Αρχείο

Archive for the ‘ΝΕΟΜΑΡΤΥΡΕΣ’ Category

Ο Άγνωστος Νεομάρτυρας Άγιος Νικόλαος ο εξ Ιωαννίνων


Ἀρχιμ. Θωμᾶ Ἀνδρέου



Πριν ξεκινήσω την καταγραφή του βίου του ενδόξου Νεομάρτυρος Νικολάου του Νέου, θα ήθελα να πω πως ‘’ταλαιπωρήθηκα’’ αρκετά στην αναζήτηση στοιχείων για την ζωή του. Οι Ελληνικές πηγές ήταν ανύπαρκτες, με μοναδική αναφορά για τον Άγιο στο βιβλίο του Καθηγητού Δημητρίου Γόνη [1]. Αντίθετα, υπήρχε πολύ πλούσια βιβλιογραφία στην Βουλγαρική γλώσσα, μιάς και η πρώτη καταγραφή της ζωής και του μαρτυρίου του Αγίου Νεομάρτυρος Νικολάου – εξ Ιωαννίνων λέμε εμείς, από την Σόφια λένε οι Βούλγαροι – θέλοντας να δείξουν την υπερηφάνεια και την τιμή για τον Άγιο της Σόφιας, χωρίς ασφαλώς να αμφισβητούν την Ηπειρωτική του καταγωγή. (Στή φωτογραφία εἰκόνα τοῦ Νεομάρτυρα – τοιχογραφία πάνω ἀπό τήν εἴσοδο τοῦ ναοῦ του στή Σόφια).Η Ελληνική καταγωγή του Αγίου.
Ο Νεομάρτυρας Νικόλαος γεννήθηκε το 1510 στην πόλη των Ιωαννίνων [2], από ευσεβείς γονείς, τον Μαρτίνο και την Ευφροσύνη. Στον Μέγα Συναξαριστή του Αγίου Νικοδήμου του Αγιορείτου, δεν αναφέρεται καθόλου ο συγκεκριμένος Νεομάρτυρας. Η ζωή και το μαρτύριο του Αγίου κατεγράφησαν στην Βουλγαρική γλώσσα, όπως ήδη αναφέραμε, από τον Λόγιο Ματθαίο Γραμματικό [3] , Διάκονο και Λαμπαδάριο της Μητροπόλεως Σόφιας, σύγχρονο του Αγίου και το πρωτότυπο χειρόγραφο φυλάσσεται στην βιβλιοθήκη του ομώνυμου Ναού του Νεομάρτυρα, στην Σόφια της Βουλγαρίας.
Όπως χαρακτηριστικά αναφέρει ο βιογράφος του Αγίου Ματθαίος Γραμματικός, ο Νικόλαος ήταν η απάντηση στις προσευχές των γονέων του. Η γέννηση του ήταν ευλογία για το ζευγάρι, το οποίο αφοσιώθηκε με αγάπη στην ανατροφή του και του δίδαξαν την ευσέβεια και την αληθινή Πίστη. Από μικρή ηλικία αφοσιώθηκε στην μελέτη των γραμμάτων, αλλά σύντομα τον κέρδισε η τέχνη του υποδηματοποιού. Σε όλη την διήγηση του ο Ματθαίος Γραμματικός, χρησιμοποιεί χωρία των Ψαλμών του Δαυίδ, αλλά και από την Κ.Δ. και για τον λόγο αυτό θα τα χρησιμοποιήσω αυτούσια όπως τα βρήκα.
Ο Άγιος ήταν πολύ όμορφος, έξυπνος και καλός, θέλησε να φύγει σε κάποια στιγμή από την πατρίδα του και να ακολουθήσει τα λόγια του Χριστού, ’’κανείς προφήτης δεν είναι δεκτός στην πατρίδα του’’ [4]. Όπως ο Θεός είπε τότε στον Αβραάμ «βγες από την πατρίδα σου και από την συγγένεια σου και έλα στην χώρα που θα σου δείξω» [5], έκανε το ίδιο και με τον λαμπρό Νικόλαο. Έτσι αυτός μετέβει στην Σόφια μετά τον θάνατο των γονέων του [6], όπου έγινε γνωστός λόγω της τέχνης του και της ευλαβικής ζωής του, με αποτέλεσμα να γίνει δεκτός στην Σόφια με μεγάλη εγκαρδιότητα από τους Χριστιανούς κατοίκους της. Κατά τον Ματθαίο Γραμματικό ήταν τόσο αγαπητός και καλοσυνάτος, που οι Βούλγαροι της Σόφιας τον αγάπησαν τόσο πολύ, ώστε να τον νυμφεύσουν με μια κοπέλα από την Σόφια, ώστε να παραμείνει για πάντα εκεί.

Αναχωρεί από την ΣόφιαΔεν πέρασε όμως απαρατήρητος από τους Τούρκους που υπήρχαν τότε στην Σόφια, με αποτέλεσμα να εγκαταλείψει για κάποιο διάστημα την Σόφια και να διαφύγει στην Βλαχία, εξ’ αιτίας της παρενόχλησής του από τους Τούρκους, όπου έγινε τσαγκάρης στην Αυλή του πολέμαρχου Μίρτσο Τσομπάν. Στην Σόφια επέστρεψε το 1554, ένα χρόνο δηλαδή προ του μαρτυρικού θανάτου του. Η φυγή του στην Βλαχία (Ρουμανία) οφειλόταν στην ζήλια ενός Τούρκου, με αποτέλεσμα να φύγει κρυφά από όλους, νύχτα χωρίς να αποχαιρετίσει καν ούτε την γυναίκα του, η οποία ζούσε μέσα στην θλίψη λόγο της φυγής του.
Τα πράγματα εξελίχθηκαν εξαιρετικά για τον Νικόλαο, ο οποίος είχε την πρόθεση να κρυφτεί, άγνωστος μεταξύ αγνώστων. Όμως η εργατικότητα και η ικανότητα του στην τέχνη του υποδηματοποιού, τον έκαναν γνωστό σε όλη την περιοχή. Σε αυτόν πήγαιναν όλοι οι πολίτες , από τους αριστοκράτες και τους προύχοντες της περιοχής, μέχρι και τους πιο απλούς και πτωχούς ανθρώπους. Ακόμα και ο ίδιος ο Βασιλιάς βλέποντάς τον τον θαύμασε, διαπίστωσε την σύνεση του και είπε στους άλλους, «νομίζω ότι ο άνθρωπος αυτός είναι πολύτιμος».
Μετά από λίγο, τον έκανε Στρατηγό της Φρουράς, έζησε στην Βασιλική Αυλή, αλλά ποτέ δεν ξέχασε την χάρη (του Θεού) και την προσευχή, αλλά πάντα με την σκέψη του προς τον Θεό προσευχόταν: «Ημέρα και νύκτα έβλεπα και βλέπω τον Κύριο μου πάντοτε εμπρός μου. Τον βλέπω ότι είναι εις τα δεξιά μου, έτοιμος να με προστατεύση, για να μη ταραχθώ από οιονδήποτε φόβο η κίνδυνο» [7]. Επίσης όταν έτυχε να πάρει μέρος σε πολέμους, η πρώτη σκέψη του ήταν πως θα σταθεί στην ουράνια Βασιλεία, απέναντι στον Χριστό. Η σκληρότητα όμως τους πολέμου, τον έκανε να εγκαταλείψει την θέση του αυτή και να αποφασίσει να επιστρέψει πίσω στην γυναίκα και τα παιδιά του. Τότε ήταν 45 ετών. Ο χρόνος της απουσίας του κράτησε 3 χρόνια . Η σύζυγος και οι συγγενείς του είχαν ήδη απελπιστεί.
Από την στιγμή που επέστρεψε στο σπίτι του, όπως είπε [8] όλοι όσοι τον αγάπησαν μαζεύτηκαν γύρω του για να τον αγκαλιάσουν και να τον δεχθούν ξανά πίσω. Και στην συνέχεια έζησε στο σπίτι, μακριά από κάθε είδους σύγχυση και θλίψη, όμως η χαρά δεν κρατάει για πάντα. Ο Νικόλαος ήταν πατέρας δύο παιδιών, αλλά ο θάνατος, με το θέλημα του Θεού, τους τα παίρνει. Και αυτός ο ευσεβής δεν θρήνησε και η σύζυγος του τον παρότρυνε να μην θρηνήσουν, αλλά να πιστεύουν στην Ανάσταση. Και πράγματι αυτή η σπουδαία γυναίκα ούτε έκλαψε, ούτε χτυπήθηκε, ούτε (θρήνησε) τραβώντας τα μαλλιά της. Μίλησε με την φωνή του ευλογημένου Ιώβ, «ο Θεός έδωσε, ο Θεός πήρε, όπως ο Θεός αποφάσισε, ας είναι ευλογημένο το όνομα του Κυρίου» [9].
Οι Τούρκοι θέλησαν να τον παρασύρουν και να τον κάνουν να αλλαξοπιστήσει. Τον κάλεσε ένας Τούρκος σε γεύμα Όλοι έπιναν ένα φλιτζάνι τουρκικού σερμπετιού, αλλά στο ποτό του Νικολάου είχαν ρίξει ένα βότανο και αποκοιμήθηκε με βαθύ ύπνο. Στην συνέχεια τον μετέφεραν στον Χότζα , ο οποίος του έκανε το τελετουργικό της περιτομής των Μουσουλμάνων. Όταν ξύπνησε και κατάλαβε τι του είχε συμβεί, πήγε στο σπίτι του, φώναξε, έκλαψε και για ένα χρόνο έμεινε κλεισμένος μέσα στο σπίτι σε απομόνωση, με ασταμάτητες προσευχές [10]. Μέχρι που τελικά την ημέρα της Αναλήψεως, ο Ιμάμης τον προειδοποίησε ότι από τώρα θα πρέπει να επισκέπτεται το τζαμί τους. Ενισχυμένος από την προσευχή ο Νικόλαος σταθερά απάντησε ότι τίποτα στον κόσμο δεν μπορεί να αλλάξει την Χριστιανική πίστη των γονέων του. Από εκείνη την στιγμή άρχισε το μαρτύριο του.Το μαρτύριο του Αγίου.
Τον συνέλαβαν και τον φυλάκισαν. Ενώ ο Άγιος παρέμενε στην φυλακή έψαλλε : «Ο Κύριος είναι φώτιση και λυτρωτής μου, από ποιον να φοβηθώ; Ο Κύριος είναι υπερασπιστής της ζωής μου, από ποιους θα έπρεπε να φοβάμαι; Ενώ με πλησιάζουν ορμητικοί οι κακοί άνθρωποι για να κατασπαράξουν την σάρκα μου, αυτοί που με έθλιβαν και με αυτές τις εχθρικές διαθέσεις έρχονταν εναντίων μου κλονίσθηκαν και έπεσαν κάτω. Εάν λοιπόν και παραταχθεί ολόκληρο στράτευμα εναντίων μου, δεν θα δειλιάσει καθόλου η καρδιά μου. Και εάν εξεγερθεί πόλεμος εναντίων μου, δεν θα πάψω να έχω την ελπίδα μου στον Κύριο» [11]. (Στή φωτογραφία ὁ ναός τοῦ Ἁγίου στή Σόφια). Έξω από την φυλακή είχε μαζευτεί πολύ πλήθος και ο Νικόλαος προσευχόταν για ένα θαύμα. Ο δικαστής διέταξε να φέρουν τον Άγιο από την φυλακή. Ο Νικόλαος έψαλλε συνεχώς τον ψαλμό ως εξής: “Πολλές φορές με πολέμησαν οι εχθροί μου και όμως δεν κατόρθωσαν να μου επιβληθούν και να με εξοντώσουν. Κάθισαν τυραννικά επάνω μου, σφυροκοπούσαν εις την ράχη μου οι ασεβείς και για πολύν χρόνο επεξέτειναν την παράνομο αυτήν συμπεριφορά. Αλλ’ ο δίκαιος Κύριος κατέκοψε και ταπείνωσε τους αυχένας των αλαζονικών αμαρτωλών αυτών» [12]. Έτσι στάθηκε και προσευχήθηκε στον Θεό, στον Οποίο είχε αναθέσει όλες τις ελπίδες του. Στάθηκε αμέσως ενώπιον του δικαστηρίου, σαν να στεκόταν ενώπιον του Ουρανίου Κριτή (έχοντας στην σκέψη του μόνο το Ουράνιο δικαστήριο και την Κρίση του Θεού).
Ο δικαστής του πρότεινε να αρνηθεί όλα όσα είπε και πίστευε, για να γλυτώσει τον θάνατο. Ο Άγιος του απάντησε: «Δεν υπάρχει περίπτωση να ακούσω τις απειλές σας και δεν πρόκειται να καταφέρετε να με πείσετε με αυτές“. Όταν ο Μάρτυρας είπε αυτά και άλλα παρόμοια πράγματα, πολλοί άνθρωποι τον άκουγαν με προσοχή, γιατί η γλώσσα του καθοδηγούνταν από το Άγιο Πνεύμα και έκανε πολλούς να αναρωτιούνται για το θάρρος του και τις απαντήσεις του. Η δύναμη του πήγαζε από την πίστη του και την αφοσίωση του στον Χριστό. Ο Κύριος μας λέει στο Ευαγγέλιο Του: «Ὀταν σας οδηγήσουν ενώπιων Βασιλέων και Ηγεμόνων για το όνομα μου, μην σκεφτείτε τι θα πείτε και πως θα απαντήσετε, γιατί εκείνη την ώρα θα σας δοθεί τι πρέπει να πείτε. Δεν θα είστε εσείς που θα μιλάτε, αλλά το Πνεύμα του ( Ουρανίου) Πατέρα σας που θα μιλάει μέσα από εσάς» [13]. Και πάλι: « Όποιος με ομολογήσει μπροστά στους ανθρώπους, θα τον ομολογήσω και εγώ μπροστά στον Ουράνιο Πατέρα μου» [14]. Ενώ ο Άγιος είχε αυτά κατά νου και προσευχόταν, ο δικαστής άκουσε από τους ανθρώπους – που ήταν εκεί μαζεμένοι – να φιλονικούν μεταξύ τους, με αποτέλεσμα να γίνει μεγάλη αναταραχή και ξανά παρότρυνε τον Νικόλαο να αρνηθεί όλα όσα είπε για να γλιτώσει το θάνατο. Και ο Άγιος Νικόλαος του απάντησε:
Έμαθα από τον Χριστό μου, να μην φοβάμαι τον θάνατο του σώματος μου, αλλά να φοβάμαι περισσότερο τον θάνατο της ψυχής ! Για εμένα ώ δικαστή, ο Χριστός είναι η ζωή και ο Θάνατος για το Χριστό κέρδος [15]. Άλλα την στιγμή που ο λόγος του Θεού ολοκληρωνόταν στα χείλη του Αγίου, ένας άνδρας από το πλήθος του κατάφερε ένα μεγάλο κτύπημα με αποτέλεσμα ο Άγιος να πέσει κάτω και ήταν τόσο σφοδρό το κτύπημα ώστε έσπασε το σαγόνι του και από το βαρύ πλήγμα ξεχύθηκε το ένα μάτι του Μάρτυρος έξω! Όχι μόνο αυτό, αλλά άρπαξε το ραβδί του αμέσως και αφού – είχε πέσει κάτω – τον ποδοπάτησε ανελέητα και του κατάφερε πολλά κτυπήματα στην πλάτη και στην κοιλιά με τα πόδια του. Ένας από το πλήθος γεμάτος λύσσα , έπιασε με το ένα χέρι σταθερά το λαιμό του Μάρτυρα και με το άλλο χέρι έσυρε ένα μεγάλο μαχαίρι για να τον σκοτώσει. Και δεν θα γλίτωνε ο Άγιος αν δεν ήταν κάποιοι από το πλήθος που όρμησαν και άρπαξαν από τα χέρια του αιμοσταγούς δολοφόνου το μαχαίρι.
Το μεγαλείο της ψυχής του Νικολάου φαίνεται από το ότι υπέμεινε τόσο αφόρητο πόνο και ενώ βρισκόταν σε αυτή την επώδυνη κατάσταση δεν έπαψε να προσεύχεται στον Κύριο «Ελέησέ με, ω Θεέ μου, διότι, άνθρωπος με ποδοπάτησε κάτω στο χώμα, σαν να είμαι σκουλήκι. Όλες τις ημέρας με κατέθλιψε με τον πόλεμο, που εξήγειρε εναντίον μου. Με καταπατούν οι εχθροί μου όλες τις ημέρες, διότι οι πολεμούντες με είναι ισχυροί και με πολεμούν από υψηλό, ασφαλές και απρόσβλητο μέρος. Εγώ όμως όλες αυτές τας ημέρας του πολέμου των δεν τους φοβούμαι, διότι εις σε έχω στηρίξει τας ελπίδας μου».[16] Ο Νικόλαος , δεν δείλιασε στιγμή και ούτε για μια στιγμή δεν σκέφτηκε να απαρνηθεί τον Χριστό και μέσα από την τόσο μεγάλη του πίστη, κέρδιζε δύναμη, αντιμετώπιζε τα βασανιστήρια, και αποτελούσε παράδειγμα προς μίμηση για τους ομοθρήσκους του, οι οποίοι αντλούσαν κουράγιο και ελπίδα από αυτόν.
Κατά την διάρκεια του δικαστηρίου, ακούστηκαν βαριές κατηγορίες για τον Νικόλαο. Τον παρουσίασαν ως αρνητή της πίστης του και ανυπάκουο στο θέλημα του Αλλάχ, καθώς είχε ‘’κάνει’’ περιτομή, και τον εμφάνιζαν σαν εχθρό της πίστεως και άλλα πολλά. Όταν ρωτήθηκε τι είχε να πει ,το μόνο που απάντησε ήταν απλά: «Είμαι Χριστιανός». Ο δικαστής όταν άκουσε αυτά τα πράγματα και δεδομένου πως δεν μπορούσε να αποφύγει τις ευθύνες που απέρρεαν από την θέση του είπε: « Ας είναι». Και επειδή τον είχαν σφικτά δεμένο με βαριές αλυσίδες ο δικαστής διέταξε να τον απελευθερώσουν. ‘’Δεν μπορεί να υπάρχει σωστή αντιμετώπιση - είπε – όταν αλυσοδεμένος έρχεται κάποιος να απολογηθεί ενώπιον του δικαστηρίου”.
Στην συνέχεια ο δικαστής, διέταξε το συγκεντρωμένο πλήθος να οπισθοχωρήσει και να περιμένει έξω από το δικαστήριο. Όμως πήρε μόνο του τον Άγιο και περπάτησε μαζί του στο εσωτερικό του δικαστηρίου. Ακολούθησαν διάφορες συνομιλίες μεταξύ τους, χωρίς κανείς να μπορεί να γνωρίζει τι ειπώθηκε. Ο δικαστής πήγε αμέσως προς την πόρτα και απευθυνόμενος στο πλήθος ,όπως ο Πιλάτος στους Εβραίους, τους είπε: ‘’Δεν βρήκα αυτόν τον άνθρωπο, άξιο ενοχής και θανάτου’’ και για αυτό δεν ήθελε να επιβάλει καμία ποινή εναντίον του. Ο όχλος ωστόσο δεν υπάκουσε στην ετυμηγορία του δικαστού. Ὁ Ἅγιος λιθοβολήθηκε στις 17 Μαΐου του 1555 στην περιοχή ‘’Γιούτς μπουνάρ’’ ( τρία πηγάδια), που βρισκόταν έξω από την πόλη [17]. (Στη φωτογραφία το σημείο που κατά τήν παράδοση μαρτύρησε ὁ Άγιος).
Οι εχθροί του Αγίου δεν σταματούσαν να τον φτύνουν και να τον κτυπούν. Μία γυναίκα έφερε ξύλα για να ανάψουν φωτιά, ώστε να μην μείνει τίποτα από τα Λείψανα του. Και αφού έβαλαν φωτιά, τέντωσαν τα χέρια και τα πόδια του Αγίου και τον έκαψαν μέχρι που τα οστά του να γίνουν στάχτη [18]. Όταν το σώμα κάηκε, πέταξαν την τέφρα στα τέσσερα σημεία του ορίζοντα, κατ’ επιταγή του Κορανίου.
Λίγο αργότερα, μετά το μαρτύριο του Αγίου Νικολάου, ο τότε Μητροπολίτης της Σόφιας Ιακώβ, ανακοίνωσε την αγιοκατάταξη του Μάρτυρα, συγκαλώντας για το σκοπό αυτό Επαρχιακή Σύνοδο. Ο τάφος του Μάρτυρα Νικολάου της Σόφιας είναι ένας από τους λίγους γνωστούς τάφους των Αγίων της Βουλγαρίας. Σήμερα βρίσκεται στο κέντρο της πόλης στην συνοικία ‘’Τρία πηγάδια’’. Τριακόσια μέτρα από εκεί βρίσκεται ο περικαλλής Ναός του Αγίου Νεομάρτυρα Νικολάου, ο οποίος είναι ένας από τους μεγαλύτερος Ναούς στην Σόφια και κτίσθηκε στα τέλη του 19ου αιώνα.
Ο Ναός σχεδιάστηκε και κτίσθηκε από τον Αρχιτέκτονα Αντόν Τορνίλοβ και στις 3 Δεκεμβρίου του 1901 εγκαινιάστηκε από τον Επίσκοπο Παρθένιο. Στον Ναό δόθηκε μια Λειψανοθήκη που περιέχει ελάχιστο τμήμα Λειψάνου του Αγίου που σώθηκε και φυλάσσεται εκεί.
Τα Άγια λείψανα εκτίθενται σε προσκύνημα μια φορά το χρόνο, την 16ην και 17ην Μαΐου, στην μνήμη του Αγίου. Την παραμονή της εορτής του Νεομάρτυρος Αγίου, γίνεται Μέγας Εσπερινός και ξεκινά λιτανεία με επικεφαλής τον Επίσκοπο που κρατά το τμήμα του Αγίου Λειψάνου, με προορισμό το Παρεκκλήσι του Αγίου, όπου σύμφωνα με την παράδοση είναι ο τόπος που αποτεφρώθηκε το λείψανο του Νεομάρτυρα στην περιοχή ‘’Ταρνίτσατα’’, όπου και υπάρχει το παλαιό Παρεκκλήσι του Αγίου.

