Αρχείο

Archive for the ‘ΠΑΠΙΣΜΟΣ’ Category

Περί του Απολύτου προορισμού.

Σεπτεμβρίου 14, 2011 Γράψτε ένα σχόλιο


Ιωάννη Καρδάση, Χημικού-Οικονομολόγου
Ο Απόλυτος Προορισμός είναι μια αιρετική διδασκαλία της Παπικής Εκκλησίας, που αρχή έχει στον Αυγουστίνο και συνεχιστές τους Δυτικούς Θεολόγους, αλλά ακόμη και τους Προτεστάντες Λούθηρο και Καλβίνο. Σύμφωνα με αυτήν, ο Θεός έχει προορίσει ορισμένους ανθρώπους για τη σωτηρία και άλλους για την αιώνια τιμωρία, ανεξάρτητα από την αξία ή την απαξία του συγκεκριμένου ανθρώπου. Η διδασκαλία αυτή έχει τις ρίζες της στη σχετική διδασκαλία του ανωτέρω Αγίου (430) και συνδέεται με την πρόγνωση του Θεού. Η διδασκαλία αυτή για τον απόλυτο προορισμό, άγνωστη στην Ορθόδοξη Εκκλησία, ερμηνεύεται με ποικίλους θεολογικούς συλλογισμούς, άλλοτε ως απλός προορισμός για τη σωτηρία, άλλοτε δε ως διπλός προορισμός, τόσο για τη σωτηρία όσο και για την απώλεια, αλλά προβληματίζει έντονα την πνευματική ζωή, τόσο του Παπισμού, όσο και του Προτεσταντισμού.
Ψήγματα της θεωρίας αυτής βρίσκουμε στην Π. Διαθήκη και κυρίως στο βιβλίο του Εκκλησιαστή, όπου οι ιδέες που καταγράφονται εκεί εμφανίζονται ιδιαίτερα απαισιόδοξες. Σ ‘ολόκληρο το έργο τονίζεται η ματαιότητα των ανθρωπίνων πραγμάτων, η μη ύπαρξη σκοπού στη ζωή και η αδυναμία του ανθρώπου να ορίσει τη μοίρα του. Χαρακτηριστικές είναι οι αναφορές στο κεφάλαιο 3, όπου βλέπουμε, ότι ο Θεός έχει προαποφασίσει για όλα, αλλά και όπου φαίνεται να ταλαιπωρεί τους ανθρώπους: «Είδα την απασχόληση που έδωσε ο Θεός στους ανθρώπους για να τους ταλαιπωρεί. Ο Θεός έχει ορίσει τον κατάλληλο καιρό που κάνει το καθετί »(3 10-11.).
Κυρίως όμως, οι οπαδοί της θεωρίας αυτής στηρίζονται στο κατωτέρω χωρίο του Παύλου: «Ερείς ουν μοι. τι έτι μέμφεται? τω γαρ βουλήματι αυτού τις ανθέστηκε? μενούνγε, ω άνθρωπε, συ τις ει ο ανταποκρινόμενος τω Θεώ? μη ερεί το πλάσμα τω πλάσαντι, τι με εποίησας ούτως? ή ουκ έχει εξουσίαν ο κεραμεύς του πηλού, εκ του αυτού φυράματος ποιήσαι ο μεν εις τιμήν σκεύος, ο δε εις ατιμίαν? ει δε θέλων ο Θεός ενδείξασθαι την οργήν και γνωρίσαι το δυνατόν αυτού ήνεγκεν εν πολλή μακροθυμία σκεύη οργής κατηρτισμένα εις απώλειαν? και ίνα γνωρίση τον πλούτον της δόξης αυτού επί σκεύη ελέους α προητοίμασεν εις δόξαν? »(Ρωμ. 19 έως 24 Σεπτέμβριος)..
Σε μετάφραση το κείμενο έχει ως εξής: «Θα πει βέβαια κάποιος:« Τότε γιατί ακόμη μας βρίσκει σφάλματα ο Θεός. Ποιος τάχα μπορεί να αντισταθεί στο θέλημά του? ». Άνθρωπε, ποιος είσαι εσύ, λοιπόν, και κάνεις κριτική στο Θεό? Μπορεί να πει ένα δημιούργημα στο δημιουργό του, «γιατί μ ‘έκανες έτσι?». Δεν είναι στο χέρι του αγγειοπλάστη να κάνει με τον πηλό ό, τι θέλει? Από το ίδιο υλικό φτιάχνει σκεύη πολύτιμα και σκεύη για τις πιο συνηθισμένες χρήσεις. «Ετσι και ο Θεός, θέλοντας να δείξει την οργή ​​του και να κάνει γνωστή τη δύναμή του, φέρθηκε με μεγάλη μακροθυμία σ ‘αυτούς που άξιζαν την οργή ​​του και που ήταν έτοιμοι για το χαμό τους. Σ ‘άλλους πάλι θέλησε να φανεί η άπειρη δόξα του, σ’ αυτούς που το έλεός του όρισε να μετάσχουν στη δόξα του ».
Από το κείμενο αυτό βγαίνει το συμπέρασμα (όπως το ερμηνεύουν οι Δυτικοί), ότι ο Θεός δημιούργησε ορισμένους ανθρώπους σαν σκεύη της οργής του και τους χρησιμοποιεί για να κάνει επίδειξη δύναμης και τελικά να τους καταστρέψει.Πρέπει κανείς να χρωστά ευγνωμοσύνη γι ‘αυτό? Αλλά τότε ο θεός αυτός δεν διαφέρει από τους ελληνικούς θεούς. Τελικά η «απώλεια» ενός ανθρώπου δεν μετράται σαν δική του υπαιτιότητα και ευθύνη? Πως συμβιβάζονται αυτά με το Θεό της Αγάπης, του Ελέους και της Φιλανθρωπίας?
Έτσι, ο απόλυτος προορισμός δέχεται πως και η ελευθερία είναι προορισμένη να επιτελέσει το αγαθό, όπως ο σκηνοθέτης ρυθμίζει την πορεία ενός έργου και την εκτελούν ελεύθερα τα πρόσωπα που μετέχουν σ ‘αυτό, έτσι και ο Θεός, αφού προόρισε τους μεν για τη σωτηρία και τους δε για την απώλεια, έβαλε στην ιστορία, στο θέατρο της δόξης του Θεού, τον καθένα να παίξει το ρόλο του. Λείπει βέβαια η άσκηση κατά των σατανικών πειρασμών, ο δε Διάβολος είναι τιμωρό όργανο του Θεού, αφού ο άνθρωπος προσέβαλε τη δικαιική τάξη του Θεού. Με την ικανοποίηση της θείας δικαιοσύνης, ο απόλυτος προορισμός βρήκε την πιο καλή βάση και τεκμηρίωση. Με την ικανοποίηση δηλαδή έληξε το δράμα της σωτηρίας. όλη η υπόθεση τακτοποιήθηκε και από δω και πέρα κατά προορισμό μπορούν οι άνθρωποι να μετέχουν στη βασιλεία του Θεού. Απόρροια αυτού είναι, ότι ο αμαρτωλός άνθρωπος δεν είναι εικόνα Θεού.
Αλλά, αντίθετα με τους δυτικούς, ο Ιερός Χρυσόστομος, που αναλύει ορθόδοξα το χωρίο, λέγει, ότι όταν ο Παύλος αναφέρει: «ο μεν εις τιμήν σκεύος, ό δε εις ατιμίαν» , δεν θέλει να υποτιμήσει τη δημιουργία ή να δείξει διάκριση στην πρόθεση του Θεού. Θέλει να επισημάνει την εξουσία του Θεού να δίνει στον καθένα το χάρισμα του ή τη διακονία του ή την αποστολή του (Ε.Π.Ε. 17. 306). Επίσης στο: «Ό μεν εις τιμήν σκεύος, ό δε εις ατιμίαν» δηλώνει, ότι μπορεί ένα πήλινο δοχείο να μη στολίζει το σαλόνι ενός σπιτιού, αλλά η παρουσία του εξυπηρετεί μια άλλη ανάγκη και επομένως και τα δυο είναι χρήσιμα. Κάποτε η μακροθυμία του Θεού εκλαμβάνεται ως αδυναμία και τότε, όταν πλέον η πρόκληση της ασέβειας ξεχειλίσει, αποκαλύπτεται κατά διαφορετικό τρόπο η δύναμη του Θεού, που εκλαμβάνεται σαν «οργή», σαν αποστροφή, γι ‘αυτό λέγει: «Θέλων ο Θεός ενδείξασθαι την οργήν και γνωρίσαι το δυνατόν αυτού … .. ». Η μακροθυμία μεταβάλλεται σε οργή, ναι, αλλά δεν φταίει ο Θεός. Οι άνθρωποι μεταβάλλουν τα πράγματα. Οι άνθρωποι μεταβάλλονται σε σκεύη οργής, συσσωρεύουν πάνω τους κεραυνούς οργής. Οι άνθρωποι μόνοι τους «καταρτίζονται», ετοιμάζονται να γίνουν «σκεύη εις απώλειαν». Όπως η οργή ​​του Θεού προκαλεί ερωτηματικά σ ‘όσους ζητάνε αφορμή να κατηγορήσουν το Θεό, έτσι και το έλεος του προκαλεί ερωτηματικά. Γιατί, σου λένε, τόσο έλεος, τόση χάρη σε μερικούς ανθρώπους? Είναι άδικος ο Θεός? Όχι, δεν είναι άδικος. Το έλεος το έχει για όλους ο Θεός αλλά το «εισπράττουν» μόνον όσοι γίνονται σκεύη ελέους. Γι ‘αυτό λέγει στο τέλος: «Και ίνα γνωρίση τον πλούτον της δόξης αυτού επί σκεύη ελέους, ά προητοίμασεν εις δόξαν?», Δηλ. τι μπορείς να πεις για το Θεό, αν θέλει να δείξει τον πλούτο της αγάπης του σε ανθρώπους, που συνεχώς ετοιμάζονται να είναι «σκεύη ελέους?». Και η ετοιμασία για να καταστεί κάποιος σκεύος ελέους, άξιος του ελέους, είναι η μετάνοια, η έμπρακτη μετάνοια.
Αντίθετα λοιπόν με τη Δύση, ο προορισμός κατά την Ορθόδοξη Θεολογία δεν είναι η τακτοποίηση μιας διασαλευμένης τάξης στη θεία πραγματικότητα, αλλά ο πλουτισμός της κτίσης με τη δεκτικότητα εκείνη που θα μπορέσει να αξιοποιήσει την παροχή του ευ είναι. Όλη η κτίση είναι προορισμένη για τη μεταμόρφωση, για την εκλάμπρυνση και για το δοξασμό και κατ ‘ουδένα λόγο οδεύει προς το μηδέν. Με άλλα λόγια αποκλείονται εδώ οι νομικές ερμηνείες και κυριαρχούν οι ιατρικές, ο δε αμαρτωλός άνθρωπος δεν παύει να παραμένει εικόνα Θεού, ως κατάληξη δε της ιαματικής σωτηρίας έχουμε την αποκατάσταση των πάντων, ως θεολογούμενο, σε αντίθεση του νομικού πνεύματος του απόλυτου προορισμού.

Οι αδιάφθοροι Άγιοι του Ρωμαιοκαθολικισμού.

Σεπτεμβρίου 4, 2011 1 Σχολιο

Καθηγητοῦ Ἀντωνίου Μάρκου
Περιπτώσεις ἀδιαφθόρων σωμάτων ὑπάρχουν καί στόν Παπισμό.
Πρόκειται γιά 90 περιπτώσεις προσώπων πού ἀπεβίωσαν ἀπό τό 1159 μέχρι τό 1905. Τά πρόσωπα αὐτά τιμῶνται ἀπό τούς Ρωμαιοκαθολικούς σάν Ἅγιοι ἤ Μακάριοι. Ὅμως, κατά τήν διδασκαλία τῆς Ὀρθοδόξου Ἐκκλησίας, ἁγιότητα καί Ἅγιοι – καί κατ’ ἀκολουθία θαύματα καί σημεῖα – ἐκτός Ἐκκλησίας, σέ αἱρέσεις καί σχίσματα, δέν ἀναγνωρίζονται ὡς γνήσια καί ἀπό Θεοῦ.
Ὁ ἅγ. Ἀναστάσιος ὁ Σιναϊτης λ.χ. γράφει σχετικά: “Οὐκοῦν ὁπόταν ἴδης καί δι’ αἱρετικῶν καί δι’ ἀπίστων τί σημεῖον κατά τι κρῖμα Θεοῦ γενόμενον, μή θαμβηθῆς ἤ σαλευθῆς τῆς Ὀρθοδόξου Πίστεως. Πολλάκις γάρ καί ἡ πίστις τοῦ προσερχομένου ἐστιν ἡ τό σημεῖον ποιήσασα καί ούχ ἡ ἀξία τοῦ ποιήσαντος. Ἔγνωμεν γάρ καί Ἐπίσκοπον αἱρετικόν ἐν Κυζίκῳ τῇ πόλει, τῶν λεγομένων Μακεδονιανῶν τῶν Πνευματομάχων, ὅτι δένδρον ἐλαίας ἐκ τοῦ τόπου ἐν ὦ ἵστατο εἰς ἕτερον τόπον σχήματι εὐχῆς μετήνεγκεν, ὡς σκοτίζον τήν θυρίδα τοῦ ματαίου εὐκτηρίου αὐτοῦ“.
Ὁ ἴδιος αἱρετικός Ἐπίσκοπος, συνεχίζει ὁ ἅγ. Ἀναστάσιος, ἔκανε προσευχή πάνω σέ νεκρό καί “παρεσκεύασε τόν νεκρόν δῆθεν λαλῆσαι καί εἰπεῖν πόσον ἦν τό ὀφειλόμενον χρέος τῷ ἐπιδανειστῇ αὐτοῦ“. Καί ὅταν ἀπεβίωσε ὁ Ἐπίσκοπος αὐτός, “ἐν τῷ μνήματι αὐτοῦ διάφοροι φαντασίαι καί σημεῖα ἐπετελέσθησαν… Αἱρετικός δέ ποιῶν σημεῖα ἤ προφητεύων, δήλος ἐστίν ὅτι ὑπό δαιμόνων ἐμπαίζεται, καίτοι νομίζει ἐκ Θεοῦ ἐνεργεῖσθαι αὐτῷ τά τοιαῦτα“. (“Ὁδηγός Ἀναστασίου Σιναϊτου“, σελ. 74 καί 76).
Τοῦτο τῆς τοῦ διαβόλου μεθοδείας - διδάσκει σχετικῶς ὁ Ἱερός Χρυσόστομος - τῇ ἀληθείᾳ ἀεί παρησάγειν τήν πλάνην, πολλά ἐπιχρωνύντα αὐτή τά ὁμοιώματα, ὥστε εὐκόλως κλέψας τούς εὐεξαπατήτους“ (“Ὁμιλία ΜΣΤ’ εἰς τό κατά Ματθαῖον Εὐαγγέλιον”).
Εὔλογο προκύπτουν τά ἐρωτήματα:
Ἡ ἀφθαρσία ἑνός σώματος εἶναι δαιμονική φαντασία ἤ πραγματικό γεγονός;
Οἱ προηγούμενες Ἁγιοπατερικές διδασκαλίες περί σημείων καί θαυμάτων ἀπό αἱρετικούς, ἰσχύουν καί στήν περίπτωση τῶν ἀφθάρτων σωμάτων;
Αὐτά εἶναι δύο θέματα πού χρειάζονται μελέτη καί διερεύνηση ὑπό τό φῶς τῆς Ὀρθοδόξου Θεολογίας.
Μεταξύ τῶν ἐρωτημάτων πού προκύπτουν ἀπό τήν μελέτη τῶν περιπτώσεων ἀδιαφθόρων στόν Ρωμαιοκαθολικισμό, σημειώνουμε τό καίριο ἐρώτημα τοῦ κατά πόσο τά ἀναφερόμενα στοιχεῖα εἶναι πραγματικά. Ἡ ἔγκυρη Καθολική Ἐγκυκλοπαίδεια “Ἅγιοι καί Προσκυνήματα“, γράφει σχετικά γιά τήν περίπτωση τῆς Ρίτας τῆς Κάσια, τῆς ὁποίας τό σῶμα διατηρεῖται ἄφθαρτο:
Εἶναι δύσκολο, ἄν ὄχι ἀδύνατο, νά διακρίνει κανείς τά ὅρια μεταξύ Ἱστορίας καί θρύλου, ὅταν ἡ λαϊκή εὐλάβεια εἶναι τόσο μεγάλη γιά ἕναν Ἅγιο. Αὐτή εἶναι χωρίς ἄλλο ἡ περίπτωση τῆς ἀγ. Ρίτας τῆς Κάσια, πού τόσο ἀγαπήθηκε ἀπό τούς πιστούς ὅλου τοῦ κόσμου καί τόσο τήν σέβονταν ἀκόμη κι ὅταν ζοῦσε, πού ἡ ἁγιωνυμία της ἔγινε ἀπό τό λαό πρίν ἀπό τήν Ἐκκλησία. Συνεπῶς, ὁ ἀναγνώστης ἄς μήν ἐκπλήσσεται, ἄν στή διήγηση αὐτῆς τῆς βιογραφίας διαπιστώσει, ὅτι τά ἱστορικά δεδομένα γιά τή ζωή τῆς Ἁγίας – τόσο ἄλλωστε ἐλάχιστα καί ἀβέβαια – ἐναλλάσσονται μέ θρυλικές πληροφορίες“ (Νικηφόρου Βιδάλη, “Τ’ ἀδέλφια μας οἱ Ἅγιοι“, Ἀθήνα 1990, σελ. 187).
Γιά τόν λόγο αὐτό ἡ Ρίτα τῆς Κάσια δέν συμπεριλήφθηκε στό μεταρρυθμισμένο Γενικό Ἡμερολόγιο τῶν Ἁγίων τῆς Καθολικῆς Ἐκκλησίας, πού ἔγινε μετά τήν Β’ Σύνοδο τοῦ Βατικανοῦ (1962 – 1965), τιμᾶται ὅμως τοπικά, σύμφωνα μέ σχετική ἀπόφαση τοῦ Πάπα Οὐρβανοῦ Η’, τοῦ ἔτους 1626 (αὐτ. σελ. 191).
Ὁ Νικηφόρος Βιδάλης σημειώνει σχετικά μέ τήν μεταρρύθμιση τοῦ Ἡμερολογίου: “Ἀπό τή μεταρρύθμιση αὐτή βγῆκαν, ἀπό τό Γενικό Ρωμαϊκό Μαρτυρολόγιο πολλοί Ἅγιοι, οἱ ὁποῖοι εἶχαν ἐλλιπή ἤ καί ἀνακριβή ἱστορικά στοιχεῖα ὑπάρξεως, μέ σκοπό νά ξεκαθαριστοῦν τά ἱστορικά ἀπό τά θρυλικά στοιχεῖα, μέ τά ὁποῖα συχνά ἀναμιγνύονται, ἔτσι ὥστε νά προκύψουν καθαρές βιογραφίες, εἴτε αὐτές στηρίζονται σέ ἱστορικά δεδομένα, εἴτε σέ ἁπλή παράδοση. Ἡ ἐργασία αὐτή, πολύ δυσχερής καί ἐπίπονη, συνεχίζεται καί θά συνεχιστεῖ γιά μεγάλο ἀκόμη χρονικό διάστημα, σέ ἐπίπεδο ἐθνικῶν καί τοπικῶν Ἐκκλησιῶν· ὅταν δέ ὁλοκληρωθεῖ, θά γίνει τό Νέο Γενικό Ρωμαϊκό Μαρτυρολόγιο, πού θά ἀντικαταστήσει ἐκεῖνο τοῦ Πάπα Γρηγορίου ΙΓ’ (1584)” (αὐτ. σελ. 11).
Θά πρέπει ἐπίσης νά ληφθεῖ πολύ σοβαρά ὑπ’ ὄψη, ὅτι οἱ Ρωμαιοκαθολικοί στήριξαν πολλές ἀπό τίς καινοτομίες τους πάνω σέ χαλκευμένες καταστάσεις πού ὀνόμασαν θαύματα. Λ. χ. ἡ ἑορτή τῆς Ἁγίας Δωρεᾶς στηρίχθηκε σέ ὅραμα μιᾶς μοναχῆς, τῆς Ἰουλιανῆς, ἡ ὁποία “ἑσπέραν τινά, τῆς ἐποχῆς ἐκείνης, προσευχομένη εἶδε τήν πανσέληνον ἔχουσα ὀπήν! Τήν ὀπτασίαν ταύτην ἐξήγησεν ὡς σημεῖον τοῦ γεγονότος, ὅτι ἐν τῷ κύκλῳ τῶν ἐκκλησιαστικῶν ἑορτῶν ἔλειπεν ἑορτή πρός τιμήν τῆς ἐν τῇ Θείᾳ Εὐχαριστίᾳ τελουμένης μετουσιώσεως“ (Β. Κ. Στεφανίδου, “Ἐκκλησιαστική Ἱστορία“, σελ. 540).
Παρόμοια περίπτωση ἀφορᾶ τήν λιτανεία τῆς Ἁγίας Δωρεᾶς, κατά τήν ὁποία περιφέρεται ἡ ὄστια. “Ἱερεύς τις ἐν Βολσένῃ τῆς Ἰταλίας - γράφει ὁ Στεφανίδης - κατά τήν Θ. Λειτουργίαν, ἐξ ἀπροσεξίας ἔρριψε σταγόνα καθαγιασμένου οἴνου ἐπί τοῦ εἰλητοῦ, ὅπου ἐσχηματίσθη αἱματόχρους κηλίς ἐν σχήματι ὄστιας. Τοῦτο ἐθεωρήθη θαῦμα“ (αὐτ. σελ. 540).
Παρά τά προηγούμενα, ἄν ἀποκλεισθοῦν φυσικοί λόγοι καί οἱ κάθε εἴδους ἀνθρώπινες ἐπεμβάσεις, θά πρέπει νά ἐξετασθοῦν μέ πολλή σοβαρότητα, κάτω ἀπό τό φῶς τῆς Ὀρθοδόξου θεολογίας, ὅλες οἱ πραγματικές περίπτωσεις ἀφθαρσίας σωμάτων, μυροβλυσίας (Ἁγνή τοῦ Montepulciano, Ματθαῖα τῆς Matelica, Μαρία Μαγδαληνή De Pazi, Φραγκίσκος Ἐπίσκοπος Γενεύης, Μαρία τοῦ Ἰησοῦ), μεταθανάτιας αἱμοραγίας (Νικόλαος τοῦ Tolentino, Ματθαῖα τῆς Matelica, Βερναδῖνος τῆς Σιέννας, Λουκία τοῦ Narni, Τσάρμπελ τοῦ Λιβάνου), καθώς καί οἱ λεγομένοι Στιγματικοί, πού ὑπάρχουν στό Ρωμαιοκαθολικισμό.
Ἄν πρόκειται περί πραγματικῶν περιπτώσεων ἀφθαρσίας σωμάτων, ἀσφαλῶς ἰσχύει τό περιεχόμενο στίς Ἀποστολικές Διαταγές: “Εὐδοκεῖ ὁ Θεός ἐπιτελεῖσθαι δυνάμεις ὡς σοφός οἰκονόμος, οὐ τῇ τῶν ἀνθρώπων ἰσχύϊ, ἀλλά τῇ Ἑαυτοῦ βουλήσει“ (“Ἀποστολικαί Διαταγαί“, βιβλίο Η’, σελ. 140).
Τίς περιπτώσεις ἀδιαφθόρων στό Ρωμαιοκαθολικισμό παρουσιάζουμε στή συνέχεια. Τίς περιπτώσεις αὐτές περιγράφει στό βιβλίο της “The Incorruptbles“, Rochford, Illinois, 1977, ἡ ἐρευνήτρια τοῦ θέματος Joan Carroll Crouz (στό ἐξής J. C. Cruz).
Ἡ συγγραφέας στόν Πρόλογο τοῦ ἔργου της ἐπισημαίνει κάτι πολύ σημαντικό, σχετικά τίς παρανοήσεις πού ἔχουν γίνει γιά τό θέμα, στό χῶρο τοῦ Παπισμοῦ. Ἐπισημαίνει π.χ. “ἕνα σκίτσο πού ὑπάρχει σέ μία Καθολική ἔκδοση, στό ὁποῖο περιγράφεται μία ἀνακλινόμενη φιγούρα σέ μία γυάλινη λειψανοθήκη. Ἡ λεζάντα ὑποδείκνυε τήν ταυτότητα τοῦ περιεχομένου, σάν τό ἀδιάφθορο σῶμα τοῦ ἁγίου Φραγκίσκου τοῦ Geronimo, μία διευκρίνηση πού μεταγενέστερη ἔρευνα ἀποκάλυψε, ὅτι ἦταν τελείως λανθασμένη…
Σ’ ἕνα ἀριθμό Εὐρωπαϊκῶν ἐκκλησιῶν, μπορεῖ κανείς νά βρεῖ κρυστάλλινες λειψανοθήκες πού περιέχουν ἀνακλινόμενα ἀγάλματα πού παρουσιάζουν συγκεκριμένους ἁγίους, τά ὀστᾶ τῶν ὁποίων περιέχονται σέ ἀπομιμούμενες φιγοῦρες. Ἀπό τήν τεχνική πού χρησιμοποιήθηκε στήν ἀναπαραγωγή τῶν εἰκόνων σέ μερικά ἀπό αὐτά τά μοντέλα, δημιουργοῦνται συχνά λάθη ὅπως ἐκεῖνο τοῦ ἁγίου Φραγκίσκου τοῦ Geronimo πού ἀναφέρθηκε προηγουμένως ἤ ὅπως ἔγινε μέ τόν ἅγιο Φραγκίσκο Cabrinι, τοῦ ὁποίου τό σῶμα δέν βρέθηκε ποτέ διατηρημένο
“.
Ἔστι, “ἦταν ἀπαραίτητο - ἐπισημαίνει - νά ἐξετάσω τά ἱερά προσκυνήματα ὅλων ἐκείνων τῶν ἁγίων πού ἀναφέρονται σάν ἄφθαρτοι, γιά νά ἐξακριβώσω ἐάν οἱ φυλασσόμενες φιγοῦρες ἦταν τά πραγματικά σώματα τῶν ἁγίων ἤ ἀγάλματα πού τούς ἀναπαριστοῦσαν“ (J. C. Cruz αὐτ. σελ. 21 – 42). Ἡ τελευταῖα αὐτή συμπερασματική παρατήρηση, εἶναι ἐνδεικτική περί τοῦ τί περίπου ἐπικρατεῖ στόν χῶρο τῆς Ρωμαιοκαθολικῆς Ἐκκλησίας, σχετικά μέ τό θέμα αὐτό.
Γιά τήν κατά τό δυνατό πλήρη κάλυψη τοῦ θέματος:
· Ἀναφέρονται στή συνέχεια οἱ μετά τό Σχίσμα τοῦ 1054 περιπτώσεις ἀφθάρτων σωμάτων πού μνημονεύει στήν ἐργασία της ἡ Joan Carroll Cruz, μαζί μέ σχετικές ἱστορικές πληροφορίες.
· Ἡ χρονολογία μέσα σέ παρένθεση ἀναφέρεται στό ἔτος θανάτου καί ἡ ἡμερομηνία στή μνήμη τοῦ ἀναφερομένου προσώπου κατά τό Ρωμαϊκό Μαρτυρολόγιο, ὅταν αὐτή ἀναφέρεται.
· Σέ ὅποιες περιπτώσεις ἡ μετάφραση τῶν ὀνομάτων καί τῶν τοπονυμίων θά ἦταν πιθανῶς ὄχι ἀκριβής, αὐτά τίθενται μέ λατινικούς χαρακτήρες.
· Ἀκολουθεῖται χρονολογική σειρά.
· Τά ἱστορικά στοιχεία λαμβάνονται ἀπό τό βιβλίο τοῦ Πρωτοσυγκέλλου τῆς Ρωμαιοκαθολικῆς Ἀρχιεπισκοπῆς Ἀθηνῶν Νικηφόρου Βιδάλη, “Τ’ ἀδέλφια μας οἱ Ἅγιοι“, Ἀθήνα 1990 ( στό ἐξής Ν. Β.), ἐνῶ δίδονται καί βιβλιογραφικές παραπομπές.
· Οἱ ὅροι Ἅγιος καί Μακάριος ἀφοροῦν τήν Ρωμαιοκαθολική Ἐκκλησία καί ἀναφέρονται στό ἔργο τῆς J. C. Cruz.
· Τά ἀναφερόμενα στούς Βίους θαύματα καί ἄλλα σημεῖα, μνημονεύονται γιά λόγους ἀντικειμενικότητος, χωρίς αὐτό νά σημαίνει ἀποδοχή ἤ κρίση τοῦ συγγραφέα πάνω στά ἀναφερόμενα θέματα.
Οἱ ἀδιάφθοροι τοῦ Ρωμαιοκαθολικισμοῦ
(κατά χρονολογική σειρά)
Μοναχός Valtheof τοῦ Melrose Σκωτίας (+ 1159, 3η Αὐγούστου· Ἅγιος)
Ἄν καί μέλος τῆς Αὐλῆς τοῦ Βασιλιά τῆς Σκωτίας Δαβίδ, ἐντάχθηκε στό μοναχικό Τάγμα τῶν Κιστερσιανῶν καί ἀναδείχθηκε δεύτερος Ἡγούμενος τοῦ Ἀββαείου Melrose τῆς Σκωτίας. Ἀπεβίωσε εἰρηνικά τό 1159 – ἀφοῦ προηγουμένως ἀρνήθηκε νά χειροτονηθεῖ Ἐπίσκοπος Γλασκώβης – καί ἐνταφιάσθηκε στό Ἀββαεῖο του.
Τό σῶμα του βρέθηκε ἄφθαρτο τό 1171. Τελευταία ἀναφορά γι’ αὐτό γίνεται στό Χρονικό τοῦ Melrose, τό 1340. (Καρόλου Ἀρχιεπισκόπου Γλασκώβης, “The History of St. Cuthbert“, Ν. Ὑόρκη 1887, σελ. 143 – 144· J. C. Cruz, αὐτ., σελ. 70 – 71).Ἐπίσκοπος Οὐβάλδος τοῦ Cubbiο Ἰταλίας (+ 1160, 16η Μαϊου· Ἅγιος)
Εὐγενούς καταγωγῆς, ἀναδείχθηκε Ἐπίσκοπος ἀπό τόν Πάπα Ὀνώριο Β’. Κατά τούς βιογράφους του, “μπόρεσε νά συμφιλιώσει ἀκόμη καί τούς ἐχθρούς του καί πέραν αυτῶν τῶν ἀρετῶν ὁ Κύριος τόν προίκισε καί μέ τό χάρισμα τῶν θαυμάτων“ (Ν.Β. αὐτ., σελ. 181). Ἀπεβίωσε εἰρηνικά τό 1160.
Κατά τήν τελευταία ἰατρική ἐξέταση τοῦ ἀφθάρτου σώματός του πού ἔγινε τό 1960, περιγράφεται ξηρό καί χρώματος σκούρου καφέ. Σήμερα φυλάσσεται στό Ναό τοῦ Monte Ingino Ἰταλίας. (J. C. Cruz, αὐτ., σελ. 71 – 72).Μοναχός Ἰδεσβάλδος τοῦ Dunes, Dunkirk Γαλλίας (+ 1167· Ἅγιος)
Προερχόμενος ἀπό τήν ἀριστοκρατεία τῆς Φλάνδρας, μετά ἀπό 30 χρόνια δημόσιας ὑπηρεσίας, ἔγινε μοναχός τοῦ Τάγματος τῶν Κιστερσιανῶν καί ἀναδείχθηκε Ἡγούμενος τοῦ Ἀββαείου τοῦ Dunes, στό Dunkirk τῆς Γαλλίας. Ἀπεβίωσε εἰρηνικά τό 1167.
Τό σῶμα του βρέθηκε ἄφθαρτο τό 1624. Τελευταία ἀναγνώρισή του ἔγινε τό 1894. Σήμερα στό Ναό Notre Dame de la Poterie, στό Bruges τῆς Φλάνδρας, σώζονται πολλά τῶν ὀστῶν του, ὁ ἀριστερός του βραχίονας φυλάσσεται στήν Ἐπισκοπή τοῦ Bruges καί ὁ δεξιός στό Ἀββαεῖο τοῦ Dunes. (J. C. Cruz, αὐτ., σελ. 73).Ἰσίδωρος ὁ Γεωργός (+ 1172 ἤ 1130, 15η Μαϊου· Ἅγιος)
Κατά τούς βιογράφους του, “ἔζησε τόν 12ο αἰ. στήν Ἰσπανία καί ἔδωσε ὑπέροχα παραδείγματα Χριστιανικοῦ ἤθους, ἀφοσιωμένος στό καθημερινό του ταπεινό ἔργο, καλλιεργῶντας τήν γῆ… Πέθανε τό 1130 καί ἐτάφη χωρίς καμμία ἰδιαιτερότητα… Ἡ ἁγιωνυμία του ἔγινε στίς 25 Μαϊου 1622 ἀπό τόν Πάπα Γρηγόριο ΙΕ’“. (Ν.Β. αὐτ. σελ. 180 – 181).
Τό ἄφθαρτο σῶμα του μετακινήθηκε κατά τήν ἱστορική πορεία σέ ἕξι διαφορετικές τοποθεσίες καί σήμερα φυλάσσεται στόν Καθεδρικό Ναό τῆς Μαδρίτης. Τό χρῶμα τοῦ σώματος περιγράφεται σκοτεινό. (J. C. Cruz, αὐτ. σελ. 74 – 75).

Βενέδικτος ὁ Γεφυροποιός (+ 1184· Ἅγιος)
Γνωστός σάν “ὁ μικρός Βενέδικτος ὁ γεφυροποιός“. Ἀρχικά βοσκός στή Σαβοϊα, ξεκίνησε τό 1177 τήν ἀνέγερση μιᾶς πέτρινης γέφυρας στήν Ἀβινιόν τῆς Γαλλίας, “μετά ἀπό ὅραμα“. Ἀπεβίωσε εἰρηνικά τό 1184, τέσσερα χρόνια πρίν τήν ὁλοκλήρωση τοῦ ἔργου. Ἐνταφιάσθηκε πάνω στή γέφυρα καί “ἦσαν τόσα πολλά τά θαύματα πού τελέσθηκαν ἐκεῖ, ὥστε οἱ πρόκριτοι τῆς πόλεως ἔκτισαν ἕνα Παρεκκλήσιο πάνω στή γέφυρα, ὅπου τό σῶμα ἔμεινε γιά 500 περίπου χρόνια“.
Τό 1669 ἕνα τμῆμα τῆς γέφυρας κατέρρευσε, τό Παρεκκλήσιο καταστράφηκε καί τό σῶμα του βρέθηκε ἄφθαρτο. Μία δεύτερη ἀναγνώριση ἔγινε τό 1674. Τό σῶμα καταστράφηκε κατά τήν Γαλλική Ἐπανάσταση, τό 1789. Ἀπό αὐτό διασώθηκε μόνο ἡ κεφαλή, ἡ γνησιότητα τῆς ὁποίας πιστοποιήθηκε τό 1854. Σήμερα φυλάσσεται στήν ἐνορία τοῦ ἁγ. Didier, στήν Ἀβινιόν. (J. C. Cruz, αὐτ., σελ. 76 – 77).

Ἐπίσκοπος Οὖγος τοῦ Λίνκολ Βρεττανίας (+ 1200, 16η Νοεμβρίου· Ἅγιος)
Ἦταν γιός Γάλλου Ἰππότη καί ὅταν ἔμεινε ὀρφανός ἐντάχθηκε στό Τάγμα τοῦ ἁγ. Αὐγουστίνου, σέ ἡλικία 8 ἐτῶν. Σέ ἡλικία 23 ἐτῶν ἐντάχθηκε στό αὐστηρό Τάγμα τῶν Καρθουσιανῶν. Τό 1179 ἔτυχε τῆς προσοχῆς τοῦ Βασιλιά τῆς Ἀγγλίας Ἐρρίκου Β’, ἀπό τόν ὁποῖο ἀναδείχθηκε Ἐπίσκοπος Λίνκολ, καί τοῦ σεβασμοῦ τῶν διαδόχων του Ριχάρδου Α’ τοῦ Λεοντόκαρδου καί Ἰωάννη τοῦ Ἀκτήμονα (σάν Βασιλικός Πρεσβευτής τοῦ τελευταίου ἐπισκέφθηκε τήν Γαλλία). Ἀπεβίωσε μετά ἀπό ἀσθένεια στό Λονδίνο, τό 1200. Κατά τήν κηδεία του “τιμήθηκε μέ τό νά σηκώσουν τό φέρετρό του τρεῖς Βασιλεῖς καί τρεῖς Ἀρχιεπίσκοποι“.
Τό σῶμα του βρέθηκε ἄφθαρτο τό 1280, παρουσίᾳ τοῦ Βασιλιά τῆς Ἀγγλίας Ἐδουάρδου Α’. Τό 1540, κατά τήν βασιλεία τοῦ Ἐρρίκου Η’, τό σῶμα χάθηκε, ὅταν διατάχθηκε ἡ δήμευση τῶν ἀφιερωμάτων, ἡ ὁποία ἀπέφερε στό Βασιλικό Θησαυροφυλάκιο 2. 621 οὐγγιές χρυσοῦ καί 4. 215 ἀργύρου, πλέον τῶν πολυτίμων κοσμημάτων! (H. Thurston, “The Lιfe of St. Hugh of Lincol“, Ν. Ὑόρκη 1898· καί J. C. Cruz, αὐτ. σελ. 78 – 81).

Μοναχός Βετράνδος τῆς Garrigua (+ 1230· Μακάριος)
Κατά τούς ἱστορικούς, “συναριθμεῖται μεταξύ τῶν γνησίων ἀκολούθων τοῦ ἁγ. Δομηνίκου, ἱδρυτοῦ τοῦ Τάγματος τῶν Ἱεροκηρύκων“. Ἀπεβίωσε εἰρηνικά τό 1230, στή γυναικεία Μονή Notre Dame de Bosuet, στή Γαλλία.
Τό σῶμα του βρέθηκε ἄφθαρτο 23 χρόνια ἀργότερα. Μία ἀκόμη ἀναγνώρισή του ἔγινε τόν 15ο αἰ., ὁπότε τό σῶμα μεταφέρθηκε στό Ναό τῶν Ἀδελφῶν Ἱεροκηρύκων τοῦ Orange. Καταστράφηκε ἀπό τούς Διαμαρτυρομένους τό 1561, κατά τή διάρκεια τῶν θρησκευτικῶν πολέμων. (J. C. Cruz, αὐτ., σελ. 82).

Ἀρχιεπίσκοπος Ἐδμούνδος τοῦ Καντέρμπουρυ (+ 1240· Ἅγιος)
Ἀναδείχθηκε Ἀρχιεπίσκοπος Καντέμπουρυ τό 1234 καί ὑπερασπίσθηκε τά δικαιώματα τῆς Ρωμαιοκαθολικῆς Ἐκκλησίας ἀπέναντι στόν Ἐρρίκο Γ’, ἡ πολιτική τοῦ ὁποίου τόν ἀνάγκασε νά καταφύγει στή Γαλλία. Ἐγκαταβίωσε στό Κιστερσιανό Ἀββαεῖο τοῦ Pontigny, ὅπου καί ἀπεβίωσε εἰρηνικά τό 1240.
Μερικά χρόνια μετά τό θάνατό του, τό σῶμα του βρέθηκε ἄφθαρτο, παρουσίᾳ τοῦ Γάλλου Βασιλιά Λουδουβίκου τοῦ ἐπιλεγομένου Ἁγίου. Πολυάριθμα θαύματα ἀνάγκασαν τό 1247 τόν Πάπα Ἰννοκέντιο Δ’ νά προχωρήσει στήν ἁγιωνυμία του. Τό σῶμα (χρώματος καφέ), σώζεται στό Ἀββαεῖο τοῦ Pontigny. (N.V. Pierce Butler, “A Book of British Saints“, 1957, σελ. 16 καί J. C. Cruz, αὐτ., σελ. 83 – 84).

Μοναχή Ρόζα τοῦ Viterbo Ἰταλίας (+ 1252, 6η Μαρτίου· Ἁγία)
Κατά τήν διάρκεια μιᾶς ἀσθενείας - σημειώνεται σέ Ρωμαιοκαθολικό Συναξαριστή - ἐνῶ ἦταν 8 ἐτῶν, ἐμφανίσθηκε στή Ρόζα ἡ Κυρία μας καί τῆς εἶπε νά φορέσει τό ἔνδυμα τῆς μετανοίας καί νά προσφέρει μία εὐσεβή ζωή σάν παράδειγμα στούς γείτονές της“. Ὅταν ὁ Αὐτοκράτορας Φρειδερίκος στράφηκε κατά τοῦ Πάπα, ἡ νεαρή Ρόζα ὑπερασπίσθηκε τόν δεύτερο, κηρύττοντας σέ διάφορες Ἰταλικές πόλεις. Ἀπεβίωσε τό 1252, σέ ἡλικία μόλις 17 ἐτῶν.
Ἐνταφιάσθηκε στό Ναό τῆς Ἁγίας Μαρίας στό Podio καί 6 χρόνια ἀργότερα τό σῶμα της μεταφέρθηκε ἄφθαρτο στό Κοινόβιο τῆς Ἁγίας Μαρίας τῶν Ρόδων. Ὅταν ὁ Ναός τοῦ Κοινοβίου καταστράφηκε ἀπό φωτιά τό 1357, τό σῶμα μεταφέρθηκε στή Μονή Clarisse S. Rosa στό Viterbo, ὅπου καί σήμερα φυλάσσεται. Τό 1921 ἡ ἄφθαρτη καρδιά της τοποθετήθηκε σέ ἰδιαίτερη λειψανοθήκη. (J. C. Cruz, αὐτ., σελ. 85).

Μοναχή Speradia τοῦ Cingoli Ἰταλίας (+ 1276· Ἁγία)
Σέ νεανική ἡλικία ἀσπάσθηκε τόν ἐρημιτικό βίο καί ἐγκαταβίωσε σέ ἕνα σπήλαιο. Ἀργότερα πραγματοποίησε προσκύνημα στούς Ἁγίους Τόπους καί τελικά ἐντάχθηκε στή γυναικεία Μονή τῶν Βενεδικτίνων, στό Cingoli τῆς Ἰταλίας, ὅπου ἀναδείχθηκε Ἡγουμένη. Ἀπεβίωσε εἰρηνικά τό 1276 καί ἀμέσως ἀνακηρύχθηκε πολιούχος τῆς πόλεως.
Δύο χρόνια μετά τό θάνατό της τό σῶμα της βρέθηκε ἄφθαρτο. Σήμερα φυλάσσεται στό Ναό τῆς Μονῆς της. Ἀναγνωρίσεις τοῦ σώματος ἔγιναν τό 1482, 1635, 1768, 1834 καί 1870. Κατά τήν τελευταία τοῦ 1952 τό χρῶμα τοῦ σώματος περιγράφεται φυσιολογικό. (D. Guglielmo, “Un fiore di Santina Benedettina S. Speradia“, Cingoli 1952· καί J. C. Cruz, αὐτ., σελ. 86 – 87).

Ζέτα τῆς Luca Ἰταλίας (+ 1278· Ἁγία)
Ἀπό τήν ἡλικία τῶν 12 ἐτῶν καί γιά τά ὑπόλοιπα 48 χρόνια τῆς ζωῆς της, ἐργάσθηκε σάν ὑπηρέτρια σέ μία πλούσια οἰκογένεια, ζῶντας ζωή ἀσκητική, μέ φιλανθρωπία καί προσευχή. Ἀπεβίωσε εἰρηνικά τό 1278 καί ἐνταφιάσθηκε ἁπλᾶ στό Ναό τοῦ ἁγ. Frediano, στή Luca.
Τό σῶμα της βρέθηκε ἄφθαρτο καί ἀναγνωρίσθηκε τό 1446, 1581 καί τό 1652. Καί στίς τρεῖς περιπτώσεις περιγράφεται ξηρό καί σκοτεινό. Σήμερα φυλάσσεται στόν ἀναφερόμενο Ναό. (J. C. Cruz, αὐτ. σελ. 88 – 89).

Ἀλβέρτος ὁ Μέγας (+ 1280, 15η Νοεμβρίου· Ἅγιος)
Κατά τόν Νικηφόρο Βιδάλη, ὑπῆρξε “ἀπό τούς πιό σοφούς ἀνθρώπους τῆς ἐποχῆς του, ἕνας ἄλλος Χριστιανός Ἀριστοτέλης, ὅπως τόν ἀποκαλοῦσαν, ὁ ὁποῖος μέ τήν πολυμάθεια καί τήν διδασκαλία του, ἔδωσε ἀξιοθαύμαστη ὠθηση στίς θεολογικές καί φιλοσοφικές ἐπιστήμες. Ὡς διδάσκαλος καί πρόδρομος τοῦ ἁγ. Θωμᾶ Ἀκυϊνάτη, ἐφαρμόζοντας τίς φιλοσοφικές ἀρχές τοῦ Ἀριστοτέλη στή Χριστιανική Θεολογία, προετοίμασε τήν Σχολαστική Θεολογία, ἡ ὁποία ἐπηρέασε τό Θεολογικό λόγο μέσα στή Δυτική Ἐκκλησία μέχρι τίς ἡμέρες μας“ (αὐτ, σελ. 475).
Εὐγενοῦς καταγωγῆς ἀπό τήν Βαυαρία, σπούδασε στά Πανεπιστήμια τῆς Πάδουας καί τῶν Παρισίων ὅλες τίς ἐπιστήμες τῆς ἐποχῆς του καί κατόπιν ἐντάχθηκε στό Τάγμα τῶν Δομηνικανῶν. Δίδαξε στά μεγαλύτερα Πανεπιστήμια τῆς Εὐρώπης καί ἀναδείχθηκε Ἐπίσκοπος Ραστιβόνης. Ἀπεβίωσε εἰρηνικά τό 1280 στήν Κολωνία, ἀφήνοντας τεράστιο συγγραφικό ἔργο. Τό 1931 ὁ Πάπας Πίος ΙΑ’ τόν ἀνακήρυξε Ἅγιο καί Διδάσκαλο τῆς Καθολικῆς Ἐκκλησίας.
Τό σῶμα του βρέθηκε ἄφθαρτο τό 1283 καί κατατέθηκε στό Ναό τῶν Δομηνικανῶν, στήν Κολωνία. Τό 1483, μέ τήν ἀνάπτυξη τοῦ Πανεπιστημίου τῆς πόλης, τό σῶμα κατατέθηκε σέ περίοπτο τάφο. Κατά τήν τότε ἀναγνώρισή του τό σῶμα βρέθηκε ἡμιδιαλυμένο. Τό 1804 ἔγινε νέα μεταφορά, λόγῳ τῆς κατάκτησης τῆς πόλης ἀπό τόν Ναπολέοντα. Σήμερα τά ὀστά, πλέον, φυλάσσονται στήν κρύπτη τοῦ Ναοῦ ἁγ. Ἀνδρέα Κολωνίας. (Dr. Joachim Sighart, “Albert the Great of the Order of Friar Preacher – His Life and Scholastic Labours from original documents“, 1876· καί J. C. Cruz, αὐτ., σελ. 90 – 92).

Μοναχή Μαργαρίτα τῆς Cortona Ἰταλίας (+ 1297· Ἁγία)
Μία πτωχή χωρική τῆς Τοσκάνης, ὀρφανή ἀπό μητέρα ἀπό τήν ἡλικία τῶν 7 ἐτῶν. Ὅταν, παρασυρμένη ἀπό τίς ὑποσχέσεις γάμου ἑνός νέου πού δέν τηρήθηκαν, γέννησε ἕνα ἐξώγαμο παιδί, ἄφησε τό χωρίο της, τό Montepucliano, καί πῆγε στήν πόλη τῆς Cortona, ὅπου ζήτησε βοήθεια ἀπό τούς Φραγκισκανούς, ἀπό τούς ὁποίους ὑποχρεώθηκε σέ δημόσια μετάνοια γιά τρία χρόνια, κατά τά ὁποία ζοῦσε ἐργαζομένη σάν ὑπηρέτρια. Μετά τήν μετάνοιά της ἔγινε δεκτή στό Τάγμα καί ἀργότερα ἵδρυσε τό Νοσοκομεῖο Spedale di Santa Maria della Misericordia. Ἀπεβίωσε εἰρηνικά τό 1297, μετά ἀπό 23 χρόνια μετανοίας.
Τό σῶμα της φυλάσσεται ἄφθαρτο, “ξηρό καί φωτεινό” κατά τήν περιγραφή, στή Βασιλική τῆς Cortona πού φέρει τό ὄνομά της. (J. C. Cruz, αὐτ., σελ. 93 – 94).

Μοναχός Ἰάκωβος τῆς Bevagna Ἰταλίας (+ 1301, 23η Αὐγούστου· Μακάριος)
Δομηνικανός μοναχός στό Σπολέτο τῆς Ἰταλίας, ὅπου διακρίθηκε σάν ἱεροκήρυκας. Τό πλέον γνωστό περιστατικό τῆς ζωῆς του “εἶναι ἕνα ὅραμα τό ὁποῖο δέχθηκε ἐνῶ προσευχόταν μπροστά στόν Ἐσταυρωμένο. Ἀφοῦ ἐξέφρασε τήν μεγάλη δίψα τοῦ πνεύματός του καί τόν φόβο γιά τήν ἀπώλεια τῆς ψυχ·ῆς του, ἀναπαύθηκε ἀπό τά λόγια, “Ἰδοῦ τό σημεῖο τῆς σωτηρίας σου“, καί ἀμέσως μουσκεύθηκε ἀπό αἷμα πού ἔτρεξε ἀπό τόν Ἐσταυρωμένο”!
Ἀπεβίωσε εἰρηνικά τό 1301 καί τό σῶμα του σώζεται μέχρι σήμερα ἄφθαρτο. Τήν μακαριωνυμία του ἔκανε τό 1400 ὁ Πάπας Βονιφάτιος Θ’. (J. C. Cruz, αὐτ., σελ. 95).

Μοναχός Νικόλαος τοῦ Τολεντῖνο Ἰταλίας (+ 1305, 10η Σεπτεμβρίου· Ἅγιος)
Ἰταλός μοναχός τοῦ Τάγματος τοῦ ἁγ. Αὐγουστίνου, ἔζησε στή Μονή τοῦ Τολεντῖνο τά 30 τελευταῖα χρόνια τῆς ζωῆς του. Ἀπεβίωσε εἰρηνικά τό 1305 καί ἐνταφιάσθηκε στή Μονή του. Ἀμέσως μετά τόν θάνατό του μία ἐπιτροπή ἀνέλαβε τήν διερεύνηση τῶν θαυμάτων πού ἀποδιδόταν σ’ αὐτόν, ἀλλά ἡ ἁγιωνυμία του καθυστέρησε λόγῳ τοῦ Μεγάλου Σχίσματος τῆς Δυτικῆς Ἐκκλησίας καί ἔγινε τό 1446.
Τό σῶμα του βρέθηκε ἄφθαρτο 40 χρόνια μετά τόν θάνατό του. Κατά τήν ἀνακομιδή τά χέρια του ἀποκόπηκαν ἀπό τόν Γερμανό μοναχό Θεόδωρο καί ἄρχισε ἡ αἱμοραγία τῶν πληγῶν του, πού κράτησε σταδιακά 600 χρόνια! Ἡ πλέον μαρτυρημένη ἀπό αὐτές ἄρχισε τήν 29η Μαϊου 1699 καί τελείωσε τήν 1η Σεπτεμβρίου τοῦ ἰδίου ἔτους!
Λίγα χρόνια μετά τήν ἀνακομιδή διαπιστώθηκε ἡ ἐξαφάνιση τῶν μερῶν τοῦ σώματος. Στά ἀρχεία τοῦ Δήμου τοῦ Τολεντῖνο ὑπάρχουν καταγραφές μεταξύ τῶν ἐτῶν 1475 καί 1515 γιά πολλές συναντήσεις γιά τό θέμα αὐτό. Τά ἐλλείποντα μέρη βρέθηκαν τό 1929 στή Βασιλική τοῦ ἁγ. Νικολάου στό Τολεντῖνο (ὅπου καί σήμερα φυλάσσονται) καί ἀναγνωρίσθηκαν μέ Παπική ἀπόφαση, τήν 2.3.1929. Τά χέρια διατηροῦνται ἄφθαρτα καί ξηρά καί φυλάσσονται σέ ἀργυρό-κρυστάλλινη λειψανοθήκη, προσωπικό ἀφιέρωμα τοῦ Πάπα Πίου ΙΑ’. (P. Dmenico Gentili, “Un asceta e un Apostolo, S. Nicolo da Tolentino“, 1966· καί J. C. Cruz, αὐτ., σελ. 96 – 98).

Μοναχός Πέτρος τοῦ Gubbio Ἰταλίας (+ 1306, 29η Ὀκτωβρίου· Μακάριος)
Μοναχός τοῦ Τάγματος τοῦ ἁγ. Αὐγουστίνου, τοῦ ὁποίου ἀναδείχθηκε Γενικός Βικάριος στή Ρώμη. Ἀπεβίωσε εἰρηνικά τό 1306 καί ἐνταφιάσθηκε στή Μονή τοῦ ἁγ. Ἀνδρέα Ρώμης. Κατά τίς Ρωμαιοκαθολικές συναξαριστικές πηγές ἀμέσως μετά τόν θάνατό του, ἀκούσθηκε ἡ φωνή του νά συμψάλλει μέ τούς ἄλλους μοναχούς! Ὅταν πολλά χρόνια ἀργότερα ἀνοίχθηκε ὁ τάφος του, τό σῶμα του βρέθηκε ἄφθαρτο σέ γονατιστή στάση, μέ τά χέρια ἑνωμένα σέ προσευχή καί τό στόμα ἀνοικτό!
Τό ἄφθαρτο σῶμα του διατηρήθηκε σέ λάρνακα, στήν κεντρική τράπεζα τοῦ Ναοῦ, μέχρι τό 1957, ὁπότε καταστράφηκε ἀπό πυρκαγιά. Σήμερα στή Μονή φυλάσσονται ἐλάχιστα ὀστά του. (J. C. Cruz, αὐτ., σελ. 99 – 100).

Μοναχός Ἄγγελος τοῦ San Sepolcro Ἰταλίας (+ 1306· Μακάριος)
Μοναχός τοῦ Τάγματος τοῦ ἁγ. Αὐγουστίνου, στή Μονή τοῦ ἁγ. Νικολάου στό Τολεντῖνο, γιά τή ζωή τοῦ ὁποίου δέν σώθηκαν ἰδιαίτερες μαρτυρίες, ἐφ’ ὅσον ὁ Βίος του, γραμμένος ἀπό τόν Ἰωάννη τοῦ ἁγ. Γουλιέλμου, ἔχει χαθεῖ.
Ἡ παλαιότερη μαρτυρία γιά τό ἄφθαρτο σῶμα του ἀνάγεται στό 1583. Σήμερα τό σῶμα του φυλάσσεται στή γυναικεία Μονή Santa Maria dei Servi, στό San Sepolcro τῆς Ἰταλίας. (J. C. Cruz, αὐτ., σελ. 102).

Μοναχή Κλάρα τοῦ Montefalco Ἰταλίας (+ 1308, 17η Αὐγούστου· Ἁγία)
Ἀπό τήν ἡλικία τῶν 7 ἐτῶν προσχώρησε σέ μία ὁμάδα ἐρημιτριῶν καί στήν ἡλικία τῶν 13 ἐντάχθηκε μέ τήν ἄδεια τοῦ Ἐπισκόπου τοῦ Σπολέτο, σέ μία κοινότητα τοῦ Τάγματος τοῦ ἁγ. Αὐγουστίνου, τῆς ὁποίας ἀργότερα ἀναδείχθηκε Ἡγουμένη. Ἀπεβίωσε εἰρηνικά τό 1308, σέ ἡλικία 40 ἐτῶν. Κατά τίς Ρωμοκαθολικές συναξαριστικές πηγές εἶχε “πνεῦμα προφητείας, τελοῦσε θαύματα καί κατανοοῦσε τά θεία μυστήρια“.
Μετά τό θάνατό της θυμήθηκαν μία χαρακτηριστική της φράση. “Ἄν ζητᾶτε τόν Σταυρό τοῦ Χριστοῦ - εἶχε πεῖ - πᾶρτε τήν καρδιά μου· ἐκεῖ θά βρῆτε τόν πάσχοντα Κύριο“. Στά λόγια αὐτά δόθηκε κυριολεκτική καί ὄχι μεταφορική ἑρμηνεία, ὅταν τό σῶμα της βρέθηκε ἄφθαρτο καί πάνω στή καρδιά της – ἐπίσης ἄφθαρτη καί μεγαλύτερη ἀπό τό φυσιολογικό μέγεθος – διακρίνονταν καθαρά ἡ Σταύρωση, τό πρόσωπο τοῦ Ἐσταυρωμένου καί ἡ σκηνή τῆς μαστιγώσεως, ὅλα σχηματισμένα ἀπό καρδιακό ἰστό!!!
Πιστεύεται, ὅτι αὐτές οἱ παραστάσεις ἐντυπώθηκαν στήν καρδιά της κατά τή διάρκεια ἑνός ὁράματος, κατά τό ὁποῖο ὁ Κύριος τῆς εἶπε: “Ἀναζήτησα ἕνα μέρος στόν κόσμο γιά νά φυτέψω τόν Σταυρό Μου καί δέν βρῆκα καλύτερο μέρος ἀπό τήν καρδιά σου“!!!
Ἀκόμη, στή χοληδόχο κύστη της βρέθηκαν τρία δισκία ἰδίου σχήματος καί βάρους, τά ὁποῖα Ρωμαιοκαθολικοί θεολόγοι θεώρησαν σύμβολα τῆς Ἁγίας Τριάδος, τήν Ὁποία ἡ Κλάρα εὐλαβοῦνταν ἰδιαίτερα.
Ὅλο τό ἄφθαρτο σῶμα φυλάσσεται στό Ναό τοῦ Τιμίου Σταυροῦ στό Montefalco. Τά δισκία φυλάσσονται μαζί μέ τή μισή καρδιά της – πάνω στήν ὁποία διακρίνεται καθαρά ἡ Σταύρωση – σέ εἰδική κρυστάλλινη θήκη. Τό ὑπόλοιπο τῆς καρδιᾶς βρίσκεται ἐνσωματωμένο σέ μία προτομή της, στή θέση του στήθους, καί εἶναι ὁρατό μέσα ἀπό εἰδικό κρύσταλλο. (Butler, Thurston & Attwater, “Lives of the Saints“, 1956, τ. 3ος, σελ. 341· καί J. C. Cruz, αὐτ., σελ. 103 – 105).

Μοναχή Ἁγνή τοῦ Montepulciano Ἰταλίας (+ 1317· Ἁγία)
Σέ ἡλικία 9 ἐτῶν ζήτησε τήν ἄδεια τῶν γονέων της γιά νά ἐνταχθεῖ στή μοναστική κοινότητα τῶν Ἀδελφῶν τοῦ Σάκκου, στό Montepulciano (ὀνομάζονταν ἔτσι διότι φοροῦσαν τρίχινο σάκκο μετανοίας). Γιά τήν ἀρετή της ἀναδείχθηκε Ἡγουμένη σέ ἡλικία μόλις 15 ἐτῶν καί ἀναγνωρίσθηκε ἀπό τόν Πάπα Μαρτῖνο Δ’. Ἀπό τήν στιγμή ἐκείνη καί μέχρι τό τέλος τῆς ζωῆς της κοιμόταν στό πάτωμα καί ζοῦσε μόνο μέ ψωμί καί νερό. Οἱ Ρωμαιοκαθολικές συναξαριστικές πηγές μαρτυροῦν θαύματα καί θεοσημείες. Ἀπεβίωσε εἰρηνικά τό 1317 καί ἐνταφιάσθηκε στή μονή της.
Ὁ Ραϋμόνδος τῆς Καπούης, ἀπό τούς πρώτους βιογράφους της, σημειώνει πρῶτος τήν ἀφθαρσία καί τήν μυροβλυσία τοῦ σώματός της. Ὁ ἴδιος σημειώνει καί ἕνα περιστατικό κατά τήν ἐκεῖ ἐπίσκεψη τῆς Αἰκατερίνης τῆς Σιέννας. Ὅταν ἡ Αἰκατερίνη γονάτισε γιά νά προσκυνήσει τό σῶμα, ἡ ἀπό ἐτῶν νεκρή Ἁγνή τράβηξε τό πόδι της!!!
Τό σῶμα διατηρήθηκε ἄφθαρτο μέχρι τόν 16ο αἰ., ὁπότε ἐντοιχίσθηκε στήν κεντρική τράπεζα τοῦ Ναοῦ. Σήμερα τά ὀστά, μέρος τοῦ δέρματος καί ὁ ἐγκέφαλος, βρίσκονται μέσα σέ λάρνακα – ὁμοίωμα της, ὅπου τά ἄφθαρτα χέρια καί πόδια της κατέχουν τή φυσιολογική θέση. (Blessed Raymond of Capus, “Life of Saint Catherine of Siena“, σελ. 239 – 240· P. Timoteo M. Centi, “Sant’ Agnese Segni Domenicana, Patrona di Chiaciano Terme“, 1966· καί J. C. Cruz, αὐτ., σελ. 106 – 108).

Μοναχή Ματθαία τῆς Matelica Ἰταλίας (Nazzarei, + 1319, 28η Δεκ., Μακαρία)
Εὐγενοῦς καταγωγῆς, ἐντάχθηκε στό Τάγμα τῶν Φραγκισκανῶν (τῆς πτωχῆς Κλάρας), ἀναδείχθηκε Ἡγουμένη καί ἀπεβίωσε εἰρηνικά τό 1319, μετά ἀπό 40 χρόνια ἡγουμενείας. Τό 1536, μετά ἀπό 217 χρόνια, τό σῶμα της βρέθηκε ἄφθαρτο καί μυροβλύζον. Μία ἄλλη ἐξέταση τοῦ σώματος ἔγινε τό 1756. Δύο χρόνια ἀργότερα, τό 1758, τό σῶμα ἄρχισε νά αἱμοραγεῖ! Τό φαινόμενο ἀπασχόλησε γιατρούς καί ἐπιστήμονες πολλές φορές καί συνεχίζεται μέχρι σήμερα. Τό 1920 τά ἐνδύματα τοῦ σώματος χρειάσθηκε νά ἀλλαχθοῦν, διότι εἶχαν φθαρεῖ ἀπό τήν ὑγρασία, ὅπως ἐπίσης καί στή δεκαετία τοῦ ’70. (P. Ferdinando Diotallevi, “Breve Vita della B. Mattia Nazzarei, Abba-dessa Delle Clarisse in Metelica“, 1962· καί J. C. Cruz, αὐτ., σελ. 109 – 110).

Μοναχή Μαργαρίτα τῆς Metola Ἰταλίας (+ 1320, 13η Ἀπριλίου· Μακαρία)
Τυφλή ἀπό τά παιδικά της χρόνια, πῆγε στά 16 της στό Προσκύνημα Citta di Castello γιά να θεραπευθεῖ, ἀλλά δέν ἔτυχε τοῦ ποθημένου. Ὅταν ἐπέστρεψε στήν πατρίδα της ἐντάχθηκε στό Τάγμα τῶν Δομηνικανίδων μοναζουσῶν καί ἀναλώθηκε σέ ἔργα εὐποιϊας. Ἀπεβίωσε τό 1320, σέ ἡλικία 33 ἐτῶν.
Τό σῶμα της βρέθηκε ἄφθαρτο τόν 16ο αἰ., ἐνῶ τά ἐνδύματά του εἶχαν πλήρως φθαρεῖ. Ἡ μακαριωνυμία της, τό 1609, ἀκολούθησε μία μεγάλη σειρά θαυμάτων. Σήμερα τό σῶμα φυλάσσεται σέ κρυστάλλινη λάρνακα στό Ναό τοῦ ἁγ. Δομηνίκου τοῦ Citta di Castello, στήν Ἰταλία. (R. Bonniwell, “The story of Margaret of Metola“, 1952· καί J. C. Cruz, αὐτ., σελ. 111 – 112).

Μοναχός Ἰωάννης τοῦ Chiaramonte Ἰταλίας (+ 1339· Μακάριος)
Γεννήθηκε στήν Τουλούζη τῆς Γαλλίας καί ἔζησε ἀσκητικά σάν ἐρημίτης στό Ὄρος Caramola τῆς Λουκανίας, στήν Ἰταλία. Μετά ἀπό κάποια ἀσθένεια ἔγινε δεκτός στήν Κιστερσιανή Μονή Santa Maria di Sagittario στό Chiarmonte. Πέθανε ὅταν τόν κακοποίησαν κάποιοι κυνηγοί, ἐπειδή ἐλευθέρωσε ἕνα κατσικάκι καί τό ἄφησε νά πάει στή μητέρα του!
Μετά τό θάνατό του κάποια θαύματα ὁδήγησαν στήν ἀνακάλυψη τοῦ ἄφθαρτου σώματός του. Σήμερα φυλάσσεται στό Ναό τοῦ Chiarmonte, σέ κρύπτη κάτω ἀπό τήν κεντρική τράπεζα. (J. C. Cruz, αὐτ., σελ. 114).

Μοναχός Περεγρῖνος τοῦ Forli Ἰταλίας (Laziosi, + 1345, 1η Μαϊου· Ἅγιος)
Εἶναι γνωστός στό Ρωμαιοκαθολικό κόσμο σάν “ὁ Ἅγιος τοῦ καρκίνου“. Ἰταλικῆς καταγωγῆς, ἐντάχθηκε στό Τάγμα τῶν Σερβιτῶν, στό Forli, ὅπου πέρασε τήν προβλεπόμενη δοκιμασία τῶν 12 ἐτῶν καί χειροτονήθηκε. Ἄσκησε μεγάλη φιλανθρωπία καί κατά τή διάρκεια μιᾶς ἐπιδημίας, τό 1323 – 1328, ἀφοῦ ἐξέθεσε τόν ἑαυτό του σέ μεγάλους κινδύνους, προσβλήθηκε ἀπό καρκῖνο στό δεξί του πόδι. Ἀφοῦ ὑπέφερε πολλά χρόνια ἀπό τήν ἀσθένειά του, θεραπεύθηκε θαυματουργικά κατά τή διάρκεια προσευχῆς. Ἐξ’ αἰτίας αὐτοῦ τοῦ θαύματος καί ἄλλων πού ἀκολούθησαν μετά τό θάνατό του, ὀνομάσθηκε “Διεθνής Προστάτης τῶν Θυμάτων τοῦ Καρκίνου“.
Ἀπεβίωσε εἰρηνικά τό 1345. Τό σῶμα του βρέθηκε ἄφθαρτο τό 1639 καί ἡ ἁγιωνυμία του ἔγινε τό 1726 ἀπό τόν Καρδινάλιο Ροβέρτο Bellarmine, μετά τήν καταγραφή πλέον τῶν 300 θαυμάτων! Ἡ τελευταῖα ἐξέταση τοῦ σώματος ἔγινε τό 1958 καί διαπιστώθηκε, ὅτι εἶχε μερικῶς διαλυθεῖ καί ἦταν μαύρου χρώματος. (J. C. Cruz, αὐτ., σελ. 115 – 116).

Μοναχή Sibyllina τῆς Παβίας Ἰταλίας (Biscossi, + 1367, 20ή Μαρτίου· Μακαρία)
Ἔμεινε ὀρφανή σέ μικρή ἡλικία καί ἀναγκάσθηκε νά ἐργασθεῖ σάν ὑπηρέτρια, μέχρι πού ἔμεινε τυφλή, σέ ἡλικία 12 ἐτῶν. Οἱ ἀδελφές τοῦ Τρίτου Τάγματος τοῦ ἁγ. Δομηνίκου τήν περιέθαλψαν καί τελικά ἐντάχθηκε στό κοινόβιό τους. Σέ ἡλικία 15 ἐτῶν ἄρχισε νά ζῆ ἔγκλειστο βίο σέ ἕνα κελλί στή Μονή της. Ἐκεῖ πέρασε τά ὑπόλοιπα 64 χρόνια τῆς ζωῆς της. Ἀπεβίωσε εἰρηνικά τό 1367.
Τά σημεῖα πού ὑπῆρξαν κατά τή ζωή καί μετά τό θάνατό της, ὁδήγησαν τόν Πάπα Πῖο Θ’ νά προχωρήσει στή μακαριωνυμία της, τό 1853. Τότε τό σῶμα της βρέθηκε ἄφθαρτο καί σήμερα φυλάσσεται στόν Καθεδρικό Ναό τῆς Παβίας, κάτω ἀπό τήν τράπεζα τοῦ Παρεκκλησίου τῆς ἁγ. Λουκίας. (J. C. Cruz, αὐτ., σελ. 117 – 118).

Μοναχή Αἰκατερίνη τῆς Σιέννας Ἰταλίας (+ 1380, 29η Ἀπριλίου· Ἁγία)
Γεννήθηκε στή Σιέννα τῆς Τοσκάνης, σέ μία οἰκογένεια 25 παιδιῶν! Σέ ἡλικία 7 ἐτῶν ἀφιερώθηκε στήν Παναγία καί ἀργότερα ἐντάχθηκε στό Τρίτο Τάγμα τοῦ ἁγ. Δομηνίκου.
Βλέπει - γράφει ὁ Ν. Β. - καί διαβάζει μέσα στίς καρδιές, προβλέπει τό μέλλον, προφητεύει. Ἄν καί ποτέ δέν ἔμαθε γράμματα, γράφει καί διαβάζει θαυμάσια. Οἱ διάλογοι καί οἱ ἐπιστολές της σέ Πάπες, Βασιλεῖς καί Ἄρχοντες παραμένουν περίφημοι… Πρόκειται γιά μία δυναμική, θαρραλέα καί πολύ ἀποφασιστική γυναίκα, ἴσως τήν πιό μεγάλη γυναῖκα τοῦ Μεσαίωνα, ἡ ὁποία, πέρα ἀπό τήν ἐξαιρετική ἁγιωσύνη της, συνέβαλε ἀποφασιστικά στήν εἰρήνη μεταξύ τῶν διαφόρων πόλεων τῆς Κεντρικῆς Ἰταλίας, πού κατασπαράζονταν ἀπό πολέμους καί σφαγές, καθώς ἐπίσης καί στήν ἀνάκτηση τῶν δικαιωμάτων τῆς Ἐκκλησίας, ἀκόμη καί αὐτῆς τῆς ἐλευθερίας τοῦ Ρωμαίου Ποντίφικα. Συνέβαλε ἐπίσης στήν ἀναμόρφωση τῆς πνευματικῆς ζωῆς τῶν μοναστηριῶν. Ἀκόμη, ἄφησε ἀξιόλογα συγγράμματα μυστικῆς θεολογίας“ (Ν. Β. αὐτ., σελ. 159, 161).
Τό 1377 συνάντησε στή Ἀβινιόν τόν Πάπα Γρηγόριο ΙΑ’ καί τόν ἔπεισε νά ἐπιστρέψει στή Ρώμη. Ἀπεβίωσε εἰρηνικά τό 1380, σέ ἡλικία μόλις 33 ἐτῶν, καί ἐνταφιάσθηκε στό κοιμητήριο τοῦ Ναοῦ Santa Maria Sopra Minerva (Ἁγία Μαρία στό Ναό τῆς Ἀθηνᾶς). Ἀνῆκει στούς λεγομένους Στιγματικούς.
Τήν πρώτη ἀνακομιδή τοῦ σώματός της, πού βρέθηκε ἄφθαρτο, ἔκανε ὁ πνευματικός καί βιογράφος της Ραϋμόνδος τῆς Καπούης. Ὁ ἴδιος ἀπευθύνθηκε στόν Πάπα καί πέτυχε τή μεταφορά τῆς κάρας της στή Σιέννα (1385), αὐτό ὅμως εἶχε σάν ἀποτέλεσμα τή διασπορά τοῦ σώματος σέ διάφορα μέρη (ἕνα χέρι στή Μονή S. Domenico e Siesto στή Ρώμη, τό ἀριστερό πόδι στό Ναό τῶν ἁγ. Πέτρου καί Παύλου στή Βενετία, μία πλευρά στή Μονή τοῦ ἁγ. Μάρκου στή Φλωρεντία, διάφορα μέρη στή Μονή ἁγ. Δομηνίκου Stone καί στήν πρός τιμή της Μονή στό Bow, κοντά στό Λονδῖνο· τό μεγαλύτερο μέρος τοῦ σώματος φυλάσεται σέ ἐντοιχισμένη λάρνακα, στό Ναό Santa Maria Sopra Minerva, στή Ρώμη).
Τήν ἁγιωνυμία της πραγματοποίησε ὁ Πάπας Πῖος Β’ (τό 1461), τό 1939 ὁ Πῖος ΙΒ’ τήν ἀνακήρυξε προστάτιδα τῆς Ἰταλίας (μαζί μέ τόν Φραγκίσκο τῆς Ἀσσίζης) καί τό 1970 ὁ Παῦλος ΣΤ’ τήν ὁνόμασε Διδάσκαλο τῆς Ρωμαιοκαθολικῆς Ἐκκλησίας.(Augusta Theodosia Drane, “The History of St. Catherine and Her Companions“, 1899· καί J. C. Cruz, αὐτ., σελ. 119 – 123).

Ἐπίσκοπος Ἀνδρέας τῆς Pistoia Ἰταλίας (Franchi, + 1401, 26η Μαϊου· Μακάριος)
Γόνος εὐγενῶν, τό 1351 ἐντάχθηκε στό Τάγμα τῶν Δομηνικανῶν καί σπούδασε θεολογία στή Ρώμη. Ἀπεβίωσε εἰρηνικά τό 1401, μετά ἀπό 20ετή ἐπισκοπική ὑπηρεσία. Ἐνταφιάσθηκε στό Ναό τοῦ ἁγ. Δομηνίκου τῆς Pistoia. Ἡ μακαριωνυμία του ἔγινε τό 1921 ἀπό τόν Πάπα Βενέδικτο ΙΕ’.
Τό σῶμα του βρέθηκε ἄφθαρτο τό 1911. Ἄλλες ἀναγνωρίσεις ἔγιναν τό 1944 καί τό 1966. Κατά τήν τελευταῖα ὑπῆρξε καί μία ἀναλυτική ἰατρική ἐξέταση, ἀπό τήν ὁποία προέκυψε ὅτι τό σῶμα βρέθηκε ἐντελῶς ἄφθαρτο. Σήμερα φυλάσσεται σέ κρυστάλλινη λάρνακα, στό πλάγιο κλῖτος τοῦ Ναοῦ τοῦ ἁγ. Δομηνίκου Pistoia Ἰταλίας. (J. C. Cruz, αὐτ., σελ. 124).

Μοναχή Φραγκίσκα ἡ Ρωμαία (+ 1440, 9η Μαρτίου· Ἁγία)
Γεννήθηκε τό 1384 στή Ρώμη, ἀπό γονεῖς εὐγενεῖς. Παρά τήν ἐπιθυμία τῆς ἀφιερώσεως, ἀναγκάσθηκε νά παντρευτεῖ τόν ἐπίσης εὐγενῆ Λαυρέντιο, μέ τό ὁποῖο ἔζησε 40 εὐτυχισμένα χρόνια. Μέ δικές της προσπάθειες ἱδρύθηκε ἀπό Ρωμαίες κυρίες, πλούσιες χῆρες, μία κοινότητα ἀφιερωμένη στήν Παναγία μέ σκοπό τήν ἀγαθοεργία. Ἡ κοινότητα αὐτή ἦταν ἡ ἀπαρχή τοῦ Τάγματος τῶν Ἀφιερωμένων (Oblatae), πού ἐγκαταστάθηκε στόν Πύργο τῶν Κατόπτρων (Torre Degli Specchi) καί δέχθηκε τόν Κανόνα τοῦ ἁγ. Βενεδίκτου. Μετά τό θάνατο τοῦ συζύγου της, σέ ἡλικία 52 ἐτῶν, ἐντάχθηκε στό τάγμα σάν ἁπλή μοναχή καί κοιμήθηκε ἐκεῖ εἰρηνικά μετά ἀπό τέσσερα χρόνια, τό 1440.
Ἐνταφιάσθηκε στή Ρώμη, στό Ναό τῆς Παναγίας τῆς Ἀγορᾶς (Santa Maria Nuova al Foro). Ἡ ἁγιωνυμία της ἔγινε τό 1608 ἀπό τόν Πάπα Παῦλο Ε’. Τό σῶμα της βρέθηκε ἄφθαρτο καί εὐωδιαστό μερικούς μῆνες μετά τό θάνατό της, ὅταν Ρωμαίες κυρίες ἄνοιξαν τόν τάφο της, γιά νά μεταφέρουν τό σῶμα της σέ μνημεῖο πού εἶχαν ἑτοιμάσει. Ὅταν τό 1638 ἄνοιξαν καί πάλι τόν τάφο της, κατά τήν διάρκεια ἐργασιῶν στή Βασιλική, τό σῶμα της εἶχε διαλυθεῖ. Σήμερα τά ὀστά της φυλάσσονται σέ κρυστάλλινη λάρνακα, στή Βασιλική τοῦ ἐνταφιασμοῦ της. (Lady Georgiana Fullerton, “The Life of St. Franes of Rome…”, 1855· Ν. Β. αὐτ., σελ. 104 – 107· καί J. C. Cruz, αὐτ. σελ. 125 -126).

Μοναχός Βερναρδῖνος τῆς Σιέννας Ἰταλίας (+ 1444, 20ή Μαϊου· Ἅγιος)
Ἦταν γόνος οἰκογενείας Ἰταλῶν εὐγενῶν τῆς Σιέννας καί ἔτυχε ἱκανῆς παιδείας. Σέ ἡλικία 15 ἐτῶν ἐντάχθηκε στή Φιλανθρωπική Ἀδελφότητα τῆς Παναγίας τῆς Σκάλας. Κατά τήν ἐπιδημία πανώλης τοῦ 1400, ἀφοσιώθηκε στήν περίθαλψη τῶν θυμάτων, μέ κίνδυνο τῆς ζωῆς του. Κατόπιν ἐντάχθηκε στό Τάγμα τῶν Φραγκισκανῶν, ὅπου διέπρεψε σάν ἱεροκήρυκας. Ἀπεβίωσε εἰρηνικά τό 1444, ἀφήνοντας καί ἀξιόλογα θεολογικά συγγράμματα. Ἡ ἁγιωνυμία του ἔγινε τό 1657 ἀπό τόν Πάπα Ἀλέξανδρο Ζ’.
Τό σῶμα του παρέμεινε ἄταφο καί ἀνέπαφο γιά πολλές ἡμέρες, λόγῳ τοῦ μεγάλου πλήθους τῶν πιστῶν πού ἤθελαν νά προσκυνήσουν. Τήν 24η ἡμέρα ἀπό τόν θάνατο, ἀπό τό σῶμα ἔτρεξε αἷμα! Ἐνταφιάσθηκε τήν 26η ἡμέρα στό Ναό τοῦ ἁγ. Φραγκίσκου. Τό 1471 τό σῶμα βρέθηκε ἄφθαρτο καί τοποθετήθηκε σέ κρυστάλλινη λάρνακα καί ἀργότερα σέ ἀργυρή, δῶρο τοῦ Βασιλιά τῆς Γαλλίας.
Κατά τήν ἀναγνώριση τοῦ 1968 διαπιστώθηκε, ὅτι τό σῶμα ἦταν τυλιγμένο σέ φύλλα καπνοῦ καί ὅτι εἶχαν χρησιμοποιηθεῖ συντηρητικά καί χημικά γιά τήν διατήρησή του! (Rev. John Hofer, “St. John Capistran, Reformer“, 1943· Ν. Β., αὐτ. σελ. 185 – 187· καί J. C. Cruz, αὐτ. σελ. 127 – 128).

Μοναχός Herculanus τοῦ Piegaro Ἰταλίας (+ 1451· Ἅγιος)
Λαμπρός Φραγκισκανός ἱεροκήρυκας, ἔζησε ἀσκητικά σέ ὅλη του τήν ζωή καί ἀπεβίωσε εἰρηνικά τό 1451, στό Castronovo τῆς Τοσκάνης. Τό σῶμα του βρέθηκε ἄφθαρτο τό 1456, κατά τή μεταφορά του στό Ναό τοῦ Τάγματος. (J. C. Cruz, αὐτ. σελ. 129).

Μοναχή Ρίτα τῆς Κάσια Ἰταλίας (+ 1457, 22α Μαϊου· Ἁγία)
Γεννήθηκε τό 1381 στή Ροκαπορένα, ἕνα μικρό χωριό κοντά στήν πόλη Κάσια τῆς Ἰταλίας. Ὁ γάμος της μέ τόν Φεδρινάνδο Μαντσίνι ὑπῆρξε σκληρή δοκιμασία γι’ αὐτή καί ἔτσι μετά τήν δολοφονία του καί τόν θάνατο δύο παιδιῶν της, μόνασε στό Κοινόβιο τῶν Αὐγουστινιανῶν τῆς ἁγ. Μαγδαληνῆς.
Ἀπεβίωσε εἰρηνικά τό 1457 καί δέν ἐνταφιάσθηκε ποτέ. “Τό σῶμα της - γράφει ὁ Ν. Β. - δέν θάφτηκε ποτέ, ἀλλά τοποθετήθηκε σέ εἰδικό φέρετρο· οὔτε βαλσαμώθηκε κι ὅμως μένει μέχρι σήμερα ἀναλλοίωτο…Τό λείψανό της, μέσα σέ διαφανή λάρνακα, βρίσκεται σ’ ἕνα μικρό Παρεκκλήσι, στήν περίφημη Βασιλική τοῦ Προσκυνήματός της, στήν Κάσια” (αὐτ. σελ. 190).
Τά γεγονότα πού ἀναφέρονται στή ζωή της τοποθετοῦνται στό χῶρο τοῦ θρύλου. Ἔτσι ἡ μνήμη της δέν περιλαμβάνεται στό μεταρρυθμισμένο Γενικό Ἡμερολόγιο τῆς Καθολικῆς Ἐκκλησίας, πού ἔγινε μετά τήν Β’ Βατικανή Σύνοδο (1962 – 1965), ἀλλά τιμᾶται τοπικά, σύμφωνα μέ τήν ἀπόφαση τοῦ Πάπα Οὐρβανοῦ Η’ γιά τήν μακαριωνυμία της (τό 1627· στήν ἁγιωνυμία της προχώρησε τό 1900 ὁ Πάπας Λέων ΙΓ’). (Rev. M. J. Corcoran, “Our owe St. Rita, A Life of the Saint of the Imposible“, 1919· V. De Spens, “Saint Rita“, 1960· καί J. C. Cruz, αὐτ. σελ. 130 – 134).

Ἀρχιεπίσκοπος Ἀντωνῖνος τῆς Φλωρεντίας (+ 1459, 2α Μαϊου· Ἅγιος)
Δομηνικανός μοναχός ἀπό τό 1406, διοίκησε διάφορα ἱδρύματα τοῦ Τάγματος, μεταξύ τῶν ὁποίων καί τό Ναό Santa Maria Sopra Minerva στή Ρώμη, ὅπου βρισκόταν τό σῶμα τῆς Αἰκατερίνης τῆς Σιέννας. Ἀφοῦ ὑπηρέτησε γιά ἀρκετά χρόνια σάν Γενικός Βικάριος τοῦ Τάγματος, ἐπέστρεψε στήν πατρίδα του Φλωρεντία καί ἵδρυσε τή Μονή τοῦ ἁγ. Μάρκου (ἕνα ἀπό τά σημερινά καλλιτεχνικά κοσμήματα τῆς πόλης) καί τήν ἐκεῖ πρώτη δημόσια Βιβλιοθήκη τῆς Εὐρώπης. Σάν Ἀρχιεπίσκοπος τῆς πόλης ἔμεινε στήν Ἱστορία μέ τήν προσωνυμία “ὁ πατέρας τῶν πτωχῶν“. Ἀπεβίωσε εἰρηνικά τό 1459. Ἡ ἁγιωνυμία του ἔγινε τό 1523. Τό σῶμα του βρέθηκε ἄφθαρτο τό 1589 καί σήμερα φυλάσσεται στή Μονή τοῦ ἁγ. Μάρκου Φλωρεντίας.(Herbert J. Thurston, “The Physical Phenomena of Mysticism“, 1952, σελ. 248· καί J. C. Cruz, αὐτ. σελ. 135 – 136).

Μοναχός Ἀντώνιος τοῦ Stroncone Ἰταλίας (Vici, + 1461, 28η Ἰουνίου· Μακάριος)
Ὅταν οἱ εὐγενεῖς γονεῖς του ἐντάχθηκαν στό Τρίτο Τάγμα τῶν Φραγκισκανῶν, ὁ ἴδιος τούς μιμήθηκε σέ ἡλικία 12 ἐτῶν καί ἐντάχθηκε στή Μονή τοῦ Stroncone. Ἐργάσθηκε στήν Κορσική γιά τήν ἵδρυση Μονῆς τοῦ Τάγματος καί τά 30 τελευταῖα χρόνια τῆς ζωῆς του ἔζησε ἀσκητικά στό ἐρημητήριο τοῦ Carceri, κοντά στήν Ἀσσίζι.
Ἀπεβίωσε εἰρηνικά τό 1461 στή Μονή τοῦ ἁγ. Δαμιανοῦ, ὅπου καί ἐνταφιάσθηκε. Τό σῶμα του βρέθηκε ἄφθαρτο ἕνα χρόνο ἀργότερα. Μία δεύτερη ἀναγνώρισή του ἔγινε τό 1599, ὁπότε καί τοποθετήθηκε σέ κρυστάλλινη λάρνακα. Τό 1649, τήν στιγμή πού ἔφεραν μπρός στή λάρνακα μία δαιμονιζόμενη νέα, τό κεφάλι καί οἱ ὤμοι ἀνασηκώθηκαν περίπου 20 ἑκατοστά, ὅπως καί τό δεξί χέρι, καί σ’ αὐτή τή θέση βρέθηκαν καί κατά τήν ἀναγνώριση τοῦ 1809! Σήμερα φυλάσσεται στή Μονή τοῦ Stroncone, πολύ καλά διατηρημένο καί μέ φυσικό χρῶμα. Τό 1687 ὁ Πάπας Ἰννοκέντιος ΙΑ’ προχώρησε στή μακαριωνυμία του. (Luciano Canonici, “Antonio Vici, Principe Conteso“, 1961· καί J. C. Cruz, αὐτ. σελ. 137 – 138).

Μοναχός Ἰάκωβος τῆς Alcala Ἰσπανίας (+ 1463· Ἅγιος)
Ἀρχικά ἐρημίτης τοῦ Τρίτου Τάγματος τῶν Φραγκισκανῶν, ἀργότερα ἐντάχθηκε στή Μονή τῆς Arizafa τῆς Καστίλλης καί ἐργάσθηκε ἱεραποστολικά στά Κανάρια Νησιά. Τό 1456 διορίσθηκε στή Μονή τῆς Alcala, ὅπου καί ἀπεβίωσε. Τό σῶμα του βρέθηκε ἄφθαρτο 6 μῆνες ἀργότερα καί τά θαύματα πού προηγήθηκαν καί ἀκολούθησαν (μεταξύ αὐτῶν καί ἡ θεραπεία τῆς Δόνα Ἰωάννας, κόρης τοῦ Βασιλιά τῆς Καστίλλης Δόν Ἐρρίκου Δ’), ἔφεραν στή Μονή χιλιάδες Ἰσπανούς προσκυνητές καί τόν ἴδιο τό Μονάρχη.
Τό 1562 τό σῶμα μεταφέρθηκε στά Ἀνάκτορα καί τέθηκε δίπλα στόν ἀσθενοῦντα Πρίγκιπα Κάρολο, γιό τοῦ Βασιλιά Φιλίππου Β’, ὁ ὁποῖος θεραπεύθηκε. Τότε οἱ πολιτικές καί ἐκκλησιαστικές Ἀρχές τῆς Ἰσπανίας, μέ ἐπικεφαλής τόν Βασιλιά καί τόν Ἀρχιεπίσκοπο, ἀπευθύνθηκαν στόν Πάπα καί ζήτησαν τήν ἁγιωνυμία του, τήν ὁποία πραγματοποίησε ὁ Σίχτος Ε’, τό 1588.
Τό σῶμα σήμερα φυλάσσεται στό Ναό Santa e Insigne Iglesia Magistral, στήν Ancala τῆς Ἰσπανίας, μέσα σέ λάρνακα πού δωρήθηκε ἀπό τόν Αὐτοκρατορικό Οἶκο τῶν Ἀψβούργων τῆς Αὐστρίας. (“Brevisimo Compendio de la Vida del Insigne Lego Franciscano, San Diego de la Alcala“, 1955· καί J. C. Cruz, αὐτ. σελ. 139 – 141).

Μοναχή Αἰκατερίνη τῆς Μπολόνια Ἰταλίας (+ 1463, 9η Μαρτίου· Ἁγία)
Εὐγενούς καταγωγῆς, σέ ἡλικία 17 ἐτῶν ἐντάχθηκε στό Τάγμα τῶν Φραγκισκανῶν στή Φερράρα. Μετά ἀπό ἄσκηση 24 ἐτῶν, οἱ ὑπεύθυνοι τήν ἔστειλαν στήν πατρίδα της μαζί μέ 15 ἄλλες μοναχές, γιά νά ἱδρυθεῖ κι ἐκεῖ Μονή τοῦ Τάγματος. Ἀπεβίωσε εἰρηνικά τό 1463 σάν Ἡγουμένη τῆς Μονῆς. Τήν ἁγιωνυμία της πραγματοποίησε τό 1712 ὁ Πάπας Κλήμης ΙΑ’ , ὁ ὁποῖος τήν ἀνακήρυξε προστάτιδα τῶν καλλιτεχνῶν (διότι μεταξύ τῶν μοναχικῶν της ἐργοχείρων ὑπῆρξε καί ἡ καλλιγραφία).
Κατά τό Γερμανό Ρωμαιοκαθολικό Φιλόσοφο καί συγγραφέα Johann Joseph von Gorres, 18 ἡμέρες μετά τόν ἐνταφιασμό της ἄρχισαν θαύματα στόν τάφο της, μέ ἀποτέλεσμα τήν ἀνακομιδή τοῦ σώματος πού βρέθηκε ἀνέπαφο καί ἐναποτέθηκε σέ κρύπτη κάτω ἀπό μία τράπεζα. Δώδεκα χρόνια ἀργότερα τό σῶμα τοποθετήθηκε σέ καθιστή στάση. Ἀπό τό ἔτος 1688 τό σῶμα φυλάσσεται, πάντα σέ καθιστή στάση, σέ ἕνα Παρεκκλήσιο μνημειώδους διακοσμήσεως.
Εἶναι ἐντυπωσιακό τό ἀπολύτως μαῦρο χρῶμα τοῦ σώματος, τό ὁποῖο οἱ ὑπεύθυνοι τοῦ Προσκυνήματος ἀποδίδουν στήν καπνιά τῶν κεριῶν πού γιά διάστημα μεγαλύτερο τῶν τεσσάρων αἰώνων ἔκαιγαν κοντά του. Κατά τή διάρκεια τοῦ Β’ Παγκοσμίου Πολέμου τά χέρια καί τά πόδια τοῦ σώματος παρουσίασαν φθορές καί γιά προστασία καλύφθηκαν μέ κερί. Γιά τούς λόγους αὐτούς τό 1953 τό σῶμα μπῆκε πίσω ἀπό προστατευτικό γυαλί. (Johann Joseph von Gorres, “Christliche Mystic“, 1936· καί J. C. Cruz, αὐτ. σελ. 142 – 144).

Μοναχή Μαργαρίτα τῆς Σαβοϊας (+ 1464, 23η Νοεμβρίου· Μακαρία)
Εὐγενούς καταγωγῆς, μέ δεσμούς αἵματος μέ διάφορους Βασιλικούς Οἴκους τῆς Εὐρώπης, τό 1403 παντρεύτηκε τόν Μαρκήσιο τοῦ Μονφεράτου Θεόδωρο Παλαιολόγο. Μετά τό θάνατο τοῦ συζύγου της, τό 1418, ἐντάχθηκε στό Τρίτο Τάγμα τῶν Δομηνικανῶν καί ἀργότερα ἵδρυσε τήν Μονή τῆς ἁγ. Μαγδαληνῆς στήν Alba τοῦ Piedmonte, τῆς ὁποίας ἀναδείχθηκε Ἡγουμένη. Κατά τούς βιογράφους της δέχθηκε πολλές ὁπτασίες καί τέλεσε θαύματα. Τήν τιμή της ἐπέτρεψε τό 1566 ὁ Πάπας Πῖος Ε’ καί τήν μακαριωνυμία της πραγματοποίησε ὁ Κλήμης Θ’.
Τό σῶμα της φυλάσσεται ἄφθαρτο σέ κρυστάλλινη λάρνανα στό Ναό τῆς ἁγ. Μαγδαληνῆς στήν Alba της Ἰταλίας. Μαρτυρεῖται καφέ χρώματος, ἀπαλό καί εὔκαμπτο. (J. C. Cruz, αὐτ. σελ. 146).

Μοναχή Εὐστοχία τῆς Πάδουας Ἰταλίας (+ 1469, 13η Φεβρουαρίου· Μακαρία)
Ἦταν καρπός μιᾶς ἀποπλανημένης μοναχῆς καί γεννήθηκε στό μοναστήρι ὅπου ἔζησε ὅλη της τήν ζωή καί πέθανε τό 1469, σέ ἡλικία μόλις 25 ἐτῶν. Κατά τήν προετοιμασία τοῦ σώματός της γιά ταφή, βρέθηκε στό στῆθος της μυστηριωδῶς ἀποτυπωμένο τό ὄνομα Ἰησοῦς!
Τά θαύματα πού ἀκολούθησαν τό θάνατό της ὁδήγησαν τόν τοπικό Ἐπίσκοπο στήν ἀνακομιδή τοῦ σώματός της, τό ὁποῖο βρέθηκε ἄφθαρτο. Τό σῶμα διατηρήθηκε ἄφθαρτο μέχρι τό 1633. Σήμερα τά ὀστά της φυλάσσονται στό Ναό τοῦ ἁγ. Πέτρου στήν Πάδουα. (Dal P. Giulio Cordara, “Vita, Virtu e Miracoli della Beata Eustochia“, 1836· καί J. C. Cruz, αὐτ. σελ. 147 – 148).

Μοναχός Ἀντώνιος τῆς Cotignola Ἰταλίας (Bolfadini, + 1482· Μακάριος)
Καταγόταν ἀπό ἀρχοντική οἰκογένεια τῆς Φερράρας καί μέχρι τήν ἡλικία τῶν 39 ἐτῶν συμμετεῖχε στή ζωή τῆς τοπικῆς Ἡγεμονικῆς Αὐλῆς. Στή συνέχεια, γοητευμένος ἀπό τόν τρόπο ζωῆς τῶν Φραγκισκανῶν, ἐντάχθηκε στό Τάγμα, σπούδασε Θεολογία καί χειροτονήθηκε Ἱερέας. Διακρίθηκε σάν Ἱεροκήρυκας σέ ὅλη τήν Ἰταλία καί σάν Ἱεραπόστολος στούς Ἁγίους Τόπους. Ἐπιστρέφοντας ἀπό τά Ἱεροσόλυμα ἀσθένησε στήν Cotignola τῆς Ἰταλίας, ὅπου καί ἀπεβίωσε, σέ ἕνα πανδοχεῖο γιά προσκυνητές.
Τό σῶμα του βρέθηκε ἄφθαρτο μετά ἀπό θαύματα τό 1495 καί κατατέθηκε στό Ναό τοῦ Τάγματος στήν Cotignola. Ἡ μακαριωνυμία του ἔγινε τό 1901 ἀπό τόν Πάπα Λέοντα ΙΓ’. Ἡ τελευταία ἀναγνώριση τοῦ σώματος ἔγινε τό 1945 καί παρά τήν καταστροφή τῆς λάρνακας ἀπό τούς βομβαρδισμούς τοῦ Β’ Παγκοσμίου Πολέμου, τό σῶμα βρέθηκε ἀνέπαφο. (J. C. Cruz, αὐτ. σελ. 149).

Μοναχή Εὐστοχία τῆς Σικελίας (Calafato, + 1485, 20η Ἰανουαρίου· Μακαρία)
Ἡ κατά κόσμο Ἐσμεράλδα, κόρη τοῦ Κόμη τοῦ Καλαφάτο. Μετά τόν θάνατο τοῦ πατέρα της ἐντάχθηκε στό Τάγμα τῆς Πτωχῆς Κλάρας τῶν Φραγκισκανῶν. Ἕντεκα χρόνια μετά, μέ τήν ἄδεια τοῦ Πάπα Καλλίστου Γ’, ἵδρυσε τή Μονή τῆς Accomandata στή Σικελία, ὅπου ἀπεβίωσε εἰρηνικά. Ἀνῆκει στούς λεγομένους Στιγματικούς.
Στίς προσευχές της ἀποδίδεται ἡ σωτηρία τῆς Σικελίας ἀπό τούς σεισμούς τοῦ 1615, ὅταν λιτανεύθηκε τό ἄφθαρτο σῶμα της καί (ὅπως μαρτυρεῖται) ἄνοιξαν τά χείλη της καί ἀκούσθηκε ὁ πρῶτος στῖχος τῶν Ψαλμῶν τοῦ Μεσονυκτικοῦ!
Σήμερα τό σῶμα φυλάσσεται στή Μονή τῆς Accomandata, σέ κρυστάλλινη λάρνακα. Μαρτυρεῖται, ὅτι εἶναι σκούρου χρώματος. (J. C. Cruz, αὐτ. σελ. 150 – 151).

Μοναχός Βερνάρδος τῆς Κατάνης (Scammacca, + 1486, 9η Φεβρ., Μακάριος)
Εὐγενοῦς καταγωγῆς, ἐντάχθηκε στό Τάγμα τῶν Δομηνικανῶν καί πέρασε ὅλη του τή ζωή μέ μετάνοια. Ἀπεβίωσε εἰρηνικά τό 1468. Δεκαπέντε χρόνια ἀργότερα τό σῶμα του βρέθηκε ἄφθαρτο. Τή μακαριωνυμία του πραγματοποίησε ὁ Πάπας Λέων ΙΒ’, τό 1825. Σήμερα τό σῶμα φυλάσσεται στό Ναό Santa Biagio τῶν Δομηνικανῶν, στήν Κατάνια. (J. C. Cruz, αὐτ. σελ. 152 – 153).

Μοναχή Ἀρχαγγέλα τῆς Madua Ἰταλίας (Girlani, + 1495· Μακαρία)
Ἡ κατά κόσμο Ἑλεονώρα Girlani, σέ ἡλικία 17 ἐτῶν ἐντάχθηκε στό Τάγμα τῶν Καρμελιτῶν, στήν Πάρμα τῆς Ἰταλίας. Ἀργότερα ἵδρυσε μία μονή στή Madua, τῆς ὁποίας ἀναδείχθηκε Ἡγουμένη. Ἀπεβίωσε εἰρηνικά τό 1495, σέ ἡλικία 34 ἐτῶν.
Τρία χρόνια ἀργότερα τό σῶμα της βρέθηκε ἄφθαρτο. Τό 1782 τό σῶμα μεταφέρθηκε στό Trino. Τελευταῖες ἀναγνώρισεις ἔγινε τό 1932 καί τό 1960. Μαρτυρεῖται, ὅτι εἶναι εὔκαμπτο καί σκούρου χρώματος. Σήμερα φυλάσσεται στό Ναό San Lorenzo, στό Trino Vercellese. Ἡ μακαριωνυμία της ἔγινε τό 1864, ἀπό τόν Πάπα Πῖο Θ’. (J. C. Cruz, αὐτ. σελ. 154 – 155).

Μοναχή Ossana τῆς Mantua Ἰταλίας (+ 1505, 10η Ἰουνίου· Μακαρία)
Σέ ἡλικία 14 ἐτῶν ἐντάχθηκε στό Τάγμα τῶν Δομηνικανῶν, ὅπου ἀσκήθηκε μέχρι τό τέλος τῆς ζωῆς της. Ἀνῆκει στούς λεγομένους Στιγματικούς. Ἀπεβίωσε εἰρηνικά τό 1505.
Ἐνταφιάσθηκε στό Ναό τοῦ ἁγ. Δομηνίκου. Ὅταν τό σῶμα της βρέθηκε ἄφθαρτο, μεταφέρθηκε στόν Καθεδρικό Ναό τῆς Mantua, ὅπου καί σήμερα φυλάσσεται (ἀπολύτως ξηρό καί σκοτεινοῦ χρώματος, κατά τήν ἀναγνώριση τοῦ 1965), σέ κρυστάλλινη θήκη, πάνω ἀπό τήν τράπεζα τοῦ Παρεκκλησίου τῆς Ἁγίας Μαρίας τοῦ Ροζαρίου. Τήν τιμή της ἐπέτρεψε ὁ Πάπας Λέων Ι’ τό 1515 καί τή μακαριωνυμία της πραγματοποίησε ὁ Πάπας Ἰννοκέντιος ΙΒ’, τό 1694. (“Sort Lives of the Dominican Saints“, 1901, σελ. 177· J. C. Cruz, αὐτ. σελ. 156 – 157).

Μοναχή Αἰκατερίνη τῆς Γένοβας Ἰταλίας (+ 1510· Ἁγία)
Νεώτερη θυγατέρα τῆς ἀρχοντικῆς οἰκογενείας τῶν Fieschi, σέ ἡλικία 13 ἐτῶν προσπάθησε νά γίνει μοναχή, ἀλλά τήν πάντρεψαν τρία χρόνια ἀργότερα. Ὁ γάμος της ὑπῆρξε ἀτυχής, ἀλλά μέ τήν πίστη καί τόν ἐνάρετο βίο της μετέστρεψε τόν σύζυγό της, ὁ ὁποῖος ἐντάχθηκε στό Τρίτο Τάγμα τῶν Φραγκισκανῶν καί μαζί ἐργάσθηκαν στό Νοσοκομεῖο τοῦ Pammatone. Μετά τόν θάνατο τοῦ συζύγου της (1497), ἡ Αἰκατερίνη συνέχισε τήν φιλανθρωπική ἐργασία στό Νοσοκομεῖο. Ἀπεβίωσε εἰρηνικά τό 1510 καί ἐνταφιάσθηκε στό Παρεκκλήσιο τοῦ Νοσοκομείου.
Τό σῶμα βρέθηκε ἄφθαρτο 18 μῆνες ἀργότερα. Ἀναγνωρίσεις τοῦ σώματος ἔγιναν τό 1551, τό 1593 καί τό 1694. Τό 1837 καί τό 1960, τό σῶμα ἐξετάσθηκε ἀπό γιατρούς καί εἰδικούς ἐπιστήμονες, οἱ ὁποῖοι πιστοποίησαν ὅτι δέν εἶχε ταριχευθεῖ. Σήμερα φυλάσσεται σέ κρυστάλλινη λάρνακα, πάνω ἀπό τήν τράπεζα τοῦ πρός τιμή της ναοῦ στή Γένοβα. (B. F. von Hugel, “The Mystical Element of Religion as studied in St. Catherine of Genoa and her friends“, 1923· καί J. C. Cruz, αὐτ. σελ. 159 – 161).

Μοναχή Μαργαρίτα τῆς Λωραίνης (+ 1521, 2α Νοεμβρίου· Μακαρία)
Εὐγενούς καταγωγῆς, σέ ἡλικία 25 ἐτῶν παντρεύτηκε τόν Δοῦκα Ρενέ τοῦ Alencon καί τέσσερα χρόνια ἀργότερα ἔμεινε χῆρα μέ τρία μικρά παιδιά. Λόγῳ τῆς ἀνηλικιότητας τοῦ διαδόχου γιοῦ της, διοίκησε μέ σύνεση τό Δουκάτο μέχρι τήν ἐνηλικίωσή του. Δέχθηκε τήν πνευματική ἐπιρροή τοῦ Φραγκίσκου τῆς Paola καί ἐντάχθηκε στό Τρίτο Τάγμα τῶν Φραγκισκανῶν. Τό 1513 ἵδρυσε τή Μονή τοῦ Argentan, τῆς ὁποίας ἀπό ταπείνωση δέν δέχθηκε τή θέση τῆς Ἡγουμένης. Ἀπεβίωσε εἰρηνικά τό 1521.
Τό σῶμα της διατηρήθηκε ἄφθαρτο μέχρι τό 1792, ὁπότε διαλύθηκε. Τό 1793 τά ὀστά της καταστράφηκαν ἀπό τούς Ἰακωβίνους. Λίγα ὀστά της πού διασώθηκαν καί ἡ ἄφθαρτη καρδιά της σώζονται στή Μονή des Clarisses στήν Alencon. (J. C. Cruz, αὐτ. σελ. 162).

Μοναχός Ἀντώνιος – Μαρία Ζαχαρίας (+ 1539· Ἅγιος)
Μεγάλωσε κάτω ἀπό τήν προστασία τῆς νεαρῆς χήρας μητέρας του καί τό 1524 ὁλοκλήρωσε τίς ἰατρικές του σπουδές στήν Πάδουα. Χειροτονήθηκε Ἱερέας τό 1528 καί μέ τή βοήθεια φίλων του ἵδρυσε τό Τάγμα τῶν Βαρναβιτῶν, τό ὁποῖο ἀναγνώρισε ὁ Πάπας Κλήμης Ζ’, τό 1533. Ἀπεβίωσε μετά ἀπό ἀσθένεια στήν Κρεμόνα, σέ ἡλικία μόλις 36 ἐτῶν.
Τό σῶμα του διατηρήθηκε ἄφθαρτο μέχρι τό 1566, ὁπότε ἐνταφιάσθηκε. Τό 1664 βρέθηκαν μόνο τά ὀστά του. Σήμερα ἡ κεφαλή καί τά ὀστά του βρίσκονται σέ ὁμοίωμά του, τό ὁποῖο ντυμένο μέ τά Λατινικά ἱερατικά ἄμφια βρίσκεται σέ κρύπτη κάτω ἀπό τήν κεντρική τράπεζα τοῦ Ναοῦ τοῦ ἁγ. Βαρνάβα, στό Μιλάνο. (Thurston, “The Physical Phenomena of Mysticism“, σελ. 249· καί J. C. Cruz, αὐτ. σελ. 163).

Μοναχή Ἀγγέλα (Merici, + 1540, 24η Μαϊου· Ἁγία)
Ἡ ἱδρυτής τοῦ Τάγματος τῶν Οὐρσουλινῶν μοναζουσῶν. Ἀπό τό 1531 μέ τήν βοήθεια νεαρῶν κυριῶν ἀσχολήθηκε συστηματικά μέ τήν κατήχηση. Ἀμέσως μετά τόν θάνατό της ὁ λαός τοῦ Μιλάνου τήν ἀναγνώρισε σάν ἁγία. Τό σῶμα της παραμένει μέχρι σήμερα ἄφθαρτο καί φυλάσσεται στό Ναό Casa S. Angela, στή Brescia τῆς Ἰταλίας. Κατά τήν ἀναγνώριση τοῦ 1907, ἡ ἰατρική ἐξέταση πιστοποίησε, ὅτι δέν εἶχε ταριχευθεῖ. Τό 1930 ἕνας Ἱερέας τοῦ Καθολικοῦ Πανεπιστημίου τῆς Ἱερᾶς Καρδίας, χρησιμοποίησε κάποια χημική μέθοδο γιά τήν καλύτερη διατήρηση τοῦ σώματος. (J. C. Cruz, αὐτ. σελ. 164 – 165).

Μοναχή Λουκία τοῦ Narni Ἰταλίας (+ 1544· Μακαρία)
Ἡ πρώτη ἀπό τά 11 παιδιά τοῦ θησαυροφύλακα τοῦ Narni τῆς Ἰταλίας, ἀναγκάσθηκε νά παντρευτεῖ κάποιο Κόμη, ὁ ὁποῖος ὅμως μετά ἀπό τρία χρόνια τήν ἄφησε ἐλεύθερη νά μονάσει. Ἐντάχθηκε στό Τρίτο Τάγμα τῶν Δομηνικανῶν, σέ μία μονή τοῦ Τάγματος στή Ρώμη. Ἵδρυσε μονές στό Viterbo καί τή Φεράρρα. Ἀνῆκει στούς λεγομένους Στιγματικούς (κάθε Τετάρτη καί Παρασκευή ἐμφανίζονταν στό σῶμα της τά στίγματα τοῦ θείου Πάθους! γεγονός πού πιστοποιήθηκε καί ἀπό τόν προσωπικό γιατρό τοῦ Πάπα Ἀλεξάνδρου ΣΤ’).
Ἀπεβίωσε εἰρηνικά τό 1544, μετά ἀπό μεγάλους πειρασμούς. Κατά τόν ἐνταφιασμό της διαπιστώθηκε πληγή στήν πλευρά της, ἀπό τήν ὁποία ἔτρεχε φρέσκο αἷμα! Τό σῶμα της βρέθηκε ἄφθαρτο τέσσερα χρόνια ἀργότερα. Ἡ μακαριωνυμία της ἔγινε τό 1710. Σήμερα τό σῶμα διατηρεῖται ἄφθαρτο στό Narni, ὅπου μεταφέρθηκε τό 1935. (Lady Georgiana Fullerton, “The Life…of Blessed Lucy of Narni…“, 1855· καί J. C. Cruz, αὐτ. σελ. 166 – 167).

Μοναχός Ἰωάννης τοῦ Θεοῦ (+ 1550, 8η Μαρτίου· Ἅγιος)
Γεννήθηκε στήν Πορτογαλλία. Στήν παιδική του ἡλικία ἔβοσκε πρόβατα καί ἀργότερα ὑπηρέτησε στόν Ἰσπανικό Στρατό, ἀρχικά κατά τῶν Γάλλων καί ἔπειτα κατά τῶν Τούρκων στήν Οὐγγαρία. Σάν στρατιώτης ἔζησε ζωή κοσμική καί ἁμαρτωλή. Μεταστράφηκε στήν εὐσέβεια μετά ἀπό ἕνα κήρυγμα τοῦ μεγάλου Ἱεροκήρυκα Ἰωάννη τῆς Ἄβιλα. Ἡ μεταστροφή του ἦταν τέτοια ὥστε θεωρήθηκε τρελλός καί κλείσθηκε σέ ἄσυλο. Ὅταν δραπέτευσε πῆγε στή Γρανάδα, ὅπου ἐργαζόμενος ἄρχισε νά περιποιεῖται καί νά συντηρεῖ ἀσθενεῖς. Τό παράδειγμά του ὁδήγησε στήν ἵδρυση τοῦ Τάγματος τῶν Νοσοκόμων Ἀδελφῶν τοῦ Ἰωάννου τοῦ Θεοῦ (ὄνομα πού τοῦ ἔδωσε ὁ τοπικός Ἐπίσκοπος κατά τή μοναχική του κουρά).
Ἀπεβίωσε εἰρηνικά τό 1550 καί ἐνταφιάσθηκε στό Minims, στό Ναό τῆς Παναγίας τῆς Νίκης. Τό 1570 τό σῶμα του βρέθηκε ἄφθαρτο, ἀλλά ἀργότερα διαλύθηκε καί σήμερα στήν πρός τιμή του Βασιλική τῆς Γρανάδας φυλάσσονται τά ὀστά του. Θεωρεῖται προστάτης τῶν νοσοκομείων, τῶν νοσοκόμων καί τῶν ἑτοιμοθανάτων. Στήν ἁγιωνυμία του προχώρησε ὁ Πάπας Ἀλέξανδρος Η’, τό 1670. (“Life of St. John of God, Founder of the Order of Hospitallers”, 1876· καί J. C. Cruz, αὐτ. σελ. 168 – 171).

Μοναχός Φραγκίσκος Ξαβέριος (+ 1552, 3η Δεκεμβρίου· Ἅγιος)
Γεννήθηκε τό 1506 στήν Ἰσπανία. Ὁ πατέρας του ἦταν σύμβουλος τοῦ Βασιλιά τῆς Ναβάρρας. Ὑπῆρξε μαθητής τοῦ ἱδρυτή τοῦ Τάγματος τῶν Ἰησουϊτῶν Ἰγνατίου Λαϊόλα, τόν ὁποῖο γνώρισε ἐνῶ σπούδαζε στό Παρίσι. Ὅταν ὁ Βασιλιᾶς τῆς Πορτογαλλίας Ἰωάννης ζήτησε ἀπό τόν Πάπα μοναχούς γιά τόν εὐαγγελισμό τῶν Ἰνδιῶν, ὁ Φραγκῖσκος ὑπῆρξε μεταξύ τῶν ἐπιλεγέντων. Ἐργάσθηκε ἱεραποστολικά στίς Ἰνδίες, τήν Κεϋλάνη, τήν Αὐστραλία, τήν Ἰαπωνία καί τήν Κίνα. Ἀπεβίωσε στήν Καντώνα τῆς Κίνας τό 1552 ἀπό πνευμονία, σέ ἡλικία 46 ἐτῶν.
Τό σῶμα του βρέθηκε ἄφθαρτο καί σήμερα φυλάσσεται στό Ναό τοῦ Καλοῦ Ἰησοῦ στή Γκόα τῶν Ἰνδιῶν, ἐκτός ἀπό ἕνα χέρι του πού φυλάσσεται στό Ναό τοῦ Ἰησοῦ, στή Ρώμη. Ἡ ἁγιωνυμία του ἔγινε τό 1622 ἀπό τόν Πάπα Γρηγόριο ΙΕ’. Τό 1904 ὁ Πάπας Πίος Ι’ τόν ἀνακήρυξε Προστάτη τῶν Ἱεραποστολῶν. (James Brodrick, “St. Francis Xavier“, 1952· καί J. C. Cruz, αὐτ. σελ. 172 – 179).

Μοναχός Στανισλαῦος Kostka (+ 1568· Ἅγιος)
Γόνος Πολωνικῆς ἀρχοντικῆς οἰκογενείας, σπούδασε στό Ἰησουϊτικό Κολλέγιο τῆς Βιέννης, ὅπου ἐντάχθηκε στό Τάγμα. Ἀπεβίωσε μετά ἀπό σύντομη ἀσθένεια τό 1568, σέ ἡλικία μόλις 17 ἐτῶν. Τό σῶμα του βρέθηκε ἄφθαρτο τό 1570, ἀλλά ἀργότερα διαλύθηκε. Μέρος τῆς κεφαλῆς φυλάσσεται στήν Ἕδρα τῶν Ἰησουϊτῶν, στό Feldkirch τῆς Γερμανίας, καί τά ὑπόλοιπα ὀστά του στό Ναό τοῦ ἁγ. Ἀνδρέα Ρώμης. (E. H. Thompson, “The Life of St. Stanislaus Kostka of the Company of Jesus“, 1876· καί J. C. Cruz, αὐτ. σελ. 180 – 181).

Μοναχή Μαρία (Bagnesi, + 1577· Μακαρία)
Ἐντάχθηκε στό Τρίτο Τάγμα τῶν Δομηνικανῶν, σέ ἡλικία 33 ἐτῶν, μετά ἀπό μακροχρόνια ἀσθένεια, ἡ ὁποία καί τήν ὁδήγησε στό θάνατο, τό 1577. Ἐνταφιάσθηκε στό Ναό S. Maria Novella, ὅπου τό σῶμα της βρέθηκε ἄφθαρτο μερικά χρόνια ἀργότερα. Τήν μακαριωνυμία της ἔκανε ὁ Πάπας Πίος Ζ’, τό 1804. Σήμερα τό σῶμα φυλάσσεται ἄφθαρτο, σκοτεινοῦ χρώματος, σέ μπρούτζινη ἐπαργυρωμένη λάρνακα, στό Παρεκκλήσιο τῶν Καρμελιτῶν S. Maria Maddalena de’ Pazzi. (J. C. Cruz, αὐτ. σελ. 182 – 183).

Μοναχός Λουδοβῖκος Βερτράνδος (+ 1581· Ἅγιος)
Δομινικανός μοναχός Ἰσπανικῆς καταγωγῆς. Τό 1562 στάλθηκε στήν Κεντρική Ἀμερική, ὅπου ἐργάσθηκε ἱεραποστολικά μεταξύ τῶν ἰθαγενῶν. Ἀπεβίωσε τό 1581, μετά ἀπό ἐπώδυνη ἀσθένεια. Τό σῶμα του παρέμεινε ἄφθαρτο γιά τρεῖς περίπου αἰώνες καί καταστράφηκε κατά τήν Ἰσπανική Ἐπανάσταση, τό 1936. (J. C. Cruz, αὐτ. σελ. 184 – 185).

Μοναχή Θηρεσία τῆς Ἄβιλα Ἰσπανίας (+ 1582, 15η Ὀκτωβρίου· Ἁγία)
Γεννήθηκε ἀπό γονεῖς εὐγενεῖς στήν Ἄβιλα τῆς Ἰσπανίας. Σέ ἡλικία 18 ἐτῶν ἐντάχθηκε στό Τάγμα τῶν Καρμελιτῶν, ὅπου ἀναδείχθηκε μεγάλη πνευματική προσωπικότητα. Πέτυχε τήν ἄνοδο τοῦ πνευματικοῦ ἐπιπέδου στίς διάφορες μονές τοῦ Τάγματος καί ἵδρυσε ἄλλες (τῶν Ἀνυποδίτων Καρμελιτῶν).
Ἀπεβίωσε εἰρηνικά τό 1582. Ἐννέα μῆνες ἀργότερα τό σῶμα της βρέθηκε ἄφθαρτο. Σήμερα ἔχει διασπαρεῖ σέ διάφορα σημεῖα, ἐνῶ τό μεγαλύτερο μέρος φυλάσσεται στήν Alba de Tornes τῆς Ἰσπανίας. Ἡ ἁγιωνυμία της ἔγινε τό 1622. Τό 1970 ὁ Πάπας Παῦλος ΣΤ’ τήν ἀνακήρυξε Διδάσκαλο τῆς Καθολικῆς Ἐκκλησίας. (M. Auclair, “Teressa of Avila“, 1953· καί J. C. Cruz, αὐτ. σελ. 186 – 190).

Ἀρχιεπίσκοπος Κάρολος τοῦ Μιλάνου (Borromeo, + 1584, 4η Νοεμβρίου· Ἅγιος)
Ἦταν γιός τοῦ Κόμη Gilbert Borromeo καί τῆς Μαργαρίτας τῶν Μεδίκων. Σέ ἡλικία 12 ἐτῶν ἀφιερώθηκε στήν Ἐκκλησία. Σπούδασε στά Πανεπιστήμια τοῦ Μιλάνου καί τῆς Πάδουα καί σέ ἡλικία μόλις 18 ἐτῶν ἀνακηρύχθηκε Διδάκτορας τοῦ Πολιτικοῦ καί Ἐκκλησιαστικοῦ Δικαίου. Ὅταν ὁ θεῖος του Ἄγγελος τῶν Μεδίκων ἐκλέχθηκε Πάπας (Πίος Δ’, 26.12.1559), τόν ὀνόμασε Καρδινάλιο, σέ ἡλικία μόλις 22 ἐτῶν! Σάν Ἀρχιεπίσκοπος τοῦ Μιλάνου συμμετεῖχε στή Σύνοδο τοῦ Τριδέντου (1545 – 1563) καί ἀνέπτυξε σημαντικό φιλανθρωπικό καί ποιμαντικό ἔργο.
Ἀπεβίωσε τό 1584, καταπονημένος ἀπό ἐπιδημία πανώλης, καί ἐνταφιάσθηκε στόν Καθεδρικό Ναό τοῦ Μιλάνου, ὅπου καί σήμερα φυλάσσεται τό σῶμα του, σέ ἄφθαρτη κατάσταση. Τό 1610 ἔγινε ἡ ἁγιωνυμία του ἀπό τόν Πάπα Παῦλο Ε’. Ὁ Πάπας Παῦλος Στ’ κάλυψε τό πρόσωπό του μέ μία κέρινη μάσκα. (C. Orsenigo, “Life of St. Charles Borromeo“, 1943· καί J. C. Cruz, αὐτ. σελ. 191 – 193).

Μοναχή Καταλῖνα τῆς Παμπλόνα Ἰσπανίας (+ De Cristo, 1589· Μακαρία)
Ἰσπανικῆς καταγωγῆς, τό 1572 ἐντάχθηκε στό Τάγμα τῶν Καρμελιτῶν. Συνδέθηκε μέ τήν Θηρεσία τῆς Ἄβιλα καί ἵδρυσε μονές στήν Παμπλόνα καί τήν Βαρκελώνη. Ἀπεβίωσε εἰρηνικά τό 1589. Ἕξι μῆνες ἀργότερα τό σῶμα της βρέθηκε ἄφθαρτο καί σήμερα φυλάσσεται στή Μονή τῶν Καρμελιτῶν στήν Παμπλόνα. (J. C. Cruz, αὐτ. σελ. 191 – 193).

Μοναχός Βενέδικτος ὁ Νέγρος (+ 1589· Ἅγιος)
Γεννήθηκε σέ οἰκογένεια νέγρων σκλάβων τῆς Σικελίας. Ὅταν ἀπελευθερώθηκε, σέ ἡλικία 18 ἐτῶν, ἐντάχθηκε στό Τάγμα τῶν Φραγκισκανῶν, σέ μονή κοντά στό Παλέρμο. Ἀπεβίωσε μετά ἀπό ἀσθένεια τό 1589 καί τό 1592 τό σῶμα του βρέθηκε ἄφθαρτο (σήμερα σώζεται μέ τό πρόσωπο καλυμμένο μέ κέρινη μάσκα). Τό 1743 ὁ Πάπας Βενέδικτος ΙΔ’ προχώρησε στή μακαριωνυμία του καί τό 1807 ὁ Πάπας Πίος Ζ’ στήν ἁγιωνυμία του. (J. C. Cruz, αὐτ. σελ. 195 – 196).

Μοναχή Αἰκατερίνη τοῦ Prato Ἰταλίας (De Ricci, + 1590· Ἁγία)
Γόνος πατρικίων, μόνασε στή Μονή τῶν Δομηνικανῶν S. Vincenzio, στό Prato τῆς Ἰταλίας. Ἀναφέρεται, ὅτι γιά διάστημα 12 ἐτῶν, κάθε ἑβδομάδα, ἀπό τό μεσημέρι τῆς Τετάρτης μέχρι τό ἀπόγευμα τῆς Παρασκευῆς, ζοῦσε σέ κατάσταση ἐκστάσεως τό Πάθος τοῦ Χριστοῦ! (ἀνῆκει στούς λεγομένους Στιγματικούς).
Ἀπεβίωσε τό 1590, μετά ἀπό ἀσθένεια. Τό 1747 ἔγινε ἡ ἁγιωνυμία της. Τό σῶμα της σώζεται ἄφθαρτο, σκοτεινοῦ χρώματος, στή Βασιλική τοῦ Prato τῆς Ἰταλίας. (J. C. Cruz, αὐτ. σελ. 197 – 198).

Μοναχός Ἰωάννης τοῦ Σταυροῦ (+ 1591, 14η Δεκεμβρίου· Ἅγιος)
Ἀπό τούς μεγαλυτέρους μυστικούς τῆς Δύσεως. Γεννήθηκε τό 1542 στήν Ἰσπανία καί ἐμπνεύσθηκε ἀπό τήν ἐπίσης μυστική Θηρεσία τῆς Ἄβιλα. Ἐντάχθηκε στό Τάγμα τῶν Ἀνυποδήτων Καρμελιτῶν. Ἀπεβίωσε μετά ἀπό ἐπώδυνη ἀσθένεια στήν Udeba τῆς Ἰσπανίας καί μετά ἀπό ἐννέα μῆνες τό σῶμα του βρέθηκε ἄφθαρτο. Σήμερα φυλάσσεται στή Σεγκόβια τῆς Ἰσπανίας. Ἡ τελευταία ἀναγνώριση τοῦ σώματος ἔγινε τό 1955. Ἡ ἁγιωνυμία του ἔγινε τό 1726, ἐνῶ τό 1926 ὀνομάσθηκε Διδάσκαλος τῆς Καθολικῆς Ἐκκλησίας. (P. Heriz, “St. John of the Cross“, 1919· καί J. C. Cruz, αὐτ. σελ. 199 – 201).

Μοναχός Ἀλφόνσος τῆς Ἰσπανίας (De Orozco, + 1591· Μακάριος)
Γεννήθηκε στήν Ἰσπανία, σπούδασε στήν Ταλαβέρα, τό Τολέδο καί τήν Σαλαμάνκα καί σέ ἡλικία 22 ἐτῶν ἔγινε ἐρημίτης τοῦ Τάγματος τοῦ ἁγ. Αὐγουστίνου. Τό 1544 διορίσθηκε Βασιλικός Ἱεροκήρυκας στά Ἀνάκτορα τοῦ Valladolid (ὅπου σήμερα φυλάσσονται τά ὀστά του). Ἀπεβίωσε τό 1591 σέ ἡλικία 91 ἐτῶν. Τό σῶμα του βρέθηκε ἄφθαρτο τό 1599. Στή μακαριωνυμία του προχώρησε τό 1882 ὁ Πάπας Λέων ΙΓ’. (Th. Camara, “Life of Blessed Alphonsus Orozco“, 1895· καί J. C. Cruz, αὐτ. σελ. 202 – 203).

Μοναχός Πασχάλης τῆς Εὐχαριστίας (Baylon, + 1592, 17η Μαϊου· Ἅγιος)
Γεννήθηκε στήν Ἰσπανία σέ οἰκογένεια χωρικῶν. Ἐντάχθηκε στό Τάγμα τῶν Φραγκισκανῶν τοῦ Monfor, στή Βαλένθια. Κατά τόν Ν.Β. “ὑπῆρξε ἀγγελιοφόρος τῆς διαδόσεως τῆς Εὐχαριστιακῆς εὐλαβείας, πού ἄρχισε ἀπό τό μοναστήρι αὐτό καί ξαπλώθηκε σέ ὅλη τήν Ἰσπανία“ (αὐτ. σελ. 182). Ἀπεβίωσε κατά τή διάρκεια μιᾶς Λειτουργίας!
Τό σῶμα του σώζεται ἄφθαρτο στό Παρεκκλήσιο τῆς Θεοτόκου τοῦ Ροζαρίου. Ἡ ἁγιωνυμία του ἔγινε τό 1690, ἐνῶ τό 1897 ὁ Πάπας Λέων ΙΓ’ τόν ἀνακήρυξε προστάτη τῶν Εὐχαριστιακῶν Ἀδελφοτήτων. (L. A. de Porrentuy, “The Saint of the Eucharist“, 1905· καί J. C. Cruz, αὐτ. σελ. 204 – 209).

Πρεσβύτερος Φίλιππος, ὁ Ἀπόστολος τῆς Ρώμης (Neri, + 1595, 26η Μαϊου· Ἅγιος)
Γεννήθηκε στή Φλωρεντία τό 1515. Σέ ἡλικία 20 ἐτῶν ἦρθε προσκυνητής στή Ρώμη, ὅπου πέρασε ὅλη τήν ζωή του. Σέ ἡλικία 36 ἐτῶν ἐντάχθηκε στόν Κλῆρο. Διακρίθηκε σάν λαμπρός Ἱεροκήρυκας, μεγάλος φιλάνθρωπος, θερμός ὑποστηρικτής τῆς μεταρρυθμίσεως στήν Καθολική Ἐκκλησία (μέ συνεργάτη τόν σοφό Βαρώνιο) καί βοηθός τῆς νεολαίας. Γιά ὅλα τά προηγούμενα ὀνομάσθηκε Ἀπόστολος τῆς Ρώμης.
Ἀπεβίωσε εἰρηνικά τό 1595. Μετά τό θάνατό του μία ἰατρική ὁμάδα ἔκανε νεκροψεία στό σῶμα του, διότι κατά τή διάρκεια μιᾶς ἐπισκέψεώς του στήν Κατακόμβη τοῦ ἁγ. Σεβαστιανοῦ, τό 1544, δήλωσε ὅτι εἶχε “μυστικῶς πληρωθεῖ ἀπό τόν Θεό“. Τότε ἀποδείχθηκε, ὅτι ἦταν , “μία μεγάλη καρδιά, ὄχι μόνο μέ τήν συμβολική ἔννοια, ἀλλά καί μέ τήν πραγματική, τήν βιολογική, ὅπως ἀποδείχθηκε μετά τόν θάνατό του· ἀπό τήν ἐξόγκωση τῆς καρδιᾶς εἶχαν σπάσει δύο πλευρά του“! (Ν.Β. αὐτ. σελ. 196).
Τό σῶμα του βρέθηκε ἄφθαρτο τό 1599 καί σήμερα φυλάσσεται στό Ναό Santa Maria in Vallicella, στή Ρώμη, μέ τό πρόσωπο καλυμμένο μέ μία ἀσημένια μάσκα. Ἡ ἁγιωνυμία του ἔγινε τό 1622 ἀπό τόν Πάπα Γρηγόριο ΙΕ’. (D. Smith, “St. Philip Neri“, 1945· καί J. C. Cruz, αὐτ. σελ. 210 – 212).

Germaine τῆς Τουλούζης (Cousin, + 1601· Ἁγία)
Γεννήθηκε ἀπό γονεῖς πτωχούς, στό Pibrac τῆς Τουλούζης. Μετά τόν πρόωρο θάνατο τῆς μητέρας της, ὑπέφερε τά πάνδεινα ἀπό τήν μυτριά της καί νωρίς ἐμφάνισε σημεῖα κατά τούς βιογράφους της θαυμαστά. Μόνη της ἐπίγεια παρηγοριά ἦταν ἡ καθημερινή συμμετοχή στή Λειτουργία.
Ἀπεβίωσε ἀπό τίς κακουχίες τό 1601, σέ ἡλικία μόλις 22 ἐτῶν, πάνω σέ μία ψάθα. Τό σῶμα της βρέθηκε ἄφθαρτο τό 1644. Καταστράφηκε τό 1795, κατά τή Γαλλική Ἐπανάσταση. Ἡ ἁγιωνυμία της ἔγινε τό 1867. (J. C. Cruz, αὐτ. σελ. 213 – 215).

Μοναχή Μαρία Μαγδαληνή τῆς Φλωρεντίας (De’ Pazzi, + 1607, 25η Μαϊου· Ἁγία)
Ἀπό τούς μεγάλους Ρωμαιοκαθολικούς μυστικούς. Γεννήθηκε στή Φλωρεντία, σέ οἰκογένεια εὐγενῶν, καί ἔγινε μοναχή στό Τάγμα τῶν Καρμελιτῶν, στή Μονή Santa Maria degli Angeli τῆς Φλωρεντίας, ὅπου ἔζησε αὐστηρή ἀσκητική ζωή. Μέ τήν ἀρετή της πέτυχε τήν καθημερινή συμμετοχή τῶν μοναζουσῶν στή Θεία Εὐχαριστία, κάτι πού στήν ἐποχή της ἦταν ἀπαγορευμένο.
Ἀπεβίωσε τό 1607 μετά ἀπό ἐπώδυνη ἀσθένεια. Τόν ἑπόμενο χρόνο τό σῶμα της βρέθηκε ἄφθαρτο καί γιά 12 χρόνια, μέχρι τό 1620, ἔρρεε κάποιο ἐλειῶδες ὑγρό. Ἀναγνωρίσεις τοῦ σώματος ἔγιναν τό 1612, τό 1625 καί τό 1663 (κατά τήν ἁγιωνυμία της). Σήμερα φυλάσσεται στόν πρός τιμή της Ναό τῶν Καρμελιτῶν τῆς Φλωρεντίας. (Sr. Mary Minima, “Seraph among Angels, The Life of St. Mary Magdalene de’ Pazzi“, 1958· καί J. C. Cruz, αὐτ. σελ. 216 – 219).

Πρεσβύτερος Καμίλλος, Ἱδρυτής τοῦ Τάγματος τῶν Καμιλλιανῶν
(De Lellis, + 1614, 14η Ἰουλίου· Ἅγιος)
Γεννήθηκε τό 1550 σέ σταῦλο, ἄν καί ἀνῆκε σέ οἰκογένεια εὐγενῶν, στό Bucchianico τοῦ Chieti τῆς Ἰταλίας. Στή νεότητά του ἐνέδωσε στήν κοσμική ζωή καί τήν ἁμαρτία. Ὅταν μεταστράφηκε στήν εὐσέβεια, προσπάθησε νά μπεῖ στό Τάγμα τῶν Καπουκίνων, ἀλλά μία πληγή στό πόδι του τόν ἐμπόδισε. Τελικά κατέφυγε στό Ἄσυλο Ἀνιάτων τῆς Ρώμης, ὅπου διακρίθηκε γιά τή φιλανθρωπία του. Ἀργότερα σπούδασε Θεολογία, χειροτονήθηκε Πρεσβύτερος καί ἵδρυσε τό Τάγμα τῶν Καμιλλιανῶν ἤ τοῦ Καλοῦ Θανάτου, προσθέτοντας στούς τρεῖς μοναχικούς ὄρκους (τῆς ὑπακοῆς, παρθενίας καί ἀκτημοσύνης) ἕνα τέταρτο, τήν νοσηλεία ἀσθενῶν μέ μεταδοτικές ἀσθένειες (μέ σύμβολο τόν Ἑρυθρό Σταυρό).
Ἀπεβίωσε τό 1614 καί ἐνταφιάσθηκε στό Ναό τῆς ἁγ. Μαρίας Μαγδαληνῆς τῆς Ρώμης. Ἔντεκα χρόνια μετά τό θάνατό του ὁ Πάπας Οὐρβανός Η’ ἔδωσε ἄδεια νά ἀνοιχθεῖ ὁ τάφος του καί τό σῶμα του βρέθηκε ἄφθαρτο. Κατά τήν ἀναγνώριση τοῦ 1640 τό σῶμα βρέθηκε καί πάλι ἄφθαρτο, γιά νά καταστραφεῖ ἀργότερα σέ μία πλημμύρα τοῦ Τίβερι. Ἡ ἁγιωνυμία του ἔγινε τό 1746 ἀπό τόν Πάπα Βενέδικτο ΙΔ’.
Σημειώνεται, ὅτι τό 1964 τό Τάγμα τῶν Καμελλιτῶν ἀριθμοῦσε 1.350 μέλη. (P. Mario Vanti, “St. Camillus, The Saint of the Red Cross“, 1950· καί J. C. Cruz, αὐτ. σελ. 220 – 222).

Πρεσβύτερος Ἰωάννης τοῦ Ἰησοῦ καί τῆς Μαρίας (+ 1615· Μακάριος)
Ἦταν Ἰσπανικῆς καταγωγῆς, γιός διακεκριμένου γιατροῦ τῆς ἐποχῆς. Σπούδασε στό Πανεπιστήμιο τῆς Σαλαμάνκας καί χειροτονήθηκε Πρεσβύτερος στό Τάγμα τῶν Καρμελιτῶν. Ἄν καί ὑπῆρξε ἐραστής τῆς μονώσεως, ἀναδείχθηκε σύμβουλος Καρδιναλίων, Βασιλέων καί Πριγκίπων καί ἐκτιμήθηκε ἰδιαίτερα ἀπό τόν Πάπα Παῦλο Ε’.
Ἀπεβίωσε εἰρηνικά στή Μονή τοῦ ἁγ. Συλβέστρου, στό Montecompatre τῆς Ρώμης, ὅπου σήμερα φυλάσσεται ἄφθαρτο τό σῶμα του. (J. C. Cruz, αὐτ. σελ. 224).

Μοναχή Ρόζα τῆς Λίμα (+ 1617, 23η Αὐγούστου· Ἁγία)
Γεννήθηκε στή Λίμα, πρωτεύουσσα τοῦ Περοῦ, τό 1586, καί ἐντάχθηκε στό Τρίτο Τάγμα τῶν Δομηνικανῶν. “Ἀπό τήν ἐφηβική της ἡλικία - γράφει ὁ Ν. Β. - καί μέχρι τόν θάνατό της, πού τήν βρῆκε στό ἄνθος τῆς ἡλικίας της (32 χρονῶν), ἐπιδόθηκε σέ ἀπίθανες ἀπονεκρώσεις, αὐτοβασανισμούς καί νηστείες, πού ἀσφαλῶς ὑπερβαίνουν τίς ἀνθρώπινες δυνάμεις“ (Ν. Β. αὐτ. σελ. 350).
Τό σῶμα βρέθηκε ἄφθαρτο 18 μῆνες μετά τόν θάνατό της, ἀλλά κατά τήν ἀναγνώριση τοῦ 1630 βρέθηκε διαλυμένο. Ἡ ἁγιωνυμία της ἔγινε τό 1671 ἀπό τόν Πάπα Κλήμη Ι’. (J. C. Cruz αὐτ. σελ. 225 – 226).

Μοναχή Μαρία τῆς Ἄβιλα Ἰσπανίας (Vela, + 1617· Μακαρία)
Ἰσπανικῆς καταγωγῆς, στήν ἡλικία τῶν 15 ἐτῶν ἐντάχθηκε στό Τάγμα τῶν Κιστερσιανῶν, στή Μονή τῆς ἁγ. Ἄννας στήν Ἄβιλα, ὅπου ἔζησε 42 χρόνια καί ἀπεβίωσε εἰρηνικά. Ἀναφέρεται, ὅτι μετά τό θάνατό της ἀκούσθηκε ἡ φωνή της ἀπό τόν τάφο!
Τό σῶμα της βρέθηκε ἄφθαρτο τό 1619 καί σήμερα φυλάσσεται στή Μονή της. (F. P. Keyes, “The third mystic of Avilla, The self revelation of Maria Vela“, 1960· J. C. Cruz αὐτ. σελ. 227 – 229).

Ἐπίσκοπος Φραγκῖσκος τῆς Γενεύης (De Sales, + 1622· Ἅγιος)
Γεννήθηκε τό 1567 στό Annesy τῆς Γαλλίας σέ οἰκογένεια εὐγενῶν καί σπούδασε στό Παρίσι καί τήν Πάδουα. Τό 1602 χειροτονήθηκε Ἐπίσκοπος Γενεύης. Ἔκτοτε ἀνέπτυξε σημαντική δραστηριότητα γιά τήν περίθαλψη τῶν πτωχῶν καί τῶν ἀσθενῶν (ῗδρυσε ἐκτός ἄλλων καί τό Τάγμα τῶν Ἐπισκεπτριῶν Ἀδελφῶν).
Ἀπεβίωσε εἰρηνικά τό 1622 στή Λυών. Κατά τήν νεκροψία πού ἀκολούθησε ἀφαιρέθηκε ἡ καρδιά του, τοποθετήθηκε σέ ἀσημένια θήκη καί δόθηκε στό Ναό τῆς Ἐπισκέψεως στή Λυών (ἀναφέρεται, ὅτι γιά διάστημα πολλῶν ἐτῶν, ἕνα ἐλαιῶδες ὑγρό ἔρρεε ἀπό αὐτήν!). Στή συνέχεια, μετά ἀπό ἄδεια τοῦ Γάλλου Βασιλιά Λουδοβίκου ΙΓ’ , τό σῶμα μεταφέρθηκε καί ἐνταφιάσθηκε στό Annesy. Τό σῶμα βρέθηκε ἄφθαρτο τό 1632, ἀλλά ἀργότερα διαλύθηκε. Σήμερα τά ὀστά του φυλάσσονται στή Βασιλική τῆς Ἐπισκέψεως τοῦ Annesy.
Τό 1665 ὁ Πάπας Ἀλέξανδρος Ζ’ τόν ἀνακήρυξε Ἅγιο καί τό 1877 ὁ Πίος Θ’ Διδάσκαλο τῆς Καθολικῆς Ἐκκλησίας. Τό 1922 ὀνομάσθηκε Προστάτης τῶν δημοσιογράφων καί τῶν συγγραφέων. (R. Ornsby, “The Life of St. Francis de Sales“· καί J. C. Cruz αὐτ. σελ. 230 – 231).

Ἀρχιεπίσκοπος Ἰωσαφάτ τοῦ Πολότσκ Ρωσίας (1623, 12η Νοεμβρίου· Ἅγιος)
Γεννήθηκε τό 1580 στή Ρουθηνία, σέ Ὀρθόδοξη οἰκογένεια. Ὅταν τό 1595 δημιουργήθηκε ἡ Οὐνία, ἦταν στήν ἡλικία τῶν 16 ἐτῶν. Μόνασε σέ ἡλικία 20 ἐτῶν καί τό 1617 χειροτονήθηκε Οὐνίτης Ἀρχιεπίσκοπος Πολότσκ. Φονεύθηκε τό 1623, ὅταν “φανατικοί ἀντίπαλοι τῆς Ἑνώσεως μπῆκαν στήν κατοικία του καί τόν κατακρεούργησαν“ (Ν. Β. αὐτ. σελ. 474). Ἡ ἁγιωνυμία του ἔγινε τό 1867, ἀπό τόν Πάπα Λέοντα ΙΓ’.
Τό σῶμα του βρέθηκε ἄφθαρτο τό 1627 καί σ’ αὐτή τήν κατάσταση σώζεται μέχρι σήμερα, μέ ἀποστεωμένο ὅμως τό πρόσωπο. (Th. Boresky, “Life of St. Josaphat, Martyr of the Union“, 1955· καί J. C. Cruz αὐτ. σελ. 232 – 234).

Μοναχή Μαρία τοῦ Ἰησοῦ (+ 1640· Μακαρία)
Σέ ἡλικία 17 ἐτῶν ἐντάχθηκε στό Τάγμα τῶν Καρμελιτῶν καί ὑποτάχθηκε στή Θηρεσία τῆς Ἄβιλα. Ἀπεβίωσε εἰρηνικά τό 1640, μετά ἀπό μοναχική ζωή 63 ἐτῶν, καί ἐνταφιάσθηκε στό Τολέδο.
Τό σῶμα της βρέθηκε ἄφθαρτο τό 1929. Μαρτυρεῖται, ὅτι ἀπό αὐτό ἔρρεε κάποιο εὐωδιαστό ἑλαιῶδες ὑγρό, γεγονός πού πιστοποιήθηκε καί ἀπό ἰατρικές ἐξετάσεις. Σήμερα φυλάσσεται στή Μονή τῶν Καρμελιτῶν τοῦ ἁγ. Ἰωσήφ, στό Τολέδο τῆς Ἰσπανίας. (Fr. Florencio dei Nino Jesus, “El cuerpo incorruptio de la Venerable Madre Maria de Jesus“, 1929· καί J. C. Cruz, αὐτ. σελ. 235 – 236).

Μοναχή Ἰωάννα τῆς Γαλλίας (De Lestonnac, + 1640· Ἁγία)
Σύζυγος τοῦ εὐγενούς Gaston De Monferrant, ὁ ὁποῖος συνδέοταν μέ τούς δύο Βασιλικούς Οἶκους τῆς Γαλλίας. Μετά τόν θάνατο τοῦ συζύγου της (1597), ἐντάχθηκε στό Τάγμα τῶν Κιστερσιανῶν καί ἀνέπτυξε σημαντική δραστηριότητα κατά τοῦ Καλβινισμοῦ.
Ἀπεβίωσε εἰρηνικά τό 1640. Κατά τή Γαλλική Ἐπανάσταση τό ἄφθαρτο σῶμα της φυλάχθηκε ἀπό φίλους τῆς μνήμης της, ἀνακαλύφθηκε ὅμως ἀπό τούς ἐπαναστάτες καί ἐνταφιάσθηκε ἀτιμωτικά, μαζί μέ κόπρνα ζώων! Τό 1822 ὅταν βρέθηκε ὁ τάφος της, βρέθηκαν μόνο ὀστά της, πού σήμερα φυλάσσονται στήν ἕδρα τοῦ Τάγματος, στό Μπορντώ. Ἡ ἁγιωνυμία της ἔγινε τό 1949 ἀπό τόν Πάπα Πῖο ΙΒ’. (J. C. Cruz, αὐτ. σελ. 237 – 238).

Μοναχή Ἰωάννα Φραγκίσκα τῆς Ἐπισκέψεως
(De Chantal, + 1641, 12η Δεκεμβρίου· Ἁγία)
Γεννήθηκε στή Ντιζόν τῆς Γαλλίας τό 1572, στόν Οἶκο τῶν Φρεμυώ. Σέ ἡλικία 28 ἐτῶν ἔμεινε χήρα, προστάτης τεσσάρων παιδιῶν, ὅταν ὁ σύζυγός της Βαρώνος Ντέ Σαντάλ σκοτώθηκε σέ κάποιο κυνήγι. Ἐμπνεόμενη ἀπό τόν πνευματικό της Ἐπίσκοπο τῆς Γενεύης Φραγκῖσκο De Sales, ἵδρυσε τό Τάγμα τῆς Ἐπισκέψεως, μέ ἕδρα τό Αnnesy καί σκοπό τήν πρόνοια τῶν ἀσθενῶν.
Ἀπεβίωσε εἰρηνικά τό 1641 καί τό 1722 τό σῶμα της βρέθηκε ἄφθαρτο. Ἡ ἁγιωνυμία της ἔγινε τό 1767. Σήμερα τά ὀστά της βρίσκονται σέ ἀνθρωπόσχημη λάρνακα, στή Βασιλική τῆς Ἐπισκέψεως τοῦ Annesy. (Monseigneur Bougaud, Bishop of Laval, “St. Chantal and the foundation of the Visitation“, 1895· καί J. C. Cruz, αὐτ. σελ. 239 – 241).

Πρεσβύτερος Ἰωάννης τοῦ Lancashire τῆς Βρεττανίας
(Southworth, + 1654, 28η Ἰουνίου· Ἅγιος)
Ἦταν γόνος μεγάλης οἰκογενείας τοῦ Lancashire τῆς Βρεττανίας καί ἔδρασε σάν Ρωμαιοκαθολικός Ἱερέας κατά τήν περίοδο τῶν διωγμῶν κατά τοῦ Ρωμαιοκαθολικισμοῦ. Ἐκτελέσθηκε μέ ἀπαγχονισμό τό 1654. Τό σῶμα του μεταφέρθηκε ἀπό τόν Ἰσπανό Πρεσβευτή Don Flento De Cardemas καί ἐνταφιάσθηκε στό Ἀγγλικό Κολλέγιο τοῦ Douay, στή Γαλλία.
Κατά τή Γαλλική Ἐπανάσταση τό σῶμα ἐνταφιάστηκε ἀπό κάποιους σπουδαστές καί ἔμεινε στήν ἀφάνεια μέχρι τό 1927, ὅποτε βρέθηκε τυχαῖα σέ ἄφθαρτη κατάσταση. Τό σῶμα ἐπέστρεψε στήν Ἀγγλία τό 1929 καί ἐναποτέθηκε στό Παρεκκλήσιο τοῦ ἁγ. Γεωργίου καί τῶν Ἄγγλων Μαρτύρων τοῦ Ἀββαείου τοῦ Γουέστμινστερ, ὅπου καί σήμερα φυλάσσεται. (Rev. J. L. Vhitfield, “Blessed John Southwort“, 1965· καί J. C. Cruz, αὐτ. σελ. 242 – 243).

Μοναχός Ἀνδρέας τῆς Πολωνίας (Bobola, + 1657· Ἅγιος)
Γεννήθηκε στό Sandomir τῆς Πολωνίας καί ἐντάχθηκε στό Τάγμα τῶν Ἰησουϊτῶν, σέ ἡλικία 21 ἐτῶν. Φονεύθηκε ἀπό Κοζάκους τό 1657, κατά τήν διάρκεια τοῦ Ρωσο – Πολωνικοῦ Πολέμου. Σαράντα χρόνια μετά τό θάνατό του, τό σῶμα του βρέθηκε ἄφθαρτο σέ ἕνα τάφο, στά ἐρρείπια τοῦ Ναοῦ τῶν Ἰησουϊτῶν, στό Pinsk τῆς Πολωνίας. Ἡ ἁγιωνυμία του ἔγινε τό 1938. Σήμερα τό σῶμα φυλάσσεται στόν πρός τιμή του ναό, στή Βαρσοβία. (C. Moreschini, “The Life of St. Andrew Bobola of the Society of Jesus, Martyr“, 1939· καί J. C. Cruz, αὐτ. σελ. 244 – 247).

Πρεσβύτερος Βικέντιος ὁ Φιλάνθρωπος (De Paul, + 1660, 27η Σεπτεμβρίου· Ἅγιος)
Ἕνας ἀπό τούς μεγαλυτέρους φιλανθρώπους ὅλων τῶν ἐποχῶν. Γεννήθηκε στή Γαλλία τό 1581, σέ ἀγροτική οἰκογένεια. Γιά τήν ἀνακούφιση τῶν πτωχῶν ἵδρυσε τό γυνακεῖο Τάγμα τῶν Ἀδελφῶν τοῦ Ἐλέους καί τό ἀνδρικό Τάγμα τῶν Λαζαριστῶν. Ἀπεβίωσε εἰρηνικά τό 1660 καί ἐνταφιάσθηκε στό Παρίσι, στήν ἕδρα τοῦ Τάγματος τοῦ ἁγ. Λαζάρου, ὅπου σήμερα φυλάσσονται τά ὀστά του. Τό σῶμα του βρέθηκε ἄφθαρτο τό 1712, ἀλλά ἀργότερα διαλύθηκε καί τά ὀστά του συναρμολογήθηκαν μέ κερί. Ἄφθαρτη παραμένει ἡ καρδιά του, ἡ ὁποία σήμερα φυλάσσεται στήν ἕδρα τῶν Ἀδελφῶν τοῦ Ἐλέους, στό Παρίσι.
Τό 1737 ὁ Πάπας Κλήμης ΙΒ’ προχώρησε στήν ἁγιωνυμία του, ἐνῶ ὁ Πάπας Λέων ΙΓ’ τόν ἀνακήρυξε προστάτη τῶν φιλανθρωπικῶν ἔργων. (Monseigneur Bougaud, Bishop of Laval, “History of St. Vincent de Paul, Founder of the Congregation of the Mission (Vincentians) and of the Sistres of Charity“, 1908· καί J. C. Cruz, αὐτ. σελ. 248 – 249).

Πρεσβύτερος Pacifico τοῦ San Severino Ἰταλίας (+ 1721, 24η Σεπτεμβρίου· Ἅγιος)
Γεννήθηκε στό San Severino τῆς Ἰταλίας καί σέ ἡλικία 17 ἐτῶν ἐντάχθηκε στό Τάγμα τῶν Ἐλαχίστων Ἀδελφῶν, ὅπου χειροτονήθηκε Πρεσβύτερος. Ἀπεβίωσε εἰρηνικά τό 1721. Ἡ ἁγιωνυμία του ἔγινε ἀπό τόν Πάπα Γρηγόριο ΙΣΤ’ , τό 1839. Τό σῶμα του βρέθηκε ἄφθαρτο τό 1725, ὅμως κατά τήν ἀναγνώριση τοῦ 1756 βρέθηκε διαλυμένο. (J. C. Cruz, αὐτ. σελ. 252 – 253).

Μοναχή Βερονίκη Ἰουλιανή τοῦ Ἐσταυρωμένου (+ 1727, 9η Ἰουλίου· Ἁγία)
Μοναχή τοῦ Τάγματος τῶν Καπουκίνων μοναζουσῶν. Διακρίθηκε γιά τήν εὐλάβειά της πρός τόν Ἐσταυρωμένο, ἐπιλέγοντας γιά τήν χριστιανική της τελειότητα τό δρόμο τοῦ πόνου (ἀνῆκει στούς λεγομένους Στιγματικούς, μάλιστα στήν ἄφθαρτη καρδιά της πού σώζεται, ὑπάρχουν φιγούρες σχετικές μέ τό Πάθος τοῦ Χριστοῦ!).
Ἀπεβίωσε εἰρηνικά τό 1727. Ἡ ἁγιωνυμία της ἔγινε τό 1839. Τό σῶμα της ἔμεινε ἄφθαρτο γιά πολλά χρόνια, μέχρις ὅτου καταστράφηκε κατά τή διάρκεια πλημμύρας τοῦ Τίβερι. Σήμερα τά ὀστά της φυλάσσονται σέ ἀνθρωπόσχημη λάρνακα, κατατεθημένη στό Ναό τῆς Μονῆς τῶν Καπουκίνων Citta di Castello. (J. C. Cruz, αὐτ. σελ. 252 – 253).

Μοναχή Λουκία τῆς Ρώμης (Filippini, + 1732, 25η Μαρτίου· Ἁγία)
Ἱδρύτρια τοῦ Ποντιφικοῦ Ἱδρύματος Maestre Pie Filippini. Γεννήθηκε τό 1672 ἔξω ἀπό τή Ρώμη καί ἀπεβίωσε ἀπό ἀσθένεια τό 1732. Ἡ ἁγιωνυμία της ἔγινε τό 1930. Τό σῶμα της βρέθηκε ἄφθαρτο τό 1926 καί σήμερα φυλάσσεται στόν Καθεδρικό Ναό τῆς ἁγ. Μαργαρίτας, στό Montefiascone τῆς Ἰταλίας, μέ τό πρόσωπο καλλυμένο μέ μία ἀσημένια μάσκα. (J. C. Cruz, αὐτ. σελ. 254 – 255).

Μοναχή Θηρεσία Μαργαρίτα τῆς Ἱερῆς Καρδιᾶς (+ 1770, 7η Μαρτίου· Ἁγία)
Ἡ κατά κόσμο Ἄννα Μαρία Redi ἦταν κόρη εὐγενῶν τῆς Ἰταλίας καί σέ ἡλικία 17 ἐτῶν ἐντάχθηκε στό Τάγμα τῶν Καρμελιτῶν, στή Φλωρεντία. Ἀπεβίωσε μετά ἀπό ἀσθένεια τό 1770 καί ἐνταφιάσθηκε στή Μονή της. Τό σῶμα της παρέμεινε ἀνέπαφο 15 ἡμέρες μετά τό θάνατό της καί βρέθηκε ἄφθαρτο τό 1783. Σήμερα φυλάσσεται στό Παρεκκλήσιο τῆς Μονῆς τῆς ἁγ. Θηρεσίας, στή Φλωρεντία. Ἡ ἁγιωνυμία της ἔγινε τό 1934. (Msgr. James F. Newcomb, “St. Τeresa Margaret of the Sacred Heart of Jesus“, 1934· καί J. C. Cruz, αὐτ. σελ. 256 – 261).

Μοναχή Ἰουλία τῆς Namour Γαλλίας (Billiart, + 1816, 10η Ἀπριλίου· Ἁγία)
Πιστή Ρωμαιοκαθολική, ὑπέφερε κατά τή Γαλλική Ἐπανάσταση καί ἵδρυσε τό Ἵδρυμα τῆς Παναγίας τῆς Namur. Ἀπεβίωσε τό 1816 στήν ἕδρα τοῦ Ἱδρύματος στή Namur. Τό σῶμα της βρέθηκε ἄφθαρτο τρεῖς μῆνες μετά τόν θάνατό της, ἀλλά κατά τήν ἀναγνώριση 1842 βρέθηκε διαλυμένο. Ἡ ἁγιωνυμία της ἔγινε τό 1969, ἀπό τόν Πάπα Παῦλο Στ’. (“Life of Blessed Julie Billiard, Foundress of the Institute of Sisters of Notre Dame“, 1909· καί J. C. Cruz, αὐτ. σελ. 262 – 263).

Μοναχή Ἄννα Μαρία ἡ Ρωμαία (Taigi, + 1837, 9η Ἰουνίου· Μακαρία)
Ἰταλικῆς καταγωγῆς, διακρίθηκε σάν σύζυγος καί μητέρα καί ἀργότερα ἐντάχθηκε στό Τρίτο Τάγμα τῆς Ἁγίας Τριάδος. Ἀναφέρεται, ὅτι εἶχε τό χάρισμα τῆς προοράσεως, γιά τόν λόγο αὐτό ἐκτός τοῦ ἁπλοῦ λαοῦ καί πολλοί ἐπώνυμοι τῆς ἐποχῆς της (ὅπως οἱ Πάπες Λέων ΙΒ’ καί Γρηγόριος ΙΣΤ’, ἡ μητέρα τοῦ Μεγάλου Ναπολέοντα καί ὁ θεῖος του Καρδινάλιος Fesh), τήν ἐπισκέπτονταν συχνά.
Ἀπεβίωσε εἰρηνικά τό 1837. Τό σῶμα της βρέθηκε ἄφθαρτο 18 χρόνια μετά τόν ἐνταφιασμό του, ἀλλά ἀργότερα διαλύθηκε καί σήμερα φυλάσσονται σέ ἀνθρωπόσχημη λάρνακα τά ὀστά της, μέ τό πρόσωπο καί τά χέρια ἀπό πλαστικό! στή Βασιλική τοῦ ἁγ. Χρυσοστόμου Ρώμης.
Ἡ μακαριωνυμία της ἔγινε τό 1863 ἀπό τόν Πάπα Πίο Ι. Τό 1920 ὁ Πάπας Βενέδικτος ΙΕ’ τήν ἀνακήρυξε προστάτιδα τῆς οἰκογενείας. (Msgr. Carlo Salotti, “La Beata Anna Maria Taigi, Madre di Famiglia“, 1922· καί J. C. Cruz, αὐτ. σελ. 264 – 265).

Πρεσβύτερος Βικέντιος ὁ Ρωμαῖος (Pallotti, + 1850, 22α Ἰανουαρίου· Ἅγιος)
Γεννήθηκε στή Ρώμη σέ μία οἰκογένεια 10 παιδιῶν, σπούδασε Θεολογία, Φιλοσοφία καί Τέχνες καί τελικά ἐντάχθηκε στόν Κλῆρο. Ὑπῆρξε διευθυντής διαφόρων Ρωμαϊκῶν Κολλεγίων, ἀλλά ἐπέδειξε καί μεγάλο ποιμαντικό καί φιλανθρωπικό ἐνδιαφέρον γιά τόν λαό.
Ἀπεβίωσε τό 1850 καί τό 1906 τό σῶμα βρέθηκε ἄφθαρτο καί σήμερα φυλάσσεται στό Ναό S. Salvatore στή Onda τῆς Ἰταλίας, μέ τό πρόσωπο καλλυμένο μέ ἀσημένια μάσκα. Ἡ ἁγιωνυμία του ἔγινε ἀπό τόν Πάπα Ἰωάννη ΚΓ’ τό 1963. (Rev. John S. Gaynor, “The Life of St. Vincent Pallotti“, 1926· καί J. C. Cruz, αὐτ. σελ. 267 – 269).

Μοναχή Ρόζα Φιλιππίνα τῆς Ἱερῆς Καρδιᾶς (Duchesne, + 1852· Μακαρία)
Γεννήθηκε τό 1769 στή Γκρενόπμπλ τῆς Γαλλίας καί ἦταν κόρη πολιτικοῦ. Τό 1788, παρά τίς ἀντιδράσεις τοῦ πατέρα της, ἐντάχθηκε στό Τάγμα τῆς Ἐπισκέψεως (Sainte Marie d’ en Haut) καί ὅταν τό Τάγμα ἔκλεισε κατά τή Γαλλική Ἐπανάσταση, ἀφιέρωσε τόν ἑαυτό της στήν περιποίηση τῶν ἀσθενῶν. Μετά τίς ταραχές ἐντάχθηκε στό Τάγμα τῆς Ἱερῆς Καρδιᾶς τοῦ Ἰησοῦ καί ἀπό τό 1918 ἐργάσθηκε ἱεραποστολικά στήν Ἀμερική.
Ἀπεβίωσε εἰρηνικά τό 1852 καί λίγα χρόνια ἀργότερα τό σῶμα της βρέθηκε ἄφθαρτο. Δέν εἶναι γνωστό πότε διαλύθηκε, ἀλλά σήμερα στό Παρεκκλήσιο τῆς Ἀκαδημίας τῆς Ἱερῆς Καρδιᾶς φυλάσσονται τά ὀστά της. (Abbe Baunard, “The Life of Mοther Duchene, Religius of the Society of the Sacred Hart of Jesus and Foundress of the first Houses of the Society in America”, 1879· καί J. C. Cruz, αὐτ. σελ. 270 – 271).

Πρεσβύτερος Ἰωάννης Βαπτιστής τῆς Ars Γαλλίας (Vianney, + 1859, 4η Αὐγ., Ἅγιος) 
Προστάτης καί ὑπόδειγμα τῶν Ρωμαιοκαθολικῶν Ἱερέων. Γεννήθηκε τό 1786 στά περίχωρα τῆς Λυών, σέ οἰκογένεια χωρικῶν, καί μεγάλωσε κατά τή Γαλλική Ἐπανάσταση. Χειροτονήθηκε Πρεσβύτερος τό 1814 λόγῳ τῆς ἀρετῆς του, ἄν καί δέν εἶχε τά τυπικά προσόντα. Κατά τούς βιογράφους του, “ποτέ Ἱερέας τῆς Καθολικῆς Ἐκκλησίας δέν ἄκουσε τόσες πολλές ἐξομολογήσεις“, περίπου 100.000 τόν χρόνο! (Ν.Β. αὐτ. σελ. 301).
Ἀπεβίωσε εἰρηνικά τό 1859. Τό σῶμα του βρέθηκε ἄφθαρτο τό 1904 καί σήμερα φυλάσσεται σέ χρυσή λάρνακα, στή Βασιλική τῆς Ars στή Γαλλία, μέ τό πρόσωπο καλυμμένο μέ κέρινη μάσκα. Ἡ ἁγιωνυμία του ἔγινε τό 1925 ἀπό τόν Πάπα Πίο ΙΑ’. (Abbe Francis Trochu, “The Cure d’ Ars, St. Jean-Marie-Batist Vianney according to the Acts of the process of Canonization...”, 1950· καί J. C. Cruz, αὐτ. σελ. 272 – 275).

Μοναχή Μανταλένα Σοφία τῆς Ἱερῆς Καρδιᾶς (Barat, + 1865, 25η Μαϊου· Ἁγία)
Γεννήθηκε στήν κεντρική Γαλλία καί στήν ἐφηβική ἡλικία ἐντάχθηκε σέ κάποιο μοναχικό Τάγμα μέ ἐκπαιδευτικούς σκοπούς. Σέ ἡλικία 23 ἐτῶν ἔγινε Προϊσταμένη τῆς Σχολῆς τοῦ Τάγματος στήν Ἀμμιένη καί τό 1804 δημιούργησε παράρτημα τοῦ Τάγματος τῆς Ἱερῆς Καρδιᾶς τοῦ Ἰησοῦ στή Γκρενόμπλ.
Ἀπεβίωσε εἰρηνικά τό 1865. Τό σῶμα της βρέθηκε ἄφθαρτο τό 1893 καί τό 1904 μεταφέρθηκε γιά ἀσφάλεια στή Jette τοῦ Βελγίου, ὅπου καί σήμερα φυλάσσεται, στό ἐκεῖ παράρτημα τοῦ Τάγματος. Ἡ μακαριωνυμία της ἔγινε τό 1908 καί ἡ ἁγιωνυμία της τό 1925. (M. Vard, “Life of St. Madeleine Sophie, Foundress of the Society of the Sarcred Heart of Jesus“, 1925· καί J. C. Cruz, αὐτ. σελ. 276 – 278).

Πρεσβύτερος Πέτρος Ἰουλιανός τῆς Θείας Εὐχαριστίας (Eymard, + 1868· Ἅγιος)
Γαλλικῆς καταγωγῆς, χειροτονήθηκε τό 1834, ἀφοῦ ἀποφοίτησε ἀπό τό Σεμινάριο τῆς Γκρενόμπλ. Τό 1856 ἵδρυσε στό Παρίσι μία Ἀδελφότητα ἀφιερωμένη στό Μυστήριο τῆς Θείας Εὐχαριστίας καί τό 1858 – συνεργαζόμενος μέ τήν Μαργαρίτα Guillot – μία ἀντίστοιχη γυναικεία.
Ἀπεβίωσε τό 1868, μετά ἀπό ἐπώδυνη ἀσθένεια, καί ἐνταφιάσθηκε σέ μικρή ἀπόσταση ἀπό τόν Ναό La Mure d’ Isere στή Γκρενόμπλ. Τό σῶμα του βρέθηκε ἄφθαρτο τό 1877, ἀλλά ἀργότερα διαλύθηκε. Ἀπό τό 1925 μέχρι σήμερα τά ὀστά του φυλάσσονται μέσα σέ κέρινο ὁμοίωμά του, στό Παρεκκλήσιο Corpus Christi. Ἡ ἁγιωνυμία του ἔγινε τό 1962. (J. C. Cruz, αὐτ. σελ. 279 – 280).

Μοναχή Αἰκατερίνη (Laboure, + 1876, 28η Νοεμβρίου· Ἁγία)
Γεννήθηκε σέ πολυμελή ἀγροτική Γαλλική οἰκογένεια καί ἀπό τήν παιδική της ἡλικία νήστευε καί παρακολουθοῦσε καθημερινά τήν Λειτουργία στό Ναό τῶν Ἀδελφῶν τοῦ Ἐλέους, στό Τάγμα τῶν ὁποίων ἐντάχθηκε. Ἀναφέρεται, ὅτι δέχθηκε μυστικές ἐμφανίσεις τῆς Παναγίας (18.7.1830, 27.11. 1830), στίς ὁποίες βασίσθηκε ἡ δημιουργία τοῦ Θαυματουργοῦ Μεταλλείου (Miraculous Medal).
Ἀπεβίωσε εἰρηνικά τό 1876, στή Μονή τοῦ Τάγματος στό Παρίσι (Rue de Reuilly), ὅπου ἔζησε 46 χρόνια, καί ἐνταφιάσθηκε ἐκεῖ. Τό σῶμα της βρέθηκε ἄφθαρτο τό 1933 καί σήμερα φυλάσσεται στό Παρεκκλήσιο τῆς Παναγίας τοῦ Ἡλίου, στό Παρίσι (Rue de Bac· πρόκειται γιά τό Παρεκκλήσιο στό ὁποῖο δέχθηκε τίς ἐμφανίσεις ). Ἡ ἁγιωνυμία της ἔγινε τό 1947. (Rev. Edmond Crapez, “ Blessed Catherine Laboure, daughter of St. Vincent de Paul“, 1933· καί J. C. Cruz, αὐτ. σελ. 281 – 287).

Μοναχή Βερναδέτη τῆς Λούρδης (Soubirus, + 1879, 16η Ἀπριλίου· Ἁγία)
Τό ὄνομά της συνδέεται μέ τίς ἐμφανίσεις τῆς Παναγίας στή Γαλλική Λούρδη, ὅπου τό γνωστό Ρωμαιοκαθολικό Προσκύνημα.
Γεννήθηκε σέ πτωχή οἰκογένεια τό 1844. Τήν 11η Φεβρουαρίου 1858, σέ ἡλικία 14 ἐτῶν, ἐνῶ μάζευε ξῦλα στήν ὄχθη τοῦ ποταμοῦ Gave, δέχθηκε τήν ἐμφάνιση τῆς Παναγίας. Αὐτό συνέβη 18 φορές. Τήν τελευταία, τήν 25η Μαρτίου, ἡ Παναγία τῆς συστήθηκε σάν Ἄχραντη Σύλληψη! Κατά τούς Ρωμαιοκαθολικούς αὐτές οἱ ἐμφανίσεις ἀποτελοῦν τήν ἐπικύρωση ἀπό τήν ἴδια τήν Παναγία τοῦ σχετικοῦ δόγματος, τό ὁποῖο θέσπισε ὁ Πάπας Πῖος Δ’ τό 1854.
Μετά τό περιστατικό αὐτό τήν ἀνατροφή της ἀνέλαβαν οἱ Ἀδελφές τῆς Never, στό Τάγμα τῶν ὁποίων ἐντάχθηκε σέ ἡλικία 22 ἐτῶν. Ἀπεβίωσε τό 1879 καί ἐνταφιάσθηκε στό Παρεκκλήσιο τοῦ ἁγ. Ἰωσήφ. Τό 1909 τό σῶμα της βρέθηκε ἄφθαρτο. Μία δεύτερη ἀναγνώριση ἔγινε τό 1919. Σήμερα τό σῶμα φυλάσσεται σέ χρυσή καί κρυστάλλινη λάρνακα στό πρός τιμή της Παρεκκλήσιο στή Never, μέ τό πρόσωπο καλλυμένο μέ κέρινη μάσκα. (Fr. Parkinson Keyes, “The Sublime Shepherdess, The Life of St. Bernadette of Lourdes“, 1947· καί J. C. Cruz, αὐτ. σελ. 288 – 290).

Μοναχή Πάολα τῶν Δωροθεανῶν (Frassinetti, + 1882, 10η Ἰουνίου· Μακαρία)
Ἰταλικῆς καταγωγῆς, γεννήθηκε σέ ἱερατική οἰκογένεια στή Γένοβα καί ἵδρυσε τό Τάγμα τῶν Δωροθεανῶν Ἀδελφῶν. Ἀπεβίωσε εἰρηνικά τό 1882 καί ἐνταφιάσθηκε στό Camp Verano τῆς Ρώμης, κοντά στό Ναό S. Lorenzo Fuori le Mura. Τό σῶμα της βρέθηκε ἄφθαρτο τό 1906 καί σήμερα φυλάσσεται σέ λάρνακα ἀπό ἄργυρο καί κρύσταλλο, στό Παρεκκλήσιο τῆς ἕδρας τοῦ Τάγματος. Ἡ μακαριωνυμία της ἔγινε τό 1930 ἀπό τόν Πάπα Πῖο ΙΑ’. (“Blessed Paula, Paula Angela Maria Frassinetti, Foundress of the Congregation of the Sesters of St. Dorothy“, 1958· καί J. C. Cruz, αὐτ. σελ. 291 – 293).

Μοναχός Τσάρμπελ τοῦ Λιβάνου (Makhlouf, + 1898· Ἅγιος)
Ἡ πλέον χαρακτηριστική τῶν σχετικῶς προσφάτων περιπτώσεων ἀφθάρτων σωμάτων στό Ρωμαιοκαθολικισμό. ἀφορᾶ τόν Μαρωνίτη Μοναχό Τσάρμπελ, ὁ ὁποῖος ἔζησε στή Μονή τοῦ ἁγ. Μάρωνος στό Λίβανο καί ἀπεβίωσε τό 1898, μετά ἀπό μαρτυρημένη ἀσκητική ζωή. Τό σῶμα του βρέθηκε πλήρως ἄφθαρτο 4 μῆνες μετά τόν θάνατό του καί παρέμεινε σ’ αὐτή τήν κατάσταση γιά 67 χρόνια, ὑδρώνοντας αἷμα! Σήμερα τό ὀστά του φυλάσσονται στή Μονή του. Ἡ ἁγιωνυμία του ἔγινε τό 1977. (Paul Dacher, “A miraculous Satr in the East, Charbl Makhlouf“, 1952· καί J. C. Cruz, αὐτ. σελ. 294 – 299).

Μοναχή Μαρία τῆς Κίνας (Assunta Pallotta, + 1905, 7η Ἀπριλίου· Μακαρία)
Γεννήθηκε σέ πτωχή οἰκογένεια τοῦ Piceno τῆς Ἰταλίας καί ἔκανε πολλές ταπεινές ἐργασίες γιά νά τήν βοηθήσει. Ὅταν ἐντάχθηκε στούς Ἱεραποστόλους τῆς Μαρίας τοῦ Τάγματος τῶν Φραγκισκανῶν, ὑπηρέτησε στή Ρώμη καί στή Φλωρεντία καί ἀπό τό 1904, μέ τήν ἔγκριση τοῦ Πάπα Πίου Ι’, στήν Κινεζική Ἱεραποστολή τοῦ Tong – Eul – Kiou. Ἀπεβίωσε ἐκεῖ τόν ἑπόμενο χρόνο ἀπό τῦφο, ἐνῶ ὑπηρετοῦσε σέ ἕνα ὀρφανοτροφεῖο.
Τό σῶμα της βρέθηκε ἄφθαρτο τό 1913 καί χάθηκε τό 1949, ὅταν οἱ Κομμουνιστές κατέλαβαν τήν Ἱεραποστολή. Ἡ μακαριωνυμία της ἔγινε τό 1954 ἀπό τόν Πάπα Πῖο ΙΒ’. (J. C. Cruz, αὐτ. σελ. 300).

Παρατηρήσεις – Ἐρωτήματα
Ἡ μνημόνευση ἀπό τήν J. C. Cruz (ἀλλά καί ἄλλους ἐρευνητές, ὅπως τόν Γρηγόριο Gracham), τῶν προηγουμένως ἀναφερομένων 90 περιπτώσεων ἀφθάρτων σωμάτων στή Ρωμαιοκαθολική Ἐκκλησία, καθώς καί ἡ μελέτη τῶν βιογραφικῶν τους σημειωμάτων, ὁδηγεῖ σέ κάποια συμπεράσματα, πού ἐνδιαφέρουν ἄμεσα τήν παρούσα ἐργασία.
Στίς παρατηρήσεις μποροῦν νά ἐνταχθοῦν τά ἀκόλουθα:
Οἱ Ρωμαιοκαθολικοί ἔχουν μία τελείως διαφορετική ἀντίληψη – συμπεριφορά ἀπέναντι στά ἄφθαρτα σώματα. Ἡ τιμή τους πρός αὐτά δέν ἐκφράζεται μέ τόν ἀσπασμό (τοῦ σώματος ἤ τῆς λάρνακας, ὅταν αὐτό προστατεύεται ἀπό λάρνακα), ὅπως συμβαίνει στούς Ὀρθοδόξους, ἀλλά ἐκφράζεται μέ τήν προσευχή ἀπέναντι σ’ αὐτό. Ἔτσι τά σώματα ἐκτίθενται μέ τρόπο περισσότερο μουσειακό καί λιγώτερο λατρευτικό, προστατευμένα σέ διαφανεῖς λάρνακες, ὑπερυψωμένες πάνω ἀπό ἀλτάρια (Λατινικές Ἅγιες Τράπεζες) ἤ σέ κάποιες περιπτώσεις ἐνταφιασμένα κάτω ἀπό ἀλτάρια.
Στήν Ὀρθοδοξία ὑπάρχει ἕνας διακεκριμένος σεβασμός πρός τά σώματα τῶν κεκοιμημένων κληρικῶν καί μοναχῶν. Στόν εὐπρεπισμό τους περιλαμβάνεται ἡ ἔνδυση μέ τά ἱερατικά ἄμφια ἤ τά μοναχικά ἐνδύματα, τό πρόσωπο ὅμως εἶναι συνήθως καλυμμένο (τῶν κληρικῶν μέ τόν λεγόμενο Ἀέρα, τῶν μοναχῶν – ἀπαραιτήτως – μέ τό ράσο). Ἔτσι τά ἀδιάφθορα Λείψανα τῶν Ἁγίων ἔχουν στίς περισσότερες περιπτώσεις καλυμμένο τό πρόσωπο. Στό Ρωμαιοκαθολικισμό τά ἄφθαρτα σώματα, ὅχι μόνο ἐκτίθενται πλήρως στήν κοινή θέα, ἀλλά ἔχουν συνήθως δεχθεῖ μεγάλες ἐπεμβάσεις, ὥστε νά φαίνονται κατά τό δυνατό φυσικά, μέ ἀποτέλεσμα τό ἀκριβῶς ἀντίθετο (ἕνα νεκρό σῶμα σέ καμμία περίπτωση δέν μπορεῖ νά φαίνεται φυσικό). Οἱ ἐπεμβάσεις αὐτές συνίστανται:
· Στήν κάλυψη τοῦ προσώπου μέ μάσκα – συνήθως ἀπό κερί ἤ καί πολύτιμα μέταλλα – στήν ὁποία ἔχουν πλήρως ἀποτυπωθεῖ τά χαρακτηριστικά τοῦ προσώπου (Αἰκατερίνη τῆς Μπολόνια, Κάρολος Boromeo, Βενέδικτος ὁ νέγρος, Ἰωάννης Lianney, Πέτρος Juliany, Βερναδέτη τῆς Λούρδης).
· Στή χρήση χημικῶν γιά τήν συντήρηση τοῦ σώματος (Ἀγγέλα Merici, Βερνανδῖνος τῆς Σιέννας· στήν περίπτωση τοῦ τελευταίου, τό σῶμα του βρέθηκε τυλιγμένο σέ φύλλα καπνοῦ).
· Στή χρήση μακιγιάζ, γιά τήν καλύτερη ἐμφάνιση τοῦ σώματος. Λ.χ. ἡ Βερναδέτη τῆς Λούρδης εἶναι ἄριστα μακιγιαρισμένη στό πρόσωπο καί τά χέρια. Στήν περίπτωση τῆς Αἰκατερίνης Laboure, τά πραγματικά ἄφθαρτα χέρια της βρίσκονται σέ ὀριζόντια θέση δίπλα στό σῶμα, ἐνῶ μέ κερί ἔχουν κατασκευασθεῖ τεχνιτά χέρια πού ἐκτείνονται σέ στάση προσευχῆς· ἀκόμη τό μακιγιάζ τοῦ προσώπου εἶναι τέτοιο, ὥστε σέ καμμία περίπτωση τό πρόσωπο δέν ἀνῆκει σέ γυναῖκα 70 ἐτῶν.
· Στό “στήσιμο” τοῦ σώματος, ὥστε νά ἐξυπηρετεῖ τήν σκοπιμότητα τοῦ προσκυνήματος. Π. χ. ἡ Αἰκατερίνη τῆς Μπολόνια βρίσκεται καθισμένη σέ ὑπερυψωμένο θρόνο, σέ στάση ἀπόλυτα φυσική γιά ζωντανό σῶμα, ἐντελῶς ἀφύσικη ὅμως γιά νεκρό σῶμα, μέ πρόσωπο καί χέρια ἀπολύτως μαύρου χρώματος.

Κατηγορίες:AΞΙΟΛΟΓΑ, ΠΑΠΙΣΜΟΣ

Πνευματικοί λόγοι για τους οποίους η Ορθοδοξία είναι η Αληθινή Πίστη (ή Καθολικοί & Ορθόδοξοι άγιοι: μοιάζουν ή διαφέρουν;

Σεπτεμβρίου 4, 2011 Γράψτε ένα σχόλιο

Διάλεξη που παραδόθηκε στις 13 Σεπτεμβρίου, 2000, στην Σύναξη της Σχολής του Κυρίου της Σρετένσκαγια στην Μόσχα από τον Α. Ι. Οσίποφ, καθηγητή της Θεολογικής Ακαδημίας της Μόσχας.

ΟΙ ΜΠΕΡΔΕΜΕΝΟΙ ΔΡΟΜΟΙ ΤΩΝ ΘΡΗΣΚΕΙΩΝ
Σ’ αυτό τον κόσμο του θρησκευτικού πλουραλισμού, συναντάτε ένα τόσο μεγάλο πλήθος ιεροκηρύκων, ο καθένας με τα δικά του ιδανικά και πρότυπα ζωής και θρησκευτικές απόψεις, που τα μέλη των προηγούμενων γενεών – ακόμα και η δική μου – αμφιβάλλω αν θα σας ζήλευε.  Για μας ήταν πιο απλά τα πράγματα:  το κύριο ζήτημα για μας ήταν θρησκεία ή αθεΐα.  Κάτι όμως πιο μεγάλο αιωρείται ενώπιόν σας.  Λύνοντας την απορία αν υπάρχει ή όχι ο Θεός είναι μόνο το πρώτο βήμα. Αν καταλήξουμε πως ο Θεός υπάρχει, μετά, τι γίνεται;  Ποια από τις πολλές θρησκείες θα πρέπει να υιοθετήσει;  Τον Χριστιανισμό; Το Ισλάμ; ;Και γιατί όχι τον Βουδισμό ,ή την Συνείδηση Κρίσνα;  Ας πούμε λοιπόν πως διαπραγματεύεται τον κυκεώνα των θρησκειών, και διαπιστώνει πως ο Χριστιανισμός είναι η αληθινή  θρησκεία.  Ποιο από τα πολλά της πρόσωπα να υιοθετήσει; Ορθοδοξία, Παπισμό.Πεντηκοστιανούς ,Λουθηρανούς;  Πάλι βρίσκεται αντιμέτωπη η νεολαία με πληθώρα επιλογών στις μέρες μας.  Ταυτόχρονα, ετερόδοξες ομολογίες – παλιές και νέες – συνηθίζουν να διαφημίζονται πολύ περισσότερο από τους Ορθοδόξους, και διαθέτουν αισθητά μεγαλύτερους πόρους για να διεξάγουν την προπαγάνδα τους στα Μ.Μ.Ε. απ’ ότι διαθέτουμε εμείς οι Ορθόδοξοι Χριστιανοί.
Επειδή το πρώτο πράγμα που ο σύγχρονος άνθρωπος θα αναλογιστεί είναι αυτή την πληθώρα πίστεων, θρησκειών και κοσμοθεωριών, θα ήθελα να κάνουμε μια σύντομη βόλτα, διασχίζοντας όλα τα διαδοχικά δωμάτια που ανοίγονται μπροστά σε εκείνους που αναζητούν την αλήθεια.  Θα σας παρουσιάσω μια πολύ γενική και σύντομη έρευνα πάνω στους λόγους που θα έπρεπε (όχι μόνο θα μπορούσε, αλλά θα έπρεπε)  να γίνει Χριστιανός, και όχι απλώς Χριστιανός, αλλά Ορθόδοξος Χριστιανός.
Το εναρκτήριο ερώτημα είναι: «Πίστη ή  αθεισμός;». Σε σημαντικά συνέδρια, μπορεί κανείς να συναντήσει πραγματικά πολυμαθείς ακαδημαϊκούς, βαθύτατους στοχαστές οι οποίοι επανειλημμένως θέτουν τα ερωτήματα:  Ποιος είναι ο Θεός;  Υπάρχει;  Γιατί είναι αναγκαίος;  Ή, ακόμα:  Αν υπάρχει, γιατί δεν εμφανίζεται ενώπιον της ολομέλειας των Ηνωμένων Εθνών, να αναγγείλει τον Εαυτό Του;  Πώς απαντά κανείς σε τέτοια ερωτήματα;  Μου φαίνεται πως η απάντηση βρίσκεται στον πυρήνα της σύγχρονης φιλοσοφικής σκέψης, και διατυπώνεται πολύ πιο άνετα με υπαρξιακούς όρους.  Ποιος είναι ο «σκοπός της ζωής» του ανθρώπου, και ποια η ουσία της ύπαρξής του;  Πρώτα απ’ όλα, ποιος άλλος σκοπός θα μπορούσε να είναι, από το ζην;  Ποιον «σκοπό» βιώνω όταν κοιμάμαι;  Το νόημα βιώνεται μόνο μέσω της συνειδητοποίησης, όταν «γευόμαστε» τους καρπούς της ζωής μας, της δραστηριότητάς μας.  Κανείς, διαχρονικά, δεν έχει επιβεβαιώσει οριστικά – και ούτε πρόκειται ποτέ κανείς να επιβεβαιώσει οριστικά – πως ο απώτερος σκοπός της ζωής του ανθρώπου είναι ο θάνατος.  Εδώ ακριβώς εντοπίζεται το αγεφύρωτο χάσμα ανάμεσα στην πίστη και τον αθεϊσμό.  Ο Χριστιανισμός διαβεβαιώνει πως η επίγεια ζωή είναι μόνο μια αρχή, μια κατάσταση, και ένα μέσον προετοιμασίας για την αιωνιότητα.  Σου λέει να προετοιμάζεις τον εαυτό σου, επειδή σε περιμένει μια ατελεύτητη ζωή. Σου λέει τι να κάνεις, τι είδος άνθρωπος πρέπει να είσαι, για να μπεις μέσα στην αιώνια ζωή.  Ενώ ο αθεϊσμός τι σου λέει;  Πως δεν υπάρχει Θεός, δεν υπάρχει  ψυχή, δεν υπάρχει αιωνιότητα, οπότε, ω άνθρωπε, να πιστεύεις πως μόνο ο αιώνιος θάνατος σε περιμένει!  Λόγια με τόση φρίκη, απαισιοδοξία και απόγνωση, που σε κάνουν να ανατριχιάζεις:  Άνθρωπε, σε περιμένει αιώνιος θάνατος… Χωρίς να λαμβάνεται υπ’ όψιν ποιο είναι το περίεργο υπόβαθρο μιας τέτοιας πρότασης, η ίδια η πρόταση είναι αρκετή για να προκαλέσει ρίγος μέσα στην ψυχή.  Όχι! Να μου λείπει τέτοια πίστη!
Αν κάποιος χάσει τον δρόμο του μέσα στο δάσος, και, καθώς θα αναζητά το μονοπάτι της επιστροφής για το σπίτι του, ξαφνικά συναντήσει κάποιον, θα τον ρωτήσει «Υπάρχει τρόπος να βγει κανείς από εδώ;»   Αν ο άλλος του απαντήσει «Όχι, δεν υπάρχει, μην κάνεις τον κόπο να ψάξεις, μόνο τακτοποιήσου εδώ πέρα όσο πιο καλά μπορείς», θα ακούσει την συμβουλή αυτή;  Δεν θα συνεχίσει την αναζήτησή του;  Αν πάλι βρει κάποιον άλλον, που θα του πει «Ναι, υπάρχει έξοδος, και θα σου δείξω τα σημάδια που δείχνουν προς τα κει», δεν θα βασιστεί σ’ αυτόν;  Ε, αυτό συμβαίνει όταν επιλέγουμε μια κοσμοθεωρία, όταν επιλέγουμε ανάμεσα στην θρησκεία και τον αθεϊσμό.  Όσο ο άνθρωπος έχει μέσα του έστω και μια σπίθα, έστω ένα ίχνος επιθυμίας να βρει την αλήθεια, να αναζητήσει τον σκοπό της ζωής, δεν πρόκειται να αποδεχθεί την πρόταση πως τον περιμένει μόνο ένας αιώνιος θάνατος, και αυτόν, και όλη την ανθρωπότητα.  Δεν θα αποδεχθεί το πόρισμα πως, προκειμένου να «πραγματοποιήσει» την ιδέα, πρέπει να επιδιώξει καλύτερες οικονομικές, κοινωνικές, πολιτικές και πολιτιστικές συνθήκες ζωής, προσμένοντας πως αργότερα, όλα θα είναι «εντάξει».  Αύριο θα πεθάνεις και θα σε πάνε στο νεκροταφείο. Θαυμάσια.

Δύο είναι οι τρόποι προσέγγισης του προβλήματος αυτού.  Ίσως να υπάρχουν και άλλοι, όμως εγώ θα απομονώσω τους δύο μόνο.  Ο ένας τρόπος για να πείσουμε κάποιον για το ποια είναι η αληθινή Πίστη (δηλαδή, εκείνη που είναι αντικειμενικά σύμφωνη με την ανθρώπινη φύση, τις ανθρώπινες προσπάθειες, την ανθρώπινη κατανόηση του νοήματος της ζωής), είναι η μεθοδολογία της συγκριτικής  Θεολογίας.  Είναι ένα αρκετά μακρύ μονοπάτι, το οποίο απαιτεί λεπτομερή μελέτη της κάθε μίας θρησκείας.  Λίγοι έχουν την ικανότητα να ακολουθήσουν αυτό το μονοπάτι, διότι πρέπει να κατέχουν την δυνατότητα να απορροφούν όλη την ύλη και πρέπει να διαθέσουν πάρα πολύ χρόνο και κόπο σε μια διαδικασία πνευματικά απαιτητική… Υπάρχει άλλος τρόπος. Σε τελευταία ανάλυση, η κάθε θρησκεία απευθύνεται σε ανθρώπους, στους οποίους λέει:  «Αυτό εδώ, και όχι κάτι άλλο, είναι η αλήθεια».  Από αυτή την σκοπιά, σχεδόν όλες οι κοσμοθεωρίες και θρησκείες δηλώνουν ένα, απλό πράγμα, ήτοι:  πως οι συνθήκες υπό τις οποίες ζει ο άνθρωπος σήμερα – τις πολιτικές, κοινωνικές, οικονομικές συνθήκες από την μία και τις πνευματικές, ηθικές, πολιτιστικές κλπ. από την άλλη – είναι αφύσικες και συνεπώς δεν μπορούν να είναι επαρκώς ικανοποιητικές. Παρ’ ότι ένα συγκεκριμένο άτομο μπορεί να δηλώνει ικανοποιημένο, η μεγάλη πλειοψηφία των ανθρώπων υποφέρει από τις συνθήκες αυτές ως ένα βαθμό.  Η ανθρωπότητα παραμένει δυσαρεστημένη με την τωρινή κατάσταση των πραγμάτων και, στην αναζήτησή της για κάτι πιο σπουδαίο, για κάποιο «χρυσούν αιώνα», πασχίζει να προοδεύσει, κάπου μέσα στο άγνωστο μέλλον.Υπέδειξα μονάχα μία –ψυχολογικά πολύ σημαντική- άποψη. Μια, που όμως πιστεύω είναι αρκετή για να κάνει τον οποιοδήποτε άνθρωπο με ζωντανή ψυχή να κατανοήσει πως μόνο η θρησκευτική άποψη που αποδέχεται ως θεμέλιό της τον Ένα, που ονομάζουμε Θεό, μας επιτρέπει να συζητούμε περί σκοπού της ζωής.  Τώρα, έχοντας διασχίσει εκείνο το πρώτο δωμάτιο και καταφέρνοντας να πιστέψουμε στον Θεό, μπαίνουμε στο δεύτερο δωμάτιο.  Θεέ μου!  Τι είναι αυτά που βλέπουμε και ακούμε;  Είναι γεμάτο με ανθρώπους, και όλοι τους φωνάζουν «Μόνο εγώ κατέχω την αλήθεια!»  Τι πρόκληση και αυτή…. Μουσουλμάνοι, Κομφουκιανοί, ΒουδιστέςΕβραίοι, λογής-λογής άλλοι, ακόμα και πολλοί που τώρα αυτοαποκαλούνται Χριστιανοί.  Έχουμε εδώ έναν Χριστιανό ιεροκήρυκα να στέκεται μαζί με τους άλλους, ενώ εγώ υποτίθεται πως πρέπει να διακρίνω ποιος είναι ο σωστός, ποιον να πιστέψω;
Η ΜΑΖΙΚΗ ΠΑΡΑΝΟΙΑ & ΤΟ ΠΡΟΠΑΤΟΡΙΚΟ ΑΜΑΡΤΗΜΑ
Είναι φανερός ο λόγος που σχεδόν όλες οι θρησκείες και κοσμοθεωρίες εστιάζουν στην μελέτη της σωτηρίας.  Εδώ είναι που συναντάμε αυτό που πιστεύω μας προσφέρει την ευκαιρία να κάνουμε μια συνειδητή, ενημερωμένη επιλογή ανάμεσα στο πλήθος των θρησκειών. Ο Χριστιανισμός μας διαβεβαιώνει για κάτι που οι άλλες θρησκείες και μη-θρησκευτικές κοσμοθεωρίες δεν κατανοούν με τίποτε, και που με πολύ αγανάκτηση απορρίπτουν. Αυτό το «κάτι» βρίσκεται μέσα στην δική μας αντίληψη περί της πρώτης αμαρτίας. Όλες οι θρησκείες και –κατά την γνώμη μου- όλες οι φιλοσοφίες περί ζωής, όλες οι ιδεολογίες, μιλούν για την αμαρτία, αν και με όρους που διαφέρουν.  Όμως, εκτός από τον Χριστιανισμό, καμία από αυτές δεν πιστεύει πως η ανθρώπινη φύση στην τωρινή της κατάσταση είναι άρρωστη.  Ο Χριστιανισμός διατείνεται πως η κατάσταση μέσα στην οποία οι άνθρωποι γεννώνται, υπάρχουν, αναπτύσσονται, εκπαιδεύονται, παίρνουν κουράγιο, ωριμάζουν, η κατάσταση μέσα στην οποία βρίσκουμε ευχαρίστηση, ψυχαγωγία, εκμάθηση, κάνουμε ανακαλύψεις κλπ., είναι κατάσταση μιάς σοβαρής ασθένειας, η οποία μας προκαλεί βαθύτατη ζημιά.  Είμαστε άρρωστοι, αλλά όχι λόγω γρίπης, βρογχίτιδας, ή κάποιας ψυχιατρικής νόσου.  Είμαστε βιολογικά και ψυχολογικά εύρωστοι, είμαστε ικανοί να λύνουμε προβλήματα, και μπορούμε να πετάμε στο διάστημα.
Παρά ταύτα, ασθενούμε βαριά. Στην αρχή, η ενωμένη ανθρώπινη φύση υπέστη μια περίεργη και τραγική διάσπαση, που την χώρισε σε φαινομενικά αυτόνομα και συχνά αντιμαχόμενα μέρη – τον νου, την καρδιά και το σώμα. Ένα τέτοιο σχόλιο επισύρει παγκόσμια αγανάκτηση. «Δεν παραλογίζεται ο Χριστιανισμός;»  «Εγώ, ανώμαλος; Λυπάμαι, ίσως άλλοι να είναι, αλλά εγώ όχι!»   Αν όμως ο Χριστιανισμός τα λέει σωστά, τότε εδώ είναι η ρίζα του προβλήματος, ο λόγος που η ανθρώπινη ζωή, η ζωή του ατόμου και ολόκληρης της ανθρωπότητας, πηγαίνουν από την μια τραγωδία στην άλλη.  Αν ο άνθρωπος ασθενεί σοβαρά, αλλά δεν επιδιώκει να θεραπεύσει την ασθένεια επειδή δεν την έχει αντιληφθεί, σίγουρα θα τον βλάψει.
Οι άλλες θρησκείες δεν κατανοούν πως ο άνθρωπος φέρει μια τέτοια ασθένεια. Πιστεύουν πως ο άνθρωπος είναι ένας υγιής σπόρος, ο οποίος μπορεί να αναπτυχθεί φυσιολογικά ή αφύσικα, όπου η ανάπτυξη είναι εξαρτώμενη από τον κοινωνικό του περίγυρο, από οικονομικές συνθήκες, ψυχολογικούς παράγοντες, και πολλά άλλα πράγματα.
Ο άνθρωπος δύναται να είναι καλός ή κακός, αλλά εκ φύσεως είναι καλός. Στο σημείο αυτό βρίσκεται η κυρίαρχη αντίθεση, η συνείδηση του μη-Χριστιανού.  Δεν αναφέρομαι καν στους μη-θρησκευόμενους, για τους οποίους ο όρος «άνθρωπος» φαντάζει σαν «εξάσκηση στην έπαρση».  Μονάχα ο Χριστιανισμός επιβεβαιώνει πως η τωρινή μας κατάσταση είναι μια βαθύτατα κατεστραμμένη κατάσταση – τόσο κατεστραμμένη, που κανείς δεν μπορεί από μόνος του να την επισκευάσει.
Και αυτή είναι η θεμελιώδης αλήθεια επάνω στην οποία έχει οικοδομηθεί το μέγα Χριστιανικό δόγμα περί Χριστού ως Σωτήρος.  Αυτή η ιδέα είναι η κατ’ εξοχήν διαχωριστική γραμμή ανάμεσα στον Χριστιανισμό και τις άλλες θρησκείες.
Τώρα θα επιχειρήσω να καταδείξω πως, σε αντίθεση με τις άλλες θρησκείες, ο Χριστιανισμός εμπεριέχει αντικειμενικές διαβεβαιώσεις των ισχυρισμών του. Ας ανατρέξουμε στην Ιστορία της ανθρωπότητας, και στις φιλοδοξίες που έχει στηρίξει ο άνθρωπος την ζωή του, σε όλη την διαδρομή της γνωστής Ιστορίας. Φυσικά και έχει επιδιώξει ο άνθρωπος να δημιουργήσει την Βασιλεία του Θεού επί της γης.  Κάποιοι το επιδίωξαν με την βοήθεια του Θεού, ενώ ταυτόχρονα δεν Τον θεωρούσαν το υπέρτατο στόχο της ζωής, αλλά μόνο το μέσον δια του οποίου θα επιτύγχαναν το καλό επί της γης.  Άλλοι δεν Τον έλαβαν καθόλου υπ’ όψιν τον Θεό.  Όμως, άλλο είναι το σημαντικό.  Όλοι καταλαβαίνουν πως αυτή η Βασιλεία δεν μπορεί να υπάρξει επί της γης, χωρίς να υπάρχουν κάποια βασικά στοιχεία όπως η ειρήνη, η δικαιοσύνη, η αγάπη (άλλωστε τι είδους Παράδεισος κυβερνιέται από πόλεμο, αδικία, μίσος, κλπ;), ή, σε ακόμα πιο βασικό επίπεδο, ο αλληλοσεβασμός.  Σε όλους είναι απόλυτα κατανοητό πως χωρίς την εγκαθίδρυση και την τήρηση τέτοιων θεμελιωδών ηθικών αξιών, είναι αδύνατη η ευημερία επί της γης.  Και όμως, τι έχει κάνει κατά την διάρκεια της Ιστορίας της η ανθρωπότητα;  Ο Erich Fromme το διατύπωσε τέλεια, όταν είπε «Η Ιστορία της ανθρωπότητας είναι γραμμένη με αίμα. Είναι μια Ιστορία ατελείωτης βίας.»
Νομίζω πως οι ιστορικοί, προπαντός οι στρατιωτικοί ιστορικοί, μπορούν άνετα να σκιαγραφήσουν για μας αυτό που συνιστά «Ανθρώπινη Ιστορία»:  πόλεμοι, αιματοχυσία, βία, βαρβαρότητα.  Ο 20ος αιώνας θεωρείται περίοδος προηγμένου ανθρωπισμού. Και όμως, έχει επιδείξει τον βαθμό «τελειότητάς» του, με το να έχει υπερβεί σε ποσότητα αιματοχυσίας το αίμα που είχε χυθεί στο σύνολο των προηγούμενων αιώνων της ανθρώπινης Ιστορίας, αθροιστικά.  Αν είχαν την δυνατότητα οι πρόγονοί μας να δουν τι θα έφερνε ο 20ος αιώνας, θα είχαν ανατριχιάσει σύγκορμοι από τρόμο, αντικρύζοντας την εμβέλεια της βαρβαρότητας, της αδικίας και της εξαπάτησης.  Πρόκειται για ένα παράδοξο που ξεπερνά την ανθρώπινη κατανόηση:  καθώς ξετυλίγεται η Ιστορία της ανθρωπότητας, ο άνθρωπος έχει κινηθεί σε τελεία αντίθεση από εκείνες τις κατευθύνουσες αρχές, τους στόχους και τα ιδανικά στα οποία είχε αρχικά στρέψει όλες του τις δυνάμεις.
Θα ήθελα να θέσω ένα ρητορικό ερώτημα:  «Μπορεί ένα ευφυές ον να συμπεριφέρεται κατά τέτοιον τρόπο;»  Η Ιστορία μας κοροϊδεύει κατάμουτρα, με τα ειρωνικά της σχόλια: «Ο άνθρωπος είναι στ’ αλήθεια σοφός και υγιής. Όχι, δεν είναι πνευματικά άρρωστος. Απλώς, κάνει λιγάκι πάρα πάνω, και συμπεριφέρεται λιγότερο σοφά από εκείνους που είναι κλειδωμένοι σε τρελοκομεία.»

Αν αναλογιστούμε το μεμονωμένο άτομο, ή, πιο σωστά, αν ένα άτομο έχει αρκετό ηθικό σθένος να εξετάσει τον εαυτό του, θα αντικρύσει μια εικόνα όχι λιγότερο υπερβολική.  Ο Απόστολος Παύλος το είχε περιγράψει με ακρίβεια: «….διότι το αγαθό που θα έπρεπε να κάνω δεν το κάνω, ενώ το κακό που δεν θα έπρεπε να κάνω, εκείνο κάνω…»    Στ’ αλήθεια, όποιος μπορεί να αναλογιστεί τι γίνεται μέσα στην ψυχή του, δεν θα μπορούσε παρά να παρατηρήσει πόσο άρρωστος είναι πνευματικά, και πόσο είναι υποκείμενος, πόσο υποδουλωμένος είναι στα διάφορα πάθη.  Είναι άσκοπο να ρωτήσει κανείς:  «Γιατί, δυστυχισμένε άνθρωπε, ενδίδεις στην λαιμαργία, στην μέθη, στο ψεύδος, στον φθόνο, στην μοιχεία, κλπ; Αφού έτσι σκοτώνεις τον εαυτό σου, καταστρέφεις την οικογένειά σου, σακατεύεις τα παιδιά σου, δηλητηριάζεις την ατμόσφαιρα γύρω σου.  Γιατί δέρνεις, σφάζεις και μαχαιρώνεις τον εαυτό σου, γιατί προξενείς τόση ζημιά στα νεύρα σου, στην ψυχή σου, στο σώμα σου; Έχεις συναίσθηση πως αυτά σε βλάπτουν;»  «Ναι, το αντιλαμβάνομαι, αλλά μου είναι αδύνατον να μην τα κάνω.»Δυστυχώς, πρόκειται για ένα αδιαμφισβήτητο δεδομένο, που αποδεικνύει πως δεν έχουν ξεστρατίσει μεμονωμένα άτομα (στην πραγματικότητα, μόνο οι μεμονωμένοι πλέον δεν έχουν ξεστρατίσει), αλλά, παραδόξως, πως το ξεστράτισμα είναι ένα χαρακτηριστικό της σύνολης ανθρωπότητας.
Κατά κανόνα, ο πάσχων άνθρωπος δεν μπορεί να συγκρατήσει τον εαυτό του. Είναι σε αυτό ακριβώς το σημείο, στα κατάβαθα της ψυχής του, που ο κάθε λογικός άνθρωπος έρχεται αντιμέτωπος με εκείνο στο οποίο αναφέρεται ο Χριστιανισμός: : «….διότι το αγαθό που θα έπρεπε να κάνω δεν το κάνω, ενώ το κακό που δεν θα έπρεπε να κάνω, εκείνο κάνω…». Τώρα, αυτό είναι υγεία, ή είναι αρρώστια;
Για χάρη σύγκρισης, ας αναλογισθούμε πώς ένα άτομο μπορεί να αλλάξει, ζώντας μια σωστή, Χριστιανική ζωή.  Όσοι καθαρίζουν τους εαυτούς τους από τα πάθη αποκτούν ταπείνωση, και, όπως λέει ο Άγιος Σεραφείμ του Σάρωφ, έχουν «αποκτήσει το Άγιο Πνεύμα», φτάνουν σε μια κατάσταση εξαιρετικά συναρπαστική από ψυχολογικής απόψεως, ήτοι, θεωρούν τους εαυτούς τους πλέον ως τους χειρότερους όλων των ανθρώπων. Ο μέγας Ποιμήν(άγιος ασκητής του 4ου αι. μ.Χ.) είχε πει:  «Πιστέψτε με, αδέλφια μου, θα ριφθώ στο ίδιο μέρος όπου είναι ριγμένος και ο Σατανάς.»   Καθώς ο μέγας Σισώης πλησίαζε τον θάνατο, και το πρόσωπό του είχε γίνει λαμπρό σαν τον ήλιο, τόσο, που δεν μπορούσε κανείς να τον κοιτάξει, εκείνος εκλιπαρούσε τον Θεό να του δώσει λίγο χρόνο ακόμα, για να μετανοήσει… Τι πράγμα είναι αυτό; Κάποιο είδος υποκρισίας, κάποιο είδος ψευτο-ταπείνωσης;  Όχι βέβαια. Φοβούμενοι μήπως αμαρτήσουν ακόμα και με τον νου, εκστόμιζαν ό,τι ακριβώς ένοιωθαν.  Εμείς, από την άλλη, δεν έχουμε καμία τέτοια ευαισθησία.  Εγώ είμαι γεμάτος από κάθε λογής βρωμιά, και όμως, θεωρώ τον εαυτό μου ένα πολύ καλό άνθρωπο.  Εγώ, είμαι καλός άνθρωπος!  Αν κάνω κάτι κακό, ε, κανείς δεν είναι αναμάρτητος, οι άλλοι δεν είναι δα καλύτεροι από μένα, και ούτε εγώ είμαι τόσο ένοχος όσο εκείνος, εκείνη, ή οι άλλοι.  Επειδή δεν διακρίνουμε την κατάσταση της ψυχής μας, βλέπουμε τους εαυτούς μας τόσο καλούς!  Πόσο, πράγματι, διαφέρει η πνευματική όραση των αγίων από την δική μας!
Λοιπόν, ξαναδηλώνω: Ο Χριστιανισμός επιβεβαιώνει πως εκ φύσεως, στην λεγόμενη φυσιολογική του κατάσταση, ο άνθρωπος είναι βαθύτατα κατεστραμμένος.  Δυστυχώς, έχουμε μια πάρα πολύ αχνή εικόνα της ζημιάς.  Η πιο φρικτή, και κύρια τύφλωση που μας διακατέχει είναι η ανικανότητα να διακρίνουμε την ασθένειά μας.  Αυτό είναι ό,τι πιο επικίνδυνο, διότι, όταν ένας άνθρωπος αναγνωρίσει πως είναι άρρωστος, επιζητεί βοήθεια, πηγαίνει στον γιατρό, και του λαμβάνει την πρέπουσα αγωγή για την ασθένειά του. Αν όμως θεωρεί τον εαυτό του υγιή, διώχνει μακριά του εκείνους που του επισημαίνουν ότι είναι άρρωστος. Αυτό είναι το μεγαλύτερο σύμπτωμα απ’ όλα, της ζημιάς που βρίσκεται εντός μας.  Το συνολικό βάρος της Ιστορίας – της σύνολης Ιστορίας της Ανθρωπότητας και του κάθε ατόμου, συμπεριλαμβανομένης πρώτα και καλύτερα της δικής μας προσωπικής Ιστορίας – μαρτυρεί χωρίς καμία αμφισβήτηση την πραγματικότητα αυτή.  Αυτό είναι που μας υποδεικνύει ο Χριστιανισμός.
Εγώ έχω να πω ότι το αποδεικτικό στοιχείο του μοναδικού γεγονότος της κατεστραμμένης κατάστασης της ανθρώπινης φύσης, της μοναδικής αυτής αλήθειας που εκφράζεται μέσα στην Χριστιανική Πίστη, είναι αρκετό, για να μου υποδείξει ποια θρησκεία πρέπει να ενστερνιστώ – εκείνη που μου αποκαλύπτει τις ασθένειές μου και μου υποδεικνύει τα μέσα για να τις θεραπεύσω, ή εκείνη που κουκουλώνει τις ασθένειές μου, τρέφει τον ανθρώπινο εγωισμό, και μου λέει πως όλα είναι υπέροχα και θαυμάσια, και δεν χρειάζεται να θεραπεύσω τον εαυτό μου, αλλά τουναντίον, χρειάζεται εγώ να θεραπεύσω τον κόσμο γύρω μου, να εξελιχθώ, και να γίνω πιο τέλειος.  Η Ιστορία μας διδάσκει τα αποτελέσματα της απόρριψης της θεραπείας.
ΧΡΙΣΤΙΑΝΙΣΜΟΣ, ΑΛΛΑ ΠΟΙΟΣ;
Καταλήξαμε λοιπόν στον Χριστιανισμό.  Δόξα σε Σένα Κύριέ μου, βρήκα επί τέλους την αληθινή Πίστη.  Προχωρώ στο επόμενο δωμάτιο:  Όπως και στα προηγούμενα, είναι γεμάτο από πλήθη ανθρώπων, που όλοι τους φωνάζουν «Η δική μου Χριστιανική πίστη είναι η πιο καλή απ’ όλες!»  Οι Παπικοί διατυμπανίζουν «Κοιττάξτε πόσους οπαδούς έχουμε εμείς – 1 δισεκατομμύριο, 45 εκατομμύρια!»  Οι Προτεστάντες που απαρτίζονται από μια ευρεία γκάμα ομολογιών λένε πως αριθμούν 350 εκατομμύρια.  Οι Ορθόδοξοι είναι οι λιγότεροι – μόλις 170 εκατομμύρια.  Όπως ήδη έχει σωστά επισημανθεί, η Αλήθεια δεν καθορίζεται από την ποσότητα αλλά από την ποιότητα.  Και όμως, παραμένει το ερώτημα:  «Πού βρίσκεται η αληθινή Χριστιανοσύνη;»
Υπάρχουν διάφοροι τρόποι προσέγγισης στο ερώτημα αυτό. Στην ιερατική σχολή, πάντα μας δίδασκαν να συγκρίνουμε τα Παπικά και τα Προτεσταντικά δογματικά συστήματα με εκείνα της Ορθοδοξίας.  Αυτό είναι μια μέθοδος που αξίζει την προσοχή και τον σεβασμό μας, αλλά μου φαίνεται πως δεν είναι αρκετά κατανοητή ή επαρκής, διότι, κάποιος που δεν έτυχε καλών σπουδών, κάποιος που δεν είναι αρκετά διαβασμένος, μάλλον δεν θα του φανεί εύκολο να βγάλει άκρη από την ζούγκλα των δογματικών επιχειρημάτων και να αποφασίσει ποιος έχει δίκιο και ποιος σφάλλει.  Πέραν αυτού, ορισμένες φορές εφαρμόζονται τόσο ισχυρές ψυχολογικές μέθοδοι, που εύκολα αποπροσανατολίζεται κανείς από την ουσία του ζητήματος.  Για παράδειγμα, όταν εγείρουμε το ζήτημα του πρωτείου του Πάπα με τους Ρωμαιοκαθολικούς, μας λένε: «Α, ναι, τον Πάπα!  Μα τι λέτε τώρα;  Αυτά περί πρωτείου και αλάθητου είναι ανοησίες!  Είναι το ίδιο πράγμα με εκείνα που απολαμβάνει και ο δικός σας Πατριάρχης.  Το αλάθητο και η εξουσία του Πάπα σχεδόν δεν ξεχωρίζουν από το κύρος των αποφάσεων που παίρνονται από την κεφαλή οποιασδήποτε Τοπικής Ορθόδοξης Εκκλησίας.» Στην πραγματικότητα, εδώ υπάρχει διάκριση ανάμεσα σε δόγμα και κανόνες.  Οπότε, αυτή η συγκριτική-δογματική προσέγγιση είναι κάθε άλλο παρά απλή, ειδικά όταν έχεις να κάνεις με ανθρώπους που όχι μόνο δεν είναι διαβασμένοι, αλλά πασχίζουν να σε κερδίσουν, αψηφώντας το κόστος.
Υπάρχει όμως και ένα άλλο μονοπάτι που δείχνει καθαρά τι ακριβώς είναι ο Ρωμαιο-Καθολικισμός, και πού οδηγεί τον άνθρωπο.  Το μονοπάτι είναι εκείνο της συγκριτικής έρευνας και μελέτης, αλλά που ήδη υπάρχει μέσα στην σφαίρα της πνευματικής ζωής, όπως φανερώνεται στις ζωές των αγίων.  Εκεί, για να χρησιμοποιήσουμε την γλώσσα των ασκητών, φωτίζεται άπλετα και δυναμικά η «αλαζονεία» της Ρωμαιοκαθολικής πνευματικότητας.  Είναι μια αλαζονεία που βρίθει από σοβαρότατες συνέπειες για τον ασκητή που θα πατήσει πόδι στον δικό της τρόπο ζωής.  Ξέρετε, μερικές φορές κάνω δημόσιες ομιλίες, στις οποίες προσέρχεται μια μεγάλη γκάμα ανθρώπων.  Συχνότατα, ακούω το εξής ερώτημα: «Λοιπόν, τι είναι αυτό που ξεχωρίζει τον Καθολικισμό από την Ορθοδοξία;  Πού κάνουν λάθος;  Δεν αποτελούν απλώς ένα άλλο μονοπάτι προς τον Χριστό;»  Πολλές φορές, διαπίστωσα πως το μόνο που χρειαζόταν να κάνω ήταν να τους προβάλλω παραδείγματα ολίγων Καθολικών μυστών, και ο ερωτήσας να μου πει: «Σας ευχαριστώ, τώρα όλα είναι ξεκάθαρα. Δεν χρειάζομαι τίποτε άλλο.»
Είναι αλήθεια πως μια οποιαδήποτε Εκκλησία – Ορθόδοξη ή ετερόδοξη – αναγνωρίζεται από τους αγίους της.  Δείξε μου τους αγίους σου, και θα σου πω τι σόι Εκκλησία έχεις.  Η κάθε Εκκλησία αγιοποιεί μόνο εκείνους που προσωποποιούν το Χριστιανικό ιδεώδες, όπως αυτό κατανοείται από την εκάστοτε Εκκλησία. Γι’ αυτό τον λόγο, η δοξολογία ενός αγίου δεν είναι απλώς μια επιβεβαίωση της Εκκλησίας ότι έκριναν κάποιον Χριστιανό άξιο της τιμής και κατάλληλο παράδειγμα προς μίμηση, αλλά επίσης, είναι μια κατ’ εξοχήν μαρτυρία της ίδιας της Εκκλησίας περί του εαυτού της.  Μέσω των αγίων, μπορούμε να αποφανθούμε πιο καλά ως προς την πραγματικότητα ή την φαινομενικότητα της αγιότητας της ίδιας της Εκκλησίας εκείνης.  Θα σας δώσω μερικά παραδείγματα του πώς η Καθολική Εκκλησία βλέπει την αγιότητα.
ΑΓΙΟΣ ΦΡΑΓΚΙΣΚΟΣ
Ένα πρόσωπο που ο Καθολικισμός θεωρεί «μεγάλο άγιο» είναι ο Φραγκίσκος της Ασίζης (13ος αιώνας).  Όσα ακολουθούν, μας δίνουν μια εικόνα της πνευματικής του συνείδησης / του προφίλ του.  Κάποτε, έτυχε ο Φραγκίσκος να έχει επιδοθεί σε μια πολύωρη προσευχή «για δύο δώρα».  Το θέμα της προσευχής είναι αποκαλυπτικότατο:  «Πρώτα, ζητώ να… βιώσω όλο τον πόνο που Εσύ, γλυκύτατε Ιησού, εβίωσες κατά τα βασανιστικά Σου Πάθη.  Δεύτερο, ζητώ να… νοιώσω εκείνη την απέραντη αγάπη με την οποία φλεγόσουν, ω Υιέ του Θεού…». Όπως μπορούμε να δούμε εδώ, τον Φραγκίσκο τον απασχολούσε όχι η δική του αμαρτωλότητα, αλλά η γεμάτη υπερηφάνεια τάση εξίσωσης του με τον Χριστό!
Κατά την διάρκεια της προσευχής αυτής, ο Φραγκίσκος «ένοιωσε τον εαυτό του εντελώς μεταμορφωμένο σε Ιησού», τον οποίο αναγνώρισε αμέσως, καθώς ένα εξαπτέρυγο σεραφείμ τον τόξευε με φλεγόμενα βέλη στα χέρια, στα πόδια, και στην δεξιά πλευρά, δηλαδή στα μέρη που είχε λαβωθεί ο Χριστός, και όπου –μετά το πέρας του οράματος αυτού– άνοιξαν πληγές που αιμορραγούσαν (τα λεγόμενα «stigmata», ενδείξεις των βασανισμών του Ιησού). (M.V. Lodyzhensky, σελ. 109, The Unseen Light, (Το Αθέατο Φως) Petrograd, 1915.)
Εξ ίσου αποκαλυπτικός είναι και ο στόχος ζωής που είχε βάλει για τον εαυτό του ο Φραγκίσκος:  «Έχω κοπιάσει, και θέλω να κοπιάζω, διότι αυτό επιφέρει την τιμή» [St. Francis of Assisi; Works (Αγ. Φραγκίσκος της Ασίζης – Άπαντα); Μόσχα; ΕκδότεςFranciscan Publishers; 1995. - σελ. 145].  Ο Φραγκίσκος ποθεί να υποφέρει για τους άλλους, και να γίνει ο ίδιος εξιλασμός για τις αμαρτίες των άλλων (σελ. 20).  Μήπως αυτός δεν ήταν και ο λόγος που δήλωσε ευθαρσώς στο τέλος της ζωής του «Δεν γνωρίζω να υπάρχουν παραβάσεις που να μην έχω εξιλεώσει μέσω εξομολόγησης και μετάνοιας.» (Lodyzhensky. – σελ. 129). Όλα αυτά μαρτυρούν την αδυναμία του να δει τις δικές του αμαρτίες, την πτώση του, την τελεία πνευματική του τύφλωση.Το φαινόμενο τέτοιων στιγμάτων είναι ένας τομέας πολύ γνώριμος στον χώρο της ψυχιατρικής.  Ένας αδιάκοπος διαλογισμός πάνω στα Πάθη του Χριστού επί του Σταυρού διεγείρει σημαντικά την διανοητική κατάσταση του ανθρώπου, και με παρατεταμένη εξάσκηση μιας τέτοιας αυτοσυγκέντρωσης, τέτοια φαινόμενα μπορούν να προκύψουν. Δεν είναι όμως φαινόμενο «πλήρης χάριτος» αυτό, εφ’ όσον, με το να συμπάσχει κανείς κατ’ αυτόν τον τρόπο με τον Χριστό, δεν υπάρχει εκείνη η πραγματική αγάπη, την ουσία της οποίας μας είχε δηλώσει με πολλή σαφήνεια ο Κύριος: «ο έχων τας εντολάς μου και τηρών αυτάς, εκείνος εστιν ο αγαπών με…»  (Ιωάννης 14:21).  Έτσι λοιπόν, η υποκατάσταση του αγώνα μας να υπερνικήσουμε τον «παλαιό άνθρωπο», την προγενέστερη φύση μας, με τον «διαλογισμό επί το συμπάσχειν» είναι ένα από τα μεγαλύτερα σφάλματα της πνευματικής ζωής˙ σφάλμα που έχει οδηγήσει – και συνεχίζει να οδηγεί – πολλούς πνευματικούς αγωνιστές στον εγωισμό, στην έπαρση, στην σίγουρη πνευματική αυταπάτη που συχνά συνδέεται με την διανοητική ασθένεια.  (Για παράδειγμα, δείτε τις «ομιλίες» του Φραγκίσκου, που απευθύνονται σε πτηνά, σε λύκο, σε περιστέρια, σε φίδια και στα λουλούδια, και την ευλάβειά τουενώπιον της φωτιάς, των βράχων και των σκουληκιών.)
Χάριν συγκρίσεως (ανάμεσα στην Ορθόδοξη και Καθολική αντίληψη περί αγιότητας), ας παρατηρήσουμε ένα περιστατικό από τις τελευταίες στιγμές ενός σεβάσμιου Αγίου, του Μεγάλου Σισώη (5ος  αιώνας).  «Στα λίγα τελευταία λεπτά πριν από τον θάνατό του, και ενώ ο Σισώης έμοιαζε να συνομιλεί με πρόσωπα αόρατα στους παριστάμενους αδελφούς, ανταποκρίθηκε στο αίτημά τους: «Πάτερ, πες μας με ποιόν συνομιλείς», λέγοντάς τους «Είναι οι άγγελοι, που έχουν έρθει να με πάρουν, και τους ικετεύω να με αφήσουν (εδώ) λιγάκι ακόμα, για να μετανοήσω».   Όταν οι αδελφοί, που γνώριζαν πως ο Σισώης ήταν κοσμημένος με πολλές αρετές, διαμαρτυρήθηκαν, παρατηρώντας «Μα, Πάτερ, εσύ δεν έχεις ανάγκη την μετάνοια», εκείνος τους είπε «Στ’ αλήθεια, δεν γνωρίζω αν έχω αρχίσει καν να μετανοώ». (Lodyzhensky, σελ. 133.) Εκείνη η βαθύτατη κατανόηση, εκείνη η αναγνώριση της ατέλειάς μας, είναι το κύριο διακριτικό σημείο όλων των πραγματικών αγίων.
ΑΛΛΟΙ ΑΓΙΟΙ ΤΟΥ ΚΑΘΟΛΙΚΙΣΜΟΥ
Τώρα ένα απόσπασμα από την «Ευλογημένη Αγγελική»(?1309), στο έργο «The Revelations to Blessed Angela» (Αποκαλύψεις στην Ευλογημένη Αγγελική), που εκδόθηκε στην Μόσχα το 1918.
Γράφει η ίδια πως το Άγιο Πνεύμα της μίλησε, λέγοντας:  «Κόρη μου, η τόσο γλυκειά και γοητευτική…. Σε αγαπώ πάρα πολύ.»  (σελ.95)  «Ήμουν με τους Αποστόλους, και με έβλεπαν με ανθρώπινα μάτια, όμως δεν με ένοιωθαν όπως με νοιώθεις εσύ» (σελ.96).  Η Αγγελική αποκάλυψε τα ακόλουθα για τον εαυτό της:  «Μέσα στο σκοτάδι, βλέπω την Αγία Τριάδα, και μου φαίνεται πως είμαι εκεί, στο κέντρο της Τριάδας, της οποία βλέπω μέσα στο σκοτάδι.» (σελ.117)  Μας παρέχει παραδείγματα του πώς η ίδια βλέπει την σχέση της με τον Ιησού Χριστό: «Μπόρεσα να βάλω τον εαυτό μου εντελώς μέσα στον Ιησού Χριστό» (σελ.176). Και: «Εξ αιτίας της γλυκύτητάς Του, και από την πολλή θλίψη μου για την αναχώρησή Του, ούρλιαζα και ήθελα να πεθάνω.» (σελ.101)  Στις φρενήρεις στιγμές της, άρχιζε να δέρνει τον εαυτόν της τόσο σκληρά, που η καλόγριες ήσαν αναγκασμένες να την βγάλουν σηκωτή από τον ναό. (σελ.83)
Ο A.F. Lossev, ένας από τους πιο επιφανείς Ρώσους θρησκευτικούς συγγραφείς του 20ου αιώνα, έδωσε την ακόλουθη σκληρή αλλά ακριβή κριτική του, σχετικά με τις «αποκαλύψεις» της Αγγελικής.  Έγραψε εν μέρει:  «(Η Αγγελική) είναι σε μια τέτοια κατάσταση πειρασμού και ξελογιάσματος, που μέχρι και το Άγιο Πνεύμα το παρουσιάζει πως εμφανίζεται (σ’ αυτήν) και της ψιθυρίζει λατρευτικά λόγια, όπως: ‘κόρη μου, γλυκειά και γοητευτική μου, ναέ μου, χαρά μου, αγάπα με, διότι εγώ σ’ αγαπώ τόσο πολύ, πολύ περισσότερο απ’ ότι μ’ αγαπάς εσύ.»  Η «αγία» λιώνει από την γλύκα, και αποπροσανατολίζεται από την γλυκειά εξουθένωση της αγάπης.  Και ο εραστής της εμφανίζεται όλο και πιο συχνά, για να την φλέγει ακόμα περισσότερο – το σώμα της, την καρδιά της, το αίμα της.  Ο Σταυρός του Χριστού της φαίνεται σαν νυφικό κρεβάτι…  Υπάρχει κάτι πιο αντίθετο στον σοβαρό και νηφάλιο Βυζαντινό-Μοσχοβίτικο ασκητισμό, από την ακόλουθη, βλάσφημη αναγγελία; «Η ψυχή μου αρπάχτηκε από το άκτιστο φως, και ανέβηκε».  Τόσες παθιασμένες αναπολήσεις πάνω στον Σταυρό του Χριστού, στα τραύματα του Χριστού και στα μεμονωμένα μέρη του Σώματός Του, τόσο βεβιασμένη επίκληση αιμορραγούντων στιγμάτων στο ίσιο το σώμα… Στο ζενίθ, ο Χριστός τυλίγει το χέρι που ήταν καρφωμένο πάνω στον Σταυρό γύρω από την Αγγελική, και εκείνη, εντελώς εξουθενωμένη από την αποχαύνωσή της, την αγωνία της και την ευτυχία, λέει:  «Μερικές φορές, μέσα στην κοντινότητα εκείνης της αγκαλιάς, στην ψυχή μου – που εισήλθε μέσα στην πλευρά του Χριστού – η χαρά και ο φωτισμός που έλαβε εκεί ήταν ανέκφραστη.  Διότι ήσαν τόσο μεγάλες, που μερικές φορές ήταν αδύνατον να σταθώ στα πόδια μου, και ξάπλωνα, αδυνατώντας να μιλήσω… και έμεινα ξαπλωμένη, έχοντας αφαιρεθεί από μένα η γλώσσα και τα μέλη μου…» (A.F. Lossev, Essays on Ancient Symbolism and Mythology, (Εκθέσεις επί Αρχαίων Συμβολισμών και Μυθολογία), Μόσχα 1930, Τόμος. 1, σελ. 867-868.).
Η Αικατερίνα  της Sienna (+1380), που είχε υψωθεί από τον Πάπα Παύλο ΣΤ’ στον υψηλότερο βαθμό αγιοσύνης, δηλαδή «Δόκτωρ της Εκκλησίας», είναι ένα έντονο παράδειγμα Καθολικής αντίληψης περί αγιότητας.  Θα παραθέσω μερικά αποσπάσματα από το Καθολικό βιβλίο «Πορτραίτα των Αγίων» του Antonio Siccari, αποσπάσματα που δεν νομίζω να χρειάζονται οποιαδήποτε εξήγηση.

«Κάποτε η Αικατερίνα είδε το εξής όραμα: ο Θείος Νυμφίος της, αφού την αγκάλιασε, την τράβηξε κοντά του αλλά αμέσως της αφαίρεσε την καρδιά από το στήθος της, για να της δώσει μια καινούργια καρδιά, που να μοιάζει περισσότερο στην δική Του.» (σελ. 12).Η Αικατερίνα ήταν περίπου 20 ετών.  «Διαισθάνθηκε πως η ζωή της θα έφτανε σε μια κρίσιμη καμπή, και προσευχόταν συνεχώς για αυτό, στον Ίδιο τον Κύριο Ιησού Χριστό, επαναλαμβάνοντάς Του την θαυμάσια, και πολύ τρυφερή έκφραση που θα γινόταν και το λάϊτμοτιφ της:  «Ενώσου μαζί μου, σε ένα γάμο πίστεως!» (AntonioSiccari, Portraits of the Saints, (Πορτραίτα των Αγίων) Τόμος Β’, Μιλάνο, 1991, σελ. 11.)
Κάποια φόρα, είχε λεχθεί πως είχε πεθάνει.  «Η ίδια είχε πει αργότερα πως η καρδιά της είχε διαρραγεί από την δύναμη της αγάπης του Θεού, και πως βίωσε τον θάνατο, «αγναντεύοντας τις ουράνιες πύλες». Όμως ο Κύριος μου είπε «Γύρνα πίσω παιδί μου. Πρέπει να γυρίσεις πίσω…. Θα φέρω ενώπιόν σου τους πρίγκηπες και τους ηγέτες της Εκκλησίας». Και το ταπεινό αυτό κορίτσι άρχισε να αποστέλλει επιστολές της σε όλο τον κόσμο. Επιστολές μακροσκελείς που συχνά τις υπαγόρευε 3-4 ταυτόχρονα, επί διαφόρων θεμάτων, και χωρίς να χάνει τον ειρμό της, με καταπληκτική ταχύτητα, κάνοντας τους γραμματείς της να μην προφταίνουν τον ρυθμό της.  Όλες οι επιστολές αυτές έκλειναν με την παθιάρικη συνταγή «Γλυκύτατε Ιησού, Ιησού αγάπη μου».  Πολλές φορές άρχιζαν οι επιστολές με τα λόγια «Εγώ, η Αικατερίνα, υπηρέτρια και δούλη των δούλων του Ιησού, σας γράφω εν τω πολυτιμότατό Του αίματι…»  (σελ. 12).
«Στις επιστολές της Αικατερίνης, αμέσως γίνεται αντιληπτή η συχνή και επίμονη εμφάνιση των επαναλαμβανόμενων λέξεων «Εγώ θέλω»  (σελ. 12).  Μερικοί λένε πως, πάνω στην έκστασή της, απηύθυνε τα απαιτητικά λόγια «Εγώ θέλω» και στον Χριστό (σελ. 13).
Από την αλληλογραφία της με τον Γρηγόριο ΙΑ’, τον οποίον προσπαθούσε να πείσει να επιστρέψει από την Αβινιόν στη Ρώμη:  «Σας ομιλώ εκ μέρους του Χριστού…. Σας ομιλώ, Πάτερ, εν Ιησού Χριστώ… Απαντήστε στο κάλεσμα του Αγίου Πνεύματος, που απευθύνεται σε σας..» (σελ. 13)
Και στον βασιλέα της Γαλλίας, είχε πει:  «Κάνε το θέλημα του Θεού και το δικό μου…» (σελ. 14).
Όχι λιγότερο αποκαλυπτικές είναι και οι «αποκαλύψεις» της Τερέζας της Αβίλας (16ος αιώνας), η οποία είχε παρομοίως υψωθεί από τον Πάπα Παύλο ΣΤ’ στον βαθμό του «Δόκτορος της Εκκλησίας».  Πριν τον θάνατό της, φώναξε «Ω, Θεέ μου, Σύζυγέ μου, επί τέλους θα Σε δω!»   Αυτή η παραδοξώτατη κραυγή δεν ήταν τυχαία.  Ήταν η φυσική κατάληξη όλων των «πνευματικών παλαισμάτων» της Τερέζας, η ουσία των οποίων φανερώθηκε στα ακόλουθα:
Μετά από τις πολλές τις αποκαλύψεις, ο «Χριστός» είπε στην Τερέζα «Από σήμερα και στο εξής, εσύ θα είσαι η σύζυγός μου. Στο εξής, δεν είμαι μόνο ο Δημιουργός σου, αλλά ο Σύζυγός σου.» (D. S. Merezhkovsky, Spanish Mystics, (Ισπανοί Μύστες) Βρυξέλλες, 1988, σελ. 88.)   Ο D. Merezhkovsky έγραψε πως η Τερέζα καθώς προσευχόταν: «Κύριε, ή να υποφέρω μαζί Σου, ή να πεθάνω για Σένα!» έπεσε εξαντλημένη από τις χάρες αυτές.  Έτσι, δεν προξενεί καμμία έκπληξη που η Τερέζα ομολογεί πως «Ο Αγαπημένος μου καλεί την ψυχή μου με ένα τόσο διαπεραστικό σφύριγμα, που δεν μπορώ παρά να το ακούσω.  Αυτό το κάλεσμα δρα τόσο πολύ πάνω στην ψυχή μου, που εξαντλείται από την επιθυμία.»
Δεν είναι τυχαίο, που κατά την εκτίμηση των μυστικών της εμπειριών, ο διάσημος Αμερικανός ψυχολόγος William Jamesείχε γράψει πως «η δική της κατανόηση περί θρησκείας κατέληξε –αν μπορεί κανείς να το πει έτσι – σε μια ατελείωτη σειρά ερωτικών φλερτ ανάμεσα στον λάτρη και τον Θεό του.» (William James, The Variety of Religious Experience, (Η Ποικιλία της Θρησκευτικής Εμπειρίας), μετάφραση από την Αγγλική,  Μόσχα, 1910. – σελ. 337).
Ακόμα ένα παράδειγμα Καθολικής αντίληψης περί αγιότητας είναι η Τερέζα της Λισιέ.(Saint Therese of Lisieux, Μικρή Τερέζα, ή Τερέζα, το Παιδί του Ιησού), η οποία έζησε έως τα 23 της χρόνια, και την οποία το 1997 – στα 100 χρόνια από την κοίμησή της – ο Πάπας Ιωάννης Παύλος Β’ «αλάθητα» ανακήρυξε ως άλλη μία «Διδάσκαλο της Παγκοσμίου Εκκλησίας».  Τα ακόλουθα αποσπάσματα από την πνευματική αυτοβιογραφία της Τερέζας «Η Ιστορία μιας Ψυχής» (Εκδόσεις Symbol, 1996, No.36, Παρίσι, σελ. 151), είναι μια εύγλωττη μαρτυρία της πνευματικής της κατάστασης.
“Κατά την διάρκεια της συζήτησης που προηγήθηκε της κουράς μου, είδα τα γεγονότα που επρόκειτο να λάβουν χώρα στο Καρμήλιο.  Ήρθα για να σώσω ψυχές, και πρώτα απ’ όλα, να προσεύχομαι για τους ιερείς…»  (να μην σώσει τον εαυτό της, αλλά τους άλλους!)
Αναφερόμενη στην ευτέλειά της, έγραψ, «Διατηρώ την σταθερή, τολμηρή ελπίδα πως θα γίνω μεγάλη αγία…. Είχα την πεποίθηση πως γεννήθηκα για την δόξα, και αναζήτησα τους τρόπους που θα μπορούσα να το επιτύχω.  Και να που Κύριος ο Θεός….μου αποκάλυψε πως η δόξα μου δεν θα αντικρύσει τον θάνατο, και η ουσία είναι πως θα γίνω μεγάλη αγία!» (Συγκρίνετε αυτό με τον Μέγα Μακάριο, ο οποίος ήταν γνωστός στους συν-αγωνιστές του για τον εξαιρετικά υψηλό χαρακτήρα της βιοτής του, και που τον αποκαλούσαν «Θεό επί της γης».  Όταν προσευχόταν, έλεγε μονάχα «Ω, Κύριε, καθάρισέ με τον αμαρτωλό, διότι δεν έπραξα τίποτε αγαθό ενώπιόν Σου.»)  Αργότερα, η Τερέζα έγραφε ακόμα πιο ορθά-κοφτά «Μέσα στην καρδιά της Μητέρας-Εκκλησίας μου, εγώ θα είμαι η αγάπη… τότε θα είμαι για όλους….. και μέσω αυτού, θα έχει γίνει αληθινό το όνειρό μου!»
Οι διδαχές της Τερέζας περί πνευματικής αγάπης ήταν ομολογουμένως «αξιοσημείωτες».  Δήλωνε:  «Αυτό ήταν το φιλί της αγάπης. ‘Ενοιωθα πως είχα αγαπηθεί, και είπα «Σε αγαπώ, και εμπιστεύομαι τον εαυτό μου σε Σένα για πάντα.»  Ίχνος από παρακλήσεις, αγώνες, ή θυσίες.  Ο Ιησούς και η καημενούλα η Τερέζα από καιρό αλληλοκοιτάζονταν και καταλάβαιναν τα πάντα…. Η ημέρα εκείνη δεν έφερε κάποια ανταλλαγή βλεμμάτων, αλλά μια συγχώνευση.  Δεν υπήρχαν πλέον δύο, και η Τερέζα εξαφανίστηκε σαν μια σταγόνα νερού που χάνεται στα βάθη της θάλασσας.»  Τα σχόλια στην φανταστική αυτή νουβέλα της καημένης κόρης, της Διδασκάλου της Καθολικής Εκκλησίας, μάλλον περιττεύουν….[σημ. ΟΟΔΕ: Είναι ενδιαφέρον να σημειώσουμε πως η παρομοίωση περι Θέωσης «σαν μια σταγόνα νερού που χάνεται στα βάθη της θάλασσας», χρησιμοποιείται στον ΙΝΔΟΥΙΣΜΟ, και τα παρακλάδια του, στον οποίο ουσιαστικά η προσωπικότητα του ανθρώπου εκμηδενίζεται κατά την θέωση. Η Χριστιανική Ορθόδοξη παραβολή περι θέωσης, είναι το να γίνουμε ΜΕΛΗ του Χριστού, μέσω της Εκκλησίας, οπότε το πρόσωπο του ανθρώπου δεν χάνεται, αλλα αγιάζεται. Η ομοιότητα αυτής της εμπειρίας με την αντίστοιχη ανατολικών Θρησκειών, δεν είναι τυχαία, μια και η Δυτική ασκητική, δεν διαχωρίζει τον διαλογισμό από την προσευχή, όπως η Ορθόδοξη. Στην δυτική ασκητική, όπως και στον ανατολικό μυστικισμό, υπάρχει το στοιχείο της φαντασίας.]
Η μυστική εμπειρία του Ιγνατίου Loyola (16ος αιώνας), ιδρυτού του Τάγματος των Ιησουιτών και ένας από τους στύλους του Καθολικού μυστικισμού, βασίζεται πάνω στην συστηματική καλλιέργεια της φαντασίας.
Το βιβλίο του, Spiritual Exercise (Πνευματική Άσκηση), αναγνωρισμένο μέσα στον Καθολικισμό σαν αρκετά έγκυρο,αδιαλείπτως καλεί τον Χριστιανό να φαντάζεται και να μελετά την Αγία Τριάδα, την Μητέρα του Θεού, τους Αγγέλους κλπ.  Από πλευράς αρχής, έρχεται σε δριμύτατη αντίθεση με την βάση των πνευματικών παλαισμάτων των Αγίων της καθολικής (=Παγκοσμίου, χρησιμοποιεί ευρύτερα τον όρο, εννοεί την Ορθόδοξη) Εκκλησίας, διότι οδηγεί τον πιστό σε τελεία πνευματική και συναισθηματική αταξία.
Η Φιλοκαλία, μια έγκυρη ανθολογία των ασκητικών γραπτών της πρώιμης Εκκλησίας, απαγορεύει αυστηρώς την συμμετοχή σε τέτοιου είδους «πνευματικές ασκήσεις».  Ορίστε μερικά αποσπάσματα από αυτή την ανθολογία:
Ο Άγιος Νείλος του Σινά (5ος αιώνας) προειδοποιεί:  «Να μην επιθυμείτε οπτασίες των Αγγέλων ή των Δυνάμεων ή του Χριστού, μην τυχόν χάσετε τα λογικά σας, μπερδέψετε τον λύκο για πνευματικό, και προσκυνήσετε τους δαιμονικούς εχθρούς σας…» (Αγ. Νείλος του Σινά, 153ο κεφάλαιο Περί Προσευχής. Φιλοκαλία, Κεφάλαιο 115, Τόμος 2 της 5τομης Β’ έκδοσης, Μόσχα 1884 σελ. 237).
Συζητώντας για εκείνους που κατά την προσευχή «φαντάζονται τις απολαύσεις του ουρανού, τις τάξεις των αγγέλων, και τις κατοικίες των αγίων», ο Άγιος Συμεών ο Νέος Θεολόγος (11ος αιώνας) λέει καθαρά πως «αυτό είναι σημείο πνευματικής αυταπάτης»  «Έχοντας  αρχίσει να βαδίζουν σε τέτοιο μονοπάτι, εκείνοι που βλέπουν ένα φως με τους φυσικούς τους οφθαλμούς, που αντιλαμβάνονται γλυκειές ευωδίες με το αισθητήριο της όσφρησης, και που ακούνε φωνές με τα αυτιά τους κλπ., έχουν πλέον παρασυρθεί….» (Αγ. Συμεών ο Νέος Θεολόγος. «Περί των τριών τρόπων προσευχής», Φιλοκαλία, Τόμος 5, σελ. 463-464, Μόσχα 1900.
Ο Αγ. Γρηγόριος ο Σιναϊτης  (14ος αιώνας) μας υπενθυμίζει: «Ποτέ να μην καλοδέχεσθε ό,τι αντιλαμβάνεστε με τις αισθήσεις ή το πνεύμα, εντός ή εκτός, είτε είναι η εικόνα του Χριστού, ή ενός αγγέλου, ή κάποιου αγίου…… Εκείνοι που αποδέχονται τέτοια πράγματα… εύκολα ξεγελιώνται…ο Θεός δεν αγανακτεί με κάποιον που, προσέχοντας και φοβούμενος μήπως ξεγελαστεί, δεν αποδέχεται κάποιον που είναι όντως από Αυτόν,… τουναντίον, τον επαινεί, ως σώφρονα…. (Αγ. Γρηγόριος Σιναϊτης, Οδηγίες στους τηρούντες την σιωπήν,  σελ.224)
Υπό το φως των ανωτέρω παραδειγμάτων, δεν μπορεί να αμφισβητήσει κανείς την ορθότητα των λόγων αυτών.  Είναι πολύ ατυχές, που η Καθολική Εκκλησία έχει μάλλον πάψει πλέον να διακρίνει ανάμεσα στο πνευματικό και το συναισθηματικό, ανάμεσα στην αγιότητα και την φαντασιοπληξία, και κατά συνέπεια, ανάμεσα στον Χριστιανισμό και τον παγανισμό.
Αυτά, για τον Καθολικισμό.
Προκειμένου να καταπιαστούμε με τον Προτεσταντισμό, μας αρκούν τα διατυπωμένα δόγματά τους.  Μπορεί κανείς να συλλάβει την ουσία τους, αναλογιζόμενος ένα μόνο θεμελιώδη Προτεσταντικό ισχυρισμό:  «Ο άνθρωπος σώζεται μόνο δια της Πίστεως, και όχι με τα έργα του, συνεπώς, για ένα πιστό, η αμαρτία δεν καταλογίζεται ως αμαρτία.»
Εδώ βρίσκεται το θεμελιώδες ζήτημα που έχει μπερδέψει τους Προτεστάντες.  Άρχισαν να χτίζουν τον οίκο της σωτηρίας τους από τον 10ο όροφο, ξεχνώντας (αν το είχαν ποτέ θυμηθεί καν) τις διδαχές της πρώτης Εκκλησίας, περί του είδους της πίστης που σώζει τον άνθρωπο. Δεν είναι άραγε η πίστη στο γεγονός πως πριν 2000 χρόνια, ήρθε ο Χριστός και τα εκπλήρωσε όλα για μας;
Σε τι διαφέρει η Ορθόδοξη κατανόηση της πίστης από εκείνη των Προτεσταντών;  Και η Ορθοδοξία λέει πως η πίστη σώζει τον άνθρωπο, αλλά για τον πιστό, η αμαρτία παραμένει αμαρτία. Τι είδους πίστη είναι αυτή;  Σύμφωνα με τον Αγ΄Θεοφάνη, δεν είναι «διανοητική», δηλαδή αναλυτική, αλλά μάλλον είναι μια κατάσταση που αποκτάται μέσω μιας ορθής, και τονίζω το «ορθής», Χριστιανικής ζωής.  Μόνο μέσω μιας τέτοιας ζωής θα είναι δυνατόν να συλλάβει κανείς το γεγονός πως μόνο ο Χριστός μπορεί να τον σώσει από τα δεσμά και από τα βάσανα των παθών. Πώς αποκτάται μια τέτοια κατάσταση;  Με την εμμονή να τηρούμε τις Εντολές του Ευαγγελίου, και με την ειλικρινή μετάνοια.  Λέει ο Αγ. Συμεών ο Νέος Θεολόγος: «Η προσεκτική τήρηση των εντολών του Χριστού διδάσκει στον άνθρωπο τις αδυναμίες του», δηλαδή, του αποκαλύπτει πως χωρίς την βοήθεια του Θεού, είναι αδύναμος και αδυνατεί να ξερριζώσει τα πάθη του. Μόνος του, δεν μπορεί ο άνθρωπος να το κάνει. Όμως μαζί με τον Θεό – των δύο συνεργούντων – όλα γίνονται δυνατά. Η Χριστιανική ζωή είναι εκείνη που μας δείχνει πρώτα απ’ όλα ότι τα πάθη είναι αρρώστιες, δεύτερον, πως ο Κύριος είναι κοντά στον καθένα από εμάς, και τέλος, πως ανά πάσα στιγμή, ο Θεός είναι έτοιμος να μας βοηθήσει και να μας σώσει από την αμαρτία.  Όμως δεν μας σώζει χωρίς την δική μας συμμετοχή, προσπάθεια και αγώνα.  Ο πνευματικός αγώνας μας καθιστά ικανούς να δεχθούμε τον Χριστό.  Αυτό είναι πολύ ουσιώδες, διότι μας δείχνει πως χωρίς τον Θεό, δεν μπορούμε να θεραπεύσουμε τον εαυτό μας.  Μόνο την στιγμή που πνίγομαι είμαι βέβαιος για την ανάγκη μου για Σωτήρα.  Όσο είμαι στην ακτή, δεν χρειάζομαι κανένα.  Μόνο όταν βλέπω τον εαυτό μου να πνίγεται μέσα στον στρόβιλο των παθών, θα επικαλεστώ τον Χριστό. Τότε θα έρθει στην βοήθειά μου, και από εκείνο το σημείο είναι που αρχίζει η ενεργός και σωτήρια πίστη.
Η Ορθοδοξία μας διδάσκει πως η ελευθερία του ανθρώπου και η αξιοπρέπειά του δεν είναι (όπως διατείνεται ο Λούθηρος) μια «στήλη άλατος» που αδυνατεί να εκπληρώσει οτιδήποτε, αλλά μάλλον είναι συνεργάτες του Θεού, στην εκπλήρωσή της σωτηρίας μας.  Αυτό καθιστά κατανοητό στον Χριστιανό το νόημα όλων των Εντολών του Ευαγγελίου, και φανερώνει την αλήθεια της Ορθοδοξίας, και όχι απλώς μιας πίστεως στο ζήτημα της σωτηρίας.
Για τους λόγους αυτούς, όχι απλά ο Χριστιανισμός, ούτε απλά μία θρησκεία, ούτε απλά η πίστη στον Θεό αλλά η  Ορθοδοξία, είναι που ξεκινά για τον άνθρωπο.
ΠΗΓΗ-Ο.Ο.Δ.Ε

ΔΙΑΠΑΛΗ ΠΑΠΙΣΜΟΥ ΚΑΙ ΔΙΑΜΑΡΤΥΡΗΣΗΣ ΣΤΟΝ ΕΛΛΑΔΙΚΟ ΧΩΡΟ ( ΕΠΙΔΡΑΣΗ ΤΟΥ ΠΑΠΙΣΜΟΥ ΣΤΟΝ ΟΡΘΟΔΟΞΟ ΧΩΡΟ ΜΕΤΑ ΤΟ ΣΧΙΣΜΑ)

Αυγούστου 30, 2011 Γράψτε ένα σχόλιο





Τον Δεκέμβριο του 1641 ο Francois Blaiseau εμφανίζεται στην Αθήνα, στην πόλη εκείνη που το όνομα και τα αρχαία λείψανά της, συνυφασμένα με τόσες αναμνήσεις κλασσικού μεγαλείου, δεν είχαν πάψει ν’ ασκούν γοητεία στην φαντασία όχι μόνον των λογίων, αλλά και του απλού λαού. Εκεί, γίνεται δεκτός με πολύ εκτίμηση από Έλληνες και Τούρκους, που θέλουν να τον κρατήσουν και του διευκολύνουν την εγκατάσταση. Οι νέοι ενδιαφέρονται κυρίως για τα μαθηματικά, που διδάσκει.

Οι Ιησουίτες δεν έμειναν πολύ καιρό στην Αθήνα. Διάφοροι λόγοι, όπως η έλλειψη μοναχών και μέσων για μόνιμη εγκατάσταση, η απουσία πολλών Καθολικών και τα εμπόδια των τουρκικών αρχών τους αναγκάσαν να φύγουν. Ύστερα όμως από αρκετά χρόνια, στα 1658, ήλθαν στην Αθήνα οι Καπουκίνοι, οι οποίοι στα 1669 αγόρασαν ένα σπίτι κοντά στο μνημείο του Λυσικράτη, στο Φανάρι του Διογένη, όπως ονομαζόταν τότε. Αυτή ήταν η αρχή της ιστορίας της μονής των Καπουκίνων, «των Φραγκοπατέρων», που έπαιξε ένα σημαντικό ρόλο στην ζωή του τόπου, ως την επανάσταση του 1821. Είναι η μονή, όπου φιλοξενήθηκε ο λόρδος Βύρων κατά την διάρκεια του πρώτου ταξιδιού του στην Ελλάδα (1810-1811). Ο Francois Blaiseau λίγες μέρες μετά την άφιξή του στην Αθήνα επισκέπτεται την Χαλκίδα. Εκεί οι Ιησουίτες έχουν να κάνουν πολλά για τους Έλληνες και Αλβανούς, και ιδίως για τους Ευρωπαίους σκλάβους των γαλερών, Γάλλους, Ιταλούς, Μαλτέζους, Πολωνούς κ.λπ. «Quelle musique ce m’ est que le leurs frers» γράφει ο εκεί ΙησουίτηςFrancois Lucas.

Μολαταύτα, οι αλλεπάλληλοι θάνατοι, πολλών Ιησουιτών λόγω του ανθυγιεινού κλίματος της εποχής εκείνης, όπως αναφέρεται, ανάγκασαν τους μισσιοναρίους αυτούς ν’ αναστείλουν το έργο τους και να το ασκούν μόνο σε υγιεινότερες εποχές του έτους. Στα μέσα του 17 αι. εκτελεί ολομόναχος τα ιερατικά του καθήκοντα μέσα στο μεγάλο νησί ο Pere Francois Lucas με επιτυχία και ζητεί την συνδρομή και άλλων, για ν’ ανταποκριθεί στο παρηγορητικό του έργο. Σ’ αυτόν εξομολογούνται και Έλληνες ακόμη.

Αργότερα, στα 1650 και 1653, οι Ιησουίτες ανεβαίνουν στην Θεσσαλονίκη. Οριστικά εγκαθίστανται εκεί, στα 1706. Ψυχή της τελευταίας αυτής αποστολής είναι ο Pere Bracconier από την Champagne, ο οποίος είχε το δώρο να μαθαίνει γρήγορα ξένες γλώσσες και γενικά έγινε ο supereur όλων των αποστολών στις ελληνικές χώρες. Ο Bracconier· επισκέπτεται το Αγ. Όρος, την Καβάλα, τη Θάσο, τη Σκόπελο και την Εύβοια. Στην Θεσσαλονίκη, οι Ιησουίτες νοικιάζουν ένα σπίτι στην συνοικία του Αγ. Αθανασίου, στήνουν την έδρα τους και μέσα στο θρησκευτικό αυτό περιβάλλον διδάσκουν τα ελληνόπουλα, που πρόθυμα έτρεχαν να ικανοποιήσουν την δίψα της φιλομάθειάς τους. Τον Bracconier διαδέχθηκε ο Pere Francois Tarillon.

Άρρηκτα συνδεδεμένες με το θρησκευτικό και εκπαιδευτικό έργο των Καθολικών ιεραποστολών είναι οι υπηρεσίες τους και στον τομέα των ανθρωπιστικών σπουδών. Οι δογματικές διαφωνίες τους με τους προτεστάντες, με το Port – Royal ή με τους Γιανσενιστές, θα τους κάνουν ν’ αναζητήσουν και να μελετήσουν τα έργα των θεολόγων της Ορθοδοξίας, να διευρύνουν τις θεολογικές και φιλοσοφικές τους γνώσεις και έτσι να διαποτίσουν το πετρωμένο πεδίο της θεολογικής επιστήμης και να γνωρίσουν καλύτερα την Ελλάδα. Μέσα στην χώρα των κλασσικών αναμνήσεων, είτε μόνοι τους, είτε και με την παρακίνηση επίσημων προσώπων της πατρίδας τους ή και εταιρειών αναζητούν χειρόγραφα όχι μόνο των πατέρων της Εκκλησίας, αλλά και των αρχαίων συγγραφέων, μελετούν αντικείμενα του αρχαίου ή του μεσαιωνικού ελληνικού πολιτισμού και έτσι συμβάλλουν και αυτοί κατά το μέρος τους, όχι μόνο στην αναζωπύρωση της αρχαιολατρείας, αλλά και στην γένεση της βυζαντινολογίας. Έτσι, οι πιο καλοί εργάτες του νέου αυτού φιλολογικού κλάδου θα γίνουν οι Δομηνικανοί και Ιησουίτες, που θα ετοιμάσουν ένα λαμπρό πεδίο με νέους πνευματικούς ορίζοντες.

Ακόμη, η ανάγκη να μάθουν τη γλώσσα των κατοίκων των ελληνικών χωρών, όπου πήγαιναν να διδάξουν, και μάλιστα την γλώσσα του λαού, τους έκανε να εγκύψουν στην μελέτη της δημοτικής και της γραμματικής. Οι Ιησουίτες, προ πάντων μοναχοί, ακολουθώντας πιστά τις υποδείξεις της συνόδου του Trento, που παραγγέλλει τη χρήση της γλώσσας του λαού, όταν έρχονται στις ελληνικές χώρες, για να μπορέσουν να γνωρίσουν καλά τον τόπο και τους ανθρώπους, για να μιλήσουν μαζί τους, να τους διδάξουν και να τους κάνουν το θρησκευτικό κήρυγμα στις εκκλησίες τους, ρίχνονται με ζήλο στην σπουδή της και μερικοί σημειώνουν εκπληκτικές προόδους, μέσα σε σύντομο χρονικό διάστημα. Άλλοι πάλι μελετούν συστηματικά την γραμματική και το λεξιλόγιό της με την επιθυμία να διευκολύνουν τους σπουδαστές της, πρώτα πρώτα βέβαια τους ομοϊδεάτες τους Μοναχούς. Μεσ’ απ’ αυτές τις ανάγκες είδε το φως το πιο παλαιό ιταλοελληνικό λεξικό και η στοιχειώδης γραμματική του Ιησουίτη μοναχού Gerolamo Germano. Το βιβλίο του, παρά τις ατέλειές του, πρόσφερε υπηρεσίες στους Καθολικούς Μοναχούς, που έφταναν στα ελληνικά νησιά του Αιγαίου. Ακολουθούν έπειτα και άλλες γραμματικές της δημοτικής, Ελλήνων και ξένων, που είτε δημοσιεύθηκαν, είτε έμειναν ανέκδοτες. Αξίζει να μνημονευθεί η γραμματική του Έλληνα Σίμωνος Πορτίου, που είναι Ουνίτης, αλλά δεν παύει να είναι ένας μεγάλος πατριώτης. Τη γραμματική του αυτή την εκδίδει στα 1638 και την αφιερώνει στον πανίσχυρο καρδινάλιο Richelieu. Στην αφιέρωσή του (όπου του παρουσιάζει την αγνώριστη πια νέα Ελλάδα, πεσμένη ικετευτικά στα πόδια του), του εξομολογείται ανάμεσα στα άλλα και τον μεγάλο καϋμό των σκλαβωμένων:«Συμπάθησε, παρακαλώ σε, εξοχώτατε άρχοντα, την πολλά ζεστήν δούλεψιν και προσκύνησιν της Ελλάδας σου· κάμε μόνον ότι, ως καθώς εκείνη με την λάμψιν σου δοξασμένη απολαύει το κοινόν φως του ηλίου με τον τύπον, έτσι παραδοσμένη στα χέρια σου, κάμε να μεταστρέψη στην παλαιά της λαμπρότητα και ελευθερίαν».

Ορισμένοι Καθολικοί μοναχοί γράφουν μερικά έργα τους με λατινικούς χαρακτήρες, δηλαδή με τα λεγόμενα φραγκοχιώτικα, για να ευκολύνουν την ανάγνωση και την διάδοση των γραπτών τους. Πραγματικά, το φραγκοχιώτικο αλφάβητο με την εύκολη ορθογραφία του, προσείλκυσε τους Καθολικούς, ιδίως τους ξένους τους εγκαταστημένους στην Εγγύς Ανατολή, τους κοινώς ονομαζομένους φραγκολεβαντίνους, τους παρακίνησε στην σπουδή της ελληνικής και συνέβαλε στην διατήρηση και εξάπλωσή της ανάμεσά τους.

Σ’ όλη αυτή την καταιγίδα, άραγε υπήρξαν κάποιες αντιδράσεις; Ας σημειώσουμε κάποιες περιπτώσεις που συνέβησαν κατά τον 16ο και 17οαιώνα, που είναι χαρακτηριστικά της επίδρασης του Παπισμού, αλλά και της Διαμαρτύρησης, στον ελληνικό χώρο:

1.- Γαβριήλ Σεβήρος και Μάξιμος Μαργούνιος

Ορισμένοι μετριοπαθείς και φωτισμένοι άνδρες έχουν την γνώμη, ότι μερικά βήματα θα μπορούσαν να γίνουν προς το μέρος της Δυτικής εκκλησίας, χωρίς να ζημιώσουν το πνεύμα της Ορθοδοξίας. Έτσι, ο προϊστάμενος της ελληνικής κοινότητας Βενετίας Μητροπολίτης Φιλαδελφείας Γαβριήλ Σεβήρος (1541-1616), μολονότι φανατικός πρόμαχος της Ορθοδοξίας και των παραδεδομένων, νομίζει ότι θα έπρεπε ν’ αποφεύγεται η χρήση ορισμένων εκκλησιαστικών βιβλίων της Ανατολικής Εκκλησίας, που έθιγαν τους Καθολικούς, προ πάντων η ακολουθία του Γρηγορίου του Παλαμά, και τα άλλα ν’ αποκαθαρθούν από ορισμένες δυσφημιστικές εκφράσεις. Επίσης, έχοντας υπ’ όψη του την ορθότητα των μεταρρυθμίσεων του γρηγοριανού ημερολογίου και επηρεαζόμενος ασφαλώς από το ορθολογιστικό περιβάλλον της Βενετικής πολιτείας και από τους ανώτατους εκπροσώπους της Καθολικής εκκλησίας, προτείνει επανειλημμένα στον Πατριάρχη Ιερεμία Β’ τον Τρανό, την εισαγωγή του και στις χώρες των Ορθόδοξων εκκλησιών. Ο Πατριάρχης όμως, με την επιστολή του της 6 Ιουλίου 1583, τον επιτιμά για τις λογικές, αλλά πρωτόφαντες για την εποχή εκείνη, προτάσεις του και του συνιστά εμμονή στα παραδεδομένα. Και συνεχίζει με τα παρακάτω, που σκοπό έχουν να του δώσουν θάρρος, αν υφίσταται πιέσεις απ’ έξω: «Ει δ’ αυτοί, ως εκ των γεγραμμένων ημίν τεκμαίρεται, σκοπόν έχουσιν ενοχλήσαι, όπερ (οίμαι) απίθανον, φέρειν οφείλετε· ο μεν γαρ παρών καιρός οδυνών και θλίψεων, ο δε μέλλων χαράς και ανταποδόσεως».

Τολμηρότερα ήταν τα βήματα του επίσης εγκαταστημένου στην Βενετία Κρητικού Μαξίμου Μαργουνίου (1549-1602), επιφανούς θεολόγου της εποχής, Επισκόπου Κυθήρων. Η πυκνή αλληλογραφία του με διακεκριμένες προσωπικότητες του Ορθόδοξου και δυτικού κόσμου, όπως με τον Ιερεμία Β’ τον Τρανό, τον Μελέτιο Βλαστό, τους ανθρωπιστές David Hoeschel, Friedrich Syburg, Ascanio Persio κ.α., καθώς και τα ποικίλα θέματα που τον απασχολούν, δείχνουν το κύρος και την βαθιά θεολογική και φιλολογική του μόρφωση. Επομένως, οι επιστολές του, πολλές από τις οποίες είναι ανέκδοτες, αποτελούν πηγές, για τη γνώση της πνευματικής ιστορίας της εποχής του και ειδικά των ελληνικών χωρών. Ο Μαργούνιος είναι γνωστός επίσης ως εκδότης πολλών φιλολογικών και θεολογικών κειμένων, τα οποία έκαναν εντύπωση στους δυτικούς λογίους και έδωσαν κάποια αίγλη στο αμαυρωμένο ελληνικό όνομα. Αξίζει να μνημονεύσουμε την μετάφραση του έργου του Αγίου Ιωάννου της Κλίμακος, στην δημοτική γλώσσα (χαρακτηριστική είναι η αφιερωτική του επιστολή προς τον Πατριάρχη Ιερεμία Β’), καθώς και διαφόρων συναξαρίων με σύντομους βίους αγίων (Βενετία 1607). Η συλλογή των συναξαρίων αυτών, που γνώρισε έξι εκδόσεις μέσα στον 17 αι, χρησίμευσε ως βάση για παρόμοια μεταγενέστερα έργα.

Ο Μαργούνιος, καθαρός και άμεμπτος, είναι από τις σπάνιες εκείνες φυσιογνωμίες του ελληνικού κόσμου, που συγκεντρώνουν μεγάλα ηθικά και πνευματικά χαρίσματα: την πολυμάθεια, την ευρύτητα των ιδεών και την εμμονή στις αρχές τους, αλλά και την έλλειψη δογματισμού και την ανοχή των ιδεών των άλλων. Μέσα του, όπως και στον Χρυσολωρά και στον Βησσαρίωνα, είχε συντελεστεί η αρμονική σύλληψη και σύνθεση του ελληνοχριστιανικού κόσμου.

Ο Μαργούνιος είχε την γνώμη, ότι θα ήταν δυνατόν να πραγματοποιηθεί η ένωση των εκκλησιών, αν γινόταν «η του δόγματος θεραπεία», αν δηλαδή τα δύο μέρη συμβιβάζονταν ως προς το ζήτημα της διδασκαλίας για την εκπόρευση του Αγίου Πνεύματος. Η αντίληψή του όμως αυτή παρεξηγήθηκε και προκάλεσε, στα 1583, την αντίδραση του ευερέθιστου Γαβριήλ Σεβήρου, του οποίου το πάθος τον σκοτίζει τόσο, ώστε να κατηγορήσει τον Μάξιμο, ότι λατινοφρονεί. Έτσι, ξέσπασε μεταξύ τους μια οξεία διένεξη, την οποία με πολύ κόπο και παρακλήσεις κατόρθωσαν να κατασιγάσουν, οι Ιερεμίας Β’ και προ πάντων ο Μελέτιος Πηγάς. Ο Πηγάς καταλαβαίνει καλά πόσα δεινά μπορεί να προκύψουν από την έριδα των δύο αυτών επιφανών θεολόγων, οι οποίοι κατά την έκφρασή του αποτελούν τας «ιεράς και ζώσας πλάκας της του Χριστού Εκκλησίας» και τον «δίδυμον οφθαλμόν της Ορθοδόξου πίστεως».«Ω πόνοι μάταιοι, (γράφει προς τον Φιλαδελφείας Σεβήρο), φροντίδες έωλοι! Ξένοι και πάροικοι άμφω ουκ αισχύνεσθε περί της παροικίας φιλονεικούντες; Αλλά καταλλάγητε, προς Θεού, μη γίνεσθε το φως υμείς σκότος, εν καιροίς ούτω χαλεποίς όπου των πραγμάτων πάντων δεινή τις γίνεται εξέτασις. Οι διαπληκτιζομένους υμάς δρώντες τους προέχοντας Γραικών, ούτως ατόπως, ούτως εκθύμως, τι περί των Γραικών νομιούσιν;… Μη προσταράττετε το ταλαίπωρον γένος καταχρησάμενοι και τα της ευσεβείας αυτής και αυτόν τον Χριστόν εις τας υμετέρας κενάς δόξας. Ευλαβήθητε το φοβερόν βήμα, ένθα τα κρυπτά κρίνεται δίχα παραπετασμάτων».

2.- Μελέτιος Πηγάς

Στις αρχές του 1588 ο Μελέτιος Πηγάς καλείται ν’ αναλάβει την διοίκηση του Πατριαρχείου Αλεξανδρείας, με τον τίτλο του πατριαρχικού εξάρχου και μετά τον θάνατο του Σιλβέστρου εκλέγεται «Πάπας και Πατριάρχης Αλεξανδρείας» (5 Αυγούστου 1590).

Ο Μελέτιος πηγαίνει δυο φορές στην Κωνσταντινούπολη, την πρώτη για να λάβει μέρος στην σύνοδο της Κωνσταντινουπόλεως της 12 Φεβρουαρίου 1593 (η οποία μεταξύ άλλων σκοπό είχε να κυρώσει σύμφωνα με τους κανόνες της Εκκλησίας την ανακήρυξη του Πατριαρχείου της Μόσχας) και την δεύτερη το 1594, για να ενισχύσει με την παρουσία του ηθικά τον Πατριάρχη Ιερεμία Β΄ και να συντελέσει πάλι στην αποκατάσταση της γαλήνης μέσα στο Οικουμενικό Πατριαρχείο. Γίνονται τώρα περισσότερο αισθητοί μέσα στους κόλπους της Εκκλησίας οι κλονισμοί από τη δράση των Ιησουιτών.Κατά τα ταξίδια του προς την Κωνσταντινούπολη είχε την ευκαιρία να διαπιστώσει το ζήλο και τις επιτυχίες τους. Και τρομαγμένος σημειώνει: «Παρασύρονται των ακεραιοτέρων αι ακοαί. Εις συνήθειαν ήλθον της διεστραμμένης διδασκαλίας… βαπτίσματα παρ’ εκείνων, προπομπαί των εξοδευόντων (αποθνησκόντων), επισκέψεις των ασθενούντων, παρακλήσεις των λυπουμένων, βοήθειαι των καταπονουμένων, αντιλήψεις παντοδαπαί, μυστηρίων κοινωνίαι, α πάντα δι’ εκείνων (των Ιησουϊτών) επιτελούμενα σύνδεσμος γίνεται τοις πολλοίς της προς αυτούς ομονοίας, ώστε μικρού χρόνου παρελθόντος μηδέ (ει γένοιτό τις άδεια) ελπίδα λοιπόν είναι τους υπό χρονίας απάτης κατασχεθέντας πάλιν προς την επίγνωσιν της αληθείας ανακληθήναι». Στη Χίο, οι Ιησουίτες, όπως είδαμε, είχαν σημειώσει τόσες επιτυχίες, ώστε ν’ αναγκαστεί να στείλει εκεί, κατά τα τέλη του 1589, τον ανεψιό και πρωτοσύγκελλό του Κύριλλο Λούκαρι και τον Ιερομόναχο Σωφρόνιο Παπαδόπουλο, για ν’ αναστείλουν τις προόδους των. Η παραμονή τους εκεί ήταν εφήμερη και είναι βέβαιο ότι δεν άφησε ουσιαστικές επιδράσεις, αλλά μάλλον σπέρματα αναταραχής και δυσάρεστες συνέπειες για τον Σωφρόνιο. Φαίνεται, ότι Χιώτες λατινόφρονες με την υποκίνηση ασφαλώς των Ιησουϊτών, που αμύνονταν, αντεπιτέθηκαν και κατόρθωσαν να διαβάλουν στο Πατριαρχείο, τον νεωτερίζοντα ίσως Σωφρόνιο για Λουθηροκαλβινισμό, με αποτέλεσμα να προκαλέσουν την καθαίρεσή του. Τον Λούκαρι, τον στέλνει επίσης ο Μελέτιος, το 1593 στην Πολωνία, για ν’ ανταπεξέλθει στην προπαγάνδα των Ιησουιτών, που κλόνιζαν εκεί τα θεμέλια της Ορθοδοξίας.

3.- Κύριλλος Λούκαρις

Τον Μελέτιο Πηγά διαδέχεται στον πατριαρχικό θρόνο της Αλεξάνδρειας ο ανιψιός του Κύριλλος Λόυκαρις σε ηλικία 29 ετών. Ο Λούκαρις είναι η πιο σημαντική εκκλησιαστική προσωπικότητα του 17ου αιώνα.

Οι μελέτες και οι σκέψεις του Λούκαρι τον έφεραν αντιμέτωπο με τους Καθολικούς και ιδίως με τους Ιησουίτες, οι οποίοι, μέσα στην ίδια την έδρα της Ορθοδοξίας, με τον θερμό τους ζήλο, τον συνδυασμένο με την πλατιά θεολογική και κοσμική παιδεία, με την προσήνεια, με την συστηματική άσκηση του διδασκαλικού τους έργου, με τη γνώση της ελληνικής και με τα κηρύγματά τους στις εκκλησίες του Πέραν, προκαλούσαν συνήθως ευμενή σχόλια στον λαό και δημιουργούσαν ρεύμα συμπαθείας, που γονιμοποιούσε το έδαφος για την προσέγγιση και την ένωση των εκκλησιών.

Η ευνοϊκή αυτή ατμόσφαιρα είχε αρχίσει να επεκτείνεται και σ’ αυτούς ακόμη τους κύκλους του Οικουμενικού Πατριαρχείου. Σ’ αυτό συνετέλεσαν και οι ίδιοι οι λατινόφρονες Έλληνες, ιδίως ο ζήλος ορισμένων αποφοίτων του ελληνικού κολλεγίου του Αγ. Αθανασίου της Ρώμης. Συγκεκριμένα, ο Φραγκίσκος Κόκκος είχε τόσο επηρεάσει τον Πατριάρχη Ραφαήλ Β΄ (1603-1608), ώστε να δεχθεί να τον διορίσει καθηγητή της πατριαρχικής σχολής και τελικά να δεχθεί το πρωτείο του πάπα, ενώ ο Νικηφόρος Μελισσηνός, με την προπαγάνδα και των Ιησουιτών, είχε επιβληθεί τόσο στο πνεύμα του Νεοφύτου Β΄ (1608-1612), ώστε ν’ αποστείλει στις 6 Αυγούστου 1608 στον Πάπα Παύλο Ε΄ (1605-1621) και ομολογία πίστεως, με την οποίαν αναγνώριζε όχι μόνο το πρωτείο του πάπα, αλλά και την διδασκαλία της Δυτικής εκκλησίας.

Η φανερή όμως αυτή απόκλιση του Πατριάρχη Νεοφύτου Β΄ προς τον Καθολικισμό, και η συμπάθειά του προς τους Ιησουίτες, καθώς και άλλα αίτια, προκάλεσαν την εξέγερση του κλήρου και του λαού, ο οποίος επέτυχε να τον απομακρύνει τον Νοέμβριο του 1612. Την εποχή εκείνη βρισκόταν στην Κωνσταντινούπολη ο Λούκαρις, για ζητήματα που αφορούσαν τον ταραχοποιό και παράνομο Αρχιεπίσκοπο Σιναίου Λαυρέντιο, καθώς και για άλλα που σχετίζονταν με τους Ορθοδόξους της Ρωσίας. Είναι λοιπόν πολύ πιθανόν, ότι στην ανατροπή του Νεοφύτου Β΄, πρωτοστάτησε ο Λούκαρις, αν λάβουμε υπ’ όψη την εχθρότητά του προς τους Ιησουίτες και γενικά προς τους Καθολικούς, την εκτίμηση, που του είχε το ορθόδοξο πλήρωμα, καθώς και τις σαφείς καταγγελίες των Καθολικών. Ίσως, έτσι εξηγείται και η εκλογή του αμέσως κατόπιν ως «επιτηρητού», δηλαδή τοποτηρητή, του πατριαρχικού θρόνου, ως την εκλογή του νέου Πατριάρχη.

Ακολουθεί όμως η αντεπίθεση. Τότε, όπως ειρωνεύεται ο ίδιος ο Λούκαρις, οι «άξιοι» ανώτατοι κληρικοί, ο Παλαιών Πατρών Τιμόθεος, ο Παϊσος, ο Θεσσαλονίκης, ο Λαρίσης Τιμόθεος και ο πρώην Μονεμβασίας Γερμανός επέβαλαν τον λατινόφρονα Τιμόθεο Β΄ ως Πατριάρχη ανεβάζοντας το πεσκέσι προς τον σουλτάνο σε 8.000 χρυσά νομίσματα και αυξάνοντας το χαράτσι από 3.000 σε 4.000.

Ο Λούκαρις αποσύρεται στο Αγ. Όρος και απ’ εκεί στην Βλαχία, απ’ όπου εξαπολύει σφοδρότατες επιθέσεις εναντίον της προπαγάνδας των Καθολικών, οι οποίοι έχουν πια κυριαρχήσει μέσα στα πατριαρχεία. Πραγματικά ο νέος Πατριάρχης στις 13 Μαΐου 1615 πληροφορεί τον πάπα Παύλο Ε΄, ότι τον αναγνωρίζει ως κεφαλή της Εκκλησίας και τον παρακαλεί να ιδρύσει στην Κωνσταντινούπολη ένα θεολογικό σεμινάριο, για την θρησκευτική μόρφωση των νέων και ν’ ανατεθεί η λειτουργία του σε Ιησουίτες!

Ο φανατισμός των Ορθοδόξων, προ πάντων των μοναχών, εναντίον των δυτικών φτάνει ως το σημείο, ώστε και σ’ αυτές ακόμη τις κωμοπόλεις και πόλεις των επαρχιών, όπως π.χ. της Μυτιλήνης, ν’ ακούει κανείς ότι, αν κάποτε στο μέλλον πρόκειται να κυριαρχήσουν στην Κωνσταντινούπολη οι Λατίνοι, πολύ καλύτερα είναι να μείνουν οι Τούρκοι.

Η αμοιβαία αποστροφή και η κατηγορία των μεν εναντίον των δε, ως σχισματικών είναι κάτι το συνηθισμένο. Ο Καπουκίνος πατήρ Arcangelo γράφει: «Δεν υπάρχει έθνος που μας είναι τόσο βαθιά μισητό όσο οι Έλληνες, γιατί είναι γένος αμαθές, διαφθαρμένο και αλαζονικό· εμείς δεν μπορούμε να τους πλησιάσουμε».

Πραγματικά, ο κατώτερος κλήρος εξακολουθεί να είναι αμόρφωτος, όπως και μετά την Άλωση, και ουσιαστικά δεν προσφέρει σπουδαία πνευματική τροφή στο ποίμνιό του, πράγμα που προκαλεί τα ειρωνικά σχόλια των Καθολικών ιερωμένων ή των ξένων που περιηγούνται τις ελληνικές χώρες, αλλά —πράγμα πολύ σπουδαίο— στέκεται πολύ κοντά του, παίρνει μέρος στους αγώνες του, συνυποφέρει και ασκεί άμεση επίδραση επάνω του. Έτσι, με την δραστηριότητα της Δυτικής εκκλησίας και με την αντίδραση της Ανατολικής, αναζωογονούνται και πάλιν οι έριδες με αποτέλεσμα να ιδούν το φως νέες εκδόσεις θεολογικών βιβλίων, οι οποίες πλουτίζουν τη θρησκευτική φιλολογία.

Στον αγώνα αυτό της Ορθοδοξίας ζητεί ο Λούκαρις και έχει την συμπαράσταση των Προτεσταντών, με τους οποίους αλληλογραφεί και συζητεί διάφορα θέματα. Ακριβώς, η ιδεολογική αυτή επικοινωνία και οι υποχωρήσεις του σε ορισμένες απόψεις των Διαμαρτυρομένων υπήρξαν οι αιτίες να κατηγορηθεί πολύ νωρίς, ως οπαδός του Λουθήρου ή του Καλβίνου.Η επιθυμία του μάλιστα να κάνει στενότερους τους δεσμούς του με τους Διαμαρτυρομένους και να γνωρίσει καλύτερα την εκκλησία τους, τον έκανε να στείλει στα 1617 (ανταποκρινόμενος σε παράκληση του αρχιεπισκόπου του Canterbury George Abbot) στην Αγγλία, τον ευφυή και φιλομαθή πρεσβύτερο Μητροφάνη Κριτόπουλο (1589-1639) από την Βέροια, που τον είχε γνωρίσει ως μοναχό στο Άγιον Όρος.

Η ώρα όμως του Λούκαρι, για τους μεγάλους και σκληρούς αγώνες του εσήμανε, όταν στις 4 Νοεμβρίου 1620 η σύνοδος του Οικουμενικού Πατριαρχείου τιμώντας την αρετή και την σοφία του τον εξέλεξε Πατριάρχη Κωνσταντινουπόλεως. Αμέσως, φαίνεται, ύστερ’ από την εκλογή, φεύγει από την έδρα του ο φιλοκαθολικός Μητροπολίτης Ίμβρου Αθανάσιος, ο οποίος επί χρόνια τριγυρίζει, μηχανορραφεί εναντίον του και ζητεί την επέμβαση του Γερμανού αυτοκράτορα. Έντονη είναι η αντίδραση εναντίον του Λούκαρι, εφόσον μάλιστα οι Ιησουίτες, η Αγία Έδρα και πίσω απ’ αυτούς οι ενδιαφερόμενες καθολικές δυνάμεις Αυστρία και Γαλλία τον υποπτεύονταν, ως Καλβινιστή. Αποκαλυπτικά είναι όσα γράφει ο «αποστολικός επισκέπτης» Ρ. Demarchis τον Οκτώβριο – Νοέμβριο του 1622, σχετικά με τα τότε σχέδια των Καθολικών: «Για να ξανακερδίσουμε την ελληνική Εκκλησία, πρέπει πρώτα πρώτα να φύγει αυτός ο Πατριάρχης, ο Κύριλλος,….. σαν ο μεγαλύτερος εχθρός της Καθολικής Εκκλησίας, επειδή, μολυσμένος από την Λουθηρανική και Καλβινική αίρεση, απομακρύνει και αποξενώνει, όσο μπορεί, τους Έλληνες από τους Καθολικούς και προσπαθεί να εκμηδενίσει το κύρος του (Λατίνου) Πατριάρχη και του τοποτηρητή του».

Πραγματικά, τον Απρίλιο κιόλας του 1623 απομακρύνεται ο Λούκαρις από τον θρόνο, με την επέμβαση του πρεσβευτή της Γαλλίας Fhillippe de Cesy, ύστερ’ από διαβήματα του αποστολικού νουντσίου στο Παρίσι Ορσίνι, στον βασιλιά της Γαλλίας Λουδοβίκο ΙΓ’. Στη θέση του εκλέγεται στις 28 Μαΐου ο Αμασείας Γρηγόριος, «λατινόφρων», ο επονομαζόμενος «Στραβοαμασείας» και ύστερ’ από ένα μήνα, 25 Ιουνίου, ο Μητροπολίτης Άνθιμος, αλλά στις 2 Οκτωβρίου ανεβαίνει και πάλι στον θρόνο ο Λούκαρις, χάρη στην υποστήριξη των πρεσβευτών Ολλανδίας Haga και της Αγγλίας Sir Thomas Rowe.

Η πρόσφατη δημοσίευση αποσπασμάτων από τις επιστολές του Πατριάρχη προς τον Sir Thomas Rowe (γραμμένες μεταξύ Ιουνίου 1625-Μαρτίου 1628) αποδεικνύει, ότι ο Λούκαρις είχε συνδεθεί πια στενά μαζί του, ότι του ζητούσε την αρωγή στις δύσκολες στιγμές και ότι τον κατατόπιζε στις ενέργειες των Καθολικών μέσα στην Κωνσταντινούπολη, τους οποίους παραπλανούσε ως προς τα πραγματικά του αισθήματα απέναντί τους. Έτσι π. χ. τον ενημερώνει στις συζητήσεις του με τον Έλληνα Καθολικό Κανάκη Ρώση, ο οποίος επιφορτισμένος με ειδικές οδηγίες από την Προπαγάνδα Πίστεως και από τον πρόεδρό της καρδινάλιο Bandini είχε φθάσει στην Κωνσταντινούπολη τον Ιούλιο του 1625 και επιδίωκε να του αποσπάσει —έναντι ανταλλαγμάτων— την αποκήρυξη των Καλβινικών του ιδεών και ομολογία πίστεως στον Πάπα: «….. Επιζητεί να διαφθείρη το ποίμνιόν μας και εμέ τον ίδιον με θαυμαστά τεχνάσματα και με πολλάς κολακείας επιχειρεί να κατακτήση. Επί τέλους μου έδειξε τας οδηγίας που έχει δι’ εμέ…..». Από απόσπασμα της επόμενης επιστολής του πρέπει να συμπεράνουμε, ότι ο Λούκαρις δεν ψυχραίνει τον ζήλο των συνομιλητών του, αλλά ότι τους βαυκαλίζει με ελπιδοφόρες υποσχέσεις και έτσι παρελκύει το θέμα με εσκεμμένη εφεκτικότητα και αδράνεια: «Εν τω μεταξύ θα δεικνύω περίσκεψιν κατά τας μετά των ανθρώπων αυτών διαπραγματεύσεις· και αν προτείνουν άλλο τι μετά ταύτα, θα το αναφέρω εις την υμετέραν εξοχότητα· άνευ της συμβουλής σας ουδέν θα πράξω… Εν ευθέτω θα συναντηθώμεν και θα συνεννοηθώμεν προφορικώς περί των λοιπών.. .» (Οκτώβριος-Νοέμβριος 1625). Το ζήτημα έληξε με την συμβουλή, που του έδωσε ο Sir Thomas Rowe: να μη δώσει ρητή απάντηση στις προτάσεις των αντιπροσώπων της Προπαγάνδας Πίστεως, εφόσον δεν του τις υποβάλλουν γραπτά.

Ο Rowe θεωρεί τον Λούκαρι Καλβινιστή: «Όσο για τον ίδιο τον Πατριάρχη δεν αμφιβάλλω, πως στην θρησκευτική του συνείδηση δεν είναι παρά, όπως τον χαρακτηρίζουμε, ένας καθαρός Καλβινιστής και σαν τέτοιον οι Ιησουίτες τον στιγματίζουν». Ο πρεσβευτής φαίνεται υπεραισιόδοξος. Στην πραγματικότητα όμως ο Κύριλλος έμενε σταθερός στην Ορθοδοξία και δεν είχε ακόμη κατασταλάξει σε άλλες πεποιθήσεις ή τουλάχιστον δεν είχε ακόμη το θάρρος να τις διακηρύξει. Απόδειξη, το ναυάγιο των προσπαθειών του εφημερίου της Ολλανδικής πρεσβείας Piscator, που απέβλεπαν στην ένωση των εκκλησιών των Διαμαρτυρομένων και των Ορθοδόξων: ο ίδιος απογοητευμένος έλεγε στον διάδοχό του Ant. Leger, τον Ιούλιο του 1628 στην Βενετία, ότι είχε χάσει σχεδόν κάθε ελπίδα.

Η διαμάχη λοιπόν των Καθολικών και των Διαμαρτυρομένων εντείνεται.Οι βλέψεις τους είναι πώς να ματαιώσουν την επικράτηση των αντιπάλων τους και να επιτύχουν την διάδοση του οικείου δόγματος. Ας μη ξεχνούμε, ότι οι θρησκευτικοί πόλεμοι εξακολουθούσαν ακόμη ν’ αναστατώνουν τα ευρωπαϊκά κράτη και επομένως η προσέλκυση της Ανατολικής Εκκλησίας προς τον Καθολικισμό ή προς τον Προτεσταντισμό θα είχε τεράστιο αντίκτυπο, όχι μόνο στην κίνηση των θρησκευτικών ιδεών, αλλά και στην επιβολή της πολιτικής επιρροής τους. Γι’ αυτό και το ζωηρό ενδιαφέρον των ηγεμόνων και κυβερνήσεων, να στηρίξουν τις κινήσεις των κληρικών τους και να επηρεάσουν τους Ορθοδόξους, ιδίως το περιβάλλον του Πατριάρχη και τον ίδιο τον Πατριάρχη.

Οι συστάσεις του Leger φαίνεται ότι εισακούστηκαν, γιατί τον Μάρτιο κιόλας του 1629, ο μοναχός Μάξιμος Καλλιουπολίτης, με την επίβλεψη του Λούκαρι, έχει αναλάβει να μεταφράση την Καινή Διαθήκη στα νεοελληνικά· επίσης ο Πατριάρχης είχε ετοιμάσει και παραδώσει στα χέρια του Leger την περίφημη «Ομολογία» του, που είναι περισσότερο Καλβινική παρά Ορθόδοξη. Η Καινή Διαθήκη τυπώθηκε το 1638 στην Γενεύη με πρόλογο του ίδιου του Πατριάρχη, ενώ η «Ομολογία» του στον ίδιο τόπο τον Μάρτιο του 1629 σε λατινική μετάφραση, αφιερωμένη στον Ολλανδό πρεσβευτή Κορνήλιο Haga και το 1631 στην ελληνική και λατινική. Ενώ ο Κύριλλος συντάσσει και παραδίδει στα χέρια του Leger την περιβόητη «Ομολογία», από το άλλο μέρος ενισχύει την Εκκλησία της Κωνσταντινουπόλεως με την πρόσκληση του συμπατριώτη του Μελετίου Συρίγου, καταδικασμένου σε θάνατο από τους Βενετούς της Κρήτης, για την σφοδρότητα, με την οποία υποστήριζε τις θέσεις της Ορθοδοξίας εκεί, και του εμπιστεύεται την εκκλησία της Χρυσοπηγής. Ο άμβωνάς της είναι το ελεύθερο βήμα, απ’ όπου τώρα πια απερίσπαστος ο Συρίγος εξαπολύει τους μύδρους του εναντίον των πολεμίων της Ορθοδοξίας.

Η δημοσίευση της «Ομολογίας» προκαλεί κατάπληξη στους κύκλους των Ορθοδόξων και την αντίδραση των Καθολικών, κυρίως του πρεσβευτή της Γαλλίας de Marcheville, ο οποίος ανήσυχος ζητεί να βεβαιωθεί, αν πραγματικά ο Κύριλλος εμμένει στις ιδέες που αναπτύσσει στο βιβλίο του. Και ο Πατριάρχης δεν διστάζει καθόλου ν’ απαντήσει με αξιοπρέπεια και να κλείσει τη συζήτηση με τα εξής αξιομνημόνευτα: «. . . στο ζήτημα των πεποιθήσεων μου και της αιώνιας σωτηρίας μου δεν θα υπακούσω ούτε στον βασιλιά της Γαλλίας, ούτε σε κανέναν άλλο στον κόσμο, αλλά θα ακολουθήσω αυστηρά τις υπαγορεύσεις της συνείδησής μου».

Κατά τα τέλη του 1637 έρχεται στην Κωνσταντινούπολη ο Μητροφάνης Κριτόπουλος, ως Πατριάρχης Αλεξανδρείας, βρίσκει τον παλαιό του προστάτη Λούκαρι αγωνιζόμενο εναντίον της Καθολικής προπαγάνδας και παρακολουθεί τρομαγμένος την πτώση του. Πραγματικά, οι Καθολικοί στρέφονται τώρα με μανία εναντίον του και κατορθώνουν με σουλτανική διαταγή να τον καθαιρέσουν συκοφαντώντας τον, ότι δήθεν είχε ειδοποιήσει τις χριστιανικές δυνάμεις, για την αναχώρηση του σουλτάνου από την Κωνσταντινούπολη, ότι συνεννοούνταν με τους «Μοσκόβους και Κοζάκους» κ.λπ. Οι συκοφαντίες τους εναντίον του Λούκαρι ήταν τέτοιες, ώστε δεν ήταν δυνατόν ν’ αποφύγει τη θανάτωση. Κύριο όργανο των Καθολικών και πρωταγωνιστής στην τραγωδία αυτή ήταν ο διάδοχός του Κύριλλος Κονταρής από την Βέροια, γνωστός για τις σχέσεις του με τη ρωμαϊκή αυλή. Χαρακτηριστικά, για την ευθύνη και τους χαρακτήρες του Schmid και του Κονταρή είναι όσα αφηγείται ο πρώτος: «Καθώς είχαμε βρεθεί πάλι μαζί, ο Πατριάρχης (Κονταρής) μου είπε στο αυτί: «Ο πράκτοράς μου (ο παπάς Λαμέρνος κοντά στον μεγάλο βεζίρη Μπαϊράμ πασά στην Μ. Ασία) μου γράφει από την Ασία ότι ο Λούκαρις δύσκολα θα ξεφύγη τον θάνατο· τι σκέπτεσθε γι’ αυτό;» Του απάντησα πως κατά την γνώμη μου ο Πατριάρχης δεν έπρεπε να εργαστεί, ούτε κατά ούτε υπέρ, αλλά ν’ αφήσει τα γεγονότα ν’ ακολουθήσουν τον δρόμο τους. Ο Πατριάρχης άρχισε τότε να χαμογελάει και δεν μου ξαναμίλησε πια γι’ αυτό το ζήτημα». Έτσι σιωπηλά υπέγραψαν την καταδίκη του Λούκαρι. Τον Κονταρή θεώρησε υπεύθυνο από την πρώτη στιγμή ο ελληνικός λαός, όπως αναφέρει στο δόγη ο Βενετός πρεσβευτής: «Εις τους Έλληνας δεν ήρεσεν αυτό το τέλος, το οποίον αποδίδουν εις τον νέον Πατριάρχην, εις τρόπον ώστε ούτος εφεξής θα διάγει με πολύν τρόμον». Ο βάιλος αποκαλύπτει και άλλα φοβερά πράγματα για τον χαρακτήρα του Κονταρή, που έρχονται σε άκρα αντίθεση με το εγκωμιαστικό πορτραίτο του, που του είχε κάνει άλλοτε, στα 1618, στα 25 του χρόνια, ο Ιησουίτης ηγούμενος και δάσκαλός του Dionys Guiller. Γράφει λοιπόν ο βάιλος: «Ο νέος Πατριάρχης εφρόντισεν αμέσως να συνομιλήση με τον αντιπρόσωπον του Πάπα, ο οποίος ήλθεν αμέσως και με κατέστησεν ενήμερον της συνομιλίας που διεξήχθη. Ο νέος Πατριάρχης εζήτησε να του δοθή χρηματική βοήθεια εκ Ρώμης, ως πολλάκις του την είχον υποσχεθή, αν εξεδίωκε τον Κύριλλον. Ο αντιπρόσωπος του πάπα του απήντησεν, ότι δεν είχε καμμίαν σχετικήν διαταγήν εκ Ρώμης και εγώ τον συνεβούλευσα ν’ αποφύγη την ανάμειξιν εις παρόμοια ζητήματα, διότι σήμερον με την γενικήν σύγχυσιν και διαίρεσιν των Ελλήνων, δεν ημπορεί κανείς να υπηρετήση έναν, χωρίς να δυσαρεστήση εκατόν…..». Τα 4.000 τάλληρα που είχαν υποσχεθεί στον Κονταρή τα έδωσαν αργότερα σε εμπορεύματα μέσω εμπόρων της Ραγούζας.

Μετά τον τραγικό θάνατο του Λούκαρι, ο Κονταρής συγκαλεί στις 24 Σεπτεμβρίου/4 Οκτωβρίου 1638 σύνοδο στην Κωνσταντινούπολη, η οποία καταδικάζει τον Καλβινισμό του Λούκαρι και αναθεματίζει τον ίδιο. Οδυνηρή ήταν ο θέση του Κριτοπούλου, που βρέθηκε στην ανάγκη να υπογράψει την καταδίκη του άλλοτε προστάτη του. Ίσως τα συνταρακτικά εκείνα γεγονότα και οι αλλεπάλληλες δυνατές συγκινήσεις και τύψεις τον έφεραν στον τάφο ύστερ’ από λίγους μήνες στη Βλαχία.

Ο Κονταρής ως Πατριάρχης υπογράφει στις 25 Δεκεμβρίου 1638 εμπρός στον πρεσβευτή της Αυστρίας Schmid και στον τοποτηρητή του Λατίνου Πατριάρχη Sonnino την Καθολική ομολογία πίστεως, σύμφωνα με υπόδειγμα του Ουρβανού Η΄, η οποία σώζεται ακόμη στα αρχεία του Βατικανού. Τον Ιούνιο όμως του 1639 απομακρύνεται από τον θρόνο και εξορίζεται στην Αλγερία, όπου και απαγχονίζεται ύστερ’ από ένα χρόνο ακριβώς. Ο θάνατός του ακούστηκε στις ελληνικές χώρες, σαν δίκαιη τιμωρία για όσα είχε κάνει.

Στην θέση του Κονταρή ανεβαίνει ο Παρθένιος Α’, ο οποίος εκδηλώνεται σαφώς κατά του Καλβινισμού και επιβεβαιώνει την απόφαση της συνόδου της Κωνσταντινουπόλεως (1638) με την σύνοδο του Ιασίου του 1642 (όπου πρωτοστατεί ο Μητροπολίτης Κιέβου Πέτρος Μογίλας), αλλά δεν προσχωρεί, όπως ο προκάτοχός του, στην υπογραφή ομολογίας πίστεως προς τον Καθολικισμό και προς την ένωση των Εκκλησιών. Την στάση των δύο τελευταίων Πατριαρχών την θεωρεί ο Hofmann σαν την «οριστική νίκη» της Ορθόδοξης Εκκλησίας κατά του Προτεσταντισμού.

Το έντονο αυτό αντικαλβινικό πνεύμα της Ορθόδοξης Εκκλησίας εκφράζουν και τα πρακτικά της συνόδου της Λευκωσίας στα 1668, στην οποία έγινε συζήτηση για τα μυστήρια γενικά, για την αρχιερωσύνη κ.λπ. Τα πρακτικά της τα συνέταξε ο γνωστός ιερομόναχος και αργότερα Αρχιεπίσκοπος Κύπρου Ιλαρίων Κιγάλας. Την καταδίκη του Καλβινισμού του Λούκαρι την επιβεβαίωσαν και οι σύνοδοι Ιεροσολύμων και Κωνσταντινουπόλεως στα 1672.

4.- Μητροφάνης Κριτόπουλος

Με το πρόσωπο του Κυρίλλου Λούκαρι συνδέεται, όπως ειπώθηκε, και ο Μητροφάνης Κριτόπουλος, ο οποίος ύστερ’ από πενταετείς ευδόκιμες σπουδές στην Οξφόρδη είχε αρχίσει —με την εντολή ασφαλώς του Λούκαρι— μια περιοδεία άλλων πέντε ετών (1623-1627), στις σπουδαιότερες χώρες του μεταρρυθμιστικού κινήματος, στην Αγγλία, Γερμανία και Ελβετία, από την οποία αποκόμισε ιδιαίτερο λεύκωμα με ενδιαφέροντα αυτόγραφα των διαπρεπέστερων φίλων του, λογίων της εποχής, την ονομαστή «φιλοθήκη» του. Σκοπός του ήταν να μελετήσει από κοντά τις διάφορες Προτεσταντικές εκκλησίες, τον Αγγλικανισμό, Λουθηρανισμό και τον Καλβινισμό, να γνωρίσει τις θεολογικές σχολές, να συγκεντρώσει τα σχετικά με τις απόψεις και τις ιδέες τους βιβλία και να προπαρασκευάσει το έδαφος για διαπραγματεύσεις, που θα είχαν αντικείμενο την προσέγγιση και την ένωση Ορθοδόξων και Διαμαρτυρομένων. Πραγματικά ο Κριτόπουλος είχε την ευκαιρία να εξετάσει επί τόπου την κατάσταση των Εκκλησιών αυτών, να κάνει γνωστό στους εκπροσώπους των το πνευματικό περιεχόμενο και την οργάνωση της Ορθόδοξης Εκκλησίας, να την υπερασπίσει εναντίον των σπερμολογιών των δυτικών, να συζητήσει με τους Διαμαρτυρομένους διάφορα θεολογικά θέματα και να δεχτεί ή ν’ αποκρούσει ορισμένες απόψεις τους.

Οι συμπάθειές του προς τους «εκλαμπροτάτους και μεγαλοπρεπεστάτους Γερμανούς», τους «ανέκαθεν» φίλους του ελληνικού γένους και της Ορθοδοξίας, και η απόκλισή του προς τις μεταρρυθμιστικές τους ιδέες τον κάνουν να νομίζει, ότι οι διαφορές Ορθοδόξων και Διαμαρτυρομένων είναι λίγες και «ιάσιμοι» και να πιστεύει ότι η ένωσή τους δεν θ’ αργήσει να πραγματοποιηθεί. Έτσι του «προμηνύει το πνεύμα το άγιον».

Πραγματικά πρέπει να θεωρηθεί βέβαιο, ότι οι επαφές και οι συζητήσεις του Κριτόπουλου με διαπρεπείς Γερμανούς θεολόγους τον είχαν πείσει, ότι η ένωση είναι δυνατή. Στις συζητήσεις αυτές ο Κριτόπουλος —παρά την σταθερή έμμονή του στα δόγματα της Ορθοδοξίας— φαίνεται ότι, επηρεασμένος από το περιβάλλον και κουρασμένος ίσως από την συνεχή προβολή των ιδεών των Διαμαρτυρομένων, δείχθηκε διαλλακτικός και υποχωρητικός εμπρός σε μερικές απόψεις τους. Με το πνεύμα αυτό έχει γραφεί και η «Ομολογία» του. Χαρακτηριστικό είναι ότι και ο Ελβετός ιερέας Ant. Leger την θεωρεί συγκεχυμένη από τις διάφορες αλληλοσυγκρουόμενες απόψεις και τον ίδιο ακόμη ταλαντευόμενο.

Γενικά όμως μεγάλες υποχωρήσεις δεν έγιναν ούτε από το ένα ούτε και από το άλλο μέρος και έτσι οι συζητήσεις δεν κατέληξαν σε κανένα αποτέλεσμα, όπως και οι παλαιότερες διαπραγματεύσεις ανάμεσα στον Πατριάρχη Ιερεμία Β΄ και στους θεολόγους της Βυρτεμβέργης. Εκκρεμείς επίσης έμειναν και οι συζητήσεις του Κριτόπουλου με τους εκπροσώπους της Καλβινικής εκκλησίας, στη Βασιλεία, Βέρνη, Γενεύη και Ζυρίχη.

5.- Ιωάννης Καρυοφύλλης

Ανάμεσα στους Έλληνες κληρικούς και λογίους, που καταγγέλλονται για Καλβινισμό, πρέπει να μνημονευθεί και ο Ιωάννης Καρυοφύλλης, που ακολουθούσε προφανώς τον δάσκαλό του Θεόφ. Κορυδαλλέα. Συγκεκριμένα, ο Καρυοφύλλης δεν δέχεται τον λατινικό όρο transubstantio (μετουσίωσις), δηλαδή το μυστήριο του μετασχηματισμού του άρτου και οίνου σε γνήσιο σώμα και αίμα του Χριστού, ζήτημα που είχε προκαλέσει στην Γαλλία νέες έριδες μεταξύ των Καθολικών, προ πάντων του Porte-Royale που υποστηρίζουν την μετουσίωση, και των Προτεσταντών Glaude, Aymon, καθώς και των Αγγλικανών, που την αρνούνται. Τις απόψεις των αρνητών της μετουσιώσεως υποστηρίζει και ο ιερέας της βρεττανικής πρεσβείας, μεταξύ 1670-1677, στην Κωνσταντινούπολη John Covel, ο οποίος είχε γνωρίσει πολλούς εξέχοντες Έλληνες λαϊκούς και κληρικούς, ίσως και τον Ιωάννη Καρυοφύλλη, και είχε ανανεώσει από το 1670 τις προσπάθειες, για την προσέγγιση της Αγγλικανικής και Ορθόδοξης Εκκλησίας, όπως άλλωστε πριν από 100 χρόνια είχε μεσολαβήσει ο St. Gerlach, για την έναρξη των συζητήσεων των θεολόγων της Τυβίγγης με τους κύκλους του Οικουμενικού Πατριαρχείου.

Χαρακτηριστικό της ταραχής, που δημιούργησαν στα πνεύματα των Ορθοδόξων τα προβλήματα και τα ζητήματα που έθεσε η Μεταρρύθμιση και η Αντιμεταρρύθμιση, του σφοδρού ανταγωνισμού των οπαδών των διαφόρων δογμάτων στην Ανατολή, της σύγχυσης και ρευστότητας των συνειδήσεων πολλών Ορθοδόξων, είναι η εμφάνιση κατά τον 17 αι. ποικίλων, μικρών ή μεγάλων, ομολογιών πίστεως Ορθοδόξων, επηρεασμένων από την απόκλιση των συντακτών τους ή προς τον Καθολικισμό ή προς τον Προτεσταντισμό. Πίσω από τις γραμμές τους διακρίνει κανείς την ανάγκη των ομολογητών να εδραιώσουν οι ίδιοι πρώτα τις δικές τους πεποιθήσεις, που κλονίζονται με την πνοή των δύο μεγάλων θρησκευτικών ρευμάτων. Οι ομολογίες όμως αυτές αποτελούν την έκφραση προσωπικών γνωμών, εφόσον δεν περιβάλλονται με το κύρος μιας οικουμενικής συνόδου. Είναι ανάγκη να γίνει ειδική μελέτη, που να διερευνήσει τις συνθήκες, μέσα από τις οποίες πρόβαλαν οι ομολογίες αυτές.

Η κατάσταση αυτή κατά τα μέσα του 17 αι. ευνοεί την άνοδο ευπροσάρμοστων και καιροσκόπων κληρικών, οι οποίοι βρίσκουν την ευκαιρία να κινηθούν, άλλοτε προς την μία κατεύθυνση και άλλοτε προς την άλλη, μη λαμβάνοντας υπ’ όψη τους ούτε όσια ούτε και ιερά, παρά μόνο τις προσωπικές τους φιλοδοξίες και τα συνυφασμένα με αυτές υλικά συμφέροντα. Από τα πιο γνωστά μάλιστα πρόσωπα, που μολονότι είχαν προσέλθει στον Καθολικισμό παρουσιάζονταν στις ελληνικές χώρες και γενικότερα στην Ανατολή ως Ορθόδοξοι, ήταν οι δύο όμοιοι ως προς τις υψηλές πνευματικές τους ικανότητες, αλλά και συγγενείς ως προς τον ελεεινό τους χαρακτήρα λόγιοι, ο μαθητής του ιησουϊτικού σχολείου του Πέραν, Κύπριος μοναχός Αθανάσιος ο Ρήτωρ (1571-1663), ο λεηλάτης των βιβλιοθηκών των ελληνικών μονών, και ο τρόφιμος επίσης του αντίστοιχου σχολείου της Χίου, φιλοχρήματος Παϊσιος Λιγαρίδης (1610-1678), ο οποίος κατορθώνει τον Σεπτέμβριο του 1652 να χειροτονηθεί Μητροπολίτης Γάζης και αργότερα, μεταξύ 1662-1678, να παρουσιαστεί στη Ρωσία, ως σύμβουλος του τσάρου Αλεξίου Μιχαήλοβιτς και υπέρμαχος της Ορθοδοξίας, ενώ συγχρόνως διατηρεί την αλληλογραφία του με τους Καθολικούς! Η αναίδεια των δύο αυτών προσώπων έφτασε ως το σημείο να καταγγείλει ο ένας τον άλλον για διπροσωπία.

Ενώ συχνά θαυμάζει κανείς την έξαρση ανθρώπων του λαού, ως την αυτοθυσία, όταν έχουν να εκλέξουν ανάμεσα στην εξωμοσία και στη σωτηρία, από το άλλο μέρος θλίβεται παρακολουθώντας την κατάπτωση ορισμένων ηγετών της Ορθοδοξίας: πόσο ασταθείς είναι στις θρησκευτικές τους πεποιθήσεις, πώς παρασύρονται από την πνοή του μεταρρυθμιστικού ή αντιμεταρρυθμιστικού ανέμου, πόσο οι φιλοδοξίες ν’ ανεβούν ή να παραμείνουν στον πατριαρχικό ή στον μητροπολιτικό θρόνο ή άλλα πιο ταπεινά ακόμη ελατήρια, ν’ αποκτήσουν δηλαδή προσοδοφόρες εκκλησιαστικές επαρχίες ή και χρήματα, τους κάνουν να προσφεύγουν προς τους διπλωματικούς αντιπροσώπους των μεγάλων δυνάμεων, με αποτέλεσμα να μπλέκονται στα δίχτυα αυτών και των «εκκλησιών» τους.

Ι. ΚΑΡΔΑΣΗΣ

Follow

Get every new post delivered to your Inbox.

Join 28 other followers