Αρχείο

Archive for the ‘ΣΤΑΡΕΤΣ ΣΕΡΑΦΕΙΜ ΡΟΟΥΖ’ Category

Αμερικανίδα καλλιτέχνις ερημίτισσα των δασών

Σεπτεμβρίου 28, 2011 Γράψτε ένα σχόλιο

Από τη Βαρβάρα Μακ Κάρθυ στη Μητέρα Μπριγκίτα

Το 1969, δυο φίλοι άφησαν πίσω τους το Σαν Φρανσίσκο και έχτισαν ένα ερημητήριο στην Πλατίνα της Καλιφόρνιας, μια περιοχή στο βουνό Νόμπλ Ριτζ, με την επιθυμία να ακολουθήσουν τη ζωή των αρχαίων πατέρων της ερήμου, αλλά και να μεταδώσουν την πολύτιμη πνευματική κληρονομιά της Ορθοδοξίας στην Αμερική. Ήταν ο Αμερικάνος Ευγένιος Ρόουζ και ο Ρώσος Γκλεμπ Ποντμοσένσκυκαι το ερημητήριό τους το αφιέρωσαν στον άγιο Γερμανό της Αλάσκας, ένα Ρώσο μοναχό του 19ου αιώνα, που με την απλότητά του και τα αγιοπνευματικά του χαρίσματα υπερασπίστηκε τους Αλεούτους απέναντι στους αποικιοκράτες, αλλά και τους βοήθησε να πλησιάσουν το Χριστό.

Έτσι ιδρύθηκε η Αδελφότητα του Αγίου Γερμανού της Αλάσκας, με την ευλογία του αγίου Ιωάννη Μαξίμοβιτς του Θαυματουργού, πνευματικού πατέρα των δύο φίλων, και του αγίου Γέροντα Σωφρόνιου Σαχάρωφ, την ευλογία του οποίου ζήτησαν και έλαβαν με επιστολή. Εκεί έγραφαν και τύπωναν το περιοδικόΟρθόδοξος Λόγος (The Orthodox Word), επιλέγοντας συνειδητά χειροκίνητα μηχανήματα παλαιάς τεχνολογίας, σε μια προσπάθεια αντίστασης στον πειρασμό του καταναλωτισμού. Το περιοδικό εκδίδεται ακόμη αλλά και η δράση της Αδελφότητας είναι σημαντική και σήμερα.

 

Αργότερα, μετά από πιέσεις επισκόπων της Ρωσικής Εκκλησίας της Διασποράς, όπου υπάγονταν, οι δυο φίλοι έγιναν μοναχοί με τα ονόματα Σεραφείμ και Γερμανός και πιο μετά χειροτονήθηκαν ιερείς (ιερομόναχοι).

Παρακάτω θα δούμε κάποια στιγμιότυπα από τη ζωή της Βαρβάρας Μακ Κάρθυ, αλλά και άλλων κοριτσιών, που συνδέθηκαν με την Αδελφότητα, επειδή αγάπησαν την ερημιτική ζωή, όπως πολλές παλιές αγίες. Παλιές, είπα; Όχι μόνο παλιές, γιατί και σήμερα υπάρχουν πολλές αγίες ορθόδοξες ερημίτισσες, αθέατες ή ακατανόητες για τους πολλούς…

