάντοτε μετά την εαρινή ισημερία (που τότε ήταν 21 Μαρτίου με το Ιουλιανό ημερολόγιο),

2.- πάντοτε μετά την πρώτη πανσέληνο της εαρινής ισημερίας,

3.- πάντοτε ημέρα Κυριακή, την επόμενη της πανσελήνου και

4.- πάντοτε μετά το πάσχα των Εβραίων

Για την εφαρμογή της απόφασης εορτασμού του Πάσχα, η Συνοδική απόφαση έδινε εντολή στην Εκκλησία της Αλεξάνδρειας (επειδή διέθετε τους καλύτερους αστρονόμους) να βρει πότε είναι η εαρινή ισημερία, να βρει πότε είναι η πρώτη πανσέληνος, να ορίσει την πρώτη Κυριακή μετά την πανσέληνο και εάν κατά την Κυριακή αυτή εορταζόταν το εβραϊκό πάσχα, να το μεταθέσει την επόμενη Κυριακή. Επίσης, έδινε η Σύνοδος εντολή στην Εκκλησία της Αλεξάνδρειας να στέλνει εγκυκλίους στην Εκκλησία της Ρώμης, για κοινοποίηση σ’ όλη τη Δύση και στις Εκκλησίες Κων/πόλεως, Αντιοχείας και Ιεροσολύμων για κοινοποίηση σ’ όλη την Ανατολή. Η αναγγελία της ημερομηνίας της εορτής του Πάσχα γινόταν κάθε χρόνο από τον άμβωνα, την ημέρα των Θεοφανείων.

Αναφέρεται από ορισμένους λανθασμένα, ότι η Σύνοδος καθόρισε ως εαρινή ισημερία την εαρινή ισημερία του 325, που συνέπιπτε τότε με την 21η Μαρτίου. Αυτό δεν είναι σωστό και δεν θα το έκανε ποτέ καμιά Σύνοδος και καμιά Εκκλησία, γιατί θα ήτανε άκρως εγωιστικό και υβριστικό για τον αναστάντα Θεάνθρωπο. Αν καθόριζε σταθερή ημερομηνία ισημερίας, τότε θα καθόριζε την εαρινή ισημερία του έτους 33, όπου συνέβη το μέγα και ανεπανάληπτο γεγονός της Σταύρωσης και της Ανάστασης και συνέπιπτε τότε με την 23η Μαρτίου. Επομένως, η εύρεση της ημερομηνίας εορτασμού του Πάσχα βασίζεται κατά κύριο λόγο στην εύρεση της εαρινής ισημερίας, δηλ. του σημείου εκείνου στον ουρανό, στο οποίον ο Ήλιος ευρίσκεται ακριβώς στον ουράνιο ισημερινό και τέμνει την φαινόμενη εκλειπτική. Το σημείο αυτό είναι σταθερό κάθε χρόνο και η Αστρονομία το καθορίζει επακριβώς. Την ημέρα που συμβαίνει να υπάρχει ισημερία, από ανατολής μέχρι δύσεως του ηλίου οι ώρες είναι 12 και από δύσεως μέχρις ανατολής οι ώρες είναι 12 και ονομάζεται ισημερία, γιατί οι ώρες της ημέρας είναι οι αυτές με τις ώρες της νύκτας. Για την εύρεση της ισημερίας υπάρχει και πρακτικός τρόπος: Μπορεί κάποιος μόνον να παρατηρεί την διεύθυνση των σκιών κατά την ανατολή του Ηλίου και να σημειώσει την ημέρα, κατά την οποίαν αυτές οι σκιές κατευθύνονται ακριβώς προς την Δύση. Αυτή είναι η ισημερία.

Ωστόσο, οι ατέλειες του Ιουλιανού ημερολογίου, με βάση το οποίο εορτάζεται μέχρι σήμερα το Ορθόδοξο Πάσχα, οδήγησαν σε υστέρηση στον καθορισμό της εαρινής ισημερίας κατά 13 ολόκληρες ημέρες και επισυμβαίνει αυτή κατά τον παρόντα 21ο αιώνα στις 3 Απριλίου (αντί στις 21 Μαρτίου), τον 22ο αιώνα θα επισυμβαίνει στις 4 Απριλίου, τον 23ο στις 5 Απριλίου, τον 24ο στις 6, τον 105ο αιώνα στις 21 Ιουνίου κ.ο.κ. Βέβαια η χρησιμοποίηση από ορισμένες Ορθόδοξες Εκκλησίες δύο ημερολογίων (του Νέου για τις ακίνητες εορτές και του Παλαιού για τις κινητές) δεν μένει και δεν θα μείνει χωρίς συνέπειες: Ήδη το 2002 με την αργοπορία της εορτής του Πάσχα (5 Μαΐου) δεν υφίσταται η νηστεία των Αγίων Αποστόλων, η οποία προϊόντος του χρόνου θα καταργηθεί, αργότερα δε που η εορτή του Πάσχα θα πραγματοποιείται κατά το θέρος, θα υπάρχει σύμπτωση Πεντηκοσταρίου και νηστείας του 15 Αύγουστου κ.ο.κ. Πιστεύεται, ότι μελλοντικά η Ορθόδοξη Εκκλησία σε προσεχή της Σύνοδο θα διορθώσει την ανωμαλία αυτή και θα εφαρμόσει την απόφαση της Α΄ Οικουμενικής Συνόδου σύμφωνα με τα σύγχρονα αστρονομικά δεδομένα, ώστε να μην παρουσιάζεται το οξύμωρο σχήμα, αλλιώς ο Δημιουργός του Σύμπαντος να τοποθετεί τους αστέρες και αλλιώς να τους τοποθετούν τα δημιουργήματά Του.

ΙΟΥΔΑΪΚΟ ΠΑΣΧΑ

 

            Ο νόμος εορτασμού του Πάσχα δόθηκε από τον ίδιο το Θεό μέσω του προφήτη Μωυσή στην Αίγυπτο και στη γη της ερήμου, δηλ. πριν την έξοδο των υιών Ισραήλ από την Αίγυπτο, αλλά και μετά από αυτήν (Έξ. 12. 1-7, 13, 21-22, 23, 43).

Η ημερομηνία εορτασμού οριζόταν τον μήνα Νισάν, μετά την εαρινή ισημερία. “Ερμηνεύεται δε Νισσάν (με δυο σίγμα) ο ανθών. Νίσσα γαρ λέγεται παρ’ Εβραίοις το άνθος” (Αναστασίου Αντιοχείας, PG 89. 1381). Την 1η Νισάν έχουμε τη νέα Σελήνη, την 10η Νισάν ελαμβάνετο το πρόβατο στην οικία προς σφαγήν, διετηρείτο έως της τεσσαρεσκαιδεκάτης, οπότε εσφάζετο ακριβώς το εσπέρας της ημέρας που άρχιζε, κατά την οποίαν εορτάζετο το Πάσχα και πάντα με Πανσέληνο.

Το πρόβατο εσφάζετο την εσπέρα, εψήνετο (όχι ωμό ή βρασμένο σε νερό, αλλά ψητό σε φλόγα), η δε βρώση του γινότανε από το βράδυ μέχρι το πρωί, τα δε περισσεύματα καιγόντουσαν. Η απουσία από την οικία, από το εσπέρας έως το πρωί, απαγορευόταν. Το πρόβατο ετρώγετο με άζυμο ψωμί. Άζυμο ψωμί ετρώγετο από την 14η Νισάν μέχρι την 21η σε ανάμνηση της εξόδου από την Αίγυπτο.

Την 16η Νισάν προσεφέρετο ένα δεμάτι συγκομιδής καρπών (Λευιτ. 23. 10-11) και αυτή η ημέρα ονομαζόταν και πρώτη ημέρα των εβδομάδων του θερισμού, διότι από αυτή αριθμούντο οι επτά εβδομάδες για τον υπολογισμό της δεύτερης μετά το Πάσχα εορτής, ήτοι της Πεντηκοστής (Λευιτ. 23. 15-17). Έτσι η εβραϊκή Πεντηκοστή δηλώνει την έναρξη του θερισμού του σίτου (Δευτ. 16. 9-10). Εξ άλλου 50 ημέρες μετά το Πάσχα των Εβραίων στην Αίγυπτο, αυτοί παρέλαβαν τον Νόμο στο όρος Σινά. Την Πεντηκοστή προσεφέροντο τα πρωτογεννήματα στο Θεό, διότι ήτανε η απαρχή του θέρους. Τον έβδομο δε μήνα από την 14η Νισάν εορτάζετο ο Εξιλασμός και την επόμενη ημέρα η Σκηνοπηγία.

Επομένως, είναι εκ Θεού δεδομένο, ότι το Πάσχα εορτάζεται την εποχή που ανθίζουν τα φυτά, δηλ. την Άνοιξη και μάλιστα στην αρχή της, η δε συνακόλουθη και συνδεδεμένη με αυτήν εορτή της Πεντηκοστής εορτάζεται την εποχή του θερισμού, δηλ. το θέρος. Δεν νομίζουμε, ότι θα πρέπει να αγνοηθεί αυτή η εντολή και να φθάνει το Πάσχα να εορτάζεται με τον θερισμό και η Πεντηκοστή, όταν φθίνουν οι οπώρες!

Οι Εβραίοι γιορτάζουν σήμερα το Πάσχα τους την 15η Νισάν και όχι την 14η, όπως ορίζεται από τον Μωσαϊκό Νόμο (Νομικό πάσχα). Το ημερολόγιό τους ρυθμίζεται έτσι, ώστε η 15η Νισάν να πέφτει σε ημερομηνίες μετά την 27η Μαρτίου του Γρηγοριανού ημερολογίου. Η ρύθμιση αυτή έγινε για δυο λόγους:

1.- Πιθανώς, επειδή την εποχή του αριθμητικού υπολογισμού του εβραϊκού Πάσχα, οι Εβραίοι τοποθετούσαν την εαρινή ισημερία στις 27 Μαρτίου, δηλ. έξη ημέρες αργότερα από την εαρινή αστρονομική ισημερία (21 Μαρτίου). Π.χ. στα έτη 1997 και 2005, όπου η πρώτη πανσέληνος μετά την 21 Μαρτίου είναι η 25η Μαρτίου, αυτή δεν λογίζεται, διότι είναι προ της εβραϊκής ισημερίας της 27ης Μαρτίου.

2.- Είτε διότι μ’ αυτόν τον τρόπο θέλησαν να εξασφαλίσουν, ο εορτασμός του Πάσχα τους να μην γίνεται πριν από την εαρινή ισημερία.

