Αρχείο

Archive for the ‘ΝΗΠΤΙΚΑ’ Category

Για την εξομολόγηση.

1. Αν ήταν και κουφός…! Η άγνοιά μας, τα πάθη μας και ο Σατανάς πολλές φορές γίνονται εμπόδια στο δρόμο μας προς το μυστήριο της εξομολόγησης. Πολύ παραστατικά για τέτοιες περιπτώσεις και μέσα από συγκεκριμένα και ζωντανά περιστατικά δίδασκε με τον γεμάτο χάρη τρόπο του ο γέροντας Επιφάνιος Θεοδωρόπουλος.

*** Κάποια κυρία, που εξομολογείτο για πρώτη φορά σ’ αυτόν του είπε στο τέλος: -Εγώ, πάτερ μου, θα προτιμούσα να εξομολογούμαι σε κάποιον πνευματικό, που να είναι γέρος και τυφλός… Και ο γέροντας με ετοιμότητα: -Αν ήταν και κουφός, ακόμη καλύτερα!

*** Σε κάποιον, που προφασιζόταν ότι δυσκολεύεται να βρει κατάλληλο πνευματικό, του απάντησε: -Αγαπητέ μου δεν έχεις πρόβλημα πνευματικού. Πρόβλημα με τον εαυτό σου έχεις… Δεν είναι τόσο από αγίους γεροντάδες που έχουμε ανάγκη, όσο από αγία υπακοή. Αυτή μας λείπει. Μήπως όλοι οι μεγάλοι άγιοι της Εκκλησίας είχαν κάποιον άγιο γέροντα; Όχι! Αυτό το οποίο είχαν, ήταν η αγία ταπείνωση και η αγία υπακοή. Γι’ αυτό και άγιασαν.

*** Κάποια γυναίκα πήγε να εξομολογηθεί και άρχισε να κατηγορεί τη νύφη της. Ο γέροντας την σταματούσε και με αυστηρό ύφος της έλεγε: -Άφησε τη νύφη σου! Τα δικά σου αμαρτήματα πες μου! Εκείνη, λες και δεν άκουγε, συνέχιζε ακάθεκτη το κατηγορητήριο. Κάποτε τελείωσε. Σηκώνεται τότε ο γέροντας και της λέει: -Να πεις στη νύφη σου, να έλθει να της διαβάσω την ευχή! Όποτε εκείνη με απορία ρωτά: -Κι έμενα; -Σε σένα θα διαβάσω, όταν εξομολογηθείς τα δικά σου αμαρτήματα! Τη δίδαξε έτσι, ότι στην εξομολόγηση πηγαίνουμε με αύτομεμψία και όχι με αυτοδικαίωση. Προσπαθώντας να αναγνωρίσουμε και να αναλάβουμε τις ευθύνες μας και όχι ρίχνοντας το φταίξιμο στους άλλους και κατηγορώντας εύκολα τους άλλους, ενώ αθωώνουμε παράλληλα τον εαυτό μας.

 

2.Το τραύμα, ο γιατρός και η εξομολόγηση. Όταν γίνεται προτροπή και υπόδειξη σε κάποιον για εξομολόγηση, μια από τις πιό συνηθισμένες δικαιολογίες και υπεκφυγές που ακούγονται είναι:

¬ -Τί να εξομολογηθώ; Αφού μετά πάλι τα ιδία θα κάνω. Τί νόημα έχει; Ένας σύγχρονος ενάρετος γέροντας σε παρόμοια λογικοφανή ένσταση κάποιου, στον οποίο συνέστησε να πάει να εξομολογηθεί, απάντησε με την εξής εκφραστική και πολύ διδακτική εικόνα¬: -Κοίταξε να δεις. Στον πόλεμο, όταν ένας τραυματιστεί στο πόδι από μια σφαίρα, πρέπει να πάει να του περιποιηθεί το τραύμα του ο γιατρός. Και μετά να πάει ξανά, να πολεμήσει. Αν όμως πει, «και γιατί να πάω να μου επιδέσουν το τραύμα, αφού πάλι θα τραυματιστώ;», τότε θα αρχίσει να χάνει αίμα όλο και πιό πολύ από την πληγή. Και, επειδή θα είναι ανοιχτή η πληγή, θα μολυνθεί. Και έτσι δεν θα χρειαστεί να ξαναχτυπηθεί. Θα πεθάνει από αιμορραγία και μόλυνση. Το ίδιο συμβαίνει και με την εξομολόγηση στην περίπτωσή σου. Γι’ αυτό εσύ να εξομολογηθείς. Και, αν ξαναπέσεις, πάλι να εξομολογηθείς. Και αυτό ας γίνεται, μέχρι να μάθεις να στέκεσαι στα πόδια σου και να μην πέφτεις. Επομένως. Είναι όχι απλώς λάθος, αλλά ιδιαίτερα επιζήμιο λάθος, να μας αποτρέπουν από την εξομολόγηση ανάλογες παράλογες «λογικές».

(Αρχιμ. Σάββα Δημητρέα, «Κατεύθυνον τα διαβήματά μου», εκδ. Ι.Μ.Προφήτου Ηλιού, Πρέβεζα 2012)

Τι είναι η εξομολόγηση.

 

 

Πολλοί ακούγοντας προτροπή για εξομολόγηση, νοιώθουν σαν να τους ρίχνουν κουβά με παγωμένο νερό στην πλάτη. Νοιώθουν δυσφορία και δυσανασχετούν.

Από άλλους ακούει, κανείς τα συνηθισμένα λόγια:

- Τί να πω; Δεν σκότωσα κανένα, ούτε λήστεψα.

Αυτά και άλλα παρόμοια αποκαλύπτουν, πόση άγνοια ή παρανόηση και παρεξήγηση υπάρχει για το τόσο σημαντικό αυτό θέμα.

Η εξομολόγηση σημαίνει – με λίγα και πολύ απλά λόγια – δύο πολύ βασικά και ουσιαστικά πράγματα για την πνευματική μας ζωή και την πορεία μας προς τη σωτηρία.

* * *

     ΠΡΩΤΟΝ. Η εξομολόγηση είναι ο μόνος τρόπος συγχώρησης αμαρτιών, ο μόνος τρόπος λύτρωσης και κάθαρσης της καρδιάς, από το βάρος και τον μολυσμό της αμαρτίας.

Ο χριστιανός προσέρχεται  με ταπείνωση και συναίσθηση στον πνευματικό του πατέρα και ομολογεί την αμαρτία του. Στην συνέχεια γονατίζει κάτω από το πετραχήλι του εξομολόγου και δέχεται την ευλογία του και την συγχωρητική ευχή. Τότε. δηλαδή με την ευχή του ιερέα, του δίδεται η άφεση και η συγχώρηση.

Γιατί;

Τα λόγια και η εντολή του Χριστού είναι σαφή. Είπε στους Αποστόλους: Λάβετε Πνεύμα Άγιον. Δηλαδή πάρετε το πνευματικό χάρισμα, ό,τι σεις συγχωρείτε, να είναι συγχωρημένο· ό,τι δεν συγχωρείτε σεις, να παραμένει ασυγχώρητο.

Πρώτοι το χάρισμα αυτό πήραν οι άγιοι Απόστολοι.

Του χαρίσματος αυτού μέτοχοι και διαχειριστές είναι οι πνευματικοί πατέρες. Διάδοχοι και συνεχιστές της αποστολής και του έργου των αγ. Αποστόλων. Ενεργοποίηση αυτού του χαρίσματος στην πράξη είναι η εξομολόγηση.

Γι’ αυτό κάθε άλλος τρόπος και κάθε άλλη προσπάθεια «λυτρώσεως και αφέσεως και συγχωρήσεως αμαρτιών» είναι ψεύτικο υποκατάστατο· όπως π.χ. η συνήθης υπεκφυγή·

- Εγώ τα λέω στην εικόνα… Και άλλα παρόμοια.