Α. Μια φωνή που ψάλλει τις νύχτες στα δάση
π. Δαμασκηνού, π. Σεραφείμ Ρόουζ, Η ζωή και τα έργα τουτόμ. Β΄, Μυριόβιβλος 2007, σελ. 329-334. Κεφ. «Η Έρημος για τις γυναίκες της Αμερικής».
Ήταν Φεβρουάριος του 1975 όταν η Νίνα ήρθε στο ερημητήριο της Πλατίνα και είπε στους πατέρες ότι σκεφτόταν όλο και περισσότερο να ζήσει μία ήρεμη ζωή στην επαρχία. Είχε βρει άλλη μια νέα γυναίκα με το ίδιο ενδιαφέρον, μια σπουδάστρια κλασικού τραγουδιού ονόματι Βαρβάρα Μακ Κάρθυ.
«Τόσο η Νίνα όσο και η Βαρβάρα» σημείωσε ο π. Σεραφείμ «ονειρεύονται μια ζωή ησυχαστική», «μετριοπαθή». «Πόση όμως ταπείνωση και εμπιστοσύνη και αγωνιστικότητα, και πραγματική αυτοπειθαρχία πρέπει να έρθουν πρώτα!».
Η Βαρβάρα, που είχε μεταστραφεί στην ορθοδοξία το 1968, είχε εμπνευστεί από τον μοναχισμό της ερήμου μετά την ανάγνωση του πρώιμου Ορθόδοξου Λόγου για τις ερημικές σκήτες του Καναδά. Αφήνοντας τη σταδιοδρομία της στην όπερα, το 1972 έκανε ένα προσκυνηματικό ταξίδι σε αυτές τις σκήτες και το 1974 πήγε σε μια μονή στο νησί της Χίου. Είχε μείνει στη μονή για ένα χρόνο πριν επιστρέψει στις ΗΠΑ.
Στις 5 Ιουλίου 1975 η Βαρβάρα με τη Νίνα επισκέφθηκαν το Ερημητήριο του Αγίου Γερμανού για πρώτη φορά. «Μετά από διάφορες μοναχικές εμπειρίες» έγραφε ο π. Σεραφείμ, «η Βαρβάρα αναζητά ακόμη ένα ήσυχο μέρος για μοναχικά αγωνίσματα· ερωτεύτηκε τη σκήτη μας». Ο π. Γερμανός θυμάται ότι, σε αυτή την πρώτη επίσκεψη, του είπε με έντονο ύφος: «Επιθυμώ ό,τι έχετε εδώ. Θέλω την έρημο!».
Σε λιγότερο από δυο εβδομάδες η Βαρβάρα επέστρεψε στο ερημητήριο μόνη της, μέσα στον ιδρώτα, αφού είχε περπατήσει το μισό δρόμο από το Ρέντινγκ και είχε περάσει τη νύχτα μέσα στην ερημιά. Ο ερχομός της ήταν μια έκπληξη για τους πατέρες… Η Βαρβάρα έμεινε για τρεις ημέρες στον ξενώνα έξω από το μοναστήρι, διαβάζοντας τις πνευματικές συμβουλές του Αββά Δωρόθεου και προσφέροντας λίγη εργασία. «Θέλει να πάει στο δάσος» έγραψε ο π. Σεραφείμ στο Χρονικό του. Φοβούμενοι ότι μπορεί να απομακρύνει και να χάσει από τα μάτια της τη νηφάλια πραγματικότητα της ορθόδοξης ζωής, οι πατέρες προσπάθησαν να συγκρατήσουν το ζήλο της. Άφησε το ερημητήριο με την ιδέα της μετάβασής της στην Έτνα με τη Νίνα, για να αρχίσει μια ήρεμη ημι-μοναστική ζωή.
Στην Έτνα, η Νίνα ζούσε κοντά στους Γιανγκ [οικογένεια ορθόδοξων Αμερικανών υψηλής πνευματικότητας], ενώ η Βαρβάρα ζούσε μόνη της σε ένα χρυσωρυχείο που ανήκε στη θεία της Σούζαν Γιανγκ… Τον Οκτώβριο η Βαρβάρα, που ζούσε ακόμα στην Έτνα, αρρώστησε σοβαρά και έπρεπε να επιστρέψει στο πατρικό της στο Οχάιο, για να αναρρώσει. «Ήταν σε θέση να μιλήσει ελάχιστα εξ αιτίας της ασθένειάς της, αλλά έφυγε με δάκρυα· προφανώς συγκινήθηκε πολύ»…
Το επόμενο καλοκαίρι επέστρεψε. Τίποτα δεν είχε αλλάξει στον προσανατολισμό της: η νοσταλγία της ερήμου ήταν πιο δυνατή παρά ποτέ. Παρέμεινε για μια εβδομάδα στον ξενώνα της μονής και, όπως ο π. Σεραφείμ κατέγραψε, «ήταν πολύ ευτυχής κάνοντας υπακοή για να σκάψει τα θεμέλια ενός μικρού σπιτιού (στην άλλη πλευρά της κορυφογραμμής). Συμμετείχε στις ακολουθίες και στην τράπεζά μας [στο κοινό γεύμα] πολύ διακριτικά, έχοντας αναθαρρήσει με το σκάψιμο και τη θέα του φαραγγιού». … «Ο π. Γερμανός της έδωσε ευλογία να μην είναι μόνη της παραπάνω από τρεις μέρες κάθε φορά, με την προϋπόθεση να ξέρουμε πού θα βρίσκεται».
Ο επίσκοπος Νεκτάριος, στο μεταξύ, ευλόγησε με χαρά τη Βαρβάρα και τη συμβούλευσε να υπομείνει, λέγοντας: «Τοποθέτησε όλη την ελπίδα σου στο Θεό και θα έρθει φως».
«Η πνευματική συγκρότηση της αδελφής Βαρβάρας» γράφει ο π. Γερμανός «ήταν βασικά καλλιτεχνική. Όπως ο π. Σεραφείμ, είχε και εκείνη μια γήινη αίσθηση του ανθρώπινου συνδέσμου με τη φύση. Το αγαπημένο βιβλίο της, το οποίο σχεδόν δεν αποχωρίστηκε ποτέ, ήταν οι Πενήντα Πνευματικές Ομιλίες του Αγίου Μακαρίου του Μεγάλου, όπου ένας υψηλός στόχος συνδέεται ξεκάθαρα με μια πρακτική, ρεαλιστική εφαρμογή. Η ανάγνωση πατερικών πηγών μαζί με την αγάπη της για τη μουσική την έκαναν να δει τη δραματική κατάσταση της ερήμου της Πλατίνα ως έργο τέχνης του Θεού, στο οποίο ήταν συμμέτοχος. Αλλά δεν της ήταν αρκετό να κρατήσει αυτό το συναίσθημα μέσα της. Θέλησε να το μοιραστεί με άλλους, ακριβώς όπως μια τραγουδίστρια, που αισθάνεται μέσω όλου του είναι της το πάθος της μουσικής, εμπνέεται εκ των άνω και το εκπέμπει σε εκείνους που θα ακούσουν. Ο χρόνος της μεταξύ των προσευχών, επομένως, καλύφθηκε με τη μετάφραση των πατερικών κειμένων από την ελληνική, την μεταγραφή των ρωσικών κειμένων για τον ερημήτικο μοναχισμό για τονΟρθόδοξο Λόγο και, κατά περιόδους, ακόμη και την εκτύπωσή τους, όταν ο π. Σεραφείμ και εγώ ήμασταν επιβαρυμένοι με άλλες δραστηριότητες.
Σε κάθε ευκαιρία, εντούτοις, η Βαρβάρα εξαφανιζόταν στην αυστηρή “εσωτερική έρημο”. Αργότερα άρχισε να μένει εκεί για εβδομάδες και ακόμη και μήνες κατά περιόδους. Προσευχόταν ολόκληρες νύχτες και μερικές φορές, κατά τη δύση του ηλίου, η φωνή της αντηχούσε στους λόφους, μεταφερόμενη από τον αέρα.