Παραπομπές:[1] Δημητρίου Γόνη, ‘’Ιστορία των Ορθοδόξων Εκκλησιών Βουλγαρίας και Σερβίας ‘’,εκδ. Αρμός, Αθήνα 2001, σελ.111.[2]ПЛАМЕН ПАВЛОВ-ХРИСТО ТЕМЕЛСКИ, ‘’БЪЛГАРИ СВЕТЦИ ‘’ ,СОФИЯ, ТАНГРА, 2010 σελ. 158.[3] Με βάση το πρωτότυπο χειρόγραφο του Ματθαίου Γραμματικού κατέγραψα τον βίο του Νεομάρτυρα Νικολάου, διότι αυτό είναι η αρχαιότερη βιβλιογραφική πηγή. Ευχαριστώ την κα. Γκένκα Παπαδοπούλου, δασκάλα μου στην Βουλγαρική γλώσσα, για την πολύτιμη βοήθεια της και συμβολή της στην επιμέρους μετάφραση του κειμένου.[4]Λουκ.4-24, ’’οὐδεὶς προφήτης δεκτός ἐστιν ἐν τῇ πατρίδι αὐτοῦ’’.[5] Γεν. 12-1: ’’Καὶ εἶπε Κύριος τῷ ¨Αβραμ· ἔξελθε ἐκ τῆς γῆς σου καὶ ἐκ τῆς συγγενείας σου καὶ ἐκ τοῦ οἴκου τοῦ πατρός σου καὶ δεῦρο εἰς τὴν γῆν, ἣν ἄν σοι δείξω’’ .[6] ПЛАМЕН ПАВЛОВ-ХРИСТО ТЕМЕЛСКИ, ‘’БЪЛГАРИ СВЕТЦИ ‘’ ,СОФИЯ, ТАНГРА, 2010 σελ. 158.[7] Ψαλ. 15,8 :”Προωρώμην τὸν Κύριον ἐνώπιόν μου διαπαντός, ὅτι ἐκ δεξιῶν μού ἐστιν, ἵνα μὴ σαλευθῶ”.[8] Πάντα κατά το χειρόγραφο του Ματθαίου Γραμματικού.[9] Ιώβ 1-21: «Ο Κύριος έδωκεν, ο Κύριος αφείλετο, ως τω Κυρίω έδοξεν, ούτω και εγένετο, είη το όνομα του Κυρίου ευλογημένον».[10] ПЛАМЕН ПАВЛОВ-ХРИСТО ТЕМЕЛСКИ, ‘’БЪЛГАРИ СВЕТЦИ ‘’ ,СОФИЯ, ТАНГРА, 2010 σελ. 158 .[11] Ψαλμός.26: ‘’Κύριος φωτισμός μου και σωτήρ μου, τίνα φοβηθήσομαι; Κύριος υπερασπιστής της ζωής μου, από τίνος δειλιάσω; Εν τω εγγίζειν επ΄εμέ κακούντας, του φαγείν τας σάρκας μου. Οι θλίβοντες με και οι εχθροί μου, αυτοί ησθένησαν και έπεσον. Εάν παρατάξηται επ΄εμέ παρεμβολή, ού φοβηθήσεται η καρδία μου· εάν επαναστή επ΄εμέ πόλεμος, εν ταύτη εγώ ελπίζω’’.[12] Ψαλ. 128,2: ‘’Πλεονάκις ἐπολέμησάν με ἐκ νεότητός μου, καὶ γὰρ οὐκ ἠδυνήθησάν μοι. ἐπὶ τὸν νῶτόν μου ἐτέκταινον οἱ ἁμαρτωλοί, ἐμάκρυναν τὴν ἀνομίαν αὐτῶν. Κύριος δίκαιος συνέκοψεν αὐχένας ἁμαρτωλῶν.’’[13] Μτθ: 10-19: ’’Ὀταν δὲ παραδώσωσιν ὑμᾶς, μὴ μεριμνήσητε πῶς ἢ τί λαλήσετε· δοθήσεται γὰρ ὑμῖν ἐν ἐκείνῃ τῇ ὥρᾳ τί λαλήσετε. οὐ γὰρ ὑμεῖς ἐστε οἱ λαλοῦντες, ἀλλὰ τὸ Πνεῦμα τοῦ πατρὸς ὑμῶν τὸ λαλοῦν ἐν ὑμῖν’’.[14] Μτθ. 10-32: ’’Πᾶς οὖν ὅστις ὁμολογήσει ἐν ἐμοὶ ἔμπροσθεν τῶν ἀνθρώπων, ὁμολογήσω κἀγὼ ἐν αὐτῷ ἔμπροσθεν τοῦ πατρός μου τοῦ ἐν οὐρανοῖς’’.[15] Φιλιπ. 1-21: ’’ Ἐμοὶ γὰρ τὸ ζῆν Χριστὸς καὶ τὸ ἀποθανεῖν κέρδος’’ .[16] Ψαλμὸς 55: ‘’Ἐλέησόν με Κύριε ὅτι κατεπάτησέ με ἄνθρωπος ὅλην τὴν ἡμέραν πολεμῶν ἔθλιψέ με κατεπάτησάν με οἱ ἐχθροί μου ὅλην τὴν ἡμέραν ὅτι πολλοὶ οἱ πολεμοῦντές με ἀπὸ ὕψους ἡμέρας φοβηθήσομαι, ἐγὼ δὲ ἐπὶ σοὶ ἐλπιῶ“.[17] ПЛАМЕН ПАВЛОВ-ХРИСТО ТЕМЕЛСКИ, ‘’БЪЛГАРИ СВЕТЦИ ‘’ , СОФИЯ, ТАНГРА, 2010 σελ. 158 .[18] Διεσώθη ελάχιστο τμήμα από το Άγιο Λείψανο του Νεομάρτυρα, το οποίο φυλάσσεται στον ομώνυμο Ναό του στην Σόφια. Ο Ματθαίος Γραμματικός στην εκτενή βιογραφία του για τον Άγιο, αναφέρει ότι το ελάχιστο τμήμα του Λειψάνου του Αγίου το διέσωσε κάποιο αγόρι που παρευρισκόταν στο μαρτύριο του Νεομάρτυρα, πριν το σώμα του παραδοθεί στην πυρά.
ΠΗΓΗ.ΤΟ ΣΥΝΑΞΑΡΙΟ ΤΗΣ ΕΚΚΛΗΣΙΑΣ. (http://churchsynaxarion.blogspot.com/)
Κατηγορίες:ΝΕΟΜΑΡΤΥΡΕΣ