Για το λόγο αυτό, το Γρηγοριανό Πάσχα (Λατίνων Πάσχα) πέφτει ενίοτε πριν από τον εορτασμό του εβραϊκού Πάσχα (π.χ. 1997 και 2005). Είναι δε γνωστό, ότι το Πάσχα των Εβραίων εορτάζεται ακριβώς με την 1η πανσέληνο μετά την εαρινή ισημερία της 27ης Μαρτίου.

Η πρώτη λοιπόν γιορτή του εβραϊκού ημερολογίου είναι το Πάσχα, κατά το οποίο γιορτάζεται ουσιαστικά η έξοδος από την Αίγυπτο. Σύμφωνα με την ιερή εβραϊκή παράδοση, γιορτάζεται με την αφήγηση της εξόδου από τη δουλεία της Αιγύπτου, που γίνεται σε οικογενειακό κύκλο την πρώτη βραδιά της γιορτής.

ΧΡΙΣΤΙΑΝΙΚΟ ΠΑΣΧΑ

 

Όπως ειπώθηκε παραπάνω, η Α΄ Οικουμενική Σύνοδος ανέθεσε την εφαρμογή της απόφασης εορτασμού του Πάσχα στην Εκκλησία της Αλεξάνδρειας, η οποία ήταν ονομαστή για τους περίφημους αστρονόμους της. Παρενθετικά σημειώνεται, ότι ο Λαοδικείας Ανατόλιος (3ος αιώνας) ήταν ικανότατος αστρονόμος, αλλά και κάτοχος, κατά τον Ευσέβιο, της σύγχρονης γνώσης. Συνέγραψε διάφορα έργα και ασχολήθηκε ιδιαίτερα με το ζήτημα του εορτασμού του Πάσχα. Σ’ αυτόν οφείλεται η χρήση του 19ετούς κύκλου του Μέτωνα, για τον προσδιορισμό της πασχαλινής πανσελήνου.

Ο Χωνών Αχιλλέας Τάτιος (Αλεξανδρινός του 4ου αιώνα και περίφημος αστρονόμος), ο οποίος έλαβε μέρος στην Α΄ Οικουμενική Σύνοδο ως Επίσκοπος, ανέλαβε να υλοποιήσει την απόφαση της Συνόδου για την εορτή του Πάσχα και σ’ αυτόν αποδίδεται ο κανόνας για τον εορτασμό του Χριστιανικού Πάσχα.

Ο ανωτέρω επίσκοπος Αχιλλέας χρησιμοποίησε τις θέσεις της Αστρονομίας της εποχής του, η οποία βασιζόταν στις παρατηρήσεις του διάσημου αστρονόμου Σωσιγένη (1ος αιώνας π.Χ.). Ο Σωσιγένης όμως, αν και φαίνεται ότι γνώριζε με μεγάλη ακρίβεια τη διάρκεια του τροπικού έτους, χρησιμοποίησε μόνο μια προσέγγιση δεύτερου δεκαδικού ψηφίου, είτε διότι τα μαθηματικά της εποχής δεν του επέτρεπαν να εκφράσει και να εκτελέσει πράξεις με περισσότερα δεκαδικά ψηφία, είτε διότι έτσι έκρινε σκόπιμο. Πράγματι, θεώρησε ότι η διάρκεια του τροπικού έτους ήταν ίση με 365.25 ημέρες. Δηλαδή κατά: 365.25 – 365.24219879 = 0.00780121 ημέρες ή 0.18722904 ώρες ή 11.2337424 min ή 11 min 14.024544 sec ή συνολικά 674.024544 sec μεγαλύτερη από την πραγματική διάρκειά του. Συνεπώς η μέτρηση Σωσιγένη δηλώνει, ότι η Γη κινείται περί τον Ήλιο με ταχύτητα μικρότερη από τη πραγματική.

Η διαφορά αυτή, ενώ αρχικά ήταν ασήμαντη, με το πέρασμα των αιώνων αθροιστικά μεγάλωνε σημαντικά. Η ετήσια διαφορά των 0.00780121 ημερών σε 400 χρόνια ήταν: 0.00780121 Χ 400 = 3.120484 ημέρες ή μια περίπου ημέρα κάθε 128 χρόνια (128 Χ 0.00780121 = 0.99855488 ημέρες). Δηλαδή η μέση τιμή του πολιτικού ιουλιανού έτους, ίση με 365.25 ημέρες, μετακινούσε την αρχή του πολιτικού έτους πέρα από τη φυσική αστρονομική της θέση κατά μια ημέρα σε χρονικό κύκλο 128 ετών.

Τονίζεται πάλι, ότι το πολιτικό έτος ήταν μεγαλύτερο από το τροπικό έτος και έτσι κάθε 128 έτη, το Ιουλιανό ημερολόγιο μετρούσε μια επιπλέον ημέρα η οποία στην πραγματικότητα δεν είχε διανυθεί. Κατά συνέπεια, οι αστρονομικές εποχές του έτους μετατοπίζονταν προς τα εμπρός. Σημειώνεται ενδεικτικά, ότι το 45 π.Χ. που θεσπίστηκε το Ιουλιανό ημερολόγιο, η εαρινή ισημερία συνέβαινε στις 23 Μαρτίου, το 85 μ.Χ. το ημερολόγιο τη σημείωνε στις 22 Μαρτίου και το 213 μ.Χ. τη μετέφερε μια ακόμη ημέρα νωρίτερα, δηλ. στις 21 Μαρτίου, ημερομηνία για την εαρινή ισημερία που θα ίσχυε ως το 341 μ.Χ.

Συνεπώς, όταν το 325 μ.Χ. συνήλθε η Α΄ Οικουμενική Σύνοδος στη Νίκαια της Βιθυνίας και όρισε πότε θα εορτάζεται το Πάσχα για όλες τις χριστιανικές Εκκλησίες, η εαρινή ισημερία –σύμφωνα με το Ιουλιανό ημερολόγιο- συνέβαινε στις 21 Μαρτίου.

 

            Η καθυστέρηση βέβαια του ημερολογίου ως προς τις αστρονομικές εποχές συνεχιζόταν και διάφοροι αστρονόμοι, μελετητές του ημερολογίου, οι οποίοι είχαν εντοπίσει τις ατέλειές του, πρότειναν κατά καιρούς σχετικές μεταρρυθμίσεις του. Ήδη από το 1324 ο μεγαλύτερος αστρονόμος του Βυζαντίου, ο Νικηφόρος Γρηγοράς, πρότεινε στον αυτοκράτορα Ανδρόνικο Β΄ Παλαιολόγο (1282-1328) τη μεταρρύθμιση του ημερολογίου. Η μεταρρύθμιση αυτή δεν έγινε τελικά αποδεκτή, για να μη δημιουργηθεί σύγχυση, τόσο στον αμαθή λαό, όσο και στο εκκλησιαστικό εορτολόγιο. Ανάλογες μεταρρυθμίσεις πρότειναν και άλλοι βυζαντινοί λόγιοι, όπως ο μοναχός Ισαάκιος Αργυρός και ο κανονολόγος Ματθαίος Βλάσταρις (14ος αιώνας).

Παράλληλα, αστρονόμοι και άλλων λαών πρόσεξαν το σφάλμα του Ιουλιανού ημερολογίου και πρότειναν στους Πάπες τη μεταρρύθμισή του, αφού ήδη από τον 4ο αιώνα ο αυτοκράτορας Γρατιανός (367-383), είχε προσφέρει το αξίωμα του Μεγάλου Αρχιερέα (Pontifex Maximus) στους εκάστοτε Πάπες της Ρώμης. Επίσης, ο Roger Bacon (1219-1292), αφού υπολόγισε ότι το συσσωρευμένο σφάλμα του ημερολογίου είχε φτάσει στην εποχή του τις 8 ημέρες, πρότεινε στον Πάπα Κλήμη Δ΄ (1265-1268) τη σχετική ημερολογιακή μεταρρύθμιση. Ο θάνατος του Πάπα όμως σταμάτησε τις σχετικές συζητήσεις, για τη μεταρρύθμιση του ημερολογίου.

Τον 15ο αιώνα αστρονόμοι και κληρικοί ανακίνησαν πάλι το θέμα της ημερολογιακής μεταρρύθμισης. Η σύνοδος της Βασιλείας (1431-1449) προετοίμασε μια σχετική ανακοίνωση, η οποία για διάφορους λόγους δεν εκδόθηκε ποτέ. Το 1474 ο Πάπας Σίξτος Δ΄ (1471-1484), πεπεισμένος για την ανάγκη της διόρθωσης του ημερολογίου, ανέθεσε στο σπουδαίο αστρονόμο Johannes Muller την ημερολογιακή μεταρρύθμιση. Καθ’ οδόν όμως προς τη Ρώμη ο διάσημος αστρονόμος, μόλις 40 ετών, πέθανε από πανώλη (1476) και έτσι το θέμα της μεταρρύθμισης για μια ακόμη φορά σταμάτησε.

Στην συνέχεια, μια από τις 14 Συνόδους του Λατερανού, αυτή του 1524, ασχολήθηκε με το ίδιο θέμα, χωρίς όμως πρακτικό αποτέλεσμα. Η Δύση όμως είχε έτσι κι’ αλλιώς αποφασίσει την ημερολογιακή μεταρρύθμιση και ήταν ζήτημα χρόνου η διόρθωση του ισχύοντος ημερολογίου. Έτσι, η Σύνοδος του Τριδέντου, που συνήλθε από το 1545-1563, ανέθεσε στον Πάπα Παύλο Γ΄ (1534-1549) και στη συνέχεια στον Πίο Ε΄ (1566-1572) να κάνουν τη μεταρρύθμιση του ημερολογίου, χωρίς όμως ούτε αυτοί να το κατορθώσουν.

Το 1572, όταν ανέβηκε στον παπικό θρόνο ο Πάπας Γρηγόριος ΙΓ΄, έβαλε σκοπό της ζωής του να πετύχει την ημερολογιακή μεταρρύθμιση. Για το λόγο αυτό, το 1576 δημιούργησε μια επιτροπή αστρονόμων, μαθηματικών και κληρικών, προκειμένου να μελετήσει τις μεθόδους διόρθωσης του Ιουλιανού ημερολογίου. Τελικά ο Πάπας, με προτροπή του Γερμανού Ιησουίτη μοναχού και αστρονόμου Christoforo Clavius (1537-1612) και στηριγμένος στην εισήγηση του φημισμένου καθηγητή της ιατρικής στο πανεπιστήμιο της Περούτζια και ονομαστού αστρονόμου Luigi Lilio από την Καλαβρία, θέσπισε την ημερολογιακή μεταρρύθμιση το 1582.

