Αρχείο

Archive for the ‘π.ΔΗΜΗΤΡΙΟΣ ΣΤΑΝΙΛΟΑΕ’ Category

Ο Σταυρός στην αθωότητα και στην ενοχή .(Του Πρωτοπρ. Δημητρίου Στανιλοάε, Καθηγητή της Θεολ. Σχολής Βουκουρεστίου)

Δεκεμβρίου 9, 2011 Γράψτε ένα σχόλιο


Κάνεις από μας δεν μπορεί να τοποθετήσει τον εαυτό του στη θέση του Χριστού που είναι μια κατάσταση ολοκληρωτικής καθαρότητας, έχοντας τη μοναδική ικανότητα του «αίρειν τον σταυρόν» χωρίς οποιανδήποτε προσωπική αμαρτία. Μόνον ο Χριστός γνώρισε την κατάσταση αυτή, μόνον σ’ Αυτόν είναι ο σταυρός πραγματικά «δύναμις Θεού», όπως αναφέρει ο Απόστολος Παύλος (Α’ Κορ. Α΄ 18). Μόνον  σ’ Αυτόν ο σταυρός έχει τη δύναμη να ξεριζώνει το κακό από τις ρίζες του. Σε μας, η καθαρότητα είναι πάντοτε αναμεμιγμένη με την ακαθαρσία, η αθωότητα με την ενοχή, κι ο σταυρός έρχεται σε μας κατά κύριο λόγο από τα λάθη μας, λόγω των αμαρτιών μας και της παρουσίας της ακαθαρσίας μέσα στην καθαρότητα που μας δίνει ο Θεός. Έρχεται επίσης σε μας διά της ευθύνης με την οποία πολεμούμε χάριν των πλησίον μας, ώστε να τους φέρουμε κι αυτούς σε πιο αληθινές πεποιθήσεις. Και υποφέρουμε κατά τον αγώνα για τη δική μας αύξηση στην τελειότητα, ενώ ο Χριστός υπόφερε αποκλειστικά για τους άλλους, για την τελειότητα και τη σωτηρία τους.

Ο σταυρός που μετέφερε ο Χριστός «εν πλήρει καθαρότητι και αθωότητι» είναι άδικος και δεν μπορεί να έχει τον τελευταίο λόγο.

(δηλαδή το άδικο δεν επικρατεί με τον σταυρικό του θάνατο, αλλά η ανάσταση που ακολουθεί αποκαθιστά τα πράγματα στη σωστή τους θέση).  Ο σταυρός τον οποίο εμείς σηκώνουμε λόγω της αμαρτωλότητάς μας είναι δίκαιος, και είναι ακόμα περισσότερο δίκαιος όσο πιο μεγάλη είναι η αμαρτωλότητά μας. Ο σταυρός μας μπορεί να ελαφρύνει διά της δυνάμεως του σταυρού του Χριστού, ο οποίος τον μετέφερε όντας τελείως καθαρός και αθώος. Και είναι ο Χριστός εκείνος που θα μας σηκώσει, αν δεν παραμείνουμε ριζωμένοι στην κακία μας.

Η πλήρης καθαρότητα και αθωότητα του Χριστού είναι γεμάτη από υπερβάλλουσα δύναμη, η οποία αποκαλύπτεται στο γεγονός ότι ο Χριστός μετέφερε τον σταυρό από αγάπη προς την ανθρωπότητα και με κανένα λόγο για να καταβάλει ή να ξεριζώσει οτιδήποτε κακό υπήρχε μέσα του. Επειδή δεν υπήρχε τίποτε κακό στο Χριστό, γι’ αυτό η δύναμη του σταυρού και της αγάπης του μπορούν να μεταδοθούν σ’ όλους τους ανθρώπους που είναι πρόθυμοι ν’ ανοίξουν τις καρδιές τους στο Χριστό, που υποφέρει γι’ αυτούς. Ο Άγιος Μάξιμος ο Ομολογητής αναφέρει: «Εκείνος που θανατώνεται για τις αμαρτιών του, υποφέρει δίκαια. Αλλ’ εκείνος που υποφέρει όχι για τις  αμαρτίες του, εθελοντικά δέχεται το θάνατο που «είσηλθεν εις τον κόσμον» λόγω της αμαρτίας, και έτσι καταβάλλει την αμαρτία, και, με την θεία οικονομία, παρέχει χάρη σ’ όλη την ανθρώπινη φύση με την οποία αυτή καταβάλλει την αμαρτία». (Ερωτ. προς Θαλάσσιον 22, Μigne. Ρ.G. 90).