Ένας άγνωστος Νεομάρτυρας του 19ου αιώνα

Μαΐου 15, 2012 1 Σχολιο

 Ο ΔΗΜΟΣΙΟΓΡΑΦΟΣ ΘΩΜΑΣ ΠΑΣΧΙΔΗΣ (1836-1890)


ΙΩΑΝΝΟΥ ΧΑΤΖΗΦΩΤΗ
Εισήγηση στο συνέδριο για τους Έλληνες Νεομάρτυρες 1453 – 1821
που έγινε το Λιδωρίκι, 29-30 Μαΐου 1997 

   Λόγιος, εκπαιδευτικός, αγωνιστής, δημοσιογράφος, ακραιφνής Έλληνας και Ορθόδοξος, ο Θωμάς Πασχίδης, γεννημένος στα 1836 στα τουρκοκρατούμενα Γιάννενα, τελειώθηκε στα 1890 στο Φεζάν της Λιβύης, γιατί αρνήθηκε να αλλαξοπιστήσει. Πρόκειται για μια μορφή με κύριο χαρακτηριστικό την ευγένεια και τον αγνό ενθουσιασμό για κάθε τι το σχετικό με το Γένος και την αμώμητη πίστη των πατέρων μας. Δεν είναι τυχαίο ότι πρωτοστάτησε στο Βουκουρέστι στην έκδοση του ελληνικού τύπου με την “Ίριδα” και τον “Δεκέβαλο”, που γέμιζε τις στήλες τους με τον ωραίο πατριωτικό του παλμό και τη λεπτή θρησκευτική του αίσθηση, ότι με την ίδια και ακόμη μεγαλύτερη φλόγα συνέχισε τη συνεργασία του με τα πιο έγκυρα φύλλα της Πόλης και της Αθήνας για τα καυτά ελληνικά ζητήματα της εποχής εκείνης. Για την Κρητική Επανάσταση του 1866, ο Πασχίδης διέθεσεν ολόκληρη την περιουσία του και επί πλέον έκανεν εράνους, δημοσιογράφησε, έγραψε ποιήματα.
Έξι χρόνια πριν εξέδωσεν “Ακολουθία και βίο του Αγίου ιερομάρτυρος και ισαποστόλου Κοσμά του εν Αλβανία μαρτυρήσαντος εν έτει 1779 κατά μήνα Αύγουστον“. Στον πρόλογό του χαρακτήριζε τον θρυλικό Πατροκοσμά “απερίπρεπτον εν Αλβανία στύλον κατά της θρησκείας των Αγαρηνών, οίος ο Άγιος θαυματουργός Σπυρίδων εν Κερκύρα ακράδαντον στήριγμα κατά των σχισματικών Παπιστών“. Λανθασμένα το βιβλίο αυτό αναφέρεται ως επανέκδοση των παλαιοτέρων Αγίου Νικοδήμου – Χριστοδουλίδη. Ο Πασχίδης τις γνώριζε βέβαια και τις χρησιμοποίησε, αλλά απέθεσε στο νέο έργο την προσωπική του σφραγίδα. Πνευματικός απόγονος του Εθνομάρτυρα Ρήγα απέβλεπε σε μια παμβαλκανική συνεργασία. Χαρακτηριστικόν είναι ότι ανατύπωσε το φύλλον της Χάρτας του Ρήγα με την επιπεδογραφία της Κωνσταντινούπολης. Συνήθιζε να λέγει ότι “η σωτηρία της Ανατολής έγκειται εν τω συνδέσμω των Ανατολικών λαών“.
Την πολεμική του συγκέντρωναν τόσο οι μεγάλες δυνάμεις όσο και η Τουρκία, που επιβουλεύονταν την ελληνική ανεξαρτησία οι πρώτες, ενώ η δεύτερη κρατούσε   υπόδουλα ελληνικά   και βαλκανικά εδάφη. Όταν όμως οΠανσλαβισμός πήρε σάρκα και οστά κι ο Πασχίδης διαπίστωσε τα ύπουλα σχέδιά του, με γνώμονα πάντοτε το εθνικό μας συμφέρον στράφηκε προς τη Δύση εκθέτοντας την επικίνδυνη τροπή των πραγμάτων και ζητώντας να“εξυπνήση πλέον και να θεραπεύση όσα η ακρισία και η αδικία αυτής κακά διεπράξατο“. Για να υποστηρίζει τις θέσεις του ταξίδευε ο ίδιος συχνά στο εξωτερικό και εξέδωσε σημαντικά για την εποχή βιβλία. Στα πλαίσια της εθνικής του δράσης πρέπει να τοποθετηθεί και η λειτουργία το 1871 στο Βουκουρέστι Ελληνικού Εκπαιδευτηρίου από τον Πασχίδη. Στην εφημερίδα του “Ίρις” δημοσίευσεν έκκληση προς τους ‘Έλληνες γονιούς να εγγράψουν τα παιδιά τους στο ελληνικό σχολείο λαμβάνοντες “μέτρα ίνα μη επί πλέον εκφυλίζωνται τα τέκνα των εις ξένα σχολεία, ένθα η ελληνική γλώσσα είναι προγεγραμμένη, ή διδάσκεται λίαν παρέργως, ώστε να μη μανθάνεται ουδέποτε…”. Δεν πρέπει εξ’ άλλου, να παραλειφθεί η αναφορά της αρθρογραφίας του για την αρπαγή της μοναστηριακής περιουσίας στη Ρουμανία, όπου τα μοναστήρια της Ηπείρου είχαν πολλά μετόχια, για τηνισότητα των γυναικών, που κατά τον Πασχαλίδη μόνο με τον Ελληνικό Χριστιανισμό “ήταν δυνατό να τελειοποιηθούν” για τη δημιουργία ελληνικού ναυτικού, στην οποία έπρεπε να συμβάλλουν και οι ομογενείς της Ρουμανίας, για τα εθνικά δίκαια της ελληνικώτατης Μακεδονίας και της Ηπείρου. Παράλληλα επισκέπτεται το Άγιον Όρος, τα Ιεροσόλυμα και δίνει περιγραφές γεμάτες θρησκευτική ανάταση και ορθόδοξη αίσθηση. Το 1975 συγκεντρώθηκαν σε ένα τομίδιο όλα τα θρησκευτικού περιεχομένου έργα του με πρόλογο του Δρα της Θεολογίας κ. Κωνσταντίνου Κούρκουλα.
Όλη αυτή η δραστηριότητα ήταν επόμενο να επισύρει σοβαρές συνέπειες αφού μάλιστα ο Πασχίδης από το 1882 μεταφέρει τη δράση του στην καρδιά της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας την Κωνσταντινούπολη, όπου θα μπορούσε να πει κανείς ότι πολλαπλασίασε τους αγώνες του. Εκεί τον συνέλαβαν οι Τούρκοι με ψεύτικη καταγγελία του διαβόητου Απ. Μαργαρίτη, που ο γνωστός ιστορικός και εκδότης της “Επιθεωρήσεως”, με την οποία συνεργαζόταν ο Πασχίδης, Επαμεινώνδας Κυριακίδης, χαρακτηρίζει εύστοχα “ψευδορωμούνο”. Ήδη οι Τουρκικές αρχές ήταν σφόδρα ενοχλημένες από τη δράση του κι έτσι τους δόθηκε η κατάλληλη αφορμή. Από εδώ και πέρα αρχίζει το στάδιο του μαρτυρίου του Πασχίδη, που τελικά θανατώθηκε στο Φεζάν ομολογώντας ως την ύστατη πνοή του την πίστη του στον Ιησού Χριστό.
Άφθονα δημοσιεύματα στον αθηναϊκό τύπο του 188 κ. εξ. μας πληροφορούν για τις άθλιες συνθήκες παραμονής του στις φυλακές της Πόλης. Διαδοχικά τον ενέκλεισαν στη Διεύθυνση της Αστυνομίας Σταυροδρομίου, στο Σεράϊ Γαλατά, και στις ειρκτές, τα ανήλιαγα μπουντρούμια της Πόλης, όπου κλονίστηκε σοβαρά η υγεία του. Βασανιστήρια, ανακρίσεις, κακομεταχείρισητον είχαν σωματικά εξουθενώσει, όχι όμως ψυχικά. Ως την στιγμή που παρέδωσε το πνεύμα του, το ορθόδοξο φρόνημά του παρέμεινε ακλόνητο και η αγωνιστική του διάθεση ακμαία. Κορυφαίοι πολιτικοί στη Βουλή ζήτησαν την απελευθέρωσή του. Ο Θ. Δεληγιάννης επέκρινε τον Υπουργό Εξωτερικών Δραγούμη για τον όλο χειρισμό της υποθέσεως από ελληνικής πλευράς, ως τις 12 Φεβρουαρίου 1889, που ο Θωμάς Πασχίδης μαζί με τον συγκρατούμενό του Ν. Φιλιππίδη, Δρα Φιλοσοφίας, που τελικά επέζησε και του οφείλουμε την πιο σημαντική μαρτυρία για τη θανάτωσή του, καθώς, και με τον μικρότερο αδελφό του Κων. Πασχίδη, που συνελήφθη μόνο επειδή ήταν αδελφός του Θωμά, στάλθηκαν με το ατμόπλοιο “Χασάν -πασάς” στην Αφρική μέσω Σμύρνης, Χίου, Χανίων, Σούδας, Χανίων. Στις 26 Φεβρουαρίου τον έκλειναν στις φυλακές της Βεγγάλης, που όμως δεν ήταν ο τελικός προορισμός του.
Στις 24 Μαρτίου με την κορβέτα “Ισκενδέρ” τον μεταφέρουν στην Τρίπολη, όπου ανακρίθηκε από τον βαλή. Κάποια στιγμή ο Φιλιππίδης είδε τον συνεξόριστό του Πασχίδη μπρος στη μεγάλη αίθουσα του Διοικητηρίου “ποιούντα το σημείον του σταυρού, ενώ εισήγετο εις αυτήν. Τη στιγμή δε ταύτη η συγκίνησις του δεσμώτου, διεγείρασα το θρησκευτικόν αυτού αίσθημα, υπήρξεν απεριγράπτως ιδανική, ουρανία!” Από την Τρίπολη οδηγήθηκε στο Φεζάν, όπου ήταν εκτοπισμένοι 23 ακόμη Έλληνες, τους οποίους σύμφωνα με δημοσίευμα στην “Ακρόπολη” βασάνιζαν για να αλλαξοπιστήσουν. Η σημασία του δημοσιεύματος αυτού είναι πολύ μεγάλη, γιατί περιλαμβάνει κι ένα ιδιόγραφο σημείωμα του ίδιου του Θωμά Πασχίδη. Ιδού τι ο ίδιος γράφει για τους εγκάθειρκτους εκεί Έλληνες:
“Δέκα άλλοι, ομοίως Μακεδόνες… , απέθανον σπαραξικάρδιον θάνατον, άνευ ουδεμιάς περιθάλψεως, άνευ φαρμάκων, άνευ ιατρού και άνευ ιερέως, προς τελευταίαν παραμυθίαν και μετάδοσιν του Κυριακού δείπνου τουλάχιστον κατά την ώρα της εις Κύριον εκδημήσεως αυτών, ως κύνες δε τινές άνευ χριστιανικής ταφής ριφθέντες εις την άμμον έξω της πόλεως, διότι οι ενταύθα Άραβες θεωρούσιν ως βέβηλον το ενταφιάζειν τους χριστιανούς. Τρεις δε άλλοι… συλληφθέντες και καταδικασθέντες ως λησταί απεστάλησαν εις τας ειρκτάς του Φεζάν, ένθα εκβιασθέντες εις εξισλαμισμόν περιετμήθησαν από δειλίαν ονομασθέντες Σουλεϊμάν, Σαΐντ και Μεχμέτης. Και ούτω εκ των 23 και μόνων ενταύθα καθειρχθέντων χριστιανών 11 ακμαίοι την ηλικίαν εν διαστήματι 6  μηνών ετελεύτησαν, τρεις εξισλαμίσθησαν βία, οι δε λοιποί μη ενδόσαντες υπέστησαν απεριγράπτους αικισμούς και κακώσεις…”.
Για τον εαυτό του γράφει τα εξής εξαιρετικά ενδιαφέροντα:
“Ο Θωμάς Α. Πασχίδης (ετών 54), αρχαίος δημοσιογράφος, επειδή εδημοσίευσε προ ετών διάφορα εν αλλοδαπή βιβλία, συνελήφθη εν Βυζαντίω, ένθα ειργάζετο ως συντάκτης της εφημερίδος “Επιθεώρησις” και εγκαθείρχη επίσης χωρίς να δικασθή! Ανακριθείς δε μόλις μετά πεντάμηνον φρικτήν κάθειρξιν ενώπιον είδους ανακριτικής τινός επιτροπίας, ομοίως εκ Τούρκων μόνον συγκειμένης, και εγκλεισθείς επί τρεις έτι μήνας εν Κων/πόλει, ανήχθη είτα εις τας ειρκτάς του Φεζάν, αφού κατά το μακρόν της οδοιπορίας διάστημα επί ένα και ήμισυ μήνα τουτέστιν, υπέστη ανήκουστα δεινά, όπως αποκατάσταση της πολυτίμου ημών Χριστιανικής πίστεως ήδη δε κατακείμενος και ούτος εις οπήν θυρίων ημιθανής, άνευ ενδυμάτων, άνευ τροφής, άνευ θερμάνσεως μώλωψι δε και πληγαίς κατάστικτος ένεκα των παντοειδών κακουχιών και βασάνων”.
Σύμφωνα με μαρτυρία του Φιλιππίδη τον οποίο επιχείρησαν να φονεύσουν μαζί με τον Πασχίδη “δια γνωστών εις τους Άραβας μέσων εξαγριώσαντες τας καμήλους, αι οποίαι ετίναξαν κάτω αμφοτέρους” (τους μετέφεραν στις 5 Ιουλίου στη Μούρζανη με τη συνοδεία ενός χωροφύλακα, δύο άλλων συνοδών και με άγριες καμήλες, χωρίς χαλινάρια), “ήκουεν τους Άραβας οίτινες εξεβίαζον τον αείμνηστον Πασχίδην να εξωμόση”. Αυτό συνέβη στο χωριό Ικούτοβα, όπου τους οδήγησαν τραυματισμένους από την πτώση, μετά εξάωρη οδοιπορία. Εκεί “την πρωΐαν παρουσιάζεται Άραψ τις και λέγει ότι ο γέρων (έτσι τον είχαν καταντήσει) Πασχίδης ούτε κινείται ούτε ομιλεί πλέον, ενώ η υγεία του δεν ήτο εις τοιούτον κρίσιμον σημείον”.
Οι Τούρκοι βέβαια επεχείρησαν να εμφανίσουν τη θανάτωσή του ως φυσικό θάνατο. Όμως ο Φιλιππίδης, αν και βαριά τραυματισμένος τελικά απελευθερώθηκε και επέζησε για να περιγράψει ως εξής το μαρτύριο του Θωμά Πασχίδη:
“Ο Πασχίδης είχε πληγωθή πολύ ελαφρότερον εμού, αλλ’ οι αιμοδιψούντες Άραβες εκπληρούντες πιστήν εντολήν της εν Μούρζουτι δολοφονικής αποφάσεως του Μουτασερίφη, εδολοφόνησαν αυτόν αγρίως. Ήκουσα μάλιστα δια του εκ Καλαμών χωρίσματος της καλύβης να προτείνουν αυτώ εξισλαμισμόν, αλλά ο Πασχίδης μεθ’ ιεράς φρίκης απωθών τας ατίμους προτάσεις έλεγεν: “Ο Μωάμεθ είναι ψευδοπροφήτης, μόνον ο Ιησούς Χριστός είναι αληθής”. Ούτοι ήσαν οι τελευταίοι λόγοι του”.
Έτσι ακριβώς τελειώθηκε ο Νεομάρτυρας Θωμάς Πασχίδης και πρέπει εδώ να αναφερθεί ότι όταν το 1974 εκδόθηκε βιβλίο μου “Θ. Α. Πασχίδης (1836-1890). Ο λόγιος – ο εκπαιδευτικός – ο αγωνιστής – ο δημοσιογράφος- ο Έλληνας – ο μάρτυρας. Η ζωή και το έργο….,  ανεπιφύλακτα δεκτός. Κρίνοντάς το στο περιοδικό του “Αθηναϊκοί Διάλογοι”, που εξέδιδε ως πριν λίγα χρόνια, ο λόγιος μοναχός Θεόκλητος Διονυσιάτης έγραψε μεταξύ άλλων:
“Θα ήτο παράλειψις ασυγχώρητος εάν δεν εσημείωνα ότι ο Πασχίδης δεν υπήρξεν εθνομάρτυς μόνον, αλλά και μάρτυς Χριστού, αφού συμφώνως με την πληροφορίαν του επιζήσαντος των βασανιστηρίων Φιλιππίδου, “μεθ’ ιεράς φρίκης απωθών” τας ατίμους προτάσεις προς εξισλαμισμόν, έλεγεν εις τους αγαρηνούς: “Ο Μωάμεθ είναι ψευδοπροφήτης, μόνον ο Ιησούς Χριστός είναι αληθής”. Και συνεχίζει ο Φιλιππίδης: Ούτοι ήσαν οι τελευταίοι λόγοι του και έκτοτε έχασα τον προσφιλή μου φίλον… ” (σελ. 158)”
Και ο Δρ. Θεολογίας Κων. Κούρκουλας προλογίζοντας τον α’ τόμο των “Απάντων” του Πασχίδη τον μόνο που ως σήμερα εκδόθηκε με τα θρησκευτικά του έργα, παρατηρούσε:
“Δεν υπάρχει αμφιβολία ότι το συναξάρι των νεομαρτύρων είναι πολύ ελλιπές. Όσο κι αν προσπάθησαν άνδρες σοφοί και ακούραστοι με επί κεφαλής τον Αρχιεπίσκοπον Αθηνών και πάσης Ελλάδος Χρυσόστομο Παπαδόπουλο να το ολοκληρώσουν, στάθηκε αδύνατο. Δεν μπόρεσαν, ούτε θα μπορέσουν ποτέ να “συγκλείνουν” το “νέφος τούτο των μαρτύρων”.
Όλο και κάποιος ξεφεύγει. Και ένας σπουδαίος μεταξύ αυτών, ο Θωμάς Πασχίδης, ο μάρτυρας αυτός της Ελλάδας, ξέφευγε χρόνια τώρα και θάμενε άγνωστος, θαμμένος στην άμμο της Λιβύης, εάν δεν τον ανάσταινε η στοργή, η τόσο συγκινητική, του μικρανεψιού του κ. Θωμά Καζαμία κι εάν δεν τον σμίλευαν τόσο ανάγλυφα η γραφίδα του λαμπρού ερευνητή, του κ. Ι.Μ. Χατζηφώτη, που με τόση ενάργεια έστησε μπροστά μας τη φωτεινή μορφή του εθνομάρτυρα Θωμά Πασχίδη”.
Εντυπωσιάζει, ασφαλώς το γεγονός ότι και στο όργανο της Ελληνικής Ευαγγελικής Εκκλησίας “Η Φωνή του Ευαγγελίου” δημοσιεύθηκε άρθρο του Γ. Σ. Φερεντίνου, που με τον τίτλο “Νεομάρτυρες” παρουσίαζε το βιβλίο μου και σημείωνε για την περίπτωση του Θωμά Πασχίδη τα εξής:
“Πλούσια είναι η ιστορία της Εκκλησίας, σε άνδρες και γυναίκες που υπέστησαν βασανισμούς, διωγμούς και θάνατο, επειδή δεν δέχθηκαν ν’ αρνηθούν την πίστι στον Χριστό. ΟΙ πρώτοι χριστιανικοί αιώνες έχουν να παρουσιάσουν πλείστους μάρτυρες της πίστεως. Ειδικά όμως εδώ, στην Ανατολή, η υπαγωγή στους Μωαμεθανούς, προκάλεσε νέους σκληρούς διωγμούς, από τους οποίους, μόνο η προέλευσις στο Ισλάμ μπορούσε να διασώση τους χριστιανούς που με διάφορες αιτίες συλλαμβάνονται. Έτσι αναπτύχθηκε νέα σειρά μαρτύρων οι Νεομάρτυρες, που μαρτύρησαν από την Άλωσι έως και τον περασμένο αιώνα”.
Ο κριτικός Στ. Ι. Αρμενάκης, εξ άλλου, έχει γράψει ότι ο “μάρτυρας” Πασχίδης “παρέμενε περίπου άγνωστος και ουσιαστικά αδοξολόγητος”. Ο κριτικός των “Επικαίρων” Άργος (Τάκης Μενδράκος) μιλούσε για τον“μαρτυρικό θάνατο της μεγάλης αυτής φυσιογνωμίας”. Ο εξαίρετος λογοτέχνης και κριτικός Γιάννης Χατζίνης έχει παρατηρήσει ότι “το τέλος του ήταν μαρτυρικό και προστίθεται ακόμη ένας αγωνιστής, ένας ήρωας, ένας μάρτυς”. Ανάλογα κάνει λόγο για τον “μαρτυρικό θάνατό” του ο αείμνηστος Διευθυντής της “Ιστορίας εικονογραφημένης” Δημήτρης Αστερινός χαρακτηρίζοντάς τον “πολύ σημαντική μορφή“. Και ο συγγραφέας και κριτικός Άγγελος Φουριώτης σημειώνει πως “ζωή, αγώνες και θυσία ισούνται με το έργο και το έργο με τη ζωή και τους αγώνες του μάρτυρα”.
Άλλες κρίσεις: “Όλη η μακρά πολυκύμαντη πορεία και η προσφορά του έξοχου Εκείνου Ηπειρώτη είναι γραμμένη με σεβασμό προς τα κείμενα, από την αρχή, χωρίς κενά, ως τις τελευταίες δραματικές σελίδες του μαρτυρικού θανάτου του το 1890, στο Φεζάν της Λιβύης” (Χρυσάνθη Ζιτσαία”. “Και ο μεν Φιλιππίδης σώθηκε, ο Πασχίδης όμως έπειτα από αφάνταστες ταλαιπωρίες, σωματικές και ψυχικές , θανατώθηκε στο Φεζάν της Λιβύης. Μαρτυρικός ήταν ο θάνατός του” (Λέων Ι. Μελάς). “Ο συγγραφέας παρακολουθεί τον Ηπειρώτη, αλλά και τον μεγάλο Έλληνα από την γέννησή του ως το μαρτυρικό θάνατό του στην αφρικανική έρημο” (Άλκης Μυρσίνης -Μάνθος). “Όλη η ζωή του Πασχίδη στάθηκε μια συνεχής προσφορά στην ιδέα της ελευθερίας, που την θέρμαινε η πίστη στον ελληνισμό και την ορθοδοξία και έκφραση αυτής της πίστης είναι και το έργο του” (Λιλή Πρεβελάκη). “Επισφράγισε το έργο του δίδοντας και την ίδια του τη ζωή γι’ αυτά που επίστευε” (Α. Χ. Μαμμόπουλος).

