Αρχείο

Archive for the ‘AΞΙΟΛΟΓΑ’ Category

ΠΑΥΛΟΣ ΦΩΤΙΟΥ- Ο τέως Ραββίνος της Ισραηλινής Κοινότητας της Άρτας,που έγινε Ορθόδοξος την Κυριακή της Πεντηκοστής του 1952,.

Ιουνίου 3, 2012 1 Σχολιο

Εβραϊκή συναγωγή στην Άρτα

(Απόσπασμα)

Πρωτοπρεσβυτέρου  Δημητρίου Αθανασίου

εκπαιδευτικού(χημικού)

Ο Χριστός ,«το φως το αληθινόν, το φωτίζον πάντα άνθρωπον ερχόμενον εις τον κόσμον»,συνεχίζει το έργο  της σωτηρίας των ανθρώπων και προσκαλεί ποικιλοτρόπως  στην Ορθόδοξη Εκκλησία πολλούς, που ανετράφησαν μέσα σε κοινότητες ετεροδόξων. Οι περιπτώσεις τους είναι ποικίλες και ομοιάζουν – αν τις συνθέσει κανείς – με ένα πολύχρωμο χαλί από τους θαυμαστούς τρόπους της Θείας Χάριτος και το μυστήριο της ανθρωπίνης καρδιάς.

«Η Χάρις εις πάντας εκκέχυται· ουκ Ιουδαίον, ουκ Έλληνα, ου βάρβαρον, ου Σκύθην, ουκ ελεύθερον, ου δούλον αποστρεφομένη· πάντας ομοίως προσιεμένη (προσεγγίζουσα) και μετά της ίσης τιμής».(Αγ.Ιωάννης Χρυσόστομος)

Υπάρχουν πολλές αιτίες για τις οποίες κάποιος, που ανήκει σε μια ετερόδοξη θρησκευτική ομάδα, έρχεται στην Ορθοδοξία. Αλλά ο πιο σημαντικός παράγων είναι πάντα η παρουσία της Θείας Χάριτος, η οποία δρα κατά ποικίλους τρόπους, αγγίζοντας την ψυχή κάθε ανθρώπου, που είναι δεκτικός φωτισμού, και οδηγώντας τον να αναζητήσει την αλήθεια. Μετά, εκείνος πωλεί ό,τι έχει στην κατοχή του, με σκοπό να αποκτήσει τον «πολύτιμο μαργαρίτη», την Ορθόδοξη πίστη μας.

Στους περισσότερους ανθρώπους που προσέρχονται στην Ορθοδοξία , διακρίνομε τα ιδιάζοντα χαρακτηριστικά εκείνα, που απαντώνται σε όσους έλαβαν το δώρο της μετανοίας. Αυτά είναι:

α.η «συντετριμμένη και τεταπεινωμένη καρδία»

β. μία ειλημένη απόφαση  να βρει κανείς οπωσδήποτε την αλήθεια ανεξαρτήτως κόστους.

γ.ένα ταπεινό φρόνημα, που του επιτρέπει να δει την ζωή από μια άλλη οπτική γωνία

δ.μια διάθεση  να κάνει συγκρίσεις μεταξύ εκείνου που είχε και αυτού που ανακαλύπτει.

ε. και τελικά, μια σταθερή απόφαση να αλλάξει ζωή.

Στην ομάδα των ανθρώπων εκείνων, που μετά από έρευνα πολλών ετών απαρνήθηκε τον Ιουδαισμό και βαπτίσθηκε Ορθόδοξος χριστιανός ήταν ο Παύλος Φωτίου, πρώην ραββίνος της Εβραικής κοινότητας της Άρτας

Όντως υπήρξε ένας σύγχρονος ομολογητής, ο οποίος κοιμήθηκε στα μέσα της δεκαετίας του 1980.

Ιστορικά στοιχεία για την Εβραική κοινότητα της Άρτας.

-Η Εβραική κοινότητα της Άρτας, ιστορικά, υπήρξε από τις παλιότερες της Ελλάδος. Πρώτες πληροφορίες γι’ αυτή υπάρχουν στο « ΟΔΟΙΠΟΡΙΚΟ» του Ισπανού περιηγητή Ραββίνου Βενιαμίν μπέν Γιονά. Αυτός αναφέρει ότι το 1173 υπήρχαν στην Αρτα 100 Εβραικές οικογένειες, που ανέπτυσσαν θαυμαστή πνευματική και θρησκευτική δραστηριότητα. Η δραστηριότητα αυτή εντάθηκε την εποχή του « Δεσποτάτου της Ηπείρου», κατά την οποία ο Μιχαήλ Β΄Αγγελοκομνηνοδούκας και η Αγία Θεοδώρα παραχώρησαν στους Εβραίους ελευθερίες, ώστε να αναπτυχθούν στον οικονομικό και πολιτιστικό τομέα. Την ίδια περίοδο χτίστηκε η πρώτη Συναγωγή(Γκρέκα) και λειτούργησε το Εβραικό νεκροταφείο στην θέση « Πετροβούνι», στον λόφο της Περάνθης, σε μια έκταση δέκα στρεμμάτων, που παραχωρήθηκε από την Αγία Θεοδώρα.

-Το 1349 μ.Χ οι Εβραίοι διώκονται από τον Σέρβο Στέφανο Ντουσάν, ο οποίος κατέλαβε όλη την Β.Δ. Ελλαδα και Θεσσαλία και πήρε την προσωνυμία « Δεσπότης της Αρτας και κόμης της Βλαχίας».

-Το 1480-1494, η κοινότητα ενισχύεται πληθυσμιακά από την εγκατάσταση Εβραίων από την Απουλία και την Καλαβρία, καθώς και από τους Εβραίους της Ισπανίας, που εξορίσθησαν.

-Το 1780, στην Άρτα υπήρχαν  200 Εβραίοι, σύμφωνα με τα στοιχεία του Γάλλου αρχιτέκτονα –μηχανικού Φουσερό, που επισκέφθηκε την Άρτα.

-Το 1806, ο Γάλλος πρόξενος Μπουκεβίλ,γράφει για την ύπαρξη χιλίων Εβραίων στην πόλη.

-Το 1881, μετά την απελευθέρωση της Άρτας(23/6/1881), υπήρχαν 800 Εβραίοι με θρησκευτική και οικονομική ελευθερία.

-Το 1939, η κοινότητα αριθμούσε 500 μέλη, που ζούσαν στο κέντρο της πόλης, στο Τουρκοπάζαρο κοντά στο φρούριο .

-Στις 24 Μαίου 1944, Γερμανοί συλλαμβάνουν τα περισσότερα μέλη της Εβραικής Κοινότητας, που τότε αριθμούσε 384 άτομα. Οι αιχμάλωτοι οδηγούνται γυμνοί και ανυπόδητοι στα στρατόπεδα συγκέντρωσης της Πολωνίας και της Γερμανίας, κυρίως στο Άουσβιτς. Από εκεί, όσοι θεωρήθηκαν ικανοί για εργασία, μεταφέρθηκαν σε στρατόπεδα εργασίας,ενώ οι άλλοι θανατώθηκαν την 11η Απριλίου σε θαλάμους αερίων.

-Μεταπολεμικά, η κοινότητα αριθμεί 60 άτομα, από τα οποία 24 είχαν επανέλθει από την ομηρία.

-Το 1959, η κοινότητα διαλύθηκε.Οι συνθήκες, που επικράτησαν στην Αρτα μετά τον Β Παγκόσμιο πόλεμο και η δημιουργία του κράτους του Ισραήλ συνετέλεσαν στην αποχώρηση και των τελευταίων Εβραικών οικογενειών από την Άρτα.

.Η Θρησκευτική ζωή

Η κοινότητα είχε δύο συναγωγές. Την « Πουλιέζα» και την «Γκρέκα». Η Συναγωγή « Γκρέκα» δημιουργήθηκε στην εποχή του « Δεσποτάτου της Ηπείρου», αφού, όπως αναφέραμε η Αγία Θεοδώρα και ο σύζυγός της Μιχαήλ Β΄Αγγελος-Κομνηνός είχαν παραχωρήσει και θρησκευτική ελευθερία στους Εβραίους.

Η δεύτερη Συναγωγή « Πουλιέζα», ιδρύθηκε το 1492 από τους Εβραίους που εξορίσθησαν από την Ισπανία.

Οι Εβραίοι της Άρτας ήταν βαθιά θρησκευόμενοι, όπως γράφεται σε σχόλιο της εφημερίδας « Μη Χάνεσαι» το 1881.

«….Εις  Άρταν εκτός των Χριστιανών οικούσι σταθερώς πλείστοι Ισραηλίται, προθύμως και πιστώς εκπληρούντες πάσας τας υπό των νόμων πηγαζούσας δια τους πολίτας υποχρεώσεις. Εις τας Συναγωγάς αυτών, διέκρινα προσευχομένους ευζώνους, κομψώς και αρειμανίως φέροντας φουστανέλλαν. Ήσαν Ιουδαίοι στρατιώται…..».

Μετά την διάλυση της κοινότητας το 1959 το οικόπεδο της συναγωγής παραχωρήθηκε στον Μ/Φ Σύλλογο «ΣΚΟΥΦΑΣ», όπου εκεί στεγάζεται σήμερα το Πνευματικό Κέντρο του συλλόγου.

Η Συναγωγή Γκρέκα

Μια συγκλονιστική μαρτυρία

«Τον Παύλο Φωτίου, είχα γνωρίσει σε χώρους και περιβάλλοντα ιερών ναών και κηρυγμάτων στην Αθήνα  και κατ΄επανάληψη σε συζητήσεις τον είχα ακούσει να κάνει λόγο για την στροφή του από την εβραική θρησκεία στην Ορθόδοξη Χριστιανική πίστη.Όταν μιλούσε τον ακούγαμε με δέος και συγκίνηση και του κάναμε σχετικές ερωτήσεις. Ζούσε έντονα τη μυστηριακή ζωή της Εκκλησίας. Η μορφή του, η φυσιογνωμία του, απέπνεε σεβασμό, «μύριζε » λιβάνι. Θα αναφέρω ένα συγκεκριμένο περιστατικό από την γνωριμία μου με τον Παύλο Φωτίου, του οποίου υπήρξα αυτόπτης μάρτυς. Απ΄ό,τι μπορώ να θυμηθώ συνέβη μεταξύ των ετών 1960-1962-στην Αθήνα.

Ήταν Μεγάλη Πέμπτη βράδυ και βρεθήκαμε σε ναό των Αθηνών για την ακολουθία των Σεπτών Παθών. Λαϊκός τότε ευρισκόμουν παραπλεύρως του Παύλου Φωτίου, πλησίον του τέμπλου και πρό των εικόνων Χριστού και Προδρόμου.Όταν ο καλλίφωνος ιερέας διάβασε  την ευαγγελική περικοπή:«λαβών ύδωρ(ο Πιλάτος)  απενίψατο τας χείρας απέναντι του όχλου λέγων ¨αθώος ειμί από του αίματος του δικαίου τούτου υμείς όψεσθε,  και αποκριθείς πάς ο λαός είπε το αίμα αυτού εφ΄ημάς και επί τα τέκνα ημών (δηλ.τους απογόνους τους).» (Ματθ.κζ 24-25), ο Παύλος Φωτίου έπεσε απότομα στο έδαφος λιπόθυμος. Και ενώ ο ιερεας συνέχιζε την ανάγνωση, τον μεταφέραμε στο ιερό. Tον είδε αμέσως γιατρός που υπήρχε στο εκκλησίασμα του έκανε τα πρόχειρα και απαραίτητα και σε λίγο συνήλθε και δεν θέλησε να φύγει πριν τελειώσει η ακολουθία. Βέβαια, ο όγκος του εκκλησιάσματος  που λίγο –πολύ πήρε είδηση, νόμιζε ότι από την ορθοστασία λιποθύμησε. Λίγοι γνωρίζαμε  γιατί αυτό συνέβη εκείνη την στιγμή που άκουσε τον τρομερό αυτό ευαγγελικό λόγο. Μέ άλλα λόγια μίλησαν μέσα του εκείνα τα λόγια, τον άγγιξαν απόλυτα, έζησε ύστερα από δύο χιλιάδες χρόνια την τότε άφρονη ομολογία των τότε πατριωτών του Εβραίων…. Η καρδιά του επιστρέψαντος, ως απολωλότος στον πραγματικό Μεσσία Χριστό, ράγισε και κατάλαβε το φρικτό έγκλημα της Ιστορίας που συνέβη στον Γολγοθά …..»

(Αρχιμανδρίτης Νεκτάριος Ζιόμπολας)

Η ΕΠΙΣΤΡ ΟΦΗ ΣΤΟΝ ΧΡΙΣΤΟ.

 Αλλά ας δώσουμε τον λόγο στον πρώην ραββίνο  τον «επιστρέψαντα εκ της πλάνης» στην πίστη του Χριστού, αντλώντας στοιχεία από  το μικρό βιβλιο του « Η επιστροφή μου εις Χριστόν»

« Ίσως σας είναι γνωστό από τις εφημερίδες το μεγαλο  γεγονός που συνέβη προ δεκαετίας, χάριτι Κυρίου, σε  μένα  και την οικογένειά μου, ίσως όμως και όχι. Πρόκειται για  την επιστροφή μου στο Χριστό και της βάπτισής μου κατά την εορτή της Πεντηκοστής το έτος 1952 στην Ιερά  Μητρόπολη  της Άρτας, τόσον εμού, όσο και ολόκληρης  της οικογενείας μου. Για  μένα  και την οικογένειά μου τούτο αποτελεί μεγαλο  σταθμό στη ζωή μας, γι’αυτό πάντα ευχαριστούμε τον Θεό, δια Ιησού Χριστού του Υιού Αυτού και Θεού ημών, για την Χάρη και την τιμή όπου έκαμε σε  μας, ώστε να μας καλέση με τον τρόπον Του στη  σωτηρία. Η ευγνωμοσύνη μας προς Αυτόν όπως  και η υπόχρέωσίς μας προς τους συνανθρώπους μας είναι μεγάλη, κατ’εξοχήν δε στους αδελφούς μας Ισραηλίτες, οι οποίοι παρερμηνεύοντας τις Αγίες Γραφές απορρίπτουν με πείσμα  και μίσος τον ήδη ελθόντα Μεσσία  Χριστό. Αυτόν που  οι πατέρες μας  παρέδωσαν σε κρίμα θανάτου και ο Πατέρας Του  τον  ανέστησε  την τρίτη ημέρα εκ νεκρών κατά τας Γραφάς. Μάλιστα, ιδιαιτέρως  και κατ’εξαίρεση γι’αυτούς γράφω το βιβλιαράκι αυτό, για να διευκολύνω αυτούς με την βοήθεια  των Αγίων Γραφών μήπως θελήσουν και επιστρέψουν και δεχθούν σαν  Σωτήρας τους τον Ιησού, ο οποίος  πλέον πρόκειται  να έλθει  όχι  για να σώση αλλά για να κρίνη ζώντας και νεκρούς.»


Εμφανίσεις του Κυρίου προς φωτισμό μου.

Πρώτη εμφάνιση του Κυρίου

Ήταν η  περίοδος του Τριωδίου, συγκεκριμένα η δεύτερη εβδομάδα του Ασώτου, εποχή  που ο Θεός μας καλεί να μετανοήσουμε και να νηστεύσουμε, για να γιορτάσουμε τα φρικτά Του Πάθη και την Σταύρωσή του. Τότε λοιπόν είδα στον ύπνο μου τα εξής. Είδα ότι έκαμνα τον Εσπερινό του Σαββάτου  και ενώ μελετούσα την Πεντάτευχο από την περγαμηνή, στην περικοπή της Εξοδου από την Αίγυπτο, βλέπω εκεί μέσα τρείς ελληνικές λέξεις με χρυσή μελάνη που έλεγαν.”Πίστις ελευθερία πατρίς”.

Γυρίζοντας την επόμενη σελίδα βλέπω πως βρισκόμουνα σ’ένα μεγάλο οίκημα και στην πύλη στέκονταν δύο στρατιώτες.

Εκείνη την στιγμή παρουσιάσθηκε ο Κύριος ημών Ιησούς Χριστός. Κτυπά την πύλη ο Κύριος και αμέσως κατεβαίνω και του ανοίγω. Μπαίνοντας μέσα ο Χριστός έβγαλε από την τσέπη του μια φωτογραφία με 360 πρόσωπα και μου την έδωσε. Αφού όμως εγώ δεν μπορούσα να εννοήσω την ερμηνεία της φωτογραφίας αυτής, μου λέγει. “Τόσοι φύγατε όμηροι και τόσοι γυρίσατε από την Άρτα, 360. Είναι καιρός να μετανοήσετε για την αμαρτία των πατέρων σας, που ήταν η Σταυρωσις μου”. Στην συνέχεια μου έδειξε τις τρύπες των χεριών Του. Και αφού με φώτισε για την ερμηνεία του 26ου  κεφαλαίου του Λευιτικού, έγινε άφαντος…

Δεύτερη εμφάνιση του Κυρίου.

Μετά από δύο μήνες και αφού συνέχισα την μελέτη διαφόρων βιβλίων της Ορθοδόξου Εκκλησίας και παρακολουθούσα τις θείες Λειτουργίες, φθάσαμε στην Μεγάλη Πέμπτη. Το βράδυ της Μ.Πεμπτης έπεσα για ύπνο πολύ στεναχωρημένος, εξ αιτίας αυτών που είχα ακούσει στην Εκκλησία. Και είδα για δεύτερη φορά τον Χριστό ως εξής.

Είδα ότι ήμουν μαζί με την οικογένειά μου, που εξοντώθηκε στην Γερμανία και τρώγαμε όλοι μαζί στο διάδρομο του σπιτιού μου. Σε μια στιγμή κτύπησε η πόρτα του σπιτιού και μπήκε ο ταχυδρομικός διανομέας της Άρτας και μου έδωσε ένα γράμμα. Άνοιξα το γράμμα και είδα μέσα την φωτογραφία που μου έδωσε την πρώτη φορά ο Κύριος καθώς και μια παραίτηση από Ραβίνο της Εβραικής Κοινότητας. Και πάλι έμεινα εκστατικός με την φωτογραφία των 360 ατόμων. Τότε ακούστηκε μια άγνωστη φωνή μέσα από το σπίτι, που μου είπε: «Τόσοι φύγατε και τόσοι γυρίσατε. Είναι καιρός να μην ακούσεις κανένα. Πάρε την οικογένειά σου και έλα μαζί μου, η αμαρτία των πατέρων σας, σας παιδεύει. Μετανόησε και έλα μαζί μου για να σωθείς».

Από εκείνη την στιγμή η πίστη μου θερμάνθηκε ακόμα περισσότερο και ανακοίνωσα αυτό στην οικογένειά μου προτρέποντας αυτή να πάμε το συντομώτερο στον Μητροπολίτη κ.κ.Σεραφείμ για κατήχηση και βάπτιση. Ξημερώνοντας όμως πληροφορήθηκα από κάποιο φίλο μου ότι οι τότε αδελφοί μου Ισραηλίτες είχαν καταστρώσει σχέδιο να με κάνουν αποσυνάγωγο, αν πήγαινα στην Συναγωγή το Σάββατο, σαν άλλοι Γραμματείς και Φαρισαίοι επί των ημερών Κυρίου. Απέφυγα λοιπόν αυτό και την Τρίτη μέρα του Πασχα πήγαμε οικογενειακά στην Μητρόπολη για Κατήχηση δίνοντας υπόσχεση στον Σεβασμιώτατο ότι θα τον ειδοποιήσουμε δέκα μέρες πριν την βάπτισή μας.

Τρίτη εμφάνιση του Κυρίου.

