
ΓΕΓΟΝΟΤΑ
Στις 20 Μαρτίου 2012, στις 07.14, η φαινόμενη περιφορά του Ήλιου κατά μήκος της εκλειπτικής συναντά τον ουράνιο ισημερινό, οπότε το σημείο τομής ονομάζεται εαρινό ισημερινό σημείο και έχουμε εαρινή ισημερία. Η εαρινή ισημερία είναι ένα αστρονομικό μέγεθος, κατά το οποίο πρακτικά η διάρκεια της ημέρας είναι ίση με τη διάρκεια της νύκτας, δηλ. 12 ώρες εκάστη.
Η εαρινή ισημερία ενδιαφέρει επίσης και την Εκκλησία και αποτελεί και εκκλησιαστικό γεγονός, καθότι με τον προσδιορισμό της καθορίζεται και η ημερομηνία εορτασμού του Πάσχα. Μια άλλη παράμετρος, για τον προσδιορισμό της ημερομηνίας αυτής, είναι ο προσδιορισμός της πρώτης πανσελήνου μετά την ισημερία. Για φέτος, αυτή προσδιορίζεται την Παρασκευή 6 Απριλίου, στις 22.37.
Τα του προσδιορισμού της εαρινής ισημερίας και της πρώτης πανσελήνου, διαλαμβάνονται στην απόφαση περί εορτασμού του Πάσχα των Πατέρων της Α΄ Οικουμενικής Συνόδου. Και είναι γνωστόν, ότι το Χριστιανικό Πάσχα, πάλι με την απόφαση της Συνόδου, εορτάζεται την 1η Κυριακή μετά την 1η πανσέληνο και πάντα μετά το νομικό πάσχα. Βάσει των στοιχείων αυτών συντάχθηκε, από τους αλεξανδρινούς αστρονόμους, ένας πίνακας, ο Πασχάλιος, με τις ημερομηνίες εορτασμού για μια σειρά ετών. Ο Πίνακας αυτός βρίσκεται ακόμη σε ισχύ, πλην όμως επειδή οι μετρήσεις της τότε εποχής αποκλίνουν από τις πραγματικές, παρατηρείται στον αιώνα μας ανακολουθία του εορτασμού, σε σημείο να καταστρατηγείται η απόφαση της Συνόδου και να εορτάζεται το Πάσχα την 2η πανσέληνο μετά την ισημερία ή την 2η Κυριακή μετά την 1η πανσέληνο. Κάτι τέτοιο συμβαίνει και φέτος, το 2012, όπου το Πάσχα εορτάζεται την 2η Κυριακή μετά την 1η πανσέληνο, αντί της 1ης Κυριακής.
Αν θελήσει να πληροφορηθεί κανείς, πότε εορτάζεται το Νομικό πάσχα και ανοίξει το Μ. Ωρολόγιο της Αποστολικής Διακονίας (1997), θα ιδεί, ότι αναφέρει: Μ. Τετάρτη, δηλ. 11 Απριλίου. Αυτό όμως αποτελεί λάθος, καθότι οι Ισραηλίτες ακολουθούν το Γρηγοριανό ημερολόγιο και όχι το Ιουλιανό. Έτσι, ενώ με το Γρηγοριανό ημερολόγιο, η πανσέληνος είναι 6 Απριλίου, με το Ιουλιανό είναι 11 Απριλίου.
Στις παρατηρήσεις αυτές, αντιπροτείνεται από τους ακολουθούντες το Παλαιό ημερολόγιο (Ιουλιανό), ότι η ημερομηνία της εορτής καθορίζεται πλέον με την πλασματική ισημερία και όχι την πραγματική και με την πλασματική πανσέληνο και όχι την πραγματική, ώστε να μην υπάρξει απόκλιση από τον Πασχάλιο Πίνακα, που θεωρείται περίπου, ως το ευαγγέλιο των ισημεριών και των πανσελήνων, εις τον αιώνα τον άπαντα.
Στην παρούσα συγγραφή, θα ασχοληθούμε με τον τεχνικό προσδιορισμό των σημείων της ισημερίας και της πανσελήνου και θα αποδείξουμε, ότι καταστρατηγείται η απόφαση των Πατέρων της Συνόδου, οι οποίοι βάσισαν τον προσδιορισμό της ημερομηνίας της εορτής σε πραγματικά γεγονότα και όχι σε φανταστικά. Εάν δεν διορθωθεί η κατάσταση αυτή, τότε με την πάροδο των χρόνων, η καταστρατήγηση θα οξυνθεί, με συνέπεια τον εορτασμό του Πάσχα την 3η πανσέληνο μετά την ισημερία ή την 3η, 4η, 5η κ.λπ. Κυριακή μετά την πανσέληνο ή ακόμη μετά το θερινό ηλιοστάσιο της 21ης Ιουνίου!
ΕΙΣΑΓΩΓΗ
Το ημερολόγιο είναι σύστημα μέτρησης του χρόνου και ταξινόμησης των ημερών κατά τρόπο που να διευκολύνει την οργάνωση της δημόσιας ζωής, των θρησκευτικών τύπων και εκδηλώσεων και να εξυπηρετεί ιστορικούς και επιστημονικούς σκοπούς.
Το σύστημα μέτρησης του χρόνου γίνεται μεταξύ ενός σημείου έναρξης και ενός σημείου λήξης και ως απλούστερη μονάδα μέτρησης, από πλευράς της απλής παρατήρησης και όχι από πλευράς οργάνων μέτρησης, είναι η ημέρα και είναι όχι η χρονική περίοδος από της ανατολής μέχρι τη δύση του ήλιου, αλλά το διάστημα από ανατολής του ηλίου μέχρι την επόμενη ανατολή (ημερονύκτιο).
Το σύστημα της μέτρησης, από την ανατολή μέχρι την επόμενη ανατολή ηλίου, χρησιμοποιείται από πρωτόγονους λαούς, οι οποίοι δεν διαθέτουν άλλα όργανα μέτρησης. Το σύστημα, από την δύση μέχρι την επόμενη δύση, χρησιμοποιείται κυρίως από την Εκκλησία, η οποία θέλει να είναι πιστή στην Παράδοσή της. Εκείνο όμως το σύστημα, που έχει επικρατήσει σήμερα για τον προσδιορισμό της ημέρας βασίζεται σε όργανα μέτρησης του χρόνου και όχι σε παρατηρήσεις στη φύση. Είναι ο χωρισμός του ημερονυκτίου σε 24 ίσα μέρη, τα οποία καλούνται ώρες και ο καθορισμός έναρξης της ημέρας τα μεσάνυκτα, όπου η ημέρα ξεκινάει συμβατικά από την ώρα μηδέν (0) και λήγει τα επόμενα μεσάνυκτα, όπου η ώρα καταλήγει πάλι συμβατικά στο 24. Η τεχνική αυτή ανακύκληση της ημέρας δίνει τις εβδομάδες (επταήμερα), τους μήνες, τα έτη και τους αιώνες.
Πάτριο ημερολόγιο (γνωστό και ως Παλαιό ή Ιουλιανό) ονομάζεται το ημερολόγιο εκείνο, το οποίον στηρίζεται στα αστρονομικά δεδομένα, που τέθηκαν από δυο αρχαίους Έλληνες αστρονόμους:
α/ τον Αθηναίο αστρονόμο Μέτωνα (430 π.Χ.), ο οποίος καθιέρωσε τον κύκλο του Μέτωνα που είναι περίοδος 19 ετών, στην οποία κατένειμε 235 σεληνιακούς μήνες (12 έτη Χ 12 μήνες + 7 έτη Χ 13 μήνες) και στον οποίο κύκλο, κάθε 19 έτη επαναλαμβάνονται οι ίδιες ημερομηνίες φάσεων της Σελήνης.
β/ τον Αλεξανδρινό Έλληνα φιλόσοφο, μαθηματικό και αστρονόμο Σωσιγένη (1ος αι. π.Χ.), ο οποίος προσδιόρισε τις ισημερίες και χρησιμοποιήθηκε από τον Ιούλιο Καίσαρα (45 π.Χ.), για τη μεταρρύθμιση του ρωμαϊκού ημερολογίου του Νουμά (670 π.Χ.), με την απόρριψη του σεληνιακού έτους και την εισαγωγή του τροπικού έτους με τον καθορισμό του έτους σε 365.25 ημέρες, αντί για 365, που ίσχυε μέχρι τότε.
Το θεσπισμένο Ιουλιανό ημερολόγιο χρησιμοποίησε η Α΄ Οικουμενική Σύνοδος, για να προσδιορίσει την ημερομηνία εορτής του Πάσχα, η οποία είναι η μόνη εορτή που καθορίζεται με αστρονομικά δεδομένα (τις θέσεις Ηλίου και Σελήνης μια ορισμένη περίοδο) και το χρησιμοποίησε, διότι τότε δεν υπήρχε κάτι καλύτερο και ακριβέστερο, αν και η ίδια η Εκκλησία χρησιμοποιούσε τότε κατά τόπους τρία ημερολόγια: Στη Δύση, το Ιουλιανό, στην Ανατολή το Μακεδονικό και στην Αφρική το Αιγυπτιακό.
Με την πάροδο του χρόνου διαπιστώθηκε η ανακολουθία της πραγματικής διάρκειας του τροπικού έτους από το προσδιοριζόμενο από το Ιουλιανό ημερολόγιο. Έτσι, το 1582 καθιερώθηκε το Γρηγοριανό ημερολόγιο (από τον Πάπα Γρηγόριο ΙΓ΄) με τη διόρθωση του τροπικού έτους από 365.25 ημέρες στις 365.2425 ημέρες. Το ημερολόγιο αυτό εφαρμόστηκε από τις χώρες εκείνες που είχαν το θρήσκευμα της Ρώμης, αλλά και από τις χώρες με προτεσταντικό πληθυσμό και από τους αγγλικανούς και δεν εγένετο δεκτό από τους Ορθόδοξους πληθυσμούς.
Αργότερα, διαπιστώθηκε ότι η απόκλιση μεταξύ του τροπικού και του Ιουλιανού έτους μεγάλωσε αρκετά και έτσι με πρωτοβουλία του Οικουμενικού Πατριαρχείου έγινε νεότερη διόρθωση του Ιουλιανού ημερολογίου με τον προσδιορισμό του τροπικού έτους στις 365.24222222 ημέρες. Το ημερολόγιο αυτό ακολούθησαν ορισμένες Ορθόδοξες χώρες (η πλειονότητα), αλλά όχι όλες.
Συνοψίζουμε τους χρόνους (σε ημέρες) για κάθε μια περίπτωση:
Πραγματικό τροπικό έτος 365.24219879 ημέρες
Ιουλιανό ημερολόγιο 365.25 «
Γρηγοριανό ημερολόγιο 365.2425 «
Διορθωμένο Ιουλιανό ημερολόγιο 365.24222222 «
Ισραηλιτικό ημερολόγιο 365.246822205 «
Το Διορθωμένο Ιουλιανό ημερολόγιο δεν συμφωνεί με το Γρηγοριανό ημερολόγιο, λόγω διαφορετικής φιλοσοφίας προσδιορισμού των δισέκτων ετών. Έτσι, η πρώτη ασυμφωνία εμφανίζεται το έτος 2800, όπου κατά το Γρηγοριανό ημερολόγιο έχουμε δίσεκτο έτος, ενώ κατά το διορθ. Ιουλιανό ημερολόγιο δεν έχουμε, οπότε κατά το έτος αυτός θα έχουμε την ίδια ημέρα, 10 Φεβρουαρίου κατά το Ιουλιανό ημερολόγιο, 29 Φεβρουαρίου κατά το Γρηγοριανό και 1 Μαρτίου κατά το διορθ. Ιουλιανό, η δε διαφορά αυτή θα αυξάνει με την πάροδο των ετών.