Εκτός όμως από αυτά η εξομολόγηση είναι και κάτι άλλο επίσης πολύ σημαντικό.

* * *

     Το ΔΕΥΤΕΡΟ που γίνεται με την εξομολόγηση είναι η υπεύθυνη πνευματική καθοδήγηση.

Ο συνετός χριστιανός αναζητάει στο πρόσωπο του πνευματικού του πατέρα, τον ασφαλή και διακριτικό οδηγό, στην πνευματική του πορεία.

Ο οδοιπόρος, που θέλει με σιγουριά και ασφάλεια να φθάσει τον στόχο του και τον προορισμό του, αναζητάει κάποιον που έχει περπατήσει πριν απ’ αυτόν τον δρόμο· που έχει δηλαδή γνώση και πείρα· και μπορεί έτσι να τον προφυλάξει από τον κίνδυνο να πάρει λάθος δρόμο, που βγάζει σε λάθος κατεύθυνση. Να τον προφυλάξει από τον κίνδυνο να πλανηθεί στην πορεία και να χαθεί σε άλλη ή και αντίθετη πολλές φορές κατεύθυνση· τον προφυλάσσει από άσκοπους και επικίνδυνους πειραματισμούς.

Αυτός ακριβώς είναι και ο ρόλος του πνευματικού πατέρα και οδηγού στην πνευματική πορεία του εξομολογούμενου.

Με την πνευματική του γνώση, πείρα και διάκριση τον οδηγεί σε μια συνεχώς ανοδική πνευματική πορεία, τον οδηγεί σε πραγματική και αυθεντική πνευματική προκοπή και πρόοδο.

***

    Για όλα αυτά το μυστήριο της εξομολόγησης, είναι από τις μεγαλύτερες ευλογίες του Θεού και ο χριστιανός πρέπει να το αναζητάει «εξ όλης καρδίας», ως πηγή και αιτία σωτηρίας.

 

 

2. Το μεγάλο φίδι

 

 

Η εξομολόγηση είναι το ξερίζωμα της αμαρτίας από μέσα μας. Είναι το ασφαλέστερο μέσο για να παύσει ο διάβολος να έχει πάνω μας δικαιώματα. Γι’ αυτό το λόγο προσπαθεί να παρεμβάλει όσο γίνεται περισσότερα εμπόδια στην πορεία προς την εξομολόγηση.

Ένα από αυτά είναι και η ντροπή.

***

     Ο μεγάλος ευεργέτης και φωτιστής του γένους μας Κοσμάς ο Αιτωλός, μας συμβουλεύει σχετικά σε ένα λόγο του: «Να ντρέπεσαι, όταν πας να κάνεις την αμαρτία και όχι, όταν την εξομολογείσαι».

Πολύ παραστατική όμως και διδακτική είναι μια σχετική διήγηση, που βρίσκομε στο βιβλίο «Αμαρτωλών Σωτηρία».

Εκεί αναφέρεται, ότι μια γυναίκα είχε διαπράξει μια πολύ σοβαρή αμαρτία. Κι από ντροπή δεν ήθελε να την αναφέρει σε κανένα πνευματικό. Στον τόπο που διέμενε, πέρασε κάποτε ένας ιερέας-πνευματικός μαζί με έναν μαθητή του, πηγαίνοντας να προσκυνήσουν τον Πανάγιο Τάφο.

Έτυχε να λειτουργήσει τότε στην Εκκλησία εκείνου του τόπου ο πνευματικός, και στο τέλος η γυναίκα που προαναφέραμε, τον παρακάλεσε να δεχθεί την εξομολόγησή της.

Πράγματι στάθηκαν σε μια άκρη του ναού και του είπε τις αμαρτίες της. Όταν όμως ερχόταν η στιγμή να πει εκείνη την μεγάλη αμαρτία, ένοιωθε τόση αισχύνη και ντροπή, που δεν μπορούσε να την πει. Τρεις φορές προσπάθησε. Αλλά τελικά δεν κατάφερε να ξεπεράσει με ταπείνωση τον πειρασμό της ντροπής.