Πέρασαν  40 μέρες από το Πάσχα και την παραμονή της Αναλήψεως το βράδυ, που γιορτάζεται η Πεντηκοστή των  Ισραηλιτών, είχαμε την συνήθεια να διανυκτερεύομε σε διάφορα σπίτια από είκοσι και πλέον άτομα το καθένα και να μελετάμε την παράδοση του Μωσαικού Νόμου στο Σινά. Εκείνη την νύκτα, μαζί με την οικογένειά μου μελετούσαμε ένα βιβλίο που είχε τον διάλογο του Αγίου Γρηγορίου Αρχιεπισκόπου με ένα Ραββίνο που λεγόταν Ερβάν, τους οποίους είχε καλέσει κάποιος βασιλιάς της Αιθιοπίας για να συζητήσουν για τον Χριστό. Ο  Αρχιραββίνος ζήτησε 40 μέρες προθεσμία για να μελετήσει την Αγία Γραφή και μετά να συζητήσουν. Μετά το τέλος της προθεσμίας  παρουσιάσθηκε και  συζήτησε  για τρία μερόνυκτα με 70 διδασκάλους. Τελικά οι Ισραηλίτες είπαν ότι θα πίστευαν με την προϋπόθεση να φανερώνόταν και σ΄αυτούς ο Κύριος, πράγμα που έγινε. Αλλά λόγω της ολιγοπιστίας των Ιουδαίων μόλις φανερώθηκε σε αυτούς ο Κύριος «κεκλεισμένων των θυρών» (που κατήλθε σε νεφέλη εντός του δωματίου) προσευχήθηκε ο Αρχιεπίσκοπος και τυφλώθηκαν. Στην συνέχεια, ενώ ήταν τυφλοί, τους προέτρεψε ο Αρχιεπίσκοπος να βαπτισθούν. Μετά το Βάπτισμα άνοιξαν τα μάτια της ψυχής των και πίστευσαν στον Σωτήρα της ανθρωπότητας Χριστό μαζί με τον Βασιλιά τους  και τους αυλικούς, συνολικά 1500 άτομα περίπου της πόλεως. Ήταν  μεσάνυχτα, όταν μελετούσα αυτά, και ακούω τρία κτυπήματα στην οροφή του σπιτιού μου και έντρομος έκλεισα το βιβλίο  και ξάπλωσα. Στην συνέχεια άκουσα να κτυπά η θύρα του δωματίου και να μπαίνει μέσα ο Κύριος ημών Ιησούς Χριστός, βαστάζοντας στο χέρι Του ένα κομμάτι βαμβάκι αλειμμένο με λάδι και μ’ αυτό με έχρισε στο πρόσωπο σταυροειδώς και μου είπε. «Παύλε ,Παύλε, από αύριο θα είσαι δικός μου. Όποιος παρουσιασθεί, μη κλονισθείς, εγώ θα είμαι μέσα σου». Αμέσως σηκώθηκα και ανέφερα στην γυναίκα μου το συμβάν και είπα σε  όλα μέλη της οικογένειάς μου  να προσέξουν και να μην κλονισθούν ή δελεασθούν από τυχόν προσφερόμενα χρήματα, όσα και αν είναι αυτά, πράγμα που δυστυχώς έγινε την επόμενη.

Η προσπάθεια χρηματισμού.

Την επόμενη μέρα, πρώτη ημέρα της Ιουδαικής Πεντηκοστής, μου παρουσιάστηκε ολόκληρο το Συμβούλιο της Κοινότητας στο σπίτι μου γύρω στις έντεκα το πρωί, για να με μεταπείσουν προσφέροντας υπέρογκα ποσά. Αυτό έπραξαν και οι καταφθάσαντες από την Κέρκυρα συγγενείς μου. Αλλά εγώ προειδοποιημένος από τον Κύριό μου έμεινα ακλόνητος,  μαζί με την οικογένειά μου, στην μελλοντική ορθή πίστη, με το βάπτισμά μου στο όνομα της τρισυποστάτου Θεότητας του Πατρός και του Υιού και του Αγίου Πνεύματος.

Η 8Η Ιουνίου 1952

Την επομένη ειδοποίησα τον Σεβασμιώτατο Μητροπολίτη Άρτας κ.κ.Σεραφείμ  να μας βαπτίσει. Έτσι την Κυριακή   8η Ιουνίου 1952, ημέρα της Πεντηκοστής για την Ορθόδοξη Εκκλησία, και ώρα 12ην μεσημβρινή έγινε η βάπτισή μου καθώς και των τριών μελών της οικογένειάς μου ενώπιον του Κλήρου και των Αρχών της πόλεως και πλήθους κόσμου, που υπολογιζόταν πάνω από τρείς χιλιαδες.

Επιστολή Παύλου Φωτίου, τέως Ραββίνου εξ’ Άρτης, προς τους Ραββίνους και Άρχοντας του Ισραήλ.

«Και οι καταλειφθέντες αφ’ υμών καταφθαρήσονται διά τας αμαρτίας αυτών, και διά τάς αμαρτίας των πατέρων αυτών, εν τη γή των εχθρών αυτών τακήσονται, και εξαγορεύουσι τας αμαρτίας αυτών και τας αμαρτίας των πατέρων αυτών, ότι παρέβησαν και υπερείδον με και ότι επορεύθησαν εναντίον μου πλάγιοι» (Λευτ. κστ’ 39-40).  Αγαπητοί μου Ιουδαίοι,  Ιδού η απορία της καθημερινής μας καταστροφής μέχρι και των Γερμανών που μας πήραν δυστυχώς και μας εκμηδένισαν χάρις της αμαρτίας των πατέρων μας που διεστρεύλωσαν την ερμηνείαν της Αγ. Γραφής και εσταύρωσαν τον Μεσσίαν Χριστόν αναιτίως και την αμαρτίαν της σταυρώσεως την έρριψαν επάνω μας, όταν είπον οι μανιώδεις Φαρισαίοι έμπροσθεν του Πιλάτου: «Το άιμα αυτού εφ’ ημάς και επί τα τέκνα ημών» (Ματθ. Κζ’ 25) και εσυμπλήρωσεν ο υπόλοιπος όχλος λέγων «αμήν» και έκτοτε καταδιωκόμεθα.

Διατί, αγαπητοί μου, δεν παραδέχεσθε την ύπαρξιν του Σωτήρος, προ πάντων των αιώνων, ως γράφει η τρίτη λέξις της Βίβλου της Γεννήσεως εις τον πληθυντικόν αριθμόν, δηλαδή, «Μπερεσίθ μπαρά ελοϊμ;» Τίνος είπεν ο Θεός «ποιήσωμεν άνθρωπον κατ’ εικόνα ημετέραν και καθ’ ομοίωσιν;» (Γένεσις ά 26). Μελετήσατε ποτέ την ευχήν, ην έδωσεν ο Πατριάρχης Ιακώβ είς τον υιόν του Ιούδαν; Δεν είπε: «Δεν θέλει εκλείψει εκ μέσου των ποδών αυτού, εως ου έλθη ο Σηλώ και εις αυτόν θέλει είσθαι η υπακοή των λαών;» (Γεν. μθ’ 9-10). Ποίος ήτο ο Σηλώ;

Μελετήσατε, αγαπητοί, και παραδεχθήτε την υιοθεσίαν του Κυρίου ημών Ιησού Χριστού παρά του Θεού, διότι ο ψαλμός λέγει: «Υιός μου εί σύ, εγώ σήμερον γεγέννηκά σε» (Ψαλ. Β’7). Παραδεχθείτε την προσευχήν που προφητεύει ο Δαϋιδ λέγων : «Ο Θεός, ο Θεός μου, πρόσχες μοι, ίνα τι εγκατέλιπές με;» (Ψαλ. Κβ’ 1) και που τον αναφέρουν οι Ευαγγελισταί ότι την είπεν ο Χριστός επί του Σταυρού: «Ηλί ηλί λιμά σαβαχθανί; Τούτ’ έστι, Θεέ μου Θεέ μου, ινα τι με εγκατέλιπες;» (Ματθ. Κζ΄46, Μάρκος ιε’ 34-35). Παραδεχθήτε το «ώρυξαν χείρας μου και πόδας» (Ψαλ. Κβ’ 17), το Διεμερίσαντο τα ιμάτια μου εαυτοίς, και επί τον ιματισμόν μου έβαλον κλήρον» (Ψαλ. Κβ’19), το «Έδωκαν εις το βρώμα μου χολήν, και εις την δίψαν μου επότισαν όξος» (Ψαλ. Ξθ’ 22), τα οποία όλα επραγματοποιήθησαν επί του Σωτήρος Χριστού, ως μας γράφουν οι Ιεροί Ευαγγελισταί: «Και ελθόντες εις τόπον λεγόμενον Γολγοθά, ο έστι λεγόμενος κρανίου τόπος, έδωκαν αυτώ πιείν όξος μετά χολής μεμιγμένον και γευσάμενος ούκ ήθελε πιείν. Σταυρώσαντες δε αυτόν διεμερίσαντο τα ιμάτια αυτού βάλλοντες κλήρον» (Ματθ. Κζ’ 35, Μάρκος ιε’, Λουκάς κγ’, Ιωαννής ιθ’ 23,37, κ’25).

Παραδεχθείτε, αγαπητοί, την πώλησιν Αυτού υπό του Ιούδα αντί 30 αργυρίων ην είχεν προφητεύσει ο Ζαχαρίας λέγων: «Και έστησαν τον μισθόν μου τριάκοντα αργύρια. Και είπε ο Κύριος προς με, ρίψον αυτά εις τον κεραμέα, την έντιμον τιμήν με την οποίαν ετιμήθημ υπ’ αυτών. Και έλαβον τα τριάκοντα αργύρια, και έρριψαν αυτά εν τω οίκω του Κυρίου εις τον κεραμέα» (Ζαχαρίας ια’ 12-13) και την οποίαν μας γράφουν οι ιεροί Ευαγγελισταί ότι επραγματοποιήθη εν τω προσώπω του Ιησού ως εξής: «Τότε πορευθείς εις των δώδεκα, ο λεγόμενος Ιούδας Ισκαριώτης, προς τους αρχιερείς είπε: τι θέλετε μοι δούναι, και εγώ υμίν παραδώσω αυτόν; Οι δε έστησαν αυτώ τριάκοντα αργύρια, και από τότε εζήτει ευκαιρίαν ινά αυτόν παραδώ» (Ματθ. Κστ΄ 15-16) βλ. και (πραξ. Ά 15-20).

Παραδεχθήτε το, «Ιδού η παρθένος εν γαστρί λήψεται και τέξεται υιόν και καλέσεις το όνομα αυτού Εμμανουήλ» που αναφέρει ο Προφήτης Ησαϊας εις το (ζ’ 14), και το οποίον επραγματοποιήθη εν τω Χρηστώ ως βλέπομεν είς τον (Ματθαίον ά 18-23). Διατί λοιπόν μένετε σκληροκάρδιοι, αμετανόητοι και αρνηταί της Αγίας Γραφής, του βιβλίου της αληθείας και της αθανάτου ζωής;

Μελετήσατε τέλος περί της τελευταίας καταστροφής μας παρά των Γερμανών είς το τελευταίον κεφάλαιον του Μαλαχίου το οποίον περιληπτικώς λέγει τα εξής: «Ο λαός μου θα πή τι όφελος εις ημάς που πηγαίνουμεν με τον Θεόν; Ημείς βλέπομεν τα έθνη και μακαρίζουμεν αυτά». Ο έχων λοιπόν ζήλον δια να ξυπνήσει το πνεύμα του εις τον Χριστόν ας μελετήσει αυτό το κεφάλαιο και θα ιδή ότι αυτό το είπαμε ημείς όταν το 1938 έγινε το παγκόσμιο συμβούλιο των Ισραηλιτικών Κοινοτήτων που απεφάσισαν να μην εργάζονται πλέον πέντε ημέρες την εβδομάδα άλλα έξ, και τοιουτοτρόπως καταργήσαμεν το Σάββατο.

Το αποτέλεσμα ποίο ήτο; Να κηρυχθεί ο πόλεμος με την Γερμανίαν και να μας πάρουν εις την πατρίδα τους και να μας κάνουν στάκτη.

Τέλος, αγαπητοί μου, βλέπομεν είς την εβραϊκήν γλώσσαν μίαν λέξιν μεγαλυτέραν εις το γράψιμο από τις άλλες λέξεις και να φωνάζει με δύναμη εις μελωδικόν τόνον. «Ενθυμηθήτε τον Νόμον του Μωϋσέως ως ελάλησα εις όρος Χωρήβ»κλπ. Είναι ανάγκη ο καθείς να μελετήσει λεπτομερέστατα το κεφάλαιον αυτό ως και το 26ον του Λευϊτικοί που γράφει όλες τις καταστροφές των Ιουδαίων διά της ανυπακοής του Νόμου του Θεού, μέχρι που μείναμε άνθρωποι μετρημένοι. Και στο τέλος γράφει ότι οι εναπολειφθέντες θέλητε μετανοήση διά τας αμαρτίας σας και την αμαρτίαν των πατέρων σας. Δεν πιστεύω δε κανείς εξ’ ημών να αρνηθεί και να πεί ότι δεν μείναμε το 10%, δηλαδή από ένας ή δύο από κάθε οικογένεια. Επίστρεψον μας Κύριε και να επιστρέψωμεν. Ανανέωσον τας ημέρας μας ως πρότερον.

Αγαπητοί δεν σας ομιλώ από υλικόν τι συμφέρον, σας ομιλώ διά χάριτος πνεύματος Αγίου το οποίον έλαβον εντός μου διά του Κυρίου ημών Ιησού Χριστού κατά την ημέραν της βαπτίσεώς μου. Σας ομιλώ διά την μετάνοιαν, τόσον υμών όσον και ολοκλήρου της ανθρωπότητας εις τον Κύριον ημών Ιησού Χριστόν, όστις είναι ο Μεσσίας και ο Σωτήρ όλων των μετανοούντων αμαρτωλών, και ούτω να γίνωμεν όλοι μίαν ημέραν μια ποίμνη υπό ένα ποιμένα τον Χριστόν. Αμήν.

Με την εν Χριστώ αγάπην ΠΑΥΛΟΣ ΦΩΤΙΟΥ

(  Περιοδικό «Ο Όσιος Φιλόθεος της Πάρου» Τεύχος 7 Ιανουάριος – Απρίλιος  2003 Εκδόσεις «Ορθόδοξος Κυψέλη» )  .

       

Κατηγορίες:AΞΙΟΛΟΓΑ, MΕΤΑΣΤΡΟΦΕΣ

Η Θεοτόκος στην εικόνα της Πεντηκοστής.Μιά θεολογική διερεύνηση του θέματος.

(Απόσπασμα από το κείμενο του  Leonid Ouspensky – Ἡ εἰκόνα στὸ φῶς τῆς ὀρθόδοξης ἑρμηνείας -Περὶ τῆς Πεντηκοστῆς)

 

…Ἡ εἰκόνα τῆς καθόδου τοῦ Ἁγίου Πνεύματος ἀντιστοιχεῖ πλήρως πρὸς τὰ λειτουργικὰ κείμενα τῆς Πεντηκοστῆς μεταφέροντας ὁλοκληρωμένα τὴν σημασία της· τὸ δογματικὸ περιεχόμενο τῆς εἰκόνας δὲν ἐπιδέχεται κανένα εἶδος ἐπέμβασης, ὅπως αὐτὴ τῆς Παρθένου. Ἡ εἰσαγωγὴ τῆς Θεοτόκου στὸν ἀποστολικὸ κύκλο θὰ ἔθετε τὸ ἐρώτημα: τί σημαίνει ἡ παρουσία Της; Ποιὰ τροποποίηση φέρνει στὴν σημασία τῆς εἰκονογραφίας τῆς Πεντηκοστῆς; Ὑπάρχουν πολλὲς ἐξηγήσεις γιὰ τὴν παρουσία Της· ἂς τὴν δοῦμε καλύτερα.

..O  L. Reau ἐκφράζει τὴν παρακάτω σκέψη: «Μποροῦμε νὰ ἰσχυριστοῦμε ὅτι ἡ Παρθένος σημαίνει, ἐδῶ, ὅ,τι καὶ στὴν Ἀνάληψη· συμβολίζει τὴν Ἐκκλησία. Οἱ ἀπόστολοι σχηματίζουν κύκλο γύρω ἀπὸ τὴν Παρθένο ποὺ προεδρεύει τῆς σύναξης χωρὶς νὰ μετέχει στὸ θαῦμα»(  L᾿ iconographie de l᾿ art chretien, στὸ ἴδιο, σελ. 594.).

Αὐτὸ ὅμως δὲν εἶναι ἀκριβὲς ἀπὸ ὀρθόδοξη ἄποψη: ἡ Θεοτόκος μετέχει τοῦ θαύματος.

Δὲν συμμετέχει στὰ ἄμεσα ἀποτελέσματα καὶ δὲν παίζει κάποιο ἐνεργὸ ρόλο στὸ κήρυγμα καὶ στὰ μυστήρια. Γιὰ ὅ,τι ἀφορᾶ στὸν συμβολισμὸ τῆς Ἐκκλησίας μέσα ἀπὸ τὸ Πρόσωπο τῆς Παρθένου μία ἀνάλογη ἐκτίμηση διατυπώθηκε ἀπὸ τοὺς ὀρθοδόξους στὴν διάρκεια τῆς συζήτησης: «Ἡ Θεοτόκος εἶναι μία εἰκόνα τῆς Ἐκκλησίας, πράγμα ποὺ σημαίνει ὅτι ἡ χάρη τοῦ Ἁγίου Πνεύματος ἀναπαύεται ὄχι μόνο στοὺς δώδεκα ἀλλὰ σ᾿ ὁλόκληρη τὴν Ἐκκλησία»

(  Ἀπολογισμὸς τῆς συνελεύσεως τοῦ Συλλόγου «Εἰκόνα» τῆς 9ης Ὀκτωβρίου 1957, παραγρ.7.).

Αὐτὸς ὁ συλλογισμός, ὅπως καὶ τοῦ L.Reau, συγκροτεῖται βάσει ἀναλογίας μὲ τὴν εἰκόνα τῆς Ἀναλήψεως. Δὲν εἶναι δυνατὸν ὅμως νὰ χαράζεται μὲ τέτοιο μηχανικὸ τρόπο μία ἀναλογία ἀνάμεσα σὲ δυὸ εἰκόνες τῶν ὁποίων ἡ σημασία εἶναι πολὺ διαφορετική. Ἂν κατανοήσουμε μὲ τὸν ἴδιο τρόπο τὴν παρουσία τῆς Παρθένου, ἡ Ἐκκλησία εἰκονίζεται δυὸ φορές: ἀπ᾿ αὐτὴν τὴν ἴδια τὴν Θεοτόκο καὶ ἀπὸ τοὺς δώδεκα ἀποστόλους, ἐκτὸς κι ἂν βλέπει κανεὶς τοὺς ἀποστόλους ὡς ἀντιπροσώπους τῆς ἐκκλησιαστικῆς ἱεραρχίας.

