Αρχείο

Archive for the ‘ΜΕΤΑΣΤΡΟΦΕΣ ΣΤΗΝ ΟΡΘΟΔΟΞΙΑ’ Category

Ἀπὸ τὸν Μωάμεθ στὸν Χριστὸ.(Τοῦ Νικολάου Χειλαδάκη)

«Ὁ Ἰησοῦς εἶναι ὁ υἱὸς τῆς Μαρίας, ὁ ἀπεσταλμένος τοῦ Ὕψιστου καὶ ὁ Λόγος Του. Τὸν ἔστειλε στὴν Μαρία. Εἶναι ἡ πνοή Του»

ΚΟΡΑΝΙ  ΚΕΦ 4 σουρὰ 169.

 

Μία ἀπὸ τὶς πιὸ σημαντικὲς ἀλλὰ καὶ ἄγνωστες σελίδες τῆς Ὀθωμανικῆς ἱστορίας τὴν ὁποία ἀποφεύγει σὰν «κόκκινο πανὶ» ἡ σύγχρονη Τουρκία, εἶναι ἡ ἀναφορὰ στοὺς μεγάλους ἐκείνους μουσουλμάνους «ἁγίους» ποῦ τελικὰ ἀποδέχτηκαν τὴν ἀνωτερότητα τοῦ Ἰησοῦ Χριστοῦ ἔναντί του Μωάμεθ καὶ μάλιστα σὲ πολλὲς περιπτώσεις μαρτύρησαν καὶ ἐκτελεστῆκαν γιὰ αὐτὴ τοὺς τὴν πίστη. Οἱ μουσουλμάνοι αὐτοὶ δὲν βαπτίστηκαν χριστιανοὶ καὶ φυσικὰ δὲν κατατάσσονται στὸν συναξάρι τῶν ἁγίων της Ὀρθοδοξίας μας, ἀποτελοῦν ὅμως ἕνα μεγάλο κόλαφο γιὰ τὸ Ἰσλὰμ καὶ εἰδικὰ γιὰ τὴν σημερινὴ ἰσλαμικὴ Τουρκία, ποῦ  ἀκροβατεῖ ἐπικίνδυνα πάνω σὲ ἕνα χάρτινο οἰκοδόμημα μίας  ἐπίπλαστης καὶ τεχνητῆς ἐθνοθρησκευτικῆς ταυτότητας.

 

ΣΕΙΧΗΣ ΜΠΕΝΤΡΕΝΤΙΝ

Στὰ τέλη τοῦ δέκατου τέταρτου καὶ στὶς ἀρχὲς τοῦ δέκατου πέμπτου αἰώνα  ἐμφανίστηκε στὴν Μικρὰ Ἀσία ὁ Σεΐχης Μπεντρεντὶν Μαχμούτ, (1359- 1420), ἕνας θρησκευτικὸς καὶ λαϊκὸς ἡγέτης ὁ ὁποῖος ἀπὸ πολλοὺς μουσουλμάνους λατρεύετε ἀκόμα καὶ σήμερα σὰν ἅγιος. Ὁ Μπεντρεντὶν γεννήθηκε στὴν πόλη Σιμὰβ τῆς Ἀνατολίας, σὲ μία ἐποχὴ ποῦ ἡ θρησκευτικὴ ταυτότητα ἦταν πολὺ μπερδεμένη καὶ συμβίωναν μαζὶ χριστιανοὶ ὀρθόδοξοι, χριστιανοὶ αἱρετικοί, μουσουλμάνοι καὶ ἐξισλαμισμένοι μὲ ἀτελῆ θρησκευτικὴ συνείδηση. Ἦταν  Ρωμιὸς ἀπὸ τὴν  μητέρα του καὶ εἶχε ἀνατραφεῖ μὲ χριστιανικὰ πρότυπα ἐνῶ μιλοῦσε πολὺ καλὰ τὰ ἑλληνικὰ καὶ ἤξερε ἀρκετὲς χριστιανικὲς προσευχές. Ἡ χριστιανικὴ ἑλληνορθόδοξη παιδεία τοῦ τὸν ἐπηρέασε καθοριστικὰ στὴν μετέπειτα περιπετειώδη ζωή του, ποῦ σημαδεύτηκε ἀπὸ μία μεγάλη ἀνταρσία ἐνάντια στὸ θρησκευτικὸ μουσουλμανικὸ κατεστημένο.  Ἔκανε θρησκεύτηκες σπουδὲς στὴν Αἴγυπτο καὶ ὅταν…

 γύρισε στὴν Μικρὰ Ἀσία ἄρχισε νὰ κηρύττει τὴν διδασκαλία του σὲ ἕνα κοινὸ ποῦ τὸν δέχτηκε σὰν μεγάλο  δάσκαλο. Κήρυττε τὴν ἰσότητα μεταξὺ χριστιανῶν καὶ μουσουλμάνων, ἐνῶ τὸ κήρυγμα τοῦ  περιεῖχε βασικὲς χριστιανικὲς θέσεις. Ἀλλὰ τὸ κυριότερο στοιχεῖο τῆς διδασκαλίας του ποῦ τὸν ἔκανε καὶ πολὺ γνωστό, ἦταν ὅτι κήρυττε τὴν λατρεία πρὸς τὸν Ἰησοῦ Χριστό, σὲ σημεῖο μάλιστα νὰ προκαλέσει τοὺς δογματικοὺς μουσουλμάνους καὶ νὰ κατηγορηθεῖ σὰν ἐπικίνδυνος γκιαούρης.

 Κάποιοι τὸν εἶχαν χαρακτηρίσει, (Χαλὶλ Ἰναλτσίκ), σὰν θεολόγο, ἅγιο, μυστικιστὴ ἀλλὰ πολὺ περισσότεροι μουσουλμάνοι θεολόγοι τὸν θεωροῦσαν ἄπιστο καὶ καταραμένο. Εἶχε μία καταπληκτικὴ ἱκανότητα νὰ διεγείρει τὸ ποίμνιό του καὶ ἐμφανίζονταν σὰν τοὺς χριστιανοὺς Ἀποστόλους  περιοδεύοντας σὲ πόλεις καὶ χωριά, κηρύττοντας τὴν νέα του διδασκαλία ποῦ ἀνέτρεπε τὴν μέχρι τότε ἐπικράτηση τοῦ Ἰσλὰμ στὴν Μικρὰ Ἀσία. Οἱ περισσότεροι ὀπαδοὶ τοῦ προέρχονταν ἀπὸ τὶς περιοχὲς τῆς Σμύρνης, τοῦ Σαρουχᾶν, (δυτικὴ Μικρὰ Ἀσία), καὶ ἀπὸ τὴν περιοχὴ τῶν Βαλκανίων, δηλαδὴ περιοχὲς ὅπου πλειοψηφοῦσε τὸ ἑλληνορθόδοξο χριστιανικὸ στοιχεῖο. Τὸ ἐντυπωσιακὸ ἦταν πῶς τὸν δεχτῆκαν καὶ τὸν πίστεψαν ἀμέσως οἱ ἑλληνορθόδοξοι χριστιανοί. Τὸν ἀκολουθοῦσαν πολλοὶ χριστιανοὶ ἀγρότες ποῦ ἔβλεπαν στὸ πρόσωπο τοῦ τὸν λυτρωτὴ ἀπὸ τὴν καταπίεση ποῦ ὑφίσταντο. Ὁ Σεΐχης Μπεντρεντὶν πίστευε στὸν Χριστό, γι’ αὐτὸ καὶ οἱ χριστιανοὶ τὸν λάτρευαν σὰν ἅγιο ἐνῶ κήρυττε πῶς τὸ πνεῦμα τοῦ Χριστοῦ  εἶναι αἰώνιο. Ἕνα ἄλλο ἰδιαίτερο στοιχεῖο ποῦ τὸν ἔκανε νὰ ταυτίζετε μὲ τὸν χριστιανισμό, ἦταν ὅτι ἐπέτρεπε τὸ κρασὶ στοὺς ὀπαδούς του, κάτι ποῦ τὸ Ἰσλὰμ τὸ θεωρεῖ ἁμαρτία, ἐνῶ δὲν ἔδινε καμιὰ σημασία ἂν ὁ ὀπαδὸς τοῦ ἦταν μουσουλμάνος, ὀρθόδοξος, αἱρετικός, ἢ χριστιανός. Μάλιστα ἦταν τόσο αὐστηρὸς στὸ θέμα αὐτό, ὥστε κήρυττε πῶς ὅποιος μουσουλμάνος ἔλεγε καὶ χαρακτήριζε ἀπίστους τους χριστιανούς, θὰ ἔπρεπε νὰ θεωρηθεῖ ὁ ἴδιος ἄπιστος.