Η δύναμη που απορρέει από το μέχρι θανάτου πάθος προστέθηκε, στο Χριστό, στη δύναμη της πλήρους καθαρότητας της ανθρώπινής του φύσεως, ή μάλλον, πρέπει να κατανοηθεί κάτω από το πρίσμα της καθαρότητας αυτής η όποια καθ’ εαυτή περιέχει την υπέρτατη ανθρώπινη δύναμη της αγάπης. Αυτή δίνει στην ανθρώπινη φύση, την οποία ο Υιός του Θεού προσέλαβε, τη δύναμη να καταβάλει το θάνατο «εν Αυτώ και δι’ Αυτού». «Εν Αυτώ και δι’ Αυτού», η δύναμη αυτή μεταδίδεται στην ανθρώπινη φύση με όλους εκείνους που είναι ενωμένοι με το Χριστό. Σ’ αυτούς καταστρέφει την αμαρτία και συνεπώς καταστρέφει το θάνατο. Διότι αμαρτία σημαίνει εγωισμός. Και η αγάπη, η γνήσια αγάπη του Χριστού, υπερβαίνει και καταστρέφει κάθε εγωισμό, κάθε εγωπάθεια.

Ο ένας από τους δύο ληστές που είχαν σταυρωθεί μαζί με τον Χριστό είπε: «ημείς μεν δικαίως, άξια γαρ ων επράξαμεν απολαμβάνωμεν, ούτος δε ουδέν άτοπον έπραξεν» (Λουκ. ΚΓ΄ 41). Τα λόγια αυτά μας λένε ότι δεν υπάρχει κανείς έκτος από τον Χριστό που να μην είναι υπόχρεος να μεταφέρει το σταυρό του δίκαια και λόγω κάποιας ενοχής. Αν οι πλησίον μας υποπτεύονται τις σκέψεις και τις προθέσεις μας, είναι σχεδόν πάντοτε αλήθεια ότι οι σκέψεις μας σε σχέση μ’ αυτούς ή σε σχέση με τους άλλους, δεν είναι γεμάτες από τέλεια αγάπη. Αν μας κριτικάρουν, αυτό γίνεται γιατί δεν τους έχουμε βοηθήσει πάντοτε στις δικές τους δύσκολες περιστάσεις. Είναι σχεδόν πάντα σίγουρο ότι δεν τούς δώσαμε ολόκληρη τη βοήθεια που είμαστε σε θέση να τους δώσουμε και δεν είχαμε ανοίξει σ’ αυτούς την καρδιά μας. Αν ξεχνούν τη βοήθεια που τους προσφέραμε, είναι γιατί εμείς οι ίδιοι δεν χαιρόμαστε  για τα καλά πράγματα που συνέβησαν σ’ αυτούς λόγω της βοήθειας που ήμασταν  ικανοί να τους δώσουμε. Αν κάποια ένταση ή ψυχρότητα υπάρχει ανάμεσα σε μένα κι ενός άλλου προσώπου, είναι σχεδόν σίγουρο ότι εγώ είμαι τουλάχιστον εν μέρει η αιτία αυτής της εντάσεως ή ψυχρότητας, ή τουλάχιστον ότι δεν έχω κάνει όλα εκείνα που μπορούσα για να απαλλαγώ απ’ αυτήν. Οι κακές σχέσεις ανάμεσα σε μένα και σ’ άλλους ανθρώπους, σχεδόν πάντα έχουν τις ρίζες τους σε μένα όπως και στους άλλους. Οφείλω να υποφέρω την εχθρότητα των άλλων ανθρώπων όχι μόνον σαν ένα σταυρό που τον μεταφέρω για τον εαυτό μου, μα σαν ένα σταυρό που μεταφέρω και γι’ αυτούς, εφόσον μεταφέρω το σταυρό αυτό επειδή, λόγω του είδους του προσώπου που είμαι, δεν έχουν την ικανότητα να έχουν με μένα τις σχέσεις που θα επιθυμούσαν να έχουν. Κάθε σταυρός που έχει σώζουσα δύναμη είναι σταυρός τον οποίο μεταφέρω όχι μόνο λόγω των δικών μου αμαρτιών αλλ’ επίσης λόγω των αμαρτιών των άλλων. Θα λυγίζω και θα κάμπτομαι μεταφέροντας τον πλησίον μου μαζί με το σταυρό του, και λυγίζοντας και καμπτόμενος σχηματίζω νοερά την οριζόντια γραμμή, την ταπεινώνουσα γραμμή του σταυρού, ώστε εκείνος που μεταφέρω να μπορεί να σχηματίζει την κάθετη γραμμή ενώ τον μεταφέρω στους ώμους μου. Η ηθική μας ασθένεια και αδυναμία, η ανεπαρκής ευθύνη μας απέναντι στον Θεό και τους πλησίον μας, αυτά σχηματίζουν το σταυρό μας.

