Αρχείο

Archive for the ‘ΝΙΚΟΣ ΚΑΖΑΝΤΖΑΚΗΣ’ Category

Ο Ν.Καζαντζάκης για τον Χριστό

Νοεμβρίου 14, 2011 Γράψτε ένα σχόλιο

Μητροπολίτου Νικοπόλεως Μελετίου

α. Τί είναι ο Χριστός;

1. Ο Χριστός είναι τέλειος Θεός και τέλειος άνθρωπος. Οι δύο φύσεις (η θεϊκή και η ανθρώπινη) είναι ενωμένες.

Έτσι παρ’ ότι είναι ταυτόχρονα και Θεός και άνθρωπος ο Χριστός είναι ένας. Ο ίδιος και Θεός και άνθρωπος. Θαυματουργεί με την θεία παντοδυναμία Του, σαν Θεός. Τρώγει, περιπατεί, πίνει, κοιμάται, κουράζεται, μιλάει, κλαίει, σαν άνθρωπος.

Μα και η ανθρώπινη φύση Του, επειδή είναι ενωμένη σε ένα με την θεϊκή Του φύση, είναι εντελώς ξένη σε κάθε λογισμό αμαρτητικό. Γιατί είναι

• τέλεια φωτισμένη από το φως της παντογνωσίας που έχει σαν Θεός
• τέλεια δυναμωμένη από την θεία παντοδυναμία, και
• τέλεια αγιασμένη από την αγιαστική χάρη της Θεότητος.

Εμείς αμαρτάνομε, γιατί μη έχοντας επαρκή γνώση, φώτιση, δύναμη και αγιασμό της θέλησής μας, προτιμάμε:

• το σώμα από την ψυχή∙
• τα υλικά από τα πνευματικά∙
• τα επίγεια από τα επουράνια.

Στον Ιησού αυτό δεν ήταν δυνατό να γίνη. Γιατί σαν Υιός του Θεού είχε επάρκεια γνώσης, δύναμης, αγιασμού και φωτισμού.

Αν λοιπόν σε μας, όταν έχωμε ελάχιστα μόρια, λεπτότατα ρινίσματα, γνώσης, δύναμης, φωτισμού, αγιασμού, κατασιγάζουν τα πάθη ψυχής και σώματος (γιατί η αμαρτία δεν είναι φύση, αλλά επίκτητη ψυχοσωματική διαστροφή), χρειάζεται να συζητούμε ότι ο Χριστός ήταν αναμάρτητος στην τήρηση του νόμου Του;

2. Στους νεώτερους χρόνους πολλοί (επιστήμονες, λογοτέχνες, κριτικοί κ.ά.) κάνουν μια διάκριση.
Λένε:

Εμείς βλέπομε τον Χριστό σαν άνθρωπο. Δεν θίγομε ούτε την Θεία Του Φύση, ούτε το δόγμα της Εκκλησίας.

Και θέλοντας τάχα να Τον ιδούν σαν άνθρωπο, από την πλευρά της ανθρώπινης φύσης Του. που είναι ομοιοπαθής με εμάς. Του αποδίδουν ο καθένας τα δικά του πάθη.

• Σ’ αυτό το μοτίβο εκινήθη ο γνωστός μας πάστορας Βεντουρίνι (βλ. σελ. 108)
• Σ’ αυτό κινείται και ο «δικός μας» Νίκος Καζαντζάκης στο έργο του «Ο Τελευταίο Πειρασμός», στο οποίο παρουσιάζει τον Ιησού να βασανίζεται από φιλήδονους λογισμούς και άλλες μικρότητες.

Μα αυτό αποτελεί ένα φοβερό και ανεπίτρεπτο λάθος. Γιατί οι δύο φύσεις έχουν ενωθή στον Χριστό

«ατρέπτως, αδιαιρέτως, αχωρίστως και ασυγχύτως». Και, κατά συνέπεια, η ανθρώπινη φύση του Χριστού δεν μπορεί να απομονωθή από την θεία. Με κανένα τρόπο. Έτσι έχοντας τέλεια ένωση με την θεία Φύση ήταν αδύνατο να πέση σε σκοτισμό λογισμών και σε «αδυναμία»∙ ήταν αδύνατο να παρασυρθή σε αμαρτητικό λογισμό. Έτσι, δεν επιτρέπεται να Του αποδίδωμε την δική μας (ο καθένας μας!) σεξουαλικότητα.