Ἀπὸ τὶς ἀρχὲς τῆς δεύτερης δεκαετίας τοῦ δέκατου πέμπτου αἰώνα οἱ ὀπαδοὶ τοῦ εἶχαν  γίνει τόσο πολλοί, ὥστε ἄρχισαν νὰ ἀπειλοῦν τὴν ἴδια τὴν ὀθωμανικὴ ἐξουσία. Γύρω στὰ 1416 ὁ Μπεντρεντὶν ἀρχίζει μία κανονικὴ ἀνταρσία, ὅπως τὴν χαρακτήρισαν οἱ Ὀθωμανοί, ἐνάντια στὸ μουσουλμανικὸ θρησκευτικὸ κατεστημένο. Ὁ σουλτάνος γιὰ νὰ τὸν ἀντιμετωπίσει πρὶν ἡ ἐξέγερση πάρει ἐπικίνδυνες διαστάσεις,  ἔστειλε  ἰσχυρὸ στρατὸ  καὶ ἄρχισε νὰ τὸν κυνηγᾶ. Γρήγορα ὅμως κατάλαβε πῶς ἦταν πολὺ δύσκολο νὰ τὸν καταβάλει καθὼς οἱ ὀπαδοί του καὶ ἰδιαιτέρα οἱ ὀρθόδοξοι χριστιανοὶ Ἕλληνες ὀπαδοί του, ἦταν ἕτοιμοι νὰ θυσιαστοῦν γιὰ τὸν δάσκαλό τους. Τελικὰ μετὰ ἀπὸ πολλὲς μάχες καὶ σκληρὴ καταδίωξη ὁ Μπεντρεντὶν συλλαμβάνετε καὶ ὁδηγεῖτε στὴν πόλη τῶν Σερρῶν, στὴν ἀνατολικὴ Μακεδονία, γιὰ νὰ δικαστεῖ ἀπὸ μουσουλμανικὸ δικαστήριο. Ἐκεῖ τὸν κατηγοροῦν ἀνοιχτὰ ὅτι ἀπαρνήθηκε τὴν πατρική του θρησκεία, τὸ Ἰσλάμ, καὶ ὅτι κήρυττε τὴν ἐπιστροφὴ στὸν χριστιανισμό. Στὶς Σέρρες ὁ Μπεντρεντὶν καταδικάστηκε σὲ θάνατο καὶ κρεμάστηκε δημόσια γιὰ νὰ παραδειγματιστοῦν οἱ ὀπαδοί του.

 

    ΜΟΥΣΤΑΦΑ ΜΠΟΡΚΛΟΥΤΖΕ

Οἱ δυὸ κυριότεροι μαθητὲς τοῦ Μπεντρεντίν, ἦταν ὁ Τοπρὰκ Κεμὰλ καὶ ὁ Μουσταφὰ Μπορκλουτζέ. Ἡ περίπτωση τοῦ Μπορκλουτζὲ εἶναι ἐξαιρετική, γιατί ἡ ζωή του, ὅπως ἐξιστορήθηκε  ἀπὸ τοὺς ὀπαδούς του, δείχνει τὴν μεγάλη ἐπίδραση ποῦ εἶχε πάνω τους ἡ ζωὴ τοῦ Ἰησοῦ Χριστοῦ.  Ὁ Μπορκλουτζὲ  ἦταν ἕνας δάσκαλος ποῦ δίδαξε  στὸ ποίμνιό του, τὴν ἀνωτερότητα τοῦ χριστιανισμοῦ πιάστηκε ἀπὸ τοὺς    μουσουλμάνους Ὀθωμανούς, δικάστηκε, καταδικάστηκε σὲ θάνατο, σταυρώθηκε καὶ πέθανε πάνω στὸν σταυρό. Ἀλλὰ  τὸ πιὸ ἐκπληκτικὸ εἶναι, ὅπως διαδόθηκε μετὰ τὸν θάνατό του, ὅτι ἐπανῆλθε στὴν ζωὴ  καὶ κυκλοφοροῦσε στὴν  νῆσο Σάμο μέχρι νὰ χαθεῖ μὲ ἕνα περίεργο τρόπο γιὰ πάντα. Εἶναι δηλαδὴ προφανὴς ἡ παρομοίωσή του μὲ τὸν Χριστὸ ποῦ τοῦ ἔγινε ἀπὸ τοὺς πιστοὺς ὀπαδούς του. Ὁ Μπορκλουτζέ, ὅπως ὑποστήριξαν οἱ ὀπαδοί του,  ἦταν ἕνας δάσκαλος ποῦ θυσιάστηκε γιὰ τοὺς μαθητὲς καὶ ὀπαδούς του, ἀλλὰ καὶ ἕνας μύθος, ἕνας θρύλος ποῦ παρουσιάστηκε σὰν μία παράλληλη μορφὴ μὲ τὸν ἴδιο τὸν Ἰησοῦ Χριστό, σὲ ἕνα μουσουλμανικὸ περιβάλλον,  γι’ αὐτὸ καὶ ἀποτελεῖ μία ἐξόχως ἰδιαίτερη περίπτωση.

Ἔζησε καὶ αὐτὸς στὰ τέλη τοῦ δέκατου τέταρτου καὶ στὶς ἀρχὲς τοῦ δέκατου πέμπτου αἰώνα. Σὰν γενέτειρα τοῦ ἀναφέρετε ἡ πόλη τοῦ Ἀϊδίνου, στὴν εὐρύτερη περιφέρεια τῆς Σμύρνης, μία περιοχὴ ὅπου πάντα κατοικοῦσε πυκνὸς ἑλληνορθόδοξος πληθυσμός. Ἀκολούθησε τὸν δάσκαλο τοῦ Μπεντρεντίν, ἀλλὰ γρήγορα ἀπέκτησε τὸ δικό του ποίμνιο στὴν περιοχὴ τῆς δυτικῆς Μικρᾶς Ἀσίας. Λέγετε ὅτι τὸν ἀκολουθοῦσαν, κατὰ ἄλλους 4.000, κατὰ ἄλλους 10.000 πιστοὶ ὀπαδοί του. Ὁ Μπορκλουτζέ, (ποῦ θεωρήθηκε σὰν ὁ διάδοχός του Μπεντρεντίν), κήρυττε ὅπως καὶ ὁ Μπεντρεντὶν τὴν ἀνωτερότητα τοῦ χριστιανισμοῦ ἔναντί του Ἰσλάμ. Εἶχε ὅμως προχωρήσει ἀκόμα περισσότερο ἀπὸ τὸν Μπεντρεντὶν καὶ συμπεριφέρονταν στοὺς χριστιανοὺς σὰν νὰ ἦταν ἄγγελοι, ἀνεβάζοντας τοὺς  πιὸ πάνω   ἀπὸ τοὺς μουσουλμάνους. Μάλιστα ἔφτασε στὸ σημεῖο νὰ καλέσει τοὺς παπάδες τῆς Χίου νὰ προσχωρήσουν στὸ κήρυγμά του. Ἔτσι μετὰ ἀπὸ λίγο καιρὸ παρατηρήθηκε νὰ τὸν ἀκολουθοῦν ἀνάμεσα στοὺς ὀπαδούς του καὶ ἑλληνορθόδοξοι ἱερεῖς, δίνοντας  μία ἰδιαίτερη διάσταση στὴν διδασκαλία  του στὴν περιοχὴ τῆς δυτικῆς Μικρᾶς Ἀσίας.

 Τὸ κίνημά του, ὅπως καὶ τὸ κίνημα τοῦ Μπεντρεντίν, θεωρήθηκε ἀπὸ τὸν σουλτάνο σὰν ἀνταρσία καὶ στάλθηκε ἰσχυρὴ στρατιωτικὴ δύναμη νὰ τὸν ἀντιμετωπίσει. Οἱ δυνάμεις τοῦ σουλτάνου προέβησαν σὲ σφαγὲς χιλιάδων ὀπαδῶν του. Τελικὰ μετὰ ἀπὸ ἕνα ἄγριο κυνηγητὸ ὁ Μουσταφὰ Μπορκλουτζὲ συνελήφθη καὶ ὑπέστη ἀπὸ τοὺς ἄντρες τοῦ σουλτάνου, ὅπως χαρακτηριστικὰ ἱστοροῦσαν οἱ ὀπαδοί του, τὰ βάσανα τοῦ ἴδιου του Ἰησοῦ Χριστοῦ. Τὸν ὁδήγησαν   σὲ ἕνα λόφο ὅπου καὶ τὸν σταύρωσαν  μὲ τὴν κατηγορία ὅτι δὲν εἶναι μουσουλμάνος, ἀλλὰ γκιαούρης καὶ σύμμαχος τῶν χριστιανῶν τοὺς ὁποίους αὐτὸς καὶ οἱ ὀπαδοὶ τοῦ θεωροῦσαν ἀγγέλους. Τὸ μαρτύριο αὐτὸ τοῦ Μπορκλουτζὲ θρηνήθηκε ἔντονα ἀπὸ τοὺς ὀπαδούς του, ἀλλὰ τὸ ἐκπληκτικό, καὶ αὐτὸ δείχνει τὴν μεγάλη λατρεία ποῦ τοῦ εἶχαν οἱ ὀπαδοί του, ἦταν πῶς  μετὰ τὸν θάνατο τοῦ πάνω στὸν σταυρό, πίστεψαν πῶς ἀναστήθηκε, (Olumunden sonra asl?nda olmeyip Sisam Adas?nda yasamaya devam ettigi yay?ld? = Μετὰ τὸν θάνατό του στὴν πραγματικότητα δὲν πέθανε καὶ διαδόθηκε πῶς συνέχισε τὴν ζωή του στὴν νῆσο Σάμο).   Ἀπὸ τότε πολλοὶ θρύλοι καὶ τραγούδια τραγούδησαν τὸν μάρτυρα Μουσταφὰ Μπορκλουτζέ, ποῦ πέθανε πάνω στὸν σταυρὸ

    ΜΟΛΑ ΚΑΜΠΙΖ

Τὸν δέκατο ἕκτο αἰώνα ἐμφανίστηκε στὴν Μικρὰ Ἀσία  ἕνας πολὺ σημαντικὸς  μουσουλμάνος σεΐχης, ὁ Μολὰ Καμπίζ,  Ὁ Καμπὶζ δίδασκε στοὺς μουσουλμάνους ὅτι ὁ Ἰησοῦς Χριστὸς ἦταν κατὰ πολὺ ἀνώτερος ἀπὸ τὸν προφήτη Μωάμεθ ἀλλὰ καὶ  τὴν ὑπεροχὴ τῆς ἑλληνορθόδοξης θρησκείας ἔναντί του ἰδιότυπου Ἰσλὰμ ποῦ εἶχε ἐπικρατήσει στὴν Μικρὰ Ἀσία. Ἄρχισε τὴν διδασκαλία τοῦ πολὺ νωρὶς καὶ ἀπέκτησε χιλιάδες ὀπαδοὺς καὶ  στὴν Μικρὰ Ἀσία ἀλλὰ καὶ στὴν Ρούμελη.  Τὸ ἐκπληκτικὸ μὲ τὸν Μολὰ Καμπίζ, ἦταν πῶς  δίδασκε φανερὰ πῶς  ὁ Χριστὸς ἦταν ἀνώτερος ἀπὸ τὸν Μωάμεθ. Τὸ γεγονὸς αὐτὸ θεωρήθηκε ἐκπληκτικὸ ἀπὸ ἕνα κατὰ ἐπίφαση μουσουλμάνο.

