Αρχείο

Archive for the ‘ΟΡΘΟΔΟΞΗ ΠΙΣΤΗ’ Category

Από τη σοφία της Κυριακής Προσευχής- Πάτερ ημών. (+Ανδρέα Θεοδώρου, Καθηγητή Πανεπιστημίου Αθηνών.)


 

Προσευχή είναι η νοερή επικοινωνία του ανθρώπου με το Θεό. Είναι έργο σαφώς πνευματικό. Ο Θεός είναι πνεύμα καθαρό και αμιγές, με το οποίο μπορεί να έλθει σε επικοινωνία μόνο ένα άλλο πνεύμα μικρό έστω και πεπερασμένο. Τα φυσικά κτίσματα δεν προσεύχονται στο Θεό, γιατί δεν νοιώθουν καμιά ανάγκη να το κάνουν. Ο άνθρωπος είναι μεν και αυτός ον αισθητό, όμως στη φύση του υπάρχει και το νοερό στοιχείο, η άϋλη ψυχή, η οποία είναι κτισμένη κατ’ εικόνα και ομοίωση Θεού. Έτσι είναι το μόνο ον που μοιάζει με το Θεό (έχει λογικότητα και ελευθερία) και προσεύχεται στο Θεό, εκφράζοντας τα πολλά προς αυτόν συναισθήματα που κάθε φορά κατακλύζουν τη ψυχή του.

Η προσευχή δεν είναι έργο εύκολο. Όπως δε είναι δύσκολο – μάλλον αδύνατο – να εισχωρήσει κανείς στην απειρία του μυστηρίου της θείας ουσίας, έτσι είναι δύσκολο να βρει τον τρόπο επίτευξης μιας σωστής προσευχής. Στην προσευχή συνομιλείς νοερά με τον Θεό. Το εγχείρημα είναι άνισο. Ζώντας οι μαθητές στους μυστικούς κυματισμούς του μυστηρίου του Χρίστου και συναισθανόμενοι το συντριπτικό βάρος της προσευχής, ζήτησαν κάποτε από το Διδάσκαλο να τους μάθει να προσεύχονται. Κι εκείνος τους παρέδωσε τήν Κυριακή προσευχή (Λουκ. ια’ 1-4).

Ο Κύριος είχε και πολλές άλλες αφορμές να διδάξει περί προσευχής. Έτσι:

α) Η προσευχή πρέπει να γίνεται στην ησυχία και τη μόνωση. Πρέπει να γίνεται στο ταμιείον της ψυχής με αυτοσυγκέντρωση και περισυλλογή (Ματθ. ς’ 6), αγγίζοντας τον εσώτερο πυρήνα της ψυχής, ώστε αυτή, ελεύθερη από ό,τι εξωτερικό, από τις βιοτικές μέριμνες και τους περισπασμούς της καθημερινής ζωής, άσαρκη και άϋλη, ν’ ανυψωθεί στο θρόνο της θείας μεγαλοσύνης. Γιατί, όταν την ώρα της προσευχής τα νοήματα σου συμπλέκονται με τις παραστάσεις και το φόρτο των εντυπώσεων του εξωτερικού κόσμου, τότε η προσευχή σου δύσκολα μπορεί να πετύχει το στόχο των προσπαθειών της. Την ησυχία, σαν το κατάλληλο πλαίσιο μιας καρποφόρας προσευχής, ένοιωθε συχνά και ο Κύριος. Μετά το θόρυβο του χορτασμού των πεντακισχιλίων, αφού απέλυσε τους όχλους, ανέβη μόνος στο όρος «κατ’ ιδίαν προσεύξασθαι» (Ματθ. ιδ’ 23).

β) Η προσευχή πρέπει να είναι ολιγόλογη και περιεκτική. Ο Κύριος επέκρινε έντονα τη βαττολογία, δηλαδή τα πολλά και φλύαρα λόγια με την οποίαν προσεύχονταν οι εθνικοί (ειδωλολάτρες), που αγνοούσαν την αληθινή φύση του Θεού (Ματθ. ς’ 7). Νόμιζαν ότι με την πολυλογία τους θα έκαμπταν τον Θεό να εκπληρώσει τα αιτήματα τους. Η αντίληψη αυτή είναι αφελής και παιδαριώδης. Ο Θεός δεν είναι σαν τον άνθρωπο, που κολακεύεται από τα πολλά και επιδεικτικά λόγια. Δεν έχει καν ανάγκη ν’ ακούσει τα λόγια των ανθρώπων. Ως παντογνώστης γνωρίζει εκ των προτέρων τα αιτήματα μας. Ζητά λίγα λόγια μόνο μεστά και περιεκτικά. Υπάρχουν βέβαια και οι περιπτώσεις πολύ μακρών και παρατεταμένων προσευχών. Σ’ αυτές όμως δεν προφέρονται λόγια, αλ­λά το πνεύμα χάνεται εκστατικά στην απειρία του μυστηρίου της Τρια­δικής θεότητας.

γ) Η προσευχή πρέπει να είναι ταπεινή και όχι επιδεικτική. Ο Χρι­στός εμακάρισε τους «πτωχούς τω πνεύματι» (Ματθ. ε’ 3), δηλαδή τους ταπεινούς, οι οποίοι αισθανόμενοι τη δική τους ασημαντότητα, πτύσ­σουν μπροστά στην απειρία της θεότητας. Μετανοιωμένοι δε για τα πολλά τους αμαρτήματα, ζητούν απεγνωσμένα το έλεος και τη χάρη του Θεού. Αυτό ακριβώς έκανε ο τελώνης της παραβολής (Λουκ. ιη’ 14). Αντίθετα η επιδεικτικότητα στην προσευχή είναι σατανική σπορά στις ψυχές. Έτσι έκαναν οι φαρισαίοι της εποχής του Κυρίου (Ματθ. ς’ 5). Δεν προσεύχονταν αληθινά στον Θεό. Αυτό λίγο τους ένοιαζε. Όντας ανθρωπάρεσκοι, ήθελαν να φαίνονται προς τα έξω ότι προσεύχονται για ν’ αποσπούν τον έπαινο των ανθρώπων, να κερδίζουν το σεβασμό τους και να κάνουν καλύτερα τη δουλίτσα τους. Τον τελειότερο τύπο μιας τέτοιας επιδεικτικής και εωσφορικής προσευχής μάς περιέγραψε ο Σωτήρας στο πρόσωπο του φαρισαίου της ομώνυμης παραβολής (Λουκ. ιη’ 11-13).

δ) Η προσευχή έχει μεγάλη δύναμη όταν ζωογονείται από θερμή πίστη και αγάπη. Ό,τι ζητάει ο άνθρωπος στο πνεύμα μιας τέτοιας προ­σευχής, είναι βέβαιο ότι θα το πάρει από το Θεό. Από την άλλη η αληθινή προσευχή είναι θαυματουργική. Ο Χριστός είπε ότι και με λίγη αληθινή πίστη (σαν ένα κόκκο σινάπεως) μπορεί ο άνθρωπος να μετα­κινήσει τα βουνά και να τα ρίψει στις θάλασσες. Όσο ο Πέτρος πίστευε στη δύναμη του Διδασκάλου, περπατούσε στην αφρισμένη θάλασσα. Όταν όμως τον κυρίεψε ο φόβος, άρχισε να καταποντίζεται. Η αληθινή προσευχή είναι όπλο δυνατό και ακαταμάχητο στον πνευματικό αγώνα των πιστών. Το γένος των δαιμόνων δεν φεύγει από τον άνθρωπο παρά μόνο με προσευχή και νηστεία (Μαθτ. ιζ’ 21). Τους πειρασμούς, τα βά­σανα και τα πολλά προβλήματα της ζωής και γενικά τη δύναμη της α­μαρτίας ο άνθρωπος καταγωνίζεται με τη δύναμη της προσευχής. Ο προσευχόμενος έχει στήριγμα και σύμμαχο το Θεό. Από τί έχει να φοβηθεί;

Στο Πάτερ ημών ο Κύριος αποτύπωσε την ουσία και το αληθινό νόημα της προσευχής. Πρόκειται για μια λιτή και πολύ πυκνή προσευχή. Είναι η προσευχή που μας δίδαξε ο ίδιος ο Θεός, το πρότυπο της ατομικής και συλλογικής προσευχής της Εκκλησίας. Η Κυριακή Προσευχή περιλαμβάνει έξι βασικά αιτήματα.

Το πρώτο, που είναι και το εναρκτήριο, είναι:

«Πάτερ ημών ο εν τοις ουρανοίς· αγιασθήτω το όνομά σου ελθέτω η βασιλεία σου γενηθήτω το θέλημά σου, ως εν ουρανώ και επί της γης».

Εδώ γίνεται αναφορά στο Θεό, που είναι ο ουράνιος Πατέρας των ανθρώπων και στη βασιλεία του, που πρέπει ν’ απλωθεί σ’ ολόκληρη τη γη.

Ο χριστιανικός Θεός, όπως μας τον φανέρωσε ο σαρκωθείς Λόγος Του, δεν είναι μια αφηρημένη ιδέα όπως τη φαντάζονται πολλοί, ψυχρή και αδιάφορη για τα συμβαίνοντα στον κόσμο και κυρίως στον άν­θρωπο. Ένας τέτοιος Θεός δεν υπάρχει. Κι αν υπήρχε, θα ήταν άχρη­στος. Ο δικός μας Θεός είναι Πατέρας, γεμάτος στοργή και αγάπη για τα πλάσματα του, τα όποια προστατεύει και φροντίζει. Είναι Θεός τρισυπόστατος και πολυδύναμος. Όταν δε εμείς απομακρυνθήκαμε από κοντά του με την αποστασία του Αδάμ, αυτός ήλθε κοντά μας, ντύθηκε τη σάρκα μας και μας έσωσε από τη δυνάστευση της αμαρτίας με το λυτρωτικό και σωτήριο έργο του.

Στην προσευχή λέμε ότι ο Θεός είναι Πατέρας που κατοικεί στους ουρανούς. Ο λόγος φυσικά είναι μεταφορικός. Ο Θεός, ως το άπειρο πνεύμα δεν μπορεί να έχει την κατοίκηση του στον ουρανό, που δεν υπάρχει πραγματικά, άλλ’ είναι «πανταχού παρών» και πληροί κάθε τόπο και κάθε χρόνο. Λέμε δε ότι κατοικεί στον ουρανό, για να τον απομακρύνουμε από την κακότητα της γης και να τονίσουμε την άπειρη δόξα και το μεγαλείο της θεότητας.