Όπως ακριβώς ο άνθρωπος που δεν θα δεχτεί την ευθύνη του για τους άλλους δεν θα δεχτεί τον ανθρώπινο όρο -τον πραγματικό ανθρώπινο όρο- έτσι και ο άνθρωπος που αναγνωρίζει τον εαυτό του ως ένοχο απέναντι στους άλλους, ποτέ δεν αποτυγχάνει να γίνει πραγματικά άνθρωπος. Διότι αυτός που αναγνωρίζει τον εαυτό του σαν ένοχο αναγνωρίζει τη δική του προσωπική ευθύνη και την ανεπάρκειά του να τη φέρει εις πέρας, ενώ εκείνος που δεν αναγνωρίζει τον εαυτό του σαν ένοχο αδυνατεί να αναγνωρίσει, τον εαυτό του σαν υπεύθυνο. Ένας τέτοιος στις ενέργειες του άνθρωπος δεν ανταποκρίνεται στο Θεό, και αρνιέται να παραδεχτεί ότι δεν έχει αποκριθεί όπως όφειλε, στο παρελθόν, στο Θεό και τους άλλους. Διότι είναι σίγουρο ότι, λόγω της ανθρώπινής μας καταστάσεως μετά την πτώση, δεν ανταποκριθήκαμε πλήρως και ικανοποιητικά ούτε στο Θεό ούτε στον πλησίον μας. Αναγνωρίζοντας το λάθος μας αρχίζουμε να ζούμε την πραγματική προσωπική μας σχέση του διαλόγου με το Θεό. Αλλά αν δεν αναγνωρίζουμε το λάθος μας, τότε, αυτό σημαίνει ότι δεν αναγνωρίζουμε την ευθύνη μας. Μ’ αυτό τον τρόπο ο άνθρωπος δείχνει ότι αρνιέται τον ρόλο υπεύθυνου συνομιλητή στο διάλογο της σχέσεως με το Θεό, και ότι δεν αναγνωρίζει πια το Θεό σαν εκείνον που απευθύνει σ’ αυτόν ένα λόγο και που περιμένει την απάντησή του.

Αρνούμενος αυτή τη σχέση με το Θεό, ο άνθρωπος εκπίπτει εντελώς από τον ανθρώπινο όρο, διότι ό αληθινός ανθρώπινος όρος συνίσταται στην ικανότητά μας να ακούμε το λόγο του Θεού, να εισερχόμαστε σε προσωπική σχέση με το Θεό· συνεπώς, χάνει επίσης την ικανότητα  να ακούει το λόγο του πλησίον προς αυτόν και να εισέρχεται σε αληθινή σχέση μ’ αυτόν. Εκπίπτει από την πραγματικότητα σε μια ζοφερή ψευδο-πραγματικότητα, στο «σκότος το εξώτερον». Κι έδώ βρίσκουμε μια άλλη δοκιμασία, ένα άλλο σταυρό, άλλα αυτός είναι ένας ανεπιθύμητος σταυρός, ένας σταυρός χωρίς ελπίδα. Το εγωιστικό, εγωπαθές πρόσωπο υποφέρει πολύ περισσότερο από εκείνον που επιθυμεί να βοηθά τους άλλους. Αρνούμενοι σχέσεις με τους άλλους φεύγουμε από την πραγματικότητα, γιατί η πραγματικότητα του κόσμου και αυτού του προσώπου μας μπορεί αληθινά και πλήρως να βιωθεί όταν είμαστε ενήμεροι της ευθύνης μας και του λάθους μας, και είμαστε πρόθυμοι να μεταφέρουμε το σταυρό μας για τους άλλους.