 

Μόλις ἔγινε εὐρέως γνωστὴ ἡ διδασκαλία του, ἡ φήμη τοῦ ἔφτασε καὶ στὴν ὀθωμανικὴ αὐλὴ προκαλώντας μεγάλη ταραχὴ στὸ μουσουλμανικὸ ἱερατεῖο.  Ἡ διδασκαλία τοῦ ἐξόργισε τοὺς θρησκευτικοὺς κύκλους τῆς ὀθωμανικῆς αὐλῆς καὶ ἀφοῦ τὸν συνέλαβαν τὸν παρέπεμψαν σὲ δίκη.  Ἐκεῖ ἐμφανίστηκε ἀγέρωχος, σίγουρος καὶ σταθερὸς στὴν πίστη του ὅτι ὁ χριστιανισμὸς εἶναι ἀνώτερος ἀπὸ τὸ Ἰσλὰμ καὶ ὅτι ὁ Χριστὸς εἶναι κατὰ πολὺ ἀνώτερος ἀπὸ τὸν Μωάμεθ. Τελικὰ τὸ δικαστικὸ συμβούλιο τῶν καζασκέρηδων δὲν κατάφερε, ἐξ αἰτίας τῆς μεγάλης του εὐγλωττίας μὲ τὴν ὁποία στήριξε τὰ ἐπιχειρήματά του, νὰ τὸ καταδικάσουν γιὰ νὰ τὸν ἐκτελέσουν. Εἶναι χαρακτηριστικὸ πῶς ὁ Μολὰ Καμπὶζ ἔφερε σὰν ἐπιχειρήματα γιὰ νὰ στηρίξει τὴν διδασκαλία του, ρητὰ ἀπὸ τὸ ἴδιο τὸ Κοράνι  ὑποστηρίζοντας ὅτι ἔτσι ἐπαληθεύετε ἡ ἄποψή του πῶς ὁ Χριστὸς εἶναι ἀνώτερος ἀπὸ τὸν Μωάμεθ. Τὸ ἀποτέλεσμα   τῆς δίκης καὶ ἡ προσωρινὴ ἀθώωση ἐξόργισε τὸν τότε σουλτάνο, Σουλεϊμᾶν τὸν Μεγαλοπρεπῆ. Ὁ σουλτάνος ὀργισμένος, γιατί «ὁ ἄπιστος αὐτὸς ποῦ ἐξευτέλιζε τὴν δόξα τοῦ Προφήτη κατάφερε νὰ φύγει ἀτιμώρητος»,  συγκάλεσε γρήγορα μία ἄλλη δίκη μὲ τὴν παρουσία τοῦ ἰδίου του τότε Σειχουλισλάμη, (θρησκευτικοῦ ἀρχηγοῦ τῶν μουσουλμάνων),  Κεμάλπασα –Ζαντὲ καὶ τὸ καδὴ τῆς Κωνσταντινούπολης. Ἀκολούθησε ἔντονη λογομαχία ἀνάμεσα στὸν Σειχουλισλάμη καὶ τὸν Μολὰ Καμπίζ. Ὁ Σεΐχουλισλαμης πάσχιζε νὰ ἀποστομώσει τὸν Καμπὶζ  χωρὶς ὅμως νὰ τὸν καταφέρει νὰ ἀποκηρύξει τὶς ἀπόψεις του.  Στὸ τέλος τὸ δικαστήριο, (τὸ 1527),  κάτω ἀπὸ τὴν ἔντονη πίεση τοῦ σουλτάνου Σουλεϊμᾶν τοῦ πρώτου, τὸν καταδίκασε  σὲ θάνατο.

Τελικὰ ὁ Μολὰ Καμπὶζ ἐκτελέστηκε γιατί  δὲν δίστασε μπροστὰ στὸ ἀνώτατο θρησκευτικὸ συμβούλιο τῆς αὐτοκρατορίας νὰ ὑπερασπιστεῖ τὴν πίστη του μὲ θάρρος καὶ μὲ ἀντίτιμο τὴν ἴδια τοῦ τὴν ζωή. Ἡ δίκη τοῦ παρομοιάστηκε ἀπὸ τοὺς ὀπαδούς του μὲ τὴν δίκη τοῦ Ἰησοῦ Χριστοῦ καὶ ἡ καταδίκη του σὲ σταυρικὸ θάνατο θρηνήθηκε μὲ ἔντονο τρόπο. Οἱ ὀπαδοὶ τοῦ Καμπὶζ ἀναφέρονται ὅτι ὑπῆρχαν μέχρι  τὰ τέλη τοῦ δεκάτου ἕκτου αἰώνα. Ἡ διδασκαλία τοῦ εἶχε διαδοθεῖ σὲ πολλὲς περιοχὲς τῆς Μικρᾶς Ἀσίας ἀλλὰ καὶ τῆς Θράκης καὶ μέχρι σήμερα ἀναφέρετε πῶς ὑπάρχουν πυρῆνες ὀπαδῶν του  στὴν μικρασιατικὴ Ἀνατολία.

enromiosini.gr

Από τον Μωάμεθ στον Χριστό ( Νικόλαος Χειλαδάκης Δημοσιογράφος-Συγγραφέας-Τουρκολόγος)

Νοεμβρίου 28, 2011 Γράψτε ένα σχόλιο

Μια από τις πιο σημαντικές αλλά και άγνωστες σελίδες της Οθωμανικής ιστορίας την οποία αποφεύγει σαν «κόκκινο πανί» η σύγχρονη Τουρκία, είναι η αναφορά στους μεγάλους εκείνους μουσουλμάνους «αγίους» που τελικά αποδέχτηκαν την ανωτερότητα του Ιησού Χριστού έναντι του Μωάμεθ και μάλιστα σε πολλές περιπτώσεις μαρτύρησαν και εκτελεστήκαν για αυτή τους την πίστη. Οι μουσουλμάνοι αυτοί δεν βαπτιστήκαν χριστιανοί και φυσικά δεν κατατάσσονται στον συναξάρι των αγίων της Ορθοδοξίας μας, αποτελούν όμως ένα μεγάλο κόλαφο για το Ισλάμ και ειδικά για την σημερινή ισλαμική Τουρκία, που ακροβατεί επικίνδυνα πάνω σε ένα χάρτινο οικοδόμημα μιας επίπλαστης και τεχνητής εθνοθρησκευτικής ταυτότητας.

Σεΐχης Μπεντρεντίν

Στα τέλη του δέκατου τέταρτου και στις αρχές του δέκατου πέμπτου αιώνα εμφανίστηκε στην Μικρά Ασία ο Σεΐχης Μπεντρεντίν Μαχμούτ, (1359- 1420), ένας θρησκευτικός και λαϊκός ηγέτης ο οποίος από πολλούς μουσουλμάνους τιμάται ακόμα και σήμερα σαν άγιος. Ο Μπεντρεντίν γεννήθηκε στην πόλη Σιμάβ της Ανατολίας, σε μια εποχή που η θρησκευτική ταυτότητα ήταν πολύ μπερδεμένη και συμβίωναν μαζί χριστιανοί ορθόδοξοι, χριστιανοί αιρετικοί, μουσουλμάνοι και εξισλαμισμένοι με ατελή θρησκευτική συνείδηση. Ήταν Ρωμιός από την μητέρα του και είχε ανατραφεί με χριστιανικά πρότυπα ενώ μιλούσε πολύ καλά τα ελληνικά και ήξερε αρκετές χριστιανικές προσευχές. Η χριστιανική ελληνορθόδοξη παιδεία του τον επηρέασε καθοριστικά στην μετέπειτα περιπετειώδη ζωή του, που σημαδεύτηκε από μια μεγάλη ανταρσία ενάντια στο θρησκευτικό μουσουλμανικό κατεστημένο. Έκανε θρησκεύτηκες σπουδές στην Αίγυπτο και όταν γύρισε στην Μικρά Ασία άρχισε να κηρύττει την διδασκαλία του σε ένα κοινό που τον δέχτηκε σαν μεγάλο δάσκαλο. Κήρυττε την ισότητα μεταξύ χριστιανών και μουσουλμάνων, ενώ το κήρυγμα του περιείχε βασικές χριστιανικές θέσεις. Αλλά το κυριότερο στοιχείο της διδασκαλίας του που τον έκανε και πολύ γνωστό, ήταν ότι κήρυττε την λατρεία προς τον Ιησού Χριστό, σε σημείο μάλιστα να προκαλέσει τους δογματικούς μουσουλμάνους και να κατηγορηθεί σαν επικίνδυνος γκιαούρης.