Η βασιλεία του δε είναι ο πνευματικός χώρος στον οποίο αγιάζεται το όνομά του και τελείται το θείο του θέλημα. Είναι βασιλεία καθαρά πνευματική, από την οποία απουσιάζει κάθε αισθητό και ένυλο και απλώνεται στις καρδιές και τα αμόλυντα πνεύματα των ανθρώπων (Ματθ. ε’ 8). Είναι βασιλεία καθαρή και αγία, η οποία αντίκειται στην σκοτεινή βασιλεία του διαβόλου, που είναι μιαρή και άναγνη. Ζώντας στη βασι­λεία του Θεού ο άνθρωπος καταξιώνει τη ζωή και την ύπαρξη του στα μέτρα της θεότητας, πετυχαίνοντας τη σωτηρία του. Με την προσευχή μας ζητάμε από το Θεό την εγκατάσταση της βασιλείας του στη γη, ό­που δυστυχώς βασιλεύουν το θέλημα του Σατανά, η φθορά και ο θάνα­τος. Προσευχόμαστε η βασιλεία του Θεού, που το πλήρωμα της βρί­σκεται στον ουρανό, να μεταφερθεί και εγκατασταθεί στον αμαρτωλό πλανήτη μας. Σαν να λέμε, οι αμαρτωλοί άνθρωποι να γίνουν άγγελοι. Όσοι πιστεύουν αληθινά στο Θεό αγαπούν αυτό που είναι δικό τους, τη θεία βασιλεία. Θλίβονται για την κακότητα που επικρατεί στη γη, για την ανομία των ανθρώπων που βλαστημάνε το Θεό και καταπατούν το νόμο και τα θεία του προστάγματα. Και αγωνίζονται με τα όπλα του φωτός (Ρωμ. ιγ’ 12,Εφεσ. ς’ 11) ενάντια στην ποικιλόμορφη αμαρτία, για να γίνει πραγματικότητα στη γη η βασιλεία του Θεού. Αγωνίζονται με όλες τις δυνάμεις τους υπέρ του αγαθού του Θεού, την εξάπλωση του μυστηρίου του Χριστού στη γη.

Το δεύτερο αίτημα της προσευχής περιορίζεται στα επίγεια και τα εγκόσμια: «Τον αρτον ημών τον επιούσιον δος ημίν σήμερον».

Ο άνθρωπος δεν είναι μόνο πνεύμα, ώστε ν’ αρκείται αποκλειστικά στα πνευματικά και επουράνια, αλλά και σώμα το οποίο έχει ανάγκες υλικές. Και αυτό ο άνθρωπος έχει υποχρέωση να το φροντίζει και να το περιποιείται. Το σώμα είναι δώρο του Θεού στον άνθρωπο κι ο άνθρωπος οφείλει να αγαπά και φροντίζει το δώρο του Θεού (Εφεσ. ε’ 29). Το σώμα για να ζήσει έχει ανάγκη υλικής διατροφής. Αν δεν την έχει, μαραίνεται και πεθαίνει. Τη διατροφή αυτή η προσευχή χαρακτηρίζει «άρτον επιούσιον». Ο άρτος, που συντηρεί την ανθρώπινη ζωή, εδώ έχει έννοια περιληπτική. Δεν είναι μονάχα το ψωμί, αλλά και ό,τι άλλο έχει σχέση με τη σωματική μας συντήρηση. Το αίτημα αυτό δεν σημαί­νει φυσικά ότι εμείς, από την πλευρά μας, πρέπει να είμαστε απαθείς, περιμένοντας μοιρολατρικά από το Θεό την υλική μας διατροφή. Πρέπει κι εμείς να δουλέψουμε. Αλλιώτικα δεν υπάρχει ψωμί καθημερινό. Το δικό μας μόχθο ευλογεί ο Θεός με τη χρηστότητα και τη χάρη του.

Περιεχόμενο του τρίτου αιτήματος είναι η άφεση των αμαρτιών μας από το Θεό, με την υπόσχεση ότι κι εμείς συγχωρούμε όσους μας φταίνε: «Και άφες ημίν τα οφειλήματα ημών, ως και ημείς αφίεμεν τοις οφειλέταις ημών». Η εχθρότητα και η μνησικακία είναι σατανική σπορά στη ψυχή. Τη σκοτώ­νουν κυριολεκτικά και την αφανίζουν, παρεμποδίζοντας την ενέργεια της λυτρωτικής χάριτος του Θεού. Οφείλημα είναι κάθε παράβαση του νόμου του Θεού. Οφειλέτης δε είναι εκείνος που τον παρα­βαίνει και τον καταπατεί. Στην περίπτωση αυτή ο παραβάτης καθίσταται ένοχος και πρέπει να τιμωρηθεί από το Θεό για την ανάρμοστη συμπε­ριφορά του. Ηθικά δε οφειλήματα και χρέη δεν υπάρχουν μόνο απέ­ναντι στο Θεό, αλλά και στις σχέσεις μεταξύ των ανθρώπων. Ο ένας φταίει στον άλλο. Στο σώμα όμως της Εκκλησίας τα πταίσματα αυτά κάνουν μεγάλο κακό. Η εμπάθεια και το μίσος σκοτώνουν την αγάπη, που είναι ο συνεκτικός δεσμός του σώματος του Χριστού. Ατομικά η κατάσταση αυτή, αν παραμείνει και γιγαντωθεί, μπορεί να οδηγήσει τη ψυχή στον αιώνιο πνευματικό θάνατο. Το μόνο φάρμακο είναι η συγγνώμη, η παροχή συγχώρησης στους αδελφούς μας που μας φταί­νε. Τη συγγνώμη τη δίδαξε ο άγιος Θεός, ο όποιος πέθανε για τ’ αμαρ­τήματα όλων των ανθρώπων. Τα συγχωρεί, κάτω όμως από μια προϋπό­θεση, να συγχωρούν και αυτοί τα προς αυτούς αμαρτήματα των άλλων. Αν δεν το κάνουν, δεν πρέπει να περιμένουν από το Θεό άφεση των δικών τους αμαρτημάτων, που σημαίνει κόλαση αιώνια. Τη μεγάλη αυτή αλήθεια διατύπωσε άριστα ο Σωτήρας στην παραβολή του κακού δού­λου. Και αυτός μεν ζήτησε με συντριβή παράταση αποπληρωμής του δι­κού του μεγάλου χρέους. Και ο γενναιόδωρος Δεσπότης του χάρισε ολόκληρο το χρέος, βλέποντας τον να κλαίει απεγνωσμένα και να συν­τρίβεται κάτω από τη μεγάλη συμφορά. Κι όμως· δεν πρόλαβε να λάβει τη μεγάλη δωρεά, και απέπνιγε ένα φτωχό σύνδουλό του, που του χρω­στούσε ένα ασήμαντο χρηματικό ποσό, απειλώντας να τον ρίψει στη φυλακή. Το αποτέλεσμα; Ρίχτηκε αυτός στη φυλακή μέχρις ότου απο­δώσει και τον έσχατον κοδράντην (Ματθ. ε’ 26), δηλαδή στα δεσμωτήρια της αιώνιας κόλασης. Αλλά και σε άλλα σημεία της λυτρωτικής διδαχής του ο Σωτήρας μας τόνισε τη μεγάλη σημασία να συγχωρούμε τα αμαρτήματα των αδελφών μας (Ματθ. ς’ 14-15). Η μοχθηρία, η κακότητα και η μνησικακία εμποδίζουν την είσοδο στη βασιλεία των ου­ρανών.

Στο τέταρτο αίτημα θίγεται το ζήτημα των πειρασμών, που είναι τόσο βασικό για την πνευματική εξέλιξη των πιστών. Είναι το ζήτημα των δοκιμασιών, με τις οποίες είναι στενότατα συνυφασμένη η ζωή των ανθρώπων. Είναι δύσκολες και γεμάτες οδύνη περιπτώσεις του βίου, που δοκιμάζουν τη δύναμη της πίστης και τις πνευματικές αντοχές των αν­θρώπων και κυρίως την ηθική ολοκλήρωσή τους. Ορισμένο είδος πειρασμών προέρχεται από την απειράγαθη πρόνοια του Θεού. Φυσικά ο Θεός δεν δοκιμάζει τον άνθρωπο για να μάθει τις όποιες ηθικές αντοχές και την πίστη του. Αυτό μόνον οι ατελείς άνθρωποι το κάνουν, των οποίων το γνωστικό πεδίο είναι μικρό και περιορισμένο. Ο Θεός είναι παντογνώστης και προγνωρίζει την έκβαση όλων των πραγμάτων και των καταστάσεων του ανθρώπινου βίου. Οι πειρασμοί έχουν άλλη σημασία. Ο άνθρωπος είναι εκείνος που πρέπει να δοκιμαστεί, για να έχει επίγνωση της φύσης και των αντοχών του και με προοπτική να γίνει καλύτερος και τελειότερος. Αύτη την έννοια δεν είχε η απαγόρευση βρώσης του καρπού του δένδρου της γνώσεως του καλού και του κακού, που έδωσε ο Θεός στους πρωτοπλάστους στην Εδέμ; Ο Θεός προγνώριζε την έκβαση της δοθείσης εντολής. Ο Αδάμ όμως ήταν εκείνος που έπρεπε να λάβει αίσθηση της ηθικής φύση του, κατά πόσον αγαπούσε αληθινά το Θεό και ήταν αφοσιωμένος στο θέλημά του. Στην περίπτωση του δυστυχώς η δοκιμασία λειτούργησε αρνητικά. Η πτώση έκτοτε είναι συνηθισμένο φαινόμενο στην αντιμετώπιση των ποικίλων του βίου πειρασμών. Ο Θεός φυσικά δεν επιτρέπει τους πειρασμούς πέρα από τις φυσικές και ηθικές δυνατότητες του άνθρωπου, δίνοντας του τη δύναμη να υπερκεράσει τη δυσκολία του (Α’ Κορ. Γ 13).

Κλασσικά παραδείγματα πειρασμών του είδους αυτού έχουμε στην Π. Διαθήκη τη δοκιμασία του Αβραάμ και του δικαίου Ιώβ. Ο Αβραάμ ήταν πιστός άνθρωπος, αφοσιωμένος στον Θεό και τα άγια προ­στάγματά του. Όλα αυτά βέβαια τα γνώριζε ο Θεός. Έπρεπε όμως να δημοσιευτούν για να γίνουν παράδειγμα εποικοδομητικό και σε άλλους ανθρώπους. Ο δρόμος δεν ήταν άλλος από την ηθική δοκιμασία Μια μέρα ο Θεός ζήτησε από τον Αβραάμ να του προσφέρει θυσία το μοναχογιό του Ισαάκ. Ο Ισαάκ ήταν υιός επαγγελίας (υπόσχεσης). Από το σπέρμα του θα προερχόταν ο Σωτήρας του κόσμου. Ξαφνιάστηκε ο Αβραάμ από την απαίτηση του Θεού. Ράγισε η καρδιά του. Το μυαλό του μπήκε σε ένα άγριο στροβιλισμό. Πώς μπόρεσε να του ζητήσει κάτι τέτοιο ο Θεός; Πώς μπορούσε ο ίδιος να γίνει παιδοκτόνος; Ο άλλος όμως Αβραάμ, ο άνθρωπος της θερμής πίστης και της αγάπης, δεν μπορούσε να προσπεράσει την εντολή του Θεού, έστω κι αν δεν την κατανοούσε. Πάλεψε με τον εαυτό του φοβερά. Η πίστη στο Θεό νίκησε τελικά. Ο Θεός εμπόδισε το φιλόστοργο πατέρα να σκοτώσει το παιδί του. Με τη συμπεριφορά του αύτη ο Αβραάμ έγινε πατέρας των πιστών!