Γι’ αυτό και η Ε’ Οικουμενική Σύνοδος στον ΙΒ’ όρο της λέγει:

«Όποιος λέγει ότι ο Κύριος ημών Ιησούς Χριστός, πριν από την ανάστασή Του ενοχλείτο από πάθη ψυχικά και από σαρκικές επιθυμίες, πρέπει να αναθεματισθή∙ (δηλαδή η Εκκλησιαστική Ιεραρχία οφείλει να διακηρύξη, ότι ο άνθρωπος αυτός δεν είναι Χριστιανός Ορθόδοξος και να τον καταρασθή). Η ίδια Εκκλησιαστική ποινή πρέπει να επιβληθή και σε εκείνους που υπερασπίζονται εκείνους που λένε τέτοια πράγματα. Γιατί έχουν ξεφύγει από την Ορθόδοξη πίστη». Με άλλα λόγια, όσο και αν ένας συγγραφέας μας λέγει, ότι μιλάει μόνο για την ανθρώπινη φύση του Χριστού και ότι τάχα ΔΕΝ θίγει το δόγμα. ΔΕΝ ΑΜΝΗΣΤΕΥΕΤΑΙ. Γιατί το δόγμα θίγεται, και μάλιστα πολύ βάναυσα.

ΟΜΟΛΟΓΙΑ ΠΙΣΤΕΩΣ

Πιστεύομε και διακηρύττουμε:
• Ο Κύριος ημών Ιησούς Χριστός είναι ΕΝΑΣ
• τέλειος σαν Θεός∙
και τέλειος σαν άνθρωπος.
• Αληθινά Θεός∙
και αληθινά άνθρωπος∙
με ψυχή λογική και σώμα.
• Ομοούσιος με τον Πατέρα
κατά την Θεότητα∙
και ομούσιος με εμάς
κατά την ανθρώπινη φύση Του∙
σε όλα όμοιος με εμάς
εκτός από την αμαρτία.
• Ο Χριστός είναι ΕΝΑΣ
μα σ’ Αυτόν ενεργούν ΔΥΟ ΦΥΣΕΙΣ
(η Θεία και η ανθρώπινη),
• που σ’ Αυτόν ενώθηκαν
ασυγχύτως, ατρέπως,
αδιαιρέτως, αχωρίστως∙
(χωρίς πια να συγχέωνται∙
χωρίς πια να μεταβάλλωνται∙
χωρίς πια να διαιρούνται∙
χωρίς να χωρίζωνται)∙
• και συναποτελούν
ένα πρόσωπο∙
μία υπόσταση∙
τον Ένα Μονογενή Υιό∙
τον Ένα Θεό Λόγο∙
τον Ένα Κύριο Ιησού Χριστό.

(Όρος Δ’ Οικουμ. Συνόδου-Χαλκηδών 451 μ.Χ.)

β. Τί λέγει ο Καζαντζάκης για τον Χριστό.

1. Ο Νικόλαος Καζαντζάκης είναι λογοτέχνης. Οι λογοτέχνες δουλεύουν με το συναίσθημα και την φαντασία. Και επειδή και το συναίσθημα και η φαντασία είναι για τον καθένα καθαρά προσωπικά, καθαρά δικά του, είναι αυτονόητο, πως οι λογοτέχνες – σε όσα γράφουν – εκφράζουν ο καθένας τις δικές του ιδέες, τα δικά του βιώματα, και τα δικά τους συναισθήματα, που ο καθένας τα δουλεύει ανάλογα με την φαντασία του. Συγγραφέας- λογοτέχνης με δυνατή φαντασία βρίσκει δυνατές εκφράσεις για την έκφραση των συναισθημάτων, βιωμάτων και ιδεών και σε όλα, όσα λέει τον εαυτό του εκφράζει! Είτε στην αγνότητά του, είτε στην βρώμα του!

2. Ο Ν. Καζαντζάκης στο μυθιστόρημα του « Ο τελευταίο Πειρασμός» παίρνει για ήρωά του τον Κύριον Ιησούν Χριστόν. Αυτό αποτελεί μια επιλογή της φαντασίας του. Και, σαν ήρωά του πια, αποδίδει στον Χριστό όλα τα δικά του συναισθήματα∙ όλους τους δικούς του πόθους∙ όλες τις δικές του αδυναμίες∙ όλες τις δικές του ιδέες και απόψεις.

Ο Χριστός του Καζαντζάκη είναι ένας τέλειος καθρέφτης του ψυχικού κόσμου του συγγραφέα του! Σε όλον του τον ψυχικό και πνευματικό κόσμο!

Παρουσιάζει τον Ιησούν Χριστόν:

• Σαν καταδότη των αγωνιστών συμπατριωτών του στους καταχτητές ρωμαίους∙
• Σαν αμοραλιστή, που φτιάχνει εκτελεστικά όργανα προς χρήση των Ρωμαίων τυράννων! (για να σταυρώσουν τους αγωνιστές της εθνικής αντίστασης εναντίον του!).
• Σαν άνθρωπο με ανώμαλο ψυχικό βίο! Μερικές τουλάχιστον φορές το βλέμμα του και το χαμόγελό του παίρνουν έκφραση τόσο καθαρά δαιμονική, που τρομάζει η Παναγία Μητέρα Του.
• Σαν υποδουλωμένο στις επιθυμίες της σάρκας, σαν άνθρωπο χυδαίο, φιλήδονο, με λάγνο φρόνημα και με πράξεις πορνικές.
• Σαν βλάσφημο∙ σαν επαναστάτη κατά του Θεού.
• Σαν άνθρωπο που σε ό,τι καλό έκαμε, εχειραγωγείτο από τον Ιούδα, που ήταν τάχα ο πιο δυνατός και αφωσιωμένος μαθητής του
• Σαν απλό άνθρωπο, που επεθύμησε να γίνη Θεός και Σωτήρας του κόσμου, χωρίς βέβαια να είναι…