Κάποιοι τον είχαν χαρακτηρίσει, (Χαλίλ Ιναλτσίκ), σαν θεολόγο, άγιο, μυστικιστή αλλά πολύ περισσότεροι μουσουλμάνοι θεολόγοι τον θεωρούσαν άπιστο και καταραμένο. Είχε μια καταπληκτική ικανότητα να διεγείρει το ποίμνιό του και εμφανίζονταν σαν τους χριστιανούς Αποστόλους περιοδεύοντας σε πόλεις και χωριά, κηρύττοντας την νέα του διδασκαλία που ανέτρεπε την μέχρι τότε επικράτηση του Ισλάμ στην Μικρά Ασία. Οι περισσότεροι οπαδοί του προέρχονταν από τις περιοχές της Σμύρνης, του Σαρουχάν, (δυτική Μικρά Ασία), και από την περιοχή των Βαλκανίων, δηλαδή περιοχές όπου πλειοψηφούσε το ελληνορθόδοξο χριστιανικό στοιχείο. Το εντυπωσιακό ήταν πως τον δεχτήκαν και τον πίστεψαν αμέσως οι ελληνορθόδοξοι χριστιανοί. Τον ακολουθούσαν πολλοί χριστιανοί αγρότες που έβλεπαν στο πρόσωπο του τον λυτρωτή από την καταπίεση που υφίσταντο. Ο Σεΐχης Μπεντρεντίν πίστευε στον Χριστό, γι’ αυτό και οι χριστιανοί τον τιμούσαν σαν άγιο ενώ κήρυττε πως το πνεύμα του Χριστού είναι αιώνιο. Ένα άλλο ιδιαίτερο στοιχείο που τον έκανε να ταυτίζεται με τον χριστιανισμό, ήταν ότι επέτρεπε το κρασί στους οπαδούς του, κάτι που το Ισλάμ το θεωρεί αμαρτία, ενώ δεν έδινε καμιά σημασία αν ο οπαδός του ήταν μουσουλμάνος, ορθόδοξος, αιρετικός, ή χριστιανός. Μάλιστα ήταν τόσο αυστηρός στο θέμα αυτό, ώστε κήρυττε πως όποιος μουσουλμάνος έλεγε και χαρακτήριζε απίστους τους χριστιανούς, θα έπρεπε να θεωρηθεί ο ίδιος άπιστος.

Από τις αρχές της δεύτερης δεκαετίας του δέκατου πέμπτου αιώνα οι οπαδοί του είχαν γίνει τόσο πολλοί, ώστε άρχισαν να απειλούν την ιδία την οθωμανική εξουσία. Γύρω στα 1416 ο Μπεντρεντίν αρχίζει μια κανονική ανταρσία, όπως την χαρακτήρισαν οι Οθωμανοί, ενάντια στο μουσουλμανικό θρησκευτικό κατεστημένο. Ο σουλτάνος για να τον αντιμετωπίσει πριν η εξέγερση πάρει επικίνδυνες διαστάσεις, έστειλε ισχυρό στρατό και άρχισε να τον κυνηγά. Γρήγορα όμως κατάλαβε πως ήταν πολύ δύσκολο να τον καταβάλει καθώς οι οπαδοί του και ιδιαιτέρα οι ορθόδοξοι χριστιανοί Έλληνες οπαδοί του, ήταν έτοιμοι να θυσιαστούν για τον δάσκαλο τους. Τελικά μετά από πολλές μάχες και σκληρή καταδίωξη ο Μπεντρεντίν συλλαμβάνεται και οδηγείται στην πόλη των Σερρών, στην ανατολική Μακεδονία, για να δικαστεί από μουσουλμανικό δικαστήριο. Εκεί τον κατηγορούν ανοιχτά ότι απαρνήθηκε την πατρική του θρησκεία, το Ισλάμ, και ότι κήρυττε την επιστροφή στον χριστιανισμό. Στις Σέρρες ο Μπεντρεντίν καταδικάστηκε σε θάνατο και κρεμάστηκε δημόσια για να παραδειγματιστούν οι οπαδοί του.

Μουσταφά Μπορκλουτζέ

Οι δυο κυριότεροι μαθητές του Μπεντρεντίν, ήταν ο Τοπράκ Κεμάλ και ο Μουσταφά Μπορκλουτζέ. Η περίπτωση του Μπορκλουτζέ είναι εξαιρετική, γιατί η ζωή του, όπως εξιστορήθηκε από τους οπαδούς του, δείχνει την μεγάλη επίδραση που είχε πάνω τους η ζωή του Ιησού Χριστού. Ο Μπορκλουτζέ ήταν ένας δάσκαλος που δίδαξε στο ποίμνιό του, την ανωτερότητα του χριστιανισμού πιάστηκε από τους μουσουλμάνους Οθωμανούς, δικάστηκε, καταδικάστηκε σε θάνατο, σταυρώθηκε και πέθανε πάνω στον σταυρό. Αλλά το πιο εκπληκτικό είναι, όπως διαδόθηκε μετά τον θάνατο του, ότι επανήλθε στην ζωή και κυκλοφορούσε στην νήσο Σάμο μέχρι να χαθεί με ένα περίεργο τρόπο για πάντα. Είναι δηλαδή προφανής η παρομοίωσή του με τον Χριστό που του έγινε από τους πιστούς οπαδούς του. Ο Μπορκλουτζέ, όπως υποστήριξαν οι οπαδοί του, ήταν ένας δάσκαλος που θυσιάστηκε για τους μαθητές και οπαδούς του, αλλά και ένας μύθος, ένας θρύλος που παρουσιάστηκε σαν μια παράλληλη μορφή με τον ίδιο τον Ιησού Χριστό, σε ένα μουσουλμανικό περιβάλλον, γι’ αυτό και αποτελεί μια εξόχως ιδιαίτερη περίπτωση.

Έζησε και αυτός στα τέλη του δέκατου τέταρτου και στις αρχές του δέκατου πέμπτου αιώνα. Σαν γενέτειρά του αναφέρετε η πόλη του Αϊδίνου, στην ευρύτερη περιφέρεια της Σμύρνης, μια περιοχή όπου πάντα κατοικούσε πυκνός ελληνορθόδοξος πληθυσμός. Ακολούθησε τον δάσκαλό του Μπεντρεντίν, αλλά γρήγορα απέκτησε το δικό του ποίμνιο στην περιοχή της δυτικής Μικράς Ασίας. Λέγεται ότι τον ακολουθούσαν, κατά άλλους 4.000, κατά άλλους 10.000 πιστοί οπαδοί του. Ο Μπορκλουτζέ, (που θεωρήθηκε σαν ο διάδοχος του Μπεντρεντίν), κήρυττε όπως και ο Μπεντρεντίν την ανωτερότητα του χριστιανισμού έναντι του Ισλάμ. Είχε όμως προχωρήσει ακόμα περισσότερο από τον Μπεντρεντίν και συμπεριφέρονταν στους χριστιανούς σαν να ήταν άγγελοι, ανεβάζοντάς τους πιο πάνω από τους μουσουλμάνους. Μάλιστα έφτασε στο σημείο να καλέσει τους παπάδες της Χίου να προσχωρήσουν στο κήρυγμα του. Έτσι μετά από λίγο καιρό παρατηρήθηκε να τον ακολουθούν ανάμεσα στους οπαδούς του και ελληνορθόδοξοι ιερείς, δίνοντας μια ιδιαίτερη διάσταση στην διδασκαλία του στην περιοχή της δυτικής Μικράς Ασίας.

Το κίνημα του, όπως και το κίνημα του Μπεντρεντίν, θεωρήθηκε από τον σουλτάνο σαν ανταρσία και στάλθηκε ισχυρή στρατιωτική δύναμη να τον αντιμετωπίσει. Οι δυνάμεις του σουλτάνου προέβησαν σε σφαγές χιλιάδων οπαδών του. Τελικά μετά από ένα άγριο κυνηγητό ο Μουσταφά Μπορκλουτζέ συνελήφθη και υπέστη από τους άντρες του σουλτάνου, όπως χαρακτηριστικά ιστορούσαν οι οπαδοί του, τα βάσανα του ίδιου του Ιησού Χριστού. Τον οδήγησαν σε ένα λόφο όπου και τον σταύρωσαν με την κατηγορία ότι δεν είναι μουσουλμάνος, αλλά γκιαούρης και σύμμαχος των χριστιανών τους οποίους αυτός και οι οπαδοί του θεωρούσαν αγγέλους. Το μαρτύριο αυτό του Μπορκλουτζέ θρηνήθηκε έντονα από τους οπαδούς του, αλλά το εκπληκτικό, και αυτό δείχνει την μεγάλη αγάπη που του είχαν οι οπαδοί του, ήταν πως μετά τον θάνατο του πάνω στον σταυρό, πίστεψαν πως αναστήθηκε, (Ölümünden sonra aslında ölmeyip Sisam Adasında yaşamaya devam ettiği yayıldı = Μετά τον θάνατο του στην πραγματικότητα δεν πέθανε και διαδόθηκε πως συνέχισε την ζωή του στην νήσο Σάμο). Από τότε πολλοί θρύλοι και τραγούδια τραγούδησαν τον μάρτυρα Μουσταφά Μπορκλουτζέ, που πέθανε πάνω στον σταυρό

Μολά Καμπίζ

Τον δέκατο έκτο αιώνα εμφανίστηκε στην Μικρά Ασία ένας πολύ σημαντικός μουσουλμάνος σεΐχης, ο Μολά Καμπίζ, Ο Καμπίζ δίδασκε στους μουσουλμάνους ότι ο Ιησούς Χριστός ήταν κατά πολύ ανώτερος από τον προφήτη Μωάμεθ αλλά και την υπεροχή της ελληνορθόδοξης θρησκείας έναντι του ιδιότυπου Ισλάμ που είχε επικρατήσει στην Μικρά Ασία. Άρχισε την διδασκαλία του πολύ νωρίς και απέκτησε χιλιάδες οπαδούς και στην Μικρά Ασία αλλά και στην Ρούμελη. Το εκπληκτικό με τον Μολά Καμπίζ, ήταν πως δίδασκε φανερά πως ο Χριστός ήταν ανώτερος από τον Μωάμεθ. Το γεγονός αυτό θεωρήθηκε εκπληκτικό από ένα κατά επίφαση μουσουλμάνο.