ΙΣΤΟΡΙΚΑ ΣΤΟΙΧΕΙΑ
Το Πάσχα είναι η μεγαλύτερη εορτή της Ορθόδοξης Εκκλησίας. Το χριστιανικό αυτό Πάσχα συνδέθηκε τυπολογικά με το αντίστοιχο ιουδαϊκό πάσχα (Νομικό πάσχα), αφού αυτό το δεύτερο θεωρήθηκε προτύπωση της σταυρικής θυσίας του Χριστού, του εσφαγμένου αρνίου της Αποκάλυψης. Η λέξη Πάσχα προέρχεται από την εβραϊκή λέξη peshah = διάβαση και καθιερώθηκε ως εορτή αρχικά από τους Εβραίους, για να εορτάζεται η ανάμνηση της εξόδου των Εβραίων από την Αίγυπτο και η διάβαση από την Ερυθρά θάλασσα. Η μεγάλη αυτή εορτή καθιερώθηκε από τους Αποστόλους, για την ανάμνηση της σταυρικής θυσίας του Θεανθρώπου, από την οποία πήγασε η σωτηρία του ανθρώπινου γένους. Η τυπολογική αυτή σχέση και η χρονική συνάφεια του ιουδαϊκού και του χριστιανικού Πάσχα δημιούργησε σοβαρά προβλήματα στην αρχέγονη Εκκλησία, όχι μόνο για το περιεχόμενο της εορτής, αλλά και για την ημερομηνία του εορτασμού της. Οι εξ Ιουδαίων Χριστιανοί τόνιζαν στην εορτή του Πάσχα, το γεγονός της σταύρωσης του Χριστού και επέμεναν να την εορτάζουν την 14η του μήνα Νισάν μαζί με τους Εβραίους, που πάντοτε συμπίπτει με την πρώτη εαρινή πανσέληνο. Αυτοί ονομάστηκαν τεσσαρεσκαιδεκατίτες και περιελάμβαναν ορισμένες Εκκλησίες της Ανατολής. Αντίθετα, οι εξ εθνικών χριστιανοί τόνιζαν την Ανάσταση του Χριστού και συνέδεσαν τον εορτασμό του Πάσχα με την αναστάσιμη ημέρα της εβδομάδας, την ημέρα του Κυρίου, την Κυριακή, η οποία ακολουθούσε την 14η του μήνα Νισάν, με την έννοια ότι το χριστιανικό Πάσχα δεν ήταν δυνατόν να προηγείται ή και να συμπίπτει προς το ιουδαϊκό πάσχα. Η διαφωνία αυτή για το περιεχόμενο της εορτής και για την ημέρα εορτασμού προκάλεσε σοβαρές εκκλησιαστικές έριδες κατά τον 2ο αιώνα, μεταξύ των Εκκλησιών της Δύσης και της Ασίας, χωρίς να ληφθεί οριστική απόφαση.
Την διαφωνία κλήθηκε να διευθετήσει η Α΄ Οικουμενική Σύνοδος στην Νίκαια το 325. Αφού έληξε η δογματική συζήτηση, η Σύνοδος επελήφθη του θέματος της ημέρας της εορτής του Πάσχα, δεδομένου ότι οι Εκκλησίες Ρώμης, Αλεξανδρείας και Ελλάδος τελούσαν το Πάσχα την Κυριακή μετά την δεκάτη τετάρτη του μήνα Νισάν, ενώ οι Εκκλησίες ΚΠόλεως, Αντιοχείας και Ιεροσολύμων τελούσαν το Πάσχα την δεκάτη τετάρτη του μήνα Νισάν, όπως ακριβώς και οι Εβραίοι.
Σημειώνεται, ότι λίγο πριν την Α΄ Οικουμενική Σύνοδο (4ος αιώνας) διατυπώθηκαν οι Αποστολικοί Κανόνες, στους οποίους ο 7ος κανόνας αναφέρεται στην εορτή του Πάσχα με την εντολή να εορτάζεται μετά την εαρινή ισημερία (Η εορτή του Πάσχα είναι η μοναδική εορτή της Χριστιανοσύνης, η οποία:
1.- εορτάζεται κατόπιν αποφάσεως Οικουμενικής Συνόδου και
2.- εορτάζεται σε συνάρτηση με αστρονομικά φαινόμενα, δηλ. με την εαρινή ισημερία και την πρώτη εαρινή πανσέληνο).
Πληροφορίες για την διεξαγωγή της συζήτησης δεν υπάρχουν. Απλώς η έκφραση «περί του Πάσχα ομοφωνήσαντες» εμπεριέχεται σε εγκύκλιο επιστολή της Συνόδου προς την Εκκλησία της Αλεξανδρείας με την εντολή εφαρμογής της απόφασης. Πάλιν σημειώνεται, ότι η εορτή του Πάσχα δεν εμπεριέχεται σε Κανόνα της Συνόδου (από τους 20 που εξέδωσε), αλλά σε ξεχωριστή απόφαση, καθότι το θέμα δεν ήταν δογματικό, δεν ήταν θέμα πίστεως.
Η Συνοδική απόφαση έχει δύο σκέλη περί της εορτής του Πάσχα, τα οποία συμπληρώνουν τα άλλα δυο σκέλη, που προϋπήρχαν από την Παράδοση της Εκκλησίας και έτσι η μεγάλη αυτή εορτή θα έπρεπε να εορτάζεται:
1.- πάντοτε μετά την εαρινή ισημερία (που τότε ήταν 21 Μαρτίου με το Ιουλιανό ημερολόγιο),
2.- πάντοτε μετά την πρώτη πανσέληνο της εαρινής ισημερίας,
3.- πάντοτε ημέρα Κυριακή, την επόμενη της πανσελήνου και
4.- πάντοτε μετά το πάσχα των Εβραίων
Για την εφαρμογή της απόφασης εορτασμού του Πάσχα, η Συνοδική απόφαση έδινε εντολή στην Εκκλησία της Αλεξάνδρειας (επειδή διέθετε τους καλύτερους αστρονόμους) να βρει πότε είναι η εαρινή ισημερία, να βρει πότε είναι η πρώτη πανσέληνος, να ορίσει την πρώτη Κυριακή μετά την πανσέληνο και εάν κατά την Κυριακή αυτή εορταζόταν το εβραϊκό πάσχα, να το μεταθέσει την επόμενη Κυριακή. Επίσης, έδινε η Σύνοδος εντολή στην Εκκλησία της Αλεξάνδρειας να στέλνει εγκυκλίους στην Εκκλησία της Ρώμης, για κοινοποίηση σ’ όλη τη Δύση και στις Εκκλησίες Κων/πόλεως, Αντιοχείας και Ιεροσολύμων για κοινοποίηση σ’ όλη την Ανατολή. Η αναγγελία της ημερομηνίας της εορτής του Πάσχα γινόταν κάθε χρόνο από τον άμβωνα, την ημέρα των Θεοφανείων.
Αναφέρεται από ορισμένους λανθασμένα, ότι η Σύνοδος καθόρισε ως εαρινή ισημερία την εαρινή ισημερία του 325, που συνέπιπτε τότε με την 21η Μαρτίου. Αυτό δεν είναι σωστό και δεν θα το έκανε ποτέ καμιά Σύνοδος και καμιά Εκκλησία, γιατί θα ήτανε άκρως εγωιστικό και υβριστικό για τον αναστάντα Θεάνθρωπο. Αν καθόριζε σταθερή ημερομηνία ισημερίας, τότε θα καθόριζε την εαρινή ισημερία του έτους 33, όπου συνέβη το μέγα και ανεπανάληπτο γεγονός της Σταύρωσης και της Ανάστασης και συνέπιπτε τότε με την 23η Μαρτίου. Επομένως, η εύρεση της ημερομηνίας εορτασμού του Πάσχα βασίζεται κατά κύριο λόγο στην εύρεση της εαρινής ισημερίας, δηλ. του σημείου εκείνου στον ουρανό, στο οποίον ο Ήλιος ευρίσκεται ακριβώς στον ουράνιο ισημερινό και τέμνει την φαινόμενη εκλειπτική. Το σημείο αυτό είναι σταθερό κάθε χρόνο και η Αστρονομία το καθορίζει επακριβώς. Την ημέρα που συμβαίνει να υπάρχει ισημερία, από ανατολής μέχρι δύσεως του ηλίου οι ώρες είναι 12 και από δύσεως μέχρις ανατολής οι ώρες είναι 12 και ονομάζεται ισημερία, γιατί οι ώρες της ημέρας είναι οι αυτές με τις ώρες της νύκτας. Για την εύρεση της ισημερίας υπάρχει και πρακτικός τρόπος: Μπορεί κάποιος μόνον να παρατηρεί την διεύθυνση των σκιών κατά την ανατολή του Ηλίου και να σημειώσει την ημέρα, κατά την οποίαν αυτές οι σκιές κατευθύνονται ακριβώς προς την Δύση. Αυτή είναι η ισημερία.
Ωστόσο, οι ατέλειες του Ιουλιανού ημερολογίου, με βάση το οποίο εορτάζεται μέχρι σήμερα το Ορθόδοξο Πάσχα, οδήγησαν σε υστέρηση στον καθορισμό της εαρινής ισημερίας κατά 13 ολόκληρες ημέρες και επισυμβαίνει αυτή κατά τον παρόντα 21ο αιώνα στις 3 Απριλίου (αντί στις 21 Μαρτίου), τον 22ο αιώνα θα επισυμβαίνει στις 4 Απριλίου, τον 23ο στις 5 Απριλίου, τον 24ο στις 6, τον 105ο αιώνα στις 21 Ιουνίου κ.ο.κ. Βέβαια η χρησιμοποίηση από ορισμένες Ορθόδοξες Εκκλησίες δύο ημερολογίων (του Νέου για τις ακίνητες εορτές και του Παλαιού για τις κινητές) δεν μένει και δεν θα μείνει χωρίς συνέπειες: Ήδη το 2002 με την αργοπορία της εορτής του Πάσχα (5 Μαΐου) δεν υφίσταται η νηστεία των Αγίων Αποστόλων, η οποία προϊόντος του χρόνου θα καταργηθεί, αργότερα δε που η εορτή του Πάσχα θα πραγματοποιείται κατά το θέρος, θα υπάρχει σύμπτωση Πεντηκοσταρίου και νηστείας του 15 Αύγουστου κ.ο.κ. Πιστεύεται, ότι μελλοντικά η Ορθόδοξη Εκκλησία σε προσεχή της Σύνοδο θα διορθώσει την ανωμαλία αυτή και θα εφαρμόσει την απόφαση της Α΄ Οικουμενικής Συνόδου σύμφωνα με τα σύγχρονα αστρονομικά δεδομένα, ώστε να μην παρουσιάζεται το οξύμωρο σχήμα, αλλιώς ο Δημιουργός του Σύμπαντος να τοποθετεί τους αστέρες και αλλιώς να τους τοποθετούν τα δημιουργήματά Του.
ΙΟΥΔΑΪΚΟ ΠΑΣΧΑ
Ο νόμος εορτασμού του Πάσχα δόθηκε από τον ίδιο το Θεό μέσω του προφήτη Μωυσή στην Αίγυπτο και στη γη της ερήμου, δηλ. πριν την έξοδο των υιών Ισραήλ από την Αίγυπτο, αλλά και μετά από αυτήν (Έξ. 12. 1-7, 13, 21-22, 23, 43).
Η ημερομηνία εορτασμού οριζόταν τον μήνα Νισάν, μετά την εαρινή ισημερία. “Ερμηνεύεται δε Νισσάν (με δυο σίγμα) ο ανθών. Νίσσα γαρ λέγεται παρ’ Εβραίοις το άνθος” (Αναστασίου Αντιοχείας, PG 89. 1381). Την 1η Νισάν έχουμε τη νέα Σελήνη, την 10η Νισάν ελαμβάνετο το πρόβατο στην οικία προς σφαγήν, διετηρείτο έως της τεσσαρεσκαιδεκάτης, οπότε εσφάζετο ακριβώς το εσπέρας της ημέρας που άρχιζε, κατά την οποίαν εορτάζετο το Πάσχα και πάντα με Πανσέληνο.
Το πρόβατο εσφάζετο την εσπέρα, εψήνετο (όχι ωμό ή βρασμένο σε νερό, αλλά ψητό σε φλόγα), η δε βρώση του γινότανε από το βράδυ μέχρι το πρωί, τα δε περισσεύματα καιγόντουσαν. Η απουσία από την οικία, από το εσπέρας έως το πρωί, απαγορευόταν. Το πρόβατο ετρώγετο με άζυμο ψωμί. Άζυμο ψωμί ετρώγετο από την 14η Νισάν μέχρι την 21η σε ανάμνηση της εξόδου από την Αίγυπτο.
Την 16η Νισάν προσεφέρετο ένα δεμάτι συγκομιδής καρπών (Λευιτ. 23. 10-11) και αυτή η ημέρα ονομαζόταν και πρώτη ημέρα των εβδομάδων του θερισμού, διότι από αυτή αριθμούντο οι επτά εβδομάδες για τον υπολογισμό της δεύτερης μετά το Πάσχα εορτής, ήτοι της Πεντηκοστής (Λευιτ. 23. 15-17). Έτσι η εβραϊκή Πεντηκοστή δηλώνει την έναρξη του θερισμού του σίτου (Δευτ. 16. 9-10). Εξ άλλου 50 ημέρες μετά το Πάσχα των Εβραίων στην Αίγυπτο, αυτοί παρέλαβαν τον Νόμο στο όρος Σινά. Την Πεντηκοστή προσεφέροντο τα πρωτογεννήματα στο Θεό, διότι ήτανε η απαρχή του θέρους. Τον έβδομο δε μήνα από την 14η Νισάν εορτάζετο ο Εξιλασμός και την επόμενη ημέρα η Σκηνοπηγία.