3. Γενικά, ο Ν. Καζαντζάκης παρουσιάζει τον Ιησού , όχι σαν ΣΩΤΗΡΑ του κόσμου, αλλά σαν ένα απλό και ταλαίπωρο άνθρωπο (= όπως όλοι!), που ενώ έχει ανάγκη όχι μόνο να ΣΩΘΗ, αλλά και να βρη τον εαυτό του, (γιατί – σύμφωνα με τον Καζαντζάκη πάντοτε – όπως και εμείς έτσι και ο Ιησούς δεν ήξερε ούτε τι είναι, ούτε τι γυρεύει στον κόσμο!…), πλάθει όνειρα, ότι θα γίνη σωτήρας του κόσμου!…

γ. Τι συναισθήματα «κουβαλούσε» ο Νικ. Καζαντζάκης.

1. Όπως είπαμε, οι λογοτέχνες συγγραφείς στα βιβλία τους εκφράζουν τον εαυτό τους. Και γι’ αυτό στα βιβλία τους μπορούμε να βρούμε όχι μόνο τις ιδέες τους, αλλά και τον ψυχικό τους κόσμο. Μια τέτοια μελέτη στα βιβλία του Ν. Καζ. Θα βγάλη στην επιφάνεια πολλά.

Μα δεν χρειάζεται να καταφύγη κανείς σε μία τέτοια μελέτη. Τον Καζαντζάκη τον έχουν περιγράψει

α. η σύζυγος του Γαλάτεια στο βιβλίο της: Άνθρωποι και Υπεράνθρωποι. Αθήναι 1980. Από τον τίτλο του βιβλίου καταλαβαίνομε, ότι την ζωή και σκέψη του Καζαντζάκη διείπε η αρρωστημένη φιλοσοφία του Φρ. Νίτσε. Ο Νίτσε, όντας τρελλός έγραψε στοχασμούς που γοητεύουν μόνον ανθρώπους με την ίδια ψυχολογικά κατάσταση υγείας.

β. Η Έλλη Αλεξίου, αδελφή της Γαλάτειας, στο βιβλίο της: Για να γίνη Μεγάλος, Αθήναι 1981. Σ’ αυτό η Έλλη μας λέγει, ότι όλος ο στόχος του Ν. Καζαντζάκη σε όλα, όσα έλεγε, έκανε και έγραφε, ήταν να γίνη μεγάλος. Πόσο μεγάλος; Να γίνη Θεός!…

γ. Ο ίδιος ο Νικ. Καζαντζάκης στις επιστολές του, που τις εξέδωκε ο φίλος του Παντ. Πρεβελάκης με τίτλο: 400 γράμματα του Νικ. Καζαντζάκη, Αθήνα.

Οι τρεις αυτοί μάρτυρες είναι οι πιο αυθεντικοί.

• Ποιός μπορεί να ειπή, πως ήξερε καλά τον Νικ. Καζαντζάκη πιο καλά από την σύζυγό του;
• Ποιός μπορεί να ισχυρισθή πως τον εκφράζει πιο αυθεντικά, από ό,τι εκφράζει ο ίδιος τον εαυτό του στα Γράμματά του;

2. Τί ήταν λοιπόν με βάση τα πιο πάνω βιβλία ο Ν. Καζαντζάκης;

α. Σαν ον ψυχοσωματικό.

Πρόσωπο «παθολογικά άτολμο, σεξουαλικά ανίκανο, αηδιαστικά λάγνο, κυριευμένο από τις ιδέες του Νίτσε (φιλόσοφος που αυτοκτόνησε), μηδενιστής, δειλό και διπρόσωπο∙ που πήγαινε με τους έχοντες την εξουσία∙ και όχι με εκείνους που είχαν το δίκιο» (Έλλης Αλεξίου, Για να γίνη Μεγάλος, σελ. 78-192, 229).

β. Κοσμοθεωριακά, ιδεολογικά.

Κομμουνιστής δεν ήμουν ποτέ. Δεν με έπιασε αυτή η πνευματική ψώρα (ε.ά. σελ. 286). Τί ήταν τότε; Πότε έκανε τον αθεϊστή λενινιστή. Πότε τον βουδδιστή. Πότε τον σκεπτικιστή. Πότε τον αγνωστικιστή. Πότε… Πότε… Τί ήταν; Ένας χάος!…

γ. Σαν Έλληνας.