Εἶναι σωστὸ ὅτι ἡ κάθοδος τοῦ Ἁγίου Πνεύματος συντελέσθηκε γιὰ ὅλη τὴν Ἐκκλησία. Οἱ πύρινες γλῶσσες ὅμως τοποθετήθηκαν πάνω σὲ κάθε πρόσωπο ποὺ ἦταν παρὸν κατέβηκαν χωριστὰ γιὰ καθένα μέλος τῆς Ἐκκλησίας, ὅπως καὶ γιὰ τὴν Θεοτόκο ὡς ἀνθρώπινο πρόσωπο. Ὁ ἁγιασμὸς τοῦ Ἁγίου Πνεύματος δὲν δόθηκε σ᾿ ἕνα πρόσωπο μέσῳ ἄλλου, ἀλλὰ ἄμεσα στὸ καθένα ὡς μέλος τῆς Ἐκκλησίας. Γι᾿ αὐτὸ καὶ ἡ κάθοδός Του στὴν Θεοτόκο δὲν μπορεῖ νὰ ἑρμηνευθεῖ ὡς μιὰ κάθοδος στὸ σύνολο τῆς Ἐκκλησίας μέσῳ τοῦ προσώπου Της. Μιὰ προσωποποίηση δὲν θὰ εἶχε κανένα νόημα ἐδῶ. Ἡ Θεοτόκος μπορεῖ νὰ προσωποποιήσει τὴν Ἐκκλησία ὡς δοχεῖον περιέχον τὴν θεότητα ἀλλὰ ὄχι ὡς τὸ σύνολο τῶν ἀνθρώπων ποὺ συνιστοῦν τὸ σῶμα τῆς Ἐκκλησίας. Κανένα συγκεκριμένο πρόσωπο δὲν μπορεῖ νὰ προσωποποιήσει ἕνα ἄλλο, ἢ ἕνα σύνολο ἀνθρώπων. Γενικὰ μποροῦμε νὰ προσωποποιήσουμε ὅ,τι τὰ πρόσωπα ἐκεῖνα ἔχουν κοινό, ὅπως τὴν ἀνθρώπινη φύση, πεπτωκυία πρὶν ἀπὸ τὴν Σάρκωση, καθαγιασμένη μετὰ ἀπ᾿ αὐτήν(*). Ἡ Πεντηκοστὴ εἶναι τὸ δῶρο τῆς ἁγιότητας πάντα μοναδικὸ καὶ προσωπικὸ καὶ ποὺ δὲν ἀντικαθίσταται ἀπὸ κανέναν ἄλλον· ἡ ἁγιότητα τοῦ προσώπου τῆς Θεοτόκου εἶναι μία ἰδιαίτερη περίπτωση καὶ δὲν μπορεῖ νὰ συγκριθεῖ μὲ ἄλλη περίπτωση. Εἶναι ἀλήθεια ὅτι κατὰ τὴν Πεντηκοστή, κατὰ τὴν θέωση δηλαδὴ τοῦ ἀνθρώπου, ἡ Παναγία βρίσκεται πρώτη καὶ ὑψηλότερα ἀπὸ κάθε ἄλλο ἁγιασμένο πιστό. Γιὰ τὸν λόγο αὐτὸ μερικοὶ βλέπουν στὴν ἀπεικόνισή Της στὴν Πεντηκοστὴ τὴν εἰκόνα τοῦ πρώτου ἀνθρώπου ποὺ ἑνώθηκε μὲ τὸν Θεό. Ἂς μὴν ξεχνᾶμε, ὅμως, ὅτι ἡ Ἐκκλησία ἑξαίρεσε ἀπὸ τὴν ἀκολουθία τῆς Πεντηκοστῆς τὸ θέμα τῆς θέωσης μεταφέροντας τὸ σὲ μία ἄλλη ἡμέρα: τὴν πρώτη Κυριακὴ μετὰ τὴν Πεντηκοστή. Ἡ ἡμέρα αὐτὴ ἀφιερώθηκε στὸν ἑορτασμὸ τῶν ἀποτελεσμάτων τῆς Πεντηκοστῆς· μετὰ Πάντων τῶν Ἁγίων ἡ Θεοτόκος τιμᾶται ἰδιαίτερα: «Πρὸ δὲ πάντων καὶ ἐν πᾶσι καὶ μετὰ πάντων τὴν τῶν Ἁγίων Ἁγίαν, τὴν ὑπεραγίαν καὶ αὐτῶν ὑπερσυγκρίτως κρείττονα τῶν ἀγγελικῶν ταγμάτων, τὴν Κυρίαν ἡμῶν καὶ Δέσποιναν Θεοτόκον, Μαρίαν τὴν ἀειπάρθενον» (Συναξάριον τῆς Κυριακῆς τῶν Ἁγίων Πάντων).

Δὲν ὑπάρχουν, ὅπως εἴπαμε, θεολογικὲς μελέτες τῆς εἰκονογραφίας τῆς Πεντηκοστῆς. Βρίσκουμε ὅμως ἀναφορές, ὅπως αὐτὴ τοῦ ἐπισκόπου Κασσιανοῦ καὶ τοῦ M. Spassky.

Ὁ π. Σέργιος Μπουλγκάκωφ δὲν ἀναφέρεται στὴν εἰκονογραφία τῆς Πεντηκοστῆς ἀλλὰ ἐξηγεῖ τὴν παρουσία τῆς Θεοτόκου στὴν ἀποστολικὴ σύναξη. Κατ᾿ αὐτὸν «ἡ Θεοτόκος εἶχε δεχθεῖ τὴν προσωπική της Πεντηκοστὴ κατὰ τὸν Εὐαγγελισμὸ ὅταν τὸ Ἅγιο Πνεῦμα κατῆλθε ἐπ᾿ Αὐτὴν (κατὰ τὴν μαρτυρίαν τῆς εἰκονογραφίας πῆρε μορφὴ περιστερᾶς ὅπως καὶ κατὰ τὴν Βάπτιση) καὶ εἶχε ἤδη προσωπικὰ τέλεια καθαγιασθεῖ καὶ χαριτωθεῖ…», ὅμως «ὄφειλε μ᾿ ὁλόκληρη τὴν ἀνθρωπότητα καὶ τὴν κτίση νὰ δεχθεῖ τὸ Ἅγιο Πνεῦμα τὴν Πεντηκοστή, ποὺ θὰ σήμαινε γιὰ Ἐκείνην τὴν «σωτηρία», δηλαδὴ τὴν κατάργηση τῆς δύναμης τοῦ προπατορικοῦ ἁμαρτήματος σ᾿ ὁλόκληρη τὴν κτίση κι Ἐκείνην προσωπικά.

Ἡ Θεοτόκος ΗΤΑΝ ΠΑΡΟΥΣΑ στὴν σύναξη τῆς Πεντηκοστῆς καὶ ἐδέχθη πύρινη φλόγα γιὰ Ἐκείνην προσωπικὰ καὶ γιὰ ὁλόκληρη τὴν δημιουργία»( «Ὁ σταυρὸς τῆς Θεοτόκου» στὸ Θεολογικὴ Σκέψη, Παρίσι 1942, σελ. 10, ρωσικά.).

Βλέπουμε ἐδῶ μιὰ ἀναλογία ἀνάμεσα σὲ δυὸ γεγονότα θεμελιωδῶς διαφορετικά: τὸν Εὐαγγελισμὸ – τὴν συγκατάθεση καὶ τὴν ὑποδοχὴ τοῦ Θεοῦ ἀπὸ τὴν Παρθένο Μαρία ἐκ μέρους ὁλόκληρης τῆς κτίσης (ὅρος τῆς σωτηρίας μας, διαφορετικὰ ὁ Εὐαγγελισμὸς θὰ σήμαινε μία ἐξατομικευμένη ὑπόθεση) καὶ τὴν Πεντηκοστή, δηλαδὴ τὴν κάθοδο τοῦ Τρίτου Προσώπου τοῦ Θεοῦ πάνω σὲ κάθε ἄνθρωπο, σὲ κάθε μέλος τῆς Ἐκκλησίας. Ἂν ἡ Θεοτόκος συγκεφαλαιώνει ἐδῶ, ὅπως καὶ στὸν Εὐαγγελισμό, ὁλόκληρη τὴν κτίση, γιὰ τὴν ὁποία θὰ λάβαινε τὸ Ἅγιο Πνεῦμα, ἡ κάθοδος τοῦ Παρακλήτου στ᾿ ἄλλα μέλη τῆς Ἐκκλησίας γίνεται ἀκατανόητη(90). Ἀκατανόητα καὶ παράδοξα μοιάζουν ἐπίσης τὸ μυστήριο τοῦ χρίσματος, ἡ ἄσκηση καὶ ἡ προσωπικὴ μαρτυρία τῶν ἁγίων, ἡ ἴδια ἡ ὕπαρξη τῆς Ἐκκλησίας, ἀπὸ τὴν στιγμὴ ποὺ ὁλόκληρη ἡ κτίση ἔχει ἤδη δεχθεῖ τὸ Ἅγιο Πνεῦμα διὰ τοῦ Προσώπου τῆς Παρθένου. Διαπιστώνουμε ἐδῶ μιὰ σύγχυση σ᾿ ὅ,τι χαρακτηρίζει τὴν φύση καὶ σ᾿ ὅτι ἀναφέρεται στὰ πρόσωπα.

Ἂν παραμείνουμε στὴν παραδοσιακὴ σύνθεση τῆς εἰκόνας τῆς Πεντηκοστῆς καὶ εἰσαγάγουμε μόνο τὴν Παρθένο δημιουργεῖται διαφωνία ἀνάμεσα στὴν εἰκόνα καὶ τὴν ἀκολουθία τῆς ἑορτῆς. Ἐπὶ πλέον, ὅποια κι ἂν εἶναι ἡ ἐξήγηση τῆς παρουσίας τῆς Θεοτόκου μέσα στὴν εἰκόνα διπλασιάζει, κάτι ἢ κάποιον: ἂν ποῦμε ὅτι προσωποποιεῖ τὴν κτίση ἢ τὴν ἀντιπροσωπεύει, τότε σὲ τί χρησιμεύει ἡ ἀπεικόνιση τοῦ «Κόσμου»; Ἂν ποῦμε ὅτι δηλώνει τὴν «καινὴ κτίση», τὴν Ἐκκλησία, τότε γιατί νὰ ὑπάρχουν οἱ ἀπόστολοι; Ἡ κάθοδος τοῦ Ἁγίου Πνεύματος συγχρόνως σ᾿ Ἐκείνη ποὺ ἐκπροσωπεῖ τὰ μέλη τῆς Ἐκκλησίας καὶ στὰ μέλη ποῦ ἐκπροσωποῦνται διὰ τῆς παρουσίας Της δὲν εἶναι τὸ ἴδιο ἀκατανόητο;

Γεγονὸς εἶναι ὅτι ἡ εἰκόνα τῆς καθόδου τοῦ Ἁγίου Πνεύματος καὶ τῆς Θεοτόκου εἶναι τόσο πλούσιες ἡ καθεμιὰ ἀπὸ τὸ δικό της περιεχόμενο, ποὺ δὲν μποροῦν νὰ συζευχθοῦν. Μποροῦμε νὰ ποῦμε ὅτι ἡ εἰκόνα τῆς καθόδου τοῦ Ἁγίου Πνεύματος μὲ τὴν παρουσία τῆς Θεοτόκου εἶναι ὄχι μόνο λανθασμένη, ἀλλὰ παύει νὰ εἶναι εἰκόνα τῆς Πεντηκοστῆς. Δὲν εἶναι ζήτημα συνύπαρξης δυὸ εἰκονογραφιῶν τῆς Πεντηκοστῆς μὲ ἢ χωρὶς τὴν Παρθένο.

Τὴν περίοδο παρακμῆς τῆς εἰκονογραφίας, στὰ τέλη τοῦ ΙΣΤ´ καὶ κατὰ τὸν ΙΖ´ αἰώνα, ἄρχισαν στὴν Ρωσία νὰ εἰκονίζουν τὴν Παρθένο στὶς εἰκόνες τῆς Πεντηκοστῆς. Δὲν ἔμειναν ὅμως ἐκεῖ. Ἀπὸ τὴν ἐποχὴ αὐτή, κατὰ τὴν βαθυστόχαστη παρατήρηση ἑνὸς σύγχρονου ἱστορικοῦ τῆς τέχνης, οἱ εἰκονογράφοι «ἀρχίζουν νὰ σκέφτονται». Ἀρχίζοντας λοιπὸν νὰ σκέφτονται, θυμήθηκαν ὅτι ὁ ἀπόστολος Παῦλος ἦταν ἀπὼν ἀπὸ τὴν σύναξη. Τὸν καταργοῦν λοιπόν. Στὴν συνέχεια περιβάλλουν τὴν Θεοτόκο μὲ τὶς μυροφόρες γυναῖκες, ἀφοῦ ἦταν παροῦσες, καὶ προσθέτουν μερικοὺς πιστούς. Ὁ «Κόσμος» καταργεῖται. Σύμφωνα μὲ τὴν περιγραφὴ τῶν Πράξεων ἡ σύνθεση γεμίζει ἀταξία καὶ ποικιλία. Μ᾿ ἄλλα λόγια ἀναπαρέστησαν ὅ,τι ἔβλεπαν ἄνθρωποι ξένοι πρὸς τὴν Ἐκκλησία κι ὄχι αὐτὸ ποὺ βλέπει ἡ Ἐκκλησία, αὐτὸ ἀπὸ τὸ ὁποῖο ζῆ, αὐτὸ στὸ ὁποῖο μᾶς καλεῖ. Ὁλόκληρη ἡ σύνθεση τῆς εἰκόνας ἀποσυντέθηκε στὴν κυριολεξία, χάνοντας τὴν ἁρμονία καὶ τὸν ρυθμό της, μὲ τρόπο ποὺ τὸ ἐκκλησιολογικό της νόημα καὶ τὸ περιεχόμενό της ἐξαφανίσθηκαν. Ἔτσι ἡ εἰκόνα τῆς Πεντηκοστῆς μεταμορφώθηκε σ᾿ ἕνα πίνακα ἱστορικοῦ θέματος φθάνοντας, στὴν καλύτερη περίπτωση, νὰ χρησιμεύει ὡς εἰκονογράφηση τοῦ χωρίου τῶν Πράξεων, ἀλλὰ ἀδυνατώντας πλέον νὰ μεταδώσει τὸ νόημα τῆς ἑορτῆς.

Ἂν παρατηρήσουμε τοὺς σύγχρονους εἰκονογράφους, θὰ δοῦμε ὅτι αὐτοὶ ποὺ εἰσάγουν τὴν Θεοτόκο στὴν εἰκόνα τῆς Πεντηκοστῆς ἀκολουθοῦν τὸν ἴδιο δρόμο σὲ γενικὲς γραμμές. Εἶναι ἀδύνατο νὰ μὴ διακρίνουμε μία λογικὴ συνέπεια. Ἡ εἰσαγωγὴ τῆς Θεοτόκου ὁδηγεῖ στὴν τροποποίηση ὁλόκληρης τῆς σύνθεσης τῆς ἑορτῆς καὶ στὴν ἐξαφάνιση τοῦ δογματικοῦ της χαρακτήρα καθὼς καὶ τοῦ πλούτου τοῦ περιεχομένου της. Λογικὴ ἀναγκαιότητα ἀπαιτεῖ τὴν κατάργηση τοῦ «Κόσμου» κι ἡ εἰκόνα ἀπὸ τριαδολογικὴ γίνεται εἰκόνα τῆς Θεοτόκου, τῆς παράστασής Της ἀνάμεσα στοὺς ἀποστόλους παρόμοια μ᾿ ἐκείνη τοῦ Χριστοῦ ἀνάμεσα στοὺς ἀποστόλους.

Ἡ συζήτηση γύρω ἀπ᾿ αὐτὸ τὸ θέμα εἶναι ἐνδεικτική. Δείχνει ὅτι οἱ πιστοὶ ξέχασαν σιγὰ σιγὰ τὸ δογματικὸ περιεχόμενο τῆς εἰκόνας γιὰ νὰ καταλήξουν σ᾿ ἕναν ἀδογμάτιστο συναισθηματισμό, ποὺ χαρακτηρίζει τὴν ἐποχή μας καὶ δὲν ἀναπαύεται παρὰ στὰ θρησκευτικὰ «συναισθήματα» καὶ τὶς ὑποκειμενικὲς καταστάσεις τῆς ψυχῆς. Ἡ ἀπουσία τῆς Θεοτόκου ἑρμηνεύθηκε ἀπὸ μερικοὺς ὡς ἔλλειψη σεβασμοῦ πρὸς τὸ Πρόσωπό Της, δηλαδὴ ὡς ἄρνηση τῆς προσκύνησής Της. Στὴν πραγματικότητα ὅμως ἡ παρουσία της στὴν εἰκόνα εἶναι ἕνα δεῖγμα ἀντικατάστασης, τόσο συχνὸ καὶ πολλὲς φορὲς ἀσυνείδητο, τῆς διδασκαλίας τῆς Ἐκκλησίας ἀπὸ τὴν ἀτομικὴ ἑρμηνεία. Στὴν θέση δηλαδὴ τῆς καθολικῆς γνώσης τῆς Ἐκκλησίας ποὺ κατευθύνεται ἀπὸ τὸ Ἅγιο Πνεῦμα, τοποθετοῦμε ἕναν συλλογισμό μας, χωρὶς ἀμφιβολία εὐσεβῆ, ποὺ ὡστόσο δὲν εἶναι παρὰ ἀτομικός.

Γιατί λοιπὸν μία εἰκόνα τῆς καθόδου τοῦ Ἁγίου Πνεύματος παύει νὰ εἶναι εἰκόνα τῆς Πεντηκοστῆς ὅταν εἰσαγάγουμε τὴν Παρθένο; Τὸ ἐρώτημα ἐπανέρχεται καὶ γιὰ τὴν ἀκολουθία τῆς Πεντηκοστῆς, ὅπου ἡ Θεοτόκος δὲν ἀναφέρεται ἀνάμεσα στὰ πρόσωπα καὶ τιμᾶται μόνο μέσα στὰ χριστολογικὰ πλαίσια.

Στὴν Ἀνάληψη, εἴδαμε ὅτι ἡ Παρθένος  εἰκονίζεται γιατί ἡ εἰκόνα τῆς ἑορτῆς αὐτῆς εἶναι εἰκόνα τῆς Ἐκκλησίας καὶ ἡ πληρότητά της βρίσκεται στὸν εἰκονισμὸ τῆς Κεφαλῆς της, τοῦ Ἰησοῦ Χριστοῦ, τῆς Μητρός Του, τῶν ἀποστόλων καὶ τῶν ἀγγέλων. Ἀντίθετα, στὴν εἰκόνα τῆς Πεντηκοστῆς, ποὺ εἶναι ἐπίσης μιὰ εἰκόνα τῆς Ἐκκλησίας, ἡ πληρότητα βρίσκεται ἀκριβῶς στὴν παρουσία μόνο τῶν ἀποστόλων χωρὶς κάποιο πρόσωπο στὴν κεφαλὴ τοῦ κύκλου τους. Ἡ Θεοτόκος εἶναι ἀποῦσα ὄχι γιατί, ἐπαναλαμβάνουμε, δὲν ἦταν στὴν σύναξη, ἀλλὰ γιατί ἡ παρουσία Της δὲν ταιριάζει σὲ ὅ,τι ἡ Ἐκκλησία θέλει νὰ μᾶς ἀποκαλύψει διὰ τῆς εἰκόνος καὶ τῆς Λειτουργίας τῆς Πεντηκοστῆς.

Μέσα στὴν σειρὰ τῶν μεγάλων ἑορτῶν ἡ Πεντηκοστὴ ἔχει μία ἰδιαίτερη σημασία, γιατί πανηγυρίζει τὴν ἀρχὴ τῆς οἰκονομίας τοῦ Τρίτου Προσώπου, τοῦ Ἁγίου Πνεύματος. Στὴν Ἀνάληψη ὁλοκληρώθηκαν τὰ σωματικὰ ἔργα τοῦ Χριστοῦ, «τὰ σωματικὰ τοῦ Χριστοῦ πέρας ἔχει, μᾶλλον δὲ τὰ τῆς σωματικῆς ἐνδημίας»( Ἑλλ. Πατρ. 36, 436 A-C. ).

Τί ἀναφέρεται στὸν Χριστό; ρωτάει. «Ἡ Παρθένος, ἡ γέννηση, ἡ φάτνη…» δηλαδὴ ὅ,τι συνδέεται ἄμεσα μὲ τὴν Μητέρα Του, πρόσωπο ποὺ πραγμάτωσε τὴν Σάρκωση μεταδίδοντας στὸν Χριστὸ τὸν χαρακτήρα τῆς ἀνθρώπινης φύσης μας. Μὲ τὴν Πεντηκοστὴ «ἀρχίζουν τὰ ἔργα τοῦ Πνεύματος» συνεχίζει ὁ ἅγιος Γρηγόριος ὁ Ναζιανζηνός, ἡ ἐπίγεια ὁδὸς τῆς Ἐκκλησίας μέσα στὴν πληρότητα τῆς ζωῆς της, μέσα στὴν Χάρη.