Το άλλο παράδειγμα είναι ο πολύαθλος Ιώβ. Κι αυτός ήταν δίκαιος, σε τέτοιο μάλιστα σημείο που τον ζήλεψε ο διάβολος και ζήτησε να τον ανατρέψει. Υπό το πρόσχημα ότι ο Ιώβ ήταν δίκαιος, γιατί όλα του ήσαν ευνοϊκά στη ζωή και καλά, ζήτησε την άδεια από το Θεό να τον δοκιμάσει. Κι αφού την πήρε, βάλθηκε με όλη την κακουργία της σκοτεινής φύσης του να τον εξοντώσει. Σκότωσε τα παιδιά του, φόνευσε τα ζώα του και πλήγωσε ελεεινά το σώμα του. Τη ψυχή του μόνο δεν έβλαψε. Ο δίκαιος κατέστη θέαμα αλγεινό και σπαραξικάρδιο. Όλοι τον αποστρέφονταν και τον περιφρονούσαν. Κι όμως εκείνος δεν παραπονέθηκε. Δέχτηκε με καρτερία και υπομονή την επίσκεψη του Θεού, αφοσιωμένος στην αγάπη του ουρανίου Πατέρα. Ο Θεός αντάμειψε πλουσιοπάροχα την πίστη του δούλου του, του οποίου η υπομονή έμει­νε παροιμιώδης στην πνευματική ιστορία του κόσμου.

Στους πειρασμούς είναι ανοικτοί όλοι οι άνθρωποι. Αφού και ο ίδιος ο Θεάνθρωπος δεν τους απέφυγε. Πειράσθηκε από το πνεύμα της πονηρίας στην έρημο (Ματθ. δ’ 1-11) με επίκεντρο το φαγητό, τη μάταιη δόξα και την κατάκτηση όλων εκείνων που συγκροτούν το μαμωνά και την κοσμική κατάκτηση και κατίσχυση. Επίσης δοκιμάσθηκε στις δύσκολες ώρες της ζωής του (Εβρ. β’ 18), κυρίως δε κατά το μαρτυρικό πάθος του (Ματθ. κς’ 39· κζ’ 46). Πρέπει όμως να σημειωθεί, ότι οι πειρασμοί αυτοί του Σωτήρα ήσαν πειρασμοί εξωτερικοί, μη έχοντας το παραμικρό έρεισμα στην καθαρή και πανάσπιλη φύση του Κυρίου, ο οποίος ευχερώς τους απέκρουε. Το ίδιο όμως δεν συμβαίνει και με τον αμαρτωλό άνθρωπο. Εδώ οι πειρασμοί αναβλύζουν εσωτερικά από τη φθαρμένη και αμαρτωλή φύση του (Ιακ. α’ 14-15). Στους πειρασμούς αυτούς καμιά αναφορά δεν έχει ο Θεός, ο οποίος είναι «απείραστος κακών» (Ιακ. α’ 13). Ο άνθρωπος αυτοπειράζεται, παρωθούμενος από τις πολλές επιθυμίες και τα πάθη του. Επομένως πρέπει να είμεθα πολύ προσεκτικοί, να μην ανάγουμε στο Θεό τις δικές μας αδυναμίες και τα δικά μας ολισθήματα. Κάνοντας αυτό αμαρτάνουμε.

Οι πειρασμοί γενικά αποβλέπουν στη δική μας ηθική διόρθωση και εποικοδομή. Στον Παύλο δόθηκε από το Θεό «σκόλοψ τη σαρκί» (Β’ Κορ. ιβ’ 7). Οι δοκιμασίες, σωστά αντιμετωπιζόμενες, κρατύνουν την αγωνιστικότητα και το μαχητικό τόνο της ψυχής, καταδεικνύοντας συγχρόνως (περίπτωση ασθενειών και θανάτου) τη ματαιότητα των εγκόσμιων και κρατύνοντας το αίσθημα εξάρτησης από το Θεό και προσήλωσης στο θείο λυτρωτικό αγαθό. Φυσικά η επενέργεια των πειρασμών δεν είναι μονόδρομα θετική και εποικοδομητική, αλλά πολλές φορές είναι αμφίδρομη, σκληρύνοντας τον άνθρωπο στο κακό και απομακρύνοντάς τον από την αγαθή πρόνοια του Θεού.

Την αμφίδρομη αυτήν έννοια των πειρασμών βλέπουμε διατυπούμενη και σε ένα ερώτημα που διατυπώνουν οι άνθρωποι. Αφού οι πειρασμοί έχουν κατά βάθος χαρακτήρα εποικοδομητικό, γιατί προσευχόμαστε στο Θεό: «και μη εισενέγκης ημάς εις πειρασμόν;» Δεν έπρεπε να λέμε το αντίθετο, αποβλέποντας στο ψυχικό όφελος και την ηθική μας εποικοδόμηση; Το ερώτημα έχει κάποια βάση. Όμως πρέπει να γνωρίζουμε ότι, όπως γενικότερα στα ζητήματα της ηθικής τελείωσης και της σωτηρίας, παράλληλα με τη θεία δύναμη πρέπει να συμβάλει και ο ανθρώπινος παράγοντας, σε περίπτωση δε που η συμβολή του είναι ανύπαρκτη το πνευματικό έργο και η σωτηρία μένουν ανεπίτευκτα, έτσι και στην περίπτωση των πειρασμών η όποια επενέργεια τους δεν παραμένει άσχετη με τον ανθρώπινο παράγοντα. Πρέπει να υπάρχει η αίσθηση στον άνθρωπο του νοήματος των δοκιμασιών, να ξέρει που βαδίζει και πως να συμπεριφερθεί στην αγαθή πρόνοια του Θεού. Αλλιώτικα ο πειρασμός μπορεί να σκληρύνει τη ψυχή και να τη στρέψει ενάντια στο Θεό. Άσχετα όμως με αυτό και στις θετικές ακόμη περιπτώσεις αν­τιμετώπισης των πειρασμών, υπάρχει πάντοτε ο ανθρώπινος παράγον­τας, ελλοχεύει η ασθενής φύση, που, σε συνδυασμό με την κακότητα του πνεύματος της ακαθαρσίας, μπορούν να οδηγήσουν τον άνθρωπο σε πτώση από το αγαθό και κίνδυνο απώλειας της ψυχής. Από την άποψη αυτή το αίτημα της προσευχής είναι απόλυτα δικαιολογημένο και οι πιστοί πρέπει να είναι πολύ προσεκτικοί στις όποιες εκτιμήσεις τους.

Η Κυριακή Προσευχή τελειώνει με ένα άλλο αίτημα εξίσου σημαν­τικό με το τελευταίο. Παρακαλούμε το Θεό, τον σπλαγχνικό Πατέρα μας, να μας λυτρώσει από τον πονηρό, το πνεύμα της αποστασίας και της πλάνης και κύριο συντελεστή της απώλειας της ψυχής μας. «Αλλά ρύσαι ημάς από του πονηρού». Σ’ οποίο σημείο κι αν βρισκόμαστε κατά την προσβολή των πειρασμών και γενικότερα της θέσης μας στο λυ­τρωτικό μυστήριο του Χριστού. Εσύ, Πατέρα μας αγαθέ, άπλωσε το χέ­ρι σου και κράτησε μας στη σωτήρια χάρη σου, σώζοντας μας από την κακότητα και το φονικό μένος του εχθρού.

Ο πονηρός βέβαια δεν είναι άλλος από το διάβολο, το πνεύμα της αποστασίας και της πλάνης. Είναι ο εχθρός του Θεού (Ματθ. ιγ’ 28) και παντός ό,τι βγήκε από τη δημιουργική του ενέργεια. Αυτός μηχανεύεται ανύστακτα την καταστροφή του ανθρώπου, φθονώντας το ιδιαίτερο προνόμιο του να είναι το σημαντικότερο πλάσμα της δημιουργίας, τη φύση του οποίου έλαβε ο Χριστός και σ’ αυτή απέθανε για τη σωτηρία των ανθρώπων. Το θεωτικό μεγαλείο του ανθρώπου καίει αφόρητα τη φύση του δαίμονα και, όσο του επιτρέπεται, προσπαθεί να παραπλανήσει τον άνθρωπο, να τον οδηγήσει μακριά από τον Θεό στην άβυσσο της πνευματικής απώλειας και καταστροφής. Βρυχάται σαν μανιασμένο λιοντάρι θέλοντας να κατασπαράξει τον άνθρωπο (Α’ Πέτρ. ε’ 8). Η κακότητα του εμφωλεύει στην πεσμένη φύση των ανθρώπων, υποδαυ­λίζοντας τα πάθη της, την ηδονική φθορά της σάρκας και τις πολλές α­σθένειες της ψυχής. Αυτός στήνει έντεχνα τις δελεαστικές παγίδες του, για να συλλάβει σ’ αυτές τις απρόσεκτες και αστήρικτες φύσεις και να τις οδηγήσει στον όλεθρο. Αυτός σπέρνει τα σκάνδαλα τους διχα­σμούς και τις εχθρότητες, προκαλώντας μάχες και πολέμους αιματη­ρούς. Αναστατώνει τις ανθρώπινες κοινωνίες, τα κράτη, τους λαούς και κυρίως την Εκκλησία του Χριστού, στην οποία σπέρνει τα ζιζάνια των σκανδάλων και του ατάσθαλου βίου (Ματθ. ιγ’ 39). Είναι ο πειραστής, ο αρχαίος πτερνιστής, που μετά την πτώση του σήκωσε πόδι ενάντια στο δημιουργό του. Αυτός βρίσκεται πίσω από όλα σχεδόν τα ατομικά δράματα των ανθρώπων, που όλα ένα μόνο σκοπό έχουν, τον πνευμα­τικό θάνατο των λογικών όντων, των «εικόνων» του Θεού. Από την άλλη, αν αποβλέψουμε στο γεγονός ότι η φύση μας, παρ’ όλον ότι έχει αναγεννηθεί διά του ιερού βαπτίσματος, εξακολουθεί να είναι επιρρε­πής και ευόλισθη στην αμαρτία, κατανοούμε το αίτημα της προσευχής να μας λυτρώσει ο Θεός από τον πονηρό. Παρ όλο που οι πειρασμοί μπορούν θετικά να μας βοηθήσουν, να ενισχύσουν την υπομονή και την πίστη μας και να τονώσουν τις αντοχές μας στις δυσκολίες της ζωής, εν τούτοις, αποβλέποντας στην αδυναμία της φύσης μας, η οποία εύκολα οδηγείται στην αμαρτία και από φόβο ότι στη διάρκεια του πειρασμού μπορεί να κλονιστεί και να χάσει την πνευματική ισορροπία της, παρα­καλούμε τον ουράνιο Πατέρα μας να μας λυτρώσει από την κακή επή­ρεια του διαβόλου. Τον παρακαλούμε γιατί αυτός μόνο είναι σε θέση ν’ απλώσει το πατρικό χέρι του και να μας προστατεύσει. Είναι ο μόνος αγαθός και παντοδύναμος Θεός.