Υπήρξε ένα γεγονός, που συνέβη σε περίοδο που η αδελφότητα ήταν ανήσυχη από τη σύγκρουση με την Εκκλησία. Στην ατμόσφαιρα κυριαρχούσε ένταση και αβεβαιότητα, για τις οποίες γνώριζε η αδελφή Βαρβάρα. Εμφανίστηκε στην πύλη σε μια εσφαλμένη χρονική στιγμή και της μεταβίβασα την αγωνία μας, προτείνοντάς της να απομακρυνθεί για λίγο. Υπάκουσε ταπεινά και επέστρεψε στο δάσος. Τότε μόνον κατάλαβα ότι ίσως είχε έρθει για τρόφιμα και προμήθειες, ότι ίσως ήταν πεινασμένη. Έγραψα ένα σημείωμα όπου της ζητούσα συγγνώμη, συσκεύασα κάποια τρόφιμα και πήγα κάτω, στο σημείο του δάσους απ’ όπου έπαιρνε τις προμήθειές της, ένα καθορισμένο κιβώτιο που ήταν δεμένο σε κάποιο δέντρο.
Ήταν σούρουπο. Πήγαινα πάνω κάτω στο λόγο, ψάχνοντας το δέντρο, αλλά δε μπορούσα να το βρω εύκολα. Τότε, από το λόφο, άκουσα το όμορφο ψάλσιμό της. Αντήχησε μέσα από τον ξεροπόταμο και έσβησε μακριά, κάπου χαμηλά, ενώ στον ουρανό έλαμπε το πρώτο αστέρι της νύχτας και η ημισέληνος. Σκέφτηκα: “Πόσο ευγνώμων είναι αυτή η ψυχή για τη ζωή μας, ακόμη κι αν σε αυτή την περίπτωση είχε στερηθεί την αναγκαία τροφή!”. Κανένας από τους πρώτους αδελφούς δεν είχε εκφράσει τέτοια αγάπη για την έρημο, ούτε τέτοιο φιλότιμο για την εφαρμογή των πατερικών διδασκαλιών.
Καθώς έπεφτε η ζεστή θερινή νύχτα, η ψαλμωδία της αδελφής Βαρβάρας προκαλούσε συντριβή στην ψυχή. Ακούγοντας αυτές τις ελληνικές μελωδίες βυζαντινών ύμνων, είπα στον εαυτό μου: “Πώς μπορώ να μοιραστώ το δικό μου μικρό κομμάτι του Αγίου Όρους μαζί σου”.
Αυτό θα συνέβαινε μέσα σε μερικά χρόνια. Το Άγιο Όρος, μέσω του πνευματικού πατέρα μου εκεί, του μεγαλόσχημου μοναχού Νικόδημου, θα παραχωρούσε ευλογία και έναν μοναχικό μανδύα σε αυτή τη νεαρή αμερικανίδα που είχε αφιερώσει τον εαυτό της και την θαυμάσια φωνή της στο Θεό Δημιουργό».
Β. Η Σκήτη της Αγίας Ξένιας
π. Δαμασκηνού, π. Σεραφείμ Ρόουζ, Η ζωή και τα έργα του, τόμ.Γ΄, Μυριόβιβλος 2008, σελ. 57-58. Κεφ. «Η βασιλική οδός».
Στις 27 Νοεμβρίου 1976, ο π. Σεραφείμ έγραψε:
«Απρόσμενοι επισκέπτες έφτασαν: η Μαρία Μανσούρ, μια νεαρή γυναίκα (28) ρωσικής καταγωγής, που για χρόνια συμμετείχε σε ένα προτεσταντικό παρακλάδι (“Εξάπλωση του Ευαγγελίου”) στη Γιούρικα της Καλιφόρνιας, αλλά τώρα έχει αποφασίσει ότι πρέπει να το εγκαταλείψει και να υπηρετήσει την Ορθοδοξία. Αυτή, μαζί με τη φίλη της Σολωμονή Μίνκιν, μια πρόσφατα νεοφώτιστη από τον Ιουδαϊσμό (βαπτίστηκε από τον π. Ιωαννίκιο στο Τζόρντανβιλ), σχεδιάζει να πάει στο Νέο Ντιβέγιεβο [ορθόδοξη γυναικεία μονή στο Σπρινγκ Βάλλεϋ της Ν. Υόρκης] και να αρχίσει κάποια δραστηριότητα κάτω από την καθοδήγηση του Βλαντίκα Ανδρέα.
Ο π. Σεραφείμ (*) βαδίζει μαζί τους στη Σκήτη του Προφήτη Ηλία, συζητά μαζί τους και έχει εντυπωσιαστεί με τη θέρμη και την επιθυμία που έχουν να υπηρετήσουν το Θεό στην Ορθοδοξία με όλη τους την καρδιά και την ψυχή. Είχαν ελκυστεί από έναν προτεσταντικό οργανισμό, επειδή δεν έβρισκαν διέξοδο για τη φλογερή τους επιθυμία στην “κανονική” Ορθοδοξία (όπως την αντιλαμβανόμαστε σήμερα). … Είθε ο Θεός να μας δώσει γνώση και σοφία για να τις βοηθήσουμε!» (* σημείωση: ο π. Σεραφείμ, στο Χρονικό της Αδελφότητας, κι όταν αναφέρεται στον εαυτό του γράφει σε τρίτο πρόσωπο).
Όταν αυτές οι δυο προσκυνήτριες ήρθαν στο μοναστήρι για πρώτη φορά, η Βαρβάρα Μακ Κάρθυ έμεινε πάνω, μιλώντας μαζί τους στον ξενώνα κατά το μεγαλύτερο μέρος της νύχτας. Ήσαν κάπως σε θέση ν’ αντιληφθούν την ομορφιά που κρυβόταν στις προσπάθειες των πατέρων στην έρημο, απαλλαγμένες καθώς ήταν, όπως και εκείνοι, από την εξωτερική δόξα.
*****
π. Δαμασκηνού, π. Σεραφείμ Ρόουζ, Η ζωή και τα έργα του, τόμ. Γ΄, Μυριόβιβλος 2008, από τις σελ. 245-261. Κεφ. «Οι Αδελφές της Αγίας Ξένης».
Μετά από τη χειροτονία του π. Σεραφείμ, η Μαρία και η Σολωμονή έμεναν στον ξενώνα στο κάτω μέρος του λόφου της μονής. Είχαν παραιτηθεί από το αρχικό τους σχέδιο της μετακόμισης δίπλα στο κοινόβιο του Νέου Ντιβέγιεβο. Στην Πλατίνα είχαν βρει μια ατμόσφαιρα πιο συγγενή σε αυτές ως Αμερικανίδες, με περισσότερη έμφαση στην ιεραποστολή για τους Αμερικανούς νεοφώτιστους. Ήταν πολύ ευχαριστημένες να παραμένουν εκεί και να βοηθούν τους πατέρες στην εκδοτική εργασία τους, με την καταγραφή των μεταφράσεων από τις κασέτες. Η ειδικότητά τους ήταν να βοηθούν στην προετοιμασία για δημοσίευση των βίων των Νέων Μαρτύρων της Ρωσίας πρώτα στον Ορθόδοξο Λόγο και αργότερα σε ένα ξεχωριστό βιβλίο. …
Η Βαρβάρα, εν τω μεταξύ, παρέμεινε στο άξενο της ερήμου [=στα δάση], ερχόμενη στο μοναστήρι περιοδικά [=πού και πού].
Εκείνο τον καιρό, ακριβώς όπως οι πατέρες περίμεναν, ένας ψευδής ψίθυρος άρχισε να διαδίδεται, ότι τάχα οι πατέρες έχουν ένα «χαρέμι» στην Πλατίνα.Προς το παρόν τέτοια πράγματα δεν φάνηκαν να ενοχλούν τον π. Σεραφείμ.