Ἡ Πεντηκοστὴ εἶναι πάνω ἀπ᾿ ὅλα πνευματικὴ γέννηση τοῦ ἀνθρώπου ἐν Ἁγίῳ Πνεύματι. «Ὁ Θεὸς ἔγινε ἄνθρωπος γιὰ νὰ γίνει ὁ ἄνθρωπος Θεός». Κατὰ τὴν ἐνανθρώπηση ὁ Θεὸς γεννᾶται μέσα στὴν σάρκα, γίνεται ἄνθρωπος. Ἀπὸ τὴν Πεντηκοστὴ κι ὕστερα ὁ ἄνθρωπος διὰ τῆς Χάριτος τοῦ Ἁγίου Πνεύματος μπορεῖ νὰ θεωθεῖ. Διὰ τοῦ Ἁγίου Πνεύματος «ὁ Θεὸς Λόγος τοῦ Πατρὸς ἐμβαίνει καὶ εἰς ἡμᾶς», λέει ὁ ἅγιος Συμεὼν ὁ Νέος Θεολόγος, «καθὼς καὶ εἰς τὴν κοιλίαν τῆς Ἀειπαρθένου, τὸν ὁποῖον τὸν δεχόμεθα διδασκόμενοι τὴν εὐσέβειαν καὶ εὑρίσκεται μέσα εἰς ἡμᾶς, ὡσὰν σπόρος… καὶ ἡμεῖς συλλαμβάνομεν αὐτὸν ὄχι σωματικῶς, καθὼς συνέλαβεν αὐτὸν ἡ Παρθένος καὶ Θεοτόκος Μαρία, ἀλλὰ πνευματικῶς μέν, οὐσιωδῶς δέ»( Λόγος Τεσσαρακοστὸς Πέμπτος, στὸ ἴδιο, σελ. 221.).

Μιλώντας στὴν συνέχεια γιὰ τὴν πνευματικὴ γέννηση τοῦ ἀνθρώπου ὁ ἅγιος Συμεὼν ὑπογραμμίζει τὴν διαφορὰ ἀπὸ τὴν ἐν σαρκὶ γέννηση τοῦ Χριστοῦ: «Ὅτι ἄλλη εἶναι ἡ ἔνσαρκος γέννησις τοῦ Θεοῦ Λόγου ὁποὺ ἔγινεν ἀπὸ τὴν Θεοτόκον καὶ ἄλλη ἐκείνη ὅπου γίνεται πνευματικῶς ἀπὸ ἡμᾶς. Διατὶ ἡ σαρκικὴ γέννησις, ὅπου ἐγέννησε τὸν Υἱὸν καὶ Λόγον τοῦ Θεοῦ ὅπου ἐσαρκώθη, ἐγέννησε τὸ μυστήριον τῆς ἀναπλάσεως τοῦ ἀνθρωπίνου γένους, καὶ τὴν σωτηρίαν ὅλου τοῦ κόσμου, ὅπου εἶναι ὁ Κύριος ἡμῶν καὶ Θεὸς Ἰησοῦς Χριστός, ὅπου ἕνωσε μὲ τὸν ἐαυτόν του τὰ χωρισμένα, ἤγουν τὸν Θεὸν καὶ τὸν ἄνθρωπον, καὶ ἐβάστασε τὴν ἁμαρτίαν τοῦ κόσμου. Αὐτὴ δὲ ἡ πνευματικὴ γέννησις ὅπου γεννᾶ πάντοτε μὲ τὴν χάριν τοῦ Ἁγίου Πνεύματος τὸν Λόγον τῆς γνώσεως τοῦ Θεοῦ εἰς τὰς καρδίας μας, τελειώνει τὸ μυστήριον τῆς ἀνακαινουργώσεως τῶν ἀνθρωπίνων ψυχῶν καὶ κάμνει τὴν κοινωνίαν καὶ ἕνωσιν ἡμῶν μὲ τὸν Υἱὸν καὶ Λόγον τοῦ Θεοῦ καὶ Θεὸν»(95). Ἡ κατὰ χάριν «μητρότης» εἶναι ἑπομένως ἕνα καθῆκον προορισμένο γιὰ κάθε ἄνθρωπο. Μέσα σ᾿ αὐτὰ τὰ πλαίσια ἡ Θεοτόκος εἶναι ἕνα ἀνθρώπινο ὃν μοναδικὸ καὶ ξεχωριστό. Κατὰ τὴν Πεντηκοστὴ τὸ Ἅγιο Πνεῦμα δίδεται σ᾿ Ἐκείνην, στὸ Πρόσωπό Της, γιὰ νὰ καταστεῖ τὸ μέσον τῆς θεώσεως Της· ὁ δρόμος ὅμως τῆς ἕνωσής Της μὲ τὸν Χριστὸ εἶναι δρόμος μοναδικός, γιατί, θὰ πεῖ ὁ ἅγιος Συμεών, «ὅτι ἀνίσως ἐκείνη τὸν ἐγέννησε σωματικῶς, ὅμως βεβαιότατα τὸν εἶχεν ὅλον καὶ πνευματικῶς μέσα της, καὶ τὸν ἔχει καὶ τώρα καὶ πάντοτε ὁμοίως ἀχώριστον» (Λόγος Τεσσαρακοστὸς Πέμπτος ). Γιὰ τὸν λόγο αὐτὸ κανένα ἄλλο ἀνθρώπινο πλάσμα δὲν μπορεῖ νὰ τοποθετηθεῖ στὴν ἴδια θέση, ὅποια κι ἂν εἶναι ἡ ἁγιότητά του, ἀκόμα καὶ ἡ ἀποστολική του ἁγιότητα. Ἑπομένως ἡ εἰκόνα τῆς Πεντηκοστῆς εἶναι μία εἰκόνα τῆς Ἐκκλησίας μὲ τὰ μυστήρια της, τὴν διδασκαλία της, τοὺς θεσμούς της, τὴν ἁγιότητά της, δηλαδὴ τὶς δομὲς ποὺ ἡ Ἐκκλησία μᾶς προτείνει.

Ἡ Ἐκκλησία θεμελιώθηκε στὴν διπλὴ ἔλευση τοῦ Λόγου καὶ τοῦ Πνεύματος μέσα στὸν κόσμο. Ὅπως γνωρίζουμε, ἡ οἰκονομία τοῦ Δευτέρου Προσώπου τοῦ Θεοῦ, καθὼς καὶ τοῦ Τρίτου Προσώπου, ἔχει καθεμιὰ τὸν δικό της χαρακτήρα καὶ νόημα. Εἶναι ἀδιαίρετες μεταξύ τους καὶ γι᾿ αὐτὸ στὸν κανόνα τοῦ ὄρθρου τὴν Δευτέρα τοῦ Ἁγίου Πνεύματος ἐπαναλαμβάνουμε τὸν εἱρμὸ τῆς Γέννησης τοῦ Χριστοῦ. Πράγματι στὸ φῶς τοῦ Ἁγίου Πνεύματος μᾶς ἀποκαλύπτεται ἡ Θεότητα τοῦ Χριστοῦ καὶ ἡ Γέννησή Του ὡς γέννηση τοῦ Θεανθρώπου. Οἱ δυὸ αὐτὲς οἰκονομίες δὲν μποροῦν, κατὰ τὸν ἴδιο τρόπο, νὰ ἀναμειχθοῦν. Τὰ λόγια τοῦ ἁγίου Γρηγορίου τοῦ Ναζιανζηνοῦ καὶ τοῦ ἁγίου Συμεῶνος τοῦ Νέου Θεολόγου δείχνουν ξεκάθαρα ὅτι ἡ Ἐκκλησία χαράζει ἀνάμεσά τους ἕνα ὅριο ἀρκετὰ καθαρό. Μήπως δὲν εἶναι γι᾿ αὐτὸ ποὺ στὴν Πεντηκοστὴ ἑξαιρεῖται ἀπὸ τὴν εἰκόνα ὁ χαρακτήρας τῆς ἐν σαρκὶ οἰκονομίας τοῦ Χριστοῦ, δηλαδὴ ἡ Παρθένος, καὶ δὲν παρουσιάζεται ἀνάμεσα στὰ πρόσωπα ποὺ ἔλαβαν τὸ Ἅγιο Πνεῦμα;

Ἡ Θεοτόκος δὲν συνδέθηκε μὲ τὴν οἰκονομία τοῦ Τρίτου Προσώπου τοῦ Θεοῦ, μὲ τὰ «ἔργα τοῦ Πνεύματος», τὸ ἴδιο ἄμεσα, ὅπως ἔγινε μὲ τὴν ἐνανθρώπηση τοῦ Υἱοῦ τοῦ Θεοῦ.

Κατὰ τὴν οἰκονομία τῆς σωτηρίας μας ὁ κυρίαρχος ρόλος Της, δηλαδὴ ὡς συμμετεχούσης στὴν ἀπολύτρωση, εἶναι πέραν τῆς Πεντηκοστῆς. Ὅσον ἀφορᾶ στὴν οἰκονομία τοῦ Ἁγίου Πνεύματος, ὁ πλήρης ἁγιασμὸς τῆς Παρθένου ἀποτελεῖ ἕναν ἀπὸ τοὺς σκοπούς του, ἀναμφίβολα τὸν πρῶτο, ὡστόσο ἡ Παναγία δὲν ἀποτελεῖ ἕνα μέσον τῆς σωτηρίας μας, ὅπως συνέβαινε κατὰ τὴν οἰκονομία τοῦ Λόγου. Δεχόμενη ἡ Θεοτόκος τὸ Ἅγιο Πνεῦμα, ὅπως καὶ οἱ ἄλλοι, δὲν τὸ μεταδίδει σὲ κανέναν, γιατί ἀποτελεῖ τὴν προσωπικὴ δωρεὰ τῆς θέωσής της. Ἡ παρουσία της μέσα στὴν εἰκόνα παριστᾶ μία εἰδικὴ περίπτωση προσωπικῆς θέωσης. Καμμία εἰκόνα, ὅμως, λειτουργικὴ δὲν μπορεῖ νὰ περιορίζεται σὲ μία εἰδικὴ περίπτωση. Γι᾿ αὐτὸ μόνο οἱ ἀπόστολοι εἰκονίζονται, καὶ δὲν πρόκειται στὸ σημεῖο αὐτὸ περὶ ἑνὸς ἀριθμητικοῦ συμβολισμοῦ· ἐπειδὴ οἱ ἀπόστολοι δὲν εἶναι μόνο ἄνθρωποι ποὺ ἔλαβαν τὴν θέωση ἀλλὰ καὶ συνεχιστὲς τοῦ ἔργου τοῦ Χριστοῦ καὶ τῆς Πεντηκοστῆς, εἶναι ἀπαραίτητη μόνο ἡ δική τους παρουσία, γιατί εἶναι οἱ μόνοι ποὺ τελειοποιοῦν ὅσα καθιέρωσε ὁ Χριστός, καὶ μποροῦν νὰ μεταδώσουν τὴν ἐξουσία τους καὶ σ᾿ ἄλλους.

Μέσῳ ἐκείνων ἐξασφαλίζεται ἡ συνεχὴς ἔκχυση τῆς χάρης τοῦ Ἁγίου Πνεύματος, ποὺ ἀρδεύει τὸ σῶμα τῆς Ἐκκλησίας. Δὲν εἶναι ἑπομένως ἐπὶ τῆς Θεοτόκου, ἀλλὰ ἐπὶ τῶν ἀποστόλων θεμελιωμένη ἡ ἐπίγεια Ἐκκλησία· τὰ μυστήρια καὶ τὴν διδασκαλία δὲν τὰ λαμβάνει ἀπὸ τὴν Παναγία ἀλλὰ ἀπὸ τοὺς ἀποστόλους· γι᾿ αὐτὸ καὶ τὸ Πιστεύω χαρακτηρίζει τὴν Ἐκκλησία ὡς «ἀποστολική» κι ὄχι «θεομητορική».

Ἡ παρουσία τῆς Θεοτόκου ἀπαλείφει τὰ ὅρια ἀνάμεσα στὴν οἰκονομία τοῦ Υἱοῦ καὶ τοῦ Πνεύματος. Συγχέει ὅ,τι χαρακτηρίζει τὸ μυστήριο «τῆς ἀναπλάσεως τοῦ ἀνθρωπίνου γένους» μὲ τὸ μυστήριο τῆς «ἀνακαινίσεως τῶν ἀνθρωπίνων ψυχῶν διὰ τῆς χάριτος τοῦ Ἁγίου Πνεύματος»· συγχέει δηλαδὴ ὅ,τι ἀφορᾶ στὴν φύση μὲ ὅ,τι ἀναφέρεται στὰ πρόσωπα. Ἡ Πεντηκοστὴ γίνεται μ᾿ ἄλλα λόγια μία ἁπλὴ συνέχεια τῆς σάρκωσης.

Ἡ Θεοτόκος παίρνει τὴν κεντρικὴ θέση σὲ μία τριαδικὴ εἰκόνα. Βρισκόμαστε μπροστὰ σὲ μιὰ ἀντινομία: ἡ εἰκόνα τῆς Πεντηκοστῆς εἶναι μία καθαρὰ τριαδικὴ εἰκόνα καὶ κατ᾿ αὐτὴν τὴν ἔννοια ξεπερνᾶ τὴν εἰκόνα τῆς Θεοτόκου. Ἡ παρουσία Της καλύπτει τὸ οὐσιαστικὸ στοιχεῖο τῆς εἰκόνας – τὴν Ἁγία Τριάδα. Ὅσο βαθιὰ καὶ ἂν εἶναι ἡ προσκύνηση τῆς Θεοτόκου μέσα στὴν Ὀρθοδοξία δὲν μπορεῖ νὰ ἐπικαλύψει τὴν προσκύνηση τῶν Τριῶν Προσώπων τοῦ Θεοῦ. Ἡ εἰκόνα τῆς Πεντηκοστῆς, ὅπως εἴδαμε, εἶναι καὶ εἰκόνα τῆς Ἐκκλησίας· μᾶς δίνει τοὺς κανόνες τῆς θέωσης τοῦ ἀνθρώπου. Ὑπ᾿ αὐτὴ τὴν ἔννοια εἶναι ὑποδεέστερη τῆς εἰκόνας τῆς Θεοτόκου γιατί ἡ Θεοτόκος ξεπερνᾶ κάθε κανόνα καὶ ἡ παρουσία της ἐδῶ θὰ ἐλαχιστοποιοῦσε τὴν μοναδική της ἀξία. Θέλοντας νὰ τιμήσουμε τὴν Παναγία θὰ καταλήγαμε στὸ ἀντίθετο ἀποτέλεσμα.

Ἡ εἰκόνα τῆς καθόδου τοῦ Ἁγίου Πνεύματος στοὺς ἀποστόλους εἶναι ἡ μόνη εἰκόνα, τὸ ἐπαναλαμβάνουμε, ποὺ ἀναπαριστᾶ ἄμεσα τὴν οἰκονομία τοῦ Τρίτου Προσώπου. Γι᾿ αὐτὸ τὸν λόγο μᾶς δείχνει ὅ,τι χαρακτηρίζει αὐτὴ τὴν οἰκονομία, τὴν συνεχῆ Πεντηκοστὴ μέσα στὴν Ἐκκλησία, διαστέλλοντάς την στὸ ἔπακρο ἀπὸ τὸ ἱστορικὸ γεγονός, σύμφωνα καὶ μὲ τὴν ἀκολουθία τῆς ἑορτῆς. Διὰ τοῦ ἱστορικοῦ γεγονότος καὶ ἀποδεσμευόμενη ἀπὸ τὶς ἰδιαιτερότητές του, ἡ εἰκόνα ἐκφράζει τὰ οὐσιαστικὰ στοιχεῖα τῆς ἀποκάλυψης ποὺ δέχθηκε ὁ κόσμος κατὰ τὴν Πεντηκοστή: δηλαδή, τὴν ἀποκάλυψη τῆς Ἁγίας Τριάδος, καὶ τὴν κατ᾿ εἰκόνα Της μυστηριακὴ ζωὴ τῆς Ἐκκλησίας, μιὰ ζωὴ ποὺ ἐμφορεῖται καὶ καθοδηγεῖται ἀπὸ τὸ Ἅγιο Πνεῦμα.

———————————————————————————————

(*). Ὅπως εἴπαμε στὸ πρῶτο μέρος, ἀντίθετα πρὸς τὶς ὀρθόδοξες εἰκόνες τῆς καθόδου τοῦ Ἁγίου Πνεύματος, ἡ Παρθένος στὶς ρωμαιοκαθολικὲς παραστάσεις τοῦ Μεσαίωνα εἶναι πάντα παροῦσα. Ἕνα ρωμαϊκὸ προσευχητάρι (Missel) (Καθημερινὸ καὶ ἑσπερινὸ Missel, Dom Gaspar Lefevre, ed. Abbaye Saint Andre a Zevenkerken. Lophem-les-Bruges, 1924, σελ. 979) μᾶς δίνει τὴν ἀκόλουθη ἐξήγηση τῆς παρουσίας Της: «Εἶναι ἀπ᾿ αὐτὸ τὸ πνεῦμα, ποὺ θὰ φτάσει διὰ τῶν αἰώνων ἡ θαυμαστὴ δύναμη τῆς ΔΙΔΑΣΚΑΛΙΑΣ καὶ τῆς ΜΥΣΤΙΚΗΣ θεωρίας προσωποποιημένη στὴν Σύναξη ἀπὸ τὸν Πέτρο καὶ τὴν Μαρία. Τὸ Ἅγιο Πνεῦμα ποὺ θὰ ἐμπνεύσει τοὺς τρεῖς συγγραφεῖς βεβαιώνει στὸν Πάπα καὶ τοὺς συγκεντρωμένους γύρω του Ἐπισκόπους τὸ ἀλάθητο τῆς διδασκαλίας ἐπιτρέποντας ἔτσι στὴν διδάσκουσα Ἐκκλησία νὰ συνεχίσει τὴν ἀποστολὴ τοῦ Ἰησοῦ… Τὸ Ἅγιο Πνεῦμα ἀναδεικνύει ἐπίσης πιστὲς ψυχές, ἐκτὸς τῆς ἱεραρχίας, ὅπως τῆς Παρθένου Μαρίας, ποὺ συναινοῦν εὐπειθῶς στὴν καθαγιαστική του ἐνέργεια. Κι αὐτὴ ἡ ἁγιότητα, ποὺ εἶναι ὁ θρίαμβος τῆς ἀγάπης τοῦ Θεοῦ μέσα στὶς καρδιές, ἀποδίδεται ἀκριβῶς στὸ τρίτο πρόσωπο τῆς Ἁγίας Τριάδος ποὺ εἶναι ἡ προσωπικὴ ἀγάπη τοῦ Πατρὸς καὶ τοῦ Υἱοῦ». Ἔτσι ὁ ἀπόστολος Πέτρος προσωποποιεῖ τὴν ἱεραρχία, τὸ ἀλάθητο τῆς διδασκαλίας, τὴν διδάσκουσα Ἐκκλησία καὶ κατ᾿ ἐπέκταση τὴν πρώτη θέση στὴν κεφαλὴ τοῦ ἀποστολικοῦ κύκλου. Ἡ Παρθένος προσωποποιεῖ τὴν ἁγιότητα ἐκτὸς τῆς ἱεραρχίας, τὴν ὑποταγὴ στὸ Ἅγιο Πνεῦμα. Ἀπὸ ὀρθόδοξη ἄποψη δὲν γίνεται παραδεκτὴ οὔτε ἡ διάκριση μεταξὺ δογματικῆς καὶ μυστικῆς πλευρᾶς στὴν πνευματικὴ ζωὴ (βάσει αὐτοῦ τοῦ διαχωρισμοῦ δὲν θὰ καταλήγαμε νὰ ποῦμε ὅτι ὁ ἀπόστολος Πέτρος ἐστερεῖτο μυστικῆς ζωῆς;), οὔτε καὶ ἡ σύλληψη τοῦ Ἁγίου Πνεύματος ὡς «προσωπικῆς ἀγάπης τοῦ Πατρὸς καὶ τοῦ Υἱοῦ». Ἡ ἀνάλυση αὐτοῦ τοῦ ζητήματος ξεφεύγει ἀπὸ τὴν ἔρευνα τοῦ θέματός μας. Ἀκόμα κι ἀπὸ καθολικὴ ἄποψη εἶναι παράξενο ὅτι ἡ Θεοτόκος προσωποποιεῖ τὴν κοινὴ ἁγιότητα τῶν πιστῶν, δηλαδὴ ἀκριβῶς ὅ,τι τὴν διακρίνει ἐξαιτίας τῆς «ἀμώμου συλλήψεώς της». Ἡ ἑνότητά τους πάλι ἱστορημένη δι᾿ ἑνὸς προσώπου μόνο δὲν ἀντιστοιχεῖ στὸ οὐσιαστικὸ θέμα τῆς ἑορτῆς. Στὴν Πεντηκοστὴ ἡ ἐκκλησιαστικὴ ἑνότητα δὲν μπορεῖ νὰ εἶναι παρὰ μία ΠΛΕΙΟ-ΕΝΟΤΗΤΑ κατ᾿ εἰκόνα τῆς τριενότητας τοῦ Θεοῦ. Ἡ ἀντικατάστασή της μὲ μιὰ ἑνότητα ἄλλης τάξης θὰ σήμαινε τὴν ἀλλαγὴ τοῦ ἴδιου τοῦ νοήματος τῆς ἑορτῆς.