Επιστέγασμα της Κυριακής Προσευχής είναι υμνητική αναφορά της προσευχόμενης ψυχής προς τον τριαδικό Θεό, που είναι ο αποδέκτης της προσευχής της Εκκλησίας του και το πνευματικό θεμέλιο του κόσμου: «Ότι σου έστιν η βασιλεία και η δύναμις και η δόξα του Πατρός και του Υιού και του αγίου Πνεύματος νυν και αεί και εις τους αιώνας των αιώνων. Αμήν».

Ο Θεός, στον όποιο προσευχόμαστε, δεν είναι κάποιος ισχυρός και δοξασμένος βασιλιάς σαν αυτούς του κόσμου τούτου, που είναι εφήμεροι και η δύναμη τους είναι αμφίβολη και ασταθής, αλλ’ είναι ο κύριος των δυνάμεων, ο δημιουργός και συντηρητής του κόσμου. Είναι ο πατέ­ρας που αγαπά τα πλάσματά του, τα οποία έσωσε με τη θεία του ενανθρώπιση από τη δυνάστευση του Σατανά, εγκαθιδρύοντας τη μεγαλοδύναμη και μεγαλόπρεπη βασιλεία του στη γη. Είναι ο πραγματικός βα­σιλιάς των ψυχών, ο βασιλιάς του ουρανού και της γης, των ανθρώπων και των αγγέλων. Αυτός θα ακούσει την προσευχή μας, γιατί ενδιαφέ­ρεται για μας και μας αγαπά. Θα μας χορηγήσει την υλική διατροφή μας και ό,τι άλλο έχουμε ανάγκη στον προσωρινό αυτό τόπο της εξορίας μας. Θα μας παράσχει άφεση αμαρτιών και στους πολλούς πειρασμούς, τις συμφορές και τις θλίψεις του βίου, θα μας σκεπάζει με την αγαθόδωρη χάρη του, θα μας λυτρώνει από τις επιβουλές των αντιθέτων δυνά­μεων και θα μας οδηγεί στο γαλήνιο λιμάνι της βασιλείας του, που απο­τελεί την αλήθεια και τον υπέρτατο στόχο της ύπαρξής μας.

Η Θεία Λειτουργία.(+Διονυσίου, Μητροπ. Σερβίων και Κοζάνης)

Ιανουαρίου 12, 2012 Γράψτε ένα σχόλιο

 

Επάνω στη γη κάθε μέρα γίνεται ένα έργο· είναι το πιο μεγάλο, το πιο σπουδαίο και το πιο ιερό έργο, που μπορούν να κάνουν οι άνθρωποι. Είναι η θεία Λειτουργία, η συνέχιση του μυστικού δείπνου που έκανε ο Ιησούς Χριστός με τους μαθητές του. Οι άνθρωποι μπορούν να κάνουν πολλά και μεγάλα έργα, μα τίποτε περισσότερο και πιο σπουδαίο από τη θεία Λειτουργία. Αυτό είναι ένα μοναδικό προνόμιο, που έδωσε ο Θεός στους ανθρώπους, γιατί ούτε οι Άγγελοι μπορούν να τελέσουν τη θεία Λειτουργία. Στη θεία Λειτουργία οι Άγγελοι συνεργάζονται με τους ανθρώπους, καθώς το ακούμε στο τροπάριο του άγιου Σπυρίδωνα· «και εν τω μέλπειν τας αγίας σου ευχάς, αγγέλους έσχες συλλειτουργούντας σοι», κι όταν έκανες τη θεία Λειτουργία, οι άγγελοι συλλειτουρ­γούσαν μαζί σου. Πραγματικά σ’ αυτό που με τα χέρια του ιερέα γίνεται επάνω στην αγία Τράπεζα, καθώς γράφει ο απόστολος Πέτρος, «επιθυμούσιν άγγελοι παρακύψαι», οι άγγελοι επιθυμούν να σκύψουν και να δουν.

Λειτουργία θα πει δημόσιο έργο, έργο δηλαδή για το λαό, το λαό του Θεού. Η Εκκλησία προσεύχεται για όλο τον κόσμο, αλλά τελεί τη θεία λειτουργία μόνο για τους πιστούς, «Υπέρ των ευσεβών και ορθοδόξων χριστιανών». Η Εκκλησία είναι ο λαός του Θεού, και επομένως η θεία Λειτουργία, σαν δημόσιο έργο, γίνεται για το λαό του Θεού από τον ίδιο το λαό. Γιατί δεν λειτουργούν μόνοι τους ούτε μυστικά οι ιερείς της Εκκλησίας, αλλά κάθε φορά ο λαός του Θεού με τους ιερείς του τελούν τη θεία Λειτουργία. Όταν λέμε λαός του Θεού, δεν εννοούμε χωριστά τους λαϊκούς από τους κληρικούς, αλλά και τους λαϊκούς και τους κληρικούς· όλοι μαζί και λαϊκοί και κληρικοί είμαστε ο λαός του Θεού.

Δεν είναι εύκολο να πούμε τι είναι η Εκκλησία, το καταλαβαίνομε όμως και το ζούμε αυτό το πράγμα, όταν τελούμε τη θεία Λειτουργία. Όταν είμαστε μέσα στο ναό και γίνεται η θεία Λειτουργία, εμείς δεν παρακολουθούμε απλώς σαν θεατές ό,τι γίνεται, αλλά είμαστε εμείς όλοι που λειτουργούμε. Εμείς είμαστε ο λαός του Θεού, κι εμείς τελούμε τη θεία λειτουργία, με τους λειτουργούς της Εκκλησίας, που με τη χειροτονία έχουν τη χάρη της ιερωσύνης. Γι’ αυτό όλες οι ευχές κι όλοι οι ύμνοι της θείας Λειτουργίας είναι γραμμένοι έτσι, που να φαίνεται πως δεν λειτουργεί μόνος ο ιερέας, αλλά όλοι οι χριστιανοί που είναι μέσα στο ναό. «Του Κυρίου δεηθώμεν» λέει ο διάκονος και «Πρόσχωμεν», και το λέει για όλο το λαό, γιατί όλοι είμαστε η Εκκλησία κι όλοι μαζί τελούμε θεία Λειτουργία.

Κάθε φορά που μαζευόμαστε στο ναό λέμε πως έχομε σύναξη, και σύναξη θα πει, όχι ότι πάμε στην Εκκλησία, αλλά ότι συναζόμαστε για να γίνωμε η Εκκλησία· η σύναξή μας αυτή δείχνει πως είμαστε η Εκκλησία. Μα ακόμα πολύ περισσότερο είμαστε η Εκκλησία, όχι μόνο όταν συναζόμαστε, αλλά όταν μαζί με τον ιερέα τελούμε τη θεία Λειτουργία. Στη θεία Λειτουργία φαίνεται τι είναι η Εκκλησία. Η λειτουργική σύναξη είναι η Εκκλησία. Η θεία Λειτουργία είναι το κέντρο όλων των ιερών Ακολουθιών, που γίνονται από την Εκκλησία μέσα στο ναό. Πάντα με την παρουσία μεταξύ μας του ιερέα, γιατί χωρίς ιερέα και χωρίς θεία Λειτουργία δεν είμαστε Εκκλησία, αλλά μια απλή συγκέντρωση, σαν εκείνες που κάνουν τα σωματεία και οι σύλλογοι. Εκκλησία θα πει ο λαός, ο ιερέας και, η αγία Τράπεζα, δηλαδή η θεία Λειτουργία. Η θεία Λειτουργία δεν είναι βέβαια κάτι που το σκέφτηκαν οι άνθρωποι, αλλά είναι το μεγάλο και θειότατο Μυστήριο, που το ίδρυσε και το σύστησε ο Ιησούς Χριστός. Για να το πούμε καλύτερα, ο Ιησούς Χριστές ίδρυσε το Μυστήριο της θείας Ευχαριστίας και η Εκκλησία τελεί τη θεία Λειτουργία, συνεχίζοντας το μεγάλο και θειότατο Μυστήριο. Γι’ αυτό η θεία Λειτουργία λέγεται και θεία Ευχαριστία κι είναι το ίδιο πράγμα, η ιερή δηλαδή και άγια τελετή της Εκκλησίας, στην οποία συνεχίζεται αναίμακτα η θυσία του Ιησού Χριστού.

Η θεία Λειτουργία ή η θεία Ευχαριστία είναι η ίδια θυσία που έκανε ο Ιησούς Χριστός, προσφέροντας ο ίδιος τον εαυτό του για τη σωτηρία του κόσμου. Το βράδυ στο μυστικό δείπνο, έκοψε το ψωμί, έδωσε στους μαθητές του και τους είπε· «Λάβετε φάγετε· τούτο έστι το σώμα μου…» Ευλόγησε ύστερα το ποτήριο, έδωσε στους μαθητές του και τους είπε· «Πίετε εξ αυτού πάντες·τούτο έστι το αίμα μου…». Και τις δύο φορές είπε καθαρά και εννοούσε κυριολεκτικά αυτό που έλεγε· «αυτό είναι το σώμα μου» και «αυτό είναι, το αίμα μου». Αλλά δεν τους βεβαίωσε μόνο γι’ αυτό, αλλά και τους έδωσε εντολή και τους είπε·«Τούτο ποιείτε εις την εμήν ανάμνησιν», αυτό να κάνετε, για να με θυμάστε. Έτσι λοιπόν η Εκκλησία τώρα, με την εντολή του Ιησού Χριστού, τελεί τη θεία Λειτουργία και συνεχίζει την ίδια θυσία και το Μυστήριο της θείας Ευχαριστίας.

Μέσα στα λόγια του Ιησού Χριστού προς τους μαθητές του είναι και η συνέχιση της θυσίας και η κοινωνία από το σώμα και το αίμα του. Η Λειτουργία δηλαδή και η θεία Ευχαριστία δεν είναι μόνο θυσία και ανάμνηση του μυστικού δείπνου, αλλά και η κοινωνία των πιστών. Η Εκκλησία τελεί τη θεία Λειτουργία και συνεχίζει τη θυσία του Ιησού Χριστού, για να κοινωνήσουμε το σώμα και το αίμα του. Όταν λέμε θυσία του Ιησού Χρίστου, εννοούμε το σταυρικό του θάνατο, αλλά και την ύστερα από τρεις ημέρες ανάστασή του. Κι όταν τελούμε τη θεία Λειτουργία, καθώς το λέει σε μια ευχή ο λειτουργός ιερέας, «τον θάνατον αυτού καταγγελλόμεν, την ανάστασιν αυτού ομολογούμεν». Όταν ο Ιησούς Χριστός στο μυστικό δείπνο σύστησε το μυστήριο της θείας Ευχαριστίας, μιλούσε για το θάνατο και την ανάστασή του. Για το άγιο σώμα του, που θα πέθαι­νε στο σταυρό και για το τίμιο αίμα του, που θα έρρεε από την πλευρά του. Για το σώμα του, που έλαβε κατά την ενανθρώπησή του και που σε τρεις μέρες θα ανασταινότανε άφθαρτο και αθάνατο, αυτό που στο θείο μυστήριο μεταδίδεται τώρα «εις βρώσιν τοις πιστοίς, εις άφεσιν αμαρτιών και εις ζωήν  την αιώνιον».