«Όταν είπα στον π. Σεραφείμ πως ακούω ψιθύρους», θυμάται ο π. Αλέξιος Γιανγκ, «τα μάτια του έκλεισαν απότομα και είπε σταθερά: “Καλά, αυτό είναι πάρα πολύ κακό. Αυτές οι γυναίκες θέλουν κάτι, που ο οργανισμός της Εκκλησίας δεν θέλει –ή δεν μπορεί– να δώσει, και αν δεν τους το δώσουμε εμείς, ποιος θα τους το δώσει; Έτσι, αφήστε τις ηλικιωμένες γυναίκες να κουτσομπολεύουν· θα αναλάβουμε αυτό το ρίσκο”. Αυτό μας φανέρωσε την αδιαφορία του για τις απόψεις εκείνων που δεν κατάλαβαν ότι αυτός και ο π. Γερμανός ήταν γενικά στο στόχαστρο – κάτι που εγώ θα το έβλεπα συχνά στο διάβα του χρόνου».
…Τον Ιανουάριο του 1978, οι πατέρες άρχισαν να αναζητούν ένα κομμάτι γη όπου οι αδελφές θα μπορούσαν να εγκατασταθούν. Περιέγραψαν τις ανάγκες τους σε έναν κτηματομεσίτη, που τους πρόσφερε ένα ακίνητο στον τομέα του παλαιού νταμαριού στο  Γουάιλντγουντ (Wildwood)… [Το ακίνητο ξαφνικά πουλήθηκε σε άλλον] αλλά έπειτα ο υπεύθυνος πρόσφερε μια άλλη περιορισμένη έκταση στην περιοχή Γουάιλντγουντ, πιο μακριά από το χωριό, το οποίο είπε πως θα ταίριαζε καλύτερα σ’ αυτούς. Οι πατέρες πήγαν εκεί στις 11 Φεβρουαρίου και το βρήκαν ακριβώς όπως το ήθελαν. Τρία πόδια χιονιού στο έδαφος και, όπως ο π. Σεραφείμ αργότερα είπε, αυτό του φάνηκε σαν «ένας χειμερινός παράδεισος». Σε μια υψηλότερη κορυφή από την Πλατίνα, η απομονωμένη έκταση είχε ψηλά έλατα και κέδρους αντί για πεύκα και βαλανιδιές. Το νερό παρεχόταν από μια πηγή και ένα μικρό ρυάκι.
Η έκταση αγοράστηκε. Οι αδελφές μετακόμισαν εκεί το καλοκαίρι, ζώντας κάτω από τον ανοικτό ουρανό και μαγειρεύοντας πάνω σε μια εστία προσκόπων, ενώ έχτιζαν ένα μικρό σπίτι με παρεκκλήσι για να ζήσουν μέσα. Ένα καθάρισμα στον περιβάλλοντα χώρο γύρω από τα δέντρα χρησίμευσε ως ένα υπαίθριο παρεκκλήσι, στο οποίο οι πατέρες λειτουργούσαν περιστασιακά. Εγκαίρως μπήκαν τα θεμέλια για ένα εκκλησιαστικό κτήριο.
Ζώντας μια ημι-μοναστική ζωή στο Γουάιλντγουντ, οι αδελφές τηρούσαν έναν ελαφρώς συντομευμένο κύκλο των ακολουθιών [δηλ. των κοινών προσευχών, που έχουν μορφή τελετής & συνήθως τελούνται στην εκκλησία, έκοβαν τα καυσόξυλά τους και είχαν έναν κήπο, κοτόπουλα και κατσίκες. Σύντομα ενώθηκαν κι άλλες νέες γυναίκες από την «Εξάπλωση του Ευαγγελίου», όπως ηΝίνα [όχι η ίδια της αρχής του post], που είχε μεταστραφεί στην Ορθοδοξία μέσω του παραδείγματος της Μαρίας και της Σολωμονής.
Στις 11/24 Σεπτεμβρίου 1978 (*), καθώς οι αδελφές τελείωναν το σπίτι με το παρεκκλήσι τους, η οσία Ξένη αγιοποιήθηκε από τη Ρωσική Ορθόδοξη Εκκλησία  της Διασποράς (το 1988 και από το πατριαρχείο Μόσχας). Ο π. Σεραφείμ μετέφρασε ολόκληρη την ακολουθία της, που είχε βρεθεί στα αρχεία του αρχιεπισκόπου Ιωάννη [Μαξίμοβιτς], και οι πατέρρες τη δημοσίευσαν στον Ορθόδοξο Λόγο με την ευχή να δέεται ενώπιον του Θεού για τις αδελφές.
Όταν ο π. Γερμανός πήγε στο Άγιον Όρος το 1979, ένας από τους σκοπούς του ήταν να μιλήσει με τον π. Νικόδημο για τις αδελφές και να τον συμβουλευτεί για τον μοναχισμό των γυναικών στην Αμερική. Στο άκουσμα του θέματος, ο π. Νικόδημος τον ενθάρρυνε να θέσει τα θεμέλια για τη μοναστική ζωή στη νέα Σκήτη. Έδωσε τον μοναστικό μανδύα του, το καλπάκι του (σκούφο) και τηνπαραμάνα του (*), για την κουρά της πρώτης μοναχής, δηλώνοντας πως κανένα εμπόδιο δεν πρέπει να θεωρηθεί σοβαρό, αφού υπάρχει μια τοποθεσία όπου επιτελείται η ευχή του Ιησού, φέροντας φως στον κόσμο. Είπε πως η Σκήτη των γυναικών πρέπει κατά προτίμηση να είναι υπό μορφή απλής, ήσυχης αθωνικής Καλύβης. (* παραμάνα: ένα τετράγωνο κομμάτι ύφασμα, που φορούν κατά την κουρά τους οι μοναχοί και οι μοναχές, στο οποίο κεντιέται ένας σταυρός και τα γράμματα «Φέρω στο σώμα μου τις πληγές Ιησού» [προφανώς από τη φράση του αποστόλου Παύλου στο τέλος της Προς Γαλάτας]. Πρόκειται για το αντίστοιχο «μικρό σχήμα» της δικής μας μοναστικής παράδοσης, το οποίο οι Ρώσοι μοναχοί και μοναχές φορούν στο στήθος, δένοντάς το χιαστί στην πλάτη).
…Αν και οι πατέρες είχαν προσπαθήσει να τους οριοθετήσουν μια κοινή ζωή στο Γουάιλντγουντ, φάνηκε πως αυτές οι διαφορετικές γυναίκες είχαν διαφορετικές κλήσεις. Η Βαρβάρα, βεβαίως, ήθελε την απόλυτη ερημιτική μοναστική ζωή. Η Μαρία ήθελε να αφιερώσει τη ζωή της εξ ολοκλήρου στο Θεό και υπέθεσε ότι αυτό θα σήμαινε να γίνει μοναχή, αλλά σ’ αυτή τη φάση δεν είχε λάβει μια τελική απόφαση σχετικά με το μοναχισμό. Η Νίνα είπε ότι επιθυμούσε το μοναχισμό, αλλά δεν ήταν τόσο αποφασισμένη όπως η Βαρβάρα. Και η Σολωμονή δεν ήταν βέβαιη εάν η κλήση της ήταν να γίνει μοναχή ή να παντρευτεί.
Εξαιτίας αυτού που πίστευε ως αστάθεια και έλλειψη κοινού μοναστικού στόχου στη Σκήτη του Γουάιλντγουντ, η Βαρβάρα είχε παραμείνει έξω στο δάσος, διαμένοντας περιστασιακά στο “κελλί του ηγουμένου Ναζαρίου”, το οποίο είχε χτιστεί γι’ αυτήν στην Έτνα [λεγόταν έτσι γιατί ήταν αφιερωμένο στον άγιο Ναζάριο του Βαλαάμ  που έστειλε τους πρώτους ορθόδοξους ιεραποστόλους
στην αμερικανική ήπειρο τέλη του 18ου αι.]. Η Σολωμονή, εν τω μεταξύ, μετακόμισε από τη Σκήτη και άρχισε να εργάζεται ως νοσοκόμα στο Ρέντινγκ, απ’ όπου συνέχισε να βοηθά τους πατέρες στην έκδοση του Ορθόδοξου Λόγου.