Επιμέλεια κειμένου:πρωτοπρεσβύτερος Δημήτριος  Αθανασίου.

Ηλεκτρονική πηγή:www.nektarios.gr.

Ναυπάκτου Ιερόθεος: «Ο ταύρος και η Ευρώπη

 

 

 

ierotheos

Του Μητροπολίτη Ναυπάκτου κ. Ιεροθέου για την Romfea.gr


 

Καθώς βαδίζουμε σε νέες εκλογές, γίνονται πολλές συζη­τήσεις για την οικονομική κατάσταση που επικρατεί στην Ελλάδα και τις σχέσεις της με την Ευρώπη, στην οποία ανήκει και από την οποία εξαρτά το παρόν και το μέλλον της.

Οι επάλληλες συζη­τήσεις δημιουργούν σκέψεις, προβληματισμούς και ως προς το μέλλον της Πατρίδας μας και ως προς τους πολίτες της.

Πρέπει να δούμε τις σχέσεις μεταξύ της Ελλάδος και της Ευρώπης.

1. Ο μύθος της Ευρώπης

Σύμφωνα με την μυθολογία η Ευρώπη ήταν η ερωμένη του Δία, ο οποίος την είχε απαγάγει. Υπάρχουν πολλές παραδόσεις για το θέμα αυτό.

Η βάση όλων αυτών είναι ότι η καταγωγή της Ευρώπης «ανάγεται σε μια γενιά φοινικικών ηρωϊκών μορφών που πολιτογραφήθηκαν νωρίς στον ελληνικό χώρο».

Προκει­μένου ο Δίας να απαγάγη την Ευρώπη μεταμορφώθηκε σε ταύρο, πήγε στις ακτές της Τύρου ή της Σιδώνας, όπου η Ευρώπη έπαιζε με τις φίλες της.

Μιά άλλη παράδοση λέγει ότι ο Δίας έστειλε έναν μυθικό ταύρο από την Κρήτη στην Τύρο, τον οποίο δάνεισε ο Ποσειδώνας, προκειμένου να αρπάξη την Ευρώπη.

Η Ευρώπη μάζευε λουλούδια με τις φίλες της, ενθουσιάσθηκε από την ομορφιά του ταύρου, ξεπέρασε τον δισταγμό και τον φόβο της, τον πλησίασε και έπαιζε μαζί του, τον στεφάνωσε με λουλούδια, ανέβηκε επάνω του και τότε ο ταύρος-Δίας πέταξε πάνω από την θάλασσα και την έφερε ή στην Κρήτη ή στην Θήβα.

Η παράδοση που αναφέρεται στην Κρήτη λέγει ότι η Ευρώπη γέννησε με τον Δία τρεις γιούς, τον Μίνωα, τον Σαρπηδόνα και τον Ραδάμανθυ. Πάντως, η αρπαγή στην ελληνική μυθολογία σχετίζεται με μια μορφή «ιερού γάμου».

Ο μύθος είναι εκφραστικότατος. Η Ευρώπη δεν είναι αυτό που σήμερα θεωρούμε ως Ευρώπη, δηλαδή οι δυτικές Χώρες της Ευρωπαϊκής Ηπείρου, αλλά συνδέεται με την Ανατολή και τα αρχαία ελληνικά φύλα.

Εκφράζει έναν λαμπρό πολιτισμό, με λεπτοτάτη παράδοση και αρχοντική συμπεριφορά, έχει σχέση με όσα εκλεκτά στοιχεία διαθέτει το περιβάλλον, διαθέτει αγνά αισθήματα και απονήρευτη διάθεση και διακρίνεται από μια φιλοσοφική ερμηνεία της ζωής.

Δυστυχώς, όμως, αυτό το κορίτσι παραπλανάται από μια «μαγική θεϊκή» δύναμη που συμπεριφέρεται ως όμορφος ταύρος, αλλά διακρίνεται από την πονηρία. Η δύναμη αυτή παντρεύεται την ωραία κόρη, χρησιμοποιώντας την μέθοδο της αρπαγής.

Μπορεί να γίνη αναφορά στα σύγχρονα γεγονότα, αφού Ευρώπη είναι η Ελλάδα με τον λαμπρό πολι­τισμό, την εκλεπτυσμένη φιλοσοφία, την ξέγνοιαστη συμπεριφορά, η οποία όμως «βιάζεται» και αρπάζεται από την ταυρική δύναμη των αγορών, την σκοπιμότητα, την εκμετάλλευση, την αγριότητα.

Σε αυτήν την σχέση η Ελλάδα θα έπρεπε να έχη τον πρώτο λόγο με τον πολιτισμό, την φιλοσοφία, την ορθόδοξη θεολογία που διαθέτει οικουμενικό πνεύμα και εσωτε­ρική πνευματικότητα. Άν και τα καλύτερα στοιχεία του δυτικού πολιτι­σμού έχουν επηρεασθή από την αρχαία Ελλάδα και τον ορθόδοξο Χριστιανισμό, εν τούτοις όμως πολλές φορές τα στοιχεία αυτά αναμειγνύονται στην Δύση με την δύναμη και την βιαιότητα του ταύρου, δηλαδή των παθών.

Για να πούμε την αλήθεια ότι δεν πρέπει και εμείς οι Έλληνες να μα­γευό­μαστε από το πνεύμα της δυνάμεως και να αφήνουμε την δύναμη του Πνεύματος.

Αυτό τονίζεται γιατί, η πραγματικότητα διδάσκει ότι πολλοί και από τους συγχρόνους Έλληνες έχουν αλλοτριωθή, αφού αντήλλαξαν την ομορφιά της δικής μας παράδοσης με την βία και την άλογη δύναμη του ταύρου, που σημαίνει αντικατέστησαν την πνευματικότητα του πολιτισμού της με την αλογία των συμφερόντων, των σκοπι­μοτήτων και της χρησιμοθηρικής αντιμετωπίσεως της ζωής.

Πάντως, η Ελλάδα είναι Ευρώπη, δεν χωρίζεται από αυτήν και μάλιστα έδωσε στην σύγχρονη δυτική Ευρώπη νόημα, πολιτισμό, που διατηρείται ακόμη και σήμερα, αν και με την κάθοδο των βαρβαρικών φύλων μεταξύ 5ου και 8ου αιώνος μ.Χ., όπως γράφει ο γάλλος καθηγητής Jacques Le Goff, ότι οι ρωμαϊκές μάζες της δυτικής Ευρώπης «εκβαρβαρίζονται».

Η φιλοσοφία, η επιστήμη, η παιδεία, η δημοκρατία κ.ά. των δυτικών χωρών έχουν επηρεασθή από τον ελληνικό πολιτισμό ποικιλοτρόπως είτε από τους προσωκρατικούς φιλοσόφους, είτε από τους Ίωνες φυσικούς, είτε από τους κλασσικούς μεταφυσικούς είτε από την επικούρεια φιλοσοφία. Επομένως, οι δυτικοί λαοί μας χρωστούν πολλά.

Οι άλλοι μπορούν να φύγουν από την Ευρώπη, αλλά η Ελ­λάδα δεν μπορεί να το κάνη, γιατί αυτή είναι η αληθινή Ευρώπη.

2. Οι αρχές της σύγχρονης Ευρώπης

Ερμηνεύοντας λίγο τον μύθο, άς έλθουμε στην ωμή πραγ­μα­τικότητα της σύγχρονης Ευρώπης. Στην εποχή μας ο νέος Δίας μεταμορφώνεται σε ταύρο και δελεάζει την Ελλάδα για να κάνη έναν νέο «γάμο» και γίνονται συμφωνίες-μνημόνια.

Όμως είναι αλήθεια ότι την έως τώρα ευημερία στην χώρα μας με δανεικά μας την δίδαξε ή την ανέχτηκε αυτός ο νέος Δίας με τους δικούς του σκοπούς.

Πάντως, η σχέση του νέου Δία και της Ελλάδος καθορίζεται από βασικές αρχές οι οποίες πρέπει να τηρούνται, όπως γίνεται σε κάθε γάμο και σε κάθε σχέση και συναλλαγή.

Τελευταία διάβασα ένα ενδιαφέρον άρθρο του καθηγητού Παναγιώτη Ιωακειμίδη, ο οποίος γνωρίζει πάρα πολύ καλά τα ευρωπαϊκά πράγματα.

Στο άρθρο αυτό επισημαίνει τις τρεις αρχές που επικρατούν σήμερα στην Ευρώπη, οι οποίες πρέπει να τηρούνται από τα μέλη της Ευρωπαϊκής Ένωσης, αν θέλουν να παραμένουν στον σχηματισμό αυτό.

Η πρώτη αρχή είναι «ο σεβασμός των κανόνων του συστήματος». Η Ευρωπαϊκή Ένωση στηρίζεται σε κανόνες, το ίδιο ισχύει και για την Ευρωζώνη.

Οι κανόνες αυτοί πρέπει να τηρούνται. Όμως, συνήθως η Ελλάδα δείχνει αδυναμία να λειτουργήση σύμφωνα με το ευρωπαϊκό δίκαιο.

Ίσως και εδώ υπάρχει το σύνδρομο της ωραίας κόρης-Ευρώπης που παίζει ανέμελα με τα λουλούδια, έχει έναν άλλο πιο φιλοσοφικό τρόπο ζωής, την μάγεψε ο σύγχρονος ταύρος και την άρπαξε, οπότε δεν μπορεί να συντονισθή με τον μηχανοκρατικό σύστημα, στην λεγόμενη «ευρωκρατία».

Η Ελλάδα από την αρχή της ένταξής της ήθελε «εξαιρέσεις», «διαφοροποιήσεις» και «μετα­βατικές ρυθμίσεις».

Συχνά χαρακτηρίζεται ως «εκκεντρική Χώρα». Από την αρχή ζητούσε «ειδική μεταχείριση» και εμφανίζεται ως «ειδική περίπτωση».

Η δεύτερη αρχή είναι η «αμφίδρομη αλληλεγγύη». Βάσει του θεσμικού συ­στή­ματος της Ενώσεως πρέπει οι χώρες-μέλη να δείχνουν έμπρακτα την αλλη­λεγ­γύη τους στα ασθενέστερα μέλη του συστήματος. Αυτή η αλληλεγγύη πρέπει να εί­ναι αμφίδρομη, που σημαίνει «ότι και η Ελλάδα οφείλει να επιδεικνύει αλληλεγ­γύη προς τους άλλους εταίρους της».

Όμως, πολύ συχνά παρατηρείται ότι η Ελλάδα διαφοροποιείται «από τις αποφάσεις της Ενώσεως πάνω σε κεντρικά θέματα της εξωτερικής πολιτικής, ορισμένες φορές καθαρά για ιδεολη­πτικούς λόγους».

Η τρίτη αρχή είναι η «μή δαιμονοποίηση των Εταίρων, των άλλων Κρατών-μελών». Η Κοινότητα έχει στόχο να καλλιεργή την ενότητα, να ξεπερνά τις αντιπαλότητες, τις προκαταλήψεις και τις ιδεοληψίες.

Έτσι, ούτε οι ηγέτες των δυτικών Κρατών πρέπει να επιτίθενται στην Ελλάδα, χρησιμοποιώντας βαρείς χαρακτη­ρισμούς, αλλά ούτε πρέπει να γίνεται από τους Έλληνες προς τους Ευρωπαίους ηγέτες.

Όταν δεν εφαρμόζονται οι τρεις αυτές βασικές αρχές δημιουργούνται προβλήματα. Οι Ευρωπαίοι ηγέτες δεν μπορούν να καταλάβουν την Ελλάδα και διάφορες ενέργειές τους «έχουν συσσωρεύσει κόπωση και οργή για τη Χώρα».

Από την άλλη όμως πλευρά «η Ένωση δεν μπορεί να εκφρασθεί με θεσμικά συντεταγμένο τρόπο πάνω στην ελληνική κρίση» και γι’ αυτό φλυαρούν μερικές Πρωτεύουσες (όπως το Βερολίνο) «μέ έναν κακόφωνο λόγο που κάνει τεράστια ζημιά».

Γι’ αυτό ο Παναγιώτης Ιωακειμίδης συνιστά: «Καιρός είναι οι Πρωτεύουσες “νά το βουλώσουν” και να μιλήσουν συντεταγμένοι οι θεσμοί, όπως το επιβάλλει η συν­ταγματική τάξη της Ευρώπης».

Έτσι, στην σύγχρονη πραγματικότητα, στον νέο γύρο μεταξύ Δία και Ευρώπης πρέπει να υπάρχη εκλογίκευση της δύναμης και σεβασμός στην Ελλάδα που έδωσε στους δυτικούς λαούς το όνομά της. Φυσικά, και η Ελλάδα πρέπει να προσαρμοσθή στην νέα κατάσταση, για να μη χάση τον ρόλο της.

3. Η άλλη Πολιτεία

Αφήνοντας την ερμηνεία του ταύρου που εκφράζεται με την «αρπαγή» της Ευρώπης, μπορούμε να πάμε σε μια αναγωγική ερμηνεία, που έχει σχέση με τους Χριστιανούς, οι οποίοι ζουν σε έναν κόσμο άκοσμο και δεν πρέπει να χάσουν την ευγένεια της ψυχής τους, αν και μετέχουν στα κοινά.

Ο σύγχρονος «ταύρος» της δυνάμεως του κόσμου προ­σπαθεί να μαγέψη την «Ευρώπη», δηλαδή τον Χριστιανό που ασχολείται με τα άνθη του Παραδείσου, παίζοντας με τους φίλους του Χριστού, και να τον αρπάξη για να τον χρησιμοποιήση στις δικές του επιδιώξεις. Όμως, οι Χριστιανοί δεν πρέπει να αποπλανώνται, να «βιάζονται» από το πνεύμα του κόσμου.

Βεβαίως, όλοι ζούμε σε μια ιδιαίτερη Πατρίδα και πρέπει να ενδιαφερόμαστε για όλα τα προβλήματα που την απασχολούν. Δεν είμαστε ούτε απάτριδες ούτε μονοφυσίτες για να αρνού­μαστε την ιστορία και το παρόν, αλλά δεν μπορούμε και να «βιαζόμαστε» από τις κοσμικές δυνάμεις και να αιχμαλωτι­ζό­μα­στε από αυτές.

Ο Απόστολος Παύλος δεν αρνήθηκε τα ιστορικά δεδομένα της εποχής του, έζησε μέσα σε αυτά, αλλά τα αντιμετώπισε θεολογικά, με άλλο πνεύμα και τελικά τα υπερέβη.

Έδινε οδηγίες στους Χριστιανούς να σέβωνται το status quo της εποχής τους, τους παρήγγειλλε να προσεύχωνται γι’ αυτούς που βρίσκονται στην εξουσία, αλλά τελικά τους συνιστούσε να αποβλέπουν σε μια άλλη ζωή.

Έγραφε: «ημών γάρ το πολίτευμα εν ουρανοίς υπάρχει, εξ ού και σωτήρα απεκδεχόμεθα Κύριον Ιησούν Χριστόν», ο οποίος θα μετα­μορφώση το σώμα της ταπεινώσεως «εις το γενέσθαι αυτό σύμμορφον τώ σώματι της δόξης αυτού κατά την ενέργειαν του δύνασθαι αυτόν και υποτάξαι αυτώ τα πάντα» (Φιλ. γ’, 20-21).

Επίσης, γράφοντας μέσα από την φυλακή στους Κολασσαείς τους έλεγε: «Ει ούν συνηγέρθητε τώ Χριστώ, τα άνω ζητείτε, ού ο Χριστός εστιν εν δεξιά του Θεού καθήμενος, τα άνω φρονείτε, μη τα επί της γής» (Κολ. γ’, 1-2). Και ο ίδιος Απόστολος στην επιστολή του προς Εβραίους γράφει: «τοίνυν εξερχώμεθα προς αυτόν έξω της παρεμβολής τον ονειδισμόν αυτού φέροντες ου γάρ έχομεν ώδε μένουσαν πόλιν, αλλά την μέλλουσαν επιζητούμεν» (Εβρ. ιγ’, 13-14). Όλοι οι άγιοι και ιδίως οι μάρτυρες θυσίασαν και την ζωή τους για να ζήσουν στην «μέλλουσαν» και όχι στην «μένουσαν πόλιν».

Ο ανώνυμος συγγραφέας της προς Διόγνητον επιστολής (2ος αιώνας μ.Χ.), παρουσιάζοντας την νοοτροπία των Χρι­στιανών της εποχής του, γράφει: «Πατρίδας οικούσιν, αλλ’ ως πάροικοι μετέχουσι πάντων ως πολίται, και πάνθ’ υπομένουσιν ως ξένοι πάσα ξένη πατρίς εστιν αυτών, και πάσα πατρίς ξένη… Επί γής διατρί­βουσιν, αλλ’ εν ουρανώ πολιτεύονται. Πείθονται τοίς ωρισμέ­νοις νόμοις, και τοίς ιδίοις βίοις νικώσι τους νόμους».

Ζούμε σε ιδιαίτερες Πατρίδες, τις αγαπάμε, ενδιαφε­ρόμα­στε για το σπίτι μας, αλλά δεν πρέπει η ψυχή μας να αιχμαλωτίζεται από τον σύγχρονο ταύρο του κόσμου.

Πρέπει να ζούμε την πνευματική ελευθερία από το κοσμικό σύστημα, και τελικά δεν πρέπει να μας υποδουλώνη το σκληρό και μερικές φορές απάνθρωπο πνεύμα του κόσμου.

Δεν πρέπει να μαγευόμαστε από την δική του ομορφιά, γιατί γρήγορα θα ταπεινωθούμε από την βιαιότητα και την αγριότητά του.

Ο ελληνικός μύθος της αρπαγής της Ευρώπης από τον Δία που μεταμορ­φώθηκε σε ταύρο έχει μεγάλη σχέση με την σύγχρονη πραγματικότητα, που δηλώνει ότι ο σύγχρονος «ταύρος» δεν μπορεί να γίνη Ευρώπη, όσα μέσα και αν χρησιμοποιήση, αν σπάση τον δεσμό του με την αληθινή Ευρώπη, την Ελλάδα, αλλά και το δικό μας πνεύμα πρέπει να παραμείνη ελεύθερο από την πονηρία κάθε άλογης αρπαγής.–

 Από την Ρομφαία΄,.