Μόλις έγινε ευρέως γνωστή η διδασκαλία του, η φήμη του έφτασε και στην οθωμανική αυλή προκαλώντας μεγάλη ταραχή στο μουσουλμανικό ιερατείο. Η διδασκαλία του εξόργισε τους θρησκευτικούς κύκλους της οθωμανικής αυλής και αφού τον συνέλαβαν τον παρέπεμψαν σε δίκη. Εκεί εμφανίστηκε αγέρωχος, σίγουρος και σταθερός στην πίστη του ότι ο χριστιανισμός είναι ανώτερος από το Ισλάμ και ότι ο Χριστός είναι κατά πολύ ανώτερος από τον Μωάμεθ. Τελικά το δικαστικό συμβούλιο των καζασκέρηδων δεν κατάφερε, εξ αιτίας της μεγάλης του ευγλωττίας με την οποία στήριξε τα επιχειρήματα του, να το καταδικάσουν για να τον εκτελέσουν. Είναι χαρακτηριστικό πως ο Μολά Καμπίζ έφερε σαν επιχειρήματα για να στηρίξει την διδασκαλία του, ρητά από το ίδιο το Κοράνι υποστηρίζοντας ότι έτσι επαληθεύεται η άποψή του πως ο Χριστός είναι ανώτερος από τον Μωάμεθ. Το αποτέλεσμα της δίκης και η προσωρινή αθώωση εξόργισε τον τότε σουλτάνο, Σουλεϊμάν τον Μεγαλοπρεπή. Ο σουλτάνος οργισμένος, γιατί «ο άπιστος αυτός που εξευτέλιζε την δόξα του Προφήτη κατάφερε να φύγει ατιμώρητος», συγκάλεσε γρήγορα μια άλλη δίκη με την παρουσία του ιδίου του τότε Σειχουλισλάμη, (θρησκευτικού αρχηγού των μουσουλμάνων), Κεμάλπασα –Ζαντέ και το καδή της Κωνσταντινούπολης. Ακολούθησε έντονη λογομαχία ανάμεσα στον Σειχουλισλάμη και τον Μολά Καμπίζ. Ο Σεΐχουλισλάμης πάσχιζε να αποστομώσει τον Καμπίζ χωρίς όμως να τον καταφέρει να αποκηρύξει τις απόψεις του. Στο τέλος το δικαστήριο, (το 1527), κάτω από την έντονη πίεση του σουλτάνου Σουλεϊμάν του πρώτου, τον καταδίκασε σε θάνατο.

Τελικά ο Μολά Καμπίζ εκτελέστηκε γιατί δεν δίστασε μπροστά στο ανώτατο θρησκευτικό συμβούλιο της αυτοκρατορίας να υπερασπιστεί την πίστη του με θάρρος και με αντίτιμο την ίδια του την ζωή. Η δίκη του παρομοιάστηκε από τους οπαδούς του με την δίκη του Ιησού Χριστού και η καταδίκη του σε σταυρικό θάνατο θρηνήθηκε με έντονο τρόπο. Οι οπαδοί του Καμπίζ αναφέρονται ότι υπήρχαν μέχρι τα τέλη του δεκάτου έκτου αιώνα. Η διδασκαλία του είχε διαδοθεί σε πολλές περιοχές της Μικράς Ασίας αλλά και της Θράκης και μέχρι σήμερα αναφέρεται πως υπάρχουν πυρήνες οπαδών του στην μικρασιατική Ανατολία

O.O.Δ.Ε

Έγινα Ορθόδοξος γιατί δεν είχα ομπρέλα.

Οκτωβρίου 23, 2011 1 Σχολιο

Όσο αστείο κι΄ άν φαίνεται, μέσα στό σχέδιο τού Θεού έπαιξε ρόλο καί η έλλειψη μιάς απλής ομπρέλας…

Ένας από τους ιερείς της ενορίας του Έξετερ, ο μεγαλύτερος σε ηλικία, μας αφηγήθηκε τη δική του μοναδική ιστορία με την οποία γνώρισε την Oρθοδοξία:
“Ήμουν στο Παρίσι”, μάς είπε, “έβρεχε κι έπρεπε κάπου να πάω για να μείνω στεγνός. Είδα κοντά μου μια πόρτα και μπήκα. Δεν μπορώ να πω ότι είδα το εξωτερικό της εκκλησίας διότι έβρεχε• απλά είδα την πόρτα και μπήκα.
Αν δεν έβρεχε, δεν θα έμπαινα!
Ανοίγοντας απότομα την εξωτερική πόρτα, παραπάτησα κι έπεσα σε μια άλλη πόρτα, κι έτσι μπήκα στην εκκλησία. Χωρίς να θέλω να ενοχλήσω κανένα, κάθισα πίσω στη γωνία και παρακολουθούσα. Μόλις απέκτησα περισσότερη αυτοπεποίθηση προχώρησα γιατί ήθελα να μάθω τι συμβαίνει, πού βρίσκομαι. Είδα τις εικόνες, τους σταυρούς και σκέφθηκα ότι πρέπει να ήταν εκκλησία.
Αναρωτιόμουν αν ήταν Εβραϊκή Συναγωγή, γιατί δεν είχα δει ποτέ να φορούν τα άμφια με τέτοιο τρόπο. Τα άμφια, το λιβάνι, ολόκληρη η οπτική εντύπωση της ακολουθίας μού άρεσαν και δεν ήθελα να φύγω. Άκουσα τη χορωδία σε τελείως διαφορετική γλώσσα, ούτε καν στα Γαλλικά. Ήταν Σλαβικά. Καθόμουν κι έβλεπα τότε τις εικόνες. Κι αν μου έλεγαν τότε, ότι σε 8 χρόνια θα έκανα κι εγώ το ίδιο, ως Διάκος, δεν θα τους πίστευα καθόλου.

Όσο ήμουν στο ναό και έβλεπα τον τρόπο που τελούνταν η ακολουθία, την τάξη που υπήρχε από ιερείς και πιστούς, αισθανόμουν πως εκεί ήταν ο ουρανός, και σκέφθηκα:
«Αν υπάρχει Θεός -διότι αναρωτιόμουν ως εκείνη τη στιγμή αν υπήρχε- αυτός είναι ο τρόπος με τον οποίο πρέπει να λατρεύεται».
Από τότε στην ενορία μας λένε πως «ο Νικάνωρ μπήκε στο ναό για να προστατευθεί από τη βροχή του ουρανού, και βρέθηκε στον Oυρανό!» Πάντα λέω σε όποιον έρχεται στην Ορθόδοξη Εκκλησία για πρώτη φορά «Μπες στο ναό, προχώρησε στο μέσον της εκκλησίας και θα δεις μπροστά σου τις πύλες του Παραδείσου!» που δεν είναι τίποτε άλλο από το τέμπλο.

Πριν γίνω Ορθόδοξος, ήμουν πιστός με την Αγγλική έννοια του όρου: ο Θεός ήταν πάντα εκεί! Ήξερα να προσεύχομαι όταν το ήθελα. Επειδή ήμουν και από στρατιωτική οικογένεια, είχα τη νοοτροπία ότι «αν η Αγγλικανική Εκκλησία είναι αρκετά καλή για το βασιλικό Ναυτικό, είναι αρκετά καλή και για μένα!» (Ιf God is good enough for the Royal Navy, then it is good enough for me!). Αυτό ήταν το εύρος της θεολογίας μου!

Γύρισα πίσω στην Αγγλία κι άκουσα ότι στο Λονδίνο υπήρχε ένας επίσκοπος, ο Άντονυ Μπλουμ, αλλά δεν κυνήγησα τα πράγματα. Μια μέρα παρακολουθούσα στην τηλεόραση μια ταινία για τη Γαλλική Eπανάσταση. Τότε το πρόγραμμα της τηλεόρασης τελείωνε τα μεσάνυχτα και υπήρχε η συνήθεια στο BBC να προσκαλούν κάποιον για να κάνει τον επίλογο της ημέρας.
Ως επίλογος εκείνης της βραδιάς ήταν κάποιες προσευχές που παρουσίασε ο επίσκοπος Μπλουμ, της Ρώσικης Oρθόδοξης Εκκλησίας. Ήμουν έτοιμος να κλείσω την τηλεόραση, αλλά σκόνταψα στο χαλί που ήταν μπροστά της και έτσι δεν κατάφερα να την κλείσω. Ακούγοντας τις προσευχές παραξενεύτηκα και κάθισα ξανά να δω τη συνέχεια. Τότε ήρθαν στη μνήμη μου οι εικόνες από την εκκλησία στο Παρίσι!