• Γράφει σε επιστολή του στον φίλο του Π. Πρεβελάκη:

Τι ντροπή να ανήκεις σε μία ράτσα ξεπεσμένη, ξεπλυμένη, φελάχα! Πρέπει όλα αυτά να τα νικήσουμε∙ να ξεφύγουμε∙ να πολεμήσουμε μέσα μας ό,τι μας σμίγει με το ρωμέϊκο αίμα (Γράμμα 41 σελ. 46).

• Προτιμώ την Γερμανία από την Γαλλία. Το Παρίσι μυρίζει πολύ Ελλάδα. Και η Ελλάδα και οι Έλληνες μου είναι ΜΙΣΗΤΟΙ! (Γράμμα 76, σελ. 121)
• Με κυριεύει οργή και αηδία για τους Ρωμιού. Ποτέ δεν τους μίσησα και δεν τους συχάθηκα τόσο (Γράμμα 204, σελ. 429).

δ. Τί λαχταρούσε στην ζωή του.

• Ήταν «λυσσασμένος» για δόξα (γράφει ο φίλος του Πρεβελάκης) την ζωή του την προσδιώρισαν δύο κυρίως πράγματα: ο μεγαλομανής εγωϊσμός του και η μηδενική συζυγική ζωή του. Έτσι: φθάνει στο σημείο να θέλη να δημιουργήση θρησκεία και Εκκλησίες στο όνομά του και να προσκυνάται για προφήτης του Θεού!
• Είναι ανίκανος για σεξουαλική πράξη∙ μα γεμάτος λαγνεία∙ και χυδαία φιλήδονος!…

3. Μετά από αυτά συμπεραίνομε: Στο βιβλίο του «Ο Τελευταίο Πειρασμός» ο Νικ. Καζαντζάκης εκφράζει:

• τις ηθικές και εθνικο-κοινωνικές του ιδέες∙
• τις απόψεις του για τον Χριστό: ότι «βρήκε έδαφος» κατάλληλο! και κατάφερε και έγινε Θεός!…
• τον πόθο του να αναρριχηθή στον θρόνο του Χριστού∙ να φτιάξη δική του θρησκεία∙ να γίνη Θεός!…

4. Γιατί όμως όλα αυτά;

Λέγει ο ίδιος: «Ένας δαίμονας είναι μέσα μου. Και πολλές φορές ψυχανεμίζομαι, πως δεν είμαι εγώ» (Για να γίνης Μεγάλος, σελ. 186,396).

Κάθε σχόλιο περιττεύει.

δ. Τελική κρίση.

1. Ο ιταλός σκηνοθέτης Μαρτίνο Σκορτσέζε παρουσίασε το βιβλίο του Ν. Καζαντζάκη « Ο Τελευταίος Πειρασμός» σε ταινία (με κάποια δική του διασκευή).

Εναντίον της προβολής της ταινίας αυτής αντέδρασαν δυναμικά σε όλο τον κόσμο οι θρησκευτικοί κύκλοι.

2. Με αφορμή ανάλογες εκδηλώσεις και διαμαρτυρίες στην Αθήνα ο ποιητής και ακαδημαϊκός Νικηφόρος Βρεττάκος, απαντώντας σε ερώτηση δημοσιογράφου της εφημερίδας «Ελευθεροτυπία», προέβη στην εξής δήλωση:

«Το επίπεδο ενός τμήματος του λαού μας βρίσκεται πολύ χαμηλά. Γιατί, αν το επίπεδο του δεν ήταν τόσο χαμηλό, θα εγνώριζε, πως ένας συγγραφέας, ή ένας σκηνοθέτης, που ξεπερνάει ορισμένα όρια, μειώνεται ο ίδιος από την υπερβολή του. Γιατί ο συγγραφέας (Ν. Καζαντζάκης) δεν γράφει ιστορία. Βάζει κάτι από τον εαυτό του στο έργο του.

Νομίζω ότι το πρόσωπο του Χριστού μένει τελικά άθικτο∙ γιατί είναι αφ’ εαυτού τοποθετημένο επάνω από τις αδυναμίες των συγγραφέων μας» (εφημ. ΕΛΕΥΘΕΡΟΤΥΠΙΑ, 15-10-1988, σελ. 24).

Με άλλα λόγια ο Νικηφόρος Βρεττάκος μας λέγει:

• Ο Ν. Καζαντζάκης έχει βάλει στο έργο του «κάτι» από τον εαυτό του.
• Έτσι εμείωσε τον εαυτό του και το έργο του.
• Γιατί ξεπέρασε τα επιτρεπτά όρια.
• Το βιβλίο του δεν είναι καρπός μελέτης, δεν έχει καμμιά επιστημονική αξία∙ είναι φαντασία…
• Με το έργο του Καζαντζάκη ασχολούνται είτε θετικά, είτε αρνητικά μόνο πρόσωπα με χαμηλό επίπεδο.
• Το πρόσωπο του Χριστού είναι αφ’ εαυτού Του επάνω από τις αδυναμίες των συγγραφέων μας, τύπου Ν. Καζαντζάκη.