***

    Ο μαθητής και συνοδοιπόρος του πνευματικού ήταν απλός και ενάρετος άνθρωπος. Και καθόταν παράμερα περιμένοντας τον πνευματικό να τελειώσει.

Ενώ τον περίμενε και έβλεπε από μακρυά (χωρίς να ακούει την εξομολόγηση της γυναίκας), παρατήρησε με έκπληξη ότι κάθε φορά που μιλούσε η γυναίκα στον πνευματικό, έβγαινε από το στόμα της ένα φίδι. Προς το τέλος είδε ένα μεγάλο φίδι, το όποιο έβγαλε τρείς φορές το κεφάλι του από το στόμα της γυναίκας κάνοντας να βγει, αλλά τελικά πάλι σύρθηκε προς τα μέσα και δεν βγήκε.

Η ιστορία αυτή μας διδάσκει πολύ δυνατά, μέσα στην απλότητά της. ότι ο δισταγμός και οι αναστολές στην εξομολόγηση, που μας βάζει με την ντροπή και τα άλλα εμπόδια ο διάβολος, γίνονται αιτία να μείνουν μέσα μας τα «δηλητηριώδη φίδια» της αμαρτίας με όλες τις φοβερές τους συνέπειες.

Ενώ  αντίθετα,  όταν  με  την  δύναμη της ταπεινώσεως ξεπεράσει αυτά τα εμπόδια ο άνθρωπος και ομολογήσει την αμαρτία του, αξιοποιώντας την μεγάλη δωρεά και ευεργεσία της εξομολογήσεως, τότε καθαρίζεται ο τόπος της καρδιάς του και μεταμορφώνεται από φωλιά φιδιών σε σκήνωμα καθαρό και ευώδες των χαρισμάτων του Αγίου Πνεύματος.

 

(Αρχιμ. Σάββα Δημητρέα, «Κατεύθυνον τα διαβήματά μου», εκδ. Ι.Μ.Προφήτου Ηλιού, Πρέβεζα 2012)

 

Κατηγορίες:ΝΗΠΤΙΚΑ

«Της αρετής η στάσις, κακίας έστιν αρχή».Ιωαν. Κορναράκη, Ομοτ. Καθηγητού Παν/μίου Αθηνών

 

     Πολλοί καλοπροαίρετοι χριστιανοί και ίσως πραγματικοί πνευματικοί αγωνιστές κυριαρχούνται συχνά από την αίσθηση μιας πνευματικής αυτάρκειας.

     Ίσως ο αστικοποιημένος τρόπος εκκλησιαστικής ζωής αλλά και άλλοι ασφαλώς παράγοντες, προσδιοριστικοί πάντως  του είδους και της ποιότητας της ατομικής πνευματικότητος και ευσέβειας, συντελούν συχνά σε μια αίσθηση ικανοποιητικού, κατά περίπτωση, τρόπου πνευματικής μας ζωής.

      Σκεπτόμαστε δηλ σε πολλές περιπτώσεις (ενσυνείδητα ή «λεληθότως»), ότι με τις πνευματικές μας προσπάθειες, που έχουμε ήδη καταβάλει, έχουμε προχωρήσει σε κάποιο ανώτερο επίπεδο πνευματικής ζωής. Εξάλλου η τάση να αντιλαμβανόμαστε την εικόνα του εαυτού μας σε σύγκριση με τους άλλους ανθρώπους, μας δίνει, επίσης συχνά την αίσθηση ενός βαθμού «υπεροχής»! Έτσι καταλήγουμε σε κάποιο είδος πνευματικής αυτοσυνειδησίας, το οποίο, όπως νομίζουμε, μας ταιριάζει «αναπαυτικά»! Μας ικανοποιεί στο βαθμό μιας αυτάρκειας αγωνιστικής!