Το 1582, το Ιουλιανό ημερολόγιο, όπως υπολόγισε ο Δομινικανός μοναχός και αστρονόμος Ignatio Danti, έδειχνε ημερολογιακή εαρινή ισημερία την 11η Μαρτίου, δηλ. 10 ημέρες νωρίτερα σε σύγκριση με την αστρονομική –άρα ορθή- εαρινή ισημερία του έτους 325 μ.Χ. (έτος της Α΄ Οικουμενικής Συνόδου, που είχε γίνει τότε στις 21 Μαρτίου). Επειδή, όμως, από της αστρονομικής εαρινής ισημερίας κανονίζεται ο εορτασμός του Πάσχα, το σφάλμα του Ιουλιανού ημερολογίου επιδρούσε στον υπολογισμό της ημερομηνίας της μεγάλης γιορτής της Χριστιανοσύνης.

Επομένως, ήταν απαραίτητη η αλλαγή του Ιουλιανού ημερολογίου και το πολιτικό έτος έπρεπε να ελαττωθεί κατά τις 10 αυτές ημέρες που είχαν μετρηθεί, χωρίς να έχουν πράγματι διανυθεί, αφού το πολιτικό έτος ήταν ελαφρά μεγαλύτερο από το τροπικό έτος. Αποφασίσθηκε, λοιπόν, να μετατεθούν οι εποχές του έτους σε σχέση με το τροπικό έτος, ώστε να επανέλθουν στις ίδιες συνθήκες όπως το έτος 325 μ.Χ. που έγινε η Α΄ Οικουμενική Σύνοδος της Νικαίας. Στα 1257 έτη (= 1582-325), το Ιουλιανό ημερολόγιο ως προς τις εποχές παρουσίαζε μια διαφορά περίπου 10 ημερών. Επιπλέον έγινε αλλαγή του 19ετούς κύκλου του Μέτωνα με τη γρηγοριανή επακτή, οπότε άλλαξε ο τρόπος υπολογισμού της μεγάλης εορτής του Πάσχα.

Αποτέλεσμα αυτών των αλλαγών ήταν να δημιουργηθεί το Γρηγοριανό ημερολόγιο, που χρησιμοποιείται μέχρι σήμερα. Σύμφωνα με αυτό και για να περιορισθούν τα σφάλματα του Ιουλιανού ημερολογίου, θεσπίσθηκε κάθε περίοδος 4 αιώνων να περιλαμβάνει 97 δίσεκτα έτη και όχι 100. Η ρύθμιση αυτή ήταν επιβεβλημένη, εφ’ όσον ανά 4 αιώνες η ετήσια διαφορά των 0.00780121 ημερών γινόταν ίση με 0.00780121 Χ 400 = 3.120484 ημέρες.

Τελικά εισήχθη ο κανόνας υπολογισμού των δισέκτων ετών: Από τα δίσεκτα έτη του Ιουλιανού ημερολογίου που δείχνουν αιώνες (επαιώνια έτη), όπως το 1600, 1700, 1800, 1900, 2000 κ.ο.κ. δίσεκτα θα θεωρούνται στο νέο ημερολόγιο μόνον εκείνα των οποίων ο αριθμός των αιώνων (16, 17, 18, 19, 20 κ.ο.κ.) διαιρείται ακριβώς δια του 4 ή ολόκληρος ο αριθμός δια του 400. Σύμφωνα με τον κανόνα αυτό, δίσεκτα θεωρούνται μόνο τα έτη 1600, 2000 κ.ο.κ., ενώ σύμφωνα με το Ιουλιανό ημερολόγιο, όλα τα «επαιώνια έτη» ήταν δίσεκτα ως διαιρούμενα δια του 4. Μ’ αυτό τον τρόπο αφαιρούνται οι 3 περίπου επιπλέον ημέρες της καθυστέρησης του Ιουλιανού ημερολογίου κάθε 400 έτη.

Με τον γρηγοριανό, λοιπόν, κύκλο των 400 ετών, αντί να έχουμε απαλοιφή μιας ημέρα εντός 128 ετών, δηλ. 3 ημερών σε 384 έτη, απαλείφουμε 3 ημέρες εντός χρονικού κύκλου 400 ετών. Έτσι υπάρχουν 97 αντί για 100 δίσεκτα έτη στον παραπάνω χρονικό κύκλο. Με τον τρόπο αυτό η μέση διάρκεια του ημερολογιακού έτους από 365.25 ημέρες στο Ιουλιανό ημερολόγιο διορθώθηκε σε 365 + 97/400 = 365.2425 ημέρες. Το πολιτικό έτος διέφερε πλέον από το τροπικό κατά 365.2425 – 365.24219879 = 0.00030121 ημέρες ή 0.00722904 ώρες ή 0.4337424 min ή 26.024544 sec. Δηλαδή το μέσο γρηγοριανό πολιτικό έτος είναι μεγαλύτερο από το τροπικό μόνο κατά 26 περίπου sec ετησίως.

Η ακρίβεια του Γρηγοριανού ημερολογίου (σφάλμα 26.024544 sec ετησίως) είναι ασυγκρίτως καλύτερη από την αντίστοιχη του Ιουλιανού ημερολογίου (σφάλμα 674.024544 sec ετησίως). Το Γρηγοριανό ημερολόγιο, όμως, αφαιρεί κάθε 400 χρόνια 3 μόνο ημέρες αντί 3.120484 ημέρες. Έτσι τα 400 γρηγοριανά έτη υπερβαίνουν σε διάρκεια τα 400 τροπικά έτη κατά 0.120484 ημέρες. Υπάρχει δηλαδή και σ’ αυτό το ημερολόγιο μια επιβράδυνση της αρχής του έτους, αλλά μόνο μιας ημέρας κάθε 400/0.120484 = 3320 έτη περίπου (για την ακρίβεια 3319.942897 έτη). Συνεπώς, ένας εύκολος τρόπος διόρθωσης της μικρής αυτής διαφοράς, που παρουσιάζει το μέσο γρηγοριανό έτος ως προς το τροπικό έτος είναι να υιοθετηθεί ένα ακόμη δίσεκτο έτος κάθε 3320 έτη, δηλ. η πρώτη διόρθωση θα πρέπει να γίνει το 4902 (1582 + 3320 = 4902).

Επίσης, με τη διόρθωση της επακτής καθορίζεται επακριβώς η Πασχαλινή πανσέληνος, μετά την οποία ακολουθεί η Κυριακή του Πάσχα. Με τις μεταβολές αυτές, καθορίζεται αστρονομικά ακριβέστερα το δυτικό Πάσχα. Σημειώνεται, ότι η Σύνοδος της ΚΠολης του 1593 απέρριψε με τον Η΄ Κανόνα της τη μεταρρύθμιση αυτού του ημερολογίου, όχι για λόγους επιστημονικούς, αλλά διότι οι Συνοδικοί κατέληξαν στο συμπέρασμα, ότι το Γρηγοριανό ημερολόγιο μεταρρύθμιζε τις αποφάσεις της Α΄ Οικουμενικής Συνόδου, για τον εορτασμό του χριστιανικού Πάσχα.

Το 1923 έγινε μια νέα προσπάθεια διόρθωσης του Ιουλιανού ημερολογίου από τον ΚΠόλεως Μελέτιο, που συγκάλεσε «Πανορθόδοξο Συνέδριο» με συμμετοχή αντιπροσώπων έξη Ορθοδόξων Εκκλησιών. Το Συνέδριο αποφάσισε, ότι η αλλαγή του Ιουλιανού ημερολογίου ήταν επιβεβλημένη, αφού αυτή δεν προσέκρουε σε κανένα κανονικό ή δογματικό κώλυμα.

Το Συνέδριο αυτό υπέδειξε ημερολογιακό κύκλο 900 ετών, που ήταν ακριβέστερος από τον γρηγοριανό κύκλο των 400 ετών. Η πρόταση όριζε, ότι από τα έτη που δείχνουν αιώνες (επαιώνια), δίσεκτα θα θεωρούνται μόνον εκείνα των οποίων ο αριθμός των εκατοντάδων, διαιρούμενος δια του 9, δίδει υπόλοιπο 2 ή 6. Για τα υπόλοιπα έτη ισχύει ο ιουλιανός κανόνας.

Δηλαδή αντί των δισέκτων ετών 400, 800, 1200, 1600, 2000 κ.ο.κ. του Γρηγοριανού, καθιέρωσε ως δίσεκτα τα έτη 200, 600, 1100, 1500, 2000 κ.ο.κ. Μ’ αυτό τον τρόπο, επειδή εντός κύκλου 900 ετών περιέχονται 218 δίσεκτα, η μέση διάρκεια του προτεινόμενου έτους ήταν: 365 + 218/900 = 365 + 0.24222222 = 365.24222222 ημέρες και έτσι η διαφορά του από το τροπικό έτος ήταν μόνο: 365.24222222 – 365.24219879 = 0.00002343 ημέρες ή 0.00056232 ώρες ή 0.0337392 min ή 2.024352 sec, δηλ. περίπου 2.03 sec ετησίως, που σημαίνει το ακριβέστερο από όλα τα προταθέντα μέχρι σήμερα ημερολόγια!

Συνεπώς σε κύκλο 3600 (= 4 Χ 900) ετών υπήρχαν 872 δίσεκτα έτη (= 4 Χ 218), αντί των 97 Χ 9 = 873 δισέκτων ετών του Γρηγοριανού ημερολογίου, με σφάλμα μόνο 0.00002343 Χ 3600 = 0.084348 ημερών, ενώ το αντίστοιχο σφάλμα του Γρηγοριανού ημερολογίου ήταν: 0.00030121 Χ 3600 = 1.084356 ημέρες, δηλ. κατά μια ημέρα μεγαλύτερο.

Σύμφωνα με το Ιουλιανό ημερολόγιο η 21η Μαρτίου σημειώνεται σήμερα 13 ημέρες μετά την αστρονομική εαρινή ισημερία, ενώ το 325 συνέπιπτε με αυτήν. Κάθε λοιπόν χρονική περίοδο 3320 ετών θα συμβαίνει 25 ημέρες περίπου αργότερα και μετά 20000 έτη θα συμβαίνει σχεδόν 5 μήνες αργότερα και ενώ θα λέμε ότι έχουμε εαρινή ισημερία, στην πραγματικότητα θα πλησιάζουμε τη φθινοπωρινή ισημερία!!