Παρακλητικός κανόνας για την κρίση στην Παναγία την Σιτοδότρια.(Ποίημα Αντ.Μάρκου)

 

 
 
ΠΑΡΑΚΛΗΤΙΚΟΣ ΚΑΝΩΝ
ἐπί τῆς δυσπραγίας καί κρίσεως τῆς Ἑλλάδος
ΕΙΣ ΤΗΝ ΠΑΝΑΓΙΑΝ ΤΗΝ ΣΙΤΟΔΟΤΡΙΑΝ
Ποίημα ‘Αντωνίου  Μάρκου

ΠΡΟΛΟΓΟΣ
Ὁ παρών Παρακλητικός Κανών πρός τήν Παναγίαν τήν Σιτοδότριαν, ἐποιήθη ὡς αἴτημα προσευχῆς πρός τήν τροφόν τῶν Ὀρθοδόξων Χριστιανῶν καί σύμπαντος τοῦ κόσμου Ὑπεραγίαν Θεοτόκον, λόγῳ τῆς κρίσεως τήν ὁποίαν ἀντιμετωπίζει ἡ πατρίς μας Ἑλλάς καί ὁ δεινός βασανιζόμενος Ἑλληνικός λαός.
Ἡ ἱερά Εἰκών τῆς Παναγίας τῆς Σιτοδοτρίας σχετίζεται μετά τοῦ ἁγ. Ἀμβροσίου, Στάρετς τῆς Ὄπτινα Ρωσίας (+ 1891). Ὁ Ὅσιος αὐτός εἶναι ὁ πλέον γνωστός οἰκομενικῶς Στάρετς τῆς Ρωσικῆς Ὀρθοδοξίας, μετά τόν ὅσ. Σεραφείμ τοῦ Σάρωφ (+ 1833). Τήν Σιτοδότριαν τήν ἐσχεδίασεν ὁ ἴδιος καί εἰς τήν συνέχειαν ἁγιογραφήθηκε κατόπιν ἐντολῆς του, μάλιστα ἐνταφιάσθηκε κατά τήν ἡμέραν τιμῆς τῆς ἱερᾶς αὐτῆς Εἰκόνος (15ην Ὀκτωβρίου).
Εἰς τήν Εἰκόνα ἡ Θεοτόκος εἰκονίζεται ἐντός δόξης καί ἐπί λευκῆς νεφέλης, νά εὐλογῇ ἀγρόν καί δεμάτια σίτου. Ὁ Ὅσιος Στάρετς Ἀμβρόσιος διά τῆς εἰκόνος αὐτῆς, ήθελε νά ὑπενθυμίσῃ εἰς τόν Ρωσικόν λαόν (ὁ ὁποῖος κατά τόν 19ον αἰ. ἀντιμετώπιζε πολλά καί ποικίλα προβλήματα καί εὑρίσκετο εἰς κατάστασιν διαρκούς κρίσεως, ἡ ὁποία τελικῶς ὁδήγησεν εἰς τήν Ἐπανάστασιν τοῦ 1917), ὅτι ἡ Θεοτόκος ὡς κατά χάριν μητέρα τῶν Ὀρθοδόξων, εἶναι ἡ μόνη τροφός καί ἐλπίς καί παραμυθία καί λύσις πάσης κρίσεως. «Ἐν Ὄπτίνᾳ αὗτη γάρ – ψάλλομεν - ὑπό Ἀμβροσίου ἱστορήθη, ἵνα πάντοτε ἡμῖν ὑπομιμνήσκει τά ἐλέη (τῆς Θεομήτορος)· σώζει δέ ἐκ θλίψεων, τούς ἐν πίστει Ταύτῃ προστρέχοντας». Βεβαίως καί δι’ ἡμᾶς τούς Ἕλληνας Ὀρθοδόξους, ἡ Παναγία εἶναι ἡ μητέρα μας καί πρός Αὐτήν καταφεύγωμεν μετά Θεόν, ἰδιαιτέρως κατά τήν παρούσαν κρίσιν, ἡ ὁποία δέν εἶναι μόνον οἰκονομικῆς φύσεως, ἀλλά εἶναι καί κρίσις θεσμῶν, εἶναι κρίσις αὐτῆς τῆς ἰδίας τῆς Ἑλληνορθοδόξου ταυτότητος τῆς χώρας μας.
Ὁ ὅσ. Ἀμβρόσιος, κατά κόσμον Ἀλέξανδρος Γκρένκωφ, ἐγεννήθη τό ἔτος 1812 εἰς Ἱερατικήν οἰκογένειαν. Μετά τήν φοίτησίν του εἰς τό ἐνοριακόν σχολεῖον τῆς πατρίδος του, ἐφοίτησεν εἰς τό Σεμινάριον τοῦ Ταμπώφ καί ἔπειτα ἠργάσθη ὡς διδάσκαλος. Ἔγινε μοναχός μετά τήν θαυματουργικῷ τῷ τρόπῳ διάσωσίν του ἀπό σοβαράν ἀσθένειαν καί κατόπιν συμβουλῆς τοῦ μακαρίου Ἰλλαρίωνος τοῦ Ταμπώφ, ἐνετάχθη εἰς τήν περίφημον Μονήν τῆς Ὄπτινα καί ὑπετάγη εἰς τόν Στάρετς Λεωνίδαν.
Ὑπῆρξεν ὑποδειγματικός μοναχός. Αἱ γνώσεις του ἐπί τῆς Ἑλληνικῆς καί Λατινικῆς γλώσσης τοῦ ἐπέτρεψαν νά βοηθήσῃ τόν Στάρετς Μακάριον εἰς τήν ἔκδοσιν Πατερικῶν ἔργων. Ἀγωνιζόμενος ἠλεήθη ὑπό τοῦ Θεοῦ διά τῶν χαρισμάτων τῆς προοράσεως, τῆς διοράσεως καί τῶν θαυμάτων. Ὑπῆρξεν ἱδρυτής τῆς μεγάλης γυναικείας Μονῆς τοῦ Σαμορντῖνο.
Χάρις εἰς τόν Στάρετς Ἀμβρόσιον, ὅλοι οἱ δρόμοι τῆς Ρωσικῆς πνευματικότητος τοῦ 19ου αἰ. ὁδηγοῦσαν εἰς τήν Ὄπτινα. Κορυφαῖοι ἐκρπόσωποι τοῦ πνεύματος, βρῆκαν κοντά του τόν δρόμον πρός τόν Θεόν καί ἐπηρεάσθηκαν εἰς τά ἔργα τους. Ὁ Φ. Ντοστογιέφσκυ τόν περιγράφει εἰς τούς «Ἀδελφούς Καραμάζωφ», εἰς τό φανταστικόν πρόσωπον τοῦ Στάρετς Ζωσιμᾶ. Καί ὁ Κ. Λεόντιεφ, «αὐτός ὁ ἰδιότρο-πος καί ἐμπαθής ἄνθρωπος, ἀφ’ ὅτου τόν συνάντησε, δέν θέλησε πιά νά τόν ἐγκαταλείψῃ». Πέρασε 45 χρόνια εἰς ἕνα μικρό ξύλινο σπιτάκι εἰς τόν περίβολο τῆς Μονῆς καί μέ τήν καθοδήγησιν τοῦ Ὁσίου ἔγινε Μοναχός τό 1890, εἰς τήν Λαύραν τῆς Ἁγίας Τριάδος – ἁγ. Σεργίου. Ἀκόμη, ὁ μέγας Λ. Τολστόϊ, ὁ Ρωζάνωφ, ὁ Στράχωφ, κ.ἄ. ἠσθάνθησαν εἰς τό πρόσωπόν του τήν πνευματικήν ἔλξιν τῆς Ὄπτινα.
Ὁ Ὅσιος ἐκοιμήθη εἰρηνικῶς τήν 10ην Ὀκτωβρίου 1891. Πρό τῆς κοιμήσεώς του εἶχε προφητεύσει εἰς τόν Στάρετς Ἰωσήφ, ὅτι τό λείψανό του θά ἀνέδιδε ὀσμήν σήψεως (ὅπως περιγράφει ὁ Ντοστογιέφσκυ εἰς τό μνημονευόμενο ἔργο του), ἐπειδή εἰς τήν ζωήν του εἶχε ἀπολαύσει πολλήν δόξαν. Πράγματι, εἰς τήν ἀρχήν ἔγινε αἰσθητή κάποια δυσάρεστη μυρωδιά, ἡ ὁποία ὅμως εἰς τήν συνέχειαν ἔδωσε τήν θέσιν της εἰς μίαν οὐράνια εὐωδία!
Ὁ Ὅσιος ἐνεταφιάσθη εἰς τήν Ὄπτινα, τήν 15ην Ὀκτωβρίου 1891, ἡμέραν τιμῆς τῆς Εἰκόνος τῆς Σιτοδότριας, ἡ ὁποία εἶχε ἁγιογραφηθεῖ κατ’ ἐντολήν του. Τό Λείψανόν του ἀνεκομίσθη ἀδιάφθορον, κατά τήν ἐπαναλειτουργίαν τῆς Μονῆς, μετά τήν κατάρρευσιν τοῦ Κομμουνιστικοῦ καθεστώτος (1988) καί εὑρίσκεται σήμερον κατατεθειμένον ἐκεῖ, εὐωδιάζων ἀρρήτως. Ἡ μνήμη τοῦ τιμᾶται τήν 10ην Ὀκτωβρίου.

 ΠΑΡΑΚΛΗΤΙΚΟΣ ΚΑΝΩΝ
ἐπί τῆς δυσπραγίας καί κρίσεως τῆς Ἑλλάδος
ΕΙΣ ΤΗΝ ΠΑΝΑΓΙΑΝ ΤΗΝ ΣΙΤΟΔΟΤΡΙΑΝ

 Ὁ Ἱερεύς ἄρχεται τῆς Παρακλήσεως μέ τήν δοξολογικήν ἐκφώνησιν:
Εὐλογητός ὁ Θεός ἡμῶν, πάντοτε, νῦν καί ἀεί καί εἰς τούς αἰῶνας τῶν αἰώνων.

Ὁ χορός: Ἀμήν.

Ἤ μή ὑπάρχοντος Ἱερέως, ἡμεῖς τό:

Δι’ εὐχῶν τῶν Ἁγίων Πατέρων ἡμῶν, Κύριε Ἰησοῦ Χριστέ ὁ Θεός, ἐλέησον καί σῶσον ἡμᾶς, Ἀμήν.

Ψαλμός ρμβ’ (142).
Κύριε εἰσάκουσον τῆς προσευχῆς μου, ἐνώτισαι τήν δέησίν μου ἐν τῆ ἀληθείᾳ Σου, εἰσάκουσον μου ἐν τῆ δικαιοσύνῃ Σου καί μή εἰσέλθης εἰς κρίσιν μετά τοῦ δούλου Σου, ὅτι οὐ δικαιωθήσεται ἐνώπιόν Σου, πᾶς ζῶν. Ὅτι κατεδίωξεν ὁ ἐχθρός τήν ψυχήν μου, ἐταπείνωσεν εἰς γῆν τήν ζωήν μου. Ἐκάθισέ με ἐν σκοτεινοῖς, ὡς νεκρούς αἰῶνος καί ἠκηδιάσεν ἐπ’ ἐμέ τό πνεῦμα μου, ἐν ἐμοί ἐταράχθη ἡ καρδία μου.Ἐμνήσθην ἡμερῶν ἀρχαίων, ἐμελέτησα ἐν πᾶσι τοῖς ἔργοις Σου, ἐν ποιήμασι τῶν χειρῶν Σου ἐμελέτων.Διεπέτασα πρός Σέ τάς χείρας μου, ἡ ψυχή μου ὡς γῆ ἄνυδρός Σοι. Ταχύ εἰσακουσόν μου, Κύριε, ἐξέλιπε τό πνεῦμα μου. Μή ἀποστρέψης τό πρόσωπόν Σου ἀπ’ ἐμοῦ καί ὁμοιωθήσομαι τοῖς καταβαίνουσιν εἰς λάκκον. Ἀκουστόν ποίησόν μου τό πρωΐ τό ἔλεός Σου, ὅτι ἐπί Σοί ἤλπισα. Γνώρισόν μοι, Κύριε, ὁδόν ἐν ἧ πορεύσομαι, ὅτι πρός Σέ ἦρα τήν ψυχήν μου. Ἐξελοῦ με ἐκ τῶν ἐχθρῶν μου, Κύριε, πρός Σέ κατέφυγον, δίδαξόν με τοῦ ποιεῖν τό θέλημά Σου, ὅτι Σύ εἶ ὁ Θεός μου. Τό Πνεῦμα Σου τό ἀγαθόν ὁδηγήσει με ἐν γῇ εὐθείᾳ, ἕνεκεν τοῦ ὀνόματός Σου, Κύριε, ζήσεις με. Ἐν τῆ δικαιοσύνῃ Σου ἐξάξεις ἐκ θλίψεως τήν ψυχήν μου καί ἐν τῷ ἐλέει Σου ἐξολοθρεύσεις τούς ἐχθρούς μου. Καί ἀπολεῖς πάντας τούς θλίβοντας τήν ψυχήν μου, ὅτι ἐγώ δοῦλος Σου εἰμί.
 

Καί εὐθύς ψάλλεται τετράκις ἐξ’ ὑπαμοιβῆς, μετά τῶν οἰκείων στίχων:

Θεός Κύριος καί ἐπέφανεν ἡμῖν, εὐλογημένος ὁ ἐρχόμενος ἐν ὀνόματι Κυρίου.

Στίχ. α’. Ἐξολολογεῖσθε τῷ Κυρίῳ καί ἐπικαλεῖσθε τό ὄνομα τό Ἅγιον Αὐτοῦ.

 

Θεός Κύριος καί ἐπέφανεν ἡμῖν…

 

Στίχ. β’. Πάντα τά ἔθνη ἐκύκλωσάν με καί τῷ ὀνόματι Κυρίου ἠμυνάμην αὐτούς.

 

Θεός Κύριος καί ἐπέφανεν ἡμῖν…

 

Στίχ. γ’. Παρά Κυρίου ἐγένετο αὕτη καί ἔστι θαυμαστή ἐν ὀφθαλμοῖς ἡμῶν.

 

Θεός Κύριος καί ἐπέφανεν ἡμῖν…

 

Εἶτα τά παρόντα Τροπάρια.

Ἦχος δ’. Ὁ ὑψωθείς ἐν τῷ Σταυρῷ.
Σιτοδοτρίας τῆς Θεοτόκου Εἰκόνι, οἱ ἐν κινδύνοις, δυσπραγίᾳ καί πόνοις ὑπάρχοντες, προσπίπτωμεν ἐν πίστει πολλῇ· Δέσποινα βοήθησον ἐκβοῶντες ἐν τάχει, τόν ζυγόν τῆς θλίψεως ἀφ’ ἡμῶν ἀραμένη· Σέ γάρ μητέρα ὁμολογοῦμεν, Ἀγαθή, καί τῇ Σῇ σκέπῃ ὡς νήπια σπεύδομεν.
 

Δόξα. Ἀπολυτίκιον τῆς Σιτοδοτρίας. Ἦχος α’. Τῆς ἐρήμου πολίτης.
Τῇ σεπτῇ Σου Εἰκόνι Σιτοδοτρίας προσπίπτωμεν, κλίνοντες τό γόνυ, Παρθένε, τῆς ψυχῆς καί τοῦ σώματος· δεόμενοι ἀντιλήψεως, Ἁγνή, πρεσβείαις πρός Υἱόν Σου καί λιταῖς· ἵνα τύχωμεν, Παρθένε, τῆς παρ’ Αὐτοῦ πλημελημάτων ἀφέσεως. Δόξα τοῖς μεγαλείοις Σου, Σεμνή, δόξα τοῖς θαυμασίοις Σου, δόξα ὑπερβαλόντως, Κόρη, τῇ δυναστείᾳ Σου.
 

Ἀπολυτίκιον τοῦ ἁγ. Ἀμβροσίου τῆς Ὄπτινα. Ἦχος ὁ αὐτός.
Τῶν ἐν Ὄπτινᾳ Γερόντων ἀνυμνοῦμεν τόν πρύτανην, τόν ἐν ἁγιότητι μέγαν, θεοφόρον Ἀμβρόσιον· καί τούτου τῇ Εἰκόνι τῇ σεπτῇ Σιτοδοτρίας τῆς Παρθένου, εὐλαβῶς προσπίπτωμεν κινδυνεύοντες οἱ πιστοί, μετά θέρμης ἀναβοῶντες· πρόφθασον ταῖς λιταῖς Σου πρός Θεόν, ἄρον δεινήν περίστασιν, ἔπαρον ὑπέρ ἡμῶν τάς χεῖρας, Ὅσιε.
 

Καί νῦν. Ἦχος δ’. Ὁ ὑψωθείς.
Τῇ Θεοτόκῳ ὡς μητρί ἐκβοῶμεν, οἱ τυραννούμενοι ἐχθροῦ δυναστείᾳ, τῇ θεϊκῇ Σου σκέπασον ἀγάπῃ ἡμᾶς· σπεῦσον, Κόρη, ῥύσασθαι τῶν τοῦ Βελίαρ παγίδων καί τῆς περιστάσεως καί τῆς δαιμόνων μανίας· Σύ γάρ ὑπάρχες Σιτοδότρια ἡμῶν, πάντων προστάτις, σκέπη τε καί ἀντίληψις.
 

Ψαλμός ν’ (50).
Ἐλέησόν με, ὁ Θεός, κατά τό μέγα ἔλεός Σου καί κατά τό πλῆθος τῶν οἰκτιρμῶν Σου, ἐξάλειψον τό ἀνόμημά μου. Ἐπί πλεῖον πλῦνόν με ἀπό τῆς ἀνομίας μου καί ἀπό τῆς ἁμαρτίας μου καθάρισόν με. Ὅτι τήν ἀνομίαν μου ἐγώ γινώσκω καί ἡ ἁμαρτία μου ἐνώπιόν μου ἐστι διά παντός. Σοί μόνῳ ἥμαρτον καί τό πονηρόν ἐνώπιόν Σου ἐποίησα, ὅπως ἄν δικαιωθῆς ἐν τοῖς λόγοις Σου καί νικήσῃς ἐν τῷ κρίνεσθαί Σε.Ἰδοῦ γάρ ἐν ἀνομίαις συνελήφθην καί ἐν ἁμαρτίαις ἐκίσσησέ με ἡ μήτηρ μου. Ἰδοῦ γάρ ἀλήθειαν ἠγάπησας, τά ἄδηλα καί τά κρύφια τῆς σοφίας Σου ἐδήλωσάς μοι. Ῥαντιεῖς μέ ὑσσώπῳ καί καθαρισθήσομαι, πλυνεῖς με καί ὑπέρ χιόνα λευκανθήσομαι. Ἀκουτιεῖς μοι ἀγαλλίασιν καί εὐφροσύνην, ἀγαλλιάσονται ὀστέα τεταπεινωμένα. Ἀπόστρεψον τό πρόσωπόν Σου ἀπό τῶν ἁμαρτιῶν μου καί πάσας τάς ἀνομίας μου ἐξάλειψον. Καρδίαν καθαράν κτίσον ἐν ἐμοί ὁ Θεός καί πνεῦμα εὐθές ἐγκαίνισον ἐν τοῖς ἐγκάτοις μου. Μή ἀπορρίψῃς με ἀπό τοῦ προσώπου Σου καί τό Πνεῦμα Σου τό Ἅγιον μή ἀντανέλῃς ἀπ’ ἐμοῦ. Ἀπόδος μοι τήν ἀγαλλίασιν τοῦ σωτηρίου Σου καί πνεύματι ἡγεμονικῷ στήριξόν με. Διδάξω ἀνόμους τάς ὁδούς Σου καί ἀσεβεῖς ἐπί σέ ἐπιστρέψουσιν. Ῥῦσαι με ἐξ αἱμάτων ὁ Θεός, ὁ Θεός τῆς σωτηρίας μου, ἀγαλλιάσεται ἡ γλῶσσα μου τήν δικαιοσύνην Σου. Κύριε, τά χείλη μου ἀνοίξεις καί τό στόμα μου ἀναγγελεῖ τήν αἴνεσίν Σου. Ὅτι, εἰ ἠθέλησας θυσίαν, ἔδωκα ἄν, ὁλοκαυτώματα οὐκ εὐδοκήσεις.Θυσίᾳ τῷ Θεῷ πνεῦμα συντετριμμένον, καρδίαν συντετριμμένην καί τεταπεινωμένην ὁ Θεός οὐκ ἐξουδενώσει. Ἀγάθυνον, Κύριε, ἐν τῇ εὐδοκίᾳ Σου τήν Σιών καί οἰκοδομηθήτω τά τείχη Ἱερουσαλήμ. Τότε εὐδοκήσεις θυσίαν δικαιοσύνης, ἀναφοράν καί ὁλοκαυτώματα. Τότε ἀνοίσουσιν ἐπί τό θυσιαστήριόν Σου μόσχους.
 