www.egolpion.gr
Κατηγορίες:ΝΕΟΜΑΡΤΥΡΕΣ

Ο Αγ. Ιωάννης Κοτσούρωφ: Ο πρώτος νεομάρτυρας της Ρωσικής Εκκλησίας.


 

Ο π. Ιωάννης γεννήθηκε το 1869 και ήταν γιός ιερέα, του π. Αλέξανδρου. Ο πατέρας του ήταν πολύ ευλαβής κληρικός και υπηρετούσε στο χωριό Βιγκελντινοσούρκ, στο ναό των Θεοφανείων. Η όλη ζωή του και η διακονία του επέδρασε πολύ θετικά στα παιδιά του. Ιδιαίτερα επηρεάστηκε ο Ιωάννης, ο οποίος θέλησε να ακολουθήσει τα βήματα του πατέρα του. Σπούδασε αρχικά στο Θεολογικό Σεμινάριο του Ριαζάν και έπειτα στη Θεολογική Ακαδημία της Αγίας Πετρούπολης. Χειροτονήθηκε Ιερέας το 1895 και αναχώρησε για την ιεραποστολή της Αλάσκας. Μετά από λίγο διάστημα μετατέθηκε στο Σικάγο ως εφημέριος των ναών Αγίου Βλαδιμήρου Σικάγου και Τριών Ιεραρχών στην πόλη Στρήτορ. Αντιμετώπισε πολλές δυσκολίες, γιατί δεν βρήκε καθόλου ποίμνιο. Εργάστηκε με πολύ ζήλο, αλλά και με πολλή πίστη στον Θεό. Η εργασία του έφερε καρπούς. Μέσα σε τρία χρόνια απέκτησε ποίμνιο τριακοσίων περίπου ψυχών και στις δύο ενορίες.

Το καλοκαίρι του 1907 επέστρεψε στην Αγία Πετρούπολη και για μία δεκαετία περίπου υπηρέτησε ως εφημέριος στο ναό της Μεταμορφώσεως του Σωτήρος στην πόλη Νάρβα και ως καθηγητής στο Γυμνάσιο. Το 1916 μετετέθη στην πόλη Τσάρσκογιε Σελό, στο ναό της Αγίας Αικατερίνης. Η πόλη βρίσκεται 25 χιλιόμετρα νότια της Αγίας Πετρούπολης και το όνομά της σημαίνει «Φρούριο του τσάρου». Εκεί βρίσκονταν τα θερινά ανάκτορα του τσάρου κι εκεί, όπως είδαμε, παρέμενε ο τσάρος Νικόλαος μετά την παραίτησή του. (Η πόλη από το 1937 πήρε το όνομα του Πούσκιν.) Ο π. Ιωάννης άρχισε κι έδώ να εργάζεται με πολύ ζήλο κι ενθουσιασμό.

Σε λίγους μήνες άρχισαν οι αναταραχές και οι επαναστάσεις. Το Τσάρσκογιε Σελό έγινε επίκεντρο σοβαρών επεισοδίων. Ο π. Ιωάννης προσπαθούσε να ειρηνεύσει τις αντιμαχόμενες παρατάξεις και να στηρίζει το ποίμνιό του. Όταν η Αγία Πετρούπολη έπεσε στα χέρια των μπολσεβίκων, τον Οκτώβριο του 1917, στα ανάκτορα του Τσάρσκογιε Σελό βρίσκονταν κοζάκοι στρατιώτες, που τα υπερασπίζονταν. Οι επαναστάτες μετά από λίγες μέρες κατέφθασαν στη μικρή πόλη. Ήταν 30 Οκτωβρίου όταν άρχισαν να την πολιορκούν. Οι κάτοικοι αναστατώθηκαν κι έτρεξαν στις εκκλησίες. Στο ναό της Αγίας Αικατερίνης ο π. Ιωάννης έκανε παράκληση «υπέρ της ειρήνης». Μαζί με άλλους κληρικούς αποφάσισαν να κάνουν λιτανεία με τις άγιες εικόνες. Στη λιτανεία συμμετείχαν χιλιάδες λαού, που με δάκρυα στα μάτια παρακαλούσαν τον Θεό να σταματήσει την αιματοχυσία και να φέρει την ειρήνη. Η λιτανεία κράτησε ως το βράδυ. Τότε όμως οι κοζάκοι αποφάσισαν να εγκαταλείψουν την πόλη και συμβούλεψαν τους ιερείς να κάνουν το ίδιο, γιατί κινδύνευε η ζωή τους. Ο π. Ιωάννης τους απάντησε: -Όχι, δεν θα φύγουμε, θα κάνουμε το καθήκον μας ως το τέλος. Και οι «κόκκινοι» και οι «λευκοί» είναι παιδιά του Θεού.