Δεν είχα τη διεύθυνσή του, ωστόσο του έγραψα ένα γράμμα λέγοντάς του «σας άκουσα πριν από μια εβδομάδα στην τηλεόραση και ενδιαφέρομαι να γίνω Oρθόδοξος. Θα μπορούσα κάποια στιγμή να σας συναντήσω». Έγραψα στο φάκελο «Επίσκοπος Άντονυ Μπλουμ, Ρώσικη Εκκλησία, Λονδίνο», δεν ήξερα τίποτε άλλο. Άλλωστε, δεν θα υπήρχαν πολλές τέτοιες εκκλησίες στο Λονδίνο!
Τελικά μου απάντησε και τον συνάντησα για ένα ολόκληρο απόγευμα. Αργότερα μου πρότεινε να επικοινωνήσω με κάποιον ιερέα. Είχα επικοινωνία μαζί του μέσω αλληλογραφίας για θέματα Oρθοδοξίας, είχαμε δηλαδή κάτι σαν μαθήματα Oρθοδοξίας δι’ αλληλογραφίας! Συνεχίσαμε αυτή την επικοινωνία για αρκετό καιρό και ένα Πάσχα έγινα Oρθόδοξος, και μετά από λίγα χρόνια Διάκονος».

Από την επικοινωνία με τους Bρετανούς Ορθοδόξους, γίνεται εύκολα αντιληπτό πως η αιτία, για την οποία αυτοί οι άνθρωποι γνώρισαν την πραγματική πίστη, ήταν το παράδειγμα κάποιων πιστών και η σωστή διδασκαλία όσων ανέλαβαν να τους κατηχήσουν. Η Oρθοδοξία σε χώρες της Δύσης, αλλά και σε ολόκληρο τον κόσμο, δεν είναι κάτι αυτονόητο.
Η ύπαρξή της οφείλεται κυρίως σε ανθρώπους που προσπάθησαν και προσπαθούν να βιώσουν την τελευταία εντολή του Κυρίου: «πορευθέντες μαθητεύσατε πάντα τά έθνη» (Ματθ. 28, 19 ) και να διδάξουν πως ο Χριστός δεν είναι ένα μέσον αποικιοκρατίας, αλλά η πηγή της Ζωής και ο Λυτρωτής του κόσμου.

Η ευθύνη όλων για το πώς θα πρέπει να βιώνουμε την πίστη μας είναι πολύ μεγάλης σημασίας. Είτε το καταλαβαίνουμε είτε όχι, καθημερινά δίνουμε μαρτυρία σε προσωπικό και ενοριακό επίπεδο ως μέλη πάντα του σώματος της Εκκλησίας. Γι’ αυτό και όλοι μας έχουμε ευθύνη αν η λανθασμένη στάση και πρακτική μας γίνεται αιτία άνθρωποι να απομακρύνονται από την εκκλησία, και συνεπώς να μην δοξάζεται αλλά να βλασφημείται το όνομα του Κυρίου (Ρωμ. 2, 24).
Η Oρθοδοξία δεν είναι αποκλειστικό προνόμιο των Ελλήνων ή των Ρώσων και Σέρβων. Το «πορευθέντες μαθητεύσατε πάντα τά έθνη» σημαίνει πως κάθε ένας χριστιανός οφείλει να γίνει κήρυκας του Ευαγγελίου και όχι να κρατήσει την αλήθεια για τον εαυτό του. Είναι παραπάνω από σίγουρο πως πρέπει άμεσα να αλλάξουμε στάση ζωής και με τη βοήθεια του Παναγίου Πνεύματος να προσεγγίσουμε την σωστή πίστη στον Χριστό.

ΠΗΓΗ.Ο.Ο.Δ.Ε

 

Βιβλιογραφικές αναφορές:
________________________________

- Επισκοπή του Σουρόζ, (2003), The Russian Orthodox Church in Great Britain – Diocese of Sourozh, στο HYPERLINK “ http://www.sourozh.org 

- Oρθόδοξη Εκκλησιά της Αμερικής,(2003), The Orthodox Church of America, στο HYPERLINK “ http://www.oca.org

- Παπαθανασίου, Θ. Ν. και Παπαθανασίου, Ε. Τ. (2002) Δρόμοι Κελτών, Δρόμοι Σαξόνων: αναζητώντας χνάρια της χριστιανικής ιεραποστολής στη Βρετανία. Αθήνα: Αποστολική Διακονία.

Το άρθρο αυτό προέρχεται από Χριστιανική Φοιτητική Ένωση
http://www.xfe.gr


Το URL της ιστορίας αυτής είναι το εξής
www.xfe.gr/modules.php?name=News&file=article&sid=214