3. Είπε ο Χριστός για τον Εαυτό Του:

«Λίθον ον απεδοκίμασαν οι οικοδομούντες (= εκείνοι που καμαρώνουν πως είναι πνευματική ηγεσία), ούτος εγεννήθη εις κεφαλήν γωνίας∙ ο πεσών επί τον λίθον τούτον, συνθλασθήσεται∙ εφ’ ον δ’ αν πέση, λικμήση αυτόν» (Ματθ. 21,44).

Έχουμε κι εμείς σήμερα ανάγκη από μια έξοδο. Μια έξοδο από τον ασφυκτικό κλοιό της ίδιας της ολιγωρίας μας, του ίδιου του ψεύδους μας, του ίδιου του εαυτού μας.

Οφείλουμε να αντιτάξουμε άμυνα στην εθνική μας φθορά. Έχουμε ανάγκη σαν Έθνος από ένα άλλο τείχος, μια άλλη τάφρο.

Οι ψυχές των παιδιών μας, μέσα στην γενική κρίση που τα περιβάλλει, έχουν μείνει ανοχύρωτες.
Γιατί πρέπει να το παραδεχτούμε, πως οι ηθικές μας αντιστάσεις μειώνονται μέρα με την μέρα.

(Νικ. Βρεττάκου, Λόγος για το Μεσολόγγι (Γιορτές της Εξόδου 17 Απρίλη 1989, σελ. 16-17).

Ξύπνα παιδί μου πριν σε ξυπνήσει ο Χάρος…(Γέροντας Μακάριος ο Σπηλαιώτης)

Ιανουαρίου 13, 2011 Γράψτε ένα σχόλιο

Στην κορφή της πείνας, της δίψας, του πόνου κάθεται ο Θεός. Στην κορφή της καλοπέρασης κάθεται ο Διάβολος.   Διάλεξε.
Ξύπνα παιδί μου πριν σε ξυπνήσει ο Χάρος.

Τελείωνε πια το προσκύνημά μας. Τις παραμονές του μισεμού πήρα τον ανήφορο μοναχός, ν’ ανέβω στ’ άγρια ησυχαστήρια, ανάμεσα στους βράχους αψηλά απάνω από τη θάλασσα, στα Καρούλια. Τρυπωμένοι μέσα σε σπηλιές, ζουν εκεί και προσεύχουνται για τις αμαρτίες του κόσμου, καθένας μακριά από τον άλλο, για να μην έχουν και την παρηγοριά να βλέπουν ανθρώπους, οι πιο άγριοι, οι πιο άγιοι ασκητές του Αγίου Όρους. Ένα καλαθάκι έχουν κρεμασμένο στη θάλασσα, κι οι βάρκες που τυχαίνει κάποτε να περνούν ζυγώνουν και ρίχνουν μέσα λίγο ψωμί, ελιές, ότι έχουν, για να μην αφήσουν τους ασκητές να πεθάνουν της πείνας. Πολλοί από τους άγριους αυτούς ασκητές τρελαίνουνται. Θαρρούν πώς έκαμαν φτερά, πετούν απάνω από τον γκρεμό και γκρεμίζουνται. Κάτω ο γιαλός είναι γεμάτος κόκκαλα.
Ανάμεσα στους ερημίτες τούτους ζούσε τα χρόνια εκείνα, ξακουστός για την αγιοσύνη του, ο Μακάριος ο Σπηλαιώτης. Αυτόν κίνησα να δω. Από τη στιγμή που πάτησα στο ιερό βουνό, είχα πάρει την απόφαση να πάω να τον δω, να σκύψω να του φιλήσω το χέρι και να του ξομολογηθώ. Όχι τα κρίματά μου, δεν πίστευα να χα κάμει ως τότε πολλά, όχι τα κρίματά μου παρά την εωσφορική αλαζονεία που συχνά μ’ έσπρωχνε να μιλώ με αναίδεια για τα εφτά μυστήρια και τις δέκα εντολές και να θέλω να χαράξω δικό μου δεκάλογο.
Έφτασα κατά το μεσημέρι στ’ ασκηταριά. Τρύπες μαύρες στον γκρεμό, σιδερένιοι σταυροί καρφωμένοι στους βράχους, ένας σκελετός πρόβαλε από μια σπηλιά, τρόμαξα. Σα να χε φτάσει κιόλας η Δευτέρα Παρουσία και ξεπρόβαλε ο σκελετός αυτός από τη γης και δεν είχε ακόμα προφτάσει να ντυθεί όλες τις σάρκες του. Φόβος κι αηδία με κυρίεψε, και συνάμα κρυφός ανομολόγητος θαμασμός. Δεν τόλμησα να τον ζυγώσω, τον ρώτησα από μακριά. Άπλωσε το ξεραμένο μπράτσο, αμίλητος, και μου δείξε μια μαύρη σπηλιά αψηλά στα χείλια του γκρεμού.