Οι κοζάκοι έφυγαν, αφήνοντας την πόλη στα χέρια των μπολσεβίκων. Αμέσως μετά την είσοδό τους στην πόλη άρχισαν τις συλλήψεις. Οι Ιερείς ήταν οι πρώτοι μεταξύ των συλληφθέντων. Τους κατηγορούσαν ότι ήταν σύμμαχοι των κοζάκων και ότι έκαναν τη λιτανεία για να νικήσουν οι κοζάκοι. Μάταια ο π. Ιωάννης προσπαθούσε να τους εξηγήσει ότι η λιτανεία έγινε «υπέρ της ειρήνης», ότι οι κληρικοί δεν ανακατεύονται με την πολιτική. Ότι όλοι είναι παιδιά του Θεού κ.λπ. Οι στρατιώτες εξαγριωμένοι άρχισαν να τον χτυπούν, να τον βασανίζουν. Του έσκισαν τα ράσα. Στο τέλος τον πυροβόλησαν. Πριν ακόμη ξεψυχήσει συνέχιζαν με φοβερό μίσος να τον βασανίζουν. Κάποιος μάλιστα τράβηξε και πήρε τον επιστήθιο σταυρό του. Άφησαν το σώμα του και έφυγαν.

Την άλλη μέρα οι πιστοί πήραν το σώμα του και το μετέφεραν στο κοιμητήριο. Ο σταυρός του έλειπε. Ο ίδιος ο νεομάρτυρας είχε πει τα εξής προφητικά λόγια όταν στην Αμερική του είχαν δωρίσει το σταυρό αυτό: «Ασπάζομαι αυτό το σταυρό, ο οποίος θα είναι το στήριγμά μου σε όλες τις δύσκολες στιγμές της ζωής μου. Δεν θέλω να πω μεγάλα λόγια, ότι θα έχω το σταυρό και στον τάφο μου. Δεν είναι η θέση του σταυρού αυτού στον τάφο. Θα μείνει σαν κειμήλιο ιερό, μαρτυρία της αγάπης, της αδελφοσύνης και της φιλίας, των πιο ιερών αισθημάτων στη γη».

Η σύνοδος της Ρωσικής Εκκλησίας κατέταξε τον π. Ιωάννη στο αγιολόγιο της Εκκλησίας το 1995. Ήταν ο πρώτος κληρικός – νεομάρτυρας της Ρωσικής Εκκλησίας.

 

(Αρχ. Νεκτάριου Αντωνόπουλου, «Ρώσοι Νεομάρτυρες και Ομολογητές», εκδ. Ακρίτας, σ. 93-95)

 

 

Ιερομάρτυς Ηλίας και Πρεσβυτέρα Ευγενία.Ένα πρότυπο ιερατικό ζευγάρι.

Φεβρουαρίου 20, 2012 Γράψτε ένα σχόλιο

Ο ΙΕΡΟΜΑΡΤΥΣ ΗΛΙΑΣ TΣΕΤΒΕΡΟΥΧΙΝ
(†16 Φεβρ. 1934)
ΚΑΙ Η ΠΡΕΣΒΥΤΕΡΑ ΤΟΥ ΕΥΓΕΝΙΑ[1]

Η ζωή του π. Ηλία είναι στενά συνδεδεμένη με τη ζωή της εναρέτου συζύ­γου που του έδωσε ο Θεός, η οποία μοιράστηκε μαζί του όλες τις λύπες και τις χαρές. Η Ευγενία ήταν μια πολύ ευσεβής κόρη που σκεπτόταν να γίνη μοναχή, αλλά με τη συμβουλή του Γέροντος Βαρ­νάβα της Σκήτης της Γεθσημανή, άρχισε να αναζητά έναν ευσεβή σύζυγο. Οι γο­νείς του Ηλία είχαν μεγάλα σχέδια για τον γυιό τους επειδή ήταν ένας λα­μπρός φοιτητής στο Πανεπιστήμιο. Όταν όμως γνώρισε την Ευγενία άρχι­σαν και οι δυο να μελετούν με πόθο πνευματικά βιβλία. Εγκατέλειψε το Πανεπιστήμιο και μια δελεαστική κα­ριέρα και εισήλθε στο ιερατικό Σεμινά­ριο του Αγίου Σεργίου της Λαύρας της Αγίας Τριάδος.

Η οικογένεια της Ευγενίας ζούσε υπό την καθοδήγηση αγίων Γερόντων. Η μη­τέρα της γνώριζε πολλούς Γέροντες και συχνά τους επισκεπτόταν. Βλέποντας αυτό ο Ηλίας Νικολάγιεβιτς θέλησε να έχη και αυτός ένα Γέροντα, ο οποίος θα τον καθοδηγούσε. Η Ευγενία του συνέ­στησε να πάη στη Σκήτη της Γεσθημανή, στον Γέροντα Βαρνάβα. Την άλλη μέρα ο νεαρός ιεροσπουδαστής πήγε στον Γέ­ροντα. Ο Γέροντας τον δέχθηκε με ευγέ­νεια, τον έβαλε να καθίση, του έφερε σαμοβάρι και του έδωσε να πιη τσάι, ενώ συνεχώς του έλεγε καθώς τον κτυπούσε χαϊδευτικά στο κεφάλι:

«Είσαι ο μάρτυράς μου! Είσαι ο ομολογητής μου!». Μετά του έδωσε μερικές συμβουλές και τον άφησε να φύγη. Ο ιεροσπουδαστής γύρισε χαρούμενος στον ξενώνα. Επιτέλους, είχε βρη έναν πνευματικό οδηγό στον οποίο θα μπορούσε να εμπιστευθή όλη του τη ζωή! Το βράδυ πήγε στον ναό και με κατάπληξι άκουσε να μνημο­νεύουν τον κεκοιμημένο ιερομόναχο Βαρνάβα! Πόσο μεγάλη ήταν πραγμα­τικά η έκπληξίς του και η λύπη του όταν έμαθε ότι λίγες ώρες μετά την αναχώρησί του, ο Γέρων Βαρνάβας πέθανε! Τα­ραγμένος επέστρεψε στο σπίτι του.

Αλλά ο Κύριος δεν άφησε ανεκπλή­ρωτη την βαθειά επιθυμία της γεμάτης πίστι ψυχής του. Μετά από λίγο καιρό οι συσπουδασταί του τού πρότειναν να τον πάρουν μαζί τους στο ερημητήριο του Ζωσιμά, που δεν ήταν μακρυά από την Λαύρα της Αγίας Τριάδος, για να δουν τον ερημίτη Γέροντα Αλέξιο (ο οποίος αργότερα ανέσυρε τον κλήρο για την εκλογή του Πατριάρχου Τύχωνος). Ο Ηλίας δέχθηκε ευχαρίστως. Ο Γέρο­ντας τους υποδέχθηκε εγκάρδια και σύ­ντομα έγινε ο πνευματικός οδηγός του Ηλία και της μνηστής του. Όταν για πρώτη φορά τους είδε μαζί, ανεφώνησε: «Τι ψηλός που είναι αυτός, και τι μι­κρούλα αυτή!». Πραγματικά ο Ηλίας ήταν πολύ ψηλός και δυνατός, πραγμα­τικός ιππότης, ενώ η Ευγενία ήταν ένα μικροκαμωμένο και ευαίσθητο κορίτσι. Με την ευλογία του Γέροντος Αλεξίου συνηντώντο δυο φορές τον μήνα στο σπίτι της Ευγενίας, και δυο φορές το μήνα μπορούσε να της γράφη ένα γράμ­μα, το οποίο όμως έπρεπε να το διαβάζη προηγουμένως η μητέρα της Ευγενίας. Έτσι πέρασαν μερικά χρόνια… Ο Η­λίας τελείωσε με επιτυχία το Σεμινάριο και άρχισε να σπουδάζη στη Θεολογική Ακαδημία.

Τότε η Ευγενία ήταν 25 ετών, δηλαδή όχι πια νέα κατά την αντίληψι της επο­χής εκείνης. Την εποχή εκείνη υπήρχε ένας νόμος, κατά τον οποίο οι φοιτηταί της Ακαδημίας μπορούσαν να ήταν έγγαμοι. Η οικογένεια της Ευγενίας ζούσε υπό την καθοδήγησι ενός Γέρο­ντος στη Μόσχα ο οποίος συνέστησε επίσπευσι του γάμου τους. Ο Ηλίας υπα­κούοντας στον Γέροντα πήγε στους γο­νείς της Ευγενίας. Αλλά τότε παρου­σιάστηκε ένα απροσδόκητο εμπόδιο: ο πατέρας της Ευγενίας αρνήθηκε κατη­γορηματικά να του την δώση για σύ­ζυγο επειδή δεν είχε δυνατότητα να την συντηρήση.

Ο Ηλίας θύμωσε και έφυγε βροντώντας πίσω του την πόρτα. Όμως η μητέρα της Ευγενίας τον έπεισε να την ζητήση πάλι από τον πατέρα της. Και χρειάστηκε να τονίση επανειλημμένα ότι θα μπορούσαν να ζήσουν μόνο με τα δι­κά τους μέσα, αν και στην πράξι όλα τα χρήματα που είχαν ήταν ένα μικρό ποσό που είχε συγκεντρώσει η Ευγενία παρα­δίδοντας μαθήματα μουσικής, και το οποίο είχε βάλει στην άκρη με την ευλο­γία της μητέρας της, για την προίκα της. Τελικά ο πατέρας της συμφώνησε. Έκα­ναν ήσυχα και ταπεινά την τελετή του γάμου τους και αμέσως μετά έφυγαν για το γαμήλιο ταξείδι. Πήγαν στο ερημητήριο του Ζωσιμά για να ετοιμαστούν για τη μετάληψι της θείας Κοινωνίας, κοντά στον αγαπημένο τους Γέροντα.

Όλα τα μέλη της οικογενείας της Ευγενίας σέβονταν πολύ τον Γέροντα Αλέξιο. Ένας από τους συγγενείς της, ο οποίος αργότερα έγινε μοναχός, πή­γαινε συχνά στο ερημητήριο του Ζω­σιμά και έβλεπε επανειλημμένα το ίδιο όνειρο. Του φαινόταν σαν να ήταν κά­ποια μεγάλη γιορτή. Ο ιδρυτής της Μονής, ο ασκητής Ζωσιμάς, στεκόταν στη μέση της Ωραίας Πύλης και εμύρωνε κάθε έναν που ερχόταν. Μετά το μύρωμα, με τα ολόλαμπρα λευκά τους ενδύματα, περνούσαν κατ’ ευθείαν μέσα από την Ωραία Πύλη! Το όνειρο αυτό, ειδικά επειδή επαναλαμβανόταν τόσο συχνά και επειδή έμπαιναν στο Ιερό ακόμη και γυναίκες, προκάλεσε μεγάλη απορία στον νέο αυτόν. Τελικά, όταν είδε το όνειρο για έκτη φορά, πήγε στον Γέροντα Αλέξιο. Ο Γέροντας δεν απο­κάλυψε την εξήγησι του ονείρου, αλλά μόνο ρώτησε αν ήταν πολλοί άνθρωποι.
—Ήταν πολλοί, πάτερ, ολόκληρο πλήθος!
—Ωραία! Δόξα τω Θεώ, δόξα τω Θεώ! επανέλαβε χαρούμενα ο Γέροντας.

Οι νεαροί νεόνυμφοι έμειναν ένα μήνα στο μοναστήρι. Μετά γύρισαν στη Μόσχα και νοίκιασαν ένα διαμέρισμα στην περιοχή Σέργκιεφ Ποσάντ, κοντά στο Μοναστήρι του Αγίου Σεργίου.
Ζούσαν πολύ φτωχικά, αλλά όπως υπο­σχέθηκαν στον πατέρα της Ευγενίας, ζούσαν μόνο με δικά τους χρήματα. Η Ευγενία πάντα τόνιζε ότι σ’ όλη τους τη ζωή ποτέ δεν χρωστούσαν σε κανέναν ούτε μια δεκάρα.

Ζούσαν τόσο φτωχικά που η Ευγενία αναγκαζόταν να ρίχνη στη σόμπα μόνο έξι ξύλα την ημέρα για να ζεστάνη το διαμέρισμα, το οποίο έτσι δεν ήταν ποτέ αρκετά ζεστό.
Όταν γεννήθηκε το πρώτο παιδί τους, έστειλαν αμέσως τηλεγράφημα στην αδελφή της Ευγενίας. Όταν ήρθε κοντά τους, τους εξήγησε ότι έμαθε τη γέννησι του παιδιού πριν πάρη το τηλεγράφημα!
—Μα πώς: τη ρώτησαν.
—Ο άγιος Σεραφείμ εμφανίστηκε στο όνειρό μου και μού είπε: «Πήγαινε να τους συγχαρής! Έχουν γυιό και το όνομα του είναι Σέργιος». Πράγματι ωνόμασαν τον πρώτο τους γυιό Σέργιο και τον δεύτερο Σεραφείμ.
Ο π. Ηλίας τελείωσε την Ακαδημία πριν ξεσπάση η επανάστασις (του 1917). Μετά την χειροτονία του, υπηρέτησε για ένα μικρό διάστημα στην εκκλησία ενός πτωχοκομείου, κατόπιν μετετέθη στην εκκλησία του αγίου Νικολάου στην πε­ριοχή Τολματσέφ της Μόσχας, όπου και υπηρέτησε μέχρι τη σύλληψί του το 1932.

Ο π. Ηλίας ήταν ένας ευλαβής ιε­ρεύς. Ποτέ δεν συντόμευε τις ακολου­θίες. Κανοναρχούσε τα στιχηρά και συ­χνά διάβαζε τους κανόνες (που συνήθως παραλείπονταν στις ρωσικές ενορίες). Η πρεσβυτέρα πήγαινε κάθε μέρα στην εκκλησία και διηύθυνε τη χορωδία. Σ’ εκείνη τη θλιβερή εποχή, μετά το ξέσπα­σμα της επαναστάσεως, η εκκλησία του αγίου Νικολάου στην περιοχή Τολματσέφ ήταν φάρος πνευματικού φωτός για πολλούς πιστούς. Μία ενορίτισσα του π. Ηλία αναπολεί: «Ω, η εκκλησία μας στο Τολματσέφ, άστραφτε από κα­θαριότητα! Αλλά ήταν τόσο κρύα, που πάγωναν τα πόδια σου στο πάτωμα!». Όμως η πρεσβυτέρα, σε οποιαδήποτε περίστασι, ποτέ δεν έχανε την ελπίδα της στο Θεό.