Όλα όσα γίνονται στη θεία Λειτουργία δεν τα χωράει το μυαλό μας, γι’ αυτό πρέπει να έχουμε πίστη για να τα ζούμε μέσα μας. Είναι πάντα πολύ περισσότερο ένα πράγμα να το ζούμε μέσα μας παρά μόνο να το καταλαβαίνουμε στεγνά με το μυαλό μας. Και η θεία Λειτουργία δεν είναι μια νεκρή, αλλά ζωντανή πράξη της Εκκλησίας, που τόσο καλύτερα την καταλαβαίνομε, όσο πιο ζωντανά μετέχουμε σ’ αυτήν. Όχι όταν παρακολουθούμε σαν θεατές όσα γίνονται μέσα στο ναό, αλλά όταν είμαστε εμείς οι ίδιοι που ζωντανά τελούμε τη θεία Λειτουργία. Θα το επαναλάβουμε και θα το ξαναπούμε, αυτό που είναι βασική αλήθεια και θεία πραγματικότητα· δεν είναι δηλαδή η Εκκλησία κάτι ξένο κι έξω από μας, που λειτουργεί κι εμείς πηγαίνουμε στη θεία Λειτουργία, μα εμείς συναγμένοι είμαστε η Εκκλησία, που κάθε φορά τελούμε τη θεία Λειτουργία.

(+Διονυσίου, Μητροπ. Σερβίων και Κοζάνης, «Η Θεία Λειτουργία», εκδ. Αποστ. Διακονίας)

Η Βασιλεία του Θεού .(+Διονυσίου, Μητροπ. Σερβίων και Κοζάνης,

Ιανουαρίου 10, 2012 Γράψτε ένα σχόλιο


 

«Ευλογημένη η βασιλεία τον Πατρός και του Υιού και του Αγίου Πνεύματος, νυν και αεί και εις τους αιώ­νας  των αιώνων». Αμήν.

Δοξασμένη η βασιλεία του Πατέρα και του Υιού και του  Αγίου Πνεύματος, τώρα και πάντα και στους ατελεύτητους   αιώνες. Αμήν.

Η θεία Λειτουργία αρχίζει μ’ έναν πολύ ιερό και μεγαλόπρεπο τρόπο. Αυτά τα λόγια, με τα οποία ο λειτουργός ιερέας μπροστά στην Αγία Τράπεζα, υψώνοντας το άγιο Ευαγγέλιο, αρχίζει τη θεία Λειτουργία, είναι μια λαμπρή είσοδος στην τελετή του αγίου Μυστηρίου και μια μεγαλόφωνη διακήρυξη της χριστιανικής πίστεως. Δύο αλήθειες και ιερές πραγματικότητες φαίνονται αμέσως σ’ αυτή την εκφώνηση· η βασιλεία του Θεού και η προσκύνηση της Αγίας Τριάδος. Με την ίδια εκφώνηση και δοξολογία του τριαδικού Θεού αρχίζουν όλα τα θεία Μυστήρια, που παλαιά γίνονταν μέσα στη θεία Λειτουργία, δηλαδή το Βάπτισμα, το Χρίσμα, ο Γάμος και η Χειροτονία· η Χειροτονία και σήμερα γίνεται μέσα στη θεία Λειτουργία. Ο λόγος λοιπόν σήμερα, με όση μπορούμε περισσότερη απλότητα και συντομία, είναι για την προσκύνηση της Αγίας Τριάδος και για τη βασιλεία του Θεού.

Στο Απολυτίκιο της εορτής των Θεοφανείων με τα εξής λόγια η Εκκλησία ψάλλει για το μυστήριο της Αγίας Τριάδος· «Εν Ιορδάνη βαπτιζομένου σου, Κύριε, η της Τριάδος εφανερώθη προσκύνησις· του γαρ Γεννήτορος η φωνή προσεμαρτύρει σοι, αγαπητόν σε Υιόν ονομάζουσα, και το Πνεύμα εν είδει περιστεράς εβεβαίου του λόγου το ασφαλές…». Δηλαδή όταν Κύριε, βαπτιζόσουν στον Ιορδάνη, τότε φανερώθηκε η προσκύνηση της Αγίας Τριάδος· γιατί η φωνή του Πατέρα μαρτυρούσε για σένα και σε έλεγε αγαπητό του Υιό, και το Άγιο Πνεύμα σαν ένα περιστέρι βεβαίωνε την αλήθεια του λόγου. Στη θεία Βάπτιση λοιπόν του Ιησού Χριστού αποκαλύφθηκε στον κόσμο αισθητά, για να το δουν και να το ακούσουν οι άνθρωποι, η προσκύνηση και η αληθινή λατρεία του Θεού, που είναι ο Πατέρας, ο Υιός και το Άγιο Πνεύμα.

Καθώς το Απολυτίκιο των Θεοφανείων δεν είναι αυθαίρετη έμπνευση του ιερού υμνογράφου, αλλά η ίδια η ευαγγελική διήγηση, που την βλέπουμε στα Ευαγγέλια του αγίου Ματθαίου και του αγίου Λουκά, έτσι και η διδασκαλία της Εκκλησίας για την προσκύνηση της Αγίας Τριάδος βγαίνει από την Αγία Γραφή, που είναι η αποκάλυψη του Θεού μέσα στην Εκκλησία. Είναι αλήθεια, που ξεπερνάει τη νοητική δύναμη και αντίληψη του ανθρώπου, αλλά που σαν θεϊκή πραγματικότητα φαίνεται καθαρά στο λόγο του Θεού, που είναι θησαυρισμένος στην Αγία Γραφή.

Η προσκύνηση της Αγίας Τριάδος είναι η βάση της πίστεώς μας, καθώς διατυπώθηκε από τους Πατέρες της Εκκλησίας και κατοχυρώθηκε σε οικουμενικές Συνόδους. Η πίστη στα τρία πρόσωπα του αληθινού Θεού είναι από την αρχή η πίστη της Εκκλησίας, καθώς το βλέπουμε στο Ευαγγέλιο ύστερα από την ανάσταση, όταν ο Ιησούς Χριστός στέλνει τους Αποστόλους να κηρύξουν το Ευαγγέλιο, τους λέει· «Πορευθέντες ουν μαθητεύσατε πάντα τα έθνη, βαπτίζοντες αυτούς εις το όνομα του Πατρός και του Υιού και του Αγίου Πνεύματος…». Το θείο Βάπτισμα, η θύρα δηλαδή με την οποία μπαίναμε στην Εκκλησία, γινόταν από την αρχή και γίνεται μέχρι σήμερα στο όνομα των τριών προσώπων της Αγίας Τριάδος.

Ο άγιος Γρηγόριος ο Θεολόγος στο λόγο του στο άγιο Βάπτισμα, στον καθένα που βαπτίσθηκε λέει τα εξής, στα οποία φαίνεται η μεγάλη και πρωταρχική σημασία, που έχει στη χριστιανική πίστη η προσκύνηση της Αγίας Τριάδος. «Έτι πάσι και προ πάντων φύλασσέ μοι την καλήν παρακαταθήκην.,.την εις Πατέρα και Υιόν και Άγιον Πνεύμα ομολογίαν…». Δηλαδή· πάνω και πριν απ’ όλα φύλαγέ μου την άγια κληρονομιά… την πίστη στον Πατέρα και τον Υιό και το Άγιο Πνεύμα. Η προσκύνηση της Αγίας Τριάδος είναι η ιερή και αγία κληρονομιά των αγίων Πατέρων της Εκκλησίας και η βάση της χριστιανικής μας πίστεως.

Στη θεία Γραφή λέγεται βασιλεία του Θεού η βασιλεία των ουρανών. Ο Άγγελος, όταν φέρνει το ουράνιο μήνυμα στην παρθένο Μαρία, συνδέει τη βασιλεία αυτή με το θείο πρόσωπο του Ιησού Χριστού και λέει ότι θα είναι ατελεύτητη· «της βασιλείας αυτού ουκ έσται τέλος». Ο Ιησούς Χριστός, αρχίζοντας το έργο του, κηρύττει τον ερχομό της βασιλείας των ουρανών· «ήγγικεν η βασιλεία των ουρανών». Έδωσε κάποτε σημάδια της βασιλείας των ουρανών και είπε· «Ει εγώ εν Πνεύματι Θεού εκβάλλω τα δαιμόνια, έφθασεν άρα εφ’ υμάς η βασιλεία των ουρανών». Αυτό θα πει πως η βασιλεία των ουρανών είναι η κυριαρχία του Θεού επάνω στο πνεύμα της πλάνης, που βασιλεύει στον κόσμο. Είπε ακόμα ο Ιησούς Χριστός ότι «η βασιλεία η εμή ουκ έστιν εκ του κόσμου τούτον», δηλαδή η βασιλεία του Θεού δεν έχει κοσμική προέλευση. Και είπε πάλι ότι «η βασιλεία του Θεού εντός υμών έστι»· αυτό θα πει πως μέσα μας είναι η βασιλεία του Θεού.

Η βασιλεία λοιπόν των ουρανών ή η βασιλεία του Θεού, με τη δοξολόγηση της οποίας η Εκκλησία αρχίζει τη θεία Λειτουργία είναι κάτι άλλο παρά κάποιο από τα εγκόσμια καθεστώτα. Αλλά εδώ τώρα πρέπει να προσέξουμε λίγο περισσότερο. Πρέπει να ξεκινήσουμε από τη θεία πραγματικότητα, ότι ο ένας Θεός είναι η κοινωνία των τριών προσώπων, του Πατέρα, του Υιού και του Αγίου Πνεύματος. Αυτή η κοινωνία της Αγίας Τριάδος παίρνει μαζί της και τον άνθρωπο, γιατί ο άνθρωπος είναι δημιουργημένος «κατ’ εικόνα» του Θεού, δηλαδή είναι και ο άνθρωπος πρόσωπο, όπως ο Θεός. Όταν λέμε πρόσωπο εννοούμε πως ο Θεός κι ο άνθρωπος, σαν πρόσωπα, έχουν συνείδηση του εαυτού τους και δική τους θέληση· η συνείδηση και η θέληση είναι το πρόσωπο. Αυτό όμως με άλλα λόγια είναι η ελευθερία, γιατί ελευθερία θα πει συνείδηση και θέληση των προσώπων.