Πήρα ν’ ανεβαίνω πάλι τους βράχους, με καταξέσκισαν τα αγκρίφια τους, έφτασα στη σπηλιά. Έσκυψα να δω μέσα. Μυρωδιά χωματίλα και λιβάνι, σκοτάδι βαθύ. Σιγά-σιγά διέκρινα ένα σταμνάκι δεξά, σε μια σκισμάδα του βράχου, τίποτα άλλο. Έκαμα να φωνάξω, μα η σιωπή μέσα στο σκοτάδι ετούτο μου φάνηκε τόσο ιερή, τόσο ανησυχαστική, που δεν τόλμησα. Σαν αμαρτία, σαν ιεροσυλία μου φάνηκε εδω η φωνή του ανθρώπου.
Είχαν πια συνηθίσει τα μάτια μου στο σκοτάδι, κι ως τα γούρλωνα και κοίταζα, ένας φωσφορισμός απαλός, ένα πρόσωπο χλωμό, δυό χέρια σκελεθρωμένα κουνήθηκαν στο βάθος της σπηλιάς κι ακούστηκε γλυκιά ξεπνεμένη φωνή:
– Καλώς τον!
Έκαμα κουράγιο, μπήκα στη σπηλιά, προχώρησα κατά τη φωνή. Κουλουριασμένος χάμω, είχε σηκώσει το κεφάλι ο ασκητής, και διέκρινα στο μεσόφωτο το πρόσωπό του άτριχο, φαγωμένο από τις αγρύπνιες και την πείνα, με αδειανούς βολβούς, να γυαλίζει βυθισμένο σε ανείπωτη μακαριότητα. Τα μαλλιά του είχαν πέσει, έλαμπε το κεφάλι του σαν κρανίο.
– Ευλόγησον, πάτερ, είπα κι έσκυψα να του φιλήσω το κοκαλιασμένο χέρι.
Κάμποση ώρα σωπαίναμε. Κοίταζα με απληστία την ψυχή τούτη που είχε εξαφανίσει το κορμί της, αυτό βάραινε τις φτερούγες της και δεν την άφηνε ν’ ανέβει στον ουρανό. Ανήλεο, ανθρωποφάγο θεριό η ψυχή που πιστεύει. Κρέατα, μάτια, μαλλιά, όλα του τα χε φάει.
Δεν ήξερα τι να πω, από που ν’ αρχίσω. Σαν ένα στρατόπεδο ύστερα από φοβερή σφαγή μου φάνταζε το σαράβαλο κορμί μπροστά μου. Ξέκρινα απάνω του τις νυχιές και τις δαγκωματιές του Πειρασμού.
Αποκότησα τέλος:
– Παλεύεις ακόμα με το Διάβολο, πάτερ Μακάριε; τον ρώτησα.
- Όχι πια, παιδί μου. Τώρα γέρασα, γέρασε κι αυτός μαζί μου. Δεν έχει δύναμη. Παλεύω με το Θεό.
– Με το Θεό! έκαμα ξαφνιασμένος κι ελπίζεις να νικήσεις;
– Ελπίζω να νικηθώ, παιδί μου. Μου απόμειναν ακόμα τα κόκαλα. Αυτά αντιστέκουνται.
– Βαριά η ζωή σου, γέροντά μου. Θέλω κι εγώ να σωθώ, δεν υπάρχει άλλος δρόμος;
– Πιο βολικός; έκαμε ο ασκητής και χαμογέλασε με συμπόνια.
– Πιο ανθρώπινος, γέροντά μου.
– Ένας μονάχα δρόμος.
– Πώς τον λέν;
– Ανήφορο. Ν’ ανεβαίνεις ένα σκαλί. Από το χορτασμό στην πείνα, από τον ξεδιψασμό στη δίψα, από τη χαρά στον πόνο. Στην κορφή της πείνας, της δίψας, του πόνου κάθεται ο Θεός. Στην κορφή της καλοπέρασης κάθεται ο Διάβολος διάλεξε.
– Είμαι ακόμα νέος. Καλή ναι η γης, έχω καιρό να διαλέξω.
Aπλωσε ο ασκητής τα πέντε, κόκαλα του χεριού του, άγγιξε το γόνατό μου, με σκούντηξε:
- Ξύπνα, παιδί μου, ξύπνα, πριν σε ξυπνήσει o Χάρος.
Ανατρίχιασα.
– Είμαι νέος, ξανάπα για να κάμω κουράγιο.
- Ο Χάρος αγαπάει τους νέους. Η Κόλαση αγαπάει τους νέους. Η ζωή ναι ένα μικρό κεράκι αναμμένο, εύκολα σβήνει, έχε το νου σου, ξύπνα!
Σώπασε μια στιγμή, και σε λίγο:
– Είσαι έτοιμος; μου κάνει.
Αγανάχτηση με κυρίεψε και πείσμα.
– Όχι! φώναξα.
– Αυθάδεια της νιότης! Το λες και καυχιέσαι, μη φωνάζεις. Δε φοβάσαι;
– Ποιος δε φοβάται; Φοβούμαι. Κι ελόγου σου, πάτερ άγιε, δε φοβάσαι; Πείνασες, δίψασες, πόνεσες, κοντεύει να φτάσεις στην κορφή της σκάλας, φάνηκε ! πόρτα της Παράδεισος. Μα θ’ ανοίξει η πόρτα αυτή να μπεις; Θ’ ανοίξει; είσαι σίγουρος;
Δύο δάκρυα κύλησαν από τις κόχες των ματιών του. Αναστέναξε. Και σε λίγο:
- Είμαι σίγουρος για την καλοσύνη του Θεού. Αυτή νικάει και συχωρνάει τις αμαρτίες του ανθρώπου.
– Κι εγώ είμαι σίγουρος για την καλοσύνη του Θεού. Αυτή λοιπόν μπορεί να συχωρέσει και την αυθάδεια της νιότης.
– Αλίμονο να κρεμόμαστε μονάχα από την καλοσύνη του Θεού. Η κακία τότε κι η αρετή θα μπαίναν αγκαλιασμένες στην Παράδεισο.