Εἶτα ψάλλομεν ἐξ ὑπαμοιβῆς, πραείᾳ τῇ φωνῇ καί ἐν εὐλαβείᾳ, τόν παρόντα Κανόνα, οὗ ἡ ἀκροστιχίς «ΕΙΚΟΝΙ ΣΙΤΟΔΟΤΡΙΑΣ ΠΡΟΣΠΙΠΤΩ. ΑΝΤΩΝΙΟΣ».

Ὠδή α’. Ἦχος πλ. δ’. Ὁ Εἱρμός. Ὑγράν διοδεύσας.

Ὑπεραγία Θεοτόκε σῶσον ἡμᾶς.

Εἰκόνι Σου, Παρθένε, οἱ ἐν πειρασμοῖς ὑπάρχοντες, Κόρη, Θεοπόθητε Μαριάμ, προσπίπτωμεν· Σοί τάς ἱκεσίας, ὡς εἰς Μητέρα προσφέροντες, Δέσποινα.

Ὑπεραγία Θεοτόκε σῶσον ἡμᾶς.
Ἰδεῖν τοῦ Υἱοῦ Σου τήν φοβεράν ἡμέραν, Παρθένε, καταξίωσον Σαῖς λιταῖς· καί Τοῦτον ὄμματι ἐλέους, Σαῖς ἱκεσίαις κατάστησον βλέποντα.

Δόξα.
Κυρία Παρθένε χῶρας ἡμῶν κρίσιν δεινοτάτην καί τόν πόνον καί τήν φθοράν ἀπέλασον καί τήν ἁμαρτίαν, τήν ταῦτα πάντα ἡμῖν προκαλέσαντα.

Καί νῦν.
Ὁδόν μετανοίας καί ἐπιστροφῆς εὑρεῖν, Θεοτόκε, καθοδήγησον Σαῖς λιταῖς, δεόμεθα καί πρός τόν Υἱόν Σου, Σύ ἡμᾶς ὁδήγησον, ὡς Ὁδηγήτρια.

Ὠδή γ’. Ὁ Εἱρμός. Οὐρανίας ἀψίδος.

Ὑπεραγία Θεοτόκε σῶσον ἡμᾶς.

Ναῷ, Παρθένε, τεμένει τῷ ἐν τῇ Ὄπτινᾳ κείμενον, ἐν ὅ ἡ Σῆ Εἰκών ἡ ἁγία ἀποθησαύρισται, τά νῦν προσφεύγομεν τῶν Ὀρθοδόξων, κακεῖσε τήν δέησιν προσφέρομεν Σοί τῇ Μητρί ἡμῶν.

Ὑπεραγία Θεοτόκε σῶσον ἡμᾶς.
Ἴδε, Κόρη Ἁγία, τούς τῇ Εἰκόνι Σου σπεύδοντας καί δεινοῦ ἄλγους καί λύπης ἡμᾶς ἀπάλλαξον, τούς τῇ Σῇ χάριτι γονυκλινῶς αἰτουμένοις· πρόφθασον, ἀπάλλαξον ἡμᾶς πρεσβείαις Σου.

Δόξα.
Σῇ Εἰκόνι τῇ θείᾳ, Μαρία, ὦ Σιτοδότρια, σπεύδομεν οἱ ἐν θλίψεσι πάντες καί ἐν κρίσει ὑπάρχοντες· αὐτῇ γάρ δέδοκας πλουσίαν τήν Σήν χάριν, ἧν ἡμῖν ἐπόμβρισον, Ἁγία Δέσποινα.

Καί νῦν.
Ἴδε πάντας, Παρθένε, τούς τῇ σκέπῃ Σου σπεύδοντας καί θερμῶς αἰτουμένους Σῆς ἀντιλήψεως· ἄρον τό ἄχθος τά νῦν ἀπό τῆς χώρας, Παρθένε, ἵνα ἀνυμνοῦμεν Σε, ὦ Σιτοδότρια.

Διάσωσον, τούς Σύ προσπίπτοντας, Σιτοδότρια Κόρη, εἰκόνι Σου γάρ τῇ σεπτῇ ἐπισκιάζει ἀφθόνως ἡ Σῆ χάρις.
Ἐπίβλεψον ἐν εὐμενείᾳ, Πανύμνητε Θεοτόκε, ἐπί τήν ἐμήν χαλεπήν τοῦ σώματος κάκωσιν καί ἴασαι τῆς ψυχῆς μου τό ἄλγος.

Ὁ Ἱερεύς τήν κάτωθι δέησιν, ἡμῶν ψαλλόντων τό Κύριε ἐλέησον δωδεκάκις:

Ἐλέησον ἡμᾶς, ὁ Θεός, κατά τό μέγα ἔλεός Σου, δεόμεθά Σου, ἐπάκουσον καί ἐλέησον.

 
Ἔτι δεόμεθα, ὑπέρ τοῦ Ἀρχιεπισκόπου ἡμῶν (δεῖνος) καί πάσης τῆς ἐν Χριστῶ ἡμῶν ἀδελφότητος. 
Ἔτι δεόμεθα, ὑπέρ ἐλέους, ζωῆς, εἰρήνης, ὑγείας, σωτηρίας, ἐπισκέψεως, συγχωρήσεως καί ἀφέσεως τῶν ἁμαρτιῶν, πάντων τῶν εὐσεβῶν καί Ὀρθοδόξων Χριστιανῶν.
Ἔτι δεόμεθα καί ὑπέρ τῶν δούλων τοῦ Θεοῦ… (καί μνημονεύονται τά ὀνόματα τῶν ὑπέρ ὧν ἡ Ἱερά Παράκλησις τελεῖται).
Ὅτι ἐλεήμων καί φιλάνθρωπος Θεός ὑπάρχεις καί Σοί τήν δόξαν ἀναπέμπομεν, τῷ Πατρί καί τῷ Υἱῷ καί τῷ Ἁγίῳ Πνεύματι, νῦν καί ἀεί καί εἰς τούς αἰῶνας τῶν αἰώνων.

Ὁ χορός. Ἀμήν.

Κάθισμα. Ἦχος β’. Τά ἄνω ζητῶν.
Σιτοδοτρίας τῇ σεπτῇ Εἰκόνι νῦν προσπίπτωμεν, οἱ ἐν πόνῳ ψυχῆς καί ἀνάγκῃ νῦν ὑπάρχοντες καί δι’ αὐτῆς αἰτούμεθα τῆς Θεοτόκου τό ἄμετρον ἔλεος καί τήν ταχεῖαν Ταύτης συνδρομήν καί τήν βεβαίαν Αὐτῆς ἀντίληψιν.

Ὠδή δ’. Ὁ Εἱρμός. Εἰσακήκοα Κύριε.
Ὑπεραγία Θεοτόκε σῶσον ἡμᾶς.
Τῆς Ἑλλάδος προστάτιδα, Ὀρθοδόξων πάντων τήν ἀντιλήπτορα καί τήν κόσμου χαρᾶς πρόξενον, Παναγία Σέ κηρύττομεν.

Ὑπεραγία Θεοτόκε σῶσον ἡμᾶς.
Ὄπτινας τῇ Εἰκόνι τῆς Παρθένου προσπίπτωμεν οἱ ἐν θλίψεσι ὑπάρχοντες, αἰτούμενοι ἄχθους βαρυτάτου ἀπολύτρωσιν.

Δόξα.
Δέησιν καί ὕμνον τε, τόν πρός Σέ, Παρθένε, μή ὑπερείδης μου· ἀλλά σπεῦσον ὡς φιλόστοργος, Ἄνασσα, καί ἐλέησον τόν κάμνοντα.

Καί νῦν.
Ὅλος ἐν βορβόρῳ νῦν, τόν τῆς ἁμαρτίας, ὡς κύων εὕροιμι καί ἐκεῖσε κυλιώμενος, τοῦ ἐλέους Σου τυγχάνω ἀνεπίδεκτος.

Ὠδή ε’. Ὁ Εἱρμός. Φώτισον ἡμᾶς. 
Ὑπεραγία Θεοτόκε σῶσον ἡμᾶς. 
Ταῖς τῆς Σῆς Μητρός ἱκεσίαις, Πολυέλεε, Ἀμβροσίου τε δεήσῃ τοῦ σεπτοῦ, ἐφ’ ἡμᾶς τούς δεομένους νῦν ἐπίβλεψον.

Ὑπεραγία Θεοτόκε σῶσον ἡμᾶς. 
Ῥῦσαι πειρασμοῦ καί θλιβούσης περιστάσεως, Σῆς Μητρός ἐπικαμπτόμενος Χριστέ, μεσιτείᾳ καί πρεσβείᾳ καί δεήσεσι.

Δόξα.
Ἴδε τήν ἡμῶν δυσπραγίαν ὡς Φιλάνθρωπος, τῆς Μητρός Σου ἐπικαπτόμενος Σωτήρ τῇ πρεσβείᾳ, ὅτι Αὐτῇ νῦν καταφεύγωμεν.

Καί νῦν.
Ἆρον ἀφ’ ἡμῶν τόν ζυγόν τῶν ξένων Κύριε, μεσιτείᾳ τῆς Πανάγνου καί λιταῖς, Σιτοδοτρίας γάρ τῇ Εἰκόνι νῦν προσπίπτωμεν.

Ὠδή στ’. Ὁ Εἱρμός. Τήν δέησιν.
Ὑπεραγία Θεοτόκε σῶσον ἡμᾶς.
Σωθῆναι ἀπό τῆς κρίσεως ἐλπίζομεν, οἱ πολλαπλῶς πταίοντες τῷ Κυρίῳ· Σιτοδοτρίας γάρ προσπεσόντες τῇ Εἰκόνι, τῇ Θεοτόκῳ μετά δακρύων προσφεύγομεν, αἰτούμενοι τήν παρ’ Αὐτῆς πρός τόν Θεόν μεσιτείαν καί ἔλεος.

Ὑπεραγία Θεοτόκε σῶσον ἡμᾶς.
Παντοίων με πόνων ψυχῆς ἀπάλλαξον καί κακώσεων, τραυμάτων τε, Παρθένε· Σιτοδοτρίας γάρ τῇ Εἰκόνι προσπίπτων, τήν παρά Σοῦ αἰτοῦμαι βοήθειαν· καί Σέ θαυμάτων τήν πηγήν ὁμολογῶ καί κηρύττω, Πανύμνητε.

Ὑπεραγία Θεοτόκε σῶσον ἡμᾶς.
Ῥωσίας τε καί Ὀρθοδόξων ἁπάντων, τά Σά θαυμάσια κηρύσσουσι προστάτην· καί τριχομένων κακίαις παντοίαις καί ὀχλουμένων Βελίαρ προσκρούσεσι· καί πάντων τῶν ἐν συμφοραῖς, μόνη βοήθεια πέλεις, Θεόνυμφε.

Δόξα.
Ὅρμησον τήν ψυχήν μου, Παρθένε, εἰς λιμένα ἀσφαλῆ σωτηρίας, ταῖς Σαῖς θερμαῖς πρός Θεόν ἱκεσίαις καί τῇ πρεσβείᾳ Σου τήρησον ἄτρωτον· καί ἐπί πέτραν ἀσφαλῇ τῆς πρός Υἱόν Σου πίστεως, Ἄχραντε.

Καί νῦν.
Συμπνίγομαι ταῖς τοῦ βίου πάθεσι τοῖς ἀκαθάρτοις, ἅ μολύνουσι, Μήτερ, τήν ἐν ἐμοί τοῦ Κυρίου εἰκόνα· ἀλλά Σύ δέομαι, Κόρη, ἀποκάθαρον, ταῖς δάκρυσι καί στεναγμοῖς, ἅ δώρησαί μοι, σεπτή Σιτοδότρια.

Διάσωσον, τούς Σύ προσπίπτοντας, Σιτοδότρια Κόρη, Εἰκόνι Σου γάρ τῇ σεπτῇ ἐπισκιάζει ἀφθόνως ἡ Σῆ χάρις.
Ἄχραντε, ἡ διά λόγου τόν Λόγον ἀνερμηνεύτως, ἐπ’ ἐσχάτων τῶν ἡμερῶν τεκοῦσα, δυσώπησον, ὡς ἔχουσα μητρικήν παρρησίαν.

Ὁ Ἱερεύς μνημονεύει ὡς δεδήλωται, ἡμῶν ψαλλόντων τό Κύριε ἐλέησον δωδεκάκις καί μετά τήν ἐκφώνησιν:

Κοντάκιον. Ἦχος γ’. Τήν ὡραιότητα.
Σεπτήν Εἰκόνα Σου, Ὄπτινας καύχημα τιμῶμεν, Δέσποινα, Σοί ἀναμέλποντες ὠδάς καί ὕμνους, Ἀγαθή, πρεσβείας Σου ἐξαιτοῦντες· πᾶσι γάρ θαυμάσια ἐκτελεῖ Σόν ἐκτύπωμα, προσαγορευόμενον παρ’ ἡμῖν Σιτοδότρια· καί νῦν ὑπέρ ἡμῶν ἐκδυσώπει τόν Υἱόν Σου Θεοτόκε.

Καί εὐθύς τό Προκείμενον.
Μνησθήσομαι τοῦ ὀνοματός σου ἐν πάσῃ γενεᾷ καί γενεᾷ. (Δίς).
Στίχ. Ἄκουσον, Θύγατερ, καί ἴδε καί κλῖνον τό οὗς Σου καί ἐπιλάθου τοῦ λαοῦ Σου καί τοῦ οἴκου τοῦ πατρός Σου καί ἐπιθυμήσει ὁ Βασιλεύς τοῦ κάλλους Σου. 
Μνησθήσομαι τοῦ ὀνόματός σου ἐν πάσῃ γενεᾷ καί γενεᾷ.

Ὁ Ἱερεύς: Καί ὑπέρ τοῦ καταξιωθῆναι ἡμᾶς τῆς ἀκροάσεως τοῦ ἁγίου Εὐαγγελίου, Κύριον τόν Θεόν ἡμῶν ἱκετεύσωμεν.

Ὁ χορός: Κύριε ἐλέησον (γ’).

Ὁ Ἱερεύς: Σοφία. Ὀρθοί ἀκούσωμεν τοῦ ἁγίου Εὐαγγελίου. Εἰρήνη πᾶσι.

Ὁ χορός: Καί τῷ πνεύματί σου.

Ὁ Ἱερεύς: Ἐκ τοῦ κατά Λουκᾶν ἁγίου Εὐαγγελίου, τό ἀνάγνω-σμα. Σοφία, πρόσχωμεν.

Ὁ χορός: Δόξα Σοι, Κύριε, δόξα Σοι.
Ἐν ταῖς ἡμέραις ἐκείναις, ἀναστᾶσα Μαριάμ, ἐπορεύθη εἰς τήν Ὀρεινήν μετά σπουδῆς, εἰς πόλιν Ἰοῦδα. Καί εἰσῆλθεν εἰς τόν οἶκον Ζαχαρίου καί ἠσπάσατο τήν Ἐλισάβετ. Καί ἐγένετο, ὡς ἤκουσεν Ἐλισάβετ τόν ἀσπασμόν τῆς Μαρίας, ἐσκίρτησε τό βρέφος ἐν τῇ κοιλίᾳ αὐτῆς. Καί ἐπλήσθη Πνεύματος Ἁγίου ἡ Ἐλισάβετ καί ἀνεφώνησε φωνῇ μεγάλῃ καί εἶπεν. Εὐλογημένη σύ ἐν γυναιξί καί εὐλογημένος ὁ καρπός τῆς κοιλίας σου. Καί πόθεν μοι τοῦτο, ἵνα ἔλθῃ ἡ μήτηρ τοῦ Κυρίου μου πρός με; Ἰδού γάρ, ὡς ἐγένετο ἡ φωνή τοῦ ἀσπασμοῦ σου εἰς τά ὦτά μου, ἐσκίρτησε τό βρέφος ἐν ἀγαλλιάσει ἐν τῆ κοιλίᾳ μου. Καί μακαρία ἡ πιστεύσασα, ὅτι ἔσται τελείωσις τοῖς λελαλημένοις αὐτῇ παρά Κυρίου. Καί εἶπε Μαριάμ. Μεγαλύνει ἡ ψυχή μου τόν Κύριον καί ἠγαλλίασε τό πνεῦμα μου ἐπί τῷ Θεῷ τῷ σωτῆρί μου. Ὅτι ἐπέβλεψεν ἐπί τήν ταπείνωσιν τῆς δούλης Αὐτοῦ. Ἰδού γάρ ἀπό τοῦ νῦν μακαριοῦσί με πᾶσαι αἱ γενεαί· ὅτι ἐποίησέ μοι μεγαλεῖα ὁ Δυνατός καί ἅγιον τό ὄνομα Αὐτοῦ. Ἔμεινε δέ Μαριάμ σύν αὐτῇ ὡσεί μῆνας τρεῖς καί ὑπέστρεψεν εἰς τόν οἶκον αὐτῆς.

Ὁ χορός: Δόξα Σοι, Κύριε, δόξα Σοι.

Δόξα. Ἦχος β’.
Ταῖς τῆς Θεοτόκου πρεσβείαις, Ἐλεῆμον, ἐξάλειψον τά πλήθη τῶν ἐμῶν ἐγκλημάτων.

Καί νῦν.
Τῆς Σιτοδοτρίας πρεσβείαις Ἐλεῆμον, ἐξάλειψον τά πλήθη τῶν ἐμῶν ἐγκλημάτων.

Στίχ. Ἐλεῆμον, ἐλέησόν με ὁ Θεός κατά τό μέγα ἔλεός Σου καί κατά τό πλῆθος τῶν οἰκτιρμῶν Σου ἐξάλειψον τό ἀνόμημά μου.

Ἦχος πλ. β’. Ὅλην ἀποθέμενοι.
Ὄλβον ἀναφαίρετον, τήν θαυμαστήν Σου Εἰκόνα, ἡ Ῥωσία ἔχουσα, θείᾳ εὐδοκίᾳ Σου, Κόρη Πάντιμε· ἐν Ὀπτίνᾳ αὗτη γάρ, ὑπό Ἀμβροσίου ἱστορήθη ἵνα πάντοτε ἡμῖν ὑπομιμνήσκει τά ἐλέει Σου· σώζει δέ ἐκ θλίψεων, τούς ἐν πίστει ταύτῃ προστρέχοντας. Ὅθεν πάντας σκέπε ἡμᾶς τούς καταφεύγοντας πρός Σέ καί αἰτουμένους, Πανύμνητε, τήν Σήν θείαν ἀντίληψιν.

Εὐθύς ἐκφωνεῖται ὑπό τοῦ Ἱερέως ἡ λιτανευτική ἱκεσία:
Σῶσον ὁ Θεός τόν λαόν Σου καί εὐλόγησον τήν κληρονομίαν Σου. Ἐπίσκεψαι τόν κόσμον Σου ἐν ἐλέει καί οἰκτιρμοῖς, ὕψωσον κέρας Χριστιανῶν Ὀρθοδόξων καί κατάπεμψον ἡμῖν τά ἐλέη Σου τά πλούσια.
Πρεσβείαις τῆς Παναχράντου Δεσποίνης ἡμῶν Θεοτόκου καί Ἀειπαρθένου Μαρίας, Ἧς τήν Εἰκόνα τῆς Σιτοδοτρίας τιμῶμεν.
Δυνάμει τοῦ Τιμίου καί Ζωοποιοῦ Σταυροῦ.
Προστασίαις τῶν Τιμίων, Ἐπουρανίων Δυνάμεων Ἀσωμάτων.
Ἱκεσίαις τοῦ Τιμίου, Ἐνδόξου Προφήτου Προδρόμου καί Βαπτιστοῦ Ἰωάννου.
Τῶν Ἁγίων Ἐνδόξων καί Πανευφήμων Ἀποστόλων.
Τῶν ἐν Ἁγίοις Πατέρων ἡμῶν, Μεγάλων Ἱεραρχῶν καί Οἰκουμενικῶν Διδασκάλων: Βασιλείου τοῦ Μεγάλου, Γρηγορίου τοῦ Θεολόγου καί Ἰωάννου τοῦ Χρυσοστόμου· Ἀθανασίου καί Κυρίλλου, Ἰωάννου τοῦ Ἐλεήμονος, Πατριαρχῶν Ἀλεξανδρείας· Νικολάου Ἐπισκόπου Μύρων τῆς Λυκίας καί Σπυρίδωνος Ἐπισκόπου Τριμυθοῦντος, τῶν Θαυματουργῶν.