 

(Πηγή: Περιοδικό «Ορθόδοξη μαρτυρία», εκδ. Παγκυπρίου συλλόγου Ορθοδόξου παραδόσεως – Οι φίλοι του αγ. Όρους)

 

 

 

 

Ο Θεός αποκαλύπτει το νόημα του Σταυρού (Πρωτ. Δημητρίου Στανιλάε)

Νοεμβρίου 24, 2011 Γράψτε ένα σχόλιο

(Πρωτ. Δημητρίου Στανιλάε, Καθηγ. Θεολογικής Σχολής Βουκουρεστίου)

 

Στο τέλος μόνο ο Θεός είναι αυτός που μπορεί να εξηγήσει τις θλίψεις του δικαίου, και το κάνει με τις πολλές ερωτήσεις που απευθύνει στον Ιώβ, οι οποίες, όλες, επισύρουν την προσοχή του Ιώβ στο Δωρεοδότη. Ο Θεός πράγματι λέει στον Ιώβ: «Όλα μου τα δώρα είναι θαυμάσια, αλλά ο σκοπός του θαυμασμού που προκαλούν είναι να αποκαλύπτουν την άπειρη σοφία και μεγαλοσύνη εκείνου που τα δίνει».

«Ο Ιώβ παίρνοντας το λόγο λέει στον Κύριον: Γνωρίζω ότι όλα μπορείς  να τα κάνεις και δεν υπάρχει κάτι αδύνατο σε Σε… Ποιός άλλος εκτός από σένα θα αναγγείλει σε εμένα εκείνα τα οποία δεν γνώριζα; τα μεγάλα και θαυμαστά τα όποια δεν ήξερα;… Μέχρι τώρα μόνον με τα αυτιά μου άκουα για Σε. Τώρα όμως Σε είδαν τα μάτια  μου. Γι’ αυτό ελεεινολόγησα τον εαυτό μου, έλυωσα από ψυχική συντριβή, αισθάνομαι ότι είμαι χώμα και στάχτη.» (Ιώβ ΜΒ΄ 1 -3, 5-6)

Αυτό σημαίνει ότι μέχρι τη στιγμή αυτή ο Ιώβ σκεφτόταν το Θεό εν πολλοίς με τους ίδιους όρους με τους οποίους άλλοι είχαν μιλήσει γι’ αυτόν. Τώρα αρχίζει να καταλαβαίνει το Θεό καθ’ εαυτόν, πέρα απ’ όλα του τα δώρα. Το δωρεοδότη κάθε πράγματος. Για να κερδίσει αυτόν τον υπέρτατο θησαυρό, έπρεπε να χάσει για ένα χρονικό διάστημα όλη του την περιουσία. Έχασε το σεβασμό των άλλων, έχασε την υγεία του, τα πλούτη του, το κάθε τι, για να δει το Θεό σ’ όλη του τη μεγαλειότητα και σοφία, σ’ όλη του τη θαυμάσια φύση. Όσο έχανε τα πάντα δεν αμφέβαλλε για το Θεό κι έτσι κατέληξε να δει τον αποφατικό, ανέκφραστο χαρακτήρα του Θεού, ο οποίος είναι πέρα από κάθε ανθρώπινη αντίληψη. Είδε το Θεό μ’ ένα τρόπο ανώτερο απ’ ό,τι είναι δυνατό να τον δει κανείς απλώς μέσω των δώρων του. Τον είδε με άμεσο τρόπο μέσω των παθημάτων του.