– Δεν είναι, θαρρείς, γέροντά μου, ! καλοσύνη του Θεού τόσο μεγάλη;
Κι ως το πα, άστραψε στο νου μου ο ανόσιος, μπορεί, μα, ποιος ξέρει, μπορεί ο τρισάγιος στοχασμός, πώς θα ρθει καιρός της τέλειας λύτρωσης, της τέλειας φίλιωσης, θα σβήσουν οι φωτιές της Κόλασης, κι ο Ασωτος Υιός, ο Σατανάς, θ’ ανέβει στον ουρανό, θα φιλήσει το χέρι του Πατέρα και δάκρυα θα κυλήσουν από τα μάτια του: «Ήμαρτον!» θα φωνάξει, κι ο Πατέρας θ’ ανοίξει την αγκάλη του: «Καλώς ήρθες» θα του πει «καλώς ήρθες, γιε μου. Συχώρεσε με που σε τυράννησα τόσο πολύ!».
Μα δεν τόλμησα να ξεστομίσω το στοχασμό μου. Πήρα ένα πλάγιο μονοπάτι να του το πω.
– Έχω ακουστά, γέροντά μου, πώς ένας άγιος, δε θυμάμαι τώρα ποιός, δεν μπορούσε να βρει ανάπαψη στην Παράδεισο. Ακουσε ο Θεός τους στεναγμούς του, τον κάλεσε: «Τί έχεις κι αναστενάζεις;» τον ρώτησε. «Δεν είσαι ευτυχής;
Πώς να μαι ευτυχής, Κύριε;» του αποκρίθηκε ο άγιος. Στη μέση μέση της Παράδεισος ένα σιντριβάνι και κλαίει.
Τί συντριβάνι;
Τα δάκρυα των κολασμένων».
Ο ασκητής έκαμε το σημάδι του σταυρού, τα χέρια του έτρεμαν.
– Ποιος είσαι; έκαμε με φωνή ξεψυχισμένη. Ύπαγε οπίσω μου, Σατανά!
Έκαμε πάλι το σταυρό του τρεις φορές, έφτυσε στον αέρα:
– Ύπαγε οπίσω μου, Σατανά, ξανάπε, κι ! φωνή του τώρα είχε στερεώσει.
Αγγιξα το γόνατό του που γυάλιζε γυμνό στο μεσόφωτο. Το χέρι μου πάγωσε.
– Γέροντά μου, του κάνω, δεν ήρθα εδώ να σε πειράξω, δεν είμαι ο Πειρασμός. Είμαι ένας νέος που θέλει να πιστέψει απλοϊκά, χωρίς να ρωτάει, όπως πίστευε ο παππούς μου ο χωριάτης θέλω, μα δεν μπορώ.
– Αλίμονο σου, αλίμονο σου, δυστυχισμένε. Το μυαλό θα σε φάει, το εγώ θα σε φάει. Ο αρχάγγελος Εωσφόρος, που εσύ υπερασπίζεσαι και θες να τον σώσεις, ξέρεις πότε γκρεμίστηκε στην Κόλαση; Όταν στράφηκε στx Θεό κι είπε: Εγώ. Ναι ναι, άκου, νεαρέ, και βάλ’; το καλά στo νου σου:
– Ένα μονάχα πράμα κολάζεται στην Κόλαση, το εγώ. Το εγώ, ανάθεμά το!
Τίναξα το κεφάλι πεισματωμένος:
– Με το εγώ αυτό ξεχώρισε ο άνθρωπος από το ζώο, μην το κακολογάς, πάτερ Μακάριε.
– Με το εγώ αυτό ξεχώρισε από το Θεό. Πρώτα όλα ήταν ένα με το Θεό, ευτυχισμένα στον κόρφο του. Δεν υπήρχε εγώ και συ κι εκείνος δεν υπήρχε δικό σου και δικό μου, δεν υπήρχαν δυό, υπήρχε ένα. Το Ένα, ο Ένας. Αυτός είναι ο Παράδεισος που ακούς, κανένας άλλος. Από κει ξεκινήσαμε, αυτόν θυμάται και λαχταρίζει ! ψυχή να γυρίσει. Βλογημένος ο θάνατος! τί ναι ο θάνατος, θαρρείς; Ένα μουλάρι, το καβαλικεύουμε και πάμε.
Μιλούσε, κι όσο μιλούσε το πρόσωπό του φωτίζουνταν. Γλυκό, ευτυχισμένο χαμόγελο ξεχύνουνταν από τα χείλια του κι έπιανε όλο του το πρόσωπο. Ένιωθες βυθίζουνταν στην Παράδεισο.
– Γιατί χαμογελάς, γέροντά μου;
– Είναι να μη χαμογελώ; μου αποκρίθηκε είμαι ευτυχής, παιδί μου. Κάθε μέρα, κάθε ώρα, γρικώ τα πέταλα του μουλαριού, γρικώ το Χάρο να ζυγώνει.
Είχα σκαρφαλώσει τα βράχια για να ξομολογηθώ στον άγριο τούτον απαρνητή της ζωής. Μα είδα ήταν ακόμα πολύ ενωρίς. Η ζωή μέσα μου δεν είχε ξεθυμάνει, αγαπούσα πολύ τον ορατό κόσμο, έλαμπε o Εωσφόρος στο μυαλό μου, δεν είχε αφανιστεί μέσα στην τυφλωτική λάμψη του Θεού. Αργότερα, συλλογίστηκα, σα γεράσω, σαν ξεθυμάνω, σαν ξεθυμάνει μέσα μου κι o Εωσφόρος.
Σηκώθηκα. Ασκωσε ο γέροντας το κεφάλι.
– Φεύγεις; έκαμε άε στο καλό. Ο Θεός μαζί σου.
Και σε λίγο, περιπαιχτικά:
– Χαιρετίσματα στον κόσμο.
– Χαιρετίσματα στον ουρανό, αντιμίλησα. Και πες στο Θεό, δε φταίμε εμ
είς, φταίει αυτός που έκαμε τον κόσμο τόσο ωραίο.