Ποιά είναι λοιπόν και τί είναι η βασιλεία του Θεού; Είναι η ασύγχυτη ενότητα και κοινωνία των τριών προσώπων της Αγίας Τριάδος, και σε προέκταση η κοινωνία των ανθρώπων, κι αυτών σαν προσώπων. Μόνο τα πρόσωπα, σαν ελεύθερες υπάρξεις, μπορούν να κάνουν κοινωνία, γιατί αυτό που λέμε κοινωνία δεν είναι ένα τεχνητό άθροισμα ατόμων, αλλά μια ελεύθερη σχέση και ενότητα προσώπων. Αυτά τα πρόσωπα είναι ο Πατέρας, ο Υιός και το Άγιο Πνεύμα, ο ένας Θεός στον ουρανό και οι άνθρωποι στη γη. Εδώ πρέπει να προσθέσουμε και τους αγγέλους, γιατί και οι άγγελοι είναι πνευματικές προσωπικές υπάρξεις. Η  κοινωνία λοιπόν του Πατέρα και του Υιού και του Αγίου Πνεύματος, του Θεού, των ανθρώπων και των αγγέλων είναι η βασιλεία του Θεού. Όχι ένα οποιοδήποτε καθεστώς πολιτικού και εγκοσμιοκρατικού τύπου, αλλά μια ελεύθερη κοινωνία προσώπων. Αυτή είναι η Εκκλησία· η ευχαριστιακή σύναξη της Εκκλησίας είναι η βασιλεία του Πατρός και του Υιού και του Αγίου Πνεύματος. Όταν λέμε ευχαριστιακή σύναξη, εννοούμε τη σύναξη που κάνει η Εκκλησία, για να τελέσει το Μυστήριο της θείας Ευχαριστίας.

Το «Ευλογημένη η βασιλεία…» καταλήγει στο «Αμήν». Αλλά και όλες οι εκφωνήσεις, που γίνονται από το λειτουργό ιερέα, στο «Αμήν» καταλήγουν. Γενικά δε οι εκφωνήσεις, καθώς θα δούμε στη συνέχεια της θείας Λειτουργίας είναι μια δοξολογία της Αγίας Τριάδος. Το «Αμήν» είναι λέξη εβραϊκή, που πέρασε στη λατρεία της Εκκλησίας. Λέγεται πάντα από το λαό και έχει μια διπλή σημασία· ο λαός απαντά στην εκφώνηση και ή επιβεβαιώνει πως αυτό που κάθε φορά λέει ο ιερέας είναι ένα πραγματικό γεγονός ή εύχεται να γίνει πραγματικό. Φαίνεται εδώ αμέσως από την αρχή η ενότητα του σώματος της Εκκλησίας και ότι η θεία Λειτουργία είναι κοινό έργο του κλήρου και του λαού. Η σύναξη των πιστών, για να τελέσουν τη θεία Λειτουργία, εκφράζει την Εκκλησία. Δεν συναγόμαστε δηλαδή στο ναό για να προσευχηθούμε ατομικά, αλλά για να εκφράσουμε το μυστήριο της Εκκλησίας. Στην αρχαία εποχή όλοι που ήσαν μέσα στο ναό αντιφωνούσαν το «Αμήν», και ήταν σαν και να ακουγόταν βροντή από τον ουρανό. Ένας εξηγητής της θείας Λειτουργίας λέει το εξής· «Οι πιστοί πάντες το Αμήν επιλέγουσι και τούτο το ρήμα βοήσαντες οικειούνται πάσας τας του ιερέως φωνάς». Δηλαδή· όλοι οι πιστοί στην εκφώνηση του ιερέα αποκρίνονται το «Αμήν», κι αυτό θέλει να πει πως έτσι δέχονται και κάνουν δικό τους ό,τι λέει ο ιερέας. Η ευχαριστιακή σύναξη της Εκκλησίας είναι η βασιλεία του τριαδικού Θεού, τώρα και πάντα και στους ατελεύτητους αιώνες. «Ευλογημένη η βασιλεία του Πατρός και του Υιού και του Αγίου Πνεύματος…». Αμήν.

(+Διονυσίου, Μητροπ. Σερβίων και Κοζάνης, «Η Θεία Λειτουργία», εκδ. Αποστ. Διακονίας)

Ο Γέροντας στην Ορθόδοξη Μοναστική Παράδοση.

Ιανουαρίου 4, 2012 Γράψτε ένα σχόλιο

πρωτοπρεσβυτέρου Δημητρίου Αθανασίου.

Σύμφωνα με την ορθόδοξη μοναστική παράδοση ο Γέροντας σε κάθε ορθόδοξη μονή είναι «πατήρ τέκνων γνησίων, είναι χειραγωγός εις Χριστόν», είναι ο υπεύθυνος για το μέλλον της αδελφότητας. Είναι δια την αδελφότητα ο φορεύς του θελήματος του Θεού και του πνεύματος της Ορθοδόξου Παραδόσεως. Είναι «αρχέτυπον παντός αγαθού», γνώστης των Γραφών, μηδέν προτιμών της αγάπης του Θεού, ελκύων τας ψυχάς εις την θείαν αγάπησιν….(Υπόμνημα Αρείας)

Ο Αγιορείτης Γέροντας Αιμιλιανός Σιμωνοπετρίτης γράφει και τα εξής.

«Ο ορατός άνθρωπος ζει για να έχει τον αόρατο Θεάνθρωπο. Δεν είμαστε τυχαίοι! Πνεύμα θείο μας εποίησε και πνοή Παντοκράτορος μας διδάσκει. Γι΄αυτό οι καρδιές μας ζητούν ένα πρόσωπο πατρικό για να αισθάνονται υιοί Θεού… Για την αδυναμία μας όμως χρειάζεται ένας ορατός και σύμμορφος  συνάνθρωπος, για να κατέχει την θέση του Θεού. Ευδοκεί και δίνει στο πλάσμα του ο Πλάστης ως πλάστην έναν ομόδουλον και σύμφυρτον Γέροντα, για να είναι αυτός το άκρον, το τέρμα, το κέντρον, ο άξονας της ζωής του. Αυτός γίνεται το κριτήριο, το βάθος και το ύψος για τον μοναχό, ώστε να φθάσει ο μοναχός στην «ελευθερία  της δόξης των τέκνων του Θεού». Γι΄αυτό οι υποτακτικοί στις σχέσεις τους προς τον Γέροντα αναφέρονται συχνά για την ζωή τους, για τις πτώσεις και τις ανορθώσεις καθώς και για την πορεία της προσευχής με την οποία κατακτούν την ποθητή πόλη». Και συνεχίζει.

«Ο ηγούμενος ζωογονεί την αδελφότητα και θα την ζωογονεί καθ΄όσον αυτός θα υπάρχει.

Η ομολογία του μοναχού στον ηγούμενο είναι μία συνθήκη με τον Θεό, αλλά και ένας δεσμός φυλαττόμενος αδιάρρηκτος μετ΄αυτού.

Ο ηγούμενος γίνεται πλέον «σκοπός τη ημετέρα ζωή», ο σκοπός του μοναχού, σύμφωνα με τον Άγιο Γρηγόριο Νύσσης. «Μίμησαι, λέγει τούτου και πολιάν και νεότητα, μάλλον δε μίμησαι αυτού το εν μειρακίω γήρας και την εν τω γήρα νεότητα» (Λόγος Περί παρθενίας).

Και ο Θεόδωρος Εδέσσης γράφει: «Μηδείς σε χωριζέτω της αγάπης αυτού και της συναυλίας». Κανείς να μη σε χωρίσει από την αγάπη του ηγουμένου σου, σαν να είναι αυτός ο σκοπός της ζωής του μοναχού.

Ο μοναχός, σύμφωνα με τον Άγιο Συμεών τον Νέο Θεολόγο, «βλέπων αυτόν, αυτόν βλέπειν τον Χριστόν λογίζεται. Και συνών ή ακολουθών αυτώ, Χριστώ συνείναι και ακολουθείν βεβαίως πιστεύει. Ο τοιούτος μοναχός ουκ επιθυμήσει ετέρω τινί ομιλήσαι ποτέ, ου προτιμήσει τι υπέρ την εκείνου μνήμην ομού και αγάπην» (Κεφάλαια πρακτικά και θεολογικά ). «Και ως αυτόν τον Χριστόν και ορών και λαλών, ούτω σεβάσθητι αυτόν και ούτω διδάχθητι παρ΄αυτού τα συμφέροντα» λέγει πάλι ο ίδιος.

Η ευλογία του ηγουμένου συνέχει  την αδελφότητα, χωρίς αυτό να σημαίνει ότι διοικεί αδιάκριτα και αυθαίρετα. Διοικεί με βάση τον κανονισμό της Μονής, προεδρεύων της Γεροντικής Σύναξης, η οποία είναι φρουρός της παράδοσης και έκφραση της συνείδησης της αδελφότητας. Και για σοβαρές υποθέσεις συγκαλείται οπωσδήποτε η αδελφότητα της Μονής.

Η πνευματική πατρότητα είναι μια αρμονική συνεργεία μοναχού και Γέροντα για την παιδαγωγία της εν Χριστώ ελευθερίας και την καλλιέργεια της προσωπικότητας. Η δε μαθητεία δεν καταντά σε προσωπολατρεία αλλά «εις  θεοφορίαν εν ταπεινώσει και ανδρεία»

O Γέροντας Σωφρόνιος για την πνευματική πατρότητα του Γέροντος γράφει τα εξής.

Η Υπακοή στον Γέροντα αποτελεί  «τὴν βάσιν τοῦ μοναχισμοῦ». Ἀποτελεῖ τὸ «ἱερὸν ἀπόρρητον» καὶ «μυστήριον καὶ ζωὴν στὴν Ἐκκλησία». Ἡ σημασία της «ἀποκαλύπτεται μόνον διὰ τοῦ Ἁγίου Πνεύματος». Φαίνεται νὰ ἀντιτίθεται στὸ ἔργον τοῦ Θεοῦ, ὅτι δηλαδὴ ἔκαμε τὸν ἄνθρωπο μὲ ἐλευθερία ὅμοια μὲ τὴ δική Του. Γιὰ τοὺς πολλοὺς ἡ παράδοση τῆς θελήσεως καὶ τῆς λογικῆς στὴν ἐξουσία ἄλλου ἀνθρώπου φαίνεται «φρικτὴ δουλεία καὶ αὐτοεκμηδένισις». Γιὰ ἐκείνους ὅμως ποὺ ἀκολούθησαν τὴ διδασκαλία τοῦ Χριστοῦ καὶ Τὸν ἐμιμήθηκαν κατὰ πάντα, ἡ ὑπακοὴ «ἀπεδείχθη ἀνεκφράστως μέγα δῶρον ἄνωθεν».