π. Σεραφείμ Bell, Η μεταστροφή μου στην Ορθοδοξία

Οκτωβρίου 5, 2011 Γράψτε ένα σχόλιο

Απομαγνητοφωνημένο κείμενο ομιλίας του π. Σεραφείμ Μπέλλ το 1997, σε σύναξη στο Αριστοτέλειο Πανεπιστήμιο Θεσσαλονίκης, όπου διηγείται την αιτία και τις συνθήκες της μεταστροφής του στην Ορθοδοξία
[Ομιλεί ο εισηγητής] … αυτή η ομιλία, όμως, πιστεύω πως θ’ αποτελέσει μία ξεχωριστή εμπειρία για όλους μας. Ο πατήρ Σεραφείμ Μπελλ (Seraphim Bell) αποτελεί μία ιδιαιτέρως ενδιαφέρουσα περίπτωση για τους περισσότερους από εμάς, που γεννηθήκαμε και μεγαλώσαμε μέσα στην Ορθοδοξία· πρώην προτεστάντης πάστορας και διδάκτωρ της Θεολογίας στο Πανεπιστήμιο Άμπερντιν (Aberdeen) της Σκωτίας, είναι σήμερα Ορθόδοξος ιερέας και εφημέριος της ενορίας του Αγίου Στεφάνου στην Καλιφόρνια των Ηνωμένων Πολιτειών. Τον ευχαριστούμε, για μία ακόμη φορά, που μας κάνει την τιμή να είναι απόψε κοντά μας Τη μετάφραση θα κάνει ο κ. Παπαρνάκης Θανάσης, θεολόγος, τον οποίον επίσης ευχαριστούμε πολύ. Κατά τη διάρκεια της ομιλίας μπορείτε να δίνετε τις ερωτήσεις σας στα παιδιά που θα υπάρχουνε στα πλαϊνά, κατά μήκος της αίθουσας. Ο λόγος στον πατέρα Σεραφείμ.
Καλησπέρα σας!
Αυτό που βλέπω ακριβώς δεν είναι αυτό που περίμενα. Όταν με καλέσατε να συναντηθούμε νόμιζα ότι θα ήμουνα με ορισμένους φοιτητές της Ιατρικής σ’ ένα μικρό δωμάτιο και όχι αυτό το μεγάλο, το οποίο βλέπω αυτή τη στιγμή. Αυτό που θέλω να μοιραστώ μαζί σας απόψε είναι και ο λόγος για τον οποίον έγινα Ορθόδοξος. Και για να το πετύχουμε αυτό επιτρέψτε μου στην αρχή να προσδιορίσουμε μία συνάφεια, μέσα στην οποία θα εξηγήσουμε τί σημαίνει, τί ήμουν σαν Προτεστάντης.
Κατάγομαι από τη Σκωτία – οι πρόγονοί μου προέρχονται από τη Σκωτία – και όσο μπορούμε να γνωρίζουμε από το παρελθόν μας έχουμε, είχε όλη η οικογένειά μου μεγαλώσει, ως Πρεσβυτεριανοί Προτεστάντες. Μεταστράφηκα και γνώρισα το Χριστό όταν ήμουν πρωτοετής στο Πανεπιστήμιο· παρόλο που είχα μεγαλώσει ως Πρεσβυτεριανός βέβαια και Προτεστάντης, η σχέση μας με τη θρησκεία ήταν πολύ τυπική και δεν γνώριζα ουσιαστικά το Χριστό, παρά από τότε που έγινα φοιτητής. Ήταν μία πραγματικά συγκλονιστική εμπειρία αυτή για μένα, διότι άλλαξε τα πάντα στη ζωή μου και την έθεσε σε μία καινούρια πορεία, κι είναι από τότε που αποφάσισα να σπουδάσω και τη Θεολογία. Όπως μπορείτε να το δείτε και στις αφίσες, σπούδασα Θεολογία και πήγα στη Σκωτία, στη γη των προγόνων μου, όπου και έκανα και το διδακτορικό μου στη Θεολογία· για μία περίοδο τεσσάρων (4) ετών επίσης διακόνησα ως ιερέας στην Εκκλησία της Σκωτίας. Μετά από αυτά τα τέσσερα χρόνια επέστρεψα στην Καλιφόρνια, όπου συνέχισα να διακονώ ως Πρεσβυτεριανός ιερέας. Κι ήμουν επίσης και καθηγητής της Θεολογίας σε διάφορες Θεολογικές σχολές στην Αμερική.
Από πνευματικής απόψεως εκείνα τα χρόνια ήταν πάρα πολύ δύσκολα για μένα. Αισθανόμουν ότι η όλη εμπειρία που είχα από τον Χριστιανισμό, ήταν μια πολύ διανοητική εμπειρία, η οποία άφηνε το πνεύμα μου τελείως ξερό και άγονο. Τον ίδιο καιρό η Πρεσβυτεριανή εκκλησία, την οποία διακονούσα, περνούσε πολύ δραστικές αλλαγές. Ήταν κοινή θέση για πολλούς Πρεσβυτεριανούς διακόνους να αρνούνται τη θεότητα του Χριστού, να αρνούνται την Παρθενία της Θεοτόκου και επίσης και το δόγμα της Αγίας Τριάδος. Τελικά, το 1987 και εγώ και η γυναίκα μου αισθανθήκαμε μια εσωτερική ανάγκη να αφήσουμε την Πρεσβυτεριανή Εκκλησία. Και έκανα κάτι, το οποίο είναι κάτι πολύ φυσικό για τους Προτεστάντες, ξεκίνησα μία δική μου εκκλησία.
Το 1989 μετακόμισα σε μία καινούρια πόλη και παρόλο που δεν γνώριζα κανέναν, άρχισα να κάνω ομιλίες, να οργανώνω συναντήσεις και σε πολύ λίγο χρόνο είχε ήδη αναπτυχθεί μία καινούρια εκκλησία. Και πολλοί, που αποτελούσαμε την εκκλησία αυτή, είχαμε μαζευτεί εκεί πέρα για κοινούς λόγους. Επιθυμούσαμε μία εσωτερική εμπειρία του Πνεύματος του Θεού, αλλά αυτό που κυρίως επιθυμούσαμε ήταν μία εμπειρία της Εκκλησίας, της Χριστιανικής Κοινότητας.
Πολλές φορές λέω στις ομιλίες μου, ότι ο Θεός μάς έχει καλέσει να γίνουμε μία Εκκλησία της Καινής Διαθήκης. Δεν είχα όμως ιδέα για το τί σήμαινε να είναι κανείς Εκκλησία της Καινής Διαθήκης, αλλά ήμουν πεπεισμένος, ότι αυτό έπρεπε να γίνουμε. Δεν είχα ουδεμία ιδέα για το πώς θα γινόμασταν μία Εκκλησία της Καινής Διαθήκης, αλλά και πάλι ήμουν πεπεισμένος ότι αυτό ήταν που ο Θεός μάς καλούσε να κάνουμε.
Μετά από κάποιο διάστημα έφτασα σε ένα σημείο ώστε να μη ξέρω τι να κάνω στη συνέχεια. Θυμάμαι ότι πήγαινα στο δάσος, σε διάφορα δάση στη Βόρεια Καλιφόρνια, για να αποσυρθώ και να προσευχηθώ και να ζητήσω από τον Θεό να μας δείξει το τί έπρεπε να κάνω. Και αισθάνθηκα μία απεγνωσμένη ανάγκη του Λόγου του Θεού για τη ζωή μου και για την εκκλησία μου.
Το 1992 έφτασα στο συμπέρασμα ότι και εγώ και οι υπόλοιποι ηγέτες της Εκκλησίας μου έπρεπε να κάνουμε ένα καινούριο βήμα. Αποφασίσαμε να συγκεντρώσουμε την Εκκλησία μας και να τους προσκαλέσουμε να νηστέψουμε και να προσευχηθούμε για σαράντα μέρες. Και όσο θα νηστεύαμε θα προσευχόμασταν, ώστε ο Θεός να μάς δείξει τον δρόμο, τον οποίο ήθελε να ακολουθήσουμε. Το πρώτο απόγευμα που συγκεντρωθήκαμε μαζί για να προσευχηθούμε, διάφοροι άνθρωποι είχαν έρθει μέσα στο χώρο που ήμασταν μαζεμένοι και ρωτούσαν εάν ήταν ο χώρος εκείνος που θα μιλούσε ο Φρανκ Σέφερ (Frank Schaeffer). Ήξερα ποιός ήταν ο Φρανκ Σέφερ. Οι πιο πολλοί Αμερικανοί Προτεστάντες γνωρίζουν το όνομα «Σέφερ»(Schaeffer), διότι ο πατέρας του, ο Φράνσις Σέφερ (Francis Schaeffer), ήταν ένας από τους πιο σημαντικούς προτεστάντες θεολόγους. Αλλά δεν γνώριζα ότι εκείνο το βράδυ μιλούσε σ’ ένα κοντινό κτίριο στο χώρο.
Όταν τελείωσε η συνάντηση της προσευχής μας, πολλά μέλη της Εκκλησίας μας πήγανε για να ακούσουνε την ομιλία του Σέφερ. Στην επόμενη συνάντησή μας ήρθανε και με πληροφορήσανε ότι ο Σέφερ είχε γίνει Ορθόδοξος! Και με ρώτησαν ποιά ήταν η γνώμη μου γι’ αυτό. Και τους είπα ότι δεν ήταν και πολύ καλή η ιδέα μου γι’ αυτό. Το περιφρόνησα. Κι όταν άρχισαν να με ρωτούν διάφορες ερωτήσεις γι’ αυτό, τούς είπα να μη ασχολούνται κι ότι δεν έχει καμμία ουσία να ασχολούνται μ’ αυτό το θέμα.
Το επόμενο πρωί πήγα σε μία συνάντηση με άλλους Πρεσβυτεριανούς ιερείς. Συναντιόμουν μ’ αυτούς τους ανθρώπους για σχεδόν δέκα χρόνια. Συναντιόμασταν μία φορά το μήνα, για να προσευχηθεί ο ένας για τον άλλο και για τις εκκλησίες του καθενός. Και σ’ αυτήν ακριβώς τη συγκεκριμένη συνάντηση, την επομένη μέρα που άκουσα για τον Φρανκ Σέφερ, ανακάλυψα ότι ένας από τους ιερείς, που συμμετείχαν σε κείνη τη συνάντηση, μελετούσε για την Ορθοδοξία· αυτός είναι ένας από τους καλύτερους φίλους μου, και ταράχτηκα πάρα πολύ που το άκουσα.
Όταν τελείωσε η συνάντηση, τον πήρα στην άκρη και του είπα: για ποιό λόγο το κάνεις αυτό το πράγμα, τί νομίζεις ότι κάνεις; Μού είπε ότι διάβαζε τους Ορθόδοξους Πατέρες, ότι πολλές φορές πήγαινε και παρακολουθούσε Ορθόδοξες Λειτουργίες και είχε συζητήσεις με διάφορους Ορθόδοξους ιερείς. Θύμωσα πάρα πολύ μ’ αυτό κι αποφάσισα ότι έπρεπε κάτι να κάνω γι’ αυτό, ιδιαίτερα μάλιστα όταν μού είπε ότι συζητούσε για τα θέματα αυτά με έναν από τους καλύτερους φίλους μου και τον πιο παλαιό φίλο μου στο Χριστιανισμό, με τον οποίον είχαμε σπουδάσει μαζί, είχαμε διακονήσει μαζί κι ανακάλυψα ότι κι εκείνος επίσης μελετούσε για την Ορθοδοξία. Έτσι λοιπόν αποφάσισα, ότι έπρεπε να θέσω ένα τέρμα σ’ αυτή την υπόθεση. Αλλά ήταν πάρα πολύ εύκολο για μένα, βέβαια, να πω στα μέλη της εκκλησίας μου να μη ασχολούνται καθόλου με την Ορθοδοξία, αλλ’ αυτοί οι δύο άνθρωποι ήταν και οι δύο θεολόγοι και ήξερα ότι έπρεπε να εργαστώ και να μελετήσω για να μπορέσω να τούς πείσω. Έτσι, λοιπόν, ήμουν πάρα πολύ εκνευρισμένος και θυμωμένος, διότι έπρεπε να αφιερώσω χρόνο γι’ αυτό, τον οποίο θα μπορούσα να αφιερώσω στη νηστεία και την προσευχή της εκκλησίας μου, με την οποία ζητούσαμε να μάς δείξει ο Θεός ποιό είναι το θέλημα και ο δρόμος Του.