Κάποτε, την ημέρα της εορτής του α­γίου Νικολάου, η πρεσβυτέρα γυρνούσε από την εκκλησία και, βάζοντας το χέρι της στην τσέπη, ανακάλυψε ότι ήταν ά­δεια. Τέτοια μέρα κάθε χρόνο, συνήθιζαν να καλούν ενορίτες στο σπίτι τους για ένα λιτό γεύμα. Η πρεσβυτέρα γύρισε γρήγορα στην εκκλησία και ρώτησε τον π. Ηλία αν είχε καθόλου χρήματα. Αυ­τός, με λυπημένο βλέμμα, της έδωσε μόνο μερικά κέρματα. Δεν γινόταν τίποτε. Η πρεσβυτέρα ξεκίνησε για το σπίτι. Στον δρόμο συλλογιζόταν τι ωραία που θα ή­ταν αν είχε μονάχα δύο ρούβλια, θα αγό­ραζε κάμποσα μπιζέλια, λίγο λάδι, κάτι άλλο ακόμη και αυτά θα τους έφθαναν. Με τέτοιες σκέψεις βάδιζε για το σπίτι.

Ήταν μια ζεστή ανοιξιάτικη ημέρα, και μπροστά από το σπίτι τους είχαν σχηματιστή λακκούβες με λασπόνερα. Τα πόδια της τα είχε τυλιγμένα με πα­νιά, αφού την εποχή εκείνη ήταν αδύνα­το να βρεθούν παπούτσια, και μ’ αυτή την υπόδησι πηδούσε πάνω από τα λα­σπόνερα. Ξαφνικά βλέπει μπροστά της δυό προσεκτικά διπλωμένα χαρτονομί­σματα, που έπλεαν στο νερό σαν δυό μι­κρές βαρκούλες. Τα πήρε, τα ξεδίπλωσε, ήταν δυο ρούβλια! Άρχισε να ρωτά τους διαβάτες αν έχασαν δυο ρούβλια, αλλά όλοι απαντούσαν αρνητικά. Τότε η πρεσβυτέρα ευχαρίστησε τον Θεό και επανέλαβε για άλλη μια φορά τον λόγο του Κυρίου: «Ζητείτε πρώτον την βασιλείαν του Θεού και ταύτα πάντα προστεθήσεται υμίν» (Ματθ. ς’ 33). Κατόπιν άρχισε να ετοιμάζη ένα λιτό γεύμα.

Κάποια άλλη φορά, η πρεσβυτέρα και ο π. Ηλίας απεφάσισαν να πάνε στο ερημητήριο του Ζωσιμά. Εκείνο τον καιρό το Μοναστήρι δεν μπορούσε πια να παραθέτη τράπεζα για τους επισκέπτες, αφού μόλις και μετά βίας επαρ­κούσαν τα τρόφιμα για τους μοναχούς. Αν και δεν είχαν τότε ούτε μια δεκάρα, εντούτοις η πρεσβυτέρα δεν άλλαξε την απόφασι να ξεκινήσουν για το προσκύ­νημα, και πήγε σ’ έναν ηλικιωμένο ανα­γνώστη να τον παρακάλεση, αν μπο­ρούσε, να προσέχη τα παιδιά τους όσο θα έλειπαν. Στο δρόμο επανελάμβανε: «Επίρριψον επί Κύριον την μέριμνάν σου, και αυτός σε διαθρέψει» (Ψαλμ. νδ’ 23). Αυτό ήταν το ιδιαίτερο χαρακτηριστικό της πρεσβυτέρας: τα λόγια της Γραφής, τα οποία για πολλούς ανθρώπους είναι απλές λέξεις που τις αποστηθίζουν από τα βιβλία, γι’ αυτήν ήταν λόγοι ολοζώ­ντανοι και αληθινοί.

Γυρνώντας στο σπίτι, είδε ξαφνικά ένα μακρύ αντικείμενο τυλιγμένο σ’ ένα λινό σάκκο. Η πρεσβυτέρα φοβήθηκε ότι ήταν ένα πτώμα και άρχισε να τρέχη. Μετά όμως πρόσεξε ότι αυτό το αντικεί­μενο δεν ήταν τόσο μεγάλο και πίεσε τον εαυτό της να υπερνικήση τον φόβο και να επιστρέψη. Με τη σκέψι ότι πιθανόν θα ήταν κάποιο παιδί που το είχαν εγκα­ταλείψει, κύτταξε μέσα στο σάκκο και έμεινε κατάπληκτη από το θέαμα. Ήταν γεμάτος με διάφορα τρόφιμα, κρέας, λά­δι, ψωμί, δηλαδή ό,τι ακριβώς χρειαζό­ταν για το ταξείδι τους! Πιθανόν κάποι­ος χωρικός τα έφερε για να τα πουλήση στην πόλι, αλλά φοβήθηκε την εθνο­φυλακή και έρριξε το σάκκο στην άκρη του δρόμου.

Βέβαια, δεν είχαν όλες οι δυσκολίες τέτοια ευτυχή κατάληξι για την πρε­σβυτέρα, αλλά αυτή ποτέ δεν έχανε την πνευματική της εγρήγορσι. Κάποτε ήρθε κάποια άγνωστη και πρότεινε να της πουλήση μια τσάντα γεμάτη με λα­χανικά σε τιμή μάλλον χαμηλή. Με με­γάλη δυσκολία συγκέντρωσε το ποσό και το έδωσε στη γυναίκα, η οποία την έφερε στο σιδηροδρομικό σταθμό όπου, όπως έλεγε, ήταν τα τρόφιμα. Όταν έφθασαν στο σταθμό η γυναίκα είπε στην πρεσβυτέρα να την περιμένη και αυτή μπήκε στον θάλαμο του σταθμού για να φέρη τα τρόφιμα. Η πρεσβυτέρα περίμενε μερικές ώρες προτού πάη η ίδια στον θάλαμο, μόνο και μόνο για να δη ότι η πόρτα ήταν κλειδωμένη και δεν ήταν κανείς εκεί μέσα. Πόσο δύσκολο της ήταν να γυρίση στο σπίτι, όπου την περίμεναν τα πεινασμένα παιδιά και ο παπάς της τόσο ανυπόμονα! Στον δρόμο της επιστροφής η πρεσβυτέρα συλλογι­ζόταν πώς είναι δυνατόν να προσευχηθή κανείς για τέτοιους ανθρώπους. Πάν­τως αυτοί μας βοηθούν στη σωτηρία της ψυχής μας, ενώ συγχρόνως, χάνουν τη σωτηρία της δικής τους ψυχής. Όταν η πρεσβυτέρα μπήκε στο δωμάτιο και είδε όλους να την κοιτάζουν με απορία, είπε:

—Παιδιά, σηκωθήτε! Ας προσευχη­θούμε! “Δόξα τω Θεώ πάντων ένεκεν”. Μας έκλεψαν!

Αλλά όλες αυτές οι θλίψεις ήταν ασή­μαντες μπροστά στην οδύνη της πρεσβυ­τέρας όταν ο μικρότερος γυιός της, ο Βάνια, πέθανε. Έπαιζε με κάποια μεγαλύ­τερα παιδιά στον δρόμο και άρπαξε ένα κρυολόγημα, και καθώς η πρεσβυτέρα δεν μπορούσε να τον προσέχη συνεχώς (κάθε μέρα συμμετείχε στη χορωδία της εκκλησίας) το κρύωμα γύρισε σε μηνιγ­γίτιδα. Και τότε ακριβώς η πρεσβυτέρα έσπασε το χέρι της… Όλες μαζί οι συμ­φορές έπεσαν επάνω της: η θανατηφό­ρος αρρώστια του γυιού της, το σπασμέ­νο χέρι της, η πείνα… Αλλά αυτή κατά­φερνε να παρίσταται καθημερινά στις εκκλησιαστικές ακολουθίες, όπως πριν.

Ο Βάνια πονούσε τόσο ανυπόφορα, ώστε ρωτούσε τη μητέρα του: «Είναι αλήθεια, μητέρα, ότι είμαι κι εγώ ένας μάρτυρας;». Πέθανε την ίδια μέρα που πέθανε και ο Γέροντας Αλέξιος. Ο π. Ηλίας στον επικήδειο λόγο του είπε ότι αυτή την ημέρα πέθανε ένα πολύ μικρό παιδί αφού υπέφερε πολύ περισσότερο από τους μεγάλους, αν και δεν είχε ανά­λογες αμαρτίες. H μοναχή που υπηρε­τούσε στο ιερό ήρθε στην πρεσβυτέρα και της είπε: «Αγαπητή μου πρεσβυτέ­ρα, συγχαρητήρια, έχεις ήδη ένα γυιό στον Παράδεισο!»

Στο τέλος της ζωής της η πρεσβυτέρα δεν θυμόταν τα σχετικά με τον Βάνια. Συνήθιζε να λέη: «Είχα πέντε παιδιά». Και μετά, με λυπημένο χαμόγελο, πρόσ­θετε: «Δεν θυμάμαι όλα όσα πέρασα στη ζωή μου. Ο Κύριος μου πήρε από την μνήμη τα πιο δύσκολα».

Ο π. Ηλίας ζούσε ασκητική ζωή. Μό­νο δυο εβδομάδες τον χρόνο περνούσε με την οικογένεια του στην εξοχή, όπου τα παιδιά μπορούσαν να ξεκουραστούν, κατά την διάρκεια απαραιτήτων επισκευών και καθαριότητος του ναού. Κα­τά κανόνα εκτελούσε κάθε μέρα όλες τις ακολουθίες χωρίς να παραλείπη ή να συντομεύη τίποτα. Το βράδυ μετά τις ιερές ακολουθίες, γίνονταν πνευματικές συζητήσεις.

Η πρεσβυτέρα φρόντιζε καθημερινά να μπορή ο παπάς της να δειπνά πριν από τα μεσάνυχτα. Γυρνούσε στο σπίτι κάθε μέρα μετά τις ένδεκα. Το πρωί ο π. Ηλίας θα κοιμόταν ακόμη, όταν θα παρουσια­ζόταν βιαστικά κάποια πνευματική του κόρη ρωτώντας αν έχη σηκωθή (οι πε­ρισσότεροι ενορίτες ήταν νεαροί). Η πρεσβυτέρα ποτέ δεν γκρίνιαζε γι’ αυτές τις ενοχλήσεις, μόνο έλεγε: «Κάποια δούλη του Θεού ήρθε, δεν φαίνεται τόσο χαρούμενη». Λίγο αργότερα, αυτή η δούλη του Θεού εκαλείτο στον “κλήρο”[2] για συνομιλία.
Αργότερα, ο επίσκοπος Ιωάννης είπε στην πρεσβυτέρα (η οποία πήγαινε στήν εκκλησία του μετά τον θάνατο του π. Ηλία): «Ο παπάς σου ήταν το πρό­τυπό μου, και εσύ ήσουν η πιστή βοηθός του σε όλα».

Σ’ εκείνους τους δύσκολους καιρούς της πείνας κατάφεραν να διατηρήσουν την ομορφιά και την λάμψι της εκκλη­σίας και τον πλούτο των αμφίων. Πόσο υπερήφανοι ήταν όταν έβλεπαν τον ιε­ρέα τους να λειτουργή με πλούσια και όμορφα άμφια, ή όταν τους διάβαζε και τους εξηγούσε τα έργα των αγίων Πατέ­ρων! Κάποτε, μετά από μια ιδιαίτερα επιτυχημένη ομιλία για τον άγιο Ιωάν­νη τον Χρυσόστομο, όταν ο π. Ηλίας πέ­ρασε πίσω από τον “κλήρο”, η πρεσβυτέ­ρα του ψιθύρισε: «Το ύψος ημίν της τα­πεινοφροσύνης υπέδειξεν» (από το απο­λυτίκιο του αγίου).

Ήταν τότε το έτος 1932. Παντού γί­νονταν έρευνες, συλλήψεις και εξορίες. Μερικοί ενορίτες συνελήφθησαν, μαζί με πολλούς συγγενείς τους. Τον π. Ηλία τον κάλεσαν στη NKVD[3] και του υπεσχέθησαν ότι δεν θα τον πειράξουν καθό­λου, αρκεί μόνο να εγκατέλειπε την ιερωσύνη. Κάποιοι φίλοι του προσπαθού­σαν να τον βάλουν σε μια καλή θέσι στην Πινακοθήκη Τρετιακώφ, ως ειδικό της τέχνης. Μη ξέροντας τι να κάνη, ο π. Η­λίας γύρισε στο σπίτι και η πρεσβύτερα, τον ενίσχυσε στον αγώνα της ομολογίας.

Μετά από λίγο ήταν η ονομαστική εορ­τή του π. Ηλία και ήρθαν μερικοί επισκέ­πτες. Ο πατερούλης είχε βρη πάλι το κέφι του και ήταν εύθυμος και χαρούμενος. Οι επισκέπτες έφυγαν αργά το βράδυ. Σε λίγα λεπτά ένα κορίτσι επέστρεψε και ψιθύρισε στην πρεσβυτέρα ότι η αστυ­νομία παρακολουθούσε στενά το σπίτι τους. Η πρεσβυτέρα ευχαρίστησε το κο­ρίτσι και βγήκε έξω. Μια ομάδα τριών ανδρών την πλησίασε και τη ρώτησε που μένουν οι Τσετβιρούχιν. Η πρεσβυτέρα τους έδειξε το σπίτι, τους είπε τον αριθμό του διαμερίσματος και αμέσως έτρεξε στο σπίτι. «Παπά. ήρθαν για σένα!» είπε μόλις μπήκε στο δωμάτιο. Ο π. Ηλίας φόρεσε το επιτραχήλιο του Γέροντος Α­λεξίου και διάβασε την “ευχή επί τη ενάρξει παντός αγαθού έργου”. Δεν πρόλαβε να πη τις τελευταίες λέξεις και ακούστη­κε ένα τραχύ κτύπημα στην πόρτα. Η πρεσβυτέρα τους υποδέχθηκε με μια ελαφρά υπόκλισι: «Περάστε». Φαίνον­ταν βιαστικοί και ρώτησαν σαστισμένοι:
—Εσύ δεν ήσουν που μας έδειξες το δρόμο:
—Ναι.
—Λοιπόν, ετοίμασε τα πράγματά του.
Καθώς η πρεσβυτέρα ετοίμαζε βια­στικά ό,τι ήταν απαραίτητο, αυτοί έκα­ναν μια επιφανειακή έρευνα. Γενικά ήταν πολύ ευγενικοί και τους επέτρεψαν να αποχαιρετιστούν. Φεύγοντας ένας απ’ αυτούς είπε:
—Λοιπόν, παπαδιά, μπορείς να κοιμηθής ήσυχη. Δεν θα σε ενοχλήσουμε άλλο[4].
—Πώς μπορώ να κοιμηθώ ήσυχη τώ­ρα; απάντησε η πρεσβυτέρα.
Όλη τη νύχτα την πέρασε με προσευ­χή και δάκρυα. Κατά το πρωί όμως απο­κοιμήθηκε και τότε είδε μια ανέκφρα­στα μεγαλόπρεπη Κυρία που της είπε:
—Μη φοβάσαι! Δεν θα πάθη τίποτε ο παπάς σου στη φυλακή. Εγώ θα μεσιτεύω γι’ αυτόν.
—Πραγματικά έχεις εσύ εξουσία μέ­σα στη φυλακή; ρώτησε η πρεσβυτέρα με έκπληξι.
—Εγώ έχω παντού εξουσία. Μη φοβάσαι· δεν θα πάθη τίποτε στη φυλα­κή. Εσύ όμως να προσεύχεσαι στονΑνδριανό και Ναταλία. Και μ’ αυτά τα λόγια η υπέροχη Κυρία εξαφανίστηκε! Η πρεσβυτέρα ξύπνησε με μεγάλη απορία: γιατί η Θεο­τόκος (κατάλαβε ότι αυτή που είχε έρθει ήταν η Πανάμωμος Παρθένος) της έδωσε εντολή να προσεύχεται στους αγίους Αδριανό και Ναταλία; Όταν όμως διά­βασε το συναξάρι τους (26 Αυγούστου) και διεπίστωσε ότι ο Αδριανός ήταν μάρτυς ενώ η Ναταλία υπέφερε μαζί του λόγω της αγάπης της πρός αυτόν και τον ενίσχυε στο μαρτύριο, τότε κατάλα­βε γιατί η Υπεραγία Θεοτόκος της είπε να προσεύχεται σ’ αυτούς τους αγίους.