[Στη συνέχεια οι πατέρες Σεραφείμ και Γερμανός ανέθεσαν στη Μαρία, μαζί με τον π. Αλέξιο Γιανγκ, την έκδοση της μηνιαίας εφημερίδας Ορθόδοξη Αμερική, το αρχείο της οποίας, με πολλά άρθρα τεύχος προς τεύχος, αξίζει να δείτε εδώ].
… Το απόγευμα της ημέρας της Κοίμησης της Θεοτόκου, 15/28 Αυγούστου 1980, ο π. Γερμανός ανήγγειλε ότι η κουρά (της Βαρβάρας) επρόκειτο να πραγματοποιηθεί την επόμενη μέρα [κουρά: η τελετή, με την οποία κάποιος γίνεται μοναχός].
Η ακολουθία της κουράς πραγματοποιήθηκε στο Γουάιλντγουντ πριν από τη θεία λειτουργία, με παρόντες πολλούς προσκυνητές. Δεδομένου ότι η εκκλησία  ήταν ακόμη ατελής, οι ακολουθίες πραγματοποιήθηκαν στο υπαίθριο παρεκκλήσι. Ήταν συγκινητικό για τους προσκυνητές να παρακολουθούν την ακολουθία στο δάσος, μπροστά από ένα μεγάλο ξύλινο σταυρό και την εικόνα του Σωτήρα, που είχε δοθεί ως ευλογία από τον γέροντα Μιχαήλ του Βαλαάμ.
Όταν η αδελφή Βαρβάρα ήρθε μπροστά για την κουρά, ο π. Σεραφείμ την κάλυψε με το μανδύα του – με τον τρόπο αυτό γινόταν «ο γέροντάς της» [ο πνευματικός της οδηγός]. Κάνοντάς την (σταυροφόρα) μοναχή, ο π. Γερμανός της έδωσε το όνομα Μπριγκίτα, το όνομα της πρώτης γυναίκας μοναχής και αγίας της ιρλανδικής χώρας των προγόνων της. Πριν απ’ αυτό, ο π. Σεραφείμ την είχε ενθαρρύνει να έλθει σε επαφή με τις δυτικές ορθόδοξες ρίζες της και με την ανάγνωση των βίων και των γραφών των  δυτικών (ειδικά Κελτών) Αγίων και Πατέρων.
Στην ίδια ακολουθία, η Νίνα έγινε ρασοφόρα μοναχή – ένα προπαρασκευαστικό στάδιο πριν από την τελική κουρά. Η ακολουθία τελείωσε, οι μοναχές έπρεπε να παραμείνουν, σύμφωνα με την παράδοση, για τρεις μέρες και τρεις νύχτες στην εκκλησία– σ’ αυτή την περίπτωση, μια υπαίθρια εκκλησία  μέσα στο δάσος – προσευχόμενες για τον κόσμο.
Ο π. Σεραφείμ έγινε ο πνευματικός πατέρας των νέων μοναχών της Σκήτης της Αγίας Ξένη. Μια εβδομάδα μετά από την κουρά και τη ρασοφορία τους ξαναπήγε στη Σκήτη και σημείωσε στο Χρονικό του ότι βρήκε τις μοναχές «γαλήνιες και ευτυχισμένες».
Η συνέχεια
Υπό την καθοδήγηση της μητέρας Μπριγκίτας και με τη σαφήνεια του μοναστικού σκοπού, για τον οποίο ιδρύθηκε, η Σκήτη αναπτύχθηκε. Οι μοναχές τελείωσαν μια ξύλινη εκκλησία  κατά την παράδοση της Ρωσικής Βόρειας Θηβαΐδας, όπου έκαναν τον καθημερινό κύκλο των ακολουθιών και όπου οι πατέρες Σεραφείμ και Γερμανός έρχονταν να λειτουργήσουν. Το 1981 μια δεκαεπτάχρονη νεοφώτιστη ορθόδοξη ήρθε στη Σκήτη, την οποία διάλεξε για να αφιερώσει τη ζωή της στο Θεό· και άλλες νέες γυναίκες νεοφώτιστες ήρθαν αργότερα. Έχτισαν τα μικρά κελλιά τους από ξύλα του δάσους, βγάζοντας τα προς ο ζην με το πλέξιμο κομποσκοινιών, ενώ συνέχισαν να καλλιεργούν τον κήπο και να εκτρέφουν κοτόπουλα και κατσίκες. Όταν έπρεπε να πάνε στο ταχυδρομείο και στο παντοπωλείο, θα περπατούσαν μέσα από τα λιβάδια και το δάσος, φέρνοντας πίσω την αλληλογραφία και τις προμήθειες σε έναν ντορβά κατσικίσιο, τον οποίο κουβαλούσαν στην πλάτη.
Μερικοί επισκέπτες δεν καταλάβαιναν γιατί φυσιολογικές Αμερικανίδες γυναίκες, ηλικίας κολεγίου, αποφάσισαν να ενστερνιστούν μια τέτοια ζωή. Περισσότερο από μία φορά οι αδελφές αναφέρθηκαν ως «κορίτσια της πυροσβεστικής». Μια τοπική εφημερίδα, που προσπάθησε να δημιουργήσει μια συγκλονιστική, αποκαλυπτική είδηση, έγραψε ένα άρθρο με τον τίτλο: «Δεκαεπτάχρονο κορίτσι αναγκάζεται να χτίσει την κατοικία της». Αλλά οι αδελφές της Αγίας Ξένης, όπως οι καλές παρθένες του Ευαγγελίου, συνέχισαν να υπομένουν για χάρη του Κυρίου, χωρίς ταραχή για τις σχετικές   απόψεις του κόσμου.
Παρά τις δυσκολίες που συνάντησαν τα πρώτα χρόνια, οι αδελφές ήξεραν ότι η Αγία Ξένη φρόντιζε το μοναστήρι της. Σε μια περίπτωση η αγία φάνηκε ακόμη και να περιπλανιέται στο δάσος ευλογώντας το χώρο.
…Όσο ζούσε ο π. Σεραφείμ, αλλά και μετά, η Σκήτη της Αγίας Ξένης έχει δημοσιεύσει ασκητικά κείμενα, συμπεριλαμβανομένης μιας σειράς βιβλίων που αποκαλούνται «Σύγχρονο Μητερικό»: βίοι των ερημιτισσών γυναικών, διά Χριστόν σαλών, οσίων μοναζουσών και κτητόρων μονών .
Οι αδελφές έχουν προσφέρει αυτά τα κείμενα στις Αμερικανίδες ως μέσο για να βελτιώσουν την πληροφόρησή τους σχετικά με τον παραδοσιακό μοναχισμό και τις ορθόδοξες αρχές της πνευματικής ζωής. Σαν από ευγνωμοσύνη στον π. Νικόδημο, έχουν ετοιμάσει επίσης δύο τόμους με βίους σύγχρονων γερόντων του Άθωνα.
Τις δεκαετίες μετά από την κοίμηση του π. Σεραφείμ (1982), πολλές από τις μοναχές που ήταν στη Σκήτη της Αγίας Ξένης έχουν ξεκινήσει μοναστικές κοινότητες σε άλλα μέρη της χώρας: Αλάσκα, Μισσούρι, Ιντιάνα, Αριζόνα. Όσες νέες Αμερικανίδες –μεταστραφείσες όλες τους στην Ορθοδοξία – συνεχίζουν να εισέρχονται ως νέα μέλη σε αυτές τις μονές, λαμβάνουν το μοναχικό σχήμα και την κουρά τους εκεί και ενώνονται με τις αρχικές αδελφές της Αγίας Ξένης, προσφέροντας ολόκληρη τη ζωή τους στο Θεό.
Στη σημερινή  κοινωνία  όπου η ίδια η έννοια της χριστιανικής αρετής και της αγνότητας χλευάζεται, η ύπαρξη των καταφυγίων της ερήμου για γυναίκες γίνεται όλο και πιο σημαντική…
 