Παρομοιάζει τὸν ὑποτακτικὸ μὲ ἀετὸ ποὺ μὲ τὶς δύο φτεροῦγες του πετάει στὰ ὕψη καὶ μὲ ἡρεμία παρατηρεῖ τὸ διάστημα ποὺ τὸν χωρίζει ἀπὸ τὴ γῆ «χαίρων διὰ τὴν ἀσφάλειαν αὐτοῦ, διὰ τὴν κυριαρχίαν αὐτοῦ ἐπὶ τοῦ ὕψους». Παραδίδοντας ὁ μοναχὸς στὸν πνευματικό του πατέρα τὸν ἑαυτό του ἐλευθερώνεται ἀπὸ τὸ βάρος τῶν ἐπιγείων φροντίδων καὶ ἀνακαλύπτει «τὴν ἐν Θεῷ καθαρότητα τοῦ νοός του».

Γιὰ τὸν ὑποτακτικὸ ἡ ὑπακοὴ στὸν Γέροντα εἶναι τρόπον τινὰ μία προπόνηση γιὰ νὰ «εἰσέλθη εἰς τὴν σφαῖραν τοῦ θείου θελήματος».

«Τὸ μυστήριον τοῦτο συνίσταται εἰς τὸ νὰ ὁδηγήση τὸν ὑποτακτικὸν» μέσω τοῦ πνευματικοῦ ἀγῶνος «εἰς τὴν ἀληθινὴν ἐλευθερίαν ἄνευ τῆς ὁποίας ἡ σωτηρία καθίσταται ἀδύνατος». Ὁ Γέροντας ,λέγει, πρέπει νὰ συλλαμβάνη «τὸν ρυθμὸν τοῦ ἐσωτερικοῦ κόσμου ὅλων» ὅσων προσέρχονται πρὸς αὐτόν. Ὀφείλει νὰ καταφεύγη ἀκατάπαυστα στὸν Θεὸ μὲ πονεμένη καρδία καὶ νὰ ζητᾶ μὲ θέρμη λόγο κατάλληλο γιὰ νὰ μεταδώση ὠφέλεια καὶ ἔμπνευση στοὺς ἀδελφούς.

Ἡ ἀληθινὴ ἐλευθερία βρίσκεται ὅπου πνέει τὸ πνεῦμα τοῦ Θεοῦ: «οὗ τὸ πνεῦμα Κυρίου ἐκεῖ ἐλευθερία». Γι᾿ αὐτὸ ὁ σκοπὸς τῆς ὑπακοῆς καὶ γενικὰ τῆς χριστιανικῆς ζωῆς εἶναι ἡ ἀπόκτηση τοῦ Ἁγίου Πνεύματος. Ἕνας δόκιμος Γέροντας ποτὲ δὲ θὰ ἤθελε νὰ καθυποτάξη καὶ ὑποδουλώση τὴ θέληση τοῦ ὑποτακτικοῦ στὴν ἰδική του θέληση, ἔστω κι ἂν τοῦτο φαίνεται στὴν καθημερινὴ ζωὴ νὰ ἐπιτελεῖται. Ἂν διαπιστώση στὸν ὑποτακτικὸ ἔλλειψη αὐταπαρνήσεως γιὰ ἀγῶνα, ἐκφράζεται συγκαταβατικὰ καὶ δὲν ζητᾶ ἄμεσα λόγο ἀπὸ τὸν Θεὸ μὲ τὴν προσευχή, ἀλλὰ τὸν βοηθᾶ μὲ τὴν ἀνθρώπινη πεῖρα του. Τοῦτο τὸ κάνει γιατὶ δὲν θέλει νὰ ὁδηγήση τὸν ὑποτακτικὸ στὸ βαρὺ ἁμάρτημα τῆς «θεομαχίας». Ἀλλά, παράλληλα, ἕνας δόκιμος ὑποτακτικὸς δὲν θὰ ἔφθανε ποτὲ στὸ σημεῖο νὰ μὴν δέχεται τὸν Γέροντά του «ὡς προφήτην εἰς ὄνομα προφήτου», ὁ ὁποῖος ἐκφέρει λόγους Θεοῦ καὶ ὄχι ἀνθρώπινους, ὥστε νὰ διαπερνᾶ ὡς «μάχαιρα» τὴν καρδία του καὶ νὰ τὸν καθιστᾶ εὔθετο στὴν Βασιλεία τῶν οὐρανῶν.

Τὸν Γέροντα Σωφρόνιο τὸν χαρακτήριζε αὐτὸ τὸ πνεῦμα τῆς ἐλευθερίας. Ἔννοιωθε τὴν εὐθύνη του ὡς πνευματικὸς ὁδηγός, μόνον ὅμως ὅταν ὁ ὑποτακτικὸς ὑποτασσόταν χωρὶς ἐπιφυλάξεις, ἄλλως τὴν εὐθύνη θεωροῦσε ὅτι τὴν ἀνελάμβανε ἐξ ὁλοκλήρου ὁ ὑποτακτικός. Ὅλο τὸ βάρος τῆς ἀπολογίας τὸ ἔφερε αὐτός, ὁ ὁποῖος ἀσφαλῶς μὲ τὸν τρόπο αὐτὸ καθιστοῦσε τὴν ὑπακοή του ἀνώφελη.

Θεωρεῖ ἔκπτωση ἀπὸ τὴν ἀγάπη τοῦ Χριστοῦ τὴν περίπτωση κατὰ τὴν ὁποία ὁ θεσμὸς τοῦ Γέροντος ἐργάζεται γιὰ τὴν ὑποδούλωση τοῦ «ἀδελφοῦ – συνανθρώπου αὐτοῦ», ὅπως ἐπίσης καὶ τὴν περίπτωση νὰ μὴ χρησιμοποιῆ ὁ ὑποτακτικὸς τὴν καλύτερη καὶ συντομότερη ὁδὸ ποὺ ὑπερνικᾶ τὴν φιλαυτία καὶ τὸν ἐγωισμό· καὶ τούτη θεωρεῖ ὅτι εἶναι ἡ ὑπακοή. Ὅταν κόπτει ὁ ὑποτακτικὸς τὸ θέλημά του ἐνώπιον τοῦ ἄλλου καλύπτει τὰ «ρήγματα», ὅπως τὰ ὀνομάζει, ποὺ δημιούργησε ἡ πτώση τοῦ Ἀδὰμ στὰ ἀρχικὰ ἑνιαία καὶ «πρὸς τὸν Θεὸν συνηγμένην» ἀνθρώπινη φύση.

Χρειάζεται κανεὶς νὰ εἶναι «ἁπλοῦς» καὶ ὄχι «νοήμων» γιὰ νὰ ἐξασκήση ἀπρόσκοπτα τὴν ὑπακοή. Ἐκεῖνος ποὺ ἔχει θέση σὰν θεμέλιο τῆς προσωπικῆς του ζωῆς τὴν λογικήν του, πρέπει πρὶν γίνη ὑποτακτικὸς νὰ ἀπαρνηθῆ «τὸν πλοῦτον τούτου» ἀλλιῶς θὰ δυσκολευθῆ νὰ εὕρη «τὴν ὁδὸν τῆς ζώσης πίστεως».

Ὁ ἀληθινὰ σοφὸς εἶναι ἐκεῖνος ποὺ «ἀποτάσσεται τοῦ ἐμπαθοῦς ἐγωκεντρικοῦ θελήματος». Μὲ τὸν τρόπο αὐτὸ «προδίδει ἀληθῆ σοφίαν, θέλησιν σπανίας δυνάμεως καὶ ζωὴν ἀνωτέρας ὐψηλῆς ποιότητος» καὶ κατὰ τρόπον ἀκατάληπτον καὶ σ᾿ αὐτὸν τὸν ἴδιον, «ἀνυψοῦται εἰς ἐπίπεδον» ποὺ δὲν μποροῦν νὰ τὸ φθάσουν καὶ διάνοιες ὑψηλῆς καλλιέργειας.

Ὁ γενικὸς κανόνας ἀπὸ τὸν ὁποῖον πρέπει νὰ ξεκινᾶ ὁ μοναχὸς γιὰ τὴν ἐξάσκηση τῆς ὑπακοῆς εἶναι: «μὴ ἐμπιστεύου εἰς ἑαυτόν». Ὄχι μόνον οἱ ἀρχάριοι πρέπει νὰ τὸν ἔχουν ἐνώπιόν τους διὰ παντὸς ἀλλὰ καὶ οἱ «προβεβηκότες ἐν τῇ μοναχικῇ ἀσκήσει» δὲν πρέπει νὰ τὸν ἐγκαταλείπουν.

Τέλος μὲ τὴν ὑπακοὴ στον Γέροντα ἡ αἰώνιος ζωὴ «καθίσταται πραγματικότης» ἤδη ἀπὸ αὐτὴ τὴ ζωή. Ὁ καλὸς ὑποτακτικὸς αἰσθάνεται τὴν παρουσία τῆς χάριτος, ἀποκτᾶ βαθειὰ εἰρήνη στὴν ψυχή του, ἀλλὰ καὶ τὴν «βαθείαν αἴσθησιν τῆς μεταβάσεως αὐτῆς ἐκ τοῦ θανάτου εἰς τὴν ζωήν».

Η πείρα των Γερόντων, η πείρα τόσων αιώνων μοναστικής ζωής λέγει: «Ανέπαυσες τον Γέροντά σου, ανέπαυσες τον Θεό. Δεν ανέπαυσες τον Γέροντά σου, ούτε τον Θεόν ανέπαυσες».

Ο μακαριστός Αγιορείτης Γέροντας Εφραίμ ο Ξηροποταμηνός  σημειώνει τα εξής.

«Ο Γέροντας αναλαμβάνει πάνω στους ώμους του όλη την ευθύνη των ψυχών χωρίς μισθό, χωρίς καμμία υποχρέωσι. Τα διαθέτει όλα, μέρα-νύχτα δαπανά και εκδαπανάται. Κάνεις δεν μπορεί να γνωρίση την κρυφή ζωή ενός Γέροντος -τους στεναγμούς, τα δάκρυα, την προσευχή, τον μόχθο και τις πίκρες που ποτίζεται. Από το πρωί που θα σηκωθή έως την ώρα που θα κλείση τα μάτια -κι αν τα κλείση- αναλώνεται και λειώνει και απλώνει την αγάπη του σε όλους και σταυρώνεται καθημερινά, ένας άνθρωπος, για να μπορέσουν να αναστηθούν ψυχικά οι άλλοι.