Ο πιστός χρειάζεται συνεχώς να κάνει αφαίρεση των πραγμάτων του κόσμου τούτου, χρειάζεται να βάζει τα πράγματα του κόσμου τούτου στην παρένθεση της λησμονιάς, για να σκεφθεί το Θεό ο οποίος είναι πάνω από κάθε ανθρώπινη αντίληψη. Αλλά κάποτε είναι αναγκαίο ο ίδιος ο Θεός να επεμβαίνει για να θέτει στο περιθώριο τη μικρή σε σχέση με το Θεό αξία των πραγμάτων του κόσμου τούτου, την παροδική, πρόσκαιρή τους φύση σε αντίθεση με την αιωνιότητα του Θεού, για να μας δείξει πιο καθαρά την άπειρη υπεροχή του Θεού σε σύγκριση με τα δώρα του και την ανέκφραστη παρουσία του ανάμεσά μας. Σε τέτοιες περιπτώσεις μας φαίνεται πως ο ίδιος ο Θεός μας εγκαταλείπει. Αυτό γίνεται γιατί κάποτε προσκολλόμαστε στα πράγματα τόσο, που δεν μπορούμε να δούμε πλέον το Θεό. Κάποτε δημιουργούμε τόσο στενό δεσμό μεταξύ του Θεού και των πραγμάτων που δίνει, ώστε ταυτίζουμε το Θεό με αυτά τα πράγματα και ξεχνούμε τελείως το Θεό αυτόν καθ’ εαυτόν, και έτσι, αν ο Θεός δεν μας δείχνει πια το ενδιαφέρον του με το να μας δίνει δώρα, μας φαίνεται σαν να μας έχει εγκαταλείψει. Για το λόγο αυτό ο σταυρός μας φαίνεται σαν σημείο εγκαταλείψεώς μας από το Θεό. Αλλά μπορεί να συμβεί και το ότι ο Θεός πραγματικά αποσύρεται από το οπτικό μας πεδίο για να δοκιμάσει και ενδυναμώσει την επιμονή της αγάπης μας προς αυτόν.

Ακόμη και ο Κύριος μας Ιησούς Χριστός πάνω στο σταυρό είχε αυτό το αίσθημα της πλήρους εγκαταλείψεως από το Θεό. Αλλά ο Κύριος Ιησούς ποτέ δεν μείωσε την αγάπη του για το Θεό.

Στην πραγματικότητα ο Θεός ουδέποτε μας εγκαταλείπει, σ’ οποιαδήποτε κατάσταση κι αν βρισκόμαστε. Είναι πιθανόν να εξαφανιστεί για ένα χρονικό διάστημα, για μια στιγμή, από τον ορίζοντά μας, από την αντίληψή μας. Αλλά ο Θεός τον οποίον συνήθως σκεφτόμαστε με τα δεδομένα της δημιουργίας θα εμφανιστεί  σ’ εμάς στη συνέχεια, στην αληθινή μεγαλειότητα της δόξης του, που είναι απερίγραπτη και ανέκφραστη με ανθρώπινες σκέψεις και λέξεις. Να, γιατί στο Άσμα Ασμάτων αναφέρεται ότι κάποτε ο Θεός κρύβεται και στη συνέχεια αποκαλύπτεται μ’ ένα ανώτερο και πιο ένδοξο τρόπο:

«Στην κλίνη μου ευρισκομένη κατά την νύκτα αναζήτησα εκείνον τον οποίον αγάπησε η ψυχή μου. Αναζήτησα αυτόν αλλά δεν τον βρήκα. Τον φώναξα αλλά δεν με ήκουσε. Θα σηκωθώ από την κλίνη μου και θα περιδιαβώ τις αγορές και τις πλατείες της πόλης. Θα αναζητήσω εκείνον που αγάπησε η ψυχή μου. Πράγματι αναζήτησα αυτόν παντού αλλά δεν τον βρήκα. Με συνάντησαν οι νυκτοφύλακες που  περιπολούν  στην πόλη και τους ρώτηαα. Μήπως είδατε εκείνον τον οποίον αγάπησε η ψυχή μου; Απομακρύνθηκα λίγο απ’ αυτούς και δεν άργησα να βρω εκείνον που αγάπησε η ψυχή μου. Τον κράτησα με τα χέρια μου και δεν τον άφησα, μέχρις ότου τον οδήγησα στο σπίτι  της μητέρας μου,  στο εσωτερικό δωμάτιο αυτής που με γέννησε». (Άσμα Ασμάτων Γ΄)