  
  
  
  
  
  

Η ορθόδοξη θεολογία του αρχιεπισκόπου Αγ. Ιωάννη Μαξίμοβιτς. (π. Σεραφείμ Ρόουζ)


Σύντομος βίος.

Ο Άγ. Ιωάννης(Μαξίμοβιτς) γεννήθηκε το 1896 σ’ ένα χωριό της νότιας Ρωσίας. Σπούδασε Νομικά στο Χάρκοβο και Θεολογία στο Παρίσι. Από το 1926 κλήθηκε στις τάξεις του ιερού κλήρου για να υπηρετήσει διαδοχικά όλους τους βαθμούς της ιεροσύνης. Ήταν μικρόσωμος, καμπουριασμένος και ψευδός αλλά σύντομα η θεία Χάρη που «τα ελλείποντα αναπληροί», τον ανέδειξε εκκλησιαστικό ηγέτη, γνήσιο ασκητή και διά Χριστόν σαλό. Διακόνησε ως ποιμενάρχης στη Σαγκάη, τη Δ. Ευρώπη και την Αμερική. Από την επίγεια ζωή του σκορπούσε στους γύρω του τη χάρη, έκανε πλήθος θαυμάτων ενώ από το 1966 που  πέθανε, το άφθαρτο λεψανό του, που βρίσκεται στο Σαν Φρανσίσκο, κάνει πολλές θεραπείες στον κόσμο.  

[...]. Τα θεολογικά συγγράμματα του αρχιεπισκόπου Ιωάννη δεν ανήκουν σε καμιά διακεκριμένη σχολή, και δεν αποκαλύπτουν την επιρροή κανενός θεολόγου του πρόσφατου παρελθόντος. Είναι αλήθεια ότι ο αρχιεπίσκοπος Ιωάννης ήταν εμπνευσμένος να θεολογεί, όπως και να γίνει μοναχός και να μπει στην υπηρεσία της Εκκλησίας, από τον μεγάλο του δάσκαλο, μητροπολίτη Αντώνιο Κραποβίτσκυ και είναι επίσης αλήθεια ότι ο μαθητής ενστερνίστηκε την έμφαση του δασκάλου του για επιστροφή στους Πατέρες και σε θεολογία πιο στενά συνδεδεμένη με την πνευματική και ηθική ζωή παρά με την ακαδημαϊκή. Όμως τα θεολογικά συγγράμματα του μητροπολίτη Αντωνίου είναι αρκετά διαφορετικά στον τόνο, στην πρόθεση και στο περιεχόμενο: είχε σχέση με το θεολογικό ακαδημαϊκό κόσμο και με τους διανοούμενους της εποχής του και πολλά από τα συγγράμματά του ενε αφιερωμένα σε διαφωνίες και απολογίες οι οποίες θα γίνουν κατανοητές από τα στοιχεία της κοινωνίας που εκείνος γνώριζε.

Τα συγγράμματα του αρχιεπισκόπου Ιωάννη από την άλλη μεριά, στερούνται αυτής της απολογητικής και φιλόνικης έκφρασης. Δε λογομαχούσε, απλώς κατέθετε την ορθόδοξη διδαχή, και όπου ήταν απαραίτητη η αντίκρουση ψευδών θεωριών, όπως στα δυό μεγάλα του άρθρα πάνω στη σοφολογία του Μπουλγάκοβ τα λόγια του ήταν πειστικά όχι από το προτέρημα της λογικής επιχειρηματολογίας αλλά μάλλον από την παρουσίασή του των Πατερικών διδαχών στα αυθεντικά τους κείμενα. Δε μιλούσε στον ακαδημαϊκό ή στο μορφωμένο κόσμο αλλά στην αδιάφθορη ορθόδοξη συνείδηση και δε μιλούσε για επιστροφή στους Πατέρες, γιατί ό,τι ο ίδιος έγραφε ήταν απλά μια μετάδοση της Πατερικής παράδοσης, χωρίς προσπάθεια να απολογηθεί γι’ αυτήν. Οι πηγές της θεολογίας του αρχιεπισκόπου Ιωάννη είναι απλά: Άγια Γραφή, οι Άγιοι Πατέρες (ειδικά οι μεγάλοι Πατέρες του 4ου και 5ου αιώνα) και περισσότερο από όλα ευδιάκριτα οι θείες ιερές ακολουθίες της Ορθόδοξης Εκκλησίας. Αυτή η τελευταία πηγή η οποία χρησιμοποιείται σε τέτοιο βαθμό από τους θεολόγους πρόσφατων αιώνων, μας δίνει μια ιδέα της πρακτικής, μη ακαδημαϊκής προσέγγισης του αρχιεπισκόπου Ιωάννη στη θεολογία.


Είναι φανερό ότι ήταν ολότελα βυθισμένος στις ιερές ακολουθίες της Εκκλησίας και ότι η θεολογική του έμπνευση ερχόταν κυρίως από αύτη την πρωταρχική Πατερική πηγή από την οποία είχε εμποτιστεί. όχι σε ξεχωριστές ελεύθερες ώρες που είχε ειδικά για να θεολογεί, αλλά στην καθημερινή του συνήθεια να συμμετέχει σε κάθε ιερή ακολουθία. Εντρυφούσε στη θεολογία επειδή ήταν αναπόσπαστο μέρος της καθημερινής του ζωής και αναμφίβολα τούτο περισσότερο απ’ τις επίσημες θεολογικές σπουδές του τον έκανε ουσιαστικά θεολόγο.

Είναι κατανοητό επομένως το γεγονός ότι δε βρίσκει κανείς στον αρχιεπίσκοπο Ιωάννη κανένα θεολογικό σύστημα. Οπωσδήποτε δε διαμαρτυρόταν εναντίον των μεγάλων έργων της συστηματικής θεολογίας που παρήγαγε ο 19ος αιώνας στη Ρωσία και έκανε ελεύθερη χρήση κατά την Ιεραποστολική του δραστηριότητα των συστηματικών κατηχήσεων αυτής τής περιόδου (όπως όλοι γενικώς οι μεγάλοι Ιεράρχες του 19ου και 20ου αιώνα έχουν κάνει, και στη Ρωσία και στην Ελλάδα, βλέποντας σ’ αυτές τις κατηχήσεις έναν υπέροχο αρωγό στο έργο της ορθόδοξης διαφώτισης των ανθρώπων) . Από την άποψη αυτή ήταν υπεράνω ρευμάτων και ομάδων των θεολόγων και σπουδαστών, σύγχρονων και παλιότερων, οι οποίοι είναι κάπως υπερβολικά συνδεδεμένοι με το συγκεκριμένο τρόπο που παρουσιάζεται η ορθόδοξη θεολογία. Έδειχνε ίδιο σεβασμό στο μητροπολίτη Αντώνιο Κhrapovitsky με την αντιδυτική του έμφαση και στο μητροπολίτη Πέτρο Μοgila με την υποτιθέμενη υπερβολική του δυτική επιρροή. Όταν τα ελαττώματα του ενός ή του άλλου από αυτούς τους Ιεράρχες και υπερασπιστές της Ορθοδοξίας του αποδεικνύονταν, εκείνος έκανε μια κίνηση αποδοκιμασίας με το χέρι και έλεγε, «ασήμαντο»· γιατί πάντα είχε στο στόχαστρο τη μεγάλη Πατερική Παράδοση την οποία οι θεολόγοι αυτοί επιτυχώς μετέδιδαν παρά τα ελαττώματά τους. Σχετικά με αυτό έχει πολλά να διδάξει στους νεότερους θεολόγους των ήμερων μας που προσεγγίζουν την ορθόδοξη θεολογία με ένα πνεύμα που είναι συχνά πολύ θεωρητικό, πολεμικό και πολύ φανατικό.