Επομένως, είναι εκ Θεού δεδομένο, ότι το Πάσχα εορτάζεται την εποχή που ανθίζουν τα φυτά, δηλ. την Άνοιξη και μάλιστα στην αρχή της, η δε συνακόλουθη και συνδεδεμένη με αυτήν εορτή της Πεντηκοστής εορτάζεται την εποχή του θερισμού, δηλ. το θέρος. Δεν νομίζουμε, ότι θα πρέπει να αγνοηθεί αυτή η εντολή και να φθάνει το Πάσχα να εορτάζεται με τον θερισμό και η Πεντηκοστή, όταν φθίνουν οι οπώρες!
Οι Εβραίοι γιορτάζουν σήμερα το Πάσχα τους την 15η Νισάν και όχι την 14η, όπως ορίζεται από τον Μωσαϊκό Νόμο (Νομικό πάσχα). Το ημερολόγιό τους ρυθμίζεται έτσι, ώστε η 15η Νισάν να πέφτει σε ημερομηνίες μετά την 27η Μαρτίου του Γρηγοριανού ημερολογίου. Η ρύθμιση αυτή έγινε για δυο λόγους:
1.- Πιθανώς, επειδή την εποχή του αριθμητικού υπολογισμού του εβραϊκού Πάσχα, οι Εβραίοι τοποθετούσαν την εαρινή ισημερία στις 27 Μαρτίου, δηλ. έξη ημέρες αργότερα από την εαρινή αστρονομική ισημερία (21 Μαρτίου). Π.χ. στα έτη 1997 και 2005, όπου η πρώτη πανσέληνος μετά την 21 Μαρτίου είναι η 25η Μαρτίου, αυτή δεν λογίζεται, διότι είναι προ της εβραϊκής ισημερίας της 27ης Μαρτίου.
2.- Είτε διότι μ’ αυτόν τον τρόπο θέλησαν να εξασφαλίσουν, ο εορτασμός του Πάσχα τους να μην γίνεται πριν από την εαρινή ισημερία.
Για το λόγο αυτό, το Γρηγοριανό Πάσχα (Λατίνων Πάσχα) πέφτει ενίοτε πριν από τον εορτασμό του εβραϊκού Πάσχα (π.χ. 1997 και 2005). Είναι δε γνωστό, ότι το Πάσχα των Εβραίων εορτάζεται ακριβώς με την 1η πανσέληνο μετά την εαρινή ισημερία της 27ης Μαρτίου.
Η πρώτη λοιπόν γιορτή του εβραϊκού ημερολογίου είναι το Πάσχα, κατά το οποίο γιορτάζεται ουσιαστικά η έξοδος από την Αίγυπτο. Σύμφωνα με την ιερή εβραϊκή παράδοση, γιορτάζεται με την αφήγηση της εξόδου από τη δουλεία της Αιγύπτου, που γίνεται σε οικογενειακό κύκλο την πρώτη βραδιά της γιορτής.
ΧΡΙΣΤΙΑΝΙΚΟ ΠΑΣΧΑ
Όπως ειπώθηκε παραπάνω, η Α΄ Οικουμενική Σύνοδος ανέθεσε την εφαρμογή της απόφασης εορτασμού του Πάσχα στην Εκκλησία της Αλεξάνδρειας, η οποία ήταν ονομαστή για τους περίφημους αστρονόμους της. Παρενθετικά σημειώνεται, ότι ο Λαοδικείας Ανατόλιος (3ος αιώνας) ήταν ικανότατος αστρονόμος, αλλά και κάτοχος, κατά τον Ευσέβιο, της σύγχρονης γνώσης. Συνέγραψε διάφορα έργα και ασχολήθηκε ιδιαίτερα με το ζήτημα του εορτασμού του Πάσχα. Σ’ αυτόν οφείλεται η χρήση του 19ετούς κύκλου του Μέτωνα, για τον προσδιορισμό της πασχαλινής πανσελήνου.
Ο Χωνών Αχιλλέας Τάτιος (Αλεξανδρινός του 4ου αιώνα και περίφημος αστρονόμος), ο οποίος έλαβε μέρος στην Α΄ Οικουμενική Σύνοδο ως Επίσκοπος, ανέλαβε να υλοποιήσει την απόφαση της Συνόδου για την εορτή του Πάσχα και σ’ αυτόν αποδίδεται ο κανόνας για τον εορτασμό του Χριστιανικού Πάσχα.
Ο ανωτέρω επίσκοπος Αχιλλέας χρησιμοποίησε τις θέσεις της Αστρονομίας της εποχής του, η οποία βασιζόταν στις παρατηρήσεις του διάσημου αστρονόμου Σωσιγένη (1ος αιώνας π.Χ.). Ο Σωσιγένης όμως, αν και φαίνεται ότι γνώριζε με μεγάλη ακρίβεια τη διάρκεια του τροπικού έτους, χρησιμοποίησε μόνο μια προσέγγιση δεύτερου δεκαδικού ψηφίου, είτε διότι τα μαθηματικά της εποχής δεν του επέτρεπαν να εκφράσει και να εκτελέσει πράξεις με περισσότερα δεκαδικά ψηφία, είτε διότι έτσι έκρινε σκόπιμο. Πράγματι, θεώρησε ότι η διάρκεια του τροπικού έτους ήταν ίση με 365.25 ημέρες. Δηλαδή κατά: 365.25 – 365.24219879 = 0.00780121 ημέρες ή 0.18722904 ώρες ή 11.2337424 min ή 11 min 14.024544 sec ή συνολικά 674.024544 sec μεγαλύτερη από την πραγματική διάρκειά του. Συνεπώς η μέτρηση Σωσιγένη δηλώνει, ότι η Γη κινείται περί τον Ήλιο με ταχύτητα μικρότερη από τη πραγματική.
Η διαφορά αυτή, ενώ αρχικά ήταν ασήμαντη, με το πέρασμα των αιώνων αθροιστικά μεγάλωνε σημαντικά. Η ετήσια διαφορά των 0.00780121 ημερών σε 400 χρόνια ήταν: 0.00780121 Χ 400 = 3.120484 ημέρες ή μια περίπου ημέρα κάθε 128 χρόνια (128 Χ 0.00780121 = 0.99855488 ημέρες). Δηλαδή η μέση τιμή του πολιτικού ιουλιανού έτους, ίση με 365.25 ημέρες, μετακινούσε την αρχή του πολιτικού έτους πέρα από τη φυσική αστρονομική της θέση κατά μια ημέρα σε χρονικό κύκλο 128 ετών.
Τονίζεται πάλι, ότι το πολιτικό έτος ήταν μεγαλύτερο από το τροπικό έτος και έτσι κάθε 128 έτη, το Ιουλιανό ημερολόγιο μετρούσε μια επιπλέον ημέρα η οποία στην πραγματικότητα δεν είχε διανυθεί. Κατά συνέπεια, οι αστρονομικές εποχές του έτους μετατοπίζονταν προς τα εμπρός. Σημειώνεται ενδεικτικά, ότι το 45 π.Χ. που θεσπίστηκε το Ιουλιανό ημερολόγιο, η εαρινή ισημερία συνέβαινε στις 23 Μαρτίου, το 85 μ.Χ. το ημερολόγιο τη σημείωνε στις 22 Μαρτίου και το 213 μ.Χ. τη μετέφερε μια ακόμη ημέρα νωρίτερα, δηλ. στις 21 Μαρτίου, ημερομηνία για την εαρινή ισημερία που θα ίσχυε ως το 341 μ.Χ.
Συνεπώς, όταν το 325 μ.Χ. συνήλθε η Α΄ Οικουμενική Σύνοδος στη Νίκαια της Βιθυνίας και όρισε πότε θα εορτάζεται το Πάσχα για όλες τις χριστιανικές Εκκλησίες, η εαρινή ισημερία –σύμφωνα με το Ιουλιανό ημερολόγιο- συνέβαινε στις 21 Μαρτίου.
Η καθυστέρηση βέβαια του ημερολογίου ως προς τις αστρονομικές εποχές συνεχιζόταν και διάφοροι αστρονόμοι, μελετητές του ημερολογίου, οι οποίοι είχαν εντοπίσει τις ατέλειές του, πρότειναν κατά καιρούς σχετικές μεταρρυθμίσεις του. Ήδη από το 1324 ο μεγαλύτερος αστρονόμος του Βυζαντίου, ο Νικηφόρος Γρηγοράς, πρότεινε στον αυτοκράτορα Ανδρόνικο Β΄ Παλαιολόγο (1282-1328) τη μεταρρύθμιση του ημερολογίου. Η μεταρρύθμιση αυτή δεν έγινε τελικά αποδεκτή, για να μη δημιουργηθεί σύγχυση, τόσο στον αμαθή λαό, όσο και στο εκκλησιαστικό εορτολόγιο. Ανάλογες μεταρρυθμίσεις πρότειναν και άλλοι βυζαντινοί λόγιοι, όπως ο μοναχός Ισαάκιος Αργυρός και ο κανονολόγος Ματθαίος Βλάσταρις (14ος αιώνας).
Παράλληλα, αστρονόμοι και άλλων λαών πρόσεξαν το σφάλμα του Ιουλιανού ημερολογίου και πρότειναν στους Πάπες τη μεταρρύθμισή του, αφού ήδη από τον 4ο αιώνα ο αυτοκράτορας Γρατιανός (367-383), είχε προσφέρει το αξίωμα του Μεγάλου Αρχιερέα (Pontifex Maximus) στους εκάστοτε Πάπες της Ρώμης. Επίσης, ο Roger Bacon (1219-1292), αφού υπολόγισε ότι το συσσωρευμένο σφάλμα του ημερολογίου είχε φτάσει στην εποχή του τις 8 ημέρες, πρότεινε στον Πάπα Κλήμη Δ΄ (1265-1268) τη σχετική ημερολογιακή μεταρρύθμιση. Ο θάνατος του Πάπα όμως σταμάτησε τις σχετικές συζητήσεις, για τη μεταρρύθμιση του ημερολογίου.
Τον 15ο αιώνα αστρονόμοι και κληρικοί ανακίνησαν πάλι το θέμα της ημερολογιακής μεταρρύθμισης. Η σύνοδος της Βασιλείας (1431-1449) προετοίμασε μια σχετική ανακοίνωση, η οποία για διάφορους λόγους δεν εκδόθηκε ποτέ. Το 1474 ο Πάπας Σίξτος Δ΄ (1471-1484), πεπεισμένος για την ανάγκη της διόρθωσης του ημερολογίου, ανέθεσε στο σπουδαίο αστρονόμο Johannes Muller την ημερολογιακή μεταρρύθμιση. Καθ’ οδόν όμως προς τη Ρώμη ο διάσημος αστρονόμος, μόλις 40 ετών, πέθανε από πανώλη (1476) και έτσι το θέμα της μεταρρύθμισης για μια ακόμη φορά σταμάτησε.
Στην συνέχεια, μια από τις 14 Συνόδους του Λατερανού, αυτή του 1524, ασχολήθηκε με το ίδιο θέμα, χωρίς όμως πρακτικό αποτέλεσμα. Η Δύση όμως είχε έτσι κι’ αλλιώς αποφασίσει την ημερολογιακή μεταρρύθμιση και ήταν ζήτημα χρόνου η διόρθωση του ισχύοντος ημερολογίου. Έτσι, η Σύνοδος του Τριδέντου, που συνήλθε από το 1545-1563, ανέθεσε στον Πάπα Παύλο Γ΄ (1534-1549) και στη συνέχεια στον Πίο Ε΄ (1566-1572) να κάνουν τη μεταρρύθμιση του ημερολογίου, χωρίς όμως ούτε αυτοί να το κατορθώσουν.
Το 1572, όταν ανέβηκε στον παπικό θρόνο ο Πάπας Γρηγόριος ΙΓ΄, έβαλε σκοπό της ζωής του να πετύχει την ημερολογιακή μεταρρύθμιση. Για το λόγο αυτό, το 1576 δημιούργησε μια επιτροπή αστρονόμων, μαθηματικών και κληρικών, προκειμένου να μελετήσει τις μεθόδους διόρθωσης του Ιουλιανού ημερολογίου. Τελικά ο Πάπας, με προτροπή του Γερμανού Ιησουίτη μοναχού και αστρονόμου Christoforo Clavius (1537-1612) και στηριγμένος στην εισήγηση του φημισμένου καθηγητή της ιατρικής στο πανεπιστήμιο της Περούτζια και ονομαστού αστρονόμου Luigi Lilio από την Καλαβρία, θέσπισε την ημερολογιακή μεταρρύθμιση το 1582.