     Το αποτέλεσμα τέτοιων ενδόμυχων σκέψεων και διαλογισμών ή αισθημάτων αντανακλά ένα στερεοποιημένο τύπο πνευματικής ζωής, με εσώτερο συναισθηματικό πυρήνα την αυτάρκεια. Σε μια τέτοια περίπτωση φαίνεται σαν να σταματήσαμε τον αγώνα μας σε κάποιο σημείο της πνευματικής μας πορείας. Σαν να κάναμε κάποια στάση διαρκείας, με το δικαίωμα που (δήθεν) μας δίνει η αίσθηση των πνευματικών αγώνων και κόπων, που έχουμε ήδη καταβάλει!

     Για μια τέτοια περίπτωση ακριβώς, ο άγιος Μάξιμος θα σημειώσει· «Της αρετής η στάσις κακίας εστίν αρχή». Αφορμή για τη διατύπωση της βασικής αυτής αξιωματικής αρχής της ορθοδόξου πνευματικότητας έδωσε στον άγιο Μάξιμο ερώτηση του μαθητού του αββά Θαλασσίου, σχετικά με μια απορία σε χωρίο της Παλαιάς Διαθήκης.

      Η γραφική απορία του αββά Θαλασσίου ανεφέρετο στο Έξοδ. δ’ 25 εξ. όπου σημειώνεται ότι, πορευόμενος ο Μωϋσής προς τον Φαραώ, για να μεταφέρει τις εντολές του Θεού, σχετικά με την απελευθέρωση των Ισραηλιτών από τη δουλεία των Αιγυπτίων και ενώ ευρίσκετο σε κάποιο κατάλυμα, στο οποίο στάθμευσε για να αναπαυθεί από την κόπωση της πορείας, «άγγελος Κυρίου εζήτει αυτόν αποκτείναι».

      Η απορία του αββά Θαλασσίου είναι εύλογη· εφόσον ο Θεός απέστειλε τον Μωϋσή σε επιτέλεση έργου τόσο σπουδαίου, πώς «άγγελος Κυρίου» ζητούσε να τον φονεύσει μέσα στο κατάλυμα;

      Ο άγιος Μάξιμος, διά της μεθόδου της αναγωγής των ιστορικών γεγονότων σε σχήματα και διαδικασίες πνευματικής ζωής, «ως προκάλυμμα περιαιρών το γράμμα του πνεύματος», μας βοηθεί να κατανοήσουμε «νοεροίς όμμασιν» την «εν πνεύματι δύναμιν» της ιστορίας.

      Ο Μωϋσής, κατά τον άγιο Μάξιμο, είναι στην προκειμένη περίπτωση «ο νους»! Ο τελευταίος, εφόσον αγωνίζεται εναντίον των αισθητών και δημιουργεί ήθος ψυχικής καθαρότητας, όπως είναι «η παθών εστερημένη έξις», γίνεται επιδεκτικός μιας παιδαγωγίας εκ μέρους του Θεού, αποτέλεσμα της οποίας είναι η μετοχή του στη θεωρία των όντων. Σ’ αυτή την κατάσταση επιτρέπει ο Θεός στο νουν να μεταλάβει γνώσεως «κρυφίας τε και μυστικής, κατά το αφανές της καρδίας».

      Αλλά ο προικισμένος με τη χάρη αυτής της γνώσεως νους, «ως διατελών οπωσδήποτε εισέτι υπό την κυριαρχία της ανθρωπείας φύσεως», εφόσον δηλ. φορεί ακόμη σάρκα και ευρίσκεται «καθ’ οδόν» προς την απόκτηση της αρετής διά της εργασίας των εντολών, καλείται «να εξέλθη εκ της γης της Αιγύπτου», από τη δουλεία στη σάρκα και την αίσθηση.

       Κατά τον άγιο Μάξιμο, ο χαριτωθείς με την μετοχή του στη θεωρία των όντων νους είναι κάτοχος «των θείων νοημάτων», τα οποία, στην περίπτωση αυτή, είναι εγκλωβισμένα στον πηλό της σάρκας, «ανοήτως πονούμενα». Όπως οι Ισραηλίτες καταπονούνταν και ταλαιπωρούνταν, κάτω από τη δουλεία των Αιγυπτίων και αναζητούσαν την ελευθερία τους, έτσι και τα θεία αυτά νοήματα, βιούμενα υπό τη δεσποτεία της «υλικής συνθέσεως της υπάρξεως», τρόπον τινά, ταλαιπωρούνται και υποφέρουν, χωρίς νόημα λυτρωτικό.