Για τον αρχιεπίσκοπο Ιωάννη  οι θεολογικές κατηγορίες ακόμη και των πιο σοφών λογίων θεολόγων ήταν επίσης ασήμαντες – ή μάλλον ήταν σημαντικές μόνο στο βαθμό που αποκτούσαν αληθινό νόημα και δε γίνονταν απλώς ζήτημα στείρας μάθησης. Ένα περιστατικό από τα χρόνια που πέρασε στη Σαγκάη, αποκαλύπτει ζωντανά την ελευθερία του θεολογικού του πνεύματος. Μια φορά που παραβρισκόταν στην προφορική εξέταση των τελειόφοιτων κατηχούμενων της καθεδρι­κής του σχολής, διέκοψε την απόλυτα σωστή απαγγελία ενός μαθητή της λίστας των μικρών προφητών της Παλαιάς Διαθήκης με τον απότομο και κατηγορηματικό ισχυρισμό: «Δεν υπάρχει κανένας μικρός προφήτης!» Ο ιερέας δάσκαλος της τάξης ήταν κατανοητά θιγμένος από αυτή τη φαινομενική δυσφήμιση του διδακτικού του κύρους. Όμως πιθανότατα μέχρι και σήμερα οι μαθητές να θυμούνται αυτή την περίεργη διάρρηξη των κανονικών κατηχητικών κατηγοριών και πιθανό κάποιοι απ’ αυτούς να κατενόησαν το μήνυμα που ο αρχιεπίσκοπος Ιωάννης προσπάθησε να μεταδώσει : για το Θεό όλοι οι προφήτες είναι μεγάλοι και το γεγονός αυτό είναι πιο σημαντικό απ’ όλες τις κατηγορίες που κατέληξε η γνώση μας για αυτούς, όσο έγκυρες κι αν είναι. Στα θεολογικά του συγγράμματα και στα κυρήγματά του επίσης, ο αρχιεπίσκοπος Ιωάννης συχνά δίνει μια εκπληκτική διάσταση στην πραγματεία του, η οποία αποκαλύπτει σε μας κάποια απρόσμενη πλευρά, κάποιο βαθύτερο νόημα του θέματος που πραγματεύεται. Είναι εμφανές ότι γι’ αυτόν η θεολογία δεν είναι ένας απλώς ανθρώπινος, γήινος επιστημονικός κλάδος του οποίου τα πλούτη εξαντλούνται από τις λογικές μας ερμηνείες ή στον οποίο μπορούμε να γίνουμε ικανοποιημένοι ειδικοί – αλλά κάτι το οποίο θα έπρεπε να μας στρέφει προς τον ουρανό και να έλκει το μυαλό μας στο Θεό και σε ουράνιες πραγματικότητες, οι οποίες δε συλλαμβάνονται με λογικά συστήματα σκέψης.

Ένας διακεκριμένος ιστορικός της ρωσικής Εκκλησίας ό Ν.Τalberg, πρότεινε (στα Χρονικά του επισκόπου Σάββα) ότι ο αρχιεπίσκοπος Ιωάννης πρέπει να κατανοηθεί πρώτα από όλα ως ένας διά Χριστόν σαλός, ο οποίος παρέμεινε τέτοιος ακόμη και στο αξίωμα του επισκόπου και απ’ αύτη την άποψη τον συγκρίνει με τον άγιο Γρηγόριο το Θεολόγο, ο οποίος δε συμπεριφερόταν περιορισμένος στους τύπους της εικόνας ενός επισκόπου, όμοια με τον αρχιεπίσκοπο Ιωάννη. Αυτή η σαλότητα (με τα κριτήρια του κόσμου) δίνει ένα χαρακτηριστικό τόνο στα θεολογικά συγγράμματα τόσο του αγίου Γρηγορίου όσο και του αρχιεπισκόπου Ιωάννη· τη σαφή απόσταση από την κοινή γνώμη, από αυτό που όλοι νομίζουν κι έτσι τελικά από την κατάταξη σε κάποιο κόμμα ή σχολή . Η προσέγγιση θεολογικών ερωτημάτων από μια ανώτερη, μη ακαδημαϊκή σκοπιά, και η υγιής αποφυγή στενόμυαλων διαμαχών και πνεύματος λογομαχίας, η δροσερή, απρόσμενη διάσταση σκέψης κάνουν τα θεολογικά τους συγγράμματα πρώτα από όλα πηγή έμπνευσης και μιας πραγματικά βαθύτερης κατανόησης της αποκάλυψης του Θεού,