Το 1582, το Ιουλιανό ημερολόγιο, όπως υπολόγισε ο Δομινικανός μοναχός και αστρονόμος Ignatio Danti, έδειχνε ημερολογιακή εαρινή ισημερία την 11η Μαρτίου, δηλ. 10 ημέρες νωρίτερα σε σύγκριση με την αστρονομική –άρα ορθή- εαρινή ισημερία του έτους 325 μ.Χ. (έτος της Α΄ Οικουμενικής Συνόδου, που είχε γίνει τότε στις 21 Μαρτίου). Επειδή, όμως, από της αστρονομικής εαρινής ισημερίας κανονίζεται ο εορτασμός του Πάσχα, το σφάλμα του Ιουλιανού ημερολογίου επιδρούσε στον υπολογισμό της ημερομηνίας της μεγάλης γιορτής της Χριστιανοσύνης.
Επομένως, ήταν απαραίτητη η αλλαγή του Ιουλιανού ημερολογίου και το πολιτικό έτος έπρεπε να ελαττωθεί κατά τις 10 αυτές ημέρες που είχαν μετρηθεί, χωρίς να έχουν πράγματι διανυθεί, αφού το πολιτικό έτος ήταν ελαφρά μεγαλύτερο από το τροπικό έτος. Αποφασίσθηκε, λοιπόν, να μετατεθούν οι εποχές του έτους σε σχέση με το τροπικό έτος, ώστε να επανέλθουν στις ίδιες συνθήκες όπως το έτος 325 μ.Χ. που έγινε η Α΄ Οικουμενική Σύνοδος της Νικαίας. Στα 1257 έτη (= 1582-325), το Ιουλιανό ημερολόγιο ως προς τις εποχές παρουσίαζε μια διαφορά περίπου 10 ημερών. Επιπλέον έγινε αλλαγή του 19ετούς κύκλου του Μέτωνα με τη γρηγοριανή επακτή, οπότε άλλαξε ο τρόπος υπολογισμού της μεγάλης εορτής του Πάσχα.
Αποτέλεσμα αυτών των αλλαγών ήταν να δημιουργηθεί το Γρηγοριανό ημερολόγιο, που χρησιμοποιείται μέχρι σήμερα. Σύμφωνα με αυτό και για να περιορισθούν τα σφάλματα του Ιουλιανού ημερολογίου, θεσπίσθηκε κάθε περίοδος 4 αιώνων να περιλαμβάνει 97 δίσεκτα έτη και όχι 100. Η ρύθμιση αυτή ήταν επιβεβλημένη, εφ’ όσον ανά 4 αιώνες η ετήσια διαφορά των 0.00780121 ημερών γινόταν ίση με 0.00780121 Χ 400 = 3.120484 ημέρες.
Τελικά εισήχθη ο κανόνας υπολογισμού των δισέκτων ετών: Από τα δίσεκτα έτη του Ιουλιανού ημερολογίου που δείχνουν αιώνες (επαιώνια έτη), όπως το 1600, 1700, 1800, 1900, 2000 κ.ο.κ. δίσεκτα θα θεωρούνται στο νέο ημερολόγιο μόνον εκείνα των οποίων ο αριθμός των αιώνων (16, 17, 18, 19, 20 κ.ο.κ.) διαιρείται ακριβώς δια του 4 ή ολόκληρος ο αριθμός δια του 400. Σύμφωνα με τον κανόνα αυτό, δίσεκτα θεωρούνται μόνο τα έτη 1600, 2000 κ.ο.κ., ενώ σύμφωνα με το Ιουλιανό ημερολόγιο, όλα τα «επαιώνια έτη» ήταν δίσεκτα ως διαιρούμενα δια του 4. Μ’ αυτό τον τρόπο αφαιρούνται οι 3 περίπου επιπλέον ημέρες της καθυστέρησης του Ιουλιανού ημερολογίου κάθε 400 έτη.
Με τον γρηγοριανό, λοιπόν, κύκλο των 400 ετών, αντί να έχουμε απαλοιφή μιας ημέρα εντός 128 ετών, δηλ. 3 ημερών σε 384 έτη, απαλείφουμε 3 ημέρες εντός χρονικού κύκλου 400 ετών. Έτσι υπάρχουν 97 αντί για 100 δίσεκτα έτη στον παραπάνω χρονικό κύκλο. Με τον τρόπο αυτό η μέση διάρκεια του ημερολογιακού έτους από 365.25 ημέρες στο Ιουλιανό ημερολόγιο διορθώθηκε σε 365 + 97/400 = 365.2425 ημέρες. Το πολιτικό έτος διέφερε πλέον από το τροπικό κατά 365.2425 – 365.24219879 = 0.00030121 ημέρες ή 0.00722904 ώρες ή 0.4337424 min ή 26.024544 sec. Δηλαδή το μέσο γρηγοριανό πολιτικό έτος είναι μεγαλύτερο από το τροπικό μόνο κατά 26 περίπου sec ετησίως.
Η ακρίβεια του Γρηγοριανού ημερολογίου (σφάλμα 26.024544 sec ετησίως) είναι ασυγκρίτως καλύτερη από την αντίστοιχη του Ιουλιανού ημερολογίου (σφάλμα 674.024544 sec ετησίως). Το Γρηγοριανό ημερολόγιο, όμως, αφαιρεί κάθε 400 χρόνια 3 μόνο ημέρες αντί 3.120484 ημέρες. Έτσι τα 400 γρηγοριανά έτη υπερβαίνουν σε διάρκεια τα 400 τροπικά έτη κατά 0.120484 ημέρες. Υπάρχει δηλαδή και σ’ αυτό το ημερολόγιο μια επιβράδυνση της αρχής του έτους, αλλά μόνο μιας ημέρας κάθε 400/0.120484 = 3320 έτη περίπου (για την ακρίβεια 3319.942897 έτη). Συνεπώς, ένας εύκολος τρόπος διόρθωσης της μικρής αυτής διαφοράς, που παρουσιάζει το μέσο γρηγοριανό έτος ως προς το τροπικό έτος είναι να υιοθετηθεί ένα ακόμη δίσεκτο έτος κάθε 3320 έτη, δηλ. η πρώτη διόρθωση θα πρέπει να γίνει το 4902 (1582 + 3320 = 4902).
Επίσης, με τη διόρθωση της επακτής καθορίζεται επακριβώς η Πασχαλινή πανσέληνος, μετά την οποία ακολουθεί η Κυριακή του Πάσχα. Με τις μεταβολές αυτές, καθορίζεται αστρονομικά ακριβέστερα το δυτικό Πάσχα. Σημειώνεται, ότι η Σύνοδος της ΚΠολης του 1593 απέρριψε με τον Η΄ Κανόνα της τη μεταρρύθμιση αυτού του ημερολογίου, όχι για λόγους επιστημονικούς, αλλά διότι οι Συνοδικοί κατέληξαν στο συμπέρασμα, ότι το Γρηγοριανό ημερολόγιο μεταρρύθμιζε τις αποφάσεις της Α΄ Οικουμενικής Συνόδου, για τον εορτασμό του χριστιανικού Πάσχα.
Το 1923 έγινε μια νέα προσπάθεια διόρθωσης του Ιουλιανού ημερολογίου από τον ΚΠόλεως Μελέτιο, που συγκάλεσε «Πανορθόδοξο Συνέδριο» με συμμετοχή αντιπροσώπων έξη Ορθοδόξων Εκκλησιών. Το Συνέδριο αποφάσισε, ότι η αλλαγή του Ιουλιανού ημερολογίου ήταν επιβεβλημένη, αφού αυτή δεν προσέκρουε σε κανένα κανονικό ή δογματικό κώλυμα.
Το Συνέδριο αυτό υπέδειξε ημερολογιακό κύκλο 900 ετών, που ήταν ακριβέστερος από τον γρηγοριανό κύκλο των 400 ετών. Η πρόταση όριζε, ότι από τα έτη που δείχνουν αιώνες (επαιώνια), δίσεκτα θα θεωρούνται μόνον εκείνα των οποίων ο αριθμός των εκατοντάδων, διαιρούμενος δια του 9, δίδει υπόλοιπο 2 ή 6. Για τα υπόλοιπα έτη ισχύει ο ιουλιανός κανόνας.
Δηλαδή αντί των δισέκτων ετών 400, 800, 1200, 1600, 2000 κ.ο.κ. του Γρηγοριανού, καθιέρωσε ως δίσεκτα τα έτη 200, 600, 1100, 1500, 2000 κ.ο.κ. Μ’ αυτό τον τρόπο, επειδή εντός κύκλου 900 ετών περιέχονται 218 δίσεκτα, η μέση διάρκεια του προτεινόμενου έτους ήταν: 365 + 218/900 = 365 + 0.24222222 = 365.24222222 ημέρες και έτσι η διαφορά του από το τροπικό έτος ήταν μόνο: 365.24222222 – 365.24219879 = 0.00002343 ημέρες ή 0.00056232 ώρες ή 0.0337392 min ή 2.024352 sec, δηλ. περίπου 2.03 sec ετησίως, που σημαίνει το ακριβέστερο από όλα τα προταθέντα μέχρι σήμερα ημερολόγια!
Συνεπώς σε κύκλο 3600 (= 4 Χ 900) ετών υπήρχαν 872 δίσεκτα έτη (= 4 Χ 218), αντί των 97 Χ 9 = 873 δισέκτων ετών του Γρηγοριανού ημερολογίου, με σφάλμα μόνο 0.00002343 Χ 3600 = 0.084348 ημερών, ενώ το αντίστοιχο σφάλμα του Γρηγοριανού ημερολογίου ήταν: 0.00030121 Χ 3600 = 1.084356 ημέρες, δηλ. κατά μια ημέρα μεγαλύτερο.
Σύμφωνα με το Ιουλιανό ημερολόγιο η 21η Μαρτίου σημειώνεται σήμερα 13 ημέρες μετά την αστρονομική εαρινή ισημερία, ενώ το 325 συνέπιπτε με αυτήν. Κάθε λοιπόν χρονική περίοδο 3320 ετών θα συμβαίνει 25 ημέρες περίπου αργότερα και μετά 20000 έτη θα συμβαίνει σχεδόν 5 μήνες αργότερα και ενώ θα λέμε ότι έχουμε εαρινή ισημερία, στην πραγματικότητα θα πλησιάζουμε τη φθινοπωρινή ισημερία!!
Ένα άλλο σημείο που χρήζει ιδιαίτερης προσοχής είναι η εύρεση της πρώτης εαρινής πανσελήνου, η οποία χρειάζεται για τον καθορισμό της Κυριακής του Πάσχα, σύμφωνα με την απόφαση της Συνόδου. Η πρώτη εαρινή πανσέληνος υπολογίζεται με τον κύκλο του Μέτωνα, που προσδιορίζει την ημερομηνία της πανσελήνου με σφάλμα μιας ημέρας σε 307 έτη. Το ασήμαντο αυτό λάθος συσσωρεύθηκε με την πάροδο των ετών, ώστε σήμερα να γίνεται λάθος 5 ημερών ως προς τον υπολογισμό της πασχαλινής πανσελήνου, εκτός των 13 ημερών της λανθασμένης αστρονομικά ιουλιανής εαρινής ισημερίας. Αντίθετα, με τον γρηγοριανό κύκλο των πανσελήνων, ο οποίος τις υπολογίζει με πολύ μεγαλύτερη ακρίβεια, το σφάλμα περιορίζεται σε 1 ημέρα σε χρονικό κύκλο 20000 ετών
Επομένως, ο υπολογισμός της ημερομηνίας του Πάσχα καθορίζεται αστρονομικώς σωστά με το Γρηγοριανό ημερολόγιο και αστρονομικώς εσφαλμένα με το Ιουλιανό, το οποίον στηρίζεται στον εσφαλμένο υπολογισμό της ταχύτητας περιστροφής της Γης περί τον Ήλιο (μικρότερη της κανονικής) του Σωσιγένη και στον εσφαλμένο υπολογισμό της περιστροφής της Σελήνης περί την Γη (μεγαλύτερη της κανονικής) του Μέτωνα. Βέβαια ο υπολογισμός είναι ακόμη ακριβέστερος με το διορθ. Ιουλιανό ημερολόγιο.
ΚΑΤΑΣΤΡΑΤΗΓΗΣΗ ΤΗΣ ΑΠΟΦΑΣΗΣ
Σύμφωνα με τα ανωτέρω εκτεθέντα, η Ορθόδοξη Εκκλησία χρησιμοποιεί στον υπολογισμό της ημερομηνίας του Πάσχα το Ιουλιανό ημερολόγιο. Ως εκ τούτου θεωρείται, ότι η εαρινή ισημερία έρχεται 13 ημέρες μετά την πραγματική. Έτσι, εάν η πανσέληνος συμβεί κατά τη διάρκεια αυτών των 13 ημερών, οι Ορθόδοξοι δεν θεωρούν αυτήν ως πασχαλινή πανσέληνο, αλλά αναμένουν την επόμενη πανσέληνο, ένα μήνα αργότερα, για να βρουν την ημερομηνία του Πάσχα. Μια άλλη διαφορά οφείλεται στον κανόνα που εφαρμόζεται για τον υπολογισμό της πανσελήνου. Ο σωστός τρόπος θα ήταν να υπολογισθεί η πανσέληνος από ακριβείς αστρονομικές παρατηρήσεις. Αντ’ αυτού χρησιμοποιείται ο προσεγγιστικός κανόνας του αρχαίου Αθηναίου αστρονόμου Μέτωνα (430 π.Χ.).
