Αρχείο

Archive for the ‘ΟΡΘΟΔΟΞΙΑ’ Category

Η Βασιλεία του Θεού .(+Διονυσίου, Μητροπ. Σερβίων και Κοζάνης,

Ιανουαρίου 10, 2012 Γράψτε ένα σχόλιο


 

«Ευλογημένη η βασιλεία τον Πατρός και του Υιού και του Αγίου Πνεύματος, νυν και αεί και εις τους αιώ­νας  των αιώνων». Αμήν.

Δοξασμένη η βασιλεία του Πατέρα και του Υιού και του  Αγίου Πνεύματος, τώρα και πάντα και στους ατελεύτητους   αιώνες. Αμήν.

Η θεία Λειτουργία αρχίζει μ’ έναν πολύ ιερό και μεγαλόπρεπο τρόπο. Αυτά τα λόγια, με τα οποία ο λειτουργός ιερέας μπροστά στην Αγία Τράπεζα, υψώνοντας το άγιο Ευαγγέλιο, αρχίζει τη θεία Λειτουργία, είναι μια λαμπρή είσοδος στην τελετή του αγίου Μυστηρίου και μια μεγαλόφωνη διακήρυξη της χριστιανικής πίστεως. Δύο αλήθειες και ιερές πραγματικότητες φαίνονται αμέσως σ’ αυτή την εκφώνηση· η βασιλεία του Θεού και η προσκύνηση της Αγίας Τριάδος. Με την ίδια εκφώνηση και δοξολογία του τριαδικού Θεού αρχίζουν όλα τα θεία Μυστήρια, που παλαιά γίνονταν μέσα στη θεία Λειτουργία, δηλαδή το Βάπτισμα, το Χρίσμα, ο Γάμος και η Χειροτονία· η Χειροτονία και σήμερα γίνεται μέσα στη θεία Λειτουργία. Ο λόγος λοιπόν σήμερα, με όση μπορούμε περισσότερη απλότητα και συντομία, είναι για την προσκύνηση της Αγίας Τριάδος και για τη βασιλεία του Θεού.

Στο Απολυτίκιο της εορτής των Θεοφανείων με τα εξής λόγια η Εκκλησία ψάλλει για το μυστήριο της Αγίας Τριάδος· «Εν Ιορδάνη βαπτιζομένου σου, Κύριε, η της Τριάδος εφανερώθη προσκύνησις· του γαρ Γεννήτορος η φωνή προσεμαρτύρει σοι, αγαπητόν σε Υιόν ονομάζουσα, και το Πνεύμα εν είδει περιστεράς εβεβαίου του λόγου το ασφαλές…». Δηλαδή όταν Κύριε, βαπτιζόσουν στον Ιορδάνη, τότε φανερώθηκε η προσκύνηση της Αγίας Τριάδος· γιατί η φωνή του Πατέρα μαρτυρούσε για σένα και σε έλεγε αγαπητό του Υιό, και το Άγιο Πνεύμα σαν ένα περιστέρι βεβαίωνε την αλήθεια του λόγου. Στη θεία Βάπτιση λοιπόν του Ιησού Χριστού αποκαλύφθηκε στον κόσμο αισθητά, για να το δουν και να το ακούσουν οι άνθρωποι, η προσκύνηση και η αληθινή λατρεία του Θεού, που είναι ο Πατέρας, ο Υιός και το Άγιο Πνεύμα.

Καθώς το Απολυτίκιο των Θεοφανείων δεν είναι αυθαίρετη έμπνευση του ιερού υμνογράφου, αλλά η ίδια η ευαγγελική διήγηση, που την βλέπουμε στα Ευαγγέλια του αγίου Ματθαίου και του αγίου Λουκά, έτσι και η διδασκαλία της Εκκλησίας για την προσκύνηση της Αγίας Τριάδος βγαίνει από την Αγία Γραφή, που είναι η αποκάλυψη του Θεού μέσα στην Εκκλησία. Είναι αλήθεια, που ξεπερνάει τη νοητική δύναμη και αντίληψη του ανθρώπου, αλλά που σαν θεϊκή πραγματικότητα φαίνεται καθαρά στο λόγο του Θεού, που είναι θησαυρισμένος στην Αγία Γραφή.

Η προσκύνηση της Αγίας Τριάδος είναι η βάση της πίστεώς μας, καθώς διατυπώθηκε από τους Πατέρες της Εκκλησίας και κατοχυρώθηκε σε οικουμενικές Συνόδους. Η πίστη στα τρία πρόσωπα του αληθινού Θεού είναι από την αρχή η πίστη της Εκκλησίας, καθώς το βλέπουμε στο Ευαγγέλιο ύστερα από την ανάσταση, όταν ο Ιησούς Χριστός στέλνει τους Αποστόλους να κηρύξουν το Ευαγγέλιο, τους λέει· «Πορευθέντες ουν μαθητεύσατε πάντα τα έθνη, βαπτίζοντες αυτούς εις το όνομα του Πατρός και του Υιού και του Αγίου Πνεύματος…». Το θείο Βάπτισμα, η θύρα δηλαδή με την οποία μπαίναμε στην Εκκλησία, γινόταν από την αρχή και γίνεται μέχρι σήμερα στο όνομα των τριών προσώπων της Αγίας Τριάδος.

Ο άγιος Γρηγόριος ο Θεολόγος στο λόγο του στο άγιο Βάπτισμα, στον καθένα που βαπτίσθηκε λέει τα εξής, στα οποία φαίνεται η μεγάλη και πρωταρχική σημασία, που έχει στη χριστιανική πίστη η προσκύνηση της Αγίας Τριάδος. «Έτι πάσι και προ πάντων φύλασσέ μοι την καλήν παρακαταθήκην.,.την εις Πατέρα και Υιόν και Άγιον Πνεύμα ομολογίαν…». Δηλαδή· πάνω και πριν απ’ όλα φύλαγέ μου την άγια κληρονομιά… την πίστη στον Πατέρα και τον Υιό και το Άγιο Πνεύμα. Η προσκύνηση της Αγίας Τριάδος είναι η ιερή και αγία κληρονομιά των αγίων Πατέρων της Εκκλησίας και η βάση της χριστιανικής μας πίστεως.

Στη θεία Γραφή λέγεται βασιλεία του Θεού η βασιλεία των ουρανών. Ο Άγγελος, όταν φέρνει το ουράνιο μήνυμα στην παρθένο Μαρία, συνδέει τη βασιλεία αυτή με το θείο πρόσωπο του Ιησού Χριστού και λέει ότι θα είναι ατελεύτητη· «της βασιλείας αυτού ουκ έσται τέλος». Ο Ιησούς Χριστός, αρχίζοντας το έργο του, κηρύττει τον ερχομό της βασιλείας των ουρανών· «ήγγικεν η βασιλεία των ουρανών». Έδωσε κάποτε σημάδια της βασιλείας των ουρανών και είπε· «Ει εγώ εν Πνεύματι Θεού εκβάλλω τα δαιμόνια, έφθασεν άρα εφ’ υμάς η βασιλεία των ουρανών». Αυτό θα πει πως η βασιλεία των ουρανών είναι η κυριαρχία του Θεού επάνω στο πνεύμα της πλάνης, που βασιλεύει στον κόσμο. Είπε ακόμα ο Ιησούς Χριστός ότι «η βασιλεία η εμή ουκ έστιν εκ του κόσμου τούτον», δηλαδή η βασιλεία του Θεού δεν έχει κοσμική προέλευση. Και είπε πάλι ότι «η βασιλεία του Θεού εντός υμών έστι»· αυτό θα πει πως μέσα μας είναι η βασιλεία του Θεού.

Η βασιλεία λοιπόν των ουρανών ή η βασιλεία του Θεού, με τη δοξολόγηση της οποίας η Εκκλησία αρχίζει τη θεία Λειτουργία είναι κάτι άλλο παρά κάποιο από τα εγκόσμια καθεστώτα. Αλλά εδώ τώρα πρέπει να προσέξουμε λίγο περισσότερο. Πρέπει να ξεκινήσουμε από τη θεία πραγματικότητα, ότι ο ένας Θεός είναι η κοινωνία των τριών προσώπων, του Πατέρα, του Υιού και του Αγίου Πνεύματος. Αυτή η κοινωνία της Αγίας Τριάδος παίρνει μαζί της και τον άνθρωπο, γιατί ο άνθρωπος είναι δημιουργημένος «κατ’ εικόνα» του Θεού, δηλαδή είναι και ο άνθρωπος πρόσωπο, όπως ο Θεός. Όταν λέμε πρόσωπο εννοούμε πως ο Θεός κι ο άνθρωπος, σαν πρόσωπα, έχουν συνείδηση του εαυτού τους και δική τους θέληση· η συνείδηση και η θέληση είναι το πρόσωπο. Αυτό όμως με άλλα λόγια είναι η ελευθερία, γιατί ελευθερία θα πει συνείδηση και θέληση των προσώπων.