N.Kαζαντζάκη Η συνάντηση του με τον γέροντα Μακάριο τον σπηλαιώτη ασκητή τών Καρουλίων τού Αγίου Όρους

Ο βασιλιάς και ο ασκητής

Ιανουαρίου 13, 2011 Γράψτε ένα σχόλιο


Ο Χριστός είναι η Μεγάλη Απόκριση σε όλες τις απορίες· όλα ξηγούνται, φωτίζουνται, μπαίνουν σε τάξη, κι η ψυχή ησυχάζει. Ρωτάει, αγωνιάει, χάνει το δρόμο του, απελπίζεται μονάχα ο άπιστος.

Ύστερα από λίγες μέρες, στο Άγιον Όρος, ένας ασκητής μεσοπάλαβος, έξαλλος, σκαρφαλωμένος σε μια σπηλιά απάνω από τη θάλασσα, μου ‘πε ένα λόγο και με αποστόμωσε. 
-Έχασες το μυαλό σου, δυστυχισμένε, του ‘πα για να τον πειράξω.
Κι αυτός γέλασε:
-Έδωκα το μυαλό μου, είπε, και πήρα το Θεό· πάει να πει: έδωκα μια κάλπικη πεντάρα κι αγόρασα τον Παράδεισο. Τι λες, τέκνον μου, ψώνισα καβαλάρης;

Σώπασε μια στιγμή, και σε λίγο:
-Να σου πω και τούτο, για να ξέρεις, είπε. Μια φορά ήταν ένας μεγάλος βασιλιάς, όμορφος, φαγάς, γλεντζές, με 365 γυναίκες στο χαρέμι του. Κάποτε πήγε σ’ ένα μοναστήρι, είδε έναν ασκητή:
«Πόσο μεγάλη η θυσία που κάνεις!» του ‘πε και τον κοίταξε με συμπόνια. 
«Εσένα η θυσία είναι πιο μεγάλη, βασιλιά μου», του αποκρίθηκε ο ασκητής.
«Πώς αυτό; Γιατί εγώ απαρνιέμαι τον εφήμερο κόσμο, ενώ εσύ τον αιώνιο.» 

Νίκου Καζαντζάκη (2009), Αναφορά στον Γκρέκο, εκδ. Καζαντζάκη, σ. 199

 

Κατηγορίες:ΝΙΚΟΣ ΚΑΖΑΝΤΖΑΚΗΣ
Follow

Get every new post delivered to your Inbox.

Join 28 other followers