Μετά τη σύλληψι του π. Ηλία και άλλες θλίψεις βρήκαν την πρεσβυτέρα. Τους έδιωξαν από το διαμέρισμα, και για ένα διάστημα ήταν περιπλανώμενοι εδώ κι εκεί, έως ότου κάποια οικογέ­νεια τους πήρε μαζί τους. Έδιωξαν τα παιδιά από το σχολείο, τους έκλεψαν την τεράστια βιβλιοθήκη τους. Όμως η μεγαλύτερη δοκιμασία ήταν ο θάνατος της μοναχοκόρης τους. Η Μάσενκα ή­ταν το μικρότερο παιδί της οικογενείας. Όταν η πρεσβυτέρα περίμενε τη γέννησί της, επισκέφθηκε τον Γέροντα Αλέ­ξιο, ο οποίος τότε ζούσε ακόμη. Την υποδέχθηκε με την ερώτησι:
—Ποιος είναι;
—Η αμαρτωλή Ευγενία.
—Είσαι μόνη σου;
—Όχι, πάτερ, είμαστε δύο!
Πλησιάζοντας για να πάρη την ευχή του, ρώτησε:
—Πάτερ, τι θα κάνω;
—Κόρη, μόνο που θα πρέπη να της ράψης νυφικό.
—Μα φυσικά, αν έχη κανείς κορίτσι θα πρέπη να του ράψη το νυφικό του, είπε έκπληκτη η πρεσβυτέρα. Μόνο μετά τον θάνατο της Μασένκα κατάλαβε τα λόγια του Γέροντα —ότι η θυγατέρα της θα γινόταν νύφη Χριστού.

Η κόρη της πέθανε από μια συνηθι­σμένη παιδική αρρώστια. Ο ασθενικός οργανισμός της (ήταν μόνο πέντε ετών) δεν ήταν δυνατόν να αντιμετωπίση συγ­χρόνως την πείνα, το κρύο και την αρρώστεια. Κάτω από τέτοιες συνθήκες (τότε είχε πεθάνει και η μητέρα της Ευγενίας) την ενδυνάμωνε, όπως έλεγε η ίδια, μό­νο ένα πράγμα: η προσευχή του αγίου Ιωάννου του Χρυσοστόμου, την οποία επανελάμβανε ακατάπαυστα: «Δόξα τω Θεώ πάντων ένεκεν».

Λόγω αυτών των δοκιμασιών, μόνο μετά από δυο χρόνια μπόρεσε η πρε­σβυτέρα να πάη στον σύζυγό της, που ήταν τότε εξόριστος στην περιοχή του ποταμού Κράσναγια Βίσερα. Ήταν πολύ δύσκολο να πάη σ’ αυτήν την απομονωμένη βόρεια περιοχή κατά την εποχή της ανοίξεως οπότε είχε πολλές λάσπες, αλλά τελικά έφθασε στον προο­ρισμό της. Έφερε για τον π. Ηλία ένα Ευαγγέλιο και ένα μικρό φιαλίδιο με αγιασμό. Το Ευαγγέλιο το άρπαξαν αμέσως, ενώ για το φιαλίδιο ρώτησαν:
—Τι είναι αυτό;
—Για σας είναι απλό νερό, αλλά για μένα είναι κάτι ιερό. Είναι το φάρμακό μου, απάντησε η πρεσβυτέρα και τελικά της επέτρεψαν να του το δώση.

Με την πρώτη ματιά η Ευγενία κατά­λαβε ότι ο π. Ηλίας ήταν πολύ διαφορε­τικός. Δεν την ευλόγησε, αλλά αντίθετα της είπε: «Τώρα εδώ δεν ασκώ πια την ιερωσύνη». Φαινόταν σαν να τον είχαν βασανίσει, σαν να είχε καταρρεύσει. Η συνάντησι κράτησε πολύ και ο π. Ηλίας μπόρεσε να της πη τα πάντα.
Μετά τη σύλληψί του τον έφεραν στη φυλακή, όπου τον έβαλαν σε ένα “ειδικό κελλί”. Ο μικρός θάλαμος ήταν εντελώς γεμάτος και με την πρώτη ματιά φαινό­ταν ότι δεν υπήρχε καθόλου άδειος χώρος. Ο π. Ηλίας δεν ήξερε τι να κά­νη, αλλά κάποιος του φώναξε: «Χώσου κάτω από τα κρεββάτια!». Αυτό δεν ήταν τόσο εύκολο γι’ αυτόν που ήταν τό­σο ψηλός. Τελικά όμως μπόρεσε να χωθή κάτω από τα ξύλινα κρεββάτια και να ξαπλώση στο βρώμικο πάτωμα, που ήταν γεμάτο από φτυσίματα.
Ήταν αδύνατο να κοιμηθή κάτω από τέτοιες συνθήκες, δεν τον άφηναν άλλω­στε οι φωνές και οι βλαστήμιες που ακού­γονταν στον θάλαμο. Θυμήθηκε τα πνευ­ματικά του τέκνα και πόσο τον σέβονταν και ξέσπασε σε δάκρυα. Της είπε ακόμη πώς τους έφεραν στην επαρχία Κράσνα­για Βίσερα. Τους ανάγκασαν να περπα­τούν πάνω στο χιόνι, που είχε παγώσει επιφανειακά. Το λεπτό στρώμα του πά­γου έσπαζε κάτω από τα πόδια τους και οι κατάδικοι σε κάθε βήμα βυθίζονταν μέσα στο χιόνι μέχρι τη μέση. Κάποιος που βάδιζε πίσω από τον π. Ηλία είπε: «Πάντα αγαπούσα το δάσος, τώρα όμως το μισώ» και έκανε μια απειλητική χει­ρονομία με τη γροθιά του προς το δά­σος. Βρεγμένοι μέχρι το κόκκαλο, χωρίς να έχουν φάη ή πιη τίποτα όλη την ημέρα, αναγκάστηκαν να περάσουν τη νύχτα μέσα σε μια καλύβα. Οι εξουθενωμέ­νοι άνδρες αμέσως έπεσαν στο πάτωμα και αποκοιμήθηκαν σαν πεθαμένοι.

Μόνο ο π. Ηλίας έμεινε ξάγρυπνος. Μέσα στα βαθειά μεσάνυχτα ένας ανα­στεναγμός ξέσπασε από τα βάθη της καρδιάς του: «Ω Κύριε, γιατί με εγκα­τέλειψες; Σε υπηρέτησα τόσο πιστά. Ολόκληρη τη ζωή μου την αφιέρωσα σε Σένα. Πόσες φορές διάβασα τον Ακάθι­στο Ύμνο και τους Κανόνες. Μέ πόση ευλάβεια υπηρετούσα στην εκκλησία. Γιατί με εγκατέλειψες και υποφέρω τό­σο πολύ; Ω Υπεραγία Θεοτόκε, ω άγιε ιεράρχα Νικόλαε, ω άγιε πάτερ Σερα­φείμ, πάντες οι Άγιοι του Θεού! Μετά απ’ όλες τις προσευχές μου σε σας γιατί βασανίζομαι τόσο;».

Όλη τη νύκτα έτσι έκραζε ενώπιον του Κυρίου. Ξαφνικά μια θεία επίσκεψι, σαν φλόγα, άγγιξε την πονεμένη ψυχή του και τη γέμισε με μια υπερκόσμια πα­ρηγοριά. Το φως της πίστεως φώτισε μυστικά την καρδιά του και άναψε μέσα του μια ανέκφραστη και ακατανίκητη αγάπη προς τον Χριστό, την οποία όπως λέγει ο Απόστολος Παύλος «ουκ εξόν ανθρώπω λαλήσαι» (Β’ Κορ. ιβ’4).

Όταν ξημέρωσε, ήταν νέος άνθρω­πος, αναγεννημένος, σαν να είχε βαπτισθή εν πυρί (Ματθ. γ’ 11). Μετά από αυτή τη νύκτα δεν μπορούσε πια να ζη μια συνηθισμένη ζωή. Ο ίδιος τόνισε στην πρεσβυτέρα: «Και αν ακόμα μ’ αφήσουν ελεύθερο, μη νομίσεις ότι θα λειτουργήσω ποτέ όπως πριν. Ο παλιός κόσμος έφυγε για πάντα, και δεν πρό­κειται να ξαναγυρίση». Ο κόσμος στον οποίο είχε συνηθίσει να ζη είχε εξαφανιστή για πάντα γι’ αυτόν, επειδή είχε χα­ριστή σ’ αυτόν μια υπερκόσμια εμπει­ρία, με την μεσιτεία της Υπεραγίας Θε­οτόκου, όπως είχε υποσχεθή στην πρε­σβυτέρα Ευγενία, τη σύγχρονη αγία Ναταλία. Συνεπώς είχε να διαλέξη ένα από τα δύο: ή να υποχωρήση και να γίνη ένας κανονικός σοβιετικός σκλάβος-πολίτης, ή να πεθάνη εντελώς ως προς αυτόν τον κόσμο. Η ευθύτης του χαρα­κτήρος του δεν του επέτρεπε, κάτω από συνθήκες αθεϊστικής καταπιέσεως, να “άρη τον ζυγόν” της ιερωσύνης. Το συνειδητοποίησε αυτό και διάλεξε τον θάνατο ως ένωσι με τον Ζωοδότη Χρι­στό, τον Κύριο μας!

Καθώς ο π. Ηλίας αποχαιρετούσε την πρεσβυτέρα, της είπε: «Ξέρεις, η καρδιά μου φλέγεται από αγάπη για τον Χριστό. Νομίζω ότι ήλθα εδώ για να κα­ταλάβω ότι δεν υπάρχει απολύτως τίπο­τε καλύτερο, τίποτε πιο θαυμαστό από Αυτόν. Θα ήθελα να πεθάνω γι’ Αυ­τόν!». Αφού αποχαιρέτησε ο ένας τον άλλον, η πρεσβυτέρα ξεκίνησε για το μακρύ και δύσκολο ταξείδι της επι­στροφής. Όταν έφθασε στο σπίτι, την περίμενε ένα τηλεγράφημα: στο στρατό­πεδο συγκεντρώσεως άναψε μια πυρκαϊά και ο π. Ηλίας έγινε παρανάλωμα του πυρός μαζί με ένδεκα άλλους! Πόσο ταιριαστό ήταν το όνομά του στη ζωή του και στον θάνατό του —Ηλίας ση­μαίνει ακριβώς “πύρινος”[5]!

Μετά τον τραγικό θάνατο του π. Η­λία η πρεσβυτέρα έπεσε άρρωστη για πολύ καιρό. Όταν έγινε καλά άρχισε να γράφη τα απομνημονεύματά της. Εκεί­νο τον καιρό είδε ένα όνειρο: εμφανί­στηκε σ’ αυτήν, όπως όταν ζούσε, ο π. Πέτρος Λαγκώφ, (ένας ιερεύς που είχε τουφεκισθή μερικά χρόνια πριν), και της είπε: «Καλή μου πρεσβυτέρα, πρέπει να προσεύχεσαι στον άγιο Σέργιο, στον άγιο Σεραφείμ και στον άγιο ιερομάρτυρα Πάμφιλο. Ας προσευχηθούμε μα­ζί: άγιε πάτερ Σέργιε, πρέσβευε υπέρ ημών! Άγιε πάτερ Σεραφείμ, πρέσβευε υπέρ ημών! Άγιε ιερομάρτυς Πάμφιλε, πρέσβευε υπέρ ημών!». Όταν ξύπνησε η πρεσβυτέρα συλλογίσθηκε ότι η οικο­γένεια της πάντα σεβόταν τον άγιο Σέρ­γιο και τον άγιο Σεραφείμ και έδωσαν τα ονόματα των δύο αυτών αγίων σε δύο αγόρια τους. Αλλά για τον ιερομάρτυρα Πάμφιλο, ούτε καν είχε ακούσει τί­ποτε. Όταν όμως πήγε στην εκκλησία και άνοιξε το Μηναίο, ανακάλυψε ότι εκείνη ακριβώς την ημέρα ήταν η εορτή του ιερομάρτυρος Παμφίλου (16 Φε­βρουαρίου). Μελετώντας το συναξάρι του αγίου, έμαθε ότι ο άγιος Πάμφιλος ήταν ένας πρεσβύτερος πολύ μορφωμέ­νος, που είχε μια τεράστια βιβλιοθήκη και ο οποίος μαρτύρησε μαζί με άλλους ένδεκα μάρτυρες, μερικοί από τους οποίους “πυρί ετελειώθησαν”!