      Για τον τελευταίο αυτό λόγο, ο νους καλείται να αγωνίζεται για την έξοδό του από τη δουλεία των παθών, με τη συνεργεία και βοήθεια πρώτον της σοφίας, που έχει αποκτήσει από τη γνώση της θεωρίας των όντων και δεύτερον «του εξ’ αυτής γεννηθέντος ευγενούς τρόπου τε και λογισμού, της κατά τον βίον σεμνής πολιτείας». Με αυτούς τους ορούς καλείται να βαδίσει την οδόν της αρετής «την μηδαμώς επιδεχομένην των εν αυτή βαδιζόντων στάσιν αλλ’ αεικίνητον και οξύν εχόντων κατά σκοπόν της ψυχής, προς το βραβείον της άνω κλήσεως τον δρόμον. Επειδή της αρετής η στάσις, κακίας εστίν αρχή…»!

      Στην ιστορική αφήγηση της στάσεως του Μωϋσή στο κατάλυμα, ως λόγος απειλής θανάτου του, εκ μέρους του αγγέλου του Θεού, προβάλλεται η ακροβυστία του υιού της Σεπφώρας, της γυναίκας του Μωϋσή. Ο τελευταίος, πριν  αναλάβει το έργο της εξόδου των Ισραηλιτών από την Αίγυπτο, είχε προσταχθεί από το Θεό «να καθαρθεί διά περιτομής». Αλλά στο κατάλυμα (κατά τη «στάση») «απέκτησε υιόν ακρό­βυστο».

     Αναγωγικά, δηλ. ως προς τον καθαρθέντα από τα πάθη νουν, ο λόγος της απειλής του με θάνατο, είναι η απόκτηση, κατά τη στάση του στην οδό των αρετών, εμπαθούς λογισμού («ακροβύστου υιού»).

     Ο νους, εφόσον σταματήσει, κατά την πορεία του στην οδό των αρετών, μοιραίως, (κατ’ αναπόφευκτο τρόπο) ελκύεται από τα εκατέρωθεν της οδού υλικά πράγματα και επομένως ασχολείται εμπαθώς με τα αισθητά. Στην περίπτωση αυτή «τον καθαρόν και διόλου (τελείως) περιτετμημένον τρόπον τε και λογισμόν της ευσεβούς διαγωγής», καθιστά ακρόβυστο (εμπαθή) και βέβηλο.

     Τότε ακριβώς ο λόγος (η δημιουργική αιτία του νου), ο οποίος παρακολουθεί και ελέγχει την πορεία του νου στην οδό των αρετών, ως «άγγελος κατά συνείδησιν», απειλεί θάνατο, για το γεγονός ότι «η κατ’ αρετήν στάσις» γίνεται αιτία αποκτήσεως εμπαθούς λογισμού.

     Είναι άξιο προσοχής το γεγονός ότι ως ιδιαίτερα σημαντικό χαρακτηριστικό της «στάσεως», κατά την πορεία του πνευματικού αγωνιστή, στην οδό των αρετών, ο άγιος Μάξιμος επισημαίνει την ανεπίγνωστη (ασυνείδητη) υποκλοπή του νου από τους εμπαθείς λογισμούς.

     Η στάση, ενώ μερικές φορές  κατανοείται εύλογα ως ανάπαυση από τους κόπους των πνευματικών αγώνων και ως αναγκαία αναψυχή για την περαιτέρω συνέχιση των αγώνων αυτών, εντούτοις, κατά την πατερική αντίληψη, έχει πάντοτε τον κίνδυνο της επιστροφής στην αιχμαλωσία των εμπαθών λογισμών.