Δεν θέλει καμμία αναγνώρισι, αλλά είναι κάποια μικρή απαίτησις να μην πικραίνεται. Όταν πικραίνεται ο Γέροντας, πικραίνεται και ο Θεός. Από την Παλαιά και την Καινή Διαθήκη η τιμή στους κατά σάρκα γονείς είναι μεγάλη υπόθεσις:

«Τίμα τον πατέρα σου και την μητέρα σου, ίνα ευ σοι γένηται και ίνα μακροχρόνιος γένη επί της γης. ο κακολογών πατέρα αυτού ή μητέρα αυτού τελευτήσει θανάτω.(  Έξ. κα’ 16)

Εάν είναι επιταγή και θεία εντολή η τιμή στους σαρκικούς γονείς, πόσο μάλλον θα πρέπη να τιμούμε τους πνευματικούς! Εκείνοι μας γεννούν σωματικά, ενώ ο πνευματικός γονεύς μας αναγεννά και μας ανασταίνει πνευματικά. Αυτή η τιμή δεν σταματά στον Γέροντα, αλλά διαβαίνει προς τον Θεό. Ο Γέροντας έχει μέσα στον μοναχισμό αποστολική διαδοχή, είναι διάδοχος των Αποστόλων. Ο Κύριος είπε: Ο ακούων υμών εμού ακούει, και ο αθετών υμάς εμέ αθετεί. ο δε εμέ αθετών αθετεί τον αποστείλαντά με(Λουκ. ι’ 16). «Όποιος κάνει υπακοή σε σας, εμένα υπακούει, λέγει ο Κύριος, και όποιος αθετεί, όποιος σας παρακούει, παρακούει εμένα». Επομένως, ό,τι κάνουμε, το κάνουμε για τον Θεό και όχι για τον άνθρωπο. Ο Θεός έβαλε τον Γέροντα σαν ορατή εικόνα για να τον υπακούουμε, γιατί δεν έχουμε τον Κύριο μπροστά μας να του κάνουμε υπακοή.

Ο Γέροντας δεν κερδίζει τίποτε από την δική μας προσπάθεια, τον αγώνα και την υπακοή σ’ αυτόν, παρά μόνο κόπο και μόχθο, αγωνία, αγώνα, συμβουλές και πίκρες. αυτά είναι ο κλήρος και ο μισθός του. Επομένως, το συμφέρον μας είναι να ευαρεστήσουμε τον Θεό δια του Γέροντος κάνοντας κατά το δυνατόν απόλυτη υπακοή, διότι αυτό είναι το κέρδος μας, αυτή είναι η επιτυχία μας η αιώνια. Εάν κανείς επιτύχη σε όλα, αν αριστεύση σε όλα, αποτύχη όμως στην βάσι, αποτύχη στο θεμέλιο της υπακοής, τότε είναι όλα άχρηστα. Εκείνο που ζητάει ο Θεός και θα ζητήση και στην κρίσι του είναι το κατά πόσον εμείς κάναμε υπακοή.

Η υπακοή έχει πάρα πολλά πνευματικά κέρδη. Το κυριώτερο όμως είναι το ότι ο άνθρωπος ελευθερώνεται από την δυναστεία των παθών και έρχεται σε άμεση σχέσι και επαφή με τον Θεό. Λέγει ο άγιος Συμεών ο Νέος Θεολόγος ότι ο όντως υποτακτικός εξομοιούται τω Υιώ του Θεού, γίνεται όμοιος, εξισώνεται με τον Υιόν του Θεού. Άλλωστε, η σωτηρία μας τί είναι; Είναι υπόθεσις υπακοής. Ο Κύριος έκανε υπακοή στον Πατέρα Του και δεν ήρθε να κάνη το δικό του θέλημα αλλά το θέλημα του πέμψαντός αυτόν Πατρός. Γι’ αυτήν την υπακοή και την ταπείνωσι του έδωσε ο Θεός το όνομα Ιησούς και σ’ αυτό το όνομα φρίττουν οι δαίμονες.( πρβλ. Φιλιπ. β’ 6-11)

Ο άγιος Ιωάννης της Κλίμακος, αυτός ο μεγάλος Πατέρας του μοναχισμού, που με τόση διεισδυτικότητα αναλύει τις αρετές και τις κακίες κλιμακωτά και κάνει μία βαθιά ανατομία στην καρδιά του κάθε ανθρώπου και ιδιαίτερα του μοναχού, μέσα στο μοναδικό αυτό βιβλίο, την Κλίμακα, αναφέρει:”καν νεκρούς ο ευγνώμων υπήκοος αναστήση, καν δάκρυον κτήσηται, καν απαλλαγήν πολέμων, λογίζηται πάντως ως η του πνευματικού πατρός ευχή τούτο πεποίηκε. και μένει αυτός αλλότριος από της ματαίας οιήσεως”.

Κανείς από τους ανθρώπους, είτε ησυχαστής είναι αυτός είτε πνευματικώς δυνατός, δεν μπορεί να καθηλώση και να ποδοπατήση την οίησι και την υπερηφάνεια, παρά μόνον ο υποτακτικός. Και εάν η υπερηφάνεια και η οίησις είναι εκείνη η οποία μπαίνει τροχοπέδη στη ζωή μας, με την υπακοή μας δίνεται η μεγάλη αυτή δυνατότης να την ποδοπατήσουμε. Λέει ο άγιος ότι, κι αν αποκτήση ο υποτακτικός δάκρυα -που είναι ένα μεγάλο χάρισμα του Θεού, δια του οποίου γίνεται η απόπλυσις από τις αμαρτίες και η διά της μετανοίας επίγνωσις του Θεού, η καθαρότης, η αίσθησις του πλούτου της χάριτος του Θεού- κι αν απαλλαγή από τα πάθη, κι αν αναστήση νεκρούς ή κι αν κάνη θαύματα, σκέπτεται και συλλογίζεται ότι αυτό το έκανε η ευχή του Γέροντός του και έτσι αυτός μένει ξένος από την μάταιη και ολέθρια οίησι.

Τέλος δε ο μακαριστός Γέροντας Πορφύριος για την αξία του Γέροντα ως πνευματικού οδηγού τονίζει τα εξής.

Η  διδασκαλία όλων των Αγίων Πατέρων είναι άτι για να θεραπευθεί ο  άνθρωπος πρέπει να έχει πνευματικό οδηγό δηλ. Γέροντα διακριτικό. Χωρίς πνευματικό οδηγό, πνευματικό Πατέρα είναι αδύνατον να σωθεί ὁ άνθρωπος. Ο  καθένας μας χρειάζεται έναν «προσωπικό Μωϋσή», ο οποίος θα μας περάσει από την «Αίγυπτο» (την χώρα των παθών) στη «Γη της Επαγγελίας» (πού είναι η «γη της απαθείας»). Αυτός μας παίρνει από το χέρι, αυτός μαρτυρεί για την μετάνοιά μας και  μεσιτεύει για την συγχώρησή μας, αυτός μας δίδει τις οδηγίες για να περάσουμε μέσα από την θάλασσα των δαιμονικών παγίδων. Αυτός μας μεταγγίζει την ζωή του Χριστού. Απαραίτητη βέβαια είναι ἡ υπακοή μας, η αδιάκριτη, ανυπόκριτη και χαρούμενη υπακοή μας στον Γέροντα-Πνευματικό  οδηγό.

Ὁ Γέροντας δεν μας διδάσκει μόνο με τα λόγια του, αλλά μας μεταγγίζει μυστικά το είναι του.

…«Όταν έχεις τον Γέροντα και τον ζεις, τον αγαπάεις  τον Γέροντα. Κι όταν ο Γέροντας σ’ αγαπάεις κι εκείνος κι είστε ομόψυχοι, τότε γίνεσθε ένα. «Οὗ γάρ εἰσι δύο ἤ τρεῖς συνηγμένοι εἰς τό ἐμόν ὄνομα, ἐκεῖ εἰμί ἐν μέσῳ αὐτῶν» (Ματθ. 18, 20). Εκεί είναι ο Χριστός. Σ’ αυτή την κατάσταση δεν υπάρχουν αποστάσεις. Όπου κι αν βρισκόμαστε, είμαστε ενωμένοι εν Χριστώ και προσευχόμαστε κι έτσι η χάρις του Θεού μας επισκέπτεται και  μας τονώνει διαρκώς. Έτσι ζούμε την ενότητα μέσα στην  Εκκλησία. Έχουμε το αίσθημα του «ἑνός», δηλαδή ότι είμαστε ένα. Έτσι ζούσαν τα παλαιά τα χρόνια οι γέροντες και οι υποτακτικοί»

Στο Γεροντικό διαβάζουμε  στο  παρακάτω γεγονός.

Ένας υποτακτικός  είχε πόλεμο  από λογισμούς πορνείας. Ο γέροντάς του προσπάθησε να τον παρηγορήσει λέγοντας:

-Παιδί μου, κάνε υπομονή. Ο πόλεμος αυτός προέρχεται από τον εχθρό μας το διάβολο. Θα περάσει με προσευχή και νηστεία.

-Δεν μπορώ άλλο αββά να υποφέρω τον πόλεμο, απαντά ο υποτακτικός. Γι’ αυτό θα εκπληρώσω την επιθυμία μου.

Βλέποντας ο γέροντας τον υποτακτικό τους να μην υποχωρή, προσποιείται ότι πολεμείται κι ο ίδιος από λογισμούς πορνείας. Και λέει στον υποτακτικό:

- Και εγώ παιδί μου πολεμούμαι από τέτοιους λογισμούς. Ας πάμε λοιπόν μαζί να εκπληρώσουμε την επιθυμία μας, και κατόπιν ξαναγυρίζουμε στο κελλί μας!

Ο γέροντας πήρε μαζί του και ένα νόμισμα που είχε. Όταν έφθασαν στην πόλη και βρήκαν το σπίτι της αμαρτίας, λέει ο γέροντας στον υποτακτικό:

-Εσύ μείνε έξω, κι άφησε να μπω εγώ πρώτος, και μετά μπαίνεις και εσύ.

Μόλις μπήκε ο γέροντας, δίνει το νόμισμα στην πόρνη και της λέγει:

-Σε παρακαλώ, μην μολύνεις τον αδελφό που θα έλθει τώρα κοντά σου.

Η πόρνη όντως έδωσε τον λόγο της στον γέροντα, ότι δεν θα μολύνει τον αδελφό.

Μόλις βγήκε ο γέροντας, λέει στον υποτακτικό του να περάση. Όταν μπήκε ο υποτακτικός του μέσα στο δωμάτιο, του λέει η πόρνη:

-Αδελφέ, περίμενέ με λιγάκι, γιατί αν και είμαι αμαρτωλή, εν τούτοις τηρώ στη ζωή μου κάποιο κανόνα που πρέπει αυτή τη στιγμή να τον εφαρμόσουμε και οι δυο μαζί.

Τον παρακάλεσε να σταθή σε μία γωνιά του δωματίου και να κάμουν από πενήντα μετάνοιες.

Αφού λοιπόν άρχισαν να κάνουν τις μετάνοιες και είχαν φθάσει τις τριάντα, ο αδελφός ήλθε σε κατάνυξη από την χάρι του Θεούκαι είπε μέσα του: «Πώς τολμώ να προσεύχομαι στο Θεό και να κάνω μετάνοιες τη στιγμή που ετοιμάζομαι να διαπράξω μία τέτοια μεγάλη αμαρτία;». Και αμέσως τότε ο υποτακτικός βγήκε από το σπίτι της αμαρτίας χωρίς να μολυνθεί.

Έτσι ο Θεός, βλέποντας την καλή προσπάθεια και τον κόπο του αββά, ελευθέρωσε τον υποτακτικό από τον πόλεμο της πορνείας. Και γύρισαν και οι δύο στο κελλί τους δοξάζοντας τον Θεό για το μέγα έλεός του.

Follow

Get every new post delivered to your Inbox.

Join 28 other followers