Άρχισα λοιπόν να μελετώ για την Ορθόδοξη Εκκλησία, για τη θεολογία της, για την Πίστη της, για την πρακτική της, ένα δε από τα πρώτα βιβλία που διάβασα ήταν γραμμένο από έναν Αμερικανό, ο οποίος είχε μεταστραφεί στην Ορθοδοξία· είναι ιερέας, ονομάζεται πατήρ Πέτρος Γκίλκουιστ (Peter Gillquist) κι έγραψε ένα βιβλίο για το δικό του ταξίδι προς την Ορθοδοξία μαζί με άλλους δύο χιλιάδες Αμερικανούς. Διαβάζοντας αυτό το βιβλίο ανακάλυψα ότι το 1987, αυτοί οι 2.000 Προτεστάντες είχαν μεταστραφεί στην Ορθοδοξία. Ενόσω διάβαζα, το βιβλίο με είλκυε συγχρόνως και με απωθούσε. Με είλκυε, διότι ο πατήρ Πέτρος ρωτούσε τις ίδιες ερωτήσεις, οι οποίες και μένα απασχολούσαν, αλλά μ’ ενοχλούσαν πάρα πολύ οι απαντήσεις που είχε βρει.
Παρ’ όλα αυτά αποφάσισα, κατάλαβα ότι έπρεπε να μιλήσω με κάποιον· όχι μόνο να διαβάζω ένα βιβλίο, αλλά έπρεπε να μιλήσω ζωντανά με κάποιον, με κάποιους ανθρώπους. Κι έτσι, εκείνο το απόγευμα, αφού διάβασα το βιβλίο, τηλεφώνησα σ’ έναν από τους ιερείς, έναν από εκείνους τους 2.000 Αμερικανούς.
Συναντήθηκα μαζί του το επόμενο πρωί. Αυτή ήταν η αρχή του τέλους για μένα, στην πραγματικότητα, παρ’ όλο που δεν το ήξερα τότε. Πραγματικά, με εντυπωσιάζει πολύ το γεγονός, που σκέφτομαι τώρα, ακόμα και πριν αρχίσουμε να νηστεύουμε και να προσευχόμαστε, μαζί με την Εκκλησία μου, για να μας δείξει ο Θεός το δρόμο, ο Θεός είχε ήδη δώσει την απάντηση. Κάθε φορά που το σκέφτομαι αυτό καταλαβαίνω, ότι πραγματικά είναι καλός κι ότι αγαπάει την ανθρωπότητα.
Για πολλούς μήνες μετά, επτά ημέρες την εβδομάδα μελετούσα τους Πατέρες και έκανα συναντήσεις με Ορθόδοξους ιερείς και διάβαζα ορθόδοξα βιβλία. Ήταν μία περίοδος μεγάλης μάχης για μένα και μεγάλης αγωνίας. Μία από τις πιο κρίσιμες στιγμές ήταν μάλλον, όταν κατάλαβα ότι η έρευνά μου για την Ορθόδοξη Πίστη δεν ήταν μία ενοχλητική απόσπαση από τη νηστεία και την προσευχή, δεν ήταν απλώς μία ενοχλητική έλλειψη άνεσης· κατάλαβα ότι ήταν ή ο Θεός ή ο διάβολος. Κατάλαβα ότι η Ορθόδοξη Εκκλησία ή ήταν η απάντηση στη νηστεία και την προσευχή μας ή ήταν μία απάτη του διαβόλου· κι αυτό ήταν μία φοβερή αποκάλυψη για μένα. Είχε τη σημασία ζωής και θανάτου για μένα. Ήδη, όμως, καταλάβαινα με το μυαλό μου, με την καρδιά μου, ότι αυτό ήταν το θέλημα του Θεού για μένα. Διανοητικά, όμως, με το μυαλό μου, δεν μπορούσα να το αποδεχτώ. Ήμουν ένας τυπικός δυτικός άνθρωπος. Στη Δύση το μυαλό μας είναι χωρισμένο από την καρδιά μας. Έτσι λοιπόν υπήρχε ένας διαχωρισμός, ένα χάσμα μέσα μου· η καρδιά μου ελκυόταν από την Ορθοδοξία και το μυστήριο, το οποίο υπάρχει στην Ορθόδοξη Εκκλησία, αλλά το μυαλό μου είχε πάρα πολλές δυσκολίες και πάρα πολλά επιχειρήματα εναντίον αυτού. Και χρειάστηκαν πάρα πολλοί μήνες προσευχής και νηστείας και μελέτης. Σε μία περίοδο, μάλιστα, η ένταση μεταξύ της καρδιάς και του μυαλού μου ήταν τόσο μεγάλη, ώστε αρρώστησα. Πέρασα πολλές μέρες στο κρεβάτι, αισθανόμενος πάρα πολύ άρρωστος για να σηκωθώ και να εργαστώ, αλλά ευτυχώς δεν ήμουνα τόσο άρρωστος για να διαβάσω! Μετά από όλα αυτά έφτασα στην πεποίθηση και πείστηκα πλέον ότι ο Θεός με καλούσε στην Ορθοδοξία. Και δεν καλούσε μόνον εμένα, αλλά καλούσε και όλη την εκκλησία μου.
Μερικοί άνθρωποι με ρώτησαν: γιατί μόνος σου δεν πήγες στην Ορθοδοξία και θέλησες να πάρεις κι όλη την Εκκλησία σου μαζί; Και τους απάντησα ότι ο Θεός με έθεσε ποιμένα αυτών των προβάτων και ότι ολόκληρη η Εκκλησία προσευχόταν και νήστευε για να τἠς δώσει ο Θεός την κατεύθυνση, κι όχι μόνον εγώ· κι ότι όταν απάντησε στις προσευχές, απάντησε και στις δικές τους προσευχές και όχι μόνο στις δικές μου. Έτσι, λοιπόν, έφτασε κάποτε ο καιρός όταν τηλεφώνησα σ’ έναν Ορθόδοξο ιερέα και του είπα ότι ήμουν πεπεισμένος ότι η Ορθόδοξη Εκκλησία είναι η Μία, Αγία και Καθολική Εκκλησία.
Αυτό που πρέπει να καταλάβετε είναι, ότι δεν έγινα Ορθόδοξος επειδή ήμουν εναντίον των Προτεσταντών. Ούτε έγινα Ορθόδοξος επειδή είχα κάποιες ρομαντικές παραισθήσεις σχετικά με την Ορθοδοξία. Δεν έγινα Ορθόδοξος επειδή είχα κάποιες παραισθήσεις σχετικά με ένα είδος βυζαντινής φαντασίας και ονειροπόλησης. Έγινα Ορθόδοξος για έναν και μόνο λόγο: Από υπακοή στην Αλήθεια. Και όλοι εκείνοι, από την Εκκλησία μου, που έγιναν Ορθόδοξοι μαζί με μένα, έγιναν Ορθόδοξοι για έναν και μόνο λόγο: από υπακοή στην Αλήθεια. Στην πραγματικότητα ήμασταν αρκετά λυπημένοι· δεν ήμασταν χαρούμενοι που γινόμασταν Ορθόδοξοι· για μας ήταν μία σταύρωση. Έπρεπε να πεθάνουν όλα όσα γνωρίζαμε. Σήμαινε, ότι έπρεπε να απαρνηθούμε ο,τιδήποτε γνωρίζαμε ως χριστιανικό τρόπο ζωής και μπαίναμε μέσα σ’ ένα καινούριο περιβάλλον, το οποίο δεν το γνωρίζαμε και ήταν τελείως ξένο για μας. Αλλά είχαμε να αντιμετωπίσουμε την επιλογή: να υπακούσουμε στο Θεό ή να δείξουμε ανυπακοή; Κι έτσι υπακούσαμε. Και ήταν μόνον αφού υπακούσαμε στο Θεό και μπήκαμε μέσα στην Ορθόδοξη Εκκλησία που καταλάβαμε τί μεγάλος θησαυρός ήταν αυτός, τον οποίο μάς είχε δώσει. Και πολλές φορές μού ήρθε στο νου το παλαιοδιαθηκικό χωρίο, ότι «η κατανόηση έρχεται με την υπακοή».
Έτσι, λοιπόν, γίναμε Ορθόδοξοι και έτσι καταλάβαμε ότι είμαστε μέρος ενός φαινομένου στην Αμερική, το οποίο είναι αρκετά ασυνήθιστο. Είναι μια πραγματικά μοναδική περίοδος στην Ιστορία της Αμερικής, είναι δε επίσης και μία μοναδική περίοδος στην Ιστορία της Ορθόδοξης Εκκλησίας. Γιατί τώρα, για πρώτη φορά στην Ιστορία της Ορθόδοξης Εκκλησίας, αυτή η Ανατολική Εκκλησία βρίσκεται μέσα στη Δύση και αυξάνεται μέσα στη Δύση. Αυτή τη στιγμή στην Αμερική υπάρχουνε χιλιάδες που επιστρέφουνε και μεταστρέφονται στην Ορθοδοξία κάθε χρόνο. Κι αυτό είναι πραγματικά ένα θαύμα για μας. Είναι επίσης, όμως, και μία εντυπωσιακή πρόκληση, διότι μάς δίνει μεγάλη ελπίδα στην Αμερική, αλλά μάς προσφέρει και μία μεγάλη πρόκληση· και αυτή είναι ότι, όταν γίνεις Ορθόδοξος με Βάπτισμα και Χρίσμα, δεν γίνεσαι Ορθόδοξος μόνο με Βάπτισμα και Χρίσμα, αλλά γίνεσαι με τη μεταστροφή της καρδιάς και της ζωής. Είναι εύκολο για σας, εδώ στην Ελλάδα, γιατί έχετε μία πολύ πλούσια παράδοση στην Ορθοδοξία, έχετε Ορθόδοξες Εκκλησίες παντού, έχετε Αγίους και Άγια λείψανα παντού, έχετε πνευματικούς πατέρες και μητέρες παντού. Στην Αμερική ο πνευματικός μου πατέρας ζει 1.500 μίλια μακριά από μένα. Είναι πραγματικά πολύ δύσκολο, για μας στην Αμερική, όταν θέλουμε να γίνουμε Ορθόδοξοι, να το πετύχουμε αυτό! Μερικοί, εδώ πέρα, έχουν πει ότι αυτό πρέπει να είναι σχεδόν αδύνατο! Πώς ένας μεταστραφείς μπορεί να γίνει Ορθόδοξος μέσα σε μια μεταστραφείσα Εκκλησία; Μπορώ να απαντήσω ότι «μόνο με τη Χάρη του Θεού»! Αυτό, το οποίο είναι αδύνατο για τους ανθρώπους, είναι δυνατό για το Θεό.
Αλλά, άσχετα από το κατά πόσο δείχνει σωστό ή όχι, χιλιάδες Αμερικανοί συνεχίζουν να μεταστρέφονται στην Ορθόδοξη Εκκλησία. Και γι’ αυτό το λόγο λέω: «Δόξα τω Θεώ!».
ΘΡΗΣΚΕΥΤΙΚΑ
Follow

Get every new post delivered to your Inbox.

Join 28 other followers