     Ο κίνδυνος αυτός είναι συχνά θανάσιμος, επειδή ακριβώς «λεληθότως» διολισθαίνει ο πνευματικός αγωνιστής στο «κατά διάνοιαν πάθος», κατά την στάση της αρετής. Η εμφατική χρησιμοποίηση από τον άγιο Μάξιμο δύο φορές του επιρρήματος «λεληθότως», για την επισήμανση της ανύποπτης αυτής επιστροφής στην κυριαρχία εμπαθών λογισμών, ύστερα από κάποιες πνευματικές κατακτήσεις στην περιοχή της ψυχικής καθαρότητας, υπογραμμίζει την ανάγκη της εγρηγόρσεως και της νήψεως, ως υπέρβαση ασυνείδητων παθογόνων ενδοψυχικών διεργασιών, που απειλούν άμεσα τον αναπαυόμενο στις πνευματικές δάφνες του…πνευματικό αγωνιστή!

     

Διδαχές του αββά Παλλάδιου και για τον έγκλειστο Δαβίδ τον Θεσσαλονικέα.

       Εγώ και ο κύριος Σωφρόνιος ο σοφιστής, πριν γίνει μοναχός, επισκεφτήκαμε στην Αλεξάνδρεια τον αββά Παλλάδιο, άνδρα θεοφιλή και δούλο Θεού, ο οποίος είχε το μοναστήρι του στο Λιθαζόμενο και τον παρακαλούσαμε να μας πει ωφέλιμο λόγο. Τότε ο γέροντας άρχισε να μας λέει: «Παιδιά μου, ο χρόνος που μας μένει είναι λίγος· ας αγωνιστούμε εδώ λίγο κι ας πονέσουμε, για να απολαύσουμε μεγάλα αγαθά στον αιώνα. Βλέπετε τους μάρτυρες, βλέπετε τους οσίους, βλέπετε τους ασκητές, πως υπέμειναν, με ποιά ανδρεία. Αυτούς μεν τους έμαθε καλά ο καιρός που πέρασε, εμείς δε θαυμάζουμε παντοτινά την καρτερικότητά τους. Κι όσοι τους άκουσαν μαρτυρούν κάπου-κάπου με πολλή έκπληξη την υπομονή των μαρτύρων που ξεπερνά κάθε ανθρώπινη φύση· πως δηλαδή τους έβγαζαν τα μάτια· άλλοι πως τους έκοβαν τα μέλη του σώματος· κι άλλοι μεν έμεναν ανάπηροι από χέρια, άλλοι δε από πόδια. Κι άλλους μεν διά μιας η φωτιά, άλλους δε σιγά-σιγά εξαφάνιζε. Κι άλλοι μεν πως καταποντίζονταν στα ποτάμια, άλλοι δε στη θάλασσα· κι άλλους μεν ξέσχιζαν ζωντανούς τα θηρία σαν κακούργους, άλλους δε, οι οποίοι είχαν πεθάνει, και μάλιστα με πρωτόφαντες επινοήσεις βασάνων, κατάτρωγαν τα όρνια. Και γενικά, αν διηγηθεί κανείς όλα τα είδη των κακών που επινόησε ο εχθρός δαίμονας εναντίον των θεοφιλών μαρτύρων και ασκητών, πως υπέμειναν, πως αγωνίστηκαν, πως νίκησαν την ασθένεια του σώματος με την ανδρεία της ψυχής και πως κέρδισαν τα προσδοκώμενα αγαθά, τα οποία θεώρησαν πολυτιμότερα από τις παρούσες κακουχίες, βλέπει ότι αυτά ακριβώς απόδειξαν σταθερή την πίστη τους σε δύο πράγματα: ένα μεν ότι με λίγους πόνους απολαμβάνουν μεγάλα αγαθά, δεύτερο δε ότι υπέμειναν με γενναιότητα τα πρωτοφανή σωματικά βασανιστήρια που τους προξένησε ο εχθρός μας διάβολος. Αν λοιπόν υπομείνουμε τις θλίψεις και δείξουμε καρτερικότητα, με τη βοήθεια του Θεού, φανερωνόμαστε πραγματικοί φίλοι του Θεού κι ο Θεός θα αγωνιστεί μαζί μας και θα μας ξαλαφρώσει από τους κόπους. Γνωρίζοντας λοιπόν, παιδιά μου, ποιά εργασία έχει ανάγκη αυτή η ζωή, ας γνωρίσουμε καλά τον εαυτό μας με την ησυχία. Γιατί είναι ανάγκη να μεταχειριστούμε τούτο τον καιρό την καλή μετάνοια, για να χρηματίσουμε ναοί του Θεού. Γιατί δεν μας γίνεται κάποια τυχαία τιμή στο μέλλοντα αιώνα».