Ο Μέτωνας παρατήρησε ότι οι φάσεις της Σελήνης επαναλαμβάνονται κάθε 235 μήνες, δηλ. σχεδόν κάθε 19 έτη. Αυτή η περίοδος των 19 ετών καλείται «κύκλος του Μέτωνα». Συνεπώς, σε χρονικό κύκλο 19 ετών οι ημερομηνίες της πανσελήνου είναι οι ίδιες. Όμως αυτή η σχέση είναι μόνο προσεγγιστική. Κάθε 307 έτη το σφάλμα συμποσούται σε 1 ημέρα. Έτσι έχουμε σήμερα ένα λάθος 5 ημερών στον υπολογισμό της πανσελήνου. Εξ αυτού, εάν ο υπολογισμός δίνει πανσέληνο 2 ημέρες μετά από μια Κυριακή, περιμένουμε μια επιπλέον εβδομάδα για την πασχαλινή πανσέληνο. Όμως, η πραγματική πανσέληνος συμβαίνει 3 ημέρες πριν από την πρώτη Κυριακή. Γι’ αυτό το Πάσχα θα έπρεπε να εορτάζεται μια εβδομάδα νωρίτερα.
Γι’ αυτούς τους λόγους, ο σημερινός υπολογισμός του Ορθόδοξου Πάσχα περιέχει δυο σφάλματα:
1.- Η υπολογισθείσα ημερομηνία της ισημερίας συμβαίνει 13 ημέρες αργότερα από την πραγματική και
2.- Η υπολογισθείσα ημερομηνία της πανσελήνου συμβαίνει 5 ημέρες περίπου αργότερα από την αντίστοιχη πραγματική.
Συνεπακόλουθο αυτών των δυο λαθών είναι η ημερομηνία του Ορθόδοξου Πάσχα να συμβαίνει αργότερα από την ημερομηνία του Λατινικού Πάσχα. Μόνο σε λίγες περιπτώσεις οι δυο ημερομηνίες του Πάσχα συμπίπτουν. Συνήθως το Ορθόδοξο Πάσχα συμβαίνει 1 εβδομάδα ή 4-5 εβδομάδες αργότερα.
Αυτή η διαφορά θα αυξάνει στο μέλλον. Μετά από κάποιες χιλιάδες χρόνια το Ορθόδοξο Πάσχα, εάν ακόμα υπολογίζεται με την ίδια λανθασμένη μέθοδο, θα συμβαίνει το καλοκαίρι και αργότερα το φθινόπωρο κ.ο.κ. Το συμπέρασμα είναι, ότι ο παρών υπολογισμός της ημερομηνίας του Πάσχα από την Ορθόδοξη Εκκλησία δεν είναι σε συμφωνία με το γράμμα της Α΄ Οικουμενικής Συνόδου. Δεν είναι ακόμη σε συμφωνία ούτε με το πνεύμα της, το οποίον είναι όλοι οι Χριστιανοί να εορτάζουν το Πάσχα την ίδια ημέρα.
Κάποια παραδείγματα καταδεικνύουν την αλήθεια των ανωτέρω αναφερθέντων. Πράγματι, η Ορθόδοξη Εκκλησία γιορτάζει τώρα το Πάσχα συνήθως την 1η Κυριακή μετά τη 2η εαρινή πανσέληνο και αρκετές φορές τη 2η Κυριακή, αντί να γιορτάζει την 1η Κυριακή μετά την 1η πανσέληνο, όπως η απόφαση της Α΄ Οικουμενικής Συνόδου προβλέπει. Παραδείγματα:
Η πανσέληνος μετά την εαρινή ισημερία της 21ης Μαρτίου 1992 του Γρηγοριανού ημερολογίου συνέβη Παρασκευή 17 Απριλίου. Επομένως, η 1η Κυριακή ήταν η 19η Απριλίου, κατά την οποία γιορτάστηκε το Πάσχα των Λατίνων. Η δεύτερη Κυριακή ήταν η 26η Απριλίου, κατά την οποία γιορτάστηκε το Πάσχα των Ορθοδόξων, κατά παράβαση της απόφασης της Συνόδου. Τούτο συνέβη, λόγω του λάθους του Μέτωνα στον υπολογισμό της πανσελήνου, που αντί της πραγματικής της Παρασκευής 17 Απριλίου, συνέβη κατά Μέτωνα (!) την Τετάρτη 22 Απριλίου.
Επίσης, το 1993, η πανσέληνος μετά την εαρινή ισημερία της 21ης Μαρτίου του Γρηγοριανού ημερολογίου συνέβη την Τρίτη 6 Απριλίου, κατά την οποίαν γιορτάστηκε και το εβραϊκό Πάσχα. Η πρώτη Κυριακή μετά την Τρίτη 6 Απριλίου ήταν η 11η Απριλίου, κατά την οποία γιορτάστηκε το λατινικό Πάσχα. Η δεύτερη Κυριακή ήταν η 18η Απριλίου, κατά την οποίαν γιορτάστηκε το Ορθόδοξο Πάσχα, κατά παράβαση της απόφασης της Συνόδου. Τούτο συνέβη λόγω του λάθους του Μέτωνα στον υπολογισμό της πανσελήνου, που αντί της πραγματικής της Τρίτης 6ης Απριλίου, συνέβη κατά Μέτωνα (!) την Κυριακή 11 Απριλίου. Η ίδια κατάσταση επαναλαμβάνεται αρκετές φορές με τελευταία αυτή του 2012 (όπως καταδεικνύεται στον κατωτέρω πίνακα).
Βλέπουμε λοιπόν, ότι η Εκκλησία μας για τον προσδιορισμό του Πάσχα εμπιστεύεται π.χ. τον αρχαίο ειδωλολάτρη αστρονόμο Μέτωνα, ο οποίος προσδιορίζει μετά από 2500 χρόνια πότε θα γίνει η πανσέληνος το 2012 με περιθώριο λάθους 5 ολόκληρες ημέρες, με συνέπεια να καταστρατηγείται η απόφαση εορτασμού του Πάσχα της Α΄ Οικουμενικής Συνόδου και δεν εμπιστεύεται π.χ. τους ορθόδοξους Έλληνες αστρονόμους καθηγητές Πανεπιστημίου, Αιγινήτη, Σβολόπουλο, Κωτσάκη, Κατσή, Χασάπη, Σιμόπουλο, Κοντόπουλο, Θεοδοσίου, Δανέζη κ.ά. οι οποίοι μπορούν να προσδιορίσουν με ακρίβεια ενός δισεκατομυριοστού του δευτερολέπτου, πότε θα συμβεί πανσέληνος κάθε έτος στον 21ο αιώνα!!
Παρακάτω καταγράφεται ενδεικτικά πίνακας 23 ετών (1990-2012) με τις εαρινές πανσελήνους, το εβραϊκό, λατινικό και Ορθόδοξο Πάσχα, την 1η Κυριακή μετά την εαρινή πανσέληνο, εάν εφαρμόζεται η απόφαση της Συνόδου ή αυτή καταστρατηγείται και που οφείλεται το σφάλμα:
| ΕΤΗ |
ΠΡΩ-ΤΗ ΠΑΝ. |
ΠΡΩΤΗ ΚΥΡ. |
ΙΟΥΔ ΠΑΣ-ΧΑ |
ΛΑΤ.ΠΑΣ-ΧΑ |
ΟΡΘ.ΠΑΣ-ΧΑ |
ΑΠΟΦΑΣΗ Α΄ ΟΙΚΟΥΜΕΝ |
ΠΑΡΑΤΗΡΗΣΕΙΣ |
| 1990 |
14.4 |
15.4 |
14.4 |
15.4 |
15.4 |
Εφαρμογή |
- |
| 1991 |
3.4 |
7.4 |
3.4 |
7.4 |
7.4 |
Εφαρμογή |
- |
| 1992 |
17.4 |
19.4 |
18.4 |
19.4 |
26.4 |
Παράβαση |
2η Κυρ. Μέτωνας |
| 1993 |
6.4 |
11.4 |
7.4 |
11.4 |
18.4 |
Παράβαση |
2η Κυρ Μέτωνας |
| 1994 |
27.3 |
3.4 |
27.3 |
3.4 |
1.5 |
Παράβαση |
2η Πανσ. Σωσιγένης |
| 1995 |
15.4 |
16.4 |
16.4 |
16.4 |
23.4 |
Εφαρμογή |
- |
| 1996 |
5.4 |
7.4 |
5.4 |
7.4 |
14.4 |
Παράβαση |
2η Κυρ. Μέτωνας |
| 1997 |
25.3 |
30.3 |
23.4 |
30.3 |
27.4 |
Εφαρμογή |
2η Πανσ. Σωσιγένης |
| 1998 |
12.4 |
19.4 |
12.4 |
12.4 |
19.4 |
Εφαρμογή |
- |
| 1999 |
1.4 |
4.4 |
1.4 |
4.4 |
11.4 |
Παράβαση |
2η Κυρ. Μέτωνας |
| 2000 |
20.4 |
23.4 |
20.4 |
23.4 |
30.4 |
Παράβαση |
2η Κυρ. Μέτωνας |
| 2001 |
8.4 |
15.4 |
8.4 |
15.4 |
15.4 |
Εφαρμογή |
- |
| 2002 |
28.3 |
31.3 |
28.3 |
31.3 |
5.5 |
Παράβαση |
2η Πανσ. Σωσιγένης |
| 2003 |
16.4 |
20.4 |
17.4 |
20.4 |
27.4 |
Παράβαση |
2η Κυρ. Μέτωνας |
| 2004 |
5.4 |
11.4 |
5.4 |
11.4 |
11.4 |
Εφαρμογή |
- |
| 2005 |
25.3 |
27.3 |
24.4 |
27.3 |
1.5 |
Εφαρμογή |
2η Πανσ. Σωσιγένης |
| 2006 |
13.4 |
16.4 |
13.4 |
16.4 |
23.4 |
Παράβαση |
2η Κυρ. Μέτωνας |
| 2007 |
2.4 |
8.4 |
3.4 |
8.4 |
8.4 |
Εφαρμογή |
- |
| 2008 |
20.4 |
27.4 |
20.4 |
23.3 |
27.4 |
Εφαρμογή |
- |
| 2009 |
9.4 |
12.4 |
9.4 |
12.4 |
19.4 |
Παράβαση |
2η Κυρ. Μέτωνας |
| 2010 |
30.3 |
4.4 |
30.3 |
4.4 |
4.4 |
Εφαρμογή |
- |
| 2011 |
18.4 |
24.4 |
19.4 |
24.4 |
24.4 |
Εφαρμογή |
- |
| 2012 |
6.4 |
8.4 |
7.4 |
8.4 |
15.4 |
Παράβαση |
2η Κυρ. Μέτωνας |
Σύμφωνα με τον ανωτέρω πίνακα, στα 23 χρόνια καταγραφών, στα 11 από αυτά έχουμε παράβαση, συγκεκριμένα:
Στα έτη 1994 και 2002 υπάρχει παράβαση, λόγω υπολογισμού μετά τη 2η εαρινή πανσέληνο (λάθος Σωσιγένη).
Στα έτη 1992, 1993, 1996, 1999, 2000, 2003, 2006, 2009 και 2012 υπάρχει παράβαση, λόγω υπολογισμού μετά τη 2η πανσέληνο (λάθος Μέτωνα).
Στα έτη 1990, 1991, 1995, 1997, 1998, 2001, 2004, 2005, 2007 και 2008 έχουμε εφαρμογή της απόφασης. Από αυτά το 1997 και 2005 επειδή το εβραϊκό Πάσχα υπολογίζει εαρινή ισημερία στις 27 Μαρτίου (αντί της 21 Μαρτίου) εμφανίζουν πρώτη εαρινή πανσέληνο όχι στις 25 Μαρτίου, αλλά στις 23 και 24 Απριλίου αντίστοιχα, οπότε τότε εορτάζουν το Πάσχα τους. Αυτό έχει σαν συνέπεια το Ορθόδοξο Πάσχα να εορτασθεί 27.4 και 1.5 αντίστοιχα, για να πληρωθεί ο 4ος όρος της Συνόδου, περί εορτασμού του Πάσχα μετά το εβραϊκό.