Μόνον τότε ερχόμαστε σε μια σχέση με το Θεό, που είναι πράγματι προσωπική σχέση, μια σχέση που είναι πάνω απ’ όλα τα δημιουργήματα. Αυτή η σχέση με το Θεό δεν κυριαρχείται πια από υλικές εικόνες. Οι ιδέες μας για τα πράγματα και τα δώρα που δίνει ο Θεός εξαφανίζονται εντελώς μέσα στο φως αυτού του ίδιου του Θεού.  Εξαγνισμένοι με τον τρόπο αυτό δίνουμε τον εαυτό μας τελείως στο Θεό και ανυψωνόμαστε στο διάλογο της αγάπης μ’ αυτόν αποκλειστικά. Τότε αισθανόμαστε ότι ο Θεός είναι απείρως μεγαλύτερος από όλα του τα δώρα και όλα του τα δημιουργήματα, και ότι σ’ αυτή τη σχέση μ’ αυτόν έχουμε ανυψωθεί σ’ ένα διαφορετικό πνευματικό επίπεδο στο οποίο ξανακερδίζουμε  όλα όσα έχουμε χάσει.

Ο Χριστιανός που έχει μέσα  του την αγάπη του Θεού, και που έτσι έχει αγάπη για κάθε πρόσωπο -εκείνη την αγάπη που είναι μια άφθαρτη και ανεξάντλητη πραγματικότητα- αισθάνεται μεγαλύτερη αγαλλίαση απ’ όλες τις χαρές που μπορούν να προξενήσουν τα πράγματα του κόσμου, μεγαλύτερη χαρά από αυτήν που η ίδια η ύπαρξή του, ζώντας σαν απομονωμένο άτομο, μπορούσε ποτέ να του προσφέρει. Αυτό είναι το γεγονός το οποίο ανακαλύπτουν οι δίκαιοι μέσα στις θλίψεις τους. Αυτός ο σταυρός δίνεται στον άνθρωπο, ώστε ο ίδιος να καταλήξει να ανακαλύψει το Θεό σ’ ένα άλλο επίπεδο, σ’ ένα αποφατικό βάθος, αλλά και για να δείξει στους άλλους ανθρώπους ότι υπάρχουν εκείνοι που μπορούν να είναι προσκολλημένοι στο Θεό μ’ αυτό τον τρόπο ακόμη κι αν όλα  τα υπάρχοντά τους τα έχουν πάρει, κι ακόμη κι όταν ο ίδιος ο Θεός φαίνεται ότι έχει εξαφανισθεί από το οπτικό τους πεδίο.

Η καρδιά, οφείλει να ελευθερωθεί από τα πάθη.(π. Δ. Στανιλοάε)

Νοεμβρίου 2, 2011 Γράψτε ένα σχόλιο

 


 

    Η καρδιά είναι  και η πηγή του πόνου και μέσα της ο πόνος γίνεται αισθητός. Μπροστά στον Θεό, αισθάνεται την οδύνη για την αμαρτία, για την προσβολή που Του έκανε. Μέσα στην καρδιά του, ο άνθρωπος κλαίει και ζητάει συγχώρεση. Από την καρδία αναβλύζουν τα δάκρυα· δάκρυα μετανοίας, αλλά και δάκρυα χαράς. Ο άνθρωπος εδώ, εγκαταλείπει την ακαμψία του νου. Όμως, αν η καρδιά ξεπέσει σ’ ένα χαμηλότερο επίπεδο, γίνεται χώρος των παθών, που αποτελούν μιαν αδιάκοπη αφοσίωση του ανθρώπου στον κόσμο και τον εαυτό του, Τα πάθη είναι μια απεριόριστη προσκόλληση στα πράγματα και τα πεπερασμένα πρόσωπα. Αυτή είναι η αιτία, όπου εάν από την καρδιά ακτινοβολεί το άπειρο της αγάπης, από κει εκπέμπεται όμως και το μίσος, όταν ο άνθρωπος συναντά ένα εμπόδιο στην αμαρτωλή προσκόλλησή του στα πράγματα που αγαπά απεριόριστα. Από την καρδιά προέρχονται οι αγαθές σκέψεις και οι καλοί λόγοι, αλλά και οι σκέψεις της αρπακτικότητας, του μίσους, οι ροπές της ανθρωποκτονίας. Μα εκτός απ’ αυτό, οι κακές σκέψεις και οι κακοί λόγοι προσλαμβάνουν ένα χαρακτήρα άπειρο από την καρδιά, αν και αναφέρονται σε πεπερασμένα αντικείμενα. Αλλά αυτή η άπειρη προσκόλληση στα πεπερασμένα, δεν μπορεί να ικανοποιήσει την αληθινή και άπειρη δίψα της καρδιάς. Μόνο η συνάντηση της καρδιάς με τον Θεό μπορεί να της σβήσει αυτή τη δίψα. Γι’ αυτό η καρδιά, οφείλει να ελευθερωθεί από τα πάθη, δηλαδή από την προσκόλληση στα πεπερασμένα πράγματα.

    Στη συνάντηση με τον Θεό, το άπειρο γίνεται αντιληπτό, ως χαρά χωρίς όρια, ως φως χωρίς όρια. Εκφράζοντάς τα αυτά με λέξεις, ο άνθρωπος εννοεί τούτη τη χαρά, που υπερβαίνει κάθε όριο. Οι λόγοι της προσευχής του Ιησού εκφράζουν, πολύ αμυδρά ακόμη, αυτό το αίσθημα της χαράς, της ευγνωμοσύνης και της άπειρης ταπεινοφροσύνης. Αλλά κύριος στόχος δεν είναι να διατυπωθούν λέξεις, μα αυτή η εμπειρία χαράς, ευγνωμοσύνης, αγάπης, ταπεινοφροσύνης, ή ακόμη του άπειρου πόνου, εξαιτίας της αμαρτίας. Οι λέξεις δεν διατυπώνουν πια για εκείνον που τις προφέρει, ένα αντικείμενο της σκέψεως. Δεν παρεμβάλλονται πια ανάμεσα στο Θεό και τον άνθρωπο, αλλά μ’ αυτές ο άνθρωπος απευθύνεται προς τον Θεό, που είναι παρών. Η παρουσία του Θεού πληρώνει-γεμίζει τα πάντα.

     Τώρα, οι λέξεις προφέρονται και υπερβαίνονται συνάμα. Έτσι, δεν γίνονται φαντάσματα, που έχουν τη δική τους, φανερή παρουσία, αλλά εκφράζουν την άμεση επαφή με την πραγματικότητα του Θεού. Η προσοχή δεν στρέφεται στις λέξεις, αλλά στο Θεό. Οι λέξεις έχουν τη μορφή της προσφωνήσεως, σ’ ένα διάλογο. Αλλ’ αυτός ο διάλογος μπορεί να διατηρηθεί και χωρίς λέξεις.

 

 

(π. Δ. Στανιλοάε, «Η καθαρή ή καρδιακή προσευχή και τα εμπόδιά της»-αποσπάσματα)

Οι άνθρωποι δεν ανακάλυψαν ακόμη τις γέφυρες της προσευχής. (Πρωτ. Δημητρίου Στανιλοάε)

Οκτωβρίου 18, 2011 Γράψτε ένα σχόλιο


 

Επίσης αυτός που προσεύχεται, απλώνει στους γύρω του γέφυρες πιο σταθερές από τις εύθραυστες εκείνες γέφυρες που βρίσκει κανείς μέσα σε μια εκκοσμικευμένη κοινωνία. Κατά βάθος όλοι οι άνθρωποι σήμερα περισσότερο από άλλοτε επιθυμούν τέτοιες γέφυρες. Αλλ’ όμως δεν ανακάλυψαν ακόμη ότι αυτές τις γέφυρες τις ανοίγει κανείς μόνο με την προσευχή. Προσωπική μας πεποίθηση είναι, ότι όποιος προσεύχεται μπορεί όχι μόνο να προτείνει, να προσφέρει τέτοιες γέφυρες, αλλά ακόμα να ανοίξει την καρδιά των άλλων για να τις δεχθούν και να απαντήσουν στην κοινωνία της αγάπης αυτών που προσεύχονται, με την κοινωνία της δικής των προσωπικής αγάπης.

Ακόμη, η προσευχή για τον άλλο πρέπει να γίνει με τέτοιο τρόπο, ώστε να μπορείς να αισθάνεσαι τον πόνο του, σαν δικό σου. Έτσι εσύ, παρουσιαζόμενος ενώπιον του Θεού μέσα σ’ ένα άρρηκτο σύνδεσμο με τον άλλο, μπορείς να πλησιάσεις τον Θεό. Διότι τον Θεό δε μπορείς να τον συναντήσεις, παρά μόνο μέσα στην αγάπη για τον άλλο, πού φθάνει μέχρι το να κάνεις δικό σου τον πόνο του· γιατί, εάν ο Θεός είναι αγάπη, δε μπορεί να ζει, παρά μέσα στην κατάσταση της αγάπης για τον άλλο. Εδώ φαίνεται, θα λέγαμε, η γενική ιεροσύνη των λαϊκών, που τους ωθεί να προσεύχονται ο ένας για τον άλλο.

Αυτό επίσης κάνει κατανοητή την προσευχή του ιερέως για τους πιστούς της ενορίας του. Εν τη δυνάμει του Χριστού, ο οποίος μας προσλαμβάνει εν Εαυτώ δια της θυσίας του, που συνεχίζεται μ’ ένα τρόπο μυστηριακό, ο ιερεύς παίρνει τη δύναμη να κάνει το ίδιο.

 

Ο Άγιος Ισαάκ ο Σύρος μας λέγει πως έχουμε υποχρέωση να σκεπάζουμε όσους αμαρτάνουν, εφ’ όσον δε, μπορούμε εμείς να υποφέρουμε γι’ αυτό. Έτσι θα μπορέσει να αποκτήσει θάρρος και μείς θα αξιωθούμε της ευσπλαχνίας του Κυρίου μας. Να στηρίζουμε με το λόγο μας τους αδύνατους και τους θλιμμένους και Εκείνος θα στηρίξει εμάς. Όπως το λάδι τρέφει το φυτίλι του καντηλιού, έτσι και η ευσπλαχνία τρέφει την ψυχή. Το μυστικό για την απόκτηση των θείων χαρισμάτων βρίσκεται μέσα στην αγάπη για τον άλλον. Ο Θεός σε συναντά κατά ένα τρόπο περισσότερο έντονο μόνο μέσα στην κλήση που σου κάνει ο άλλος με τον πόνο του, συχνά με την απλή παρουσία του, και μέσα στην απάντησή σου σ’ αυτό το κάλεσμα με πλήρη οδύνη της καρδιάς σου εκδηλώνεται η αίσθηση και η δύναμη του Θεού, τα όποια εκχυλίζουν, όχι μόνο πάνω στον άλλο, αλλά και πάνω σου κατά το μέτρο που είσαι ενωμένος μαζί του.

Η ολοκληρωμένη προσευχή για τον άλλο είναι εκείνη που συνοδεύεται από το δικό σου πόνο γι’ αυτόν ή από τη θυσία σου ή το δώρο των έργων σου. Μόνο μ’ αυτόν τον τρόπο της θυσίας θα εισχωρήσω ατή γνώση του Θεού μαζί με το Χριστό, απ’ όπου παίρνω τη δύναμη της θυσίας. Μόνο με την αίσθηση τής θυσίας και της ευσπλαχνίας για τον άλλο εισχωρώ σαν ένα άρωμα μέσα στο χώρο του Θεού, που είναι επίσης ένα διαπεραστικό άρωμα αγάπης και ευσπλαχνίας.

Στην Ορθοδοξία ασκείται μια αδιάλειπτη προσευχή, η καρδιακή προσευχή ή νοερά προσευχή, πάνω στο θυσιαστήριο της καρδιάς ή, η τελεία αίσθηση της αγάπης και της ευσπλαχνίας, όπου βρίσκεται ο Χριστός με την αγάπη Του και την ευσπλαχνία Του. Είναι αλήθεια ότι σ’ αυτήν την προσευχή ζητούμε την ευσπλαχνία του Χριστού μόνο για το δικό μας πρόσωπο: «Κύριε, Ιησού Χριστέ, Υιέ του Θεού, ελέησόν με τον αμαρτωλό», φαίνεται λοιπόν ότι μ’ αυτήν την προσευχή ενδιαφερόμαστε για τον εαυτό μας. Όμως, όταν θεωρώ τον εαυτό μου αμαρτωλό, σκέπτομαι βέβαια τις αμαρτίες που διέπραξα εναντίον των αδελφών μου, επομένως προσεύχομαι επίσης και για τη βελτίωση των σχέσεων μου μαζί τους, αλλά και για να μην παραμείνουν αιωνίως ζημιωμένοι από τις δικές μου αδικίες προς αυτούς.

 

(Πρωτ. Δημητρίου Στανιλοάε, «Η προσευχή μέσα σ’ ένα εκκοσμικευμένο κόσμο» -αποσπάσματα)

 

 

 

Follow

Get every new post delivered to your Inbox.

Join 28 other followers