      Είπε πάλι: «Να θυμόμαστε αυτόν που δεν είχε «πού την κεφαλήν κλίναι». Μας είπε πάλι ο γέροντας: «Επειδή η θλίψη, κατά τον Παύλο, «υπομονήν εργάζεται», ας κάνουμε το νου μας ικανό να δεχτεί τη βασιλεία των ουρανών».

      Είπε πάλι: «Παιδιά μου, ας μη αγαπήσουμε «τον κόσμον μηδέ τα εν τω κόσμω».

      Μας είπε πάλι ο γέροντας: «Ας προσέξουμε τους λογισμούς μας, πράγμα που είναι φάρμακο σωτηρίας».

      Αυτός ο αββάς Παλλάδιος. όταν τον ρωτήσαμε: «κάνε αγάπη, πάτερ, πες μας από πού και από ποιούς λογισμούς ήρθες στην καλογερική;» (ήταν Θεσσαλονικιός ο γέροντας), μας διηγήθηκε: «Στη χώρα μου, γύρω στα τρία στάδια έξω από το τείχος της πόλεως, ήταν ένας έγκλειστος, στη μεν καταγωγή Μεσοποταμινός, στο δε όνομα Δαβίδ, πολύ ενάρετος και ελεήμων και εγκρατευτής. Έκανε μέσα στο εγκλειστήριό του γύρω στα εβδομήντα χρόνια. Εκείνο τον καιρό, εξαιτίας των βαρβαρικών επιδρομών, φυλάγονταν τη νύχτα τα τείχη της πόλεως από τους στρατιώτες.  Εκείνοι που φύλα­γαν το μέρος του τείχους κοντά στο οποίο υπήρχε το εγκλειστήριο του γέροντα βλέπουν μια νύχτα να ξεπετάγονται φλόγες από όλα τα παράθυρα του κελιού του έγκλειστου. Νόμισαν λοιπόν οι στρατιώτες ότι κάποιοι βάρβαροι έβαλαν φωτιά στο κελί του γέροντα. Όταν ξημέρωσε όμως, βγήκαν οι στρατιώτες και βρήκαν το γέροντα αβλαβή και το κελί απείραχτο κι έμειναν έκπληκτοι. Ξανά την επόμενη νύχτα είδαν τις ίδιες φλόγες στο κελί του γέροντα, πράγμα το οποίο και γινόταν για πολύ καιρό. Κι αυτό έγινε πασίγνωστο σ’ όλη την πόλη και την περιοχή εκείνη, ώστε πολλοί να αγρυπνούν στο τείχος νυχτιάτικα, για να δουν τη φωτιά. Γιατί συνέχισε να συμβαίνει μέχρι την τελευτή του γέροντα. Αφού αντίκρυσα αυτό το θαύμα, όχι μια και δύο, αλλά πολλές φορές, είπα μέσα μου: «Αν σ’ αυτό τον κόσμο ο Θεός χαρίζει τόσο μεγάλη δόξα στους δούλους Του. πόση άραγε στο μέλλοντα αιώνα, όταν θα καταστράψει το πρόσωπό τους «ως ο ήλιος»; Αυτή ήταν. παιδιά μου, η αιτία να φορέσω το μοναχικό τούτο σχήμα».

 

(Ιωαν, Μόσχου «Λειμωνάριον», εκδ. Ι.Μ. Σταυρονικήτα, Αγ. Όρος)

 

Follow

Get every new post delivered to your Inbox.

Join 28 other followers