Το σπουδαιότερο όμως είναι η συνεχής μετατόπιση του εαρινού ισημερινού σημείου, έτσι ώστε οι 13 ημέρες διαφορά που είναι σήμερα να φθάσει τις 21 ημέρες το έτος 3000, τις 29 το 4000, τις 37 το 5000, τις 44 το 6000 και τις 90 το 10400, οπότε αντί της εαρινής ισημερίας θα έχουμε το θερινό ηλιοστάσιο!!! Επί πλέον, η μετατόπιση της πανσελήνου κατά 5 ημέρες σήμερα, θα φθάσει τις 8 ημέρες το 3000, τις 11 το 4000, τις 15 το 5000, τις 18 το 6000 και τις 31 ημέρες το 10000, δηλ. η μετατόπιση θα αφορά έναν ολόκληρο κύκλο της πανσελήνου!!!
Βέβαια με την ακινησία που επιβάλουμε στην εαρινή ισημερία, καθώς και στον κύκλο της πανσελήνου, το Πάσχα δεν θα εορτάζεται πλέον την πρώτη Κυριακή μετά την πρώτη εαρινή πανσέληνο, αλλά θα εορτάζεται την πρώτη, δεύτερη ή τρίτη κλπ. Κυριακή μετά την δεύτερη, τρίτη, κλπ. εαρινή πανσέληνο ή την πρώτη, δεύτερη κλπ. Κυριακή μετά την πρώτη, δεύτερη κλπ. πανσέληνο του θερινού ηλιοστασίου κ.ο.κ. Περιττό να ειπωθεί, ότι η καταστρατήγηση της απόφασης της Α΄ Οικουμενικής Συνόδου θα καταντήσει στη γελοία κατάσταση, να εορτάζεται το Πάσχα το κατακαλόκαιρο ή όταν πέφτουν τα φύλλα των δένδρων κατά το φθινόπωρο ή όταν αρχίζει η σπορά ή όταν αρχίζουν τα πρωτοβρόχια ή τα πρώτα χιόνια του χειμώνα κ.ο.κ.
Συγκεφαλαιώνοντας τα ανωτέρω, καταλήγουμε στα εξής συμπεράσματα σχετικά με τη πραγματοποίηση της εορτής του Πάσχα και της καταστρατήγησης ή όχι της απόφασης της Α΄ Οικουμενικής Συνόδου, καθώς και το πιο από τα τρία ημερολόγια εφαρμόζει την απόφαση:
1.- Το Ιουλιανό ημερολόγιο καταστρατηγεί την απόφαση της Συνόδου, καθότι δεν εφαρμόζει τον 2ο και 3ο όρο της απόφασης.
2.- Το Γρηγοριανό ημερολόγιο καταστρατηγεί την απόφαση της Συνόδου, καθότι δεν εφαρμόζει τον 4ο όρο της απόφασης.
3.- Το διορθωμένο Ιουλιανό ημερολόγιο δεν καταστρατηγεί την απόφαση της Συνόδου, καθότι εφαρμόζει όλους τους όρους της απόφασης.
ΘΕΣΕΙΣ ΚΑΘΗΓΗΤΩΝ ΑΣΤΡΟΝΟΜΙΑΣ
Αιγινήτης Δ. Καθηγητής Αστρονομίας
Στον καθηγητή Αστρονομίας του πανεπιστημίου Αθηνών και Διευθυντή του Αστεροσκοπείου Αθηνών Δ. Αιγινήτη (1862-1934) οφείλεται, τόσον η εισαγωγή του Γρηγοριανού από την Πολιτεία (με εισήγησή του το 1918 προς την Πολιτεία), όσο και της διόρθωσης του Ιουλιανού από την Εκκλησία (με εισήγησή του το 1919 προς την Εκκλησία).
Το υπόμνημα του Δ. Αιγινήτη προς την Πολιτεία, διαβιβάστηκε από τον Υπουργό Παιδείας στην Ιερά Σύνοδο της Εκκλησίας της Ελλάδος. Η Ιερά Σύνοδος διόρισε επιτροπή αποτελούμενη από τον Επίσκοπο Δημητριάδος Γερμανό, ως Πρόεδρο, τον Επίσκοπο Ναυπακτίας Αμβρόσιο, τον αρχιμανδρίτη Χρυσόστομο Παπαδόπουλο, Καθηγητή της Γενικής Εκκλησιαστικής Ιστορίας στο Πανεπιστήμιο Αθηνών και μετέπειτα Αρχιεπίσκοπο Αθηνών (1923), τον Εμμ. Ζολώτα, καθηγητή Θεολογίας στο Πανεπιστήμιο Αθηνών και τον εισηγητή της πρότασης Δημήτριο Αιγινήτη. Η Επιτροπή στις 6.3.19, μειοψηφούντος του καθηγητή Ζολώτα, κατέληξε στην εξής πρόταση: «Η Επιτροπή φρονεί ότι η μεταβολή του Ιουλιανού ημερολογίου, μη προσκρούουσα εις δογματικούς και κανονικούς λόγους, δύναται να γίνη μετά συνεννόησιν μετά πασών των λοιπών ορθοδόξων αυτοκεφάλων εκκλησιών και ιδίως του Οικουμενικού Πατριαρχείου….., υπό τον όρον, ουχί της προσχωρήσεως εις το Γρηγοριανόν, αλλά της συντάξεως νέου ημερολογίου…..». Η Ιερά Σύνοδος στη συνεδρία της 20.3.19 ενέκρινε την πρόταση της Επιτροπής και πρόσθεσε: «Εάν η πολιτεία, μη ελπίζουσα ταχείαν αποπεράτωσιν του νέου ημερολογίου, αισθανομένη δε αυξανούσας τας σχετικάς δυσχερείας, εφ’ όσον και όμορα κράτη εδέχθησαν το Γρηγοριανόν, νομίζη ότι δεν δύναται να παραμείνη εις το σήμερον ημερολογιακόν καθεστώς, είναι ελευθέρα να δεχθή το Γρηγοριανόν, ως ευρωπαϊκόν ημερολόγιον, της εκκλησίας κρατούσης μέχρι του νέου επιστημονικού, το Ιουλιανόν»
Κατά συνέπεια, η Πολιτεία με την απόφαση αυτή της Ιεράς Συνόδου είχε την πλήρη ελευθερία να προχωρήσει στην αλλαγή του ημερολογίου, χωρίς τον τυχόν κίνδυνο εκκλησιαστικής αντίδρασης, που μπορούσε να δημιουργήσει την εσφαλμένη ιδέα στο λαό ότι θίγουσα το ημερολόγιο έθιγε την ίδια τη θρησκεία (!).
Η ελληνική κυβέρνηση το 1923 διόρισε επιτροπή αποτελούμενη από τους Καθηγητές του Πανεπιστημίου Αθηνών Δημήτριο Αιγινήτη, Αμίλκα Αλιβιζάτο, Χρυσόστομο Παπαδόπουλο, από τον υπουργό Οικονομικών Γεώργιο Κοφινά και από τον νομικό Παντελή Τσιτσεκλή, για να επεξεργαστεί και να προτείνει τον ακριβή τρόπο εισαγωγής του Γρηγοριανού ως πολιτικού ημερολογίου. Η Επιτροπή αυτή, γνωστή ως Επιτροπή Κοφινά, πρότεινε την εισαγωγή του Γρηγοριανού ημερολογίου ως πολιτικού, ενώ η Εκκλησία μπορούσε να διατηρήσει το Ιουλιανό και σε συνεννόηση με τις άλλες Ορθόδοξες Εκκλησίες να προβεί στη διόρθωσή του.
Η Επιτροπή Κοφινά υπεδείκνυε τα εξής: «Κρίνομεν πρέπον να διατηρηθή προσωρινώς εν ισχύει ως εκκλησιαστικόν ημερολόγιον το Ιουλιανόν, και όσον δηλαδή αφορά και τας θρησκευτικάς εορτάς και τα της Εκκλησίας εν γένει, μέχρις ου συνεννοηθώσι εις την μεταβολήν αυτού πάσαι αι ορθόδοξοι Εκκλησίαι. Καθ’ όσον όμως αφορά εις την μεταβολήν του ημερολογίου, ως προς τας πολιτικάς σχέσεις και πράξεις, θεωρούμεν ταύτην αναγκαίαν, επείγουσαν και επιβεβλημένην υπό πολλαπλών και μεγάλων ηθικών συμφερόντων της χώρας και συνεπώς νομίζομεν ότι η Πολιτεία, έχουσα ήδη και της Εκκλησίας την σχετικήν συναίνεσιν και υπόδειξιν, μη δυναμένη δε ν’ αναμένη την άνω συνεννόησιν πασών των ορθοδόξων Εκκλησιών, ήτις δυνατόν και να βραδύνη, οφείλει να εισέλθη αμέσως εις την παγκόσμιον ενότητα εν τη μετρήσει του χρόνου εισάγουσα εις τας πολιτικάς σχέσεις την Γρηγοριανήν ημερομηνίαν, ήτις προηγείται ήδη κατά 13 ημέρας της Ιουλιανής (…..) ως έπραξαν προ τινός και πάντα τα λοιπά ορθόδοξα κράτη……….».
Η Εκκλησία της Ελλάδος αναγνώρισε τη συμβολή του Καθηγητή Δ. Αιγινήτη στη διόρθωση του ημερολογίου (ασφαλώς τη διόρθωση του Ιουλιανού και όχι του Γρηγοριανού). Ο τότε Αρχιεπίσκοπος Αθηνών Χρυσόστομος στη μελέτη του: «Η διόρθωση του Ιουλιανού ημερολογίου εν τη εκκλησία της Ελλάδος» (1933), αναφέρει για τον Δ. Αιγινίτη: «Σπουδαιοτάτη υπήρξεν η συμβολή του Δ. Αιγινήτου εν τω ζητήματι της διορθώσεως του Ιουλιανού ημερολογίου. Δια συγγραφών και υπομνημάτων δεν υπεστήριξεν μόνον την επιστημονικήν άποψιν του ζητήματος, αλλά και απέδειξεν επί τη βάσει αυθεντικών κειμένων την υπ’ αυτών των εκκλησιαστικών διατάξεων επιβαλλομένην διόρθωσιν του ημερολογίου. Ο Αιγινήτης κατέχει το ημερολογιακόν ζήτημα ου μόνον από επιστημονικής, αλλά και από εκκλησιαστικής και ιστορικής απόψεως, δια τούτο δε αποτελεί διεθνή αυθεντίαν, εις την οποίαν πολλάκις καταφεύγουσιν και αυτοί οι ξένοι ειδικοί σοφοί».
Κοντόπουλος Γεώργιος. Καθηγητής Αστρονομίας Πανεπιστημίου Αθηνών
Εισήγηση καθηγητή της Αστρονομίας Γ. Κοντόπουλου στο Πανορθόδοξο Συνέδριο της Γενεύης (1977): μεταξύ των άλλων αναφέρει: «………. Ο υιοθετηθείς κανόνας από την Α’ Οικουμενική Σύνοδο ήταν ο ακόλουθος: «Το Πάσχα θα πρέπει να εορτάζεται την 1η Κυριακή μετά την 1η πανσέληνο της εαρινής ισημερίας»….. «την εποχή της Συνόδου της Νικαίας το χρησιμοποιούμενο ημερολόγιο ήτανε το Ιουλιανό. Το Ιουλιανό ημερολόγιο, όμως, υποθέτει την κατά μέσο όρο διάρκεια του έτους ίση με 365.25 ημέρες. Γνωρίζουμε όμως ότι αυτό δεν είναι σωστό….. Η διαφορά αυτή Ιουλιανού – Τροπικού συμποσούται σε μια ολόκληρη ημέρα κάθε 128 έτη………. Μια άλλη διαφορά οφείλεται στον κανόνα που εφαρμόζεται για τον υπολογισμό της πανσελήνου. Ο σωστός τρόπος θα ήταν να υπολογισθεί η πανσέληνος από ακριβείς αστρονομικές παρατηρήσεις………. Κάθε 307 έτη το σφάλμα (της πανσελήνου) συμποσούται σε μια ημέρα. Έτσι έχουμε σήμερα ένα λάθος 5 ημερών στον υπολογισμό της πανσελήνου………. Γι’ αυτούς τους λόγους, ο σημερινός υπολογισμός του Πάσχα των Ορθοδόξων περιέχει δυο σφάλματα: 1. Η υπολογισθείσα ημερομηνία της ισημερίας συμβαίνει 13 ημέρες αργότερα από την πραγματική και 2. Η υπολογισθείσα ημερομηνία της πανσελήνου συμβαίνει 5 ημέρες περίπου αργότερα από την αντίστοιχη πραγματική………. Αυτή η διαφορά θα αυξάνει στο μέλλον. Ας δώσουμε ένα ακραίο παράδειγμα: Μετά κάποιες χιλιάδες χρόνια το Ορθόδοξο Πάσχα, εάν ακόμα υπολογίζεται με την ίδια μέθοδο, θα συμβαίνει το καλοκαίρι και αργότερα το φθινόπωρο, κ.λπ. Το συμπέρασμα είναι ότι ο παρών υπολογισμός της ημερομηνίας του Πάσχα από την Ορθόδοξη Εκκλησία δεν είναι σε συμφωνία με το γράμμα της Α΄ Οικουμενικής Συνόδου. Δεν είναι ακόμη σε συμφωνία ούτε και με το πνεύμα της, το οποίον είναι όλοι οι Χριστιανοί να εορτάζουν το Πάσχα την ίδια ημέρα».