Ίσως περισσότερο απ’ οτιδήποτε άλλο εντυπωσιάζεται κανείς από την απλότητα των συγγραμμάτων του αρχιεπισκόπου Ιωάννη. Είναι εμφανές ότι δέχεται την ορθόδοξη Παράδοση ευθέως και εξ ολοκλήρου, χωρίς δεύτερη σκέψη, όπως το πώς μπορεί κανείς να πιστεύει την Παράδοση και να παραμένει ένας εκλεπτυσμένος μοντέρνος άνθρωπος. Είχε επίγνωση μοντέρνας κριτικής κι αν τον ρωτούσαν μπορούσε να δώσει τις βάσιμες αιτίες για τις οποίες δεν τη δεχόταν στα περισσότερα σημεία. Μελέτησε σε βάθος το ερώτημα της δυτικής επιρροής στην Ορθοδοξία τους πρόσφατους αιώνες και είχε μια πλήρως διαμορφωμένη άποψη πάνω σε αυτό, διακρίνοντας προσεκτικά τί είναι καθαρά απορριπτέο ως ξένο προς την Ορθοδοξία, τί πρέπει να απομακρυνθεί χωρίς να δημιουργηθεί ζήτημα και τί είναι συνετό να γίνει αποδεκτό ως συμβάλλον στην αληθινή ορθόδοξη ζωή και ευσέβεια. Τούτο είναι εξαιρετικά αποκαλυπτικό της έλλειψης προσχηματισμένων απόψεων του αρχιμανδρίτη Ιωάννη και της δοκιμασίας πάντων μέσω της υγιούς Ορθοδοξίας. Όμως παρ’ όλη τη γνώση του και την άσκηση προσεκτικής κριτικής, συνέχιζε να πιστεύει την ορθόδοξη Παράδοση απλά, όπως ακριβώς η Εκκλησία την έχει παραδώσει σε εμάς. Οι περισσότεροι ορθόδοξοι θεολόγοι της εποχής μας ακόμη κι αν έχουν ίσως αποφύγει τα χειρότερα συμπτώματα της προτεσταντικής και αναμορφωτικής διανόησης και νοοτροπίας, ακόμα βλέπουν την ορθόδοξη Παράδοση μέσα από τα κυάλια του ακαδημαϊκού περιβάλλοντος με το οποίο είναι εξοικειωμένοι. Όμως ο αρχιεπίσκοπος Ιωάννης είχε εντρυφήσει πρώτα και περισσότερο από κάθε τι στις εκκλησιαστικές ακολουθίες, στις οποίες περνούσε πολλές ώρες καθημερινά και έτσι η χροιά του ορθολογισμού (όχι απαραίτητα με την αρνητική του έννοια) ακόμη και των καλύτερων ακαδημαϊκών θεολόγων ήταν παντελώς απούσα από το στοχασμό του. Στα συγγράμματά του δεν υπάρχουν προβλήματα. Οι συνήθως πολυάριθμες παραπομπές του έχουν μόνο σκοπό να πληροφορήσουν πού μπορεί να βρεθεί η αντίστοιχη διδασκαλία της Εκκλησίας. Από αυτή την άποψη είναι σε πλήρη ενότητα με το πνεύμα των Πατέρων και εμφανίζεται ανάμεσα μας ως ένας από αυτούς κι ως ένας απλός σχολιαστής θεολογίας του παρελθόντος.

Τα θεολογικά συγγράμματα του αρχιεπισκόπου Ιωάννη, εκτυπωμένα κατά καιρούς σε διάφορα εκκλησιαστικά περιοδικά τις τελευταίες τέσσερις δεκαετίες, δεν έχουν ακόμη συλλεχθεί όλα μαζί. Εκείνα που είναι διαθέσιμα αυτή τη στιγμή στην αδελφότητα του Αγίου Γερμανού Αλάσκας, θα γέμιζαν έναν τόμο 200 και πλέον σελίδων. Τα εκτενέστερα συγγράμματά του κατά το μεγαλύτερο μέρος ανήκουν στα πρώτα χρόνια του ως ιερομονάχου στη Γιουγκοσλαβία, όπου είχε ήδη διακριθεί ως εξέχων μεταξύ των ορθόδοξων θεολόγων. Ιδιαίτερα πολύτιμα είναι τα δυό άρθρα του πάνω στη σοφολογία του Βulgakov. Το ένα από αυτά αποκαλύπτει πειστικά, με πολύ αντικειμενικό τρόπο την πλήρη ανικανότητα του Βυlgakov ως Πατερικού σπουδαστή. Το άλλο, μεγαλύτερης αξίας ακόμη, αποτελεί κλασική έκθεση του γνήσιου Πατερικού δόγματος της θείας Σοφίας. Ανάμεσα στα πιο πρόσφατα συγγράμματά του θα έπρεπε κανείς να κάνει αναφορά στο άρθρο του πάνω στην ορθόδοξη αγιογραφία (όπου παρεμπιπτόντως, παρουσιάζει τον εαυτό του πολύ πιο ενήμερο από το δάσκαλό του μητροπολίτη Αντώνιο στο ζήτημα της δυτικής επιρροής στο αγιογραφικό ύφος)· τη σειρά κηρυγμάτων με τίτλο «Τρεις Ευαγγελικές Εορτές» όπου ξεσκεπάζει το βαθύτερο νόημα μερικών από των μικρότερων εορτών της Εκκλησίας και το άρθρο «Η Εκκλησία: το Σώμα του Χριστού». Τα σύντομα άρθρα και κηρύγματά του είναι επίσης βαθιά θεολογικά. Ένα κήρυγμα ξεκινά με τον «Ύμνο στο Θεό» του αγίου Γρηγορίου του Θεολόγου και συνεχίζει στον ίδιο εξυψωτικό, Πατερικό τόνο ως μια εμπνευσμένη κατηγορία εναντίον της σύγχρονης αθεΐας. Ένα άλλο το οποίο έγινε τη Μεγάλη Παρασκευή του 1936 είναι μια συγκινητική προσφώνηση στον ενταφιασμένο Χριστό σε τόνο αντάξιο του ίδιου αγίου Πατέρα.

(Αγ. Ιωάννης Μαξίκοβιτς, «Η τιμή της Θεοτόκου στην Ορθόδοξη Εηηλησία», εκδ. Μυριόβιβλος.)

ΜΙΑ ΑΛΗΘΙΝΗ ΙΣΤΟΡΙΑ…..

 

 

Όχι πολλά χρόνια πριν, ένας νέος υποψήφιος μοναχός πήγε να εγκατασταθεί στον Άθωνα. Μιλώντας με τον σεβάσμιο ηγούμενο τής μονής, όπου επιθυμούσε να μείνει, του είπε: «Άγιε πάτερ! Ή καρδιά μου φλέγεται για την πνευματική ζωή, για τον ασκητισμό, για την ακατάπαυστη κοινωνία με τον Θεό, για την υπακοή σε ένα γέροντα.

Καθοδηγήστε με, παρακαλώ, άγιε πάτερ, ώστε να μπορέσω να έχω πνευματική πρόοδο». Πηγαίνοντας στο ράφι, ό ηγούμενος πήρε ένα αντίτυπο του Δαβίδ Κόπερφιλντ του Τσάρλς Ντίκενς. «Διάβασε αυτό παιδί μου», είπε. «Άλλά πάτερ!», αντέδρασε ταραγμένος ό φιλόδοξος, «αυτό είναι μία ετερόδοξη βικτωριανή συναισθηματική συγγραφή, ένα προϊόν τής δυτικής αιχμαλωσίας! Αυτό δεν είναι πνευματικό δεν είναι καν ορθόδοξο! Χρειάζομαι γραπτά πού θα μου διδάξουν την πνευματικότητα!».

Ό ηγούμενος χαμογέλασε, λέγοντας: «Μόνο αν ανακαλύψεις καταρχήν τα κανονικά, ανθρώπινα, χριστιανικά συναισθήματα και μάθεις να βλέπεις τη ζωή όπως έκανε ό μικρός Δαβίδ -με απλότητα, ευγένεια, ζεστασιά και συγχώρηση- τότε όλα τα ορθόδοξα πνευματικά κείμενα θα σε ωφελήσουν λίγο».


ΒΙΒΛ. Π. ΣΕΡΑΦΕΙΜ ΡΟΟΥΖ. Η ΖΩΗ ΚΑΙ ΤΑ ΕΡΓΑ ΤΟΥ. ΤΟΜΟΣ Γ

http://apantaortodoxias.blogspot.com/

Follow

Get every new post delivered to your Inbox.

Join 28 other followers