Τῶν ἁγίων, ἐνδόξων καί καλλινίκων Μαρτύρων.

Τῶν Ἁγίων ἐνδόξων Μεγαλομαρτύρων Γεωργίου τοῦ Τροπαιοφόρου, Δημητρίου τοῦ Μυροβλύτου, Θεοδώρου τοῦ Τήρωνος καί Θεοδώρου τοῦ Στρατηλάτου.
Τῶν ἁγίων Ἱερομαρτύρων Χαραλάμπους καί Ἐλευθερίου.
Τῶν Ὁσίων καί Θεοφόρων Πατέρων ἡμῶν.
(Τοῦ Ἁγίου τοῦ Ναοῦ, ἐφ’ ὅσον δέν ἐμνημονεύθη ἐν τοῖς ἄνω).

Τῶν Ἁγίων καί Δικαίων Θεοπατόρων Ἰωακείμ καί Ἄννης.

 

(Τῶν Ἁγίων τῆς ἡμέρας).

 

Καί Πάντων Σου τῶν Ἁγίων.

Ἱκετεύομέν Σε, Μόνε Πολυέλεε Κύριε, ἐπάκουσον ἡμῶν τῶν ἁμαρτωλῶν δεομένων Σου καί ἐλέησον ἡμᾶς.

Ὁ χορός: Κύριε ἐλέησον (12).

Καί ἐπισφραγίζει ὁ Ἱερεύς μετά τῆς δοξολογικῆς ἐκφωνήσεως:
Ἐλέει καί οἰκτιρμοῖς καί φιλανθρωπίᾳ τοῦ Μονογενοῦς Σου Υἱοῦ, μεθ’ Οὗ εὐλογητός εἶ, σύν τῷ Παναγίῳ καί Ἀγαθῷ καί Ζωοποιῷ Σου Πνεύματι, νῦν καί ἀεί καί εἰς τούς αἰῶνας τῶν αἰώνων.

Ὁ χορός: Ἀμήν.

Καί ἀποπληροῦμεν τάς λοιπάς ὠδάς τοῦ Κανόνος:

Ὠδή ζ’. Ὁ Εἱρμός. Οἱ ἐκ τῆς Ἰουδαίας.
Ὑπεραγία Θεοτόκε σῶσον ἡμᾶς.
Πατρίδος Ἑλληνίδος μνήσθητι, Θεοτόκε, ὡς Πόλεως Κωνσταντίνου ποτέ· Ὑπέρμαχον γάρ ταύτης καί Στρατηγόν ἐν πίστει Σέ ἐπιγράφεται ψάλουσα· ὁ τῶν Πατέρων ἡμῶν Θεός εὐλογητός εἶ.

Ὑπεραγία Θεοτόκε σῶσον ἡμᾶς.
Ἴασαι τῆς ψυχῆς μου τόν πόνον, Παναγία, ἡ Ὀρθοδόξων προστάτης καί πρόμαχος· Σῆ γάρ προσπίπτω, Κόρη, τῇ Σῇ ἐπιστασίᾳ καί γηθοσύνως κραυγάζω Σοι· ὁ τῶν Πατέρων ἡμῶν Θεός εὐλογητός εἶ.

Δόξα.
Πῦρ τό τῆς ἁμαρτίας, Παρθένε, τόν Σόν δοῦλον καταναλίσκει, πλήν σπεῦσον ῥυσθῆναι με· κατάσβεσον τήν φλόγαν, εὐχαῖς πρός τόν Υἱόν Σου, ἵνα εὐγνωμόνως κραυζάγω Σοι· ὁ τῶν Πατέρων ἡμῶν Θεός εὐλογητός εἶ.

Καί νῦν.
Τίμιος ἐναντίον Κυρίου τοῦ Ὁσίου ἀναδέδεικται θάνατος, Δέσποινα· τοῦ θείου Ἀμβροσίου, αὐτόν γάρ ἡ Εἰκών Σου Σιτοδοτρίας ηὐλόγησε ψάλλοντα· ὁ τῶν Πατέρων ἡμῶν Θεός εὐλογητός εἶ.

Ὠδή η’. Ὁ Εἱρμός. Τόν Βασιλέα τῶν οὐρανῶν.

Ὑπεραγία Θεοτόκε σῶσον ἡμᾶς.

Ὠραιοτάτη ἡ μορφή Σῆς Εἰκόνος, Σιτοδοτρίας, εὐσυμπάθητε Κόρη, πρός ἧν τό γόνυ ψυχῆς κλίνωμεν πάντες.

Ὑπεραγία Θεοτόκε σῶσον ἡμᾶς.
Ἄνασσα Κόρη, Σιτοδοτρίας Εἰκόνι προσπεσόντες οἱ πιστοί ἀναβοῶμεν· σπεῦσον, Παρθένε, ἀπάλλαξον ἐν τάχει.

Δόξα.
Ναῷ Σου θείῳ ἐν Ὄπτινα, Παρθένε, χαίρουσα σπεύδει πληθύς τῶν Ὀρθοδόξων, τυχεῖν συγγνώμης, ἐλέους τε βοηθείας.

Καί νῦν.
Τῆς Βασιλείας, Παρθένε, τοῦ Υἱοῦ Σου τύχοιμεν πάντες Ὀρθόδοξοι ποθοῦμεν, Σῇ μεσιτείᾳ, δεήσι καί βοηθείᾳ.

Ὠδή θ’. Ὁ Εἱρμός. Κυρίως Θεοτόκον.

Ὑπεραγία Θεοτόκε σῶσον ἡμᾶς.

Ὠραῖος κάλει πάντων ἀνθρώπων πέλει, Μῆτερ, ὁ Σός Υἱός πρός Ὅν τήν δέησιν ἔκχεε, ἵνα ῥυσθῶμεν διά Σοῦ κρίσεως βαρυτάτης.

Ὑπεραγία Θεοτόκε σῶσον ἡμᾶς.
Νικῆσαι τοῦ Βελίαρ τάς μηχανάς, Παρθένε, Σῇ βοηθείᾳ ἐλπίζομεν πάντοτε, πρός Σόν Υἱόν ταῖς Σαῖς λιταῖς, δι’ ὧν βεβαίως οἱ πάντες σωζόμεθα.

Ὑπεραγία Θεοτόκε σῶσον ἡμᾶς.
Ἴασαι τῆς ψυχῆς μου τό ἄλγος, Θεοτόκε, ὅτι συνθλίβει ἐντόνως τόν δοῦλον Σου· καί δώρησαί μοι τήν χαράν, ἵνα ὑμνῶ Σε, κλεινή Σιτοδότρια.

Δόξα.
Ὄμματι εὐσπλαχνίας βλέψον ἡμῖν ἐν τάχει καί τοῖς δούλοις Σου χείραν ἔκτεινον· Σέ γάρ μητέρα ἡμῶν κατά χάριν κηρύττομεν.

Καί νῦν.
Σάλον τόν τῆς ψυχῆς μου καί ἄλγος καί ὀδύνην, ταῖς Σαῖς πρεσβείαις κατάστειλον δέομαι· Σῆ γάρ προσφεύγω τά νῦν, σεπτή Σιτοδότρια.

Καί εὐθύς, τοῦ Ἱερέως θυμιῶντος τό Ἱερόν Θυσιαστήριον καί τόν εὐσεβῆ λαόν, ψάλλονται τά παρόντα Μεγαλυνάρια:
Ἄξιον ἐστιν ὡς ἀληθῶς, μακαρίζειν Σε τήν Θεοτόκον, τήν ἀειμακάριστον καί παναμώμητον καί μητέρα τοῦ Θεοῦ ἡμῶν. Τήν τιμιωτέραν τῶν Χερουβείμ καί ἐνδοξοτέραν ἀσυγκρίτως τῶν Σεραφείμ, τήν ἀδιαφθόρως Θεόν Λόγον τεκοῦσαν, τήν ὄντως Θεοτόκον Σέ μεγαλύνομεν.
Εἰκόνι Σου τῇ θείᾳ πανευλαβῶς προσπίπτωμεν, Κόρη, οἱ ἐν θλίψεσι τῆς ψυχῆς, αἰτούμενοι δι’ αὐτῆς τήν Σήν γενναῖαν καί ἀναγκαῖαν τοῖς πᾶσι ἀντίληψιν.
Ἑλλάδος ἁπάσης τήν ὁδηγόν, Γένους Ὀρθοδόξων τήν προστάτην καί βοηθόν Σιτοδοτρίας τήν Εἰκόνα νῦν τιμῶμεν, ὡς τῆς Παρθένου λαμπρόν ἀποτύπωμα.
Κατάπαυσον τόν τάραχον τῆς ψυχῆς τῶν δούλων Σου, Κόρη, Θεοπόθητε Μαριάμ, καί δώρησαι εἰρήνην Σοῖς ἱκέταις, ὅπως μή παύουν τοῦ μεγαλύνειν Σε.
Βάρος, Παρθένε, ἐν τῇ ψυχῇ καί ἄλγος καί πόνος ἐπιπολάζει νῦν ἐφ’ ἡμᾶς· Σύ ἄρον τόν ζυγόν τῆς ἁμαρτίας, ἧ ὡς μεσότοιχον τοῦ Υἱοῦ Σου χωρίζει ἡμᾶς.
Φράγκων, Σαξώνων καί  Ἀλανῶν, Βανδάλων, Λατίνων, Βησιγότθων, Σκανδιναυῶν ταπείνωσον, Κόρη, ὀφρύν  τήν  ἐπηρμένην, ἐπιβουλῆς  δέ  τούτων  ἡμᾶς  ἀπάλλαξον.
Ὡς  πᾶλαι  ἐδωρήσω  θείαν  ἰσχύν  τῷ  Νέβσκι  Ἀλαξάνδρῳ, καθυποτάξαι  τούς  Ἀλανούς, Τεύτονας  τε  ἄλλους  ἐχθρούς  Ὀρθοδοξίας, οὕτω  καί  νῦν,  Παρθένε, ἡμᾶς  ἐνίσχυσον.
Ἀμβροσίῳ τῷ Γέροντι οἱ πιστοί, προσπίπτομεν πάντες οἱ κινδυνεύοντες εὐλαβῶς· ἆρον τάς χεῖρας Πάτερ θεῖε πρός τήν Παρθένον καί ἔλεος ὄμβρισον.

Τό Μεγαλυνάριον τοῦ Ἁγίου τοῦ Ναοῦ ἤ τοῦ Ἁγίου τῆς ἡμέρας. Καί κλείομεν μετά τοῦ

Πᾶσαι τῶν Ἀγγέλων αἱ στρατιαί, Πρόδρομε Κυρίου, Ἀποστόλων ἡ δωδεκάς, οἱ Ἅγιοι Πάντες μετά τῆς Θεοτόκου, ποιήσατε πρεσβείαν εἰς τό σωθῆναι ἡμᾶς.

Τό Τρισάγιον καί τά Τροπάρια ταῦτα.

Ἦχος πλ. β΄.

Ἐλέησον ἡμᾶς, Κύριε, ἐλέησον ἡμᾶς, πάσης γάρ ἀπολογίας ἀποροῦντες, ταύτην Σοι τήν ἱκεσίαν, ὡς Δεσπότῃ, οἱ ἁμαρτωλοί προσφέρομεν, ἐλέησον ἡμᾶς.

Δόξα.
Κύριε ἐλέησον ἡμᾶς, ἐπί Σοί γάρ πεποίθαμεν. Μή ὀργισθῆς ἡμῖν σφόδρα, μηδέ μνησθῆς τῶν ἀνομιῶν ἡμῶν. Ἀλλ’ ἐπίβλεψον καί νῦν ὡς εὔσπλαχνος καί λύτρωσαι ἡμᾶς ἐκ τῶν ἐχθρῶν ἡμῶν. Σύ γάρ εἶ Θεός ἡμῶν καί ἡμεῖς λαός Σου, πάντες ἔργα χειρῶν Σου καί τό ὄνομά Σου ἐπικεκλήμεθα.

Καί νῦν.
Τῆς εὐσπλαχνίας τήν πύλην ἄνοιξον ἡμῖν, εὐλογημένη Θεοτόκε, ἐλπίζοντες εἰς Σέ μή ἀστοχήσομεν, ῥυσθείημεν διά Σοῦ τῶν περιστάσεων· Σύ γάρ ἡ σωτηρία τοῦ γένους τῶν Χριστιανῶν.

Εἶτα ὁ Ἱερεύς τήν Ἐκτενῆ Δέησιν, ἡμῶν ψαλλόντων τό λιτανευτικόν Κύριε ἐλέησον, τρίς (3) μεθ’ ἑκάστην δέησιν, ἐξαιρέσει τῆς πέμπτης δεήσεως, μεθ’ ἧν ψάλλεται τοῦτο τεσ-σαράκοντα (40).

Ἐλέησον ἡμᾶς ὁ Θεός, κατά τό μέγα ἔλεός Σου, δεόμεθά Σου, ἐπάκουσον καί ἐλέησον.
Ἔτι δεόμεθα, ὑπέρ τοῦ Ἀρχιεπισκόπου ἡμῶν (δεῖνος) καί πάσης τῆς ἐν Χριστῷ ἡμῶν ἀδελφότητος.
Ἔτι δεόμεθα, ὑπέρ ἐλέους, ζωῆς, εἰρήνης, ὑγείας, σωτηρίας, ἐπισκέψεως, συγχωρήσεως καί ἀφέσεως τῶν ἁμαρτιῶν, πάντων τῶν εὐσεβῶν καί Ὀρθοδόξων Χριστιανῶν.
Ἔτι δεόμεθα καί ὑπέρ τῶν δούλων τοῦ Θεοῦ… (καί μνημονεύονται τά ὀνόματα τῶν ὑπέρ ὧν ἡ Ἱερά Παράκλησις τελεῖται).
Ἔτι δεόμεθα, ὑπέρ τοῦ διαφυλαχθῆναι τήν ἁγίαν Ἐκκλησίαν (ἤ Μονήν) καί πόλιν (ἤ νῆσον) ταύτην καί πᾶσαν πόλιν καί χώραν, ἀπό ὀργῆς, λοιμοῦ, λιμοῦ, σεισμοῦ, καταποντισμοῦ, πυρός, μαχαίρας, ἐπιδρομῆς ἀλλοφύλων, ἐμφυλίου πολέμου καί αἰφνιδίου θανάτου. Ὑπέρ τοῦ ἵλεων, εὐμενῆ καί εὐδιάλλακτον γενέσθαι τόν Ἀγαθόν καί Φιλάνθρωπον Θεόν ἡμῶν, τοῦ ἀποστρέψαι καί διασκεδάσαι πᾶσαν ὀργήν καί νόσον, τήν καθ’ ἡμῶν κινουμένην καί ῥύσασθαι ἡμᾶς ἐκ τῆς ἐπικειμένης δικαίας Αὐτοῦ ἀπειλῆς καί ἐλεῆσαι ἡμᾶς.
Ἔτι δεόμεθα, ὑπέρ τοῦ εἰσακοῦσαι Κύριον τόν Θεόν, φωνῆς τῆς δεήσεως ἡμῶν τῶν ἁμαρτωλῶν καί ἐλεῆσαι ἡμᾶς.
Ἐπάκουσον ἡμῶν, ὁ Σωτήρ ἡμῶν, ἡ ἐλπίς πάντων τῶν περάτων τῆς γῆς καί τῶν ἐν θαλάσσῃ μακράν καί ἵλεως, ἵλεως γενοῦ ἡμῖν, Δέσποτα, ἐπί ταῖς ἁμαρτίαις ἡμῶν καί ἐλέησον ἡμᾶς. Ἐλεήμων γάρ καί Φιλάνθρωπος Θεός ὑπάρχεις καί Σοί τήν δόξαν ἀναπέμπομεν, τῷ Πατρί καί τῷ Υἱῷ καί τῷ Ἁγίῳ Πνεύματι, νῦν καί ἀεί καί εἰς τούς ἀιῶνας τῶν αἰώνων.

Ὁ χορός: Ἀμήν.

Δόξα. Ἀπολυτίκιον τῆς Σιτοδοτρίας. Ἦχος α’. Τῆς ἐρήμου πολίτης.
Τῇ σεπτῇ Σου Εἰκόνι Σιτοδοτρίας προσπίπτωμεν, κλίνοντες τό γόνυ, Παρθένε, τῆς ψυχῆς καί τοῦ σώματος· δεόμενοι ἀντιλήψεως, Ἁγνή, πρεσβείαις πρός Υἱόν Σου καί λιταῖς· ἵνα τύχωμεν, Παρθένε, τῆς παρ’ Αὐτοῦ πλημελημάτων ἀφέσεως. Δόξα τοῖς μεγαλείοις Σου, Σεμνή, δόξα τοῖς θαυμασίοις Σου, δόξα ὑπερβαλόντως, Κόρη, τῇ δυναστείᾳ Σου.

Ἀπολυτίκιον τοῦ ἁγ. Ἀμβροσίου τῆς Ὄπτινα. Ἦχος ὁ αὐτός.
Τῶν ἐν Ὄπτινᾳ Γερόντων ἀνυμνοῦμεν τόν πρύτανην, τόν ἐν ἁγιότητι μέγαν, θεοφόρον Ἀμβρόσιον· καί τούτου τῇ Εἰκόνι τῇ σεπτῇ Σιτοδοτρίας τῆς Παρθένου, εὐλαβῶς προσπίπτωμεν κινδυνεύοντες οἱ πιστοί, μετά θέρμης ἀναβοῶντες· πρόφθασον ταῖς λιταῖς Σου πρός Θεόν, ἄρον δεινήν περίστασιν, ἔπαρον ὑπέρ ἡμῶν τάς χεῖρας, Ὅσιε.

Ὑπό τοῦ Ἱερέως Ἀπόλυσις. Καί τῶν Χριστιανῶν ἀσπαζομένων τήν Εἰκόνα τῆς Ὑπεραγίας Θεοτόκου καί τοῦ ἁγ. Ἀμβροσίου καί χριομένων δι’ ἁγίου ἐλαίου, ψάλλονται τά παρόντα Τροπάρια:

Ἦχος β’. Ὅτε ἐκ τοῦ ξύλου.
Πάντας τούς προσπίπτοντας πιστῶς, τῇ Σῇ πανυπερτίμῳ Εἰκόνι, Σιτοδοτρίας σεπτῆς, ῥύου πάσης θλίψεως καί περιστάσεως· τῶν παθῶν δέ διάλυσον τόν σάλον, Παρθένε, ἅπασι παρέχουσα χάριν σωτήριον· Σύ γάρ ἡμῶν ἡ προστάτις καί πιστῶν ἁπάντων ἡ σκέπη πέλεις, οἷα Μήτηρ τοῦ Παντάνακτος.

Ἦχος πλ. δ’.
Δέσποινα πρόσδεξαι τάς δεήσεις τῶν δούλων Σου καί λύτρωσαι ἡμᾶς ἀπό πάσης ἀνάγκης καί θλίψεως.

Ἦχος β’.
Τήν πᾶσαν ἐλπίδα μου εἰς Σέ ἀνατίθημι, Μήτερ τοῦ θεοῦ, φύλαξόν με ὑπό τήν σκέπην Σου.

Ὁ Ἱερεύς: Δι’ εὐχῶν τῶν Ἁγίων Πατέρων ἡμῶν, Κύριε Ἰησοῦ Χριστέ ὁ Θεός, ἐλέησον καί σῶσον ἡμᾶς,Ἀμήν.
Από το Ιστολόγιο-ΤΟ ΣΥΝΑΞΑΡΙΟ ΤΗΣ ΕΚΚΛΗΣΙΑΣ 
Κατηγορίες:AΞΙΟΛΟΓΑ, ΥΜΝΟΓΡΑΦΙΑ
Follow

Get every new post delivered to your Inbox.

Join 28 other followers