BranisteEne, Καθηγητής Θεολογίας, Πανεπιστημίου Βουκουρεστίου
Ο Καθηγητής Braniste, στο Πανορθόδοξο Συνέδριο της Γενεύης (1977) παρατηρεί: «………. Νομίζω όμως ότι το σύστημα υπολογισμού, το προταθέν εν Κων/πόλει το έτος 1923, είναι πολύ ακριβέστερον. Τούτο σφάλλεται κατά 2΄΄ μόνον και ουχί 26΄΄ ως το Γρηγοριανόν. Εξ άλλου πρόκειται περί ενός ημερολογίου, το οποίον είναι προϊόν Ορθοδόξου μελέτης και δεν έχει επιβληθή υπό των Ρωμαιοκαθολικών».
Θεοδοσίου Στρ.- Δανέζης Μ. Καθηγητές Αστροφυσικής Πανεπιστημίου Αθηνών
Εσφαλμένη η ημερομηνία εορτασμού του Πάσχα: «Επομένως, ο υπολογισμός της ημερομηνίας του Πάσχα καθορίζεται σωστά από τους Καθολικούς και τους Διαμαρτυρόμενους και εσφαλμένα από τους Ορθόδοξους (το «σωστά» ή αντίστοιχα το «εσφαλμένα» αναφέρεται στην αστρονομική άποψη του θέματος), που στηρίζονται στον κύκλο του Μέτωνα και στην πανσέληνο που συμβαίνει μετά την εαρινή ισημερία και υπολογίζεται σύμφωνα με το Ιουλιανό……….Πράγματι, οι Ορθόδοξοι εορτάζουν το Πάσχα συνήθως την 1η Κυριακή μετά την 2η εαρινή πανσέληνο και αρκετές φορές τη 2η Κυριακή, αντί να γιορτάζουν την 1η Κυριακή μετά την 1η εαρινή πανσέληνο………. Το Πάσχα των Ορθοδόξων του 1992 γιορτάσθηκε την 2η Κυριακή μετά τη 2η εαρινή πανσέληνο………. Το Πάσχα των Ορθοδόξων το 1993 γιορτάσθηκε την 2η Κυριακή μετά την εαρινή πανσέληνο» (Στρ. Θεοδοσίου – Μάνος Δανέζης. Η Οδύσσεια των ημερολογίων. Αθήνα, 1995, τ. Β΄, σελ. 169).
Άλλοι Επιστήμονες Αστρονόμοι
Το όλο θέμα, της εκ των πραγμάτων παράβασης της απόφασης της Α΄ Οικουμενικής Συνόδου, εκτός των ανωτέρω Επιστημόνων, έχει κατά καιρούς απασχολήσει και άλλους, οι οποίοι θεωρούν, ότι ένα απλό αστρονομικό πρόβλημα έχει φέρει τέτοια αναστάτωση και τέτοιο διχασμό και πολεμική μεταξύ των Ορθοδόξων χριστιανών. Το σημείο αυτό έχουν επισημάνει κατά καιρούς στα γραπτά τους και οι παλαιότεροι Έλληνες αστρονόμοι, Δημ. Κωτσάκης, Δημ. Κατσής και Κων. Χασάπης.
ΕΠΙΣΤΗΜΗ ΚΑΙ ΘΕΟΛΟΓΙΑ
Στην Ελλάδα, αλλά και αλλαχού υπάρχουν έντονες αντιδράσεις στην ημερολογιακή μεταρρύθμιση, δηλ. τον υπολογισμό της εορτής του Πάσχα σύμφωνα με την απόφαση της Α΄ Οικουμενικής Συνόδου, αλλά όχι με τα νέα δεδομένα της Επιστήμης και συγκεκριμένα της Αστρονομίας. Υπάρχουν διάφορα επιχειρήματα, όπως ότι το θέμα είναι δογματικό, ότι ήταν προσχώρηση στο παπικό Γρηγοριανό, ότι είναι ζήτημα που αφορά την Εκκλησία και δεν πρέπει να αλλάξει, ότι αποτελεί παράδοση της Εκκλησίας και τελικά ότι η αλλαγή αποτελεί σχίσμα και άλλα! Δηλώνουν μάλιστα ότι: «η Ορθόδοξη Εκκλησία δεν ενδιαφέρεται δια την χρονικήν ακρίβειαν (διότι ο Θεός και η Αγία του Εκκλησία υπάρχουν επέκεινα του χρόνου), αλλά δια την ακρίβειαν της πίστεως, την διακράτησιν των Ι. Παραδόσεων, την τήρησιν των Ι. Κανόνων και διατάξεων των Αγ. Πατέρων». Είναι όμως έτσι;
Είναι θέμα δογματικό; Το ημερολογιακό δεν αναφέρεται σε κανέναν όρο πίστεως, σε καμία από τις επτά Οικουμενικές Συνόδους, ούτε σε τοπικές Συνόδους μέχρι σήμερα. Μάλιστα η τοπική Σύνοδος της Κων/πόλεως του 1593 πολύ σωστά αναφέρει στον Η΄ Κανόνα της, ότι: «Ασάλευτον διαμένειν βουλόμεθα το τοις Πατράσι διορισθέν περί του αγίου Σωτηρίου Πάσχα έχειν και ούτως άπαντας τους τολμώντας παραλύειν τους όρους της Αγίας Οικουμενικής Συνόδου της εν Νικαία συγκροτηθείσης….. ακοινωνήτους και αποβλήτους είναι της Εκκλησίας…..». Πολύ σωστά, η Σύνοδος αυτή αποβάλλει της Εκκλησίας, όποιον δεν τηρεί τους όρους της Α΄ Οικουμενικής Συνόδου και δεν εορτάζει το Πάσχα την πρώτη Κυριακή μετά την εαρινή ισημερία και μετά το εβραϊκό Πάσχα. Η Α΄ Οικουμενική Σύνοδος δεν όρισε η ίδια ποια είναι αυτή η Κυριακή και ανέθεσε στην Επιστήμη να το καθορίσει. Απόβλητος λοιπόν από την Εκκλησία πρέπει να είναι εκείνος, ο οποίος εορτάζει το Πάσχα την 2η Κυριακή μετά την 1η εαρινή πανσέληνο ή την 1η Κυριακή μετά τη 2η εαρινή πανσέληνο κ.ο.κ., όπως βέβαια η Επιστήμη καθορίζει την εαρινή ισημερία και την πρώτη πανσέληνο.
Είναι προσχώρηση στο παπικό Γρηγοριανό ημερολόγιο; Σαφώς όχι, καθότι σε άλλη βάση κινείται το Γρηγοριανό ημερολόγιο και σε άλλη το διορθωμένο Ιουλιανό ημερολόγιο. Το πρώτο παραβαίνει την απόφαση της Συνόδου, ενώ το δεύτερο δεν την παραβαίνει και δεν συμφωνεί με το πρώτο, όπως καταδεικνύεται κατωτέρω στον πίνακα των δισέκτων επαιωνίων ετών:
ΔΙΣΕΚΤΑ ΕΠΑΙΩΝΙΑ ΕΤΗ
| ΕΤΗ |
ΙΟΥΛΙΑΝΟ |
ΓΡΗΓΟΡΙΑΝΟ |
Διορθ. ΙΟΥΛΙΑΝΟ |
|
|
|
|
| 2000 |
Δίσεκτο |
Δίσεκτο |
Δίσεκτο |
| 2100 |
Δίσεκτο |
|
|
| 2200 |
Δίσεκτο |
|
|
| 2300 |
Δίσεκτο |
|
|
| 2400 |
Δίσεκτο |
Δίσεκτο |
Δίσεκτο |
| 2500 |
Δίσεκτο |
|
|
| 2600 |
Δίσεκτο |
|
|
| 2700 |
Δίσεκτο |
|
|
| 2800 |
Δίσεκτο |
Δίσεκτο |
|
| 2900 |
Δίσεκτο |
|
Δίσεκτο |
| 3000 |
Δίσεκτο |
|
|
| 3100 |
Δίσεκτο |
|
|
| 3200 |
Δίσεκτο |
Δίσεκτο |
|
| 3300 |
Δίσεκτο |
|
Δίσεκτο |
| 3400 |
Δίσεκτο |
|
|
| 3500 |
Δίσεκτο |
|
|
| 3600 |
Δίσεκτο |
Δίσεκτο |
|
| 3700 |
Δίσεκτο |
|
|
| 3800 |
Δίσεκτο |
|
Δίσεκτο |
| 3900 |
Δίσεκτο |
|
|
| 4000 |
Δίσεκτο |
Δίσεκτο |
|
Αποτελεί παράδοση της Εκκλησίας και δεν πρέπει να αλλάξει; Εδώ θα πρέπει να τεθεί το γενικότερο θέμα Επιστήμης και Θεολογίας, όπως αυτή λειτούργησε ανά τους αιώνες και προς τούτο θα αναφερθούν κάποια παραδείγματα:
Στη Γένεση των όντων, όπου σύμφωνα με τα Πατερικά κείμενα και τη συμβολική γλώσσα της Βίβλου, ως προς το πώς δημιουργήθηκε ο κόσμος, αποδεικνύεται ότι τον κύριο λόγο έχει η Επιστήμη και αυτήν ακολουθεί η Θεολογία. Αυτό ακολούθησαν και οι βιβλικοί συγγραφείς, αλλά και οι Πατέρες της Εκκλησίας. Σύμφωνα με τις επικρατούσες αρχέγονες κοσμολογικές αντιλήψεις, το Σύμπαν θεωρείτο γεωκεντρικό και επίπεδο (δισδιάστατο). Το στερέωμα ήταν μια υλική κατασκευή με τοξοειδή θόλο, στερεά συμπαγής και στεγανή για να συγκρατεί δίκην δεξαμενής τα ουράνια ύδατα, τα ύδατα του ανώτερου κοσμικού ωκεανού. Ήταν κάτι σαν «υπερώον», το οποίον έφερε πόρτες και παράθυρα που άνοιγαν και έκλειναν κατά βούληση του Θεού και προς αγαλλίασή του, για να πέσει η βροχή ή το χιόνι στη Γη και να πνεύσει ο άνεμος στη φύση. Η θολωτή αυτή κατασκευή είχε κίονες («στύλους», Ιώβ 26. 11), οι οποίοι ήταν θεμελιωμένοι στα άκρα της Γης. Ενώ άλλοι κίονες στερέωναν τη Γη πάνω στα ύδατα της αβύσσου, του κατώτερου κοσμικού ωκεανού. Οι Πατέρες, σεβόμενοι την αρχέγονη Επιστήμη της εποχής τους θεωρούσαν ότι η Γη π.χ. αποτελούσε το κέντρο του Σύμπαντος (Μ. Αθανάσιος, Μ. Βασίλειος, Γρηγόριος Νύσσης, Ιωάννης Δαμασκηνός, Γρηγόριος Παλαμάς, Συμεών Θες/νίκης). Ασφαλώς η Εκκλησία σήμερα –και πολύ σωστά- δεν ακολουθεί τους Πατέρες αυτούς, που διατύπωσαν την άποψη ότι η Γη είναι το κέντρο του Σύμπαντος, αλλά ακολουθεί την Επιστήμη, που απόδειξε το ακριβώς αντίθετο! Σ’ αυτή την περίπτωση δεν ισχύει το: «μη μέταιρε όρια αιώνια α έθετον οι Πατέρες»; Βεβαίως δεν ισχύει, στην περίπτωσή αυτή, η ρήση αυτή, καθότι το θέμα της γεωκεντρικότητας ή μη της Γης άπτεται της Επιστήμης, την οποίαν οφείλει να ακολουθεί η Θεολογία.