Η υπόλοιπη ζωή της πρεσβυτέρας δεν ήταν εύκολη. Ήταν μόνη της. χωρίς τον σύντροφο της ζωής της, με ένα παιδί στην αγκαλιά της. Παρ’ όλα αυτά εξα­κολουθούσε κάθε μέρα, όπως και πρώτα, να ψάλλη και να διευθύνη τη χορωδία της εκκλησίας. Μετά τον θάνατο του π. Ηλία, η πρεσβυτέρα έψαλλε στην εκκλη­σία του αγίου Γρηγορίου Νεοκαισαρείας, όπου λειτουργούσε ένας επίσκοπος που λεγόταν Ιωάννης. Ήταν αρκετά νέος, δεν είχε φθάσει ακόμη τα σαράντα. Αυστηρός ασκητής ο ίδιος, απαιτούσε από τους ψάλτες ακριβή τήρησι του Τυ­πικού. Οι μακρές μοναστηριακές ακο­λουθίες και η έντονη πνευματική ζωή της ενορίας δεν άρεσαν στις αρχές. Κατά την Μεγάλη Τεσσαρακοστή του 1937 ήρθαν για να συλλάβουν τον Δεσπότη. Κάποιος τον είχε ήδη προειδοποιήσει και ήταν προετοιμασμένος για τη σύλληψί του. Όταν η αστυνομία τον κάλεσε να βγη έξω “για λίγα λεπτά” είπε στην πρεσβυτέρα: «Αν δεν γυρίσω σε δεκα­πέντε λεπτά, αρχίστε το Απόδειπνο χωρίς εμένα». Φυσικά δεν γύρισε ποτέ!

H πρεσβυτέρα θυμόταν με μεγάλο σεβασμό τον επίσκοπο Ιωάννη. Ποτέ δεν άφηνε από τα χέρια της το κομποσχοίνι που της είχε δώσει, το οποίο από τη συνεχή χρήσι είχε γίνει γκρι (από άσπρο, όπως συνηθίζουν οι Ρώσοι). Το τοποθέτησαν στον τάφο μαζί της.

Όταν άρχισε ο Β’ Παγκόσμιος Πόλε­μος η πρεσβυτέρα αντιμετώπισε πολλές νέες δοκιμασίες. Ο ένας γυιός της συνε­λήφθη, τους άλλους δυο τους έστειλαν στο μέτωπο, απ’ αυτούς ο μεγαλύτερος δεν γύρισε ποτέ! Αυτή η ίδια υπέφερε από την πείνα. Αλλά πάντοτε παρέμενε η ίδια ήρεμη πρεσβυτέρα, που πάντοτε ήλπιζε στον Θεό. Κάποτε όμως άρχισε να έχη αμφιβολίες, βλέποντας τόσες πολλές δυστυχίες να έρχονται στους πι­στούς. Αναρωτιόταν μήπως πραγμα­τικά είχε έλθη το τέλος της χριστιανικής πίστεως για τη Ρωσία. Μ’ αυτές τις σκέ­ψεις έπεσε να κοιμηθή και είδε ένα όνει­ρο. Η Θεοτόκος της είπε: «Όσο ανάβει το καντήλι μπροστά στη λειψανοθήκη του αγίου Σεργίου, η Ρωσική Εκκλησία θα αντέχη». Η πρεσβυτέρα εξακολου­θούσε να αμφιβάλλη και γι’ αυτό προ­σευχήθηκε: «Ω Υπεραγία Θεοτόκε, αν ήσουν πράγματι Εσύ, κάνε να δω αυτό το όνειρο για δεύτερη φορά». Την επομένη νύχτα πράγματι είδε πάλι το ίδιο όνειρο. Όταν το διηγείτο αυτό η πρε­σβυτέρα, δεν παρέλειπε να προσθέτη: «Και το καντήλι είναι ακόμη αναμμένο!».

Τα χρόνια περνούσαν. Η πρεσβυτέρα ζούσε με τον ίδιο τρόπο ζωής όπως και προηγουμένως. Πάντοτε την περιτριγύ­ριζαν πολλοί άνθρωποι, επειδή μετά τον θάνατο του π. Ηλία ανέλαβε την καθοδήγησι των πνευματικών του τέκνων, όπως της είχε ζητήσει ο ίδιος. Κάτω από τόσο δύσκολες συνθήκες, οι οποίες ανάγκαζαν ακόμη και πολλούς κληρικούς να αποστατούν από την πίστι, αυτή κρατούσε κοντά στην Εκκλησία έναν μεγάλο αριθμό ανθρώπων. Αμέσως μετά το τέλος του πολέμου η πρεσβυτέρα πήρε ένα γράμμα από τον μικρότερο γυιό της. Της έγραφε ότι γυρνούσε από το μέτωπο. Όλα τα παράθυρα του σπι­τιού της ήταν σπασμένα και η πρεσβυτέ­ρα ήθελε να τα επισκευάση πριν έρθη ο γυιός της. Γι’ αυτή τη δουλειά όμως χρειαζόταν τουλάχιστον εκατό ρούβλια ενώ αυτή δεν είχε ούτε ένα καπίκι. Ως συνήθως, η πρεσβυτέρα έσπευσε στην προσευχή. Και την άλλη μέρα ήρθε μια νεαρή κόρη και της έδωσε εκατό ρού­βλια! Φυσικά η πρεσβυτέρα έμεινε σαν κεραυνόπληκτη από έκπληξι, παίρνο­ντας ένα τέτοιο δώρο από ένα άγνωστο κορίτσι. Αλλά η κόρη της εξήγησε ότι τη νύχτα είδε στο όνειρό της τη μητέρα της, μια ενορίτισσα του π. Ηλία που είχε πεθάνει πριν από αρκετό καιρό, και της είπε: «Θέλεις να δώσης στην πρεσβυτέρα Ευγενία εκατό ρούβλια για μνημόσυνο της ψυχής μου;». Κι έτσι ο Κύριος για άλλη μια φορά βοήθησε θαυματουργικά την πρεσβυτέρα.

Προς το τέλος της ζωής της η πρε­σβυτέρα έλαβε από τον Κύριο ολοφάνε­ρα το διορατικό χάρισμα. Μια φορά πή­γαινε στην εκκλησία με μια πνευματική της κόρη. Με το συνηθισμένο γρήγορο βήμα της προσπέρασε δυο χωριατόπαι­δα, τα οποία έβλεπε για πρώτη φορά. Η πρεσβυτέρα, χωρίς να σταματήση, τα χτύπησε ελαφρά στο κεφάλι και είπε: «Νικόλαος και Σέργιος». Τότε η συνοδός της απεφάσισε να ελέγξη τον λόγο της πρεσβυτέρας. Σταμάτησε και ρώτησε τα αγόρια πώς ονομάζονται. Η απάντησι ήταν: «Νικόλαος και Σέργιος!».

Ήδη η πρεσβυτέρα, κατά θεία παραχώρησι, είχε υποφέρει πάρα πολλούς πειρασμούς και δοκιμασίες, αλλ’ όμως ο Κύριος ήθελε να δοκιμάση την πίστι της μέχρι τέλους, και κατά κάποιο τρόπο να διακηρύξη και να δείξη σ’ έναν κόσμο που είχε παραφρονήσει, όλες τις αρετές της δούλης Του. Στα ογδόντα της χρό­νια η πρεσβυτέρα έπεσε και έσπασε τα πλευρά της και λόγω εσφαλμένης θεραπείας οι μυς έγιναν ατροφικοί. Έτσι, μέ­χρι τον θάνατο της δεν μπόρεσε πια να σηκωθή από το κρεββάτι της. Για δέκα ολόκληρα χρόνια ήταν κατάκοιτη και περνούσε τον καιρό της με τη μελέτη, την προσευχή και την πνευματική τροφοδότησι πολλών. Στα εννενήντα της χρόνια, λόγω απρόσεκτης νοσηλείας, έπαθε “κατάκλισι” (πληγές λόγω συνε­χούς κατακλίσεως) και το σώμα της έγι­νε τόσο σαθρό ώστε αυτοί που φρόντι­ζαν την καθαριότητά της μπορούσαν να δουν τα οστά της σπονδυλικής της στή­λης. Υπέφερε πάρα πολύ. Η νύφη της (ζούσε με τον μικρότερο γυιό της) συχνά την περιγελούσε και κάποτε της είπε:
—Να, εσύ έδωσες τα πάντα στον Θεό σου, και τον άνδρα σου και τα παιδιά σου. Αυτός τώρα πώς σε ξεπληρώνει έτσι;
—«Ον αγαπά Κύριος παιδεύει» (Παροιμ. γ’ 12), απάντησε η πρεσβυτέρα.
—Ε, τότε γιατί παιδεύει και μένα εξ αιτίας σου;
Η πρεσβυτέρα χαμογέλασε και είπε:
—Αυτό σημαίνει ότι αγαπά και σένα!

Στα τελευταία χρόνια της ζωής της η πρεσβυτέρα ασχολήθηκε σοβαρά με την συγγραφή των απομνημονευμάτων της. Προφανώς, είχε αντιληφθή τη μεγάλη σπουδαιότητα που είχαν τα γεγονότα τόσο της δικής της ζωής, όσο και της ζωής των άλλων ανθρώπων που έζησαν κοντά της. Αγαπούσε να θυμίζη ότι ήταν αυτόπτης μάρτυς της αναγνωρίσε­ως πολλών αγίων, και κυρίως του αγίου Σεραφείμ του Σάρωφ και του αγίου Ερμογένους της Μόσχας. Και συχνά πρόσθετε: «Και θα πεθάνω όταν θα γίνη μια αναγνώρισι». Δεν διευκρίνιζε ποιος άγιος επρόκειτο να αναγνωρισθή, αλλά προφανώς εννοούσε τους Νεομάρτυρες, αφού ένα μήνα πριν από τον θάνατό της είπε: «Γνωρίζετε καλά τον παπά μου, και τον επίσκοπο Ιωάννη, και τον π. Πέ­τρο Λαγκώφ, και όλους τους άλλους —όλοι τους είναι άγιοι Μάρτυρες». Και με ιδιαίτερη έμφασι επανέλαβε: «Άγιοι Μάρτυρες!».

Λίγες ημέρες πριν από την εκδημία της κάλεσαν έναν ιερέα για να της μεταδώση την θεία Μετάληψι. Μόλις έλαβε τα τίμια Δώρα, αυτή η υπέργηρη γυναίκα η οποία στην πράξι ήταν ήδη νεκρή, ξαφνικά με καθαρή φωνή είπε: «Αγαπητέ μου πάτερ! Κύριε ελέησον! Τι ευτυχία!».Ο Ιερεύς γονάτισε μπρο­στά στο κρεββάτι της και την παρακάλε­σε: «Καλή μου πρεσβυτέρα, όταν συνα­ντήσεις τον Κύριο, ενθυμήσου και μένα, τον αμαρτωλό!».

Μετά από λίγες μέρες η πρεσβυτέρα έφυγε από αυτόν τον κόσμο. Τα παιδιά της και όλοι εμείς στεκόμασταν γύρω της. Ξαφνικά είδαμε κάτι που δεν το είχαμε ξαναδή ποτέ άλλοτε, ούτε πρό­κειται να το δούμε άλλη φορά: το πρό­σωπό της άρχισε να μεταβάλλεται και από μια συνηθισμένη απλή ταπεινή γριά, όπως τη βλέπαμε πάντοτε, έγινε μια εντελώς ασυνήθιστα θαυμαστή, ολό­λαμπρη γυναίκα. Ένας γυιός της ψιθύ­ρισε: «Ίσως τώρα μόλις συνάντησε τον παπά της!». Ένα λεπτό αργότερα όλα πέρασαν, η ψυχή της βγήκε από το σώμα και η πρεσβυτέρα φαινόταν σαν ένας συνηθισμένος νεκρός άνθρωπος[6].

Η πρεσβυτέρα Ευγενία έζησε μια μα­κρά και εξαιρετικά δύσκολη ζωή. Ποτέ δεν ύψωσε τη φωνή της, σε κανένα δεν έκανε τον δάσκαλο, αλλά ακριβώς αυτός ο τρόπος της ήσυχης, ταπεινής ηλικιωμιένης γυναίκας ήταν η καλύτερη διδα­σκαλία της χριστιανικής ευσέβειας, για εκείνους που θέλουν, στην άθεη εποχή μας, να ζουν σύμφωνα με τις εντολές του Χριστού. Όπως ακριβώς η αγία Νατα­λία, η οποία επέζησε μετά το μαρτύριο του αγίου Αδριανού και “ετελειώθη εν ειρήνη”, έτσι και η πρεσβυτέρα Ευγενία ήταν και αυτή μάρτυς μαζί με τον “μαρτυρικώς τελειωθέντα” σύζυγό της πατέ­ρα Ηλία.

Μοναχή Μαρία Γιεράστοβα

[1] .RUSSIA’S CATACOMB SAINTS. Lives of the new Martyrs. Saint Herman of Alaska Press, Platina California 1982. σελ. 404-416.
[2] «Κλήρος» είναι το παραπέτασμα (εικονοστάσι) πίσω από το οποίο ψάλλει η μικτή χορω­δία, χωρίς να είναι ορατή από το εκκλησίασμα.
[3] NKVD: Η Σοβιετική μυστική αστυνομία η οποία κατά περιόδους είχε διαφορετικά ονό­ματα: GPU, NKVD, Chcka, MVD και τελευταία KGB.
[4] Ειρωνικό υπονοούμενο για την προθυμία της.
[5] Κατ’ άλλη ετυμολογία Ηλίας σημαίνει: “ο Ιεχωβά είναι Θεός μου”.
[6] Παρόμοιο θαυμαστό γεγονός αναγράφεται ατό συναξάρι της αγίας Θεοδώρας της εν Θεσσαλονίκη (29 Αυγούστου και 5 Απριλίου) της οποίας ο βίος παρουσιάζει μερικές ομοιό­τητες με την ζωή της πρεσβυτέρας Ευγενίας.

Αγιορείτικη Μαρτυρία
Τριμηνιαία έκδοσις Ιεράς Μονής Ξηροποτάμου
Τεύχος: 18
Απρίλιος 1995

www.impantokratoros.gr

Κατηγορίες:AΞΙΟΛΟΓΑ, ΝΕΟΜΑΡΤΥΡΕΣ
Follow

Get every new post delivered to your Inbox.

Join 28 other followers