Ένα άλλο σημείο που χρήζει ιδιαίτερης προσοχής είναι η εύρεση της πρώτης εαρινής πανσελήνου, η οποία χρειάζεται για τον καθορισμό της Κυριακής του Πάσχα, σύμφωνα με την απόφαση της Συνόδου. Η πρώτη εαρινή πανσέληνος υπολογίζεται με τον κύκλο του Μέτωνα, που προσδιορίζει την ημερομηνία της πανσελήνου με σφάλμα μιας ημέρας σε 307 έτη. Το ασήμαντο αυτό λάθος συσσωρεύθηκε με την πάροδο των ετών, ώστε σήμερα να γίνεται λάθος 5 ημερών ως προς τον υπολογισμό της πασχαλινής πανσελήνου, εκτός των 13 ημερών της λανθασμένης αστρονομικά ιουλιανής εαρινής ισημερίας. Αντίθετα, με τον γρηγοριανό κύκλο των πανσελήνων, ο οποίος τις υπολογίζει με πολύ μεγαλύτερη ακρίβεια, το σφάλμα περιορίζεται σε 1 ημέρα σε χρονικό κύκλο 20000 ετών

Επομένως, ο υπολογισμός της ημερομηνίας του Πάσχα καθορίζεται αστρονομικώς σωστά με το Γρηγοριανό ημερολόγιο και αστρονομικώς εσφαλμένα με το Ιουλιανό, το οποίον στηρίζεται στον εσφαλμένο υπολογισμό της ταχύτητας περιστροφής της Γης περί τον Ήλιο (μικρότερη της κανονικής) του Σωσιγένη και στον εσφαλμένο υπολογισμό της περιστροφής της Σελήνης περί την Γη (μεγαλύτερη της κανονικής) του Μέτωνα. Βέβαια ο υπολογισμός είναι ακόμη ακριβέστερος με το διορθ. Ιουλιανό ημερολόγιο.

 

            ΚΑΤΑΣΤΡΑΤΗΓΗΣΗ ΤΗΣ ΑΠΟΦΑΣΗΣ

 

Σύμφωνα με τα ανωτέρω εκτεθέντα, η Ορθόδοξη Εκκλησία χρησιμοποιεί στον υπολογισμό της ημερομηνίας του Πάσχα το Ιουλιανό ημερολόγιο. Ως εκ τούτου θεωρείται, ότι η εαρινή ισημερία έρχεται 13 ημέρες μετά την πραγματική. Έτσι, εάν η πανσέληνος συμβεί κατά τη διάρκεια αυτών των 13 ημερών, οι Ορθόδοξοι δεν θεωρούν αυτήν ως πασχαλινή πανσέληνο, αλλά αναμένουν την επόμενη πανσέληνο, ένα μήνα αργότερα, για να βρουν την ημερομηνία του Πάσχα. Μια άλλη διαφορά οφείλεται στον κανόνα που εφαρμόζεται για τον υπολογισμό της πανσελήνου. Ο σωστός τρόπος θα ήταν να υπολογισθεί η πανσέληνος από ακριβείς αστρονομικές παρατηρήσεις. Αντ’ αυτού χρησιμοποιείται ο προσεγγιστικός κανόνας του αρχαίου Αθηναίου αστρονόμου Μέτωνα (430 π.Χ.).

Ο Μέτωνας παρατήρησε ότι οι φάσεις της Σελήνης επαναλαμβάνονται κάθε 235 μήνες, δηλ. σχεδόν κάθε 19 έτη. Αυτή η περίοδος των 19 ετών καλείται «κύκλος του Μέτωνα». Συνεπώς, σε χρονικό κύκλο 19 ετών οι ημερομηνίες της πανσελήνου είναι οι ίδιες. Όμως αυτή η σχέση είναι μόνο προσεγγιστική. Κάθε 307 έτη το σφάλμα συμποσούται σε 1 ημέρα. Έτσι έχουμε σήμερα ένα λάθος 5 ημερών στον υπολογισμό της πανσελήνου. Εξ αυτού, εάν ο υπολογισμός δίνει πανσέληνο 2 ημέρες μετά από μια Κυριακή, περιμένουμε μια επιπλέον εβδομάδα για την πασχαλινή πανσέληνο. Όμως, η πραγματική πανσέληνος συμβαίνει 3 ημέρες πριν από την πρώτη Κυριακή. Γι’ αυτό το Πάσχα θα έπρεπε να εορτάζεται μια εβδομάδα νωρίτερα.

Γι’ αυτούς τους λόγους, ο σημερινός υπολογισμός του Ορθόδοξου Πάσχα περιέχει δυο σφάλματα:

1.- Η υπολογισθείσα ημερομηνία της ισημερίας συμβαίνει 13 ημέρες αργότερα από την πραγματική και

2.- Η υπολογισθείσα ημερομηνία της πανσελήνου συμβαίνει 5 ημέρες περίπου αργότερα από την αντίστοιχη πραγματική.

Συνεπακόλουθο αυτών των δυο λαθών είναι η ημερομηνία του Ορθόδοξου Πάσχα να συμβαίνει αργότερα από την ημερομηνία του Λατινικού Πάσχα. Μόνο σε λίγες περιπτώσεις οι δυο ημερομηνίες του Πάσχα συμπίπτουν. Συνήθως το Ορθόδοξο Πάσχα συμβαίνει 1 εβδομάδα ή 4-5 εβδομάδες αργότερα.

Αυτή η διαφορά θα αυξάνει στο μέλλον. Μετά από κάποιες χιλιάδες χρόνια το Ορθόδοξο Πάσχα, εάν ακόμα υπολογίζεται με την ίδια λανθασμένη μέθοδο, θα συμβαίνει το καλοκαίρι και αργότερα το φθινόπωρο κ.ο.κ. Το συμπέρασμα είναι, ότι ο παρών υπολογισμός της ημερομηνίας του Πάσχα από την Ορθόδοξη Εκκλησία δεν είναι σε συμφωνία με το γράμμα της Α΄ Οικουμενικής Συνόδου. Δεν είναι ακόμη σε συμφωνία ούτε με το πνεύμα της, το οποίον είναι όλοι οι Χριστιανοί να εορτάζουν το Πάσχα την ίδια ημέρα.

Κάποια παραδείγματα καταδεικνύουν την αλήθεια των ανωτέρω αναφερθέντων. Πράγματι, η Ορθόδοξη Εκκλησία γιορτάζει τώρα το Πάσχα συνήθως την 1η Κυριακή μετά τη 2η εαρινή πανσέληνο και αρκετές φορές τη 2η Κυριακή, αντί να γιορτάζει την 1η Κυριακή μετά την 1η πανσέληνο, όπως η απόφαση της Α΄ Οικουμενικής Συνόδου προβλέπει. Παραδείγματα:

Η πανσέληνος μετά την εαρινή ισημερία της 21ης Μαρτίου 1992 του Γρηγοριανού ημερολογίου συνέβη Παρασκευή 17 Απριλίου. Επομένως, η 1η Κυριακή ήταν η 19η Απριλίου, κατά την οποία γιορτάστηκε το Πάσχα των Λατίνων. Η δεύτερη Κυριακή ήταν η 26η Απριλίου, κατά την οποία γιορτάστηκε το Πάσχα των Ορθοδόξων, κατά παράβαση της απόφασης της Συνόδου. Τούτο συνέβη, λόγω του λάθους του Μέτωνα στον υπολογισμό της πανσελήνου, που αντί της πραγματικής της Παρασκευής 17 Απριλίου, συνέβη κατά Μέτωνα (!) την Τετάρτη 22 Απριλίου.

Επίσης, το 1993, η πανσέληνος μετά την εαρινή ισημερία της 21ης Μαρτίου του Γρηγοριανού ημερολογίου συνέβη την Τρίτη 6 Απριλίου, κατά την οποίαν γιορτάστηκε και το εβραϊκό Πάσχα. Η πρώτη Κυριακή μετά την Τρίτη 6 Απριλίου ήταν η 11η Απριλίου, κατά την οποία γιορτάστηκε το λατινικό Πάσχα. Η δεύτερη Κυριακή ήταν η 18η Απριλίου, κατά την οποίαν γιορτάστηκε το Ορθόδοξο Πάσχα, κατά παράβαση της απόφασης της Συνόδου. Τούτο συνέβη λόγω του λάθους του Μέτωνα στον υπολογισμό της πανσελήνου, που αντί της πραγματικής της Τρίτης 6ης Απριλίου, συνέβη κατά Μέτωνα (!) την Κυριακή 11 Απριλίου. Η ίδια κατάσταση επαναλαμβάνεται αρκετές φορές με τελευταία αυτή του 2012 (όπως καταδεικνύεται στον κατωτέρω πίνακα).

Βλέπουμε λοιπόν, ότι η Εκκλησία μας για τον προσδιορισμό του Πάσχα εμπιστεύεται π.χ. τον αρχαίο ειδωλολάτρη αστρονόμο Μέτωνα, ο οποίος προσδιορίζει μετά από 2500 χρόνια πότε θα γίνει η πανσέληνος το 2012 με περιθώριο λάθους 5 ολόκληρες ημέρες, με συνέπεια να καταστρατηγείται η απόφαση εορτασμού του Πάσχα της Α΄ Οικουμενικής Συνόδου και δεν εμπιστεύεται π.χ. τους ορθόδοξους Έλληνες αστρονόμους καθηγητές Πανεπιστημίου, Αιγινήτη, Σβολόπουλο, Κωτσάκη, Κατσή, Χασάπη, Σιμόπουλο, Κοντόπουλο, Θεοδοσίου, Δανέζη κ.ά. οι οποίοι μπορούν να προσδιορίσουν με ακρίβεια ενός δισεκατομυριοστού του δευτερολέπτου, πότε θα συμβεί πανσέληνος κάθε έτος στον 21ο αιώνα!!