Αλλά και στη δημιουργία των έμψυχων όντων, η Πατερική Θεολογία ακολούθησε την αρχή της μη δημιουργίας εξ αρχής των όντων με την τωρινή τους μορφή, αλλά αυτά προήλθαν από σπερματικές καταβολές που έβαλε ο ίδιος ο Δημιουργός. Ο Μ. Βασίλειος, ακολουθώντας την αρχέγονη Επιστήμη της εποχής του οικειοποιήθηκε τη λαθεμένη αντίληψη, ότι η Γη στο σύνολό της είναι προικισμένη δυνάμει με ζωογονητικές ιδιότητες, οπότε έχουμε π.χ. γέννηση βατράχων, όταν η βροχή πέσει στο χώμα κλπ. Βλέπουμε, ότι οι Πατέρες της Εκκλησίας στα επιστημονικά γεγονότα ακολουθούσαν τη θέση της Επιστήμης –ας ήταν και λανθασμένη-, κάτι που δυστυχώς δεν πράττουν σήμερα κάποιοι σύγχρονοι «πατέρες», αλλά όλα τα θέτουν υπό το πρίσμα της Θεολογίας. Πάντως κανείς σήμερα δεν παραδέχεται την αυτογέννηση της ζωής, θεωρία που ίσχυσε μέχρι το 1862 και την οποίαν ακολουθούσε μέχρι τότε και η Εκκλησία. Ασφαλώς και στη περίπτωση αυτή δεν ισχύει το ανωτέρω ρητό, καθώς το θέμα του πως γεννήθηκε η ζωή είναι θέμα της Επιστήμης, ενώ το ποιος δημιούργησε τη ζωή είναι θέμα της Θεολογίας.
Τελικά διαπιστώνεται, ότι δεν υπάρχει καμία αντίφαση μεταξύ Ορθόδοξης Θεολογίας και Επιστήμης και ότι οι Πατέρες ακολούθησαν τις θέσεις της Επιστήμης της εποχής τους. Η Εκκλησία σεβόμενη τις εκάστοτε επιστημονικές διαπιστώσεις, τις ακολούθησε και προσάρμοσε τις δικές της θέσεις στα νέα δεδομένα (όπως π.χ. το γεωκεντρικό Σύμπαν, η αυτογέννηση της ζωής, κ.ά.). Κάτι το οποίον δεν δέχτηκε, τουλάχιστον μέχρι στιγμής, είναι να αποδεχθεί τις νέες θέσεις της Αστρονομίας σχετικά με την ταχύτητα της περιστροφής της Γης περί τον Ήλιο, αλλά και της περιστροφής της Σελήνης περί την Γη. Έτσι, παραδέχεται αυτό, που η προ Χριστού αρχέγονη Επιστήμη θεωρούσε, δηλ. ότι η ταχύτητα περιστροφής της Γης περί τον Ήλιο είναι μικρότερη αυτής που πράγματι είναι σήμερα και διαπιστώνεται με τα σύγχρονα αστρονομικά όργανα και ότι η Σελήνη κινείται με μεγαλύτερη ταχύτητα, από ότι είχε υπολογισθεί, ότι εκινείτο στις προ Χριστού μετρήσεις της αρχέγονης Αστρονομίας. Συνέπεια αυτών είναι η Εκκλησία να δέχεται, ότι ο Ήλιος βρίσκεται στον ουράνιο ισημερινό και η εκλειπτική του τέμνει αυτόν στο εαρινό σημείο 13 μέρες αργότερα, από ότι η σύγχρονη Αστρονομία καταδεικνύει και ότι η πανσέληνος πραγματοποιείται 5 ημέρες αργότερα από το κανονικό. Συνέπεια αυτών των εσφαλμένων παραδοχών της Εκκλησίας είναι να καταστρατηγούνται οι αποφάσεις της για την εορτή του Πάσχα, που ενώ σύμφωνα με τη σχετική απόφαση της Α΄ Οικουμενικής Συνόδου πρέπει το Πάσχα να εορτάζεται την πρώτη Κυριακή, μετά την πρώτη πανσέληνο της εαρινής ισημερίας, εορτάζεται σήμερα την πρώτη Κυριακή μετά τη δεύτερη πανσέληνο της ισημερίας (π.χ. το 2002 και το 2005) ή τη δεύτερη Κυριακή μετά τη πρώτη πανσέληνο (π.χ. το 2003 και το 2006), χωρίς οι μετατοπίσεις αυτές να έχουν σχέση με τον εορτασμό του ιουδαϊκού Πάσχα, αλλά να οφείλονται στις μη ακριβείς μετρήσεις των αρχαίων αστρονόμων. Αυτές οι καταστρατηγήσεις της απόφασης της Α΄ Οικουμενικής Συνόδου περί τον εορτασμό του Πάσχα είναι απότοκες της μη προσαρμογής και αποδοχής των επιτεύξεων και ανακαλύψεων της σύγχρονης Αστρονομίας από την Εκκλησία.
ΠΡΟΣΒΟΛΗ ΘΕΙΟΥ ΝΟΜΟΥ
Η καταστρατήγηση της απόφασης της Α΄ Οικουμενικής Συνόδου έχει και μια άλλη παράμετρο, ίσως σοβαρότερη.
Γνωρίζουμε, ότι ο θείος νόμος είναι το θέλημα του Θεού, εφ’ όσον τούτο παρουσιάζεται σαν κανόνας και υπογραμμός και προς τον οποίον καλούνται να συμμορφωθούν όλα τα δημιουργήματα, για να μην αστοχήσουν του σκοπού τους. Επίσης γνωρίζουμε, ότι τα δημιουργήματα υπάγονται σε δύο γενικές κατηγορίες:
α/ την άλογη και ανελεύθερη φύση και
β/ τον λογικό και ελεύθερο άνθρωπο.
Κατά τον ίδιο τρόπο, ο θείος νόμος διακρίνεται σε:
α/ φυσικό νόμο (που αφορά την άλογη φύση) και
β/ ηθικό νόμο (που αφορά τον λογικό άνθρωπο).
Όσον αφορά τον φυσικό νόμο, το πώς π.χ. κανονίζεται η περί τον Ήλιο και περί τον εαυτό της περιφορά της Γης, το πώς διαγράφονται οι τροχιές των άστρων, το πότε επισυμβαίνουν οι παλίρροιες, οι αμπώτιδες και οι εξατμίσεις των νερών, το πότε και πως λαμβάνει χώρα η βλάστηση και η ωρίμανση των φυτών, το πώς ενεργείται η γέννηση και η ανάπτυξη των ζώντων οργανισμών, το πώς επισυμβαίνουν η κυκλοφορία του αίματος και η αναπνοή, όλα αυτά ακολουθούν ένα αναλλοίωτο πρόγραμμα, που έχει τεθεί από τον ίδιο το Θεό και όλα τα φυσικά φαινόμενα οφείλουν να βαδίζουν αναγκαστικά σύμφωνα με το πρόγραμμα αυτό (Σοφ. Σολομώντος 7. 15-21).
Βλέπουμε λοιπόν, ότι ο φυσικός νόμος του Θεού είναι άκαμπτος και αμετάτρεπτος κατ’ ευθείαν βαίνοντας προς την εκπλήρωσή του, εδραζόμενος επί της βίας και της ανάγκης, μη υποκείμενος σε καμία αλλοίωση από κανένα λογικό ον, όσο ευφυές και αν είναι.
Τελικά αιωρείται ένα εύλογο ερώτημα: Μπορεί ένας οιοσδήποτε λαϊκός ή κληρικός ή μοναχός, επιστήμονας ή επίσκοπος ή πατριάρχης ή Σύνοδος, ακόμη και Οικουμενική να μεταβάλει τον φυσικό νόμο του Θεού, το «ημερολόγιο του Θεού», ο Oποίος έχει θεσπίσει πότε ανατέλλει ή δύει ο Ήλιος, έχει θεσπίσει πότε έχουμε πανσέληνο ή όχι, έχει οριοθετήσει πότε ο Ήλιος συναντάει τον ουράνιο ισημερινό και επομένως έχουμε ισημερία, δηλ. 12 ώρες φως και 12 ώρες σκότος; Δεν ισχύει στην περίπτωση αυτή το αρχαίο ρητό: «πειθαρχείν δει Θεώ μάλλον ή ανθρώποις»; Μήπως τα λάθη του Σωσιγένη και του Μέτωνα, τους οποίους χρησιμοποιεί η Αλεξανδρινή Εκκλησία για να καθορίσει τον Πασχάλιο πίνακα έχουν δημιουργήσει καταστάσεις τέτοιες, που να καταστρατηγούν τελικά την απόφαση των Πατέρων της Α΄ Οικ. Συνόδου περί του χρόνου εορτασμού του Πάσχα και τον νόμο που ο Δημιουργός του Σύμπαντος κόσμου έθεσε και που ουδείς δύναται να μεταβάλει;
Ειλικρινά πιστεύουμε, ότι είναι ύβρις και ασέβεια να καθορίζουμε εμείς οι χοϊκοί, ότι το τάδε ή το δείνα ημερολόγιο είναι πιο σωστό από το ημερολόγιο, που ο ίδιος ο Δημιουργός του Σύμπαντος κόσμου και Κύριος των Δυνάμεων έχει θεσπίσει.
ΕΠΙΛΟΓΟΣ
Το ερώτημα είναι: υπάρχει λύση, που να μπορεί να προταθεί, με την οποία να μην παραβαίνεται η απόφαση της Συνόδου, ακολουθώντας τα σύγχρονα επιτεύγματα της Αστρονομίας;
Όσο και αν φαίνεται παράδοξο, η λύση είναι μία, η επιστροφή στο αρχαίον έθος. Ποια είναι η απόφαση της Συνόδου, για την εορτή του Πάσχα; Να εορτάζεται την πρώτη Κυριακή, μετά την πρώτη εαρινή πανσέληνο και πάντα μετά το εβραϊκό Πάσχα. Με ποιο ημερολόγιο; Με το ειδωλολατρικό Ιουλιανό, που είχε η Εκκλησία τους τελευταίους 20 αιώνες; Όχι, γιατί έτσι καταστρατηγείται η απόφαση της Συνόδου. Μπορεί να χρησιμοποιήσει το Ορθόδοξο διορθωμένο Ιουλιανό ημερολόγιο, που είναι το ακριβέστερο που υπάρχει και επινοήθηκε από Ορθόδοξους ερευνητές επιστήμονες και δεν ακολουθεί το παπικό Γρηγοριανό. Σύμφωνα με το διορθ. Ιουλιανό ημερολόγιο, θα πάψει να καταστρατηγείται η απόφαση της Συνόδου, όπως καταδεικνύεται παρακάτω, για τα έτη που δεν εφαρμόζεται η απόφαση της Συνόδου, σύμφωνα με τον παρακάτω πίνακα:
| ΕΤΗ |
ΠΡΩΤΗ ΠΑΝΣ. |
ΠΡΩΤΗ ΚΥΡ. |
ΙΟΥΔ.ΠΑΣΧΑ |
ΟΡΘΟΔΠΑΣΧΑ |
ΛΑΘΟΣΠΑΣΧΑ |
ΑΠΟΦ.ΣΥΝΟΔ |
ΠΑΡΑ-ΤΗΡ. |
| 1992 |
17.4 |
19.4 |
18.4 |
19.4 |
26.4 |
Τήρηση |
- |
| 1993 |
6.4 |
11.4 |
7.4 |
11.4 |
18.4 |
« |
- |
| 1994 |
27.3 |
3.4 |
27.3 |
3.4 |
1.5 |
« |
- |
| 1996 |
5.4 |
7.4 |
5.4 |
7.4 |
14.4 |
« |
- |
| 1999 |
1.4 |
4.4 |
1.4 |
4.4 |
11.4 |
« |
- |
| 2000 |
20.4 |
23.4 |
20.4 |
23.4 |
30.4 |
« |
- |
| 2002 |
28.3 |
31.3 |
28.3 |
31.3 |
5.5 |
« |
- |
| 2003 |
16.4 |
20.4 |
17.4 |
20.4 |
27.4 |
« |
- |
| 2006 |
13.4 |
16.4 |
13.4 |
16.4 |
23.4 |
« |
- |
| 2009 |
9.4 |
12.4 |
9.4 |
12.4 |
19.4 |
« |
- |
| 2012 |
6.4 |
8.4 |
7.4 |
8.4 |
15.4 |
« |
- |
Η Εκκλησία, λοιπόν, οφείλει κάθε χρόνο να ερωτά την Επιστήμη και συγκεκριμένα την Αστρονομία, να της καθορίσει πότε υπάρχει εαρινή ισημερία και πότε επισυμβαίνει η πρώτη εαρινή πανσέληνος, με τα σύγχρονα επιστημονικά δεδομένα, για το επόμενο έτος και σύμφωνα με αυτά τα δεδομένα να καθορίζει την Κυριακή της εορτής του Πάσχα, πάντα μετά το εβραϊκό πάσχα. Η απόφαση της εορτής του Πάσχα θα κοινοποιείται από άμβωνος την ημέρα των Θεοφανείων, όπως η παράδοση της Εκκλησίας είχε δεχτεί και εφάρμοζε τους πρώτους αιώνες μετά την Α΄ Οικουμενική Σύνοδο.
20.3.12
Ι. ΚΑΡΔΑΣΗΣ