Ποιά είναι λοιπόν και τί είναι η βασιλεία του Θεού; Είναι η ασύγχυτη ενότητα και κοινωνία των τριών προσώπων της Αγίας Τριάδος, και σε προέκταση η κοινωνία των ανθρώπων, κι αυτών σαν προσώπων. Μόνο τα πρόσωπα, σαν ελεύθερες υπάρξεις, μπορούν να κάνουν κοινωνία, γιατί αυτό που λέμε κοινωνία δεν είναι ένα τεχνητό άθροισμα ατόμων, αλλά μια ελεύθερη σχέση και ενότητα προσώπων. Αυτά τα πρόσωπα είναι ο Πατέρας, ο Υιός και το Άγιο Πνεύμα, ο ένας Θεός στον ουρανό και οι άνθρωποι στη γη. Εδώ πρέπει να προσθέσουμε και τους αγγέλους, γιατί και οι άγγελοι είναι πνευματικές προσωπικές υπάρξεις. Η  κοινωνία λοιπόν του Πατέρα και του Υιού και του Αγίου Πνεύματος, του Θεού, των ανθρώπων και των αγγέλων είναι η βασιλεία του Θεού. Όχι ένα οποιοδήποτε καθεστώς πολιτικού και εγκοσμιοκρατικού τύπου, αλλά μια ελεύθερη κοινωνία προσώπων. Αυτή είναι η Εκκλησία· η ευχαριστιακή σύναξη της Εκκλησίας είναι η βασιλεία του Πατρός και του Υιού και του Αγίου Πνεύματος. Όταν λέμε ευχαριστιακή σύναξη, εννοούμε τη σύναξη που κάνει η Εκκλησία, για να τελέσει το Μυστήριο της θείας Ευχαριστίας.

Το «Ευλογημένη η βασιλεία…» καταλήγει στο «Αμήν». Αλλά και όλες οι εκφωνήσεις, που γίνονται από το λειτουργό ιερέα, στο «Αμήν» καταλήγουν. Γενικά δε οι εκφωνήσεις, καθώς θα δούμε στη συνέχεια της θείας Λειτουργίας είναι μια δοξολογία της Αγίας Τριάδος. Το «Αμήν» είναι λέξη εβραϊκή, που πέρασε στη λατρεία της Εκκλησίας. Λέγεται πάντα από το λαό και έχει μια διπλή σημασία· ο λαός απαντά στην εκφώνηση και ή επιβεβαιώνει πως αυτό που κάθε φορά λέει ο ιερέας είναι ένα πραγματικό γεγονός ή εύχεται να γίνει πραγματικό. Φαίνεται εδώ αμέσως από την αρχή η ενότητα του σώματος της Εκκλησίας και ότι η θεία Λειτουργία είναι κοινό έργο του κλήρου και του λαού. Η σύναξη των πιστών, για να τελέσουν τη θεία Λειτουργία, εκφράζει την Εκκλησία. Δεν συναγόμαστε δηλαδή στο ναό για να προσευχηθούμε ατομικά, αλλά για να εκφράσουμε το μυστήριο της Εκκλησίας. Στην αρχαία εποχή όλοι που ήσαν μέσα στο ναό αντιφωνούσαν το «Αμήν», και ήταν σαν και να ακουγόταν βροντή από τον ουρανό. Ένας εξηγητής της θείας Λειτουργίας λέει το εξής· «Οι πιστοί πάντες το Αμήν επιλέγουσι και τούτο το ρήμα βοήσαντες οικειούνται πάσας τας του ιερέως φωνάς». Δηλαδή· όλοι οι πιστοί στην εκφώνηση του ιερέα αποκρίνονται το «Αμήν», κι αυτό θέλει να πει πως έτσι δέχονται και κάνουν δικό τους ό,τι λέει ο ιερέας. Η ευχαριστιακή σύναξη της Εκκλησίας είναι η βασιλεία του τριαδικού Θεού, τώρα και πάντα και στους ατελεύτητους αιώνες. «Ευλογημένη η βασιλεία του Πατρός και του Υιού και του Αγίου Πνεύματος…». Αμήν.

(+Διονυσίου, Μητροπ. Σερβίων και Κοζάνης, «Η Θεία Λειτουργία», εκδ. Αποστ. Διακονίας)

Προσευχή ατομική και κοινή.(Β΄μέρος) (+Πρωτ. Γεωργίου Φλωρόφσκυ)

Δεκεμβρίου 13, 2011 Γράψτε ένα σχόλιο


 

Θεία Ευχαριστία, το κέντρο της κοινής λατρείας.

 

Η ατομική προσευχή είναι μύηση στο μυστήριο της  Εκκλησίας. Το μυστήριο αυτό αποκαλύπτεται στην κοινή και μυστηριακή λατρεία της Εκκλησίας. Το κεντρικό σημείο της κοινής λατρείας, είναι η Θεία Ευχαριστία. Είναι ένα ιερό μυστήριο. Είναι ένα διπλό μυστήριο, το μυστήριο του «Όλου Χριστού», της κεφαλής και του σώματος, το μυστήριο του Κυρίου και το μυστήριο του εκκλησιαζόμενου λαού. Η Θεία Ευχαριστία είναι μια πραγματική αποκάλυψη του Χριστού, μια εικόνα του λυτρωτικού Του έργου. Σε συμβολικές εκφωνήσεις και κινήσεις, μας παρουσιάζει ολόκληρη τη ζωή του Κυρίου μας, από τη Βηθλεέμ μέχρι το όρος των  Ελαίων, συμπεριλαμβανομένων της Αναστάσεως και Αναλήψεως και προσδοκώντας τη Δευτέρα Του Παρουσία. Οι διαφορετικές συμβολικές χειρονομίες και λέξεις μας θυμίζουν όλα τα πιο πάνω. Όμως δεν είναι απλώς μια ανάμνηση, αλλά μάλλον μια αναπαράσταση. Δύο όψεις του μυστηρίου πρέπει να διαφυλαχθούν μαζί.

Η Θεία Ευχαριστία είναι η μεγαλύτερη χριστιανική μαρτυρία, μια μαρτυρία προς τη νέα αδελφότητα της λυτρωμένης κοινωνίας και του Λυτρωτή. Κάθε φορά, ποτ τελείται το μυστήριο, η  Εκκλησία του Χριστού δίνει μαρτυρία προς τον Κύριό της και Δεσπότη. Όμως είναι κάτι πολύ περισσότερο από μια απλή μαρτυρία. «Έρχου και ίδε.» Και εκείνοι που έρχονται με ανοικτή καρδιά και με ορθή πίστη μπορούν να δουν και να αγγίξουν τον ίδιο τον Κύριο, ο οποίος είναι πάντοτε παρών και διαμένων στα ευλογημένα Του μυστήρια, πα­ρών, και ορατός και απτός, ορατός φυσικά με την πνευματική όραση. Η διδασκαλία της «Αληθινής Παρουσίας» δεν είναι ούτε μια θεολογική θεωρία, ούτε απλώς μια ερμηνεία. Αντιθέτως είναι η πιο ευθεία και άμεση μαρτυρία, είναι μια «οφθαλμομαρτυρία» της πνευματικής όρασης. Η «παρουσία» του Κυρίου δεν περιορίζεται στα στοιχεία, τα οποία πραγματικά αγιάζονται και αλλάζουν με τον καθαγιασμό.

Ο ίδιος ο Χριστός είναι προσωπικά παρών, ως ο υπέρτατος και μόνος λειτουργός του μυστηρίου, ως ο μοναδικός και αιώνιος Αρχιερέας της Καινής Διαθήκης. Η Θεία Ευχαριστία δεν είναι κάτι, που εμείς εκτελούμε ή προσφέρουμε· είναι πρωταρχικά κάτι, που ο Θεός κάνει σ’ εμάς. Η Θεία Ευχαριστία βασικά είναι ακριβώς ο Μυστικός Δείπνος, επεκτεινόμενος και συνεχιζόμενος. Αυτή η τελική ομοιότητα υποδεικνύεται σε όλη τη διάρκεια της ιεροτελεστίας στην Ορθόδοξη Εκκλησία.  Επίσης είχε έντονα υποδειχθεί από τον Άγιο Ιωάννη το Χρυσόστομο στα κηρύγματά του. Δεν είναι επανάληψη. Ούτε μπορεί να υπάρξει επανάληψη. Η Θεία Ευχαριστία είναι μία, αλλά αποκαλύπτεται ξανά και ξανά, επειδή η θυσία του Χριστού ήταν περιεκτική. Η θεία κοινωνία σημαίνει ακριβώς τη συμμετοχή στον ίδιο το Μυστικό Δείπνο. Μεταφερόμαστε στο υπερώο, όπου το μυστήριο ιδρύθηκε και τελέστηκε για πρώτη φορά από τον ίδιο το Σωτήρα. Μεταφερόμαστε πίσω στην παρουσία Του.