Παρακάτω καταγράφεται ενδεικτικά πίνακας 23 ετών (1990-2012) με τις εαρινές πανσελήνους, το εβραϊκό, λατινικό και Ορθόδοξο Πάσχα, την 1η Κυριακή μετά την εαρινή πανσέληνο, εάν εφαρμόζεται η απόφαση της Συνόδου ή αυτή καταστρατηγείται και που οφείλεται το σφάλμα:

ΕΤΗ ΠΡΩ-ΤΗ ΠΑΝ. ΠΡΩΤΗ ΚΥΡ. ΙΟΥΔ ΠΑΣ-ΧΑ ΛΑΤ.ΠΑΣ-ΧΑ ΟΡΘ.ΠΑΣ-ΧΑ ΑΠΟΦΑΣΗ          Α΄ ΟΙΚΟΥΜΕΝ ΠΑΡΑΤΗΡΗΣΕΙΣ
1990 14.4 15.4 14.4 15.4 15.4 Εφαρμογή           -
1991   3.4   7.4   3.4   7.4   7.4 Εφαρμογή           -
1992 17.4 19.4 18.4 19.4 26.4 Παράβαση 2η Κυρ. Μέτωνας
1993   6.4 11.4   7.4 11.4 18.4 Παράβαση 2η Κυρ  Μέτωνας
1994 27.3   3.4 27.3   3.4   1.5 Παράβαση 2η Πανσ. Σωσιγένης
1995 15.4 16.4 16.4 16.4 23.4 Εφαρμογή                 -
1996   5.4   7.4   5.4   7.4 14.4 Παράβαση 2η Κυρ. Μέτωνας
1997 25.3 30.3 23.4 30.3 27.4 Εφαρμογή 2η Πανσ. Σωσιγένης
1998 12.4 19.4 12.4 12.4 19.4 Εφαρμογή           -
1999   1.4   4.4   1.4   4.4 11.4 Παράβαση 2η Κυρ. Μέτωνας
2000 20.4 23.4 20.4 23.4 30.4 Παράβαση 2η Κυρ. Μέτωνας
2001   8.4 15.4   8.4 15.4 15.4 Εφαρμογή           -
2002 28.3 31.3 28.3 31.3   5.5 Παράβαση 2η Πανσ. Σωσιγένης
2003 16.4 20.4 17.4 20.4 27.4 Παράβαση 2η Κυρ. Μέτωνας
2004   5.4 11.4   5.4 11.4 11.4 Εφαρμογή           -
2005 25.3 27.3 24.4 27.3   1.5 Εφαρμογή 2η Πανσ. Σωσιγένης
2006 13.4 16.4 13.4 16.4 23.4 Παράβαση 2η Κυρ. Μέτωνας
2007   2.4   8.4   3.4   8.4   8.4 Εφαρμογή           -
2008 20.4 27.4 20.4 23.3 27.4 Εφαρμογή           -
2009   9.4 12.4   9.4 12.4 19.4 Παράβαση 2η Κυρ. Μέτωνας
2010 30.3   4.4 30.3   4.4   4.4 Εφαρμογή           -
2011 18.4 24.4 19.4 24.4 24.4 Εφαρμογή           -
2012   6.4   8.4   7.4   8.4 15.4 Παράβαση 2η Κυρ. Μέτωνας

Σύμφωνα με τον ανωτέρω πίνακα, στα 23 χρόνια καταγραφών, στα 11 από αυτά έχουμε παράβαση, συγκεκριμένα:

Στα έτη 1994 και 2002 υπάρχει παράβαση, λόγω υπολογισμού μετά τη 2η εαρινή πανσέληνο (λάθος Σωσιγένη).

Στα έτη 1992, 1993, 1996, 1999, 2000, 2003, 2006, 2009 και 2012 υπάρχει παράβαση, λόγω υπολογισμού μετά τη 2η πανσέληνο (λάθος Μέτωνα).

Στα έτη 1990, 1991, 1995, 1997, 1998, 2001, 2004, 2005, 2007 και 2008 έχουμε εφαρμογή της απόφασης. Από αυτά το 1997 και 2005 επειδή το εβραϊκό Πάσχα υπολογίζει εαρινή ισημερία στις 27 Μαρτίου (αντί της 21 Μαρτίου) εμφανίζουν πρώτη εαρινή πανσέληνο όχι στις 25 Μαρτίου, αλλά στις 23 και 24 Απριλίου αντίστοιχα, οπότε τότε εορτάζουν το Πάσχα τους. Αυτό έχει σαν συνέπεια το Ορθόδοξο Πάσχα να εορτασθεί 27.4 και 1.5 αντίστοιχα, για να πληρωθεί ο 4ος όρος της Συνόδου, περί εορτασμού του Πάσχα μετά το εβραϊκό.

Το σπουδαιότερο όμως είναι η συνεχής μετατόπιση του εαρινού ισημερινού σημείου, έτσι ώστε οι 13 ημέρες διαφορά που είναι σήμερα να φθάσει τις 21 ημέρες το έτος 3000, τις 29 το 4000, τις 37 το 5000, τις 44 το 6000 και τις 90 το 10400, οπότε αντί της εαρινής ισημερίας θα έχουμε το θερινό ηλιοστάσιο!!! Επί πλέον, η μετατόπιση της πανσελήνου κατά 5 ημέρες σήμερα, θα φθάσει τις 8 ημέρες το 3000, τις 11 το 4000, τις 15 το 5000, τις 18 το 6000 και τις 31 ημέρες το 10000, δηλ. η μετατόπιση θα αφορά έναν ολόκληρο κύκλο της πανσελήνου!!!

Βέβαια με την ακινησία που επιβάλουμε στην εαρινή ισημερία, καθώς και στον κύκλο της πανσελήνου, το Πάσχα δεν θα εορτάζεται πλέον την πρώτη Κυριακή μετά την πρώτη εαρινή πανσέληνο, αλλά θα εορτάζεται την πρώτη, δεύτερη ή τρίτη κλπ. Κυριακή μετά την δεύτερη, τρίτη, κλπ. εαρινή πανσέληνο ή την πρώτη, δεύτερη κλπ. Κυριακή μετά την πρώτη, δεύτερη κλπ. πανσέληνο του θερινού ηλιοστασίου κ.ο.κ. Περιττό να ειπωθεί, ότι η καταστρατήγηση της απόφασης της Α΄ Οικουμενικής Συνόδου θα καταντήσει στη γελοία κατάσταση, να εορτάζεται το Πάσχα το κατακαλόκαιρο ή όταν πέφτουν τα φύλλα των δένδρων κατά το φθινόπωρο ή όταν αρχίζει η σπορά ή όταν αρχίζουν τα πρωτοβρόχια ή τα πρώτα χιόνια του χειμώνα κ.ο.κ.

Συγκεφαλαιώνοντας τα ανωτέρω, καταλήγουμε στα εξής συμπεράσματα σχετικά με τη πραγματοποίηση της εορτής του Πάσχα και της καταστρατήγησης ή όχι της απόφασης της Α΄ Οικουμενικής Συνόδου, καθώς και το πιο από τα τρία ημερολόγια εφαρμόζει την απόφαση:

1.- Το Ιουλιανό ημερολόγιο καταστρατηγεί την απόφαση της Συνόδου, καθότι δεν εφαρμόζει τον 2ο και 3ο όρο της απόφασης.

2.-  Το Γρηγοριανό ημερολόγιο καταστρατηγεί την απόφαση της Συνόδου, καθότι δεν εφαρμόζει τον 4ο όρο της απόφασης.

3.- Το διορθωμένο Ιουλιανό ημερολόγιο δεν καταστρατηγεί την απόφαση της Συνόδου, καθότι εφαρμόζει όλους τους όρους της απόφασης.

ΘΕΣΕΙΣ ΚΑΘΗΓΗΤΩΝ ΑΣΤΡΟΝΟΜΙΑΣ

Αιγινήτης Δ. Καθηγητής Αστρονομίας

Στον καθηγητή Αστρονομίας του πανεπιστημίου Αθηνών και Διευθυντή του Αστεροσκοπείου Αθηνών Δ. Αιγινήτη (1862-1934) οφείλεται, τόσον η εισαγωγή του Γρηγοριανού από την Πολιτεία (με εισήγησή του το 1918 προς την Πολιτεία), όσο και της διόρθωσης του Ιουλιανού από την Εκκλησία (με εισήγησή του το 1919 προς την Εκκλησία).

Το υπόμνημα του Δ. Αιγινήτη προς την Πολιτεία, διαβιβάστηκε από τον Υπουργό Παιδείας στην Ιερά Σύνοδο της Εκκλησίας της Ελλάδος. Η Ιερά Σύνοδος διόρισε επιτροπή αποτελούμενη από τον Επίσκοπο Δημητριάδος Γερμανό, ως Πρόεδρο, τον Επίσκοπο Ναυπακτίας Αμβρόσιο, τον αρχιμανδρίτη Χρυσόστομο Παπαδόπουλο, Καθηγητή της Γενικής Εκκλησιαστικής Ιστορίας στο Πανεπιστήμιο Αθηνών και μετέπειτα Αρχιεπίσκοπο Αθηνών (1923), τον Εμμ. Ζολώτα, καθηγητή Θεολογίας στο Πανεπιστήμιο Αθηνών και τον εισηγητή της πρότασης Δημήτριο Αιγινήτη. Η Επιτροπή στις 6.3.19, μειοψηφούντος του καθηγητή Ζολώτα, κατέληξε στην εξής πρόταση: «Η Επιτροπή φρονεί ότι η μεταβολή του Ιουλιανού ημερολογίου, μη προσκρούουσα εις δογματικούς και κανονικούς λόγους, δύναται να γίνη μετά συνεννόησιν μετά πασών των λοιπών ορθοδόξων αυτοκεφάλων εκκλησιών και ιδίως του Οικουμενικού Πατριαρχείου….., υπό τον όρον, ουχί της προσχωρήσεως εις το Γρηγοριανόν, αλλά της συντάξεως νέου ημερολογίου…..». Η Ιερά Σύνοδος στη συνεδρία της 20.3.19 ενέκρινε την πρόταση της Επιτροπής και πρόσθεσε: «Εάν η πολιτεία, μη ελπίζουσα ταχείαν αποπεράτωσιν του νέου ημερολογίου, αισθανομένη δε αυξανούσας τας σχετικάς δυσχερείας, εφ’ όσον και όμορα κράτη εδέχθησαν το Γρηγοριανόν, νομίζη ότι δεν δύναται να παραμείνη εις το σήμερον ημερολογιακόν καθεστώς, είναι ελευθέρα να δεχθή το Γρηγοριανόν, ως ευρωπαϊκόν ημερολόγιον, της εκκλησίας κρατούσης μέχρι του νέου επιστημονικού, το Ιουλιανόν»

Κατά συνέπεια, η Πολιτεία με την απόφαση αυτή της Ιεράς Συνόδου είχε την πλήρη ελευθερία να προχωρήσει στην αλλαγή του ημερολογίου, χωρίς τον τυχόν κίνδυνο εκκλησιαστικής αντίδρασης, που μπορούσε να δημιουργήσει την εσφαλμένη ιδέα στο λαό ότι θίγουσα το ημερολόγιο έθιγε την ίδια τη θρησκεία (!).

Η ελληνική κυβέρνηση το 1923 διόρισε επιτροπή αποτελούμενη από τους Καθηγητές του Πανεπιστημίου Αθηνών Δημήτριο Αιγινήτη, Αμίλκα Αλιβιζάτο, Χρυσόστομο Παπαδόπουλο, από τον υπουργό Οικονομικών Γεώργιο Κοφινά και από τον νομικό Παντελή Τσιτσεκλή, για να επεξεργαστεί και να προτείνει τον ακριβή τρόπο εισαγωγής του Γρηγοριανού ως πολιτικού ημερολογίου. Η Επιτροπή αυτή, γνωστή ως Επιτροπή Κοφινά, πρότεινε την εισαγωγή του Γρηγοριανού ημερολογίου ως πολιτικού, ενώ η Εκκλησία μπορούσε να διατηρήσει το Ιουλιανό και σε συνεννόηση με τις άλλες Ορθόδοξες Εκκλησίες να προβεί στη διόρθωσή του.

Η Επιτροπή Κοφινά υπεδείκνυε τα εξής: «Κρίνομεν πρέπον να διατηρηθή προσωρινώς εν ισχύει ως εκκλησιαστικόν ημερολόγιον το Ιουλιανόν, και όσον δηλαδή αφορά και τας θρησκευτικάς εορτάς και τα της Εκκλησίας εν γένει, μέχρις ου συνεννοηθώσι εις την μεταβολήν αυτού πάσαι αι ορθόδοξοι Εκκλησίαι. Καθ’ όσον όμως αφορά εις την μεταβολήν του ημερολογίου, ως προς τας πολιτικάς σχέσεις και πράξεις, θεωρούμεν ταύτην αναγκαίαν, επείγουσαν και επιβεβλημένην υπό πολλαπλών και μεγάλων ηθικών συμφερόντων της χώρας και συνεπώς νομίζομεν ότι η Πολιτεία, έχουσα ήδη και της Εκκλησίας την σχετικήν συναίνεσιν και υπόδειξιν, μη δυναμένη δε ν’ αναμένη την άνω συνεννόησιν πασών των ορθοδόξων Εκκλησιών, ήτις δυνατόν και να βραδύνη, οφείλει να εισέλθη αμέσως εις την παγκόσμιον ενότητα εν τη μετρήσει του χρόνου εισάγουσα εις τας πολιτικάς σχέσεις την Γρηγοριανήν ημερομηνίαν, ήτις προηγείται ήδη κατά 13 ημέρας της Ιουλιανής (…..) ως έπραξαν προ τινός και πάντα τα λοιπά ορθόδοξα κράτη……….».

Η Εκκλησία της Ελλάδος αναγνώρισε τη συμβολή του Καθηγητή Δ. Αιγινήτη στη διόρθωση του ημερολογίου (ασφαλώς τη διόρθωση του Ιουλιανού και όχι του Γρηγοριανού). Ο τότε Αρχιεπίσκοπος Αθηνών Χρυσόστομος στη μελέτη του: «Η διόρθωση του Ιουλιανού ημερολογίου εν τη εκκλησία της Ελλάδος» (1933), αναφέρει για τον Δ. Αιγινίτη: «Σπουδαιοτάτη υπήρξεν η συμβολή του Δ. Αιγινήτου εν τω ζητήματι της διορθώσεως του Ιουλιανού ημερολογίου. Δια συγγραφών και υπομνημάτων δεν υπεστήριξεν μόνον την επιστημονικήν άποψιν του ζητήματος, αλλά και απέδειξεν επί τη βάσει αυθεντικών κειμένων την υπ’ αυτών των εκκλησιαστικών διατάξεων επιβαλλομένην διόρθωσιν του ημερολογίου. Ο Αιγινήτης κατέχει το ημερολογιακόν ζήτημα ου μόνον από επιστημονικής, αλλά και από εκκλησιαστικής και ιστορικής απόψεως, δια τούτο δε αποτελεί διεθνή αυθεντίαν, εις την οποίαν πολλάκις καταφεύγουσιν και αυτοί οι ξένοι ειδικοί σοφοί».

Κοντόπουλος Γεώργιος. Καθηγητής Αστρονομίας Πανεπιστημίου Αθηνών

 

Εισήγηση καθηγητή της Αστρονομίας Γ. Κοντόπουλου στο Πανορθόδοξο Συνέδριο της Γενεύης (1977): μεταξύ των άλλων αναφέρει: «………. Ο υιοθετηθείς κανόνας από την Α’ Οικουμενική Σύνοδο ήταν ο ακόλουθος: «Το Πάσχα θα πρέπει να εορτάζεται την 1η Κυριακή μετά την 1η πανσέληνο της εαρινής ισημερίας»….. «την εποχή της Συνόδου της Νικαίας το χρησιμοποιούμενο ημερολόγιο ήτανε το Ιουλιανό. Το Ιουλιανό ημερολόγιο, όμως, υποθέτει την κατά μέσο όρο διάρκεια του έτους ίση με 365.25 ημέρες. Γνωρίζουμε όμως ότι αυτό δεν είναι σωστό….. Η διαφορά αυτή Ιουλιανού – Τροπικού συμποσούται σε μια ολόκληρη ημέρα κάθε 128 έτη………. Μια άλλη διαφορά οφείλεται στον κανόνα που εφαρμόζεται για τον υπολογισμό της πανσελήνου. Ο σωστός τρόπος θα ήταν να υπολογισθεί η πανσέληνος από ακριβείς αστρονομικές παρατηρήσεις………. Κάθε 307 έτη το σφάλμα (της πανσελήνου) συμποσούται σε μια ημέρα. Έτσι έχουμε σήμερα ένα λάθος 5 ημερών στον υπολογισμό της πανσελήνου………. Γι’ αυτούς τους λόγους, ο σημερινός υπολογισμός του Πάσχα των Ορθοδόξων περιέχει δυο σφάλματα: 1. Η υπολογισθείσα ημερομηνία της ισημερίας συμβαίνει 13 ημέρες αργότερα από την πραγματική και 2. Η υπολογισθείσα ημερομηνία της πανσελήνου συμβαίνει 5 ημέρες περίπου αργότερα από την αντίστοιχη πραγματική………. Αυτή η διαφορά θα αυξάνει στο μέλλον. Ας δώσουμε ένα ακραίο παράδειγμα: Μετά κάποιες χιλιάδες χρόνια το Ορθόδοξο Πάσχα, εάν ακόμα υπολογίζεται με την ίδια μέθοδο, θα συμβαίνει το καλοκαίρι και αργότερα το φθινόπωρο, κ.λπ. Το συμπέρασμα είναι ότι ο παρών υπολογισμός της ημερομηνίας του Πάσχα από την Ορθόδοξη Εκκλησία δεν είναι σε συμφωνία με το γράμμα της Α΄ Οικουμενικής Συνόδου. Δεν είναι ακόμη σε συμφωνία ούτε και με το πνεύμα της, το οποίον είναι όλοι οι Χριστιανοί να εορτάζουν το Πάσχα την ίδια ημέρα».

 

BranisteEne, Καθηγητής Θεολογίας, Πανεπιστημίου Βουκουρεστίου

Ο Καθηγητής Braniste, στο Πανορθόδοξο Συνέδριο της Γενεύης (1977) παρατηρεί: «………. Νομίζω όμως ότι το σύστημα υπολογισμού, το προταθέν εν Κων/πόλει το έτος 1923, είναι πολύ ακριβέστερον. Τούτο σφάλλεται κατά 2΄΄ μόνον και ουχί 26΄΄ ως το Γρηγοριανόν. Εξ άλλου πρόκειται περί ενός ημερολογίου, το οποίον είναι προϊόν Ορθοδόξου μελέτης και δεν έχει επιβληθή υπό των Ρωμαιοκαθολικών».

Θεοδοσίου Στρ.- Δανέζης Μ. Καθηγητές Αστροφυσικής Πανεπιστημίου Αθηνών

Εσφαλμένη η ημερομηνία εορτασμού του Πάσχα: «Επομένως, ο υπολογισμός της ημερομηνίας του Πάσχα καθορίζεται σωστά από τους Καθολικούς και τους Διαμαρτυρόμενους και εσφαλμένα από τους Ορθόδοξους (το «σωστά» ή αντίστοιχα το «εσφαλμένα» αναφέρεται στην αστρονομική άποψη του θέματος), που στηρίζονται στον κύκλο του Μέτωνα και στην πανσέληνο που συμβαίνει μετά την εαρινή ισημερία και υπολογίζεται σύμφωνα με το Ιουλιανό……….Πράγματι, οι Ορθόδοξοι εορτάζουν το Πάσχα συνήθως την 1η Κυριακή μετά την 2η εαρινή πανσέληνο και αρκετές φορές τη 2η Κυριακή, αντί να γιορτάζουν την 1η Κυριακή μετά την 1η εαρινή πανσέληνο………. Το Πάσχα των Ορθοδόξων του 1992 γιορτάσθηκε την 2η Κυριακή μετά τη 2η εαρινή πανσέληνο………. Το Πάσχα των Ορθοδόξων το 1993 γιορτάσθηκε την 2η Κυριακή μετά την εαρινή πανσέληνο» (Στρ. Θεοδοσίου – Μάνος Δανέζης. Η Οδύσσεια των ημερολογίων. Αθήνα, 1995, τ. Β΄, σελ. 169).

Άλλοι Επιστήμονες Αστρονόμοι

Το όλο θέμα, της εκ των πραγμάτων παράβασης της απόφασης της Α΄ Οικουμενικής Συνόδου, εκτός των ανωτέρω Επιστημόνων, έχει κατά καιρούς απασχολήσει και άλλους, οι οποίοι θεωρούν, ότι ένα απλό αστρονομικό πρόβλημα έχει φέρει τέτοια αναστάτωση και τέτοιο διχασμό και πολεμική μεταξύ των Ορθοδόξων χριστιανών. Το σημείο αυτό έχουν επισημάνει κατά καιρούς στα γραπτά τους και οι παλαιότεροι Έλληνες αστρονόμοι, Δημ. Κωτσάκης, Δημ. Κατσής και Κων. Χασάπης.

ΕΠΙΣΤΗΜΗ ΚΑΙ ΘΕΟΛΟΓΙΑ

Στην Ελλάδα, αλλά και αλλαχού υπάρχουν έντονες αντιδράσεις στην ημερολογιακή μεταρρύθμιση, δηλ. τον υπολογισμό της εορτής του Πάσχα σύμφωνα με την απόφαση της Α΄ Οικουμενικής Συνόδου, αλλά όχι με τα νέα δεδομένα της Επιστήμης και συγκεκριμένα της Αστρονομίας. Υπάρχουν διάφορα επιχειρήματα, όπως ότι το θέμα είναι δογματικό, ότι ήταν προσχώρηση στο παπικό Γρηγοριανό, ότι είναι ζήτημα που αφορά την Εκκλησία και δεν πρέπει να αλλάξει, ότι αποτελεί παράδοση της Εκκλησίας και τελικά ότι η αλλαγή αποτελεί σχίσμα και άλλα! Δηλώνουν μάλιστα ότι: «η Ορθόδοξη Εκκλησία δεν ενδιαφέρεται δια την χρονικήν ακρίβειαν (διότι ο Θεός και η Αγία του Εκκλησία υπάρχουν επέκεινα του χρόνου), αλλά δια την ακρίβειαν της πίστεως, την διακράτησιν των Ι. Παραδόσεων, την τήρησιν των Ι. Κανόνων και διατάξεων των Αγ. Πατέρων». Είναι όμως έτσι;

Είναι θέμα δογματικό; Το ημερολογιακό δεν αναφέρεται σε κανέναν όρο πίστεως, σε καμία από τις επτά Οικουμενικές Συνόδους, ούτε σε τοπικές Συνόδους μέχρι σήμερα. Μάλιστα η τοπική Σύνοδος της Κων/πόλεως του 1593 πολύ σωστά αναφέρει στον Η΄ Κανόνα της, ότι: «Ασάλευτον διαμένειν βουλόμεθα το τοις Πατράσι διορισθέν περί του αγίου Σωτηρίου Πάσχα έχειν και ούτως άπαντας τους τολμώντας παραλύειν τους όρους της Αγίας Οικουμενικής Συνόδου της εν Νικαία συγκροτηθείσης….. ακοινωνήτους και αποβλήτους είναι της Εκκλησίας…..». Πολύ σωστά, η Σύνοδος αυτή αποβάλλει της Εκκλησίας, όποιον δεν τηρεί τους όρους της Α΄ Οικουμενικής Συνόδου και δεν εορτάζει το Πάσχα την πρώτη Κυριακή μετά την εαρινή ισημερία και μετά το εβραϊκό Πάσχα. Η Α΄ Οικουμενική Σύνοδος δεν όρισε η ίδια ποια είναι αυτή η Κυριακή και ανέθεσε στην Επιστήμη να το καθορίσει. Απόβλητος λοιπόν από την Εκκλησία πρέπει να είναι εκείνος, ο οποίος εορτάζει το Πάσχα την 2η Κυριακή μετά την 1η εαρινή πανσέληνο ή την 1η Κυριακή μετά τη 2η εαρινή πανσέληνο κ.ο.κ., όπως βέβαια η Επιστήμη καθορίζει την εαρινή ισημερία και την πρώτη πανσέληνο.

Είναι προσχώρηση στο παπικό Γρηγοριανό ημερολόγιο; Σαφώς όχι, καθότι σε άλλη βάση κινείται το Γρηγοριανό ημερολόγιο και σε άλλη το διορθωμένο Ιουλιανό ημερολόγιο. Το πρώτο παραβαίνει την απόφαση της Συνόδου, ενώ το δεύτερο δεν την παραβαίνει και δεν συμφωνεί με το πρώτο, όπως καταδεικνύεται κατωτέρω στον πίνακα των δισέκτων επαιωνίων ετών:

ΔΙΣΕΚΤΑ ΕΠΑΙΩΝΙΑ ΕΤΗ

 

           ΕΤΗ      ΙΟΥΛΙΑΝΟ    ΓΡΗΓΟΡΙΑΝΟ Διορθ. ΙΟΥΛΙΑΝΟ
          2000      Δίσεκτο      Δίσεκτο      Δίσεκτο
          2100      Δίσεκτο
          2200      Δίσεκτο
          2300      Δίσεκτο
          2400      Δίσεκτο      Δίσεκτο      Δίσεκτο
          2500      Δίσεκτο
          2600      Δίσεκτο
          2700      Δίσεκτο
          2800      Δίσεκτο      Δίσεκτο
          2900      Δίσεκτο      Δίσεκτο
          3000      Δίσεκτο
          3100      Δίσεκτο
          3200      Δίσεκτο      Δίσεκτο
          3300      Δίσεκτο      Δίσεκτο
          3400      Δίσεκτο
          3500      Δίσεκτο
          3600      Δίσεκτο      Δίσεκτο
          3700      Δίσεκτο
          3800      Δίσεκτο      Δίσεκτο
          3900      Δίσεκτο
          4000      Δίσεκτο      Δίσεκτο

Αποτελεί παράδοση της Εκκλησίας και δεν πρέπει να αλλάξει; Εδώ θα πρέπει να τεθεί το γενικότερο θέμα Επιστήμης και Θεολογίας, όπως αυτή λειτούργησε ανά τους αιώνες και προς τούτο θα αναφερθούν κάποια παραδείγματα:

Στη Γένεση των όντων, όπου σύμφωνα με τα Πατερικά κείμενα και τη συμβολική γλώσσα της Βίβλου, ως προς το πώς δημιουργήθηκε ο κόσμος, αποδεικνύεται ότι τον κύριο λόγο έχει η Επιστήμη και αυτήν ακολουθεί η Θεολογία. Αυτό ακολούθησαν και οι βιβλικοί συγγραφείς, αλλά και οι Πατέρες της Εκκλησίας. Σύμφωνα με τις επικρατούσες αρχέγονες κοσμολογικές αντιλήψεις, το Σύμπαν θεωρείτο γεωκεντρικό και επίπεδο (δισδιάστατο). Το στερέωμα ήταν μια υλική κατασκευή με τοξοειδή θόλο, στερεά συμπαγής και στεγανή για να συγκρατεί δίκην δεξαμενής τα ουράνια ύδατα, τα ύδατα του ανώτερου κοσμικού ωκεανού. Ήταν κάτι σαν «υπερώον», το οποίον έφερε πόρτες και παράθυρα που άνοιγαν και έκλειναν κατά βούληση του Θεού και προς αγαλλίασή του, για να πέσει η βροχή ή το χιόνι στη Γη και να πνεύσει ο άνεμος στη φύση. Η θολωτή αυτή κατασκευή είχε κίονες («στύλους», Ιώβ 26. 11), οι οποίοι ήταν θεμελιωμένοι στα άκρα της Γης. Ενώ άλλοι κίονες στερέωναν τη Γη πάνω στα ύδατα της αβύσσου, του κατώτερου κοσμικού ωκεανού. Οι Πατέρες, σεβόμενοι την αρχέγονη Επιστήμη της εποχής τους θεωρούσαν ότι η Γη π.χ. αποτελούσε το κέντρο του Σύμπαντος (Μ. Αθανάσιος, Μ. Βασίλειος, Γρηγόριος Νύσσης, Ιωάννης Δαμασκηνός, Γρηγόριος Παλαμάς, Συμεών Θες/νίκης). Ασφαλώς η Εκκλησία σήμερα –και πολύ σωστά- δεν ακολουθεί τους Πατέρες αυτούς, που διατύπωσαν την άποψη ότι η Γη είναι το κέντρο του Σύμπαντος, αλλά ακολουθεί την Επιστήμη, που απόδειξε το ακριβώς αντίθετο! Σ’ αυτή την περίπτωση δεν ισχύει το: «μη μέταιρε όρια αιώνια α έθετον οι Πατέρες»; Βεβαίως δεν ισχύει, στην περίπτωσή αυτή, η ρήση αυτή, καθότι το θέμα της γεωκεντρικότητας ή μη της Γης άπτεται της Επιστήμης, την οποίαν οφείλει να ακολουθεί η Θεολογία.

Αλλά και στη δημιουργία των έμψυχων όντων, η Πατερική Θεολογία ακολούθησε την αρχή της μη δημιουργίας εξ αρχής των όντων με την τωρινή τους μορφή, αλλά  αυτά προήλθαν από σπερματικές καταβολές που έβαλε ο ίδιος ο Δημιουργός. Ο Μ. Βασίλειος, ακολουθώντας την αρχέγονη Επιστήμη της εποχής του οικειοποιήθηκε τη λαθεμένη αντίληψη, ότι η Γη στο σύνολό της είναι προικισμένη δυνάμει με ζωογονητικές ιδιότητες, οπότε έχουμε π.χ. γέννηση βατράχων, όταν η βροχή πέσει στο χώμα κλπ. Βλέπουμε, ότι οι Πατέρες της Εκκλησίας στα επιστημονικά γεγονότα ακολουθούσαν τη θέση της Επιστήμης –ας ήταν και λανθασμένη-, κάτι που δυστυχώς δεν πράττουν σήμερα κάποιοι σύγχρονοι «πατέρες», αλλά όλα τα θέτουν υπό το πρίσμα της Θεολογίας. Πάντως κανείς σήμερα δεν παραδέχεται την αυτογέννηση της ζωής, θεωρία που ίσχυσε μέχρι το 1862 και την οποίαν ακολουθούσε μέχρι τότε και η Εκκλησία. Ασφαλώς και στη περίπτωση αυτή δεν ισχύει το ανωτέρω ρητό, καθώς το θέμα του πως γεννήθηκε η ζωή είναι θέμα της Επιστήμης, ενώ το ποιος δημιούργησε τη ζωή είναι θέμα της Θεολογίας.

Τελικά διαπιστώνεται, ότι δεν υπάρχει καμία αντίφαση μεταξύ Ορθόδοξης Θεολογίας και Επιστήμης και ότι οι Πατέρες ακολούθησαν τις θέσεις της Επιστήμης της εποχής τους. Η Εκκλησία σεβόμενη τις εκάστοτε επιστημονικές διαπιστώσεις, τις ακολούθησε και προσάρμοσε τις δικές της θέσεις στα νέα δεδομένα (όπως π.χ. το γεωκεντρικό Σύμπαν, η αυτογέννηση της ζωής, κ.ά.). Κάτι το οποίον δεν δέχτηκε, τουλάχιστον μέχρι στιγμής, είναι να αποδεχθεί τις νέες θέσεις της Αστρονομίας σχετικά με την ταχύτητα της περιστροφής της Γης περί τον Ήλιο, αλλά και της περιστροφής της Σελήνης περί την Γη. Έτσι, παραδέχεται αυτό, που η προ Χριστού αρχέγονη Επιστήμη θεωρούσε, δηλ. ότι η ταχύτητα περιστροφής της Γης περί τον Ήλιο είναι μικρότερη αυτής που πράγματι είναι σήμερα και διαπιστώνεται με τα σύγχρονα αστρονομικά όργανα και ότι η Σελήνη κινείται με μεγαλύτερη ταχύτητα, από ότι είχε υπολογισθεί, ότι εκινείτο στις προ Χριστού μετρήσεις της αρχέγονης Αστρονομίας. Συνέπεια αυτών είναι η Εκκλησία να δέχεται, ότι ο Ήλιος βρίσκεται στον ουράνιο ισημερινό και η εκλειπτική του τέμνει αυτόν στο εαρινό σημείο 13 μέρες αργότερα, από ότι η σύγχρονη Αστρονομία καταδεικνύει και ότι η πανσέληνος πραγματοποιείται 5 ημέρες αργότερα από το κανονικό. Συνέπεια αυτών των εσφαλμένων παραδοχών της Εκκλησίας είναι να καταστρατηγούνται οι αποφάσεις της για την εορτή του Πάσχα, που ενώ σύμφωνα με τη σχετική απόφαση της Α΄ Οικουμενικής Συνόδου πρέπει το Πάσχα να εορτάζεται την πρώτη Κυριακή, μετά την πρώτη πανσέληνο της εαρινής ισημερίας, εορτάζεται σήμερα την πρώτη Κυριακή μετά τη δεύτερη πανσέληνο της ισημερίας (π.χ. το 2002 και το 2005) ή τη δεύτερη Κυριακή μετά τη πρώτη πανσέληνο (π.χ. το 2003 και το 2006), χωρίς οι μετατοπίσεις αυτές να έχουν σχέση με τον εορτασμό του ιουδαϊκού Πάσχα, αλλά να οφείλονται στις μη ακριβείς μετρήσεις των αρχαίων αστρονόμων. Αυτές οι καταστρατηγήσεις της απόφασης της Α΄ Οικουμενικής Συνόδου περί τον εορτασμό του Πάσχα είναι απότοκες της μη προσαρμογής και αποδοχής των επιτεύξεων και ανακαλύψεων της σύγχρονης Αστρονομίας από την Εκκλησία.

ΠΡΟΣΒΟΛΗ ΘΕΙΟΥ ΝΟΜΟΥ

Η καταστρατήγηση της απόφασης της Α΄ Οικουμενικής Συνόδου έχει και μια άλλη παράμετρο, ίσως σοβαρότερη.

Γνωρίζουμε, ότι ο θείος νόμος είναι το θέλημα του Θεού, εφ’ όσον τούτο παρουσιάζεται σαν κανόνας και υπογραμμός και προς τον οποίον καλούνται να συμμορφωθούν όλα τα δημιουργήματα, για να μην αστοχήσουν του σκοπού τους. Επίσης γνωρίζουμε, ότι τα δημιουργήματα υπάγονται σε δύο γενικές κατηγορίες:

α/ την άλογη και ανελεύθερη φύση και

β/ τον λογικό και ελεύθερο άνθρωπο.

Κατά τον ίδιο τρόπο, ο θείος νόμος διακρίνεται σε:

α/ φυσικό νόμο (που αφορά την άλογη φύση) και

β/ ηθικό νόμο (που αφορά τον λογικό άνθρωπο).

Όσον αφορά τον φυσικό νόμο, το πώς π.χ. κανονίζεται η περί τον Ήλιο και περί τον εαυτό της περιφορά της Γης, το πώς διαγράφονται οι τροχιές των άστρων, το πότε επισυμβαίνουν οι παλίρροιες, οι αμπώτιδες και οι εξατμίσεις των νερών, το πότε και πως λαμβάνει χώρα η βλάστηση και η ωρίμανση των φυτών, το πώς ενεργείται η γέννηση και η ανάπτυξη των ζώντων οργανισμών, το πώς επισυμβαίνουν η κυκλοφορία του αίματος και η αναπνοή, όλα αυτά ακολουθούν ένα αναλλοίωτο πρόγραμμα, που έχει τεθεί από τον ίδιο το Θεό και όλα τα φυσικά φαινόμενα οφείλουν να βαδίζουν αναγκαστικά σύμφωνα με το πρόγραμμα αυτό (Σοφ. Σολομώντος 7. 15-21).

Βλέπουμε λοιπόν, ότι ο φυσικός νόμος του Θεού είναι άκαμπτος και αμετάτρεπτος κατ’ ευθείαν βαίνοντας προς την εκπλήρωσή του, εδραζόμενος επί της βίας και της ανάγκης, μη υποκείμενος σε καμία αλλοίωση από κανένα λογικό ον, όσο ευφυές και αν είναι.

Τελικά αιωρείται ένα εύλογο ερώτημα: Μπορεί ένας οιοσδήποτε λαϊκός ή κληρικός ή μοναχός, επιστήμονας ή επίσκοπος ή πατριάρχης ή Σύνοδος, ακόμη και Οικουμενική να μεταβάλει τον φυσικό νόμο του Θεού, το «ημερολόγιο του Θεού», ο Oποίος έχει θεσπίσει πότε ανατέλλει ή δύει ο Ήλιος, έχει θεσπίσει πότε έχουμε πανσέληνο ή όχι, έχει οριοθετήσει πότε ο Ήλιος συναντάει τον ουράνιο ισημερινό και επομένως έχουμε ισημερία, δηλ. 12 ώρες φως και 12 ώρες σκότος; Δεν ισχύει στην περίπτωση αυτή το αρχαίο ρητό: «πειθαρχείν δει Θεώ μάλλον ή ανθρώποις»; Μήπως τα λάθη του Σωσιγένη και του Μέτωνα, τους οποίους χρησιμοποιεί η Αλεξανδρινή Εκκλησία για να καθορίσει τον Πασχάλιο πίνακα έχουν δημιουργήσει καταστάσεις τέτοιες, που να καταστρατηγούν τελικά την απόφαση των Πατέρων της Α΄ Οικ. Συνόδου περί του χρόνου εορτασμού του Πάσχα και τον νόμο που ο Δημιουργός του Σύμπαντος κόσμου έθεσε και που ουδείς δύναται να μεταβάλει;

Ειλικρινά πιστεύουμε, ότι είναι ύβρις και ασέβεια να καθορίζουμε εμείς οι χοϊκοί, ότι το τάδε ή το δείνα ημερολόγιο είναι πιο σωστό από το ημερολόγιο, που ο ίδιος ο Δημιουργός του Σύμπαντος κόσμου και Κύριος των Δυνάμεων έχει θεσπίσει.

ΕΠΙΛΟΓΟΣ

Το ερώτημα είναι: υπάρχει λύση, που να μπορεί να προταθεί, με την οποία να μην παραβαίνεται η απόφαση της Συνόδου, ακολουθώντας τα σύγχρονα επιτεύγματα της Αστρονομίας;

Όσο και αν φαίνεται παράδοξο, η λύση είναι μία, η επιστροφή στο αρχαίον έθος. Ποια είναι η απόφαση της Συνόδου, για την εορτή του Πάσχα; Να εορτάζεται την πρώτη Κυριακή, μετά την πρώτη εαρινή πανσέληνο και πάντα μετά το εβραϊκό Πάσχα. Με ποιο ημερολόγιο; Με το ειδωλολατρικό Ιουλιανό, που είχε η Εκκλησία τους τελευταίους 20 αιώνες; Όχι, γιατί έτσι καταστρατηγείται η απόφαση της Συνόδου. Μπορεί να χρησιμοποιήσει το Ορθόδοξο διορθωμένο Ιουλιανό ημερολόγιο, που είναι το ακριβέστερο που υπάρχει και επινοήθηκε από Ορθόδοξους ερευνητές επιστήμονες και δεν ακολουθεί το παπικό Γρηγοριανό. Σύμφωνα με το διορθ. Ιουλιανό ημερολόγιο, θα πάψει να καταστρατηγείται η απόφαση της Συνόδου, όπως καταδεικνύεται παρακάτω, για τα έτη που δεν εφαρμόζεται η απόφαση της Συνόδου, σύμφωνα με τον παρακάτω πίνακα:

ΕΤΗ ΠΡΩΤΗ ΠΑΝΣ. ΠΡΩΤΗ ΚΥΡ. ΙΟΥΔ.ΠΑΣΧΑ ΟΡΘΟΔΠΑΣΧΑ ΛΑΘΟΣΠΑΣΧΑ ΑΠΟΦ.ΣΥΝΟΔ ΠΑΡΑ-ΤΗΡ.
1992 17.4 19.4 18.4 19.4 26.4 Τήρηση      -
1993   6.4 11.4   7.4 11.4 18.4      «      -
1994 27.3   3.4 27.3   3.4   1.5      «      -
1996   5.4   7.4   5.4   7.4 14.4      «      -
1999   1.4   4.4   1.4   4.4 11.4      «      -
2000 20.4 23.4 20.4 23.4 30.4      «      -
2002 28.3 31.3 28.3 31.3   5.5      «      -
2003 16.4 20.4 17.4 20.4 27.4      «      -
2006 13.4 16.4 13.4 16.4 23.4      «      -
2009   9.4 12.4   9.4 12.4 19.4      «      -
2012   6.4   8.4   7.4   8.4 15.4      «      -

Η Εκκλησία, λοιπόν, οφείλει κάθε χρόνο να ερωτά την Επιστήμη και συγκεκριμένα την Αστρονομία, να της καθορίσει πότε υπάρχει εαρινή ισημερία και πότε επισυμβαίνει η πρώτη εαρινή πανσέληνος, με τα σύγχρονα επιστημονικά δεδομένα, για το επόμενο έτος και σύμφωνα με αυτά τα δεδομένα να καθορίζει την Κυριακή της εορτής του Πάσχα, πάντα μετά το εβραϊκό πάσχα. Η απόφαση της εορτής του Πάσχα θα κοινοποιείται από άμβωνος την ημέρα των Θεοφανείων, όπως η παράδοση της Εκκλησίας είχε δεχτεί και εφάρμοζε τους πρώτους αιώνες μετά την Α΄ Οικουμενική Σύνοδο.

20.3.12

 

            Ι. ΚΑΡΔΑΣΗΣ

Follow

Get every new post delivered to your Inbox.

Join 28 other followers