Το μυστήριο είναι ένα και πάντοτε το ίδιο, όπως και η θυσία είναι μία, και η τράπεζα μία πάντοτε. Δεν σφαγιάζεται ένας Αμνός σήμερα και άλλος χθες. Ούτε σφαγιάζεται ένας  Αμνός εδώ και άλλος κάπου αλλού. Αλλά είναι ο ίδιος πάντοτε και παντού, ο ένας  Αμνός του Θεού, «ο αίρων την αμαρτίαν του κόσμου», ο Κύριος Ιησούς. Ο Χριστός είναι παρών, τόσο ως ιερουργός, όσο και ως θύμα. Ο Χριστός τελεί ο ίδιος το μυστήριο και δίνει ξανά στα μέλη Του το τίμιο Του Σώμα και Αίμα, ως τροφή της λύτρωσης, τροφή της αιωνίου ζωής. Η  Εκκλησία αποδέχεται το δώρο. Όμως η Εκκλησία δεν είναι παθητική, ακόμη κι ενώ δέχεται το δώρο της λύτρωσης…  Ο Χριστός στο μυστήριο δεν διαχωρίζεται από το σώμα Του, το σώμα των χριστιανών. Το μυστήριο της Εκκλησίας είναι ακριβώς το ότι ο Χριστός διαμένει και κατοικεί στους πιστούς, και αυτοί με την πίστη διαμένουν και κατοικούν σ’ Αυτόν.

Η  Εκκλησία συνεχίζει τη λειτουργία της λύτρωσης, ή μάλλον ο Χριστός τη συνεχίζει και τη μεταφέρει στην ‘ Εκκλησία. Οι χριστιανοί καλούνται «να Τον ακολουθήσουν». Πρέπει να βαδίσουν στα βήματά Του. Δεν είναι απλώς μια ηθική διαταγή. Αυτό συνεπάγεται μια υπαρξιακή ταυτότητα των μελών με την Κεφαλή.

Ως το κατ’ εξοχήν μυστήριο της Εκκλησίας, η Θεία Ευχαριστία είναι η πραγματοποίηση της Εκκλησίας. Η  Εκκλησία είναι αληθινή στο μέτρο, που είναι συγκεντρωμένη γύρω από τον Κύριό μας, όταν όλα τα μέλη της είναι αληθινά ενσωματωμένα σ’ Αυτόν και στην αναστημένη ζωή, που προσφέρει, όπου τρέφονται με την ίδια πνευματική τροφή και γεμίζουν με την ίδια αναστημένη ζωή διά του Αγίου Πνεύματος. Η ενότητα  της Εκκλησίας συνίσταται από την ενότητα του Αγίου Πνεύματος. Η πίστη δεν είναι παρά δωρεά της Θείας Χάρης. Είμαστε όλοι ένα σώμα, επειδή συμμετέχουμε στον ίδιο Άρτο της Ζωής, στην ίδια ουράνια τροφή.

Έτσι η Εκκλησία είναι η αυξανόμενη «πληρότητα» του Χριστού. Αυξάνεται ακριβώς διά των μυστηρίων. Αυτό σημαίνει ότι η ενότητα της Εκκλησίας είναι δώρο του Θεού κι όχι ανθρώπινο έργο ή κατόρθωμα. Όμως περιλαμβάνει και συνεπάγεται επίσης την ανθρώπινη συμμετοχή, μια ενεργητική ανταπόκριση των λυτρωμένων.

Ως ιεροτελεστία, η Θεία Ευχαριστία είναι μία πράξη κοινής λατρείας, μία αληθινή «συμφωνία» πολλών να μείνουν και να προσευχηθούν μαζί. Ο δε όρος «λειτουργία» αυτό ακριβώς σημαίνει, κοινό έργο. Είναι ακριβώς ένα «έργο», όχι μόνο μία λέξη.

Μ’ αυτή τη συσχέτιση είναι πάρα πολύ σημαντικό ότι όλες οι λειτουργικές προσευχές συνθέτονται στον πληθυντικό.  Ακόμη κι η ευχή του καθαγιασμού απαγγέλλεται από τον ιερέα στον πληθυντικό, διότι προσφέρει προσευχές στο όνομα και εκ μέρους των πιστών, όλου του λαού. Ο ιερέας δεν λειτουργεί στο όνομά του, αλλά στο όνομα του λαού, όπως επίσης είναι από το λαό, που προσφέρονται τα δώρα και απλώνονται μπροστά στο άγιο βήμα για τον καθαγιασμό.

Ασφαλώς είναι μόνο στον ιερέα, που δόθηκε η εξουσία να προσφέρει τις κοινές ικεσίες ή να μιλά εκ μέρους όλων. Κι αυτή η εξουσία δεν του δόθηκε από το λαό, αλλά από τον ίδιο το Χριστό που είναι ο πραγματικός λειτουργός όλων των μυστηρίων. Ο λειτουργός δεν αντιπροσωπεύει μόνο το εκκλησίασμα, αλλά πάνω απ’ όλα το Χριστό ο οποίος αληθινά λειτουργεί προς το λαό διά της προσευχής του λαού. Ο λειτουργός ενεργεί όχι μόνο in persona ecclesiae, αλλά κυρίως in persona Christi. Η εξουσία δίνεται στο λειτουργό όχι από το εκκλησίασμα, αλλά για το εκκλησίασμα, ως μία από τις πολλαπλές δωρεές του Αγίου Πνεύματος.

Στο όνομα όλης της Εκκλησίας ο ιερέας λέει: «Του Κυρίου δεηθώμεν» (πληθυντικός αριθμός). Αυτό το «εμείς» στη λειτουργική προσευχή έχει διπλή σημασία. Πρώτο φανερώνει την ενότητα της συγκεντρωμένης Εκκλησίας, της αδιαίρετης χριστιανικής αδελφότητας, όλων όσων προσεύχονται: « Εσύ, που μας έδωσες τη χάρη αυτή την ώρα, ώστε με μια συμφωνία να κάνουμε τις κοινές ικεσίες προς Εσέ» (προσευχή Ιωάννου Χρυσοστόμου). Αυτή η «συμφωνία» δεν είναι απλώς μία σύνθεση πολλών ατομικών και ξεχωριστών προσευχών.

Η αληθινή «συμφωνία» προϋποθέτει κάποια αμοιβαία ταυτότητα εκείνων που ενώνονται και «συμφωνούν». Κάποιος πρέπει να προσεύχεται όχι ως άτομο, αλλά ακριβώς ως μέλος του σώματος της μυστικής αδελφότητας εν Χριστώ. Στην ορθόδοξη ιεροτελεστία της ευχής του καθαγιασμού προηγείται μία επίσημη πρόσκληση: «Αγαπήσωμεν αλλήλους, ίνα εν ομονοία ομολογήσωμεν, Πατέρα, Υιόν και Άγιον Πνεύμα, Τριάδα ομοούσιον και αχώριστον.». Η αγάπη εν Χριστώ είναι το μόνο μέσο της πνευματικής ολοκλήρωσης, το μόνο μέσο της «ομονοίας». Και μόνο διά της ολοκληρώσεως των σκέψεών μας μπορούμε να πλησιάσουμε και να ομολογήσουμε το ύστατο μυστήριο της θείας ενότητας: τρία πρόσωπα, αλλά ένα Θεό, ένα τέλειο Ον.

Το μυστήριο της Αγίας Τριάδος είναι ακριβώς το μυστήριο της τέλειας ενότητας πολλών. Αυτό το μυστήριο αντανακλάται στο ανθρώπινο επίπεδο. Η Εκκλησία, ως ολοκληρωμένη αδελφότητα πολλών, είναι η μοναδική εικόνα της θείας ενότητας. Η Εκκλησία, ιδρυθείσα από το Χριστό, είναι ο νέος τρόπος της ανθρώπινης ύπαρξης, ο «καθολικός» τρόπος ζωής που αντιτίθεται σ’ όλους τους εγωιστικούς και διαιρετικούς ατομισμούς.

Μόνο η αγάπη εν Χριστώ μπορεί να ικανώσει τους ανθρώπους, ώστε να φέρνουν τις προσφορές τους αξίως και πραγματικά. Όχι μόνο, διότι η έλλειψη της ειρήνης και της αγάπης θα ήταν μία προσωπική αποτυχία, αλλά και διότι εμείς, όλος ο λαός, πρέπει να είμαστε ένα κατά τα λόγια του Αγίου Κυπριανού, «όταν προσευχόμαστε, δεν προσευχόμαστε για ένα, αλλά για όλο το λαό, διότι εμείς, όλος ο λαός, είμαστε ένα». Και δεύτερο ο πληθυντικός στη λειτουργία, το λειτουργικό «εμείς», έχει άλλο βαθύτερο νόημα. Μας δείχνει την οικουμενική πληρότητα και ενότητα της Εκκλησίας διότι κάθε λειτουργία τελείται σε κοινωνία με την όλη, Καθολική, Οικουμενική Εκκλησία, και στο όνομα ολόκληρης της Εκκλησίας.

Πνευματικά σε κάθε λειτουργία η όλη Εκκλησία λαμβάνει ένα αόρατο μεν, αλλά πολύ σημαντικό μέρος— «την όλη συντροφιά των ουρανών»: «Νυν αι δυνάμεις των ουρανών συν ημίν αοράτως λατρεύουσιν». Και η επί γης Εκκλησία επαναλαμβάνει και διακηρύσσει τον ένδοξο ύμνο των Σεραφείμ, επαναλαμβάνει το ουράνιο Αλληλούια, διότι εν Χριστώ Ιησού η Εκκλησία των αγγέλων και η Εκκλησία των ανθρώπων έχουν γίνει ένα.

Κατά όμοιο τρόπο μέσα στην Εκκλησία δεν υπάρχει διαίρεση μεταξύ ζώντων και νεκρών, διότι η δύναμη του θανάτου έχει καταβληθεί, και ο ίδιος ο θάνατος έχει καταργηθεί με την ένδοξη ανάσταση του Κυρίου. Δεν υπάρχει τελικός διαχωρισμός μεταξύ «γης» και «ουρανού» μετά Χριστόν. Αυτό συνιστά το νέο πνευματικό κλίμα της Εκκλησίας: « Εν τω ναώ εστώτες της δόξης σου, εν ουρανώ εστάναι νομίζομεν».

Μέσα στην ενότητα του σώματος του Χρίστου ο θάνατος χάνει τη δύναμή του να χωρίζει. Οι νεκροί, που αναπαύονται στην ειρήνη του Χριστού, είναι ακόμη με τους ζωντανούς, διότι εν Χριστώ όλοι είναι ένα. Έτσι οι νεκροί μνημονεύονται σε κάθε λειτουργία. Δεν είναι μόνο μία ανάμνηση, ούτε μόνο μία μαρτυρία της δικής μας ανθρώπινης συμπάθειας και αγάπης, αλλά μάλλον μία όψη της μυστικής αδελφότητας όλων των πιστών, ζώντων και τεθνεώτων, εν Χριστώ, τον κοινό αναστημένο Κύριο. Μ’ αυτή την έννοια η Θεία Ευχαριστία είναι το μυστήριο της Εκκλησίας ή μάλλον το μυστήριο ολόκληρου του Χριστού.

Στη Θεία Ευχαριστία η Εκκλησία έχει συνείδηση της ύστατης  ενότητάς της και προσδοκά την τελική της τελειότητα στο μέλλοντα αιώνα. Η Θεία Ευχαριστία δεν είναι μόνο μία έκφραση της ανθρώπινης αδελφοσύνης, αλλά πάνω απ’ όλα μία έκφραση του θεϊκού μυστηρίου της λύτρωσης. Είναι πρωταρχικά η εικόνα της θείας θέλησης. Είναι ένα μυστήριο του Χριστού, που λυτρώνει και ενώνει όλους, και καταργεί όλα τα σύνορα χώρου και χρόνου, ηλικίας και φυλής. Κάθε φορά. που τελείται η Θεία Ευχαριστία, δίνουμε μαρτυρία για αυτή την τέλεια ενότητα (ζούμε μέσα σ’ αυτή την ενότητα), η οποία ιδρύθηκε και εγκαινιάστηκε από τον σαρκωμένο και αναστημένο Κύριο, και προσευχόμαστε στο όνομα όλης της ανθρωπότητας, όλων εκείνων που προσκλήθηκαν και ανταποκρίθηκαν στην πρόσκληση. Προσευχόμαστε, σαν να είμαστε η Εκκλησία — όλη η Εκκλησία προσεύχεται μαζί μας και δι’ ημών.

Έτσι όλη η πληρότητα της ζωής θα μνημονευτεί στη λειτουργική προσευχή.  Η πληρότητα της ανθρώπινης υπάρξεως θα προσφερθεί και θα αφιερωθεί στο Θεό, στο Χριστό. Επίσης η πληρότητα της θείας προνοίας θα μνημονευτεί και θα αναγνωρισθεί με πνευματική ευχαριστία.

Έτσι η ευχή του καθαγιασμού προσδιορίζεται από το πλαίσιο της ιστορίας της σωτηρίας μας. Μαρτυρούμε για το λυτρωτικό σχέδιο και το σκοπό του Θεού, και τα παρακολουθούμε σ’ όλα τα επίπεδα της σταδιακής τους πραγματοποίησης, που αναφέρονται στην ιερή ιστορία της Βίβλου.

Επίσης η μνημόνευση κατά τη λειτουργία έχει ένα κοσμικό χαρακτήρα και σκοπό. Περιλαμβάνει όλο τον κόσμο, όλο το βασίλειο της δημιουργίας: «Έτι προσφέρομέν σοι την λογικήν ταύτην λατρείαν υπέρ της οικουμένης, υπέρ της αγίας Καθολικής και Αποστολικής Εκκλησίας.» Και η ευχή συνεχίζεται με την αναφορά των ονομάτων όλων εκείνων, για τους οποίους προσφέρεται. «Όνομα» εδώ σημαίνει προσωπικότητα.

Έτσι η μνημόνευση των μελών της Εκκλησίας με τα ονόματά τους στην ευχαριστιακή προσφορά μάς υποδείχνει το γεγονός ότι κάθε πρόσωπο έχει τη θέση του στην τελειότητα του ενός Σώματος. Παρακαλούμε το Θεό να βοηθήσει την περιορισμένη μας μνήμη: «Και ων ημείς ουκ εμνημονεύσαμεν, δι’ αγνοιαν, ή λήθην, ή πλήθος ονομάτων, αυτός μνημόνευσον, ο Θεός, ο ειδώς εκάστου την ηλικίαν και την προσηγορίαν.» (Αναφορά Μ. Βασιλείου). Η μνημόνευση κατά την Ευχαριστία αγκαλιάζει επίσης όλες τις πολύπλοκες καταστάσεις της ζωής μας πάνω στη γη: «Αυτής τοις πάσι τα πάντα γενού, ο ειδώς έκαστον, και το αίτημα αυτού, οίκον και την χρείαν αυτού.» Έτσι για μία ακόμη φορά όλος ο λαός προσεύχεται για όλο το λαό.

Και αυτή η προσευχή είναι πρωταρχικά μία αναγνώριση και μία μαρτυρία: Ο Θεός ενέργησε πρώτος, για να λυτρώσει το πεσμένο γένος των ανθρώπων: «Συ εκ του μη όντος εις το είναι ημάς παρήγαγες, και παραπεσόντας ανέστησας πάλιν, και ουκ απέστης πάντα ποιών, έως ημάς εις τον ουρανόν ανήγαγες και την Βασιλείαν σου εχαρίσω την μέλλουσαν.» Έτσι η Θεία Ευχαριστία είναι πρώτα απ’ όλα μία δογματική μαρτυρία και γι’ αυτό μία αναγνώριση της χάρης του Θεού. Η όλη ιεροτελεστία έχει θεϊκό προσανατολισμό… Η ιστορία της λύτρωσης δεν έχει ακόμα συμπληρωθεί. Οι χριστιανοί ζουν ακόμη σε προσδοκία.  Η Βασιλεία δεν έχει έρθει ακόμη. Κι όμως η Εκκλησία είναι ήδη η ένδειξη αυτής της ένδοξης συμπλήρωσης. Και προσεύχεται για την εκπλήρωση: «Όπως αυτός ό κομμένος άρτος ήταν σκορπισμένος πάνω ατά βουνό και, όταν συνάχθηκε, έγινε ένα, έτσι, Κύριε, δώσε στην Εκκλησία Σου να συγκεντρωθεί από τα άκρα της γης στη Βασιλεία Σου» (Διδαχή Θ’. 4).

(Μετάφραση: Μοναχός Θεοδόσιος Σταυροβουνιώτης –περιοδικό Ορθ. Μαρτυρία)

Προσευχή ατομική και κοινή.(Α΄μέρος) (+Πρωτ. Γεωργίου Φλωρόφσκυ)

Δεκεμβρίου 12, 2011 Γράψτε ένα σχόλιο

Προσευχή κατά μόνας και με άλλους:

 

Στο Ευαγγέλιο υπάρχουν δύο χωρία σχετικά με την προσευχή, που φαίνεται να μας οδηγούν σε αντίθετες κατευθύνσεις.  Από τη μια, στην επί του Όρους Ομιλία, ο Κύριός μας δίδασκε τα πλήθη να προσεύχονται «εν κρύπτω». Έπρεπε η προσευχή να γινόταν στη μόνωση, «και κλείσας την θύραν σου…» — ο άνθρωπος μόνος με τον Ουράνιο Πατέρα του (Ματθ. στ’. 5). Όμως από την άλλη, σε μια άλλη περίπτωση, ο Κύριός μας υπεδείκνυε τη δύναμη μιας ομαδικής και κοινής προσευχής: «Εάν δύο υμών συμφωνήσωσιν επί της γης περί παντός πράγματος, ου εάν αιτήσωνται» (Ματθ. ιη’, 19-20).

Μ’ αυτά τα δεδομένα υπάρχει καμμιά σύγκρουση ή αντίθεση ανάμεσα σ’ αυτές τις δύο διαφορετικές τάσεις; Ή μήπως η μια ανήκει στην άλλη και μπορούν να γίνουν πραγματικότητα μόνο όταν γίνονται μαζί; Κατά παράδοξο τρόπο προϋποθέτουν η μια την άλλη. Κάποιος πρέπει να μάθει να προσεύχεται μόνος, φέροντας όλες τις ανάγκες και αδυναμίες του μπροστά στον ουράνιο Πατέρα του, τον Κύριο και Θεό του, σε μια οικεία και προσωπική επικοινωνία. Και μόνο εκείνοι που ασκούνται σ’ αυτή την κατά μόνας προσευχή μπορούν να αλληλοσυναντηθούν πνευματικά και να ενωθούν μαζί σ’ ό,τι πρόκειται να ζητήσουν από τον κοινό τους Πατέρα «εν τοις ουρανοίς». Η κοινή προσευχή προϋποθέτει ατομική εξάσκηση. Αλλά και η ατομική προσευχή επίσης είναι δυνατή μόνο, όταν περιέχεται στην κοινότητα.

Κανένας δεν είναι χριστιανός από μόνος του, παρά μόνο ως μέλος του σώματος. Ακόμη και στη μόνωση στο «ταμιείον» ο χριστιανός προσεύχεται σαν μέλος της λυτρωμένης κοινωνίας της Εκκλησίας. Και είναι μέσα στην Εκκλησία, που μαθαίνει την άσκηση της προσευχής. Και οι δύο μορφές προσευχής είναι κάτι περισσότερο από συμπληρωματικές, είναι οργανικά ενωμένες μαζί, σαν δύο αδιαίρετες όψεις της ίδιας πράξης της προσευχής.  Η μία χωρίς την άλλη μπορεί ακόμη να γίνει επικίνδυνη και παραπλανητική. Η προσωπική προσευχή μπορεί να εκφυλιστεί σε ατομικό πιετισμό, εκστατικό και διεφθαρμένο, και, όταν εκείνοι που δεν έχουν προηγούμενη προσωπική εξάσκηση προσπαθούν να ενωθούν σε προσευχή με άλλους, το αποτέλεσμα μπορεί να είναι όχι μια αληθινή κοινή προσευχή, αλλά μάλλον μια αιρετική προσευχή ή μια προσευχή όχλου· όχι η προσευχή μιας κοινωνίας ατόμων, αλλά ενός απρόσωπου πλήθους, ή διαφορετικά μια απλή τυπικότητα και επίδειξη. Γι’ αυτό είναι κανόνας της Εκκλησίας οι πιστοί να προετοιμάζονται για την κοινή προσευχή με την προσωπική προσευχή στο «ταμιείον».

Κάποιος αρχίζει να προσεύχεται στο σπίτι, μετά πάει στο ναό, και τα προσευχόμενα πρόσωπα ανακαλύπτουν ο ένας τον άλλο και στιγμιαία ενώνονται στην πράξη της κοινής λατρείας ή της ταπεινής ικεσίας. Αυστηρώς ομιλούντες, ο όρος «προσωπική προσευχή», ο οποίος συνηθίζεται να χρησιμοποιείται επίμονα στις μέρες μας, είναι ένας άτυχης και παραπλανητικός όρος. Μπορεί να δώσει την εντύπωση ότι είναι μια προσωπική υπόθεση, που αφήνεται στην ατομική διάκριση του ανθρώπου. Στην πραγματικότητα είναι μια υποχρεωτική προετοιμασία, που διευκολύνει τα άτομα να αλληλοσυναντηθούν και να ενωθούν, ως μια κοινωνία, και να προσφέρουν τις κοινές ικεσίες «εν ενί στόματι και μία καρδία».

Ασφαλώς δεν είναι μόνο μια απλή προετοιμασία. Ακόμη και στο «ταμιείον» ο χριστιανός δεν πρέπει να προσεύχεται μόνο για τον εαυτό του. Ποτέ δεν είναι μόνος, όταν πέφτει στα γόνατα μπροστά στον Πατέρα, και ο Πατέρας δεν είναι μόνο δικός του πατέρας, αλλά κοινός Πατέρας όλων μας. Πρέπει να έχει υπ’ όψη το γεγονός ότι πολλοί άλλοι την ίδια ώρα είναι επίσης στα γόνατα μπροστά στον ίδιο ουράνιο Πατέρα, και ο καθένας πρέπει να φέρει προς το Θεό όχι μόνο τις προσωπικές του ανάγκες, ή αιτήσεις, ή θλίψεις. Η ίδια η προσωπική προσευχή πρέπει να είναι «καθολική», δηλαδή περιεκτική και γενική. Η προσευχόμενη καρδιά πρέπει να μεγαλώσει, για να μπορέσει να αγκαλιάσει όλες τις ανάγκες και θλίψεις ολόκληρης της πάσχουσας ανθρωπότητας. Και μόνο μέσα σ’ αυτό το πνεύμα μπορούν τα άτομα να αλληλοσυναντηθούν πραγματικά ως «αδελφοί» και να «συμφωνήσουν» σχετικά με κάτι, που πρόκειται να ζητήσουν από τον Κύριο. Από την άλλη μπορεί να λεχθεί ότι η κοινή προσευχή είναι επίσης προσωπική υποχρέωση, η προσωπική υπευθυνότητα οποιουδήποτε, που μοιράζεται την κοινή ζωή των λυτρωμένων. Αυτός ο κοινός χαρακτήρας όλης της χριστιανικής λατρείας και προσευχής υπογραμμίστηκε ήδη έντονα από τον Άγιο Κυπριανό στην αξιοθαύμαστη ερμηνεία του της Κυριακής προσευχής. Ένα κείμενο, που θα έπρεπε να διαβαστεί και να ξαναδιαβαστεί από όλους τους χριστιανούς.

Μορφές Προσευχής

Στην Ορθόδοξη Εκκλησία υπάρχουν συγκεκριμένες τακτές μορφές πρωινών και εσπερινών προσευχών, που ο καθένας μπορεί να χρησιμοποιήσει. Οι περισσότερες από αυτές είναι αρχαίας προελεύσεως. Είναι συγκεντρωμένες στο βιβλίο που λέγεται «Ωρολόγιον». Είναι ένας κανόνας προσευχής, ένα βιβλίο κανόνων μη εξαντλητικό, αλλά ένας στοιχειώδης οδηγός, που μπορεί να συμπληρωθεί με αυθόρμητη επέκταση.  Η κυρία έμφαση όμως δεν είναι στην επανάληψη διαταγμένων τυπικοτήτων, αλλά στην πνευματική συγκέντρωση. «Όταν ξυπνήσεις, προτού ξεκινήσεις τη μέρα, στάσου με σεβασμό μπροστά στον παντεπόπτη Θεό. Κάνε το σημείο του Σταυρού και πες: «Εις το όνομα του Πατρός και του Υιού και του Αγίου Πνεύματος. Αμήν.» Έχοντας επικαλεσθεί την Άγια Τριάδα, μείνε για λίγο σιωπηλός, ώστε οι σκέψεις και τα συναισθήματά σου να ελευθερωθούν από κοσμικές μέριμνες. Ακολούθως απάγγειλε τις πιο κάτω προσευχές χωρίς βία και με όλη σου την καρδιά.» Αυτή είναι η προετοιμασία για την πρωινή προσευχή.

Οι προσευχές, που ακολουθούν, έχουν επιλεγεί μάλλον (αντί να μπουν με σειρά) με σκοπό να υπενθυμίσουν εκείνα τα θέματα, που δεν θα έπρεπε να παραλειφθούν ή παραγνωριστούν από την καθημερινή προσευχή και λατρεία. Ο κανόνας στην ανάγκη μπορεί να συντμηθεί. Στο τέλος της πρωινής προσευχής διαβάζουμε τα εξής: «Είναι προτιμότερο να πεις μόνο λίγες από τις προτεινόμενες προσευχές με προσοχή και ζήλο, παρά να τις απαγγείλεις όλες με βία και χωρίς πραγματική αυτοσυγκέντρωση.» Αυτά. όπως και άλλα αποσπάσματα, παρατίθενται από το «Εγχειρίδιο των Ανατολικών Ορθοδόξων Προσευχών», (που εκδόθηκε από την Αδελφότητα των Αγίων Σεργίου και Αλβανού, Λονδίνο. 1945).

Η προσευχή δεν είναι απλώς μια απαγγελία καθορισμένων τύπων, αλλά πρώτα απ’ όλα μια επικοινωνία ή συνομιλία με το ζώντα Θεό, και κάθε χριστιανός πρέπει και μπορεί να την εξασκεί. Ασφαλώς υπάρχουν στάδια στην άσκηση της προσευχής, μια «κλίμακα» ανόδου, που κάποιος πρέπει να ανεβαίνει σταδιακά.

Παρατίθενται εδώ μερικές συμβουλές για την προσευχή, που δόθηκαν σε γυναίκες του λαού από ένα μεγάλο διδάσκαλο της πνευματικής ζωής του περασμένου αιώνα, τον Επίσκοπο Θεοφάνη τον Έγκλειστο (1815-1894). Όλως απροσδόκητα από την αρχή εισηγείται ότι, για να προσευχηθεί κάποιος στο Θεό εν αλήθεια, πρέπει να επαναλαμβάνει τις προσευχές προοδευτικά. Πρέπει να διαβάσει το κείμενο και να προσπαθήσει να «εννοήσει» και να «νιώσει» κάθε λέξη, να διαλογιστεί πάνω σε κάθε λέξη, για να συλλάβει όλο το νόημά της. Όμως αυτό δεν είναι ακόμη προσευχή, αλλά απλώς επανάληψη. Επίσης κάποιος πρέπει να έχει ένα σταθερό κανόνα για την κατ’ οίκον προσευχή, και να τον τηρεί αυστηρά και σταθερά, χωρίς να τον αλλάζει ποτέ. Είναι ένα θέμα πειθαρχίας και υπακοής. Κάποιος μπορεί να διαλέξει ένα κανόνα κατάλληλο για τον εαυτό του, ακόμη και ένα πολύ σύντομο, μετά όμως πρέπει να τον τηρεί σταθερά.

Στόχοι της προσευχής

Η πρώτη πράξη είναι να συνειδητοποιήσουμε την παρουσία του Θεού και τι συνεπάγεται αυτό: φόβο και τρόμο, αλλά και αγάπη και λατρεία.

Το πρόβλημα της προσευχής είναι η προσοχή, να στεκόμαστε μπροστά στο Θεό και να μην περισπώμεθα από τις κοσμικές μέριμνες. Οι λέξεις της προσευχής πρέπει να απαγγέλλονται με τέτοιο τρόπο, ώστε να μιλούν στη ψυχή. Συμβαίνει μια συγκεκριμένη λέξη να αποσπά την προσοχή. Τότε κάποιος πρέπει να στάματα και να ακούει και να μην προχωρά σε άλλες λέξεις. Όμως αυτό είναι ακόμη το πρώτο στάδιο. Τα προσευχητάρια προορίζονται μόνο για τους αρχαρίους. Είναι απλώς η αρχή της προσευχής. Αρχίζουμε να μαθαίνουμε μια ξένη γλώσσα, μαθαίνοντας φράσεις και όρους από το βιβλίο. Λίγο χρόνο αργότερα αρχίζουμε απλώς να μιλούμε. Αυτό συμβαίνει και στην προσευχή. Πρώτα μαθαίνουμε μερικούς υποδειγματικούς τύπους. Κάποτε πρέπει να αρχίσουμε να μιλούμε στο Θεό. Ασφαλώς τα προσευχητάρια είναι βοηθητικά και απαραίτητα, ιδιαίτερα στην αρχή.

Όμως ο πραγματικός στόχος είναι να εισέλθουμε σε συνομιλία με το Θεό. Αυτό δεν περιορίζεται σε μερικές ώρες της ημέρας. Ο χριστιανός πρέπει να νιώθει μόνιμα την παρουσία του Θεού. Ο στόχος της προσευχής είναι ακριβώς το να είμαστε πάντοτε με το Θεό. Ακολούθως το Πνεύμα αρχίζει να μιλά στην καρδιά, χαροποιώντας και θερμαίνοντάς την. Όλα αυτά απέχουν πολύ από μια στείρα τυπικότητα και τελετουργία. Η προσευχή πρέπει να είναι η πνευματική διαμόρφωση του καινού ανθρώπου στον παλαιό  Αδάμ.

Ένας άλλος Ρώσος άγιος του περασμένου αιώνα, ο Άγιος Σεραφείμ του Σαρώφ (1759-1833), δεν ήταν λιγότερο εμφαντικός στις συμβουλές του (προς απλοϊκούς επίσης ανθρώπους). Ο πραγματικός και μοναδικός σκοπός της χριστιανικής ζωής ήταν κατά τη γνώμη του ακριβώς η απόκτηση του Αγίου Πνεύματος.  Ο  Επίσκοπος Θεοφάνης ήταν λόγιος, θεολόγος και πρόεδρος μιας θεολογικής σχολής για μερικά χρόνια. Ο Άγιος Σεραφείμ δεν είχε σχολική μόρφωση, ούτε είχε πολλές κοσμικές γνώσεις, και η μόνη του εκπαίδευση υπήρξε αυτή των Γραφών και της λειτουργικής παράδοσης της Εκκλησίας και ασφαλώς η ζωή της προσευχής.  Εν τούτοις και οι δυό λένε τα ίδια ακριβώς.

Ο Άγιος Σεραφείμ λέει: «Ο πραγματικός σκοπός της χριστιανικής μας ζωής είναι να αποκτήσουμε το Άγιο Πνεύμα. Η προσευχή, η νηστεία, η ελεημοσύνη και όλες οι άλλες χριστιανικές αρετές, όσο καλές κι αν είναι, δεν αποτελούν από μόνες τους το σκοπό της χριστιανικής μας ζωής, παρόλο που είναι τα απαραίτητα μέσα προς εκπλήρωση του σκοπού αυτού… Πρέπει να ξεκινούμε με σωστή πίστη στον Κύριο μας Ιησού Χριστό, τον Υιό του Θεού, που ήρθε στον κόσμο, για να σώσει αμαρτωλούς και να κερδίσουμε για τους εαυτούς μας τη χάρη του Αγίου Πνεύματος, που φέρνει στις καρδιές μας τη βασιλεία του Θεού και μας δείχνει το δρόμο, για να αποκτήσουμε τα αγαθά της μέλλουσας ζωής… Το ίδιο το Άγιο Πνεύμα εισέρχεται στις ψυχές μας, και αυτή η είσοδος του Παντοδυνάμου στις ψυχές μας, και αυτή η παρουσία της Αγίας Τριάδος στο πνεύμα μας, μας παραχωρείται μόνο διά της επιμόνου αποκτήσεως του Αγίου Πνεύματος, το οποίο ετοιμάζει στην ψυχή και το σώμα μας το θρόνο για την πανδημιουργική παρουσία του Θεού μέσα μας.

Η προσευχή είναι πάντοτε δυνατή για όλους, πλουσίους και φτωχούς, ευγενείς και απλοϊκούς, ισχυρούς και αδυνάτους, υγιείς και άρρωστους, δικαίους και αμαρτωλούς. Η δύναμη της προσευχής είναι μεγάλη. Πάνω απ’ όλα η προσευχή φέρνει το Πνεύμα του Θεού, και ή άσκησή της είναι πολύ εύκολη. Αληθινά στην προσευχή είναι ασφαλές για μας να συνομιλούμε με το Θεό και Σωτήρα μας, αλλά ακόμη κι εδώ πρέπει να προσευχόμαστε, μέχρις ότου το Άγιο Πνεύμα κατέλθει σ’ εμάς στο μέτρο της θείας Του χάριτος, γνωστό σ’ Αυτόν. Όταν Αυτός έρχεται σε επίσκεψή μας, πρέπει να σταματήσουμε την προσευχή. Πώς μπορούμε να προσευχόμαστε, «ελθέ και σκήνωσον εν ημίν και καθάρισον ημάς από πάσης κηλίδος και σώσον, Αγαθέ, τας ψυχάς ημών», όταν Αυτός έχει ήδη έλθει να μας σώσει, εμάς, που Τον εμπιστευόμαστε και επικαλούμαστε το πανάγιο όνομά Του εν αλήθεια, ούτως ώστε ταπεινά και με αγάπη να Τον δεχθούμε, αυτόν τον Παράκλητο στο ταμιείο των ψυχών μας, πεινώντας και διψώντας τον ερχομό Του;… Όταν το Άγιο Πνεύμα κατέρχεται στον άνθρωπο και τον επισκιάζει με την πληρότητα της χάρης Του, τότε η ψυχή κατακλύζεται με ανείπωτη χαρά, καθότι το Άγιο Πνεύμα χαροποιεί οτιδήποτε αγγίζει.»

Όταν προσέξουμε πάλι τα λόγια του  Αγίου Σεραφείμ, είναι σαν να ακούμε την ίδια φωνή, που ηχεί σ’ όλη την ασκητική και μυστική φιλολογία από τους πρώτους αιώνες: Κλήμης Αλεξανδρείας και Ωριγένης. Μέγας Αθανάσιος και οι Πατέρες της ερήμου. Μέγας Βασίλειος και οι λοιποί, μεταξύ των οποίων και ο μεγαλύτερος βυζαντινός μυστικός του ενδέκατου αιώνα Άγιος Συμεών ο Νέος Θεολόγος. Υπάρχει η παράδοση, είναι όμως μια παράδοση αγάπης, μια συνέχεια παρομοίων εμπειριών.

Πρέπει να έχουμε κατά νου ότι όλες αυτές οι συμβουλές για την προσευχή δεν απευθύνονταν προς τους ερημίτες στη μόνωση, αλλά προς συνηθισμένους λαϊκούς. Η αναζήτηση του Αγίου Πνεύματος είναι δυνατή και στον κόσμο επίσης. Η πνευματική απομάκρυνση από τον «κόσμο» τούτο δεν προϋποθέτει αναγκαστικά εξωτερικό χωρισμό ή απομάκρυνση. Τουναντίον η απόκτηση του Αγίου Πνεύματος είναι το μέσο αγιασμού όλης της ζωής του άνθρωπου.

Δοχείον του Πνεύματος

Δεν υπάρχει τίποτε το παθητικό σ’ αυτό το θρησκευτικό μυστικισμό. Η αναζήτηση του Πνεύματος συνδέεται με εργώδη προσπάθεια. Η ραθυμία είναι φοβερό ελάττωμα και τρομερή αμαρτία. Ούτε υπάρχει εδώ εισροή του πελαγιανισμού. Τα «καλά έργα» δεν αποτελούν μέσο σωτηρίας, ούτε υπάρχει τίποτε το επαινετικό σ’ αυτά. Είναι μάλλον καρποί της υπακοής και της απόλυτης αφοσιώσεως στο θείο θέλημα. Αποτελούν καθήκον κι όχι επαινετικό στοιχείο. Είναι μια ανταπόκριση ευγνωμοσύνης προς τη λυτρωτική χάρη και το έλεος του ζώντα Θεού, που αποκαλύφθηκαν και εκχύθηκαν διά του  Ιησού Χριστού του Κυρίου και Σωτήρα όλων μας.

Η ανατολική ορθόδοξη πνευματικότητα δεν παραδέχεται διακρίσεις. Προϋποθέτει μια τελική ισότητα όλων των πιοτών, όπως και δεν υπάρχει, παρά ένας όμοιος στόχος για όλους, μοναχούς, κληρικούς και λαϊκούς, η προσωπική κοινωνία με το Θεό διά του  Ιησού Χριστού εν Αγίω Πνεύματι.

Κάποιος ξεκινά, μελετώντας το κείμενο των διατεταγμένων προσευχών και μετά προσπαθεί να τις απαγγείλει μπροστά στο Θεό, διαλογιζόμενος το νόημα κάθε λέξης. Μετά θα έλθει κάποια μέρα, που το ίδιο το Άγιο Πνεύμα θα τον διακόψει στο μέσο και θα προσεύχεται μέσα του «διά στεναγμών αλαλήτων». Τότε ο άνθρωπος πρέπει να αφήσει τα λόγια. Να αφουγκραστεί το Πνεύμα και να οδηγηθεί απ’ Αυτό. Ο σκοπός της προσωπικής λατρείας είναι να εξαφανιστεί η εγωιστική ανθρώπινη προσωπικότητα και να γίνει κάποιος «δοχείον» του Πνεύματος. Αυτό όμως δεν σημαίνει ότι η προσωπικότητα καταστρέφεται. Μάλλον ανυψώνεται σε πιο ψηλό επίπεδο διά της κοινωνίας με την τέλεια «προσωπικότητα» του Θεού.

Να μια αξιοθαύμαστη προσευχή, συνθεμένη από το Μητροπολίτη Μόσχας Φιλάρετο (1782 -1867):

«Ω Κύριε, δεν γνωρίζω τι να σου ζητήσω. Εσύ μόνο γνωρίζεις τις πραγματικές μου ανάγκες. Εσύ με αγαπάς περισσότερο απ’ ό,τι εγώ γνωρίζω πως να αγαπώ. Βοήθησέ με να δω τις πραγματικές μου ανάγκες, που κρύβονται από μένα. Δεν τολμώ να ζητήσω ούτε σταυρό, ούτε παρηγοριά. Μπορώ μόνο να Σε περιμένω. Η καρδιά μου είναι ανοικτή σΕσένα. Επίσκεψέ με και βοήθησέ με κατά το μέγα Σου έλεος. Παιδαγώγησέ με και ίασαί με, ταπείνωσέ με και ανόρθωσέ με. Προσκυνώ σιωπηλά το άγιο θέλημά Σου και τις ανεξερεύνητες οδούς Σου. Προσφέρω τον εαυτό μου θυσία σ’  Εσένα. Έχω όλη μου την εμπιστοσύνη σ’ Εσένα. Δεν έχω άλλη επιθυμία από του να εκπληρώνω το θέλημά Σου. Δίδαξέ με πως να προσεύχομαι. Προσεύχου Εσύ μέσα μου.»

Έτσι η προσευχή δεν πρέπει να ταυτίζεται με την αίτηση ή την ικεσία. Κι εδώ επίσης υπάρχουν επίπεδα και βαθμοί. Κάποιος ξεκινά με την ικεσία, αρθρώνοντας τις ανάγκες και τα ελαττώματά του μπροστά στο Θεό. Είναι η προσευχή των νεοφύτων. Στην πραγματικότητα ο Θεός βλέπει και γνωρίζει τις ανάγκες και τις θλίψεις μας πολύ καλύτερα από μας τους ίδιους και είναι πάντοτε έτοιμος να επέμβει και να βοηθήσει, ακόμη και προτού Του το ζητήσουμε. Μετά έρχεται η ευχαριστία γι’ αυτή τη θεϊκή αγάπη. Αυτό είναι πιο ψηλό επίπεδο. Αυτή οδηγεί τελικά στην αφιλοκερδή υμνωδία και λατρεία του Θεού, όταν ερχόμαστε πρόσωπο προς πρόσωπο με τη λαμπρότητα και τη δόξα Του και Τον υμνούμε για την ανέκφραστη μεγαλοσύνη Του, τη μεγαλοσύνη της αγάπης, που ξεπερνά κάθε γνώση και αντίληψη Μετά ο χορός των ανθρώπων ενώνεται με εκείνο των αγγέλων, οι οποίοι ούτε ζητούν, ούτε και ευχαριστούν, παρά μόνο ακατάπαυστα Τον υμνούν για την αιώνιά Του δόξα και μεγαλοσύνη και λαμπρότητα. Εδώ υπάρχει μια φυσική άνοδος από την ανθρώπινη ικεσία στη θέωση.

 

(Μετάφραση: Μοναχός Θεοδόσιος Σταυροβουνιώτης- περιοδικό Ορθ. Μαρτυρία)

 

 

 

 

 

 

Κατηγορίες:AΞΙΟΛΟΓΑ, ΟΡΘΟΔΟΞΙΑ

Μια χρυσή αλυσίδα· οι Άγιοι. – Μητροπ. Διοκλείας Καλλίστου Καθηγ. του Παν/μίου της Οξφόρδης (Γουέαρ)

Δεκεμβρίου 10, 2011 Γράψτε ένα σχόλιο


 

Στο Θεό και στην Εκκλησία του δεν υπάρχει καμμιά διάκριση ζωντανών και κεκοιμημένων αλλά όλοι είναι ένα μέσα στην αγάπη του Πατέρα. Είτε είμαστε ζωντανοί είτε είμαστε νεκροί σαν μέλη της Εκκλησίας εξακολουθούμε να ανήκουμε στην ίδια οικογένεια κι εξακολουθούμε να έχουμε ακόμη καθήκον να σηκώνουμε ο ένας το βάρος του άλλου. Έτσι ακριβώς όπως οι Ορθόδοξοι Χριστιανοί προσεύχονται εδώ στη γη ο ένας για τον άλλον και ζητούν ο ένας του άλλου τις προσευχές, έτσι προσεύχονται επίσης και για τους κεκοιμημένους και ζητούν από τους ευσεβείς νεκρούς να προσευχηθούν γι’ αυτούς. Ο θάνατος δεν μπορεί να χωρίσει το δεσμό της αμοιβαίας αγάπης, ο οποίος ενώνει μαζί τα μέλη της Εκκλησίας.

Οι προσευχές για τούς κεκοιμημέ­νους. «Μετά των  Αγίων ανάπαυσον Χριστέ τας ψυχάς των δούλων σου ένθα ουκ έστι πόνος, ου λύπη, ου στεναγμός αλλά ζωή ατελεύτητος». Έτσι προσεύχεται η Εκκλησία για τους πιστούς κεκοιμημένους και πά­λι: «Ο Θεός των πνευμάτων και πάσης σαρκός ο τον θάνατον καταπατήσας και τον διάβολον καταργήσας. Αυτός Κύριε ανά­παυσον τας ψυχάς των κεκοιμημένων δούλων Σου εν τόπω φωτεινώ, εν τόπω χλοερώ, εν τόπω αναψύξεως ένθα απέδρα πάσα οδύ­νη, θλίψις ή στεναγμός. Παν αμάρτημα το παρ’ αυτών πραχθέν εν λόγω ή έργω ή διανοία συγχώρησον».

Οι Ορθόδοξοι είναι πεπεισμένοι ότι οι κεκοιμημένοι βοηθούνται από τέτοιες προσευχές. Αλλά με ποιόν ακριβώς τρόπο βοηθούν οι προσευχές μας τους νεκρούς; Ποιά είναι ακριβώς η κατάσταση των ψυχών την περίοδο μεταξύ του θανάτου και της Ανάστασης του Σώματος την εσχάτην Ημέρα;  Εδώ η Ορθόδοξη διδασκαλία δεν είναι εντελώς σαφής και διαφέρει κάπως σε διάφορες εποχές. Το ΙΖ΄ αιώνα ένας αριθμός  Ορθόδοξων συγγραφέων (και ιδιαίτερα ο Πέτρος Μογίλα και ο Δοσίθεος στην Ομολογία του) υποστήριξαν το Ρωμαιοκαθολικό δόγμα του Καθαρτήριου ή κάτι παραπλήσιο σ’ αυτό. (Σύμφωνα με τη συνήθη Ρωμαϊκή διδασκαλία, οι ψυχές στο καθαρτήριο υφίστανται εξιλαστήρια δεινά κι έτσι ανταποδίδουν «ικανοποίηση» ή «εξιλασμό» για τις αμαρτίες τους). Σήμερα όλοι οι  Ορθόδοξοι θεολόγοι απορρίπτουν τη θεωρία του Καθαρτηρίου τουλάχιστον σ’ αυτή τη μορφή. Η πλειοψηφία θα ήταν διατεθειμένη να πει ότι οι ευσεβείς κεκοιμημένοι δεν υποφέρουν καθόλου. Μια άλλη σχολή υποστηρίζει ότι ίσως υποφέρουν αλλά τα πάθη τους είναι καθαρτικού αλλά όχι εξιλαστικού χαρακτήρα: γιατί όταν ένας άνθρωπος πεθαίνει μέσα στη χάρη του Θεού, τότε ο Θεός ελεύθερα του συγχωρεί όλες του τις αμαρτίες και δεν απαιτεί οποιεσδήποτε εξιλαστήριες τιμωρίες: Ο Χριστός, ο Αμνός του Θεού που αίρει την αμαρτία του κόσμου, είναι ο μόνος εξιλασμός και ικανοποίησή μας. Όμως μια τρίτη ομάδα θα προτιμούσε να αφήσει το όλο ζήτημα ολότελα ανοικτό: ας αποφύγουμε λεπτομερή διατύπωση των όρων της ζωής υστέρα από το θάνατο, λέγουν, κι ας τηρήσουμε αντίθετα μια ευλαβή και αγνωστικιστική σιωπή. Όταν ο Άγιος Αντώνιος της Αιγύπτου κάποτε ανησυχούσε σχετικά με τη Θεία Πρόνοια,  άκουσε φωνή σ’ αυτόν να λέει : «Αντώνιε φρόντιζε για τα δικά σου γιατί αυτά είναι κρίματα του Θεού και δεν είναι για σένα να τα γνωρίζεις».

Οι Άγιοι. Ο Άγιος Συμεών ο Νέος Θεολόγος λέει για τους Αγίους ότι σχηματίζουν μια χρυσή αλυσίδα: «Η Αγία Τριάδα, διαπερνώντας όλους τους ανθρώπους από τον πρώτο μέχρι τον τελευταίο από την κε­φαλή στο πόδι τους δένει όλους μαζί… Οι Άγιοι σε κάθε γωνιά ενωμένοι μ’ εκείνους που έφυγαν πριν και γεμάτοι όπως αυτούς με φως γίνονται μια χρυσή αλυσίδα στην οποία κάθε Άγιος είναι ένας ξεχωριστός κρίκος ενωμένος με τον επόμενο με την πίστη με τα έργα και την αγάπη. Έτσι στον ένα Θεό σχηματίζουν μια μοναδική αλυσίδα η οποία δεν μπορεί εύκολα να σπάσει». Τέτοια είναι η ιδέα των  Ορθοδόξων για την κοινωνία των Αγίων. Αυτή η αλυσίδα είναι μια αλυσίδα αμοιβαίας αγάπης και προσευχής· και σ’ αυτήν την προσευχή της αγάπης έχουν τη θέση τους και τα μέλη της Εκκλησίας στη γη «κληθέντες να γίνουν άγιοι».

Κατ’ ιδίαν ένας Ορθόδοξος Χριστιανός είναι ελεύθερος να ζητήσει τις προσευχές οποιουδήποτε μέλους της Εκκλησίας είτε ανακηρυγμένου Αγίου είτε όχι. Θα ήταν απόλυτα κανονικό για ένα Ορθόδοξο παιδί, αν είναι ορφανό, να τελειώσει τη βραδινή του προσευχή ζητώντας τις μεσιτείες όχι μόνο της Μητέρας του Θεού και των Αγίων αλλά και της μητέρας και του πατέρα του. Στη δημόσιά της λατρεία πάντως η  Εκκλησία συνήθως προσεύχεται μόνο σ’ εκείνους τους οποίους επίσημα ανακήρυξε σαν Αγίους· άλλα σε εξαιρετικές περιπτώσεις μια δημόσια λατρεία μπορεί να καθιερωθεί χωρίς καμμιά επίσημη πράξη αγιοποιήσεως. Η Ελληνική Εκκλησία όταν βρισκόταν υπόδουλη στην  Οθωμανική Αυτοκρατορία άρχισε σύντομα να μνημονεύει στη λατρεία της τους Νεομάρτυρες αλλά για να διαφύγει την προσοχή των Τούρκων δεν υπήρχε συνήθως οποιαδήποτε επίσημη πράξη αγιοποιήσεώς τους: Η τιμή προς τους Νεομάρτυρες, τις περισσότερες περιπτώσεις ήταν κάτι που ξεπήγασε αυθόρμητα με πρωτοβουλία του λαού. Το ίδιο πράγμα έχει συμβεί στα πρόσφατα χρόνια με τους Νεομάρτυρες της Ρωσίας: Σε μερικούς τόπους και μέσα κι έξω από τη Σοβιετική Ένωση έχουν αρχίσει να τιμούνται σαν  Άγιοι στη λατρεία της Εκκλησίας αλλά η σύγχρονη κατάσταση στη Ρωσική Εκκλησία καθιστά αδύνατη την επίσημη αναγνώριση της αγιότητάς τους.

Η ευλάβεια προς τους Αγίους είναι στενά δεμένη με την προσκύνηση των εικόνων. Τοποθετούνται από τους Ορθόδοξους όχι μόνο στις εκκλησίες τους αλλά σε κάθε δωμάτιο των σπιτιών τους κι ακόμη σ’ αυτοκίνητα και σε λεωφορεία. Αυτές οι πανταχού παρούσες εικόνες ενεργούν σαν ένα σημείο επαφής μεταξύ των ζωντανών μελών της  Εκκλησίας και αυτών που έχουν φύγει προηγουμένως. Οι εικόνες βοηθούν τους Ορθοδόξους να βλέπουν τους Άγιους όχι σαν απομακρυσμένες και μυθικές μορφές από το παρελθόν αλλά σαν σύγχρονους και προσωπικούς τους φίλους,

Στο Βάπτισμα σ’ ένα Ορθόδοξο δίνεται τ’ όνομα ενός Αγίου σαν συμβόλου της εισόδου του στην ενότητα της Εκκλησίας που δεν είναι μόνον η επίγεια αλλά επίσης και η επουράνια εκκλησία». Κάθε Ορθόδοξος έχει ιδιαίτερη ευλάβεια προς τον Άγιο του οποίου φέρει το όνομα· συνήθως έχει μια εικόνα του προστάτη του Αγίου στο δωμάτιό του και προσεύχεται καθημερινά σ’ αυτόν, Τηρεί τη γιορτή του προστάτη  Αγίου του σαν την ονομαστική του γιορτή που για τους περισσότερους Ορθόδοξους (όπως και για τους περισσότερους Ρωμαιοκαθολικούς στην ηπειρωτική Ευρώπη) αυτή η ημερομηνία είναι πολύ πιο σπουδαία από τη συγκεκριμένη των γενεθλίων του.

Ένας  Ορθόδοξος Χριστιανός προσεύχεται όχι μόνο στους Αγίους αλλά και στους αγγέλους και ειδικά στο φύλακα άγγελό του. Οι άγγελοι «μας περιβάλλουν προστατευτικά με τις μεσιτείες τους και μας διασφαλίζουν κάτω από τα προστατευτικά φτερά της άϋλης δόξας τους».

 

(Πηγή: Περιοδικό «Ορθόδοξη μαρτυρία»)

 

 

 

 

Κατηγορίες:ΟΡΘΟΔΟΞΙΑ
Follow

Get every new post delivered to your Inbox